Language of document : ECLI:EU:C:2017:678

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δέκατο τμήμα)

της 14ης Σεπτεμβρίου 2017 (*)

«Παράβαση κράτους μέλους – Οδηγία 91/271/ΕΟΚ – Επεξεργασία των αστικών λυμάτων – Άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 3 – Δευτεροβάθμια ή ισοδύναμη επεξεργασία»

Στην υπόθεση C-320/15,

με αντικείμενο προσφυγή λόγω παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, που ασκήθηκε στις 26 Ιουνίου 2015,

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους Γ. Ζαββό και E. Manhaeve,

προσφεύγουσα,

κατά

Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από την Ε. Σκανδάλου,

καθής,

υποστηριζόμενης από το

Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενο από τις C. Brodie και J. Kraehling,

παρεμβαίνον,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δέκατο τμήμα),

συγκείμενο από τους M. Berger, πρόεδρο τμήματος, A. Borg Barthet (εισηγητή) και E. Levits, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Bobek

γραμματέας: R. Schiano, διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 25ης Ιανουαρίου 2017,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 30ής Μαρτίου 2017,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        H Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί με την προσφυγή της από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να εξασφαλίσει το κατάλληλο επίπεδο επεξεργασίας των αστικών λυμάτων των οικισμών Προσοτσάνης, Δοξάτου, Ελευθερούπολης, Βάγιας, Γαλάτιστας, Δεσφίνας και Χανιώτη, με ισοδύναμο πληθυσμού (ι.π.) μεταξύ 2 000 και 10 000, καθώς και του οικισμού του Πολύχρονου, με ι.π. μεταξύ 10 000 και 15 000, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 91/271/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1991, για την επεξεργασία των αστικών λυμάτων (ΕΕ 1991, L 135, σ. 40), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1137/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008 (ΕΕ 2008, L 311, σ. 1) (στο εξής: οδηγία 91/271).

 Το νομικό πλαίσιο

2        Το άρθρο 1 της οδηγίας 91/271 ορίζει τα εξής:

«Η παρούσα οδηγία αφορά τη συλλογή, την επεξεργασία και την απόρριψη αστικών λυμάτων και την επεξεργασία και την απόρριψη λυμάτων από ορισμένους βιομηχανικούς τομείς.

Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι η προστασία του περιβάλλοντος από τις αρνητικές επιπτώσεις της απόρριψης αυτών των λυμάτων.»

3        Το άρθρο 2 της οδηγίας αυτής προβλέπει τα εξής:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

1)      “Αστικά λύματα”: τα οικιακά λύματα ή το μείγμα οικιακών με βιομηχανικά λύματα ή/και όμβρια ύδατα.

[...]

5)      “Δίκτυο αποχέτευσης”: το σύστημα αγωγών που συλλέγει και διοχετεύει τα αστικά λύματα.

6)      “1 ι.π. (μονάδα ισοδύναμου πληθυσμού)”: το αποικοδομήσιμο οργανικό φορτίο που παρουσιάζει βιομηχανικές ανάγκες σε οξυγόνο πέντε ημερών (BOD 5) ίσες προς 60 g/ημέρα.

[...]

8)      “Δευτεροβάθμια επεξεργασία”: η επεξεργασία των αστικών λυμάτων με μέθοδο που, κατά κανόνα, περιλαμβάνει βιολογική επεξεργασία με δευτεροβάθμια καθίζηση, ή με άλλες μεθόδους διά των οποίων τηρούνται οι απαιτήσεις που καθορίζονται στον πίνακα 1 του παραρτήματος I.

[...]»

4        Το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τα εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα αστικά λύματα που διοχετεύονται σε αποχετευτικά δίκτυα να υποβάλλονται, πριν από την απόρριψή τους, σε δευτεροβάθμια ή σε ισοδύναμη επεξεργασία, ως εξής:

[...]

–        το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2005, για όλες τις απορρίψεις λυμάτων από οικισμούς με ι.π. μεταξύ 10 000 και 15 000,

–        το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2005, για τα λύματα που αποβάλλονται σε γλυκά ύδατα και σε εκβολές ποταμών, από οικισμούς με ι.π. μεταξύ 2 000 και 10 000.

[...]

3.      Οι απορρίψεις από τους περιγραφόμενους στις παραγράφους 1 και 2 σταθμούς επεξεργασίας αστικών λυμάτων πρέπει να πληρούν τις απαιτήσεις του παραρτήματος I, σημείο Β. [...]

[...]»

5        Το παράρτημα I της οδηγίας 91/271 φέρει τον τίτλο «Απαιτήσεις για τα αστικά λύματα» και προβλέπει τα εξής:

«[...]

B.      Απόρριψη από σταθμούς επεξεργασίας αστικών λυμάτων στα ύδατα υποδοχής [...]

1.      Ο σχεδιασμός ή η μετασκευή των σταθμών επεξεργασίας λυμάτων γίνεται έτσι ώστε να μπορούν να λαμβάνονται αντιπροσωπευτικά δείγματα των εισερχομένων και των επεξεργασμένων λυμάτων προτού απορριφθούν στα ύδατα υποδοχής.

2.      Οι απορρίψεις από σταθμούς επεξεργασίας αστικών λυμάτων, οι οποίες υποβάλλονται σε επεξεργασία, σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 5 της παρούσας οδηγίας, πρέπει να πληρούν τις απαιτήσεις που παρατίθενται στον πίνακα 1.

[...]

Δ.      Μέθοδοι αναφοράς για την παρακολούθηση και την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων

1.      Τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε η μέθοδος παρακολούθησης που εφαρμόζεται να ανταποκρίνεται τουλάχιστον στο επίπεδο απαιτήσεων που περιγράφεται κατωτέρω.

Είναι δυνατό να χρησιμοποιούνται εναλλακτικά και άλλες μέθοδοι, διαφορετικές από εκείνες που αναφέρονται στα σημεία 2, 3 και 4, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω μέθοδοι αποδεδειγμένα παράγουν ισοδύναμα αποτελέσματα.

[...]

2.      Εικοσιτετράωρα δείγματα ανάλογα προς τη ροή ή βασισμένα στη χρονική διάρκεια συλλέγονται στο ίδιο, σαφώς καθορισμένο σημείο της εξόδου και, εφόσον χρειάζεται, της εισόδου του σταθμού επεξεργασίας, ώστε να ελέγχεται κατά πόσον τα εξερχόμενα λύματα πληρούν τις απαιτήσεις απόρριψης που ορίζονται στην παρούσα οδηγία.

[...]

3.      Ο ελάχιστος ετήσιος αριθμός δειγμάτων καθορίζεται ανάλογα με το μέγεθος του σταθμού επεξεργασίας και συλλέγεται σε τακτά χρονικά διαστήματα κατά τη διάρκεια του έτους:

–        2 000 και 9 999 ι.π.:

12 δείγματα τον πρώτο χρόνο.

4 δείγματα τα επόμενα χρόνια εφόσον αποδειχθεί ότι τον πρώτο χρόνο το νερό πληροί τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας· εάν ένα από τα 4 δείγματα δεν είναι ικανοποιητικό, τον επόμενο χρόνο πρέπει να λαμβάνονται 12 δείγματα.

–        10 000 – 49 999 ι.π.:

12 δείγματα.

[...]»

6        Ο πίνακας 1 του παραρτήματος Ι της οδηγίας 91/271 περιλαμβάνει τις απαιτήσεις για τις απορρίψεις από σταθμούς επεξεργασίας αστικών λυμάτων οι οποίοι διέπονται, μεταξύ άλλων, από τις διατάξεις του άρθρου 4 της οδηγίας αυτής.

 Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία

7        Με επιστολή της 29ης Μαΐου 2007 η Επιτροπή ζήτησε από τις ελληνικές αρχές να της παράσχουν, εντός έξι μηνών, στοιχεία σχετικά με την εκπλήρωση, μεταξύ άλλων, των υποχρεώσεων που υπέχουν ως προς την επεξεργασία των αστικών λυμάτων, όπως αυτές προβλέπονται στο άρθρο 4 της οδηγίας 91/271, για το έτος 2007. Οι ελληνικές αρχές δεν ανταποκρίθηκαν μεν στο αίτημα αυτό εντός της ταχθείσας προθεσμίας, πλην όμως απέστειλαν τα ζητηθέντα στοιχεία δύο χρόνια αργότερα, κατόπιν της αποστολής ερωτηματολογίου για το έτος 2009.

8        Δεδομένου ότι η Επιτροπή διαπίστωσε, με βάση τα διαβιβασθέντα στοιχεία, ότι 62 ελληνικοί οικισμοί παραβίαζαν το άρθρο 4 της οδηγίας 91/271, ζήτησε με επιστολή της 5ης Οκτωβρίου 2010 ορισμένες διευκρινίσεις από τις ελληνικές αρχές.

9        Αφού εξέτασε τα στοιχεία που παρασχέθηκαν από τις ελληνικές αρχές με την από 21 Δεκεμβρίου 2010 απάντησή τους, η Επιτροπή απηύθυνε στην Ελληνική Δημοκρατία προειδοποιητική επιστολή, στις 17 Ιουνίου 2011, με την οποία έκρινε ότι η Ελληνική Δημοκρατία είχε παραβεί τις υποχρεώσεις που υπείχε από το άρθρο 4 της οδηγίας 91/271, όσον αφορά τους 62 αυτούς οικισμούς, και την καλούσε, ως εκ τούτου, να υποβάλει τις παρατηρήσεις της.

10      Στις 11 Αυγούστου 2011 η Ελληνική Δημοκρατία απάντησε στην προειδοποιητική επιστολή, κοινοποιώντας πληροφορίες σχετικές με τους εν λόγω οικισμούς.

11      Την 1η Ιουνίου 2012 η Επιτροπή απηύθυνε αιτιολογημένη γνώμη στην Ελληνική Δημοκρατία, με την οποία επισήμανε ότι το κράτος μέλος αυτό εξακολουθούσε να παραβαίνει τις διατάξεις της οδηγίας 91/271. Κάλεσε το εν λόγω κράτος μέλος να υποβάλει τις παρατηρήσεις του εντός προθεσμίας δύο μηνών από την παραλαβή της αιτιολογημένης γνώμης.

12      Με επιστολές της 20ής Ιουλίου 2012 και της 20ής Μαρτίου 2013, η Ελληνική Δημοκρατία απάντησε στην αιτιολογημένη γνώμη, υποστηρίζοντας ότι τέσσερις οικισμοί επρόκειτο να συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις της οδηγίας 91/271, με την ολοκλήρωση διαφόρων έργων που χρηματοδοτούνταν από το επιχειρησιακό πρόγραμμα «Περιβάλλον και αειφόρος ανάπτυξη», και ότι οκτώ άλλοι οικισμοί διέθεταν λειτουργικό σταθμό επεξεργασίας λυμάτων με δεδομένα εκροής σύμφωνα με τις απαιτήσεις της ανωτέρω οδηγίας.

13      Στις 21 Φεβρουαρίου 2014 η Επιτροπή απηύθυνε στην Ελληνική Δημοκρατία συμπληρωματική αιτιολογημένη γνώμη, με την αιτιολογία ότι οκτώ οικισμοί και συγκεκριμένα οι οικισμοί Προσοτσάνης, Δοξάτου, Ελευθερούπολης, Βάγιας, Δεσφίνας, Γαλάτιστας, Πολύχρονου και Χανιώτη, εξακολουθούσαν να μη συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις της οδηγίας 91/271.

14      Η Ελληνική Δημοκρατία, με την απάντηση της 22ας Απριλίου 2014 προς τη συμπληρωματική αιτιολογημένη γνώμη, αναγνώρισε ότι τέσσερις από τους οκτώ επίμαχους οικισμούς θα συμμορφώνονταν πλήρως με τις εν λόγω απαιτήσεις μόνον όταν θα ολοκληρώνονταν τα συγχρηματοδοτούμενα έργα. Ως προς τους λοιπούς τέσσερις οικισμούς, παρατήρησε ότι, παρότι διέθεταν σταθμούς επεξεργασίας λυμάτων που λειτουργούσαν σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 91/271, δεν είχαν αποστείλει ικανοποιητικό αριθμό δειγμάτων σύμφωνα με την οδηγία.

15      Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν ικανοποιήθηκε από τις απαντήσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας, αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.

 Επί της προσφυγής

16      Η Επιτροπή προσάπτει με την προσφυγή της στην Ελληνική Δημοκρατία ότι παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 91/271, καθόσον δεν εξασφάλισε δευτεροβάθμια ή ισοδύναμη επεξεργασία των απορριπτόμενων αστικών λυμάτων για έναν οικισμό με ι.π. μεταξύ 10 000 και 15 000 και για επτά οικισμούς με ι.π. μεταξύ 2 000 και 10 000.

17      Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση του κράτους μέλους κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, οι δε επελθούσες στη συνέχεια μεταβολές δεν λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο (απόφαση της 10ης Απριλίου 2014, Επιτροπή κατά Ιταλίας, C‑85/13, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:251, σκέψη 31 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

18      Κατά συνέπεια, εν προκειμένω, δεδομένου ότι με τη συμπληρωματική αιτιολογημένη γνώμη, η οποία εστάλη στις 21 Φεβρουαρίου 2014 και παρελήφθη αυθημερόν από την Ελληνική Δημοκρατία, τάχθηκε στο εν λόγω κράτος μέλος προθεσμία δύο μηνών από την παραλαβή της προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που υπείχε από την οδηγία 91/271, πρέπει να εκτιμηθεί αν η παράβαση που του προσάπτεται υφίστατο στις 21 Απριλίου 2014.

19      Συνεπώς, προκειμένου να κριθεί το βάσιμο της προσφυγής, πρέπει να εξετασθεί αν μπορεί διαπιστωθεί ότι, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία η Ελληνική Δημοκρατία δεν είχε συμμορφωθεί προς τις επιταγές του άρθρου 4, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, όσον αφορά τους οικισμούς Προσοτσάνης, Δοξάτου, Ελευθερούπολης, Βάγιας και Γαλάτιστας, ούτε προς τις επιταγές του άρθρου 4, παράγραφος 3, της ίδιας οδηγίας, όσον αφορά τους οικισμούς Πολύχρονου, Χανιώτη και Δεσφίνας.

20      Η Ελληνική Δημοκρατία αναφέρει στα δικόγραφά της ότι δεν αμφισβητεί ότι, κατά τη λήξη της ταχθείσας με τη συμπληρωματική αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, η απόρριψη των αστικών λυμάτων των οικισμών Προσοτσάνης, Δοξάτου, Ελευθερούπολης, Βάγιας και Γαλάτιστας δεν ήταν σύμφωνη προς τις απαιτήσεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.

21      Ωστόσο, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σε αυτό απόκειται να διαπιστώσει την ύπαρξη ή μη της προσαπτόμενης παραβάσεως, ακόμη και όταν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν αμφισβητεί την παράβαση (απόφαση της 10ης Μαρτίου 2016, Επιτροπή κατά Ισπανίας, C‑38/15, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:156, σκέψη 29 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

22      Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 91/271 επιβάλλει στη κράτη μέλη υποχρέωση προς επίτευξη συγκεκριμένου αποτελέσματος, η οποία διατυπώνεται κατά τρόπο σαφή και αδιαμφισβήτητο και κατά την οποία τα αστικά λύματα που διοχετεύονται σε αποχετευτικά δίκτυα πρέπει να υποβάλλονται σε δευτεροβάθμια ή σε ισοδύναμη επεξεργασία, είτε πριν από την απόρριψή τους, όταν προέρχονται από οικισμούς με ι.π. μεταξύ 10 000 και 15 000, είτε πριν από την αποβολή τους σε γλυκά ύδατα και σε εκβολές ποταμών, όταν προέρχονται από οικισμούς με ι.π. μεταξύ 2 000 και 10 000.

23      Επιπλέον, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας, αυτή η δευτεροβάθμια ή ισοδύναμη επεξεργασία πρέπει να γίνεται από σταθμούς επεξεργασίας λυμάτων των οποίων οι απορρίψεις πληρούν τις απαιτήσεις του παραρτήματος Ι, σημείο Β, της ίδιας οδηγίας.

24      Εν προκειμένω, όπως παραδέχθηκε η Ελληνική Δημοκρατία στα δικόγραφά της, από τα στοιχεία που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο προκύπτει ότι, κατά τη λήξη της ταχθείσας με τη συμπληρωματική αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, στους οικισμούς που μνημονεύθηκαν στη σκέψη 20 της παρούσας αποφάσεως δεν είχαν ακόμη ολοκληρωθεί τα αναγκαία έργα κατασκευής ή αναβαθμίσεως των σταθμών επεξεργασίας λυμάτων και ότι, ως εκ τούτου, οι απορρίψεις αστικών λυμάτων από τους εν λόγω οικισμούς δεν υφίσταντο τη δευτεροβάθμια ή ισοδύναμη επεξεργασία που απαιτείται από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 91/271.

25      Συνεπώς, κατά τη λήξη της ταχθείσας με τη συμπληρωματική αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, οι απορρίψεις αστικών λυμάτων των οικισμών Προσοτσάνης, Δοξάτου, Ελευθερούπολης, Βάγιας και Γαλάτιστας δεν ήταν σύμφωνες προς τις διατάξεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, όπως ομολόγησε η Ελληνική Δημοκρατία.

26      Όσον αφορά τους οικισμούς Πολύχρονου, Χανιώτη και Δεσφίνας, από τα υπομνήματα των διαδίκων προκύπτει ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέσχε στην Επιτροπή, για τα έτη 2011 έως 2014, αριθμό δειγμάτων, σε μη τακτά διαστήματα και σε διαφορετικές ποσότητες κάθε φορά.

27      Ως προς τα αποτελέσματα των δειγμάτων αυτών, η Επιτροπή υποστήριξε ότι, όσον αφορά τον οικισμό του Πολύχρονου, από τα 84 δείγματα που παρασχέθηκαν για τα έτη 2012 και 2013, 7 δείγματα υπερέβαιναν τις επιτρεπόμενες τιμές, ότι τα δείγματα που συνελέγησαν για τον οικισμό Χανιώτη μεταξύ των ετών 2012 και 2014 δεν είχαν αποδεικτική αξία, λόγω του ότι δεν συνελέγησαν σε τακτά διαστήματα, και ότι, από τα 14 δείγματα που συνελέγησαν σε μη τακτά χρονικά διαστήματα μεταξύ των ετών 2011 και 2013 για τον οικισμό της Δεσφίνας, 2 υπερέβαιναν τις προβλεπόμενες τιμές.

28      Η Επιτροπή, μολονότι κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση επισήμανε ρητώς, απαντώντας σε σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου, ότι δεν απαιτεί πλέον να εκτείνεται η συλλογή δώδεκα δειγμάτων, ήτοι ενός δείγματος το μήνα, σε διάστημα ενός πλήρους έτους, για να είναι δυνατό να αποδειχθεί ότι οι οικείες εγκαταστάσεις είναι σύμφωνες με τις απαιτήσεις του άρθρου 4, παράγραφος 3, της οδηγίας 91/271, σε συνδυασμό με το παράρτημα Ι, σημείο Β, της εν λόγω οδηγίας, υποστήριξε εντούτοις κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι τα δείγματα της Ελληνικής Δημοκρατίας δεν ήταν αντιπροσωπευτικά από ποιοτικής απόψεως, δεδομένου ότι δεν υπήρχαν δείγματα που θα επέτρεπαν συγκριτική ανάλυση και δεν είχε ληφθεί υπόψη η καταλληλότητα του χρονικού σημείου κατά το οποίο πρέπει να λαμβάνονται τα δείγματα.

29      Ως προς το ζήτημα αυτό, υπενθυμίζεται ότι, όσον αφορά τους οικισμούς Πολύχρονου, Χανιώτη και Δεσφίνας, τόσο κατά το προ της ασκήσεως της προσφυγής στάδιο όσο και στο δικόγραφο της προσφυγής η Επιτροπή προσάπτει στην Ελληνική Δημοκρατία ότι παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 4, παράγραφος 3, της οδηγίας 91/271, λόγω του αριθμού των δειγμάτων που εστάλησαν.

30      Η απαίτηση, όμως, που αφορά την καταλληλότητα του χρονικού σημείου κατά το οποίο πρέπει να λαμβάνονται τα δείγματα δεν εμπίπτει στις απαιτήσεις του παραρτήματος Ι, σημείο Β, της οδηγίας αυτής και, ως εκ τούτου, δεν εμπίπτει στις υποχρεώσεις που υπέχουν τα κράτη μέλη από το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας.

31      Αφετέρου, και εν πάση περιπτώσει, υπενθυμίζεται ότι, στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως, σκοπός της διαδικασίας που προηγείται της ασκήσεως της προσφυγής είναι να παρασχεθεί στο οικείο κράτος μέλος η δυνατότητα, αφενός, να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που υπέχει από το δίκαιο της Ένωσης και, αφετέρου, να προβάλει λυσιτελώς τους αμυντικούς του ισχυρισμούς κατά των αιτιάσεων τις οποίες διατυπώνει η Επιτροπή. Συνεπώς, το αντικείμενο της ασκούμενης δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ προσφυγής οριοθετείται από την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία την οποία προβλέπει η διάταξη αυτή. Το νομότυπο της διαδικασίας αυτής συνιστά ουσιώδη εγγύηση που παρέχει η Συνθήκη ΛΕΕ όχι μόνο για την προστασία των δικαιωμάτων του οικείου κράτους μέλους, αλλά και για να διασφαλιστεί ότι η διαδικασία που ενδεχομένως θα κινηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου θα έχει ως αντικείμενο μια σαφώς καθορισμένη διαφορά (απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2014, Επιτροπή κατά Γερμανίας, C‑525/12, EU:C:2014:2202, σκέψη 21 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

32      Στο δικόγραφο της προσφυγής, όπως και κατά το προ της ασκήσεως της προσφυγής στάδιο, η Επιτροπή προσήψε στην Ελληνική Δημοκρατία μόνον ότι παρέσχε δείγματα τα οποία δεν ήταν αντιπροσωπευτικά λόγω του ανεπαρκούς αριθμού τους και δεν αμφισβήτησε την ποιότητα των δειγμάτων που της είχαν αποσταλεί.

33      Συνεπώς, οι αιτιάσεις περί της απουσίας δειγμάτων που θα επέτρεπαν συγκριτική εξέταση και περί της μη λήψεως υπόψη της καταλληλότητας του χρονικού σημείου κατά το οποίο πρέπει να συλλέγονται τα δείγματα υπερβαίνουν το πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας λόγω παραβάσεως και, ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες.

34      Υπό τις συνθήκες αυτές, δεδομένου, αφενός, ότι από την εξέταση των στοιχείων που παρέσχε η Ελληνική Δημοκρατία με το υπόμνημα αντικρούσεως προκύπτει ότι παρέσχε στην Επιτροπή πολλά δείγματα που αποδείκνυαν την αποτελεσματική δευτεροβάθμια επεξεργασία των αστικών λυμάτων, αφότου τέθηκαν σε λειτουργία τα αποχετευτικά δίκτυα των εν λόγω οικισμών, και, αφετέρου, ότι η Επιτροπή ανέφερε ότι δεν απαιτεί πλέον να εκτείνεται η συλλογή δώδεκα δειγμάτων, ήτοι ενός δείγματος το μήνα, σε διάστημα ενός πλήρους έτους, πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει αποδειχθεί ότι οι απορρίψεις από τους σταθμούς επεξεργασίας των οικισμών Πολύχρονου, Χανιώτη και Δεσφίνας κατά τη λήξη της ταχθείσας με τη συμπληρωματική αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας πληρούσαν τις απαιτήσεις του άρθρου 4, παράγραφος 3, της οδηγίας 91/271, με αποτέλεσμα να μην αποδεικνύεται η προσαφθείσα στο κράτος μέλος παράβαση ως προς τους οικισμούς αυτούς.

35      Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να εξασφαλίσει δευτεροβάθμια ή ισοδύναμη επεξεργασία των αστικών λυμάτων των οικισμών Προσοτσάνης, Δοξάτου, Ελευθερούπολης, Βάγιας και Γαλάτιστας, με ι.π. μεταξύ 2 000 και 10 000, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 91/271.

 Επί των δικαστικών εξόδων

36      Δυνάμει του άρθρου 138, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο μπορεί, σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων, να κατανείμει τα δικαστικά έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του. Δεδομένου ότι εν προκειμένω η προσφυγή της Επιτροπής γίνεται εν μέρει μόνο δεκτή, το Δικαστήριο αποφασίζει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δέκατο τμήμα) αποφασίζει:

1)      Η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να εξασφαλίσει δευτεροβάθμια ή ισοδύναμη επεξεργασία των αστικών λυμάτων των οικισμών Προσοτσάνης, Δοξάτου, Ελευθερούπολης, Βάγιας και Γαλάτιστας, με ισοδύναμο πληθυσμού μεταξύ 2 000 και 10 000, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 91/271/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1991, για την επεξεργασία των αστικών λυμάτων, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1137/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008.

2)      Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.

3)      Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Ελληνική Δημοκρατία φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.


Berger

Borg Barthet

Levits

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 14 Σεπτεμβρίου 2017.

Ο Γραμματέας

 

      Η Πρόεδρος του δεκάτου τμήματος

A. Calot Escobar

 

      M. Berger


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.