Language of document : ECLI:EU:T:2017:612

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (αναιρετικό τμήμα)

της 15ης Σεπτεμβρίου 2017 (*)

«Αίτηση αναιρέσεως – Υπαλληλική υπόθεση – Υπάλληλοι – Γενικός διαγωνισμός – Εγγραφή στον πίνακα επιτυχόντων – Απόφαση της ΑΔΑ περί μη προσλήψεως επιτυχόντος – Αρμοδιότητες της εξεταστικής επιτροπής και της ΑΔΑ – Προϋποθέσεις συμμετοχής στον διαγωνισμό – Ελάχιστη διάρκεια επαγγελματικής πείρας – Τρόπος υπολογισμού – Απώλεια ευκαιρίας προσλήψεως – Αίτημα αποζημιώσεως»

Στην υπόθεση T‑734/15 P,

με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώτο τμήμα) της 6ης Οκτωβρίου 2015, FE κατά Επιτροπής (F‑119/14, EU:F:2015:116),

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την F. Simonetti και τον G. Gattinara,

αναιρεσείουσα,

όπου ο έτερος διάδικος είναι

η FE, εκπροσωπούμενη από τους L. Levi και A. Blot, δικηγόρους,

προσφεύγουσα-ενάγουσα πρωτοδίκως,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (αναιρετικό τμήμα),

συγκείμενο από τους M. Jaeger, Πρόεδρο, M. Prek (εισηγητή) και S. Frimodt Nielsen, δικαστές,

γραμματέας: E. Coulon

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με την αίτηση αναιρέσεως την οποία άσκησε δυνάμει του άρθρου 9 του παραρτήματος I του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώτο τμήμα) της 6ης Οκτωβρίου 2015, FE κατά Επιτροπής (F‑119/14, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:F:2015:116), με την οποία το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης, αφενός, ακύρωσε την απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2013 με την οποία η Επιτροπή αρνήθηκε την πρόσληψη της FE και υποχρέωσε την Επιτροπή να καταβάλει το ποσό των 10 000 ευρώ και, αφετέρου, απέρριψε την προσφυγή-αγωγή κατά τα λοιπά.

 Ιστορικό της διαφοράς

2        Το ιστορικό της διαφοράς εκτίθεται στις σκέψεις 8 έως 20 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ως εξής:

«8      Στις 8 Δεκεμβρίου 2005, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού (EPSO) δημοσίευσε την προκήρυξη γενικού διαγωνισμού EPSO/AD/42/05 (στο εξής: διαγωνισμός) για την κατάρτιση πίνακα επιτυχόντων για μελλοντική πρόσληψη γλωσσομαθών νομικών πολωνικής γλώσσας με βαθμό AD 7, προκειμένου να καλυφθούν κενές θέσεις στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, και συγκεκριμένα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ [2005,] C 310 A, σ. 3, στο εξής: προκήρυξη διαγωνισμού) […].

9      Στον τίτλο Α, σημείο Ι, της προκηρύξεως διαγωνισμού, που φέρει τον τίτλο “Φ[ύση των καθηκόντων]”, τα προς άσκηση καθήκοντα περιγράφονταν ως εξής:

–        “Μετάφραση ή/και αναθεώρηση στην πολωνική γλώσσα νομικών κειμένων από δύο τουλάχιστον επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

–        Επαλήθευση της γλωσσικής και νομικής αντιστοιχίας μεταφρασμένων και αναθεωρημένων νομοθετικών κειμένων στην πολωνική γλώσσα, προς τις υπόλοιπες γλωσσικές αποδόσεις των κειμένων αυτών, έλεγχος της ποιότητας της διατυπώσεως και της τηρήσεως των κανόνων σχετικά με την τυπική παρουσίαση.

[…]”

10      Ο τίτλος A, σημείο II.2, της προκηρύξεως διαγωνισμού διευκρίνιζε επίσης ότι, για να γίνει δεκτή η συμμετοχή τους στις δοκιμασίες, οι υποψήφιοι έπρεπε να αποδεικνύουν, κατά την καταληκτική ημερομηνία που είχε οριστεί για την υποβολή δηλώσεως συμμετοχής στον διαγωνισμό, “[μ]ετά τον απαιτούμενο κύκλο πανεπιστημιακών σπουδών, επαγγελματική πείρα τουλάχιστον δύο ετών […]”.

11      Η [FE] υπέβαλε υποψηφιότητα στον διαγωνισμό στις 27 Δεκεμβρίου 2005. Στην ενότητα “Ε[παγγελματική πείρα]” του εντύπου υποψηφιότητας στον διαγωνισμό (στο εξής: έντυπο υποψηφιότητας) ανέφερε ότι διέθετε έξι επαγγελματικές εμπειρίες συνολικής διάρκειας τριάντα ενός μηνών, εκ των οποίων δεκαπέντε μήνες δραστηριότητας με την ιδιότητα της εξωτερικής συνεργάτιδος-γλωσσομαθούς νομικού στο Δικαστήριο, ήτοι από τις 15 Οκτωβρίου 2004 μέχρι την ημερομηνία υποβολής της υποψηφιότητάς της, και τρεις μήνες ασκήσεως στο δικηγορικό γραφείο W. στις Βρυξέλλες (Βέλγιο), από την 1η Ιουλίου έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2005.

12      Η [FE] έγινε δεκτή να συμμετάσχει στις δοκιμασίες του διαγωνισμού. Μετά την ολοκλήρωση των εργασιών της, η εξεταστική επιτροπή περιέλαβε το όνομά της στον πίνακα επιτυχόντων του διαγωνισμού, η ισχύς του οποίου, προβλεπόμενη αρχικώς να λήξει στις 31 Δεκεμβρίου 2007, παρατάθηκε επανειλημμένα έως τις 31 Δεκεμβρίου 2013, οπότε και έληξε οριστικά.

13      Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 22ας Μαΐου 2013, η [FE] κλήθηκε από τις υπηρεσίες της ΓΔ “Δικαιοσύνη” σε συνέντευξη στις 28 Μαΐου 2013, ενόψει της ενδεχόμενης προσλήψεώς της σε θέση διοικητικής υπαλλήλου στην εν λόγω γενική διεύθυνση.

14      Τον Ιούνιο 2013, η [FE] ενημερώθηκε από τη ΓΔ “Δικαιοσύνη” ότι η υποψηφιότητά της για τη θέση διοικητικής υπαλλήλου είχε γίνει δεκτή και ότι η αίτηση προσλήψεως που την αφορούσε είχε διαβιβαστεί στη [ΓΔ “Ανθρώπινοι πόροι και ασφάλεια” (στο εξής: ΓΔ “Ανθρώπινοι πόροι”)].

15      Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, τον Ιούνιο 2013, οι αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής ενημέρωσαν επίσης την [FE] ότι “[δ]εδομένου ότι η Επιτροπή δεν είχε συμμετάσχει στη διοργάνωση του διαγωνισμού […] και ότι ο πίνακας επιτυχόντων ο οποίος προέκυψε από τον εν λόγω διαγωνισμό και στον οποίο είχε περιληφθεί η [FE] αφορούσε την πρόσληψη γλωσσομαθών νομικών και όχι διοικητικών υπαλλήλων, έπρεπε να ζητηθεί παρέκκλιση από τον αρμόδιο για τους [α]νθρώπινους πόρους και την ασφάλεια [ε]πίτροπο, διότι η πολιτική της Επιτροπής είναι να μην χρησιμοποιεί αυτούς τους πίνακες παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις για τη [ν]ομική υπηρεσία της και για ορισμένα άλλα ειδικά καθήκοντα σε άλλες [γενικές διευθύνσεις], υπό ορισμένους όρους”.

16      Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 26ης Ιουλίου 2013, ο προϊστάμενος της μονάδας “Δίκαιο των συμβάσεων” της ΓΔ “Δικαιοσύνη” ανακοίνωσε στην [FE] ότι η ΓΔ “Ανθρώπινοι πόροι” “συμφώνησε για τον [κατά παρέκκλιση] διορισμό της ως διοικητικής υπαλλήλου [βάσει] του πίνακα επιτυχόντων των γλωσσομαθών νομικών”, υπογραμμίζοντας πάντως ότι η ΓΔ “Ανθρώπινοι πόροι” θα επικοινωνούσε μαζί της και ότι δεν έπρεπε να προβεί σε καμία ενέργεια πριν λάβει επίσημη ανακοίνωση εκ μέρους της ΓΔ “Ανθρώπινοι πόροι”.

17      Στα τέλη Αυγούστου 2013, η ΓΔ “Ανθρώπινοι πόροι” ζήτησε από την [FE] να προσκομίσει δικαιολογητικά έγγραφα για την επαγγελματική πείρα της πριν από την υποβολή της υποψηφιότητάς της, σε συνάρτηση με την προϋπόθεση συμμετοχής που αφορούσε ελάχιστη επαγγελματική πείρα δύο ετών και περιλαμβανόταν στην προκήρυξη διαγωνισμού.

18      Από τα τέλη Αυγούστου 2013 έως τον Νοέμβριο 2013, η [FE] συναντήθηκε επανειλημμένα με εκπροσώπους της ΓΔ “Ανθρώπινοι πόροι” και προσκόμισε διάφορα έγγραφα και έδωσε επεξηγήσεις προκειμένου να διευκρινίσει το ζήτημα της επαγγελματικής πείρας την οποία είχε επικαλεστεί με το έντυπο υποψηφιότητάς της. Κατά την ίδια περίοδο, οι εκπρόσωποι της ΓΔ “Δικαιοσύνη” επιβεβαίωσαν επανειλημμένα το ενδιαφέρον τους για την πρόσληψή της.

19      Με επιστολή της 17ης Δεκεμβρίου 2013, η [αρμόδια για τους διορισμούς αρχή] ενημέρωσε την [FE] ότι δεν μπορούσε να προσληφθεί στη ΓΔ “Δικαιοσύνη”, λόγω του ότι δεν πληρούσε την προϋπόθεση συμμετοχής στον διαγωνισμό που αφορούσε την απαιτούμενη επαγγελματική πείρα (στο εξής: επίδικη απόφαση). Σύμφωνα με την [αρμόδια για τους διορισμούς αρχή], κατά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής δηλώσεως συμμετοχής στον διαγωνισμό, η [FE] διέθετε μόνο είκοσι δύο μήνες επαγγελματικής πείρας, αντί των δύο ετών που απαιτούσε η προκήρυξη διαγωνισμού. Για να καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα, η [αρμόδια για τους διορισμούς αρχή] δέχθηκε επαγγελματική πείρα “εξωτερικ[ού] συνεργάτ[η]-μεταφρ[αστή]” στο Δικαστήριο διάρκειας επτά μηνών μόνον και επαγγελματική πείρα ασκήσεως στο δικηγορικό γραφείο W., διάρκειας δύο μηνών μόνο, ήτοι διάρκειας η οποία δεν αντιστοιχούσε στους δεκαπέντε και τρεις μήνες που είχε δηλώσει η [FE] στο έντυπο της υποψηφιότητάς της. Η επίδικη απόφαση διευκρίνιζε επίσης ότι, όσον αφορά τη δραστηριότητα “εξωτερικής συνεργάτιδος για το [Δικαστήριο]”, η διάρκεια της επαγγελματικής πείρας της [FE] υπολογίστηκε βάσει του συνολικού αριθμού μεταφρασμένων σελίδων, ήτοι 721, και ενός μέσου όρου 5 σελίδων ανά ημέρα, τον οποίο η Επιτροπή έκρινε κατάλληλο και ο οποίος ήταν αισθητά χαμηλότερος από τον μέσο όρο 8 σελίδων ανά ημέρα που λαμβάνεται υπόψη συνήθως από το Δικαστήριο.

20      Στις 14 Μαρτίου 2014, η [FE] υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της επίδικης αποφάσεως. Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε με απόφαση της [αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής] της 14ης Ιουλίου 2014 […]».

 Διαδικασία στον πρώτο βαθμό και αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

3        Με δικόγραφο που κατετέθη στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης στις 24 Οκτωβρίου 2014, η FE άσκησε προσφυγή-αγωγή, η οποία πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό F‑119/14, με αίτημα, αφενός, να ακυρωθεί η απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2013 με την οποία η Επιτροπή αρνήθηκε την πρόσληψή της (στο εξής: επίδικη απόφαση) και η απόφαση περί απορρίψεως της από 14ης Ιουλίου διοικητικής ενστάσεως και, αφετέρου, να υποχρεωθεί η Επιτροπή στην καταβολή ποσού 26 132,85 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας, και στην καταβολή των εισφορών στο συνταξιοδοτικό σύστημα από τον Σεπτέμβριο 2013, καθώς και στην καταβολή του συμβολικού ποσού ενός ευρώ ως χρηματικής ικανοποιήσεως της προκληθείσας ηθικής βλάβης. Ζήτησε επίσης να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

4        Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης, αφενός, ακύρωσε την επίδικη απόφαση και καταδίκασε την Επιτροπή να καταβάλει στην FE το ποσό των 10 000 ευρώ και, αφετέρου, απέρριψε την προσφυγή-αγωγή κατά τα λοιπά. Καταδίκασε την Επιτροπή στα δικαστικά της έξοδα καθώς και στα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η FE.

5        Συναφώς, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης επισήμανε, μεταξύ άλλων, ότι, σε αντίθεση με την νομολογία που επικαλέστηκε η Επιτροπή, «στην υπό κρίση υπόθεση, μολονότι η προκήρυξη διαγωνισμού απαιτούσε, βεβαίως, ελάχιστη διάρκεια επαγγελματικής πείρας δύο ετών στον τομέα της μεταφράσεως, ή μάλλον στον τομέα της νομικής μεταφράσεως, δεν διευκρινιζόταν ο τρόπος με τον οποίο έπρεπε να ληφθεί υπόψη και να υπολογιστεί, από άποψη διάρκειας, επαγγελματική πείρα αποκτώμενη υπό καθεστώς ανεξαρτήτου επαγγελματία» και ότι «η άποψη […] ότι η ελάχιστη διάρκεια δύο ετών επαγγελματικής πείρας [έ]πρ[επε], στη συγκεκριμένη περίπτωση του διαγωνισμού, να νοείται ως αφορώσα, εξ ορισμού, επαγγελματική δραστηριότητα ασκούμενη υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως που, επιπλέον, πρέπει να υπολογιστεί κατά τον τρόπο που εκτίθεται στην επίδικη απόφαση […] δεν μπορεί να γίνει δεκτή» (σκέψεις 51 και 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).

6        Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έκρινε επίσης ότι «η [αρμόδια για τους διορισμούς αρχή], εκδίδοντας την επίδικη απόφαση, υπερέβη την αρμοδιότητά της σχετικά με τον έλεγχο της τηρήσεως της συμπληρωματικής προϋποθέσεως συμμετοχής στον διαγωνισμό που αφορούσε την επαγγελματική πείρα, οικειοποιούμενη με τον τρόπο αυτό την αρμοδιότητα την οποία είχε, συναφώς, ρητώς αναθέσει η προκήρυξη διαγωνισμού αποκλειστικώς στην εξεταστική επιτροπή, και θίγοντας επίσης τα προνόμια αυτοτέλειας και ανεξαρτησίας που διαθέτουν οι εξεταστικές επιτροπές διαγωνισμών» (σκέψη 71 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).

7        Τέλος, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έκρινε ότι «η ανάλυση της επαγγελματικής πείρας της [FE] από την Επιτροπή με σκοπό να υπολογιστεί, βάσει των κριτηρίων που χρησιμοποιούν οι μεταφραστικές υπηρεσίες της, ο αριθμός των σελίδων που μετέφρασε η [FE] κατά την περίοδο που δραστηριοποιείτο ως εξωτερική συνεργάτις-γλωσσομαθής νομικός στο Δικαστήριο σαν να επρόκειτο για εργασία “μεταφραστή” της Επιτροπής, ακόμα και αν θεωρηθεί πειστική, δεν θεμελι[ωνόταν] σε καμιά σχετική νομική διάταξη, δυνάμενη να αντιταχθεί ευθέως στην [FE] και συνιστ[ούσε], συνεπώς, πρόδηλη πλάνη της [αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής], την οποία μπορ[ούσε] ευχερώς να διαπιστώσει το Δικαστήριο [Δημόσιας Διοίκησης]» (σκέψη 93 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).

8        Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης απεφάνθη επίσης και επί του αιτήματος αποζημιώσεως της FE, υποχρεώνοντας την Επιτροπή να της καταβάλει το ποσό των 10 000 ευρώ (σκέψη 133 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).

 Διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και αιτήματα των διαδίκων

9        Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 17 Δεκεμβρίου 2015, η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.

10      Στις 15 Μαρτίου 2016, η FE κατέθεσε υπόμνημα επί της αιτήσεως αναιρέσεως.

11      Με έγγραφο που κατέθεσε στις 4 Απριλίου 2016, η Επιτροπή ζήτησε να καταθέσει υπόμνημα απαντήσεως.

12      Με απόφαση της 11ης Απριλίου 2016, ο πρόεδρος του αναιρετικού τμήματος έκανε δεκτό το αίτημα αυτό.

13      Στις 23 Μαΐου 2016, η Επιτροπή κατέθεσε υπόμνημα απαντήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 201, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου.

14      Στις 6 Ιουλίου 2016, η FE κατέθεσε υπόμνημα ανταπαντήσεως.

15      Με έγγραφο που κατέθεσε στις 29 Ιουλίου 2016, η Επιτροπή γνωστοποίησε στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν επιθυμούσε τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως. Η δε FE δεν υπέβαλε εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 207 του Κανονισμού Διαδικασίας αίτηση διεξαγωγής επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.

16      Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·

–        να απορρίψει την πρωτοδίκως υποβληθείσα από την FE προσφυγή-αγωγή ως αβάσιμη·

–        να κρίνει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα όσον αφορά την πρωτόδικη διαδικασία·

–        να καταδικάσει την FE στα δικαστικά έξοδα της παρούσας διαδικασίας.

17      Η FE ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·

–        να επικυρώσει την πρωτόδικη απόφαση·

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.

 Επί της αιτήσεως αναιρέσεως

18      Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως που άσκησε, η Επιτροπή προβάλλει τρεις λόγους αναιρέσεως, από τους οποίους ο πρώτος λόγος αντλείται από πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο και από παραμόρφωση των στοιχείων της δικογραφίας κατά την ερμηνεία της σχετικής με την ελάχιστη επαγγελματική πείρα προϋποθέσεως συμμετοχής στον διαγωνισμό, ο δεύτερος λόγος αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά την κρίση ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ) είχε υποπέσει σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και o τρίτος λόγος αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο και από πλείονες παραβάσεις της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, καθόσον το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης υποχρέωσε την Επιτροπή να καταβάλει στην FE το ποσό των 10 000 ευρώ.

 Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αντλείται από πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο και από παραμόρφωση των στοιχείων της δικογραφίας κατά την ερμηνεία της σχετικής με την ελάχιστη επαγγελματική πείρα προϋποθέσεως συμμετοχής στον διαγωνισμό

19      Στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης υπέπεσε σε πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο και ότι παραμόρφωσε αποδεικτικά στοιχεία στο πλαίσιο εξετάσεως του πρώτου λόγου ακυρώσεως που προέβαλε στον πρώτο βαθμό η FE, ο οποίος αντλούνταν από αναρμοδιότητα της ΑΔΑ. Αυτός ο λόγος αναιρέσεως υποδιαιρείται σε τρία σκέλη.

 Επί του πρώτου σκέλους το οποίο αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία της σχετικής με την ελάχιστη επαγγελματική πείρα προϋποθέσεως

20      Στις σκέψεις 51 έως 53 και 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έκρινε τα εξής:

«51      [Ως απάντηση στο επιχείρημα της Επιτροπής ότι, εφόσον προκήρυξη διαγωνισμού προβλέπει, ως προϋπόθεση συμμετοχής στις δοκιμασίες, επαγγελματική πείρα ελάχιστης διάρκειας, αυτή η περίοδος εργασίας πρέπει να νοείται, τόσο από την εξεταστική επιτροπή όσο και από τους υποψηφίους, ως αφορώσα, εξ ορισμού, επαγγελματική δραστηριότητα ασκούμενη κατά πλήρη απασχόληση,] πρέπει, κατ’ αρχάς, να επισημανθεί ότι στις υποθέσεις τις οποίες επικαλείται η Επιτροπή και επί των οποίων εκδόθηκαν η απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2006, Giulietti κατά Επιτροπής (T‑293/03, EU:T:2006:37), και οι διατάξεις της 14ης Δεκεμβρίου 2006, Klopfer κατά Επιτροπής (F‑118/05, EU:F:2006:137), και της 10ης Ιουλίου 2014, Mészáros κατά Επιτροπής (F‑22/13, EU:F:2014:189), ο δικαστής της Ένωσης έκρινε, βεβαίως, ότι, έστω και αν οι επίμαχες προκηρύξεις διαγωνισμού δεν περιείχαν συγκεκριμένη ένδειξη, η διάρκεια της απαιτούμενης επαγγελματικής πείρας έπρεπε να νοείται ως η διάρκεια επαγγελματικής πείρας αφορώσας εργασία πλήρους απασχολήσεως. Εντούτοις, οι προαναφερθείσες υποθέσεις αφορούσαν επαγγελματικές δραστηριότητες που ασκούνταν κυρίως υπό καθεστώς μισθωτής απασχολήσεως και των οποίων συνεπώς η διάρκεια μπορούσε ευχερώς να προσδιοριστεί βάσει των συμβάσεων εργασίας ή των βεβαιώσεων απασχολήσεως των εργοδοτών. Αντιθέτως, στην υπό κρίση υπόθεση, μολονότι η προκήρυξη διαγωνισμού απαιτούσε, βεβαίως, ελάχιστη διάρκεια επαγγελματικής πείρας δύο ετών στον τομέα της μεταφράσεως, ή μάλλον στον τομέα της νομικής μεταφράσεως, δεν διευκρινιζόταν ο τρόπος με τον οποίο έπρεπε να ληφθεί υπόψη και να υπολογιστεί, από άποψη διάρκειας, επαγγελματική πείρα αποκτώμενη υπό καθεστώς ανεξαρτήτου επαγγελματία, καίτοι αυτό το είδος εργασιακής πείρας με την ιδιότητα του εξωτερικού συνεργάτη ανταποκρίνεται απολύτως στη φύση των καθηκόντων που περιγράφονται στην προκήρυξη του διαγωνισμού.

52      Κατά συνέπεια, εφόσον η προκήρυξη διαγωνισμού δεν προσδιορίζει ρητώς τον τρόπο υπολογισμού της διάρκειας της απαιτούμενης επαγγελματικής πείρας και δεν περιέχει συναφώς καμία άλλη χρήσιμη ένδειξη, η ratio juris αυτής της προϋποθέσεως συμμετοχής, ιδίως όσον αφορά τους υποψηφίους όπως η [FE], οι οποίοι μπορούν να επικαλεστούν εξειδικευμένη πείρα γλωσσομαθούς νομικού με την ιδιότητα του εξωτερικού συνεργάτη, δεν μπορεί ασφαλώς να είναι ότι απαιτείται από τους εν λόγω υποψηφίους, προκειμένου να αποδείξουν ότι επρόκειτο για επαγγελματική δραστηριότητα που ισοδυναμούσε με αυτή εργασίας πλήρους απασχολήσεως, να έχουν μεταφράσει συγκεκριμένο αριθμό σελίδων νομικών κειμένων για κάθε ημέρα εργασίας τους υπ’ αυτή την ιδιότητα κατά την περίοδο αναφοράς των δύο ετών. Πράγματι, η προϋπόθεση αυτή δεν προβλεπόταν από την προκήρυξη διαγωνισμού, είτε ρητώς είτε σιωπηρώς, ιδίως λαμβανομένων υπόψη άλλων προϋποθέσεων που περιλαμβάνονταν στην εν λόγω προκήρυξη.

53      Συνεπώς, εφόσον η προκήρυξη διαγωνισμού δεν προέβλεπε τα κριτήρια ή τον τρόπο υπολογισμού της επαγγελματικής πείρας που απαιτείτο για τη συμμετοχή στον διαγωνισμό, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι η εξεταστική επιτροπή, ακόμα και στην περίπτωση κατά την οποία η διάρκεια της εν λόγω επαγγελματικής πείρας θα έπρεπε να αφορά δραστηριότητα ασκούμενη κατά πλήρη απασχόληση, μπορούσε να βασιστεί, προκειμένου να εκτιμήσει αν έπρεπε να γίνει δεκτή η συμμετοχή της [FE] στις δοκιμασίες, […] στο γεγονός ότι η πείρα της έπρεπε να αφορά “επαγγελματική” δραστηριότητα γλωσσομαθούς νομικού –επομένως δραστηριότητα που δεν μπορούσε να έχει “ευκαιριακό” χαρακτήρα και έπρεπε να αφορά κατά κύριο λόγο τη μετάφραση νομικών κειμένων– ασκούμενη κατά τρόπο μόνιμο, δηλαδή για σημαντικό χρονικό διάστημα, ως παροχή υπηρεσίας προς επιτηδευματία, δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα, ο οποίος, βάσει της σχετικής συμβάσεως, μπορούσε να ζητεί μεταφράσεις νομικών κειμένων ανά πάσα στιγμή και, ενδεχομένως, εντός επιτακτικής προθεσμίας, ακριβώς λόγω της επαγγελματικής ή θεσμικής δραστηριότητάς του, η οποία απαιτούσε νομικές μεταφράσεις ενός ορισμένου επιπέδου.

[…]

56      Κατά συνέπεια, εφόσον δεν είναι δυνατόν, δεδομένου ότι η προκήρυξη διαγωνισμού σιωπά ως προς το ζήτημα αυτό, να αποδοθεί στην εν λόγω συμπληρωματική προϋπόθεση συμμετοχής περιεχόμενο διαφορετικό του προεκτεθέντος, διότι διαφορετικά θα παραβιαζόταν η αρχή της ασφάλειας δικαίου […], η άποψη της Επιτροπής ότι η ελάχιστη διάρκεια δύο ετών επαγγελματικής πείρας πρέπει, στη συγκεκριμένη περίπτωση του διαγωνισμού, να νοείται ως αφορώσα, εξ ορισμού, επαγγελματική δραστηριότητα ασκούμενη υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως που, επιπλέον, πρέπει να υπολογιστεί κατά τον τρόπο που εκτίθεται στην επίδικη απόφαση […] δεν μπορεί να γίνει δεκτή, διότι στην προκήρυξη διαγωνισμού δεν αναφέρθηκε ότι, όσον αφορά ιδίως τους υποψηφίους που επικαλούνται επαγγελματική πείρα εξωτερικού συνεργάτη-γλωσσομαθούς νομικού, η εν λόγω πλήρης απασχόληση πρέπει οπωσδήποτε να αντιστοιχεί στην υπολογιζόμενη κατά τον τρόπο που χρησιμοποιείται στο εσωτερικό του εν λόγω οργάνου ή, εν πάση περιπτώσει, κατά συγκεκριμένο τρόπο».

21      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η προϋπόθεση βάσει της οποίας η ελάχιστη επαγγελματική πείρα έπρεπε να αποκτηθεί από δραστηριότητα ασκούμενη κατά πλήρη απασχόληση δεν μπορούσε να αντιταχθεί εν προκειμένω στην FE, διότι δεν αναφερόταν ρητώς στην προκήρυξη του διαγωνισμού. Αυτή η πλάνη θα μπορούσε να επιφέρει την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, διότι σε αυτή στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης ότι η απόφαση της εξεταστικής επιτροπής δεν ήταν παράνομη (σκέψεις 68 έως 70 και 73 έως 80 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) και, συνεπώς, η ΑΔΑ, αποφασίζοντας να μην προσλάβει την FE, υπερέβη την αρμοδιότητά της (σκέψη 71 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) και, επομένως, εξέδωσε μη σύννομη απόφαση (σκέψη 82 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).

22      Η FE αμφισβητεί την επιχειρηματολογία αυτή και υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης δεν απέστη της νομολογίας που αφορά την ελάχιστη επαγγελματική πείρα, αλλά την εφάρμοσε προσαρμόζοντάς την στις ιδιαιτερότητες εργασίας η οποία ασκείται υπό καθεστώς ανεξάρτητου επαγγελματία. Αυτό προκύπτει ιδίως από τις σκέψεις 53, 54 και 80 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης απέρριψε μόνον τον τρόπο με τον οποίο η ΑΔΑ εφάρμοσε τη νομολογία αυτή στη συγκεκριμένη περίπτωση. Συνεπώς, αφενός, τήρησε τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της ίσης μεταχειρίσεως και, αφετέρου, διαφύλαξε την ανεξαρτησία της εξεταστικής επιτροπής και την ευρεία εξουσία εκτιμήσεώς της καθώς και τον ρόλο που έχει ανατεθεί στην προκήρυξη του διαγωνισμού. Επιπλέον, η FE επισημαίνει ότι, εν προκειμένω, η προκήρυξη του διαγωνισμού δεν περιείχε καμία διευκρίνιση όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να αξιολογηθεί η απαιτούμενη επαγγελματική πείρα. Κατά την FE, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού του διαγωνισμού, η πείρα αυτή μπορούσε να αποκτηθεί από άσκηση ανεξάρτητης δραστηριότητας.

23      Συναφώς, αφενός, πρέπει να υπομνησθεί ότι η βασική λειτουργία της προκηρύξεως διαγωνισμού συνίσταται στην ενημέρωση των ενδιαφερομένων, κατά τον ακριβέστερο δυνατό τρόπο, για τη φύση των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την κάλυψη της οικείας θέσεως, προκειμένου να τους παρέχεται η δυνατότητα να εκτιμήσουν εάν έχει νόημα να υποβάλουν υποψηφιότητα. Η ΑΔΑ διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά τον καθορισμό των κριτηρίων σχετικά με τα προσόντα που απαιτούνται για την κατάληψη των προς πλήρωση θέσεων και τον καθορισμό, βάσει των κριτηρίων αυτών και προς το συμφέρον της υπηρεσίας, των όρων και της διαδικασίας ενός διαγωνισμού (βλ. απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2006, Giulietti κατά Επιτροπής, T‑293/03, EU:T:2006:37, σκέψη 63 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

24      Αφετέρου, η προκήρυξη διαγωνισμού είναι δυνατό να περιορίζεται στο να επαναλαμβάνει, χωρίς να εξειδικεύει το επίπεδο πείρας που απαιτείται για την προς πλήρωση θέση, την αντίστοιχη γενική διατύπωση του άρθρου 5, παράγραφος 1, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΥΚ), και να αφήνει, όπως είναι επόμενο, στην εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού την ευθύνη να εκτιμήσει, κατά περίπτωση, εάν οι προσκομιζόμενοι τίτλοι και τα διπλώματα, όπως και η προβαλλόμενη από κάθε υποψήφιο επαγγελματική πείρα αντιστοιχούν στο επίπεδο που απαιτεί ο ΚΥΚ και, επομένως, η προκήρυξη του διαγωνισμού για την άσκηση καθηκόντων που εμπίπτουν στην κατηγορία που αφορά η προκήρυξη αυτή (βλ. απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2006, Giulietti κατά Επιτροπής, T‑293/03, EU:T:2006:37, σκέψη 64 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

25      Εν προκειμένω, το σημείο Α.II.2, της προκηρύξεως του διαγωνισμού όριζε ότι, για να γίνει δεκτή η συμμετοχή τους στις δοκιμασίες, οι υποψήφιοι έπρεπε να αποδεικνύουν, κατά την καταληκτική ημερομηνία που είχε οριστεί για την υποβολή δηλώσεως συμμετοχής στον διαγωνισμό, «[μ]ετά τον απαιτούμενο κύκλο πανεπιστημιακών σπουδών, επαγγελματική πείρα τουλάχιστον δύο ετών». Πρέπει, εξάλλου, να επισημανθεί ότι η εν λόγω προκήρυξη δεν διευκρίνιζε ούτε τη φύση αυτής της επαγγελματικής πείρας ούτε τον τομέα στον οποίο έπρεπε αυτή να έχει αποκτηθεί. Επιπλέον, όπως προκύπτει από τη δικογραφία της πρωτοβάθμιας δίκης, καμιά άλλη διευκρίνιση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να έχουν αποκτηθεί οι διάφορες επαγγελματικές εμπειρίες δεν προβλεπόταν ούτε στην προκήρυξη του διαγωνισμού ούτε στον οδηγό προς τους υποψηφίους (EE 2005, C 327 A, σ. 3), στον οποίον παρέπεμπε η προκήρυξη του διαγωνισμού.

26      Συναφώς, με τη σκέψη 70 της αποφάσεως της 31ης Ιανουαρίου 2006, Giulietti κατά Επιτροπής (T‑293/03, EU:T:2006:37), το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε ότι σε περίπτωση όπως η προκειμένη, όπου μια από τις προϋποθέσεις της προκηρύξεως διαγωνισμού είχε διατυπωθεί με τόσο γενικούς όρους, η εξεταστική επιτροπή διέθετε ευρεία εξουσία εκτιμήσεως για να καθορίσει τα κριτήρια εφαρμογής των προϋποθέσεων συμμετοχής στο διαγωνισμό, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η προϋπόθεση της διάρκειας της απαιτούμενης επαγγελματικής πείρας.

27      Το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε, εντούτοις, με τις σκέψεις 71 και 72 της αποφάσεως της 31ης Ιανουαρίου 2006, Giulietti κατά Επιτροπής (T‑293/03, EU:T:2006:37), ότι η προκήρυξη διαγωνισμού, απαιτώντας η άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας να έχει πραγματοποιηθεί εντός ελάχιστης χρονικής περιόδου, απαιτούσε κατ’ ανάγκην την πραγματική άσκηση της δραστηριότητας αυτής κατά την εν λόγω περίοδο και, επομένως, είχε την έννοια ότι αφορούσε περίοδο εργασίας πλήρους απασχολήσεως κατά το ελάχιστο αυτό χρονικό διάστημα ή περίοδο εργασίας που συμπληρώθηκε με ένα ή περισσότερα χρονικά διαστήματα μερικής απασχολήσεως, τα οποία αντιστοιχούν, όσον αφορά τον χρόνο εργασίας, στην ελάχιστη απαιτούμενη περίοδο πλήρους απασχολήσεως. Συνεπώς, η εξεταστική επιτροπή μπορούσε να υπολογίσει και να λάβει υπόψη, όσον αφορά τη συμμετοχή των εξωτερικών υποψηφίων στον διαγωνισμό, περιόδους επαγγελματικής πείρας μη αποκλειστικού χαρακτήρα και μερικής απασχολήσεως, υπό την προϋπόθεση ότι το άθροισμα των εν λόγω περιόδων αντιστοιχεί τουλάχιστον στην ελάχιστη απαιτούμενη περίοδο υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως.

28      Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι, υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως επί της οποίας εξεδόθη η απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2006, Giulietti κατά Επιτροπής (T‑293/03, EU:T:2006:37), δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι η εξεταστική επιτροπή, εφαρμόζοντας το κριτήριο σχετικά με την απαίτηση εργασίας πλήρους απασχολήσεως, παρέβη τους όρους της προκηρύξεως του διαγωνισμού ή ότι επέβαλε συμπληρωματικές προϋποθέσεις πέραν των προϋποθέσεων συμμετοχής που έθετε η προκήρυξη αυτή (απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2006, Giulietti κατά Επιτροπής (T‑293/03, EU:T:2006:37, σκέψη 76).

29      Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι, εν προκειμένω, δεδομένου ότι η προκήρυξη του διαγωνισμού απαιτούσε μόνον η άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας να έχει πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια χρονικού διαστήματος τουλάχιστον δύο ετών, η προϋπόθεση αυτή έπρεπε να νοηθεί ως αφορώσα περίοδο εργασίας πλήρους απασχολήσεως διάρκειας δύο ετών ή περίοδο εργασίας που συμπληρώθηκε με ένα ή περισσότερα χρονικά διαστήματα μερικής απασχολήσεως ή υπό καθεστώς ανεξάρτητου επαγγελματία, τα οποία αντιστοιχούσαν, όσον αφορά τον χρόνο εργασίας, σε περίοδο εργασίας πλήρους απασχολήσεως διάρκειας δύο ετών.

30      Η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη με τη νομολογία που παρέθεσε το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης στη σκέψη 51 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και είναι επίσης η μόνη ερμηνεία που καθιστά δυνατή τη διασφάλιση της ομοιόμορφης εφαρμογής της διαδικασίας προσλήψεως για όλους τους υποψηφίους του διαγωνισμού, διότι, αναλόγως του αν η δραστηριότητα ασκήθηκε ως πλήρης απασχόληση, ημιαπασχόληση, απασχόληση στο ένα τέταρτο του πλήρους ωραρίου ή άπαξ εβδομαδιαίως για μια περίοδο τριών ετών, η απαιτούμενη περίοδος ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας θα μπορούσε να διαφέρει σε μεγάλο βαθμό, με αποτέλεσμα, ενδεχομένως, την άνιση μεταχείριση μεταξύ των υποψηφίων όσον αφορά τη διάρκεια της απαιτούμενης πείρας (απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2006, Giulietti κατά Επιτροπής (T‑293/03, EU:T:2006:37, σκέψεις 74 και 75).

31      Εν προκειμένω, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης ορθώς, βεβαίως, διευκρίνισε, με τις σκέψεις 51 και 52 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι, στην υπό κρίση περίπτωση, «δεν διευκρινιζόταν ο τρόπος με τον οποίο έπρεπε να ληφθεί υπόψη και να υπολογιστεί, από άποψη διάρκειας, επαγγελματική πείρα αποκτώμενη υπό καθεστώς ανεξαρτήτου επαγγελματία» και ότι, όσον αφορά την FE, η ratio juris της προϋποθέσεως συμμετοχής σχετικά με τη διάρκεια της απαιτούμενης επαγγελματικής πείρας «δεν μπορεί ασφαλώς να είναι ότι απαιτείται από τους εν λόγω υποψηφίους, προκειμένου να αποδείξουν ότι επρόκειτο για επαγγελματική δραστηριότητα που ισοδυναμούσε με αυτή εργασίας πλήρους απασχολήσεως, να έχουν μεταφράσει συγκεκριμένο αριθμό σελίδων νομικών κειμένων για κάθε ημέρα εργασίας τους υπ’ αυτή την ιδιότητα κατά την περίοδο αναφοράς των δύο ετών».

32      Εντούτοις, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης, αφού αναφέρθηκε, στη σκέψη 53 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στην απαίτηση βάσει της οποίας η διάρκεια της επίμαχης επαγγελματικής πείρας έπρεπε να αφορά δραστηριότητα πλήρους απασχολήσεως ως εάν να επρόκειτο για απλή υποθετική περίπτωση, έκρινε, με τη σκέψη 56 της αποφάσεως αυτής, ότι «η άποψη της Επιτροπής ότι η ελάχιστη διάρκεια δύο ετών επαγγελματικής πείρας [έπρεπε], στη συγκεκριμένη περίπτωση του διαγωνισμού, να νοείται ως αφορώσα, εξ ορισμού, επαγγελματική δραστηριότητα ασκούμενη υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως […] δεν μπορεί να γίνει δεκτή».

33      Συναφώς, πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι οι διαπιστώσεις στις οποίες προέβη το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης με τη σκέψη 51 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως βασίζονται σε εσφαλμένη ερμηνεία τόσο, μεταξύ άλλων, της αποφάσεως της 31ης Ιανουαρίου 2006, Giulietti κατά Επιτροπής (T‑293/03, EU:T:2006:37), όσο και της προκηρύξεως του διαγωνισμού. Συγκεκριμένα, αφενός, από την εν λόγω απόφαση προκύπτει ότι η επίδικη στην υπόθεση εκείνη επαγγελματική πείρα της προσφεύγουσας δεν απέρρεε από την άσκηση μισθωτής δραστηριότητας, η διάρκεια της οποίας, επομένως, θα μπορούσε να καθοριστεί ευχερώς με βάση τις συμβάσεις εργασίας ή τις βεβαιώσεις των εργοδοτών, αλλά από τη θέση της προέδρου του διοικητικού συμβουλίου ενός ιδρύματος, την οποία κατείχε εθελοντικά και ως μερική απασχόληση και η οποία δεν υπέκειτο σε χρονικούς περιορισμούς ή περιορισμούς ωραρίου, αλλά ασκούνταν παράλληλα με άλλη δραστηριότητα, η οποία δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη (βλ., συναφώς, απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2006, Giulietti κατά Επιτροπής, T‑293/03, EU:T:2006:37, σκέψεις 11 έως 14, 61, 81 και 82). Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης, συνεπώς, εσφαλμένα διευκρίνισε ότι, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων βάσει των οποίων εξεδόθη η εν λόγω απόφαση, η διαφορά συνίστατο, εν προκειμένω, στο ότι «δεν διευκρινιζόταν ο τρόπος με τον οποίο έπρεπε να ληφθεί υπόψη και να υπολογιστεί, από άποψη διάρκειας, επαγγελματική πείρα αποκτώμενη υπό καθεστώς ανεξαρτήτου επαγγελματία, καίτοι αυτό το είδος εργασιακής πείρας με την ιδιότητα του εξωτερικού συνεργάτη ανταποκρ[ινόταν] απολύτως στη φύση των καθηκόντων που περιγράφοντα[ν] στην προκήρυξη του διαγωνισμού». Συγκεκριμένα, και στην εν λόγω υπόθεση, η προκήρυξη του διαγωνισμού δεν παρείχε στην εξεταστική επιτροπή καμία σαφή ένδειξη για την ερμηνεία που έπρεπε να δοθεί στην προϋπόθεση της ελάχιστης διάρκειας της προγενέστερης επαγγελματικής πείρας ή για τον τρόπο λήψεως υπόψη της πείρας που δεν είχε αποκτηθεί υπό καθεστώς μισθωτής ή πλήρους απασχολήσεως (απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2006, Giulietti κατά Επιτροπής, T‑293/03, EU:T:2006:37, σκέψεις 3 και 70).

34      Αφετέρου, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης εσφαλμένα διαπίστωσε ότι, εν προκειμένω, η προκήρυξη διαγωνισμού απαιτούσε ελάχιστη διάρκεια επαγγελματικής πείρας δύο ετών «στον τομέα της μεταφράσεως, ή μάλλον στον τομέα της νομικής μεταφράσεως». Συγκεκριμένα, η προκήρυξη διαγωνισμού προέβλεπε μόνον ότι οι υποψήφιοι έπρεπε να αποδείξουν «[μ]ετά τον απαιτούμενο κύκλο πανεπιστημιακών σπουδών, επαγγελματική πείρα τουλάχιστον δύο ετών […]», χωρίς να διευκρινίζει τον τομέα στον οποίο έπρεπε να έχει αποκτηθεί η πείρα.

35      Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης, κρίνοντας, μεταξύ άλλων, με τη σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, ελλείψει συναφών διευκρινίσεων στην προκήρυξη διαγωνισμού, η εξεταστική επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να θεωρήσει ότι η προϋπόθεση σχετικά με την ελάχιστη διάρκεια επαγγελματικής πείρας δύο ετών αφορούσε δραστηριότητα πλήρους απασχολήσεως, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.

36      Εντούτοις, μια τέτοια πλάνη περί το δίκαιο δεν δύναται, στην υπό κρίση υπόθεση, να οδηγήσει, αφ’ εαυτής, στην αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Προκειμένου να διαπιστωθεί εάν συντρέχει τέτοια περίπτωση, πρέπει να εξακριβωθεί κατά πόσον οι εκτιμήσεις του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης που ακολούθησαν πάσχουν συγκεκριμένες πλημμέλειες λόγω της εσφαλμένης παραδοχής που αυτό διατύπωσε με τη σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

 Επί του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, το οποίο αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο κατά τον προσδιορισμό από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης των σχέσεων μεταξύ της εξεταστικής επιτροπής και της ΑΔΑ

37      Η Επιτροπή βάλλει κατά των σκέψεων 38 και 72 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τις οποίες το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι η ΑΔΑ, αποφασίζοντας στο στάδιο της προσλήψεως να αποκλείσει την FE από τον πίνακα επιτυχόντων για λόγους σχετικούς με τη συμμετοχή στον διαγωνισμό που δεν περιλαμβάνονταν στην προκήρυξη διαγωνισμού, υπερέβη τα όρια της αρμοδιότητάς της σχετικά με τον έλεγχο της τηρήσεως της συμπληρωματικής προϋποθέσεως συμμετοχής στον διαγωνισμό που αφορούσε την επαγγελματική πείρα.

38      Συναφώς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η έκδοση της επίδικης αποφάσεως από την ΑΔΑ δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί ως επέμβαση στις αρμοδιότητες της εξεταστικής επιτροπής, καθόσον η απόφαση αυτή ήταν αναγκαία προκειμένου να διορθωθεί η τελεσθείσα από την εν λόγω επιτροπή παρανομία, δεδομένου ότι δεν είναι δυνατόν να δεσμεύεται η ΑΔΑ από παράνομες αποφάσεις της εξεταστικής επιτροπής.

39      Η FE αντιτάσσει ότι η Επιτροπή βασίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης ορθώς εκτίμησε, αφενός, ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος για να προτιμηθεί ο τρόπος υπολογισμού ενός συγκεκριμένου θεσμικού οργάνου, όπως για παράδειγμα αυτός της Επιτροπής και, αφετέρου, ότι η εκτίμηση της πείρας αυτής από την εξεταστική επιτροπή ήταν πιο εύλογη από την εκτίμηση στην οποία προέβη η ΑΔΑ. Σε κάθε περίπτωση, κατά την FE, τα επιχειρήματα που προέβαλε η Επιτροπή στο πλαίσιο του σκέλους αυτού ουδόλως υποστηρίζουν το συμπέρασμά της ότι εσφαλμένα το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης συνήγαγε ότι η ΑΔΑ είχε υπερβεί τις αρμοδιότητές της. Συγκεκριμένα, η διαπίστωση ότι η ΑΔΑ είχε υπερβεί τις αρμοδιότητές της με την έκδοση της επίδικης αποφάσεως είναι η αναπόφευκτη και αναγκαία συνέπεια της διαπιστώσεως ότι η εξεταστική επιτροπή δεν υπέπεσε σε καμία πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.

40      Συναφώς, από την εξέταση του πρώτου σκέλους του υπό κρίση λόγου αναιρέσεως προκύπτει ότι, αφενός, η προϋπόθεση της ελάχιστης επαγγελματικής πείρας εν προκειμένω έπρεπε να νοείται ως επαγγελματική πείρα που είχε αποκτηθεί με πλήρη απασχόληση και ότι, αφετέρου, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν οι υποψήφιοι πληρούσαν την προϋπόθεση αυτή, η εξεταστική επιτροπή διέθετε ευρεία εξουσία εκτιμήσεως.

41      Με τη σκέψη 66 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έκρινε ότι η ΑΔΑ δεν ήταν «αρμόδια να αποκλείει συννόμως, a posteriori, από τον πίνακα επιτυχόντων που κατάρτισε η εξεταστική επιτροπή επιτυχόντα που δεν πληρούσε προϋπόθεση συμμετοχής μη περιλαμβανόμενη στην προκήρυξη διαγωνισμού την οποία η ίδια εξέδωσε, αλλά ούτε και σε διάταξη του ΚΥΚ ή σε άλλο νομικό κείμενο δυνάμενο να αντιταχθεί στους υποψηφίους».

42      Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έκρινε ότι η έλλειψη νομιμότητας την οποία η ΑΔΑ θα αντέτασσε στην FE δεν απέρρεε «από πρόδηλη πλάνη της εξεταστικής επιτροπής κατά την εκτίμηση μιας συγκεκριμένης προϋποθέσεως συμμετοχής που προβλέπεται στην προκήρυξη διαγωνισμού ή περιλαμβάνεται σε διάταξη του ΚΥΚ, αλλά από το σφάλμα της ίδιας της ΑΔΑ, η οποία δεν περιέλαβε στην προκήρυξη διαγωνισμού τη συμπληρωματική ρήτρα ότι η ελάχιστη επαγγελματική πείρα δύο ετών που απαιτείτο για τη συμμετοχή στις δοκιμασίες έπρεπε να έχει αποκτηθεί με πλήρη απασχόληση επί δύο έτη και έπρεπε να υπολογιστεί με βάση συγκεκριμένα κριτήρια σαφώς προκαθορισμένα, η μη τήρηση των οποίων θα επέφερε τον αποκλεισμό από τη συμμετοχή στις δοκιμασίες του διαγωνισμού». Έκρινε, συνεπώς, ότι η απόφαση της ΑΔΑ εν προκειμένω θα είχε ως αποτέλεσμα «ex post διόρθωση της προκηρύξεως διαγωνισμού […] κατά την πρόσληψη» (σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).

43      Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται με τη σκέψη 68 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης διευκρίνισε, κατ’ ουσίαν, ότι, για να είναι δυνατόν η σχετική εν προκειμένω προϋπόθεση να νοηθεί ως αφορώσα επαγγελματική πείρα που αποκτήθηκε με πλήρη απασχόληση δύο ετών, «πράγμα που θα συνιστούσε νομικώς δεσμευτικό όρο τόσο για την εξεταστική επιτροπή όσο και για τους υποψηφίους, η μη τήρηση του οποίου από τους τελευταίους θα επέφερε τον αποκλεισμό τους από τον διαγωνισμό», θα έπρεπε να το αναφέρει η ΑΔΑ στην προκήρυξη διαγωνισμού.

44      Βάσει του συμπεράσματος αυτού, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έκρινε, αφενός, ότι οι αντίστοιχες αποφάσεις της εξεταστικής επιτροπής και της ΑΔΑ αντικατόπτριζαν απλώς μια διαφορά μεταξύ του τρόπου με τον οποίο είχε εκτιμήσει η εξεταστική επιτροπή την ελάχιστη επαγγελματική πείρα την οποία προέβλεπε η προκήρυξη διαγωνισμού και του τρόπου υπολογισμού της πλήρους απασχολήσεως βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων που εφάρμοσε η ΑΔΑ και, αφετέρου, ότι, υπό τις περιστάσεις αυτές, η Επιτροπή δεν απέδειξε πρόδηλη εκ μέρους της εξεταστικής επιτροπής παράλειψη επαληθεύσεως της τηρήσεως από την FE της προϋποθέσεως συμμετοχής στον διαγωνισμό που αφορούσε την επαγγελματική πείρα (σκέψεις 68 έως 70 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).

45      Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης κατέληξε συνεπώς στο συμπέρασμα ότι η ΑΔΑ, εκδίδοντας την επίδικη απόφαση, είχε υπερβεί την αρμοδιότητά της σχετικά με τον έλεγχο της τηρήσεως της συμπληρωματικής προϋποθέσεως συμμετοχής στον διαγωνισμό που αφορούσε την επαγγελματική πείρα, οικειοποιούμενη με τον τρόπο αυτό την αρμοδιότητα την οποία είχε, συναφώς, ρητώς αναθέσει η προκήρυξη διαγωνισμού αποκλειστικώς στην εξεταστική επιτροπή, και θίγοντας επίσης τα προνόμια αυτοτέλειας και ανεξαρτησίας που διαθέτουν οι εξεταστικές επιτροπές διαγωνισμών (σκέψη 71 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).

46      Όμως, όπως κρίθηκε στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του υπό κρίση λόγου αναιρέσεως, η προϋπόθεση συμμετοχής στον διαγωνισμό που αφορούσε την ελάχιστη επαγγελματική πείρα δύο ετών, νοούμενη ως αφορώσα επαγγελματική δραστηριότητα πλήρους απασχολήσεως, μπορούσε εν προκειμένω να αντιταχθεί στους υποψηφίους, ακόμη και αν αυτό δεν διευκρινιζόταν στην προκήρυξη διαγωνισμού.

47      Επομένως, στη σκέψη 71 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.

48      Ως εκ τούτου, το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτό.

 Επί του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, το οποίο αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο κατά τον προσδιορισμό, από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης, των όρων της πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως της εξεταστικής επιτροπής, από παραμόρφωση των στοιχείων της δικογραφίας και από πλάνη περί το δίκαιο η οποία εντοπίζεται στην κρίση ότι η εφαρμογή της μεθόδου υπολογισμού της επαγγελματικής πείρας στην οποία προέβη η Επιτροπή δεν ήταν σύννομη

49      Η Επιτροπή βάλλει κατά των σκέψεων 57 έως 82 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες αφορούν την εξέταση από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης, με τη σειρά που αναφέρονται, του τρόπου υπολογισμού της ελάχιστης διάρκειας των δύο ετών επαγγελματικής πείρας, της εξουσίας της ΑΔΑ να αποκλείσει την FE από τον πίνακα επιτυχόντων καθώς και της πρόδηλης πλάνης στην οποία υπέπεσε ενδεχομένως η εξεταστική επιτροπή κατά την εκτίμηση της διάρκειας της επαγγελματικής πείρας της FE. Κατά την Επιτροπή, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έκρινε εσφαλμένα ότι η εξεταστική επιτροπή δεν υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη αποφασίζοντας να δεχτεί τη συμμετοχή της FE στον διαγωνισμό.

50      Με τη σκέψη 70 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έκρινε ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι «η εξεταστική επιτροπή προέβη σε […] πρόδηλη παράλειψη [να λάβει υπόψη την προϋπόθεση συμμετοχής που αφορούσε την επαγγελματική πείρα] ή τουλάχιστον ότι η εξεταστική επιτροπή αποφάσισε να δεχθεί τη συμμετοχή της [FE] στις δοκιμασίες του διαγωνισμού κατά τρόπο προδήλως αυθαίρετο σε σχέση με τους όρους της προκηρύξεως διαγωνισμού» και ότι «από πουθενά δεν προ[έκυπτε] ότι η εξεταστική επιτροπή δεν εξέτασε τα έγγραφα [που προσκόμισε η FE], για παράδειγμα βάσει του κριτηρίου που εκτίθεται στις σκέψεις 53 και 55 της [αναιρεσιβαλλομένης] αποφάσεως».

51      Με την πρώτη αιτίαση που προβάλλει, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης υπέπεσε κατ’ αυτόν τον τρόπο σε πλάνη περί το δίκαιο. Αντί να διερευνήσει εάν τα επιχειρήματα που προέβαλε η Επιτροπή ήταν ικανά να ανατρέψουν το εύλογο της αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής, εντόπισε τα κριτήρια βάσει των οποίων, κατ’ αυτό, μπορούσε να θεωρηθεί ότι η εξεταστική επιτροπή είχε εκπληρώσει την υποχρέωσή της να υπολογίσει την επαγγελματική πείρα της FE. Επιπλέον, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης εσφαλμένα απαίτησε να αποδειχθεί ότι η εξεταστική επιτροπή προδήλως παρέλειψε να υπολογίσει την επαγγελματική πείρα ή κατά προδήλως αυθαίρετο τρόπο δέχθηκε τη συμμετοχή στο διαγωνισμό.

52      Κατά την FE, η αιτίαση αυτή είναι απαράδεκτη καθόσον βάλλει κατά της διαπιστώσεως πραγματικών περιστατικών. Κατ’ ουσίαν, η FE υποστηρίζει ότι απέκειτο όντως στην ΑΔΑ να αποδείξει ότι η απόφαση της εξεταστικής επιτροπής έπασχε λόγω πρόδηλης πλάνης, καθόσον υπέρ της αποφάσεως αυτής ίσχυε κατ’ αρχήν τεκμήριο νομιμότητας, γεγονός που δικαιολογεί επίσης τον περιορισμένο έλεγχο της ΑΔΑ. Κατά την FE, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης προέβη ακριβώς σε αυτόν τον έλεγχο υπάρξεως πρόδηλης πλάνης, ιδίως με τις σκέψεις 72 έως 82 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, και τούτο βάσει των στοιχείων που είχε προσδιορίσει, στηριζόμενο στην προκήρυξη του διαγωνισμού, με τις σκέψεις 53 και 55 της αποφάσεως αυτής. Τέλος, η FE επισημαίνει τον αντιφατικό χαρακτήρα των επιχειρημάτων της Επιτροπής.

53      Σημειώνεται ότι, με την υπό κρίση αιτίαση, η Επιτροπή δεν βάλλει κατά των πραγματικών διαπιστώσεων στις οποίες προέβη το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και οι οποίες αφορούν την πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, αλλά κατά των συμπερασμάτων του όσον αφορά τις υποχρεώσεις της εξεταστικής επιτροπής καθώς και το βάρος αποδείξεως της Επιτροπής. Οι διαπιστώσεις αυτές εγείρουν νομικά ζητήματα που υπόκεινται στον έλεγχο του αναιρετικού δικαστή.

54      Όπως κρίθηκε στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του υπό κρίση λόγου αναιρέσεως και όπως υπενθύμισε το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης με τη σκέψη 80 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η εξεταστική επιτροπή διέθετε εν προκειμένω ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά την ισοδυναμία, από άποψη χρόνου εργασίας, μεταξύ δραστηριότητας που ασκείται με κυμαινόμενο ωράριο με την ιδιότητα του εξωτερικού συνεργάτη και εργασίας πλήρους απασχολήσεως.

55      Εντούτοις, καίτοι, κατά πάγια νομολογία, η ΑΔΑ δεν μπορεί να ακυρώνει ή να τροποποιεί απόφαση της εξεταστικής επιτροπής διαγωνισμού, είναι όμως υποχρεωμένη, στο πλαίσιο ασκήσεως των δικών της αρμοδιοτήτων, να λαμβάνει σύννομες αποφάσεις. Επομένως, δεν μπορεί να δεσμεύεται από απόφαση εξεταστικής επιτροπής, ο παράνομος χαρακτήρας της οποίας θα μπορούσε, κατ’ επέκταση, να επηρεάσει τη νομιμότητα των δικών της αποφάσεων. Για τον λόγο αυτόν, η ΑΔΑ υποχρεούται, πριν διορίσει υπάλληλο, να εξακριβώνει εάν αυτός πληροί τις απαιτούμενες προς τον σκοπό αυτόν προϋποθέσεις. Όταν η εξεταστική επιτροπή κακώς δέχεται τη συμμετοχή υποψηφίου σε διαγωνισμό και τον κατατάσσει, στη συνέχεια, στον πίνακα επιτυχόντων, η ΑΔΑ πρέπει να αρνηθεί να προβεί σε διορισμό του εν λόγω υποψηφίου εκδίδοντας αιτιολογημένη απόφαση επιτρέπουσα στον δικαστή της Ένωσης να εκτιμήσει το βάσιμό της (βλ. απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2005, Luxem κατά Επιτροπής, T‑306/04, EU:T:2005:326, σκέψη 23 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

56      Ωστόσο, λαμβανομένης υπόψη της ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει η εξεταστική επιτροπή προκειμένου να προσδιορίσει εάν η προγενέστερη επαγγελματική πείρα των υποψηφίων τούς επιτρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις συμμετοχής στον διαγωνισμό, η ΑΔΑ, στο πλαίσιο του ελέγχου που ασκεί επί της νομιμότητας των αποφάσεων της εξεταστικής επιτροπής, πρέπει να περιορίζεται στην εξακρίβωση ότι η άσκηση, εκ μέρους της εξεταστικής επιτροπής, της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει δεν πάσχει λόγω πρόδηλης πλάνης.

57      Επί του εν λόγω ζητήματος, έχει κριθεί ότι πλάνη εκτιμήσεως μπορεί να χαρακτηρισθεί πρόδηλη μόνον εάν μπορεί ευχερώς να διαπιστωθεί με γνώμονα τα κριτήρια από τα οποία ο νομοθέτης αποφάσισε να εξαρτήσει την άσκηση της ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει η διοίκηση. Κατά συνέπεια, για να διαπιστωθεί η ύπαρξη πρόδηλης πλάνης κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, η οποία δύναται να δικαιολογήσει την ακύρωση αποφάσεως, είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι οι εκτιμήσεις που περιέχονται στην επίδικη απόφαση δεν είναι ευλογοφανείς. Με άλλα λόγια, δεν συντρέχει πρόδηλη πλάνη εάν η αμφισβητούμενη εκτίμηση μπορεί να θεωρηθεί αληθής ή έγκυρη (βλ. απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2012, Eklund κατά Επιτροπής, F‑57/11, EU:F:2012:145, σκέψη 51 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

58      Πρώτον, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω σκέψεις, πριν να προχωρήσει στον διορισμό της FE, η ΑΔΑ, αφενός, είχε την υποχρέωση να ελέγξει την απόφαση της εξεταστικής επιτροπής με την οποία έγινε δεκτή η συμμετοχή της στο διαγωνισμό και, αφετέρου, έπρεπε να αρνηθεί τον διορισμό αυτόν εάν εκτιμούσε ότι η απόφαση της εξεταστικής επιτροπής έπασχε λόγω πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως.

59      Εν προκειμένω, η εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού αποφάσισε να δεχθεί τη συμμετοχή της FE στον διαγωνισμό. Έστω και αν η απόφαση αυτή δεν ήταν αιτιολογημένη, πρέπει να συναχθεί εξ αυτής ότι η εξεταστική επιτροπή θεώρησε ότι η υποψήφια είχε αποδείξει ότι πληρούσε την προϋπόθεση συμμετοχής που αφορούσε την ελάχιστη προηγούμενη επαγγελματική πείρα.

60      Στο πλαίσιο αυτό, και αντίθετα με όσα έκρινε το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης με τις σκέψεις 69 και 70 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν εναπόκειτο στην ΑΔΑ να αποδείξει συγκεκριμένα ότι η εξεταστική επιτροπή δεν είχε ελέγξει καν εάν η FE πληρούσε την προϋπόθεση της ελάχιστης επαγγελματικής πείρας, αλλά, αντιθέτως, εναπόκειτο σε αυτή να επαληθεύσει εάν η εξεταστική επιτροπή είχε λάβει υπόψη το γεγονός ότι ένα σημαντικό μέρος της πείρας αυτής είχε πραγματοποιηθεί με την ιδιότητα του εξωτερικού συνεργάτη και εάν είχε υπολογίσει την πείρα αυτή, χωρίς να υποπέσει σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, με όρους χρόνου εργασίας πλήρους απασχολήσεως.

61      Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι η έλλειψη ενημέρωσης για τις εκτιμήσεις της εξεταστικής επιτροπής δεν μπορεί να εμποδίσει την ΑΔΑ να κρίνει ότι η απόφαση στην οποία κατέληξε η εξεταστική επιτροπή, ήτοι η απόφαση περί συμμετοχής της FE στον διαγωνισμό, μπορούσε να πάσχει λόγω πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως.

62      Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης δεν μπορούσε, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο, να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η ΑΔΑ θα είχε την αρμοδιότητα να εκδώσει την επίδικη απόφαση μόνον στην περίπτωση που θα ήταν πρόδηλο ότι η εξεταστική επιτροπή είχε παραλείψει να λάβει υπόψη την προϋπόθεση συμμετοχής που αφορούσε την επαγγελματική πείρα και να υπολογίσει τη διάρκεια αυτής ή στην περίπτωση που η εξεταστική επιτροπή θα είχε αποφασίσει να δεχθεί τη συμμετοχή της FE στις δοκιμασίες του διαγωνισμού κατά τρόπο προδήλως αυθαίρετο σε σχέση με τους όρους της προκηρύξεως του διαγωνισμού.

63      Δεύτερον, με τις σκέψεις 53 και 55 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στις οποίες αναφέρεται το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης στη σκέψη 70 της αποφάσεως αυτής, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έκρινε ότι, προκειμένου να εκτιμήσει εάν έπρεπε να γίνει δεκτή η συμμετοχή της FE στις δοκιμασίες, η εξεταστική επιτροπή μπορούσε να βασιστεί, μεταξύ άλλων, «στο γεγονός ότι η πείρα της έπρεπε να αφορά “επαγγελματική” δραστηριότητα γλωσσομαθούς νομικού –επομένως δραστηριότητα που δεν μπορούσε να έχει “ευκαιριακό” χαρακτήρα και έπρεπε να αφορά κατά κύριο λόγο τη μετάφραση νομικών κειμένων– ασκούμενη κατά τρόπο μόνιμο, δηλαδή για σημαντικό χρονικό διάστημα, ως παροχή υπηρεσίας προς επιτηδευματία, δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα, ο οποίος, βάσει της σχετικής συμβάσεως, μπορούσε να ζητεί μεταφράσεις νομικών κειμένων ανά πάσα στιγμή και, ενδεχομένως, εντός επιτακτικής προθεσμίας, ακριβώς λόγω της επαγγελματικής ή θεσμικής δραστηριότητάς του, η οποία απαιτούσε νομικές μεταφράσεις ενός ορισμένου επιπέδου», και ότι «εναπόκειτο […] στην εξεταστική επιτροπή […] να εκτιμήσει κατά τρόπο διαφορετικό τον επαγγελματικό χαρακτήρα της κτηθείσας πείρας, ανάλογα με το αν επρόκειτο για δραστηριότητα ασκηθείσα με την ιδιότητα “εξωτερικ[ού] συνεργάτ[η]-μεταφρ[αστή]” ή με την ιδιότητα “εξωτερικ[ού] συνεργάτ[η]-γλωσσομαθούς νομικού”, ιδίως εφόσον η δεύτερη αυτή δραστηριότητα αφορούσε παροχή υπηρεσιών σε θεσμικό όργανο της Ένωσης το οποίο, όπως το Δικαστήριο, δεν ζητεί από τους παρέχοντες υπηρεσίες σε αυτό παρά μόνον τη μετάφραση κειμένων νομικού αποκλειστικώς περιεχομένου».

64      Όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, αυτά τα κριτήρια συμμετοχής δεν μπορούσαν να είναι κρίσιμα για την εκτίμηση της προϋποθέσεως που αφορούσε τη διάρκεια της προηγούμενης επαγγελματικής πείρας εν προκειμένω. Συγκεκριμένα, αφενός, κατά την προκήρυξη διαγωνισμού, οι υποψήφιοι έπρεπε να αποδείξουν ελάχιστη διάρκεια επαγγελματικής πείρας και όχι πείρα στον τομέα της μεταφράσεως νομικών κειμένων (βλ., επίσης, ανωτέρω, σκέψη 34). Επιπλέον, η προκήρυξη διαγωνισμού δεν παρείχε καμία οδηγία όσον αφορά τη φύση της ελάχιστης απαιτούμενης επαγγελματικής πείρας ή τη σχέση της με τα προς άσκηση καθήκοντα, όπως υπενθύμισε το ίδιο το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης με τη σκέψη 46 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Αφετέρου, προσδιορίζοντας τα εν λόγω κριτήρια, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης αποφάνθηκε επί των χαρακτηριστικών και των υποχρεώσεων της δραστηριότητας του γλωσσομαθούς νομικού καθώς και επί των διαφορών μεταξύ της δραστηριότητας του «εξωτερικ[ού] συνεργάτ[η]‑μεταφρ[αστή]» και του «εξωτερικ[ού] συνεργάτ[η]‑γλωσσομαθούς νομικού», χωρίς εντούτοις να θεμελιώσει αυτά τα συμπεράσματα σε στοιχεία της δικογραφίας.

65      Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης, προσδιορίζοντας με τις σκέψεις 53 και 55 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κριτήρια για την εκτίμηση της σχετικής προϋποθέσεως συμμετοχής τα οποία δεν προέκυπταν από τον φάκελο που κατατέθηκε από τους διαδίκους στον πρώτο βαθμό, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.

66      Τρίτον, διαπιστώνεται ότι, με τις σκέψεις 73 έως 82 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης προέβη εξάλλου σε εφαρμογή των κριτηρίων που προσδιόρισε με τις σκέψεις 53 και 55 της εν λόγω αποφάσεως, στο πλαίσιο της εξετάσεως της «πρόδηλης πλάνης στην οποία υπέπεσε ενδεχομένως η εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού όσον αφορά την εκτίμηση της διάρκειας της επαγγελματικής πείρας της [FE]», και τούτο χωρίς να απαντήσει δεόντως στα επιχειρήματα που προέβαλε η Επιτροπή επί του σημείου αυτού, τα οποία συνοψίζονται στη σκέψη 76 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Κατόπιν της εξετάσεως αυτής, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ούτε ότι η εξεταστική επιτροπή είχε υποπέσει σε πρόδηλη πλάνη κατά τον υπολογισμό της διάρκειας της επαγγελματικής πείρας της FE (σκέψη 81 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).

67      Τα νομικά σφάλματα στα οποία υπέπεσε το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης με τις σκέψεις 53, 55 και 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όπως προσδιορίστηκαν στο πλαίσιο της εξετάσεως του πρώτου σκέλους και της υπό κρίση αιτιάσεως του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως είχαν, συνεπώς, ως αποτέλεσμα να πάσχει λόγω πλάνης περί το δίκαιο η εκτίμηση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, βάσει της οποίας αυτό, με τις σκέψεις 75 έως 81 της αυτής αποφάσεως, έκρινε ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ούτε ότι η εξεταστική επιτροπή είχε υποπέσει σε πρόδηλη πλάνη κατά τον υπολογισμό της διάρκειας της επαγγελματικής πείρας της FE. Πράγματι, το σκεπτικό στο οποίο στηρίχθηκε το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης δεν του επέτρεπε να καταλήξει βασίμως στο συμπέρασμα αυτό.

68      Με τη δεύτερη αιτίαση που προέβαλε, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, καθόσον τα στοιχεία αυτά δεν μπορούσαν να οδηγήσουν στην περιεχόμενη στις σκέψεις 61 και 77 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κρίση ότι δεν υπήρχε κανένα έρεισμα για να θεωρηθεί ότι η εξεταστική επιτροπή είχε αγνοήσει τον χαρακτήρα εξωτερικής συνεργασίας της δραστηριότητας της FE.

69      Όπως υποστηρίζει η FE, η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί. Πράγματι, η Επιτροπή δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό στοιχείο σχετικά με ενδεχόμενο υπολογισμό, εκ μέρους της εξεταστικής επιτροπής, της επαγγελματικής πείρας της FE, βάσει του οποίου θα μπορούσε να διαπιστωθεί ότι η εξεταστική επιτροπή ούτε υπολόγισε πραγματικά την πείρα αυτή με όρους εργασίας πλήρους απασχολήσεως –ενδεχομένως με μέθοδο διαφορετική από αυτήν που χρησιμοποίησε η ΑΔΑ– ούτε εκτίμησε την πείρα αυτή βάσει άλλων κριτηρίων, π.χ. αυτών που εξέθεσε το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης στις σκέψεις 53 έως 55 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

70      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν αποτελεί, με την επιφύλαξη της περιπτώσεως παραμορφώσεως των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν ενώπιόν του, νομικό ζήτημα υποκείμενο, ως τοιαύτης φύσεως, στον έλεγχο του Γενικού Δικαστηρίου. Μια τέτοια παραμόρφωση πρέπει να προκύπτει προδήλως από τα στοιχεία της δικογραφίας, χωρίς να χρειάζεται νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων (βλ. απόφαση της 4ης Ιουλίου 2014, Kimman κατά Επιτροπής, T‑644/11 P, EU:T:2014:613, σκέψη 105 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Μολονότι όμως η Επιτροπή επικαλείται παραμόρφωση των στοιχείων της δικογραφίας, στην πραγματικότητα αποσκοπεί σε νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, γεγονός που εκφεύγει του ελέγχου του αναιρετικού δικαστή.

71      Η τρίτη αιτίαση του τρίτου σκέλους αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά το περιεχόμενο στις σκέψεις 57 έως 61 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως συμπέρασμα του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης ότι η εξεταστική επιτροπή δεν είχε την υποχρέωση να εφαρμόσει το κριτήριο μετατροπής των μεταφραζόμενων σελίδων σε ημέρες εργασίας, όπως αυτό εφαρμόστηκε από την ΑΔΑ. Κατά την Επιτροπή, η δραστηριότητα που επικαλούνταν η FE ήταν στην πραγματικότητα μεταφραστική δραστηριότητα.

72      Κατά την FE, το σκέλος αυτό είναι απαράδεκτο. Κατ’ ουσίαν, η FE υποστηρίζει ότι, ελλείψει σαφών κανόνων στην προκήρυξη διαγωνισμού και στον οδηγό προς τους υποψηφίους, η εξεταστική επιτροπή μπορούσε να εφαρμόσει τα κριτήρια εκτιμήσεως της διάρκειας επαγγελματικής πείρας που η ίδια είχε θέσει προς τούτο.

73      Η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί. Όπως κρίθηκε ανωτέρω, με τη σκέψη 35, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, με τη σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η εξεταστική επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να υπολογίσει τη διάρκεια της επαγγελματικής πείρας με όρους εργασίας πλήρους απασχολήσεως.

74      Εντούτοις, πρέπει να διευκρινισθεί ότι, στο πλαίσιο της κατ’ αυτόν τον τρόπο καθορισθείσας προϋποθέσεως συμμετοχής, η εξεταστική επιτροπή ήταν ελεύθερη να εφαρμόσει οποιονδήποτε τρόπο υπολογισμού που θα της επέτρεπε να υπολογίσει τη σχετική περίοδο επαγγελματικής πείρας της FE με όρους δραστηριότητας πλήρους απασχολήσεως. Συνεπώς, το επιχείρημα της Επιτροπής ότι έπρεπε να εφαρμοστεί υποχρεωτικά το κριτήριο μετατροπής των μεταφραζομένων σελίδων σε ημέρες εργασίας δεν μπορεί να γίνει δεκτό.

75      Βάσει των προεκτεθέντων, πρέπει, αφενός, να γίνουν δεκτά το πρώτο και το δεύτερο σκέλος καθώς και η πρώτη αιτίαση του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως και, αφετέρου, να απορριφθούν η δεύτερη και η τρίτη αιτίαση του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως ως, αντιστοίχως, απαράδεκτή και αβάσιμη.

76      Η πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο που διαπιστώθηκε ανωτέρω, με τις σκέψεις 35, 47, 62, 65 και 67, δεν επιτρέπει, εντούτοις, την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στο μέτρο που το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έκανε επίσης δεκτό τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως που προέβαλε επικουρικά η FE στον πρώτο βαθμό, κρίνοντας ότι η ΑΔΑ είχε υποπέσει σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως (σκέψεις 83 έως 94 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).

 Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά το συμπέρασμα ότι η ΑΔΑ υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως

77      Με τις σκέψεις 91 έως 93 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης, αποφαινόμενο επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αντλείτο, μεταξύ άλλων, από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως της ΑΔΑ, έκρινε ότι ο τρόπος υπολογισμού της διάρκειας της επαγγελματικής πείρας που εφαρμόστηκε από την ΑΔΑ «δεν [είχε] αναχθεί, με [την ανακοίνωση του αντιπροέδρου της Επιτροπής SEC(2004) 638, της 25ης Μαΐου 2004 σχετικά με τις μεταφραστικές ανάγκες,] σε υποχρεωτικό κριτήριο επιλογής για τη συμμετοχή στις δοκιμασίες διαγωνισμού που σκοπεί ειδικώς στην πρόσληψη γλωσσομαθών νομικών», «δεν περιλαμβανόταν στην προκήρυξη διαγωνισμού», «ούτε είχε αποτελέσει αντικείμενο δημοσιότητας, κατά τρόπον ώστε τόσο η εξεταστική επιτροπή όσο και οι ενδιαφερόμενοι υποψήφιοι να μπορούν να έχουν πρόσβαση σε αυτόν ή οπωσδήποτε να τον γνωρίζουν», «δεν αντιστοιχ[ούσε] στα κριτήρια που χρησιμοποιούν οι μεταφραστικές υπηρεσίες των λοιπών θεσμικών οργάνων τα οποία έχουν πρόσβαση στον πίνακα επιτυχόντων του διαγωνισμού για την πρόσληψη, εφόσον συντρέχει λόγος, των γλωσσομαθών νομικών τους» και, επομένως, δεν αποτελούσε «κοινό κριτήριο των θεσμικών οργάνων της Ένωσης». Βάσει των εκτιμήσεων αυτών, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης συμπέρανε ότι η ΑΔΑ «δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει τρόπο υπολογισμού ο οποίος είναι αποκλειστικά εσωτερικός τρόπος υπολογισμού της Επιτροπής και, κατά συνέπεια, δεν είναι διοργανικός, αποδεικνύεται δε απρόσφορος, εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται για πρόσληψη γλωσσομαθών νομικών, και μη δεσμευτικός έναντι προσώπων ξένων προς το θεσμικό όργανο».

78      Με τη σκέψη 93 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έκρινε επίσης ότι η ανάλυση της Επιτροπής «ακόμα και αν θεωρηθεί πειστική, δεν θεμελι[ωνόταν] σε καμιά σχετική νομική διάταξη, δυνάμενη να αντιταχθεί ευθέως στην [FE] και συνιστ[ούσε], συνεπώς, πρόδηλη πλάνη της ΑΔΑ, την οποία μπορ[ούσε] ευχερώς να διαπιστώσει το Δικαστήριο ΔΔ», και δέχτηκε τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως που προέβαλε ενώπιόν του η FE.

79      Κατά την Επιτροπή, η έλλειψη προβλέψεως μεθόδου υπολογισμού επαγγελματικής πείρας στην προκήρυξη του διαγωνισμού δεν μπορεί να εμποδίσει την εξεταστική επιτροπή να εφαρμόσει μια τέτοια μέθοδο. Περαιτέρω, το ζήτημα ενδεχόμενης μη τηρήσεως της προϋποθέσεως σχετικά με την επαγγελματική πείρα μπορεί να εγερθεί μέχρι τον χρόνο της προσλήψεως. Εξάλλου, η μη εφαρμογή των κριτηρίων υπολογισμού είναι προδήλως αντίθετη προς την απαίτηση ίσης μεταχειρίσεως των υποψηφίων. Τέλος, το συμπέρασμα του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης είναι αντιφατικό και επομένως, παραβιάζει την υποχρέωση αιτιολογήσεως, λαμβανομένης υπόψη της σκέψεως 93 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως με την οποία αναγνωρίστηκε ότι η εφαρμογή των κριτηρίων μετατροπής της Επιτροπής μπορούσε να θεωρηθεί «πειστική», γεγονός που, σύμφωνα με τη σχετική με την έννοια της πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως νομολογία, αποκλείει μια τέτοια πλάνη.

80      Η FE αντιτείνει ότι, ελλείψει προβλέψεως περί μεθόδου υπολογισμού στις σχετικές διατάξεις, οι υπηρεσίες της Επιτροπής θα μπορούσαν να εφαρμόσουν τις μεθόδους αυτές κατά τρόπο αυθαίρετο και αδιαφανή, ενώ η εξεταστική επιτροπή δεσμεύεται από τις διατάξεις αυτές. Περαιτέρω, ο εσωτερικός ή διοργανικός χαρακτήρας του κανόνα μετατροπής δεν ασκεί καμία επιρροή στην εκτίμηση της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η οποία βασίζεται στην δυνατότητα αντιτάξεως του κανόνα αυτού στους υποψηφίους. Τέλος, η αναφορά στον «πειστικό» χαρακτήρα της αναλύσεως της επαγγελματικής πείρας της FE αποτελεί ρητορικό σχήμα που υποδηλώνει ότι πρόκειται για μια αμιγώς θεωρητική υπόθεση και ότι τα λοιπά επιχειρήματα προβλήθηκαν από τη FE με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως της προσφυγής-αγωγής της στον πρώτο βαθμό ως εκ περισσού.

81      Πρέπει να επισημανθεί ότι το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης θεμελίωσε το συμπέρασμά του περί πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως της ΑΔΑ στη διαπίστωση ότι ο τρόπος υπολογισμού που χρησιμοποίησε η ΑΔΑ, ήτοι ο υπολογισμός της διάρκειας της επαγγελματικής πείρας με βάση τον λόγο των πέντε μεταφραζόμενων σελίδων ημερησίως (βλ. σκέψη 90 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), αφενός, δεν θεμελιωνόταν σε καμία υφιστάμενη νομική διάταξη και, αφετέρου, δεν ήταν κοινός σε όλα τα θεσμικά όργανα της Ένωσης. Συγκεκριμένα, κατά το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης, η εφαρμογή αυτού του τρόπου συνιστούσε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, ιδίως επειδή ήταν αποκλειστικά εσωτερικός τρόπος υπολογισμού της Επιτροπής, και, εξ αυτού του λόγου, ήταν απρόσφορος και μη δεσμευτικός έναντι προσώπων ξένων προς την Επιτροπή, όπως η FE (βλ. σκέψη 92 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).

82      Αντιθέτως, με τις σκέψεις 86 και 94 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης δεν αποφάνθηκε επί του ζητήματος κατά πόσον η εκτίμηση της επαγγελματικής πείρας της FE από την ΑΔΑ μπορούσε να γίνει δεκτή ως πειστική (σκέψη 93 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), προτιμώντας να περιορίσει την εξέτασή του στη διαπίστωση ότι ο τρόπος υπολογισμού που χρησιμοποίησε η ΑΔΑ δεν μπορούσε να αντιταχθεί στην FE. Όμως, με το συμπέρασμα αυτό, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης δεν αποφάνθηκε, στην πραγματικότητα, επί της αιτιάσεως περί πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως αλλά μάλλον επί της αιτιάσεως περί φερόμενης παραβιάσεως της αρχής της ασφάλειας δικαίου.

83      Συγκεκριμένα, πρώτον, όπως προκύπτει από την παρατιθέμενη ανωτέρω, στη σκέψη 57, νομολογία, προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη πρόδηλης πλάνης κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, δυνάμενης να δικαιολογήσει την ακύρωση αποφάσεως, είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι οι εκτιμήσεις που περιέχονται στην επίδικη απόφαση δεν είναι ευλογοφανείς.

84      Δεδομένου ότι το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έκρινε, με τη σκέψη 93 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η ΑΔΑ υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, χωρίς να αποφανθεί επί του πειστικού ή μη χαρακτήρα της αναλύσεως της επαγγελματικής πείρας της FE στην οποία προέβη η ΑΔΑ, παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως, όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 36 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

85      Δεύτερον, όσον αφορά την αρχή της ασφάλειας δικαίου, πρέπει να επισημανθεί, όπως άλλωστε επισήμανε και το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης με τη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η προκήρυξη διαγωνισμού θα καθίστατο άνευ αντικειμένου, δεδομένου ότι το αντικείμενό της συνίσταται στην ενημέρωση των υποψηφίων περί των προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούν για να υποβάλουν υποψηφιότητα, εάν η Διοίκηση μπορούσε να αποκλείσει υποψήφιο για λόγο ο οποίος δεν προβλέπεται ρητώς στην εν λόγω προκήρυξη ή στον ΚΥΚ, ή ο οποίος δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο δημοσιότητας (βλ., όσον αφορά προκήρυξη για την πλήρωση κενής θέσεως, αποφάσεις της 14ης Απριλίου 2011, Šimonis κατά Επιτροπής, F‑113/07, EU:F:2011:44, σκέψη 74, και της 15ης Οκτωβρίου 2014, Μοσχονάκη κατά Επιτροπής, F‑55/10 RENV, EU:F:2014:235, σκέψη 42).

86      Εντούτοις, μολονότι η απαίτηση αυτή αποκλείει να αντιταχθεί σε έναν υποψήφιο σε διαγωνισμό προϋπόθεση συμμετοχής που δεν περιλαμβανόταν, μεταξύ άλλων, στην προκήρυξη του διαγωνισμού, δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι υποχρεώνει την ΑΔΑ να διευκρινίζει, στις προκηρύξεις διαγωνισμών, και τον πιθανό τρόπο ή τρόπους υπολογισμού για την εφαρμογή τέτοιων προϋποθέσεων συμμετοχής. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι μια τέτοια ερμηνεία θα εξουδετέρωνε σχεδόν την ευρεία εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει η εξεταστική επιτροπή κατά την εκτίμηση της τηρήσεως των κριτηρίων που προβλέπονται από τις εν λόγω προκηρύξεις διαγωνισμών.

87      Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η ΑΔΑ, εκδίδοντας την επίδικη απόφαση, παραβίασε την αρχή της ασφάλειας δικαίου.

88      Στο υπόμνημα ανταπαντήσεως, η FE υποστηρίζει ότι, αντίθετα προς ό,τι συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση, η επίμαχη προκήρυξη διαγωνισμού στην απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2006, Giuletti κατά Επιτροπής (T‑293/03, EU:T:2006:37), περιείχε σαφή και λεπτομερή περιγραφή του είδους της απαιτούμενης επαγγελματικής πείρας καθώς και των θέσεων εργασίας στις οποίες μπορούσε να αποκτηθεί. Περαιτέρω, η απόφαση αυτή επιβεβαίωσε ότι όντως η εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού, η οποία διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, φέρει την ευθύνη να εκτιμήσει εάν οι υποψήφιοι πληρούν τις προϋποθέσεις. Ωστόσο, οι αποφάσεις εξεταστικής επιτροπής στην οποία η ΑΔΑ δεν παρέσχε καμία ένδειξη όσον αφορά την άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεώς της δεν μπορούν να αμφισβητηθούν εκ των υστέρων από την ΑΔΑ βάσει κριτηρίων από τα οποία ουδόλως δεσμευόταν η εξεταστική επιτροπή.

89      Η επιχειρηματολογία αυτή πρέπει να απορριφθεί. Συγκεκριμένα, ο υπό κρίση λόγος αναιρέσεως αφορά τη λυσιτέλεια και την αντιταξιμότητα του τρόπου υπολογισμού που χρησιμοποίησε η ΑΔΑ εν προκειμένω και όχι το ζήτημα της εξουσίας εκτιμήσεως που ασκεί η εξεταστική επιτροπή στο πλαίσιο των προϋποθέσεων συμμετοχής που προβλέπονται στην προκήρυξη διαγωνισμού.

90      Βάσει των προεκτεθέντων, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι ο τρόπος υπολογισμού που χρησιμοποίησε η ΑΔΑ δεν ήταν ούτε λυσιτελής ούτε μπορούσε, εν προκειμένω, να αντιταχθεί στους υποψηφίους και ότι, εφαρμόζοντάς τον, η ΑΔΑ υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.

91      Ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός.

 Επί της μερικής αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως

92      Δεδομένου ότι το πρώτο σκέλος, το δεύτερο σκέλος και η πρώτη αιτίαση του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως καθώς και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κρίθηκαν βάσιμοι, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, κατά το μέτρο που ακυρώνει την επίδικη απόφαση επειδή η ΑΔΑ δεν είχε την αρμοδιότητα να εκδώσει την απόφαση αυτή και είχε υποπέσει σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.

93      Υπό τις συνθήκες αυτές, η απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης να υποχρεώσει την Επιτροπή στην καταβολή αποζημιώσεως στην FE, η οποία βασιζόταν στη διαπίστωσή του ότι από την εξέταση του πρώτου λόγου ακυρώσεως που προβλήθηκε ενώπιόν του προέκυπτε ότι η επίδικη απόφαση έπασχε λόγω ελλείψεως νομιμότητας (βλ. σκέψη 121 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), στερείται νομικής βάσεως.

94      Επομένως, χωρίς να απαιτείται να εξεταστεί ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, επιβάλλεται η αναίρεση των σημείων 1 και 2 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

95      Αντιθέτως, δεν απαιτείται η αναίρεση του σημείου 3 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως με το οποίο το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης απέρριψε την προσφυγή‑αγωγή της FE κατά τα λοιπά, καθόσον η κρίση αυτή δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι το πρώτο σκέλος, το δεύτερο σκέλος και η πρώτη αιτίαση του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως καθώς και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κρίθηκαν βάσιμα.

96      Τέλος, υπό το πρίσμα της μερικής αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης επί των δικαστικών εξόδων και, επομένως, το σημείο 4 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως πρέπει ομοίως να αναιρεθούν.

 Επί της προσφυγής-αγωγής που ασκήθηκε στον πρώτο βαθμό

97      Δυνάμει του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2016/1192 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Ιουλίου 2016, για τη μεταβίβαση στο Γενικό Δικαστήριο της αρμοδιότητας εκδικάσεως σε πρώτο βαθμό των διαφορών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των υπαλλήλων της (ΕΕ 2016, L 200, σ. 137), όταν το Γενικό Δικαστήριο αναιρεί απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης και κρίνει ότι η διαφορά είναι ώριμη προς εκδίκαση, το τμήμα που αποφαίνεται επί της αιτήσεως αναιρέσεως αποφαίνεται επίσης και επί της διαφοράς. Τούτο ισχύει εν προκειμένω.

98      Συναφώς, διευκρινίζεται ότι, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται μόνο στο μέτρο που πάσχει λόγω των σφαλμάτων που διαπιστώθηκαν ανωτέρω, με τις σκέψεις 35, 47, 62, 65, 67 και 90, τα οποία αφορούν τους ισχυρισμούς των οποίων έγινε επίκληση με τον πρώτο και τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως που προβλήθηκαν στον πρώτο βαθμό και αντλούνται από αναρμοδιότητα της ΑΔΑ, από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και από παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου, οι λοιπές εκτιμήσεις του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης κατέστησαν αμετάκλητες.

99      Ιδίως, διαπιστώνεται ότι δεν αμφισβητήθηκε ρητώς στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως το παρατιθέμενο στη σκέψη 105 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως συμπέρασμα του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης ότι τα ακυρωτικά αιτήματα της FE που στρέφονται κατά της αποφάσεως περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως στερούνται αυτοτελούς περιεχόμενου και, επομένως, πρέπει να θεωρούνται ως ρητώς στρεφόμενα κατά της επίδικης αποφάσεως, όπως διευκρινίζεται με την απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως. Το ίδιο ισχύει όσον αφορά την παρατιθέμενη στις σκέψεις 101 έως 109 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως εκτίμηση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης περί απορρίψεως του τρίτου λόγου ακυρώσεως που προβλήθηκε στον πρώτο βαθμό, ο οποίος αντλείται από παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως και παράβαση του καθήκοντος μέριμνας καθώς και από υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας.

100    Συνεπώς, το Γενικό Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί το ίδιο οριστικά επί της προσφυγής‑αγωγής που ασκήθηκε αρχικά ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης από την FE, αποφαινόμενο επί των αιτιάσεων του δευτέρου λόγου ακυρώσεως και επί του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, που δεν εξετάστηκαν από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης.

101    Συναφώς, πρώτον, από την ανάλυση του πρώτου λόγου αναιρέσεως που προβλήθηκε στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προκύπτει ότι, εν προκειμένω, η προϋπόθεση συμμετοχής που αφορούσε την ελάχιστη διάρκεια της προηγούμενης επαγγελματικής πείρας έπρεπε να νοηθεί ως αφορώσα περίοδο εργασίας πλήρους απασχολήσεως και ότι, πριν προσλάβει την FE, η ΑΔΑ ήταν υποχρεωμένη να ελέγξει κατά πόσον αυτή πληρούσε τις απαιτούμενες συναφώς προϋποθέσεις.

102    Επιπλέον, το γεγονός ότι ο τρόπος υπολογισμού της προηγούμενης επαγγελματικής πείρας δεν προβλεπόταν στην προκήρυξη διαγωνισμού δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαλλάσσει την εξεταστική επιτροπή από κάθε υποχρέωση υπολογισμού, με όρους εργασίας πλήρους απασχολήσεως, της διάρκειας της εν λόγω επαγγελματικής πείρας.

103    Υπό τις συνθήκες αυτές, εξετάζοντας τον φάκελο της FE πριν από την πρόσληψή της, η ΑΔΑ μπόρεσε να διαπιστώσει ότι η δραστηριότητα εξωτερικής συνεργάτιδος-γλωσσομαθούς νομικού την οποία επικαλούνταν η FE αντιπροσώπευε σχεδόν το ήμισυ της επαγγελματικής της πείρας (15 μήνες επί συνόλου 31 μηνών) και σχεδόν τα δύο τρίτα της ελάχιστης απαιτούμενης περιόδου των 24 μηνών, ότι κατά την περίοδο αυτή η FE είχε μεταφράσει συνολικά 721 σελίδες και ότι, παράλληλα με μέρος της δραστηριότητάς της αυτής, συνέχιζε τις σπουδές της (βλ. σκέψεις 11, 19, 78 και 79 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να θεωρηθεί ότι η ΑΔΑ ορθώς προέβη σε έλεγχο της διάρκειας της προηγούμενης επαγγελματικής πείρας της FE.

104    Δεύτερον, όσον αφορά τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως που προέβαλε η FE στον πρώτο βαθμό επικουρικώς και, κατά πρώτον, όσον αφορά την προβαλλόμενη πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως της ΑΔΑ, πρέπει να σημειωθεί ότι ο τρόπος υπολογισμού που συνίσταται στην ποσοτικοποίηση της εργασίας που πραγματοποιήθηκε βάσει του αριθμού των μεταφραζόμενων σελίδων χρησιμοποιείται ευρύτατα στον τομέα της μετάφρασης, τόσο στα θεσμικά όργανα όσο και στον ιδιωτικό τομέα, πιθανώς διότι θεωρείται ο πιο αντικειμενικός τρόπος υπολογισμού. Χρησιμοποιείται, μεταξύ άλλων, επίσης από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσον αφορά και τους γλωσσομαθείς νομικούς, καθώς και για την πληρωμή των μεταφραστικών υπηρεσιών που παρέχονται από εξωτερικούς συνεργάτες. Εξάλλου, επισημαίνεται ότι τα δελτία παραγγελίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που προσκόμισε η FE αναφέρουν ως προς εκτέλεση εργασία την «μετάφραση εγγράφου», την ορισθείσα για τον σκοπό αυτό προθεσμία, τον αριθμό σελίδων του σχετικού εγγράφου, την τιμή ανά σελίδα και το συνολικό προς πληρωμή ποσό. Επιπλέον, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης ουδόλως διαπίστωσε ότι η FE, προκειμένου να επικαλεστεί την πείρα της ως «εξωτερικής συνεργάτιδος-γλωσσομαθούς νομικού», προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία που να βεβαιώνουν ότι, με την ιδιότητα αυτή, είχε εκτελέσει για το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλες εργασίες πέραν της μεταφράσεως νομικών εγγράφων.

105    Εξάλλου, το γεγονός ότι η ΑΔΑ χρησιμοποίησε το κριτήριο του αριθμού των μεταφραζόμενων σελίδων ανά ημέρα βάσει του λόγου που χρησιμοποιείται από τις μεταφραστικές υπηρεσίες της Επιτροπής, ήτοι πέντε σελίδες ανά εργάσιμη ημέρα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί, καθεαυτό, πρόδηλο σφάλμα.

106    Συναφώς, σημειώνεται ότι η απόφαση της εξεταστικής επιτροπής και η απόφαση της ΑΔΑ εν προκειμένω δεν έχουν το ίδιο περιεχόμενο. Η μεν απόφαση της εξεταστικής επιτροπής έχει ως αποτέλεσμα την αποδοχή ή μη της συμμετοχής υποψηφίου στον διαγωνισμό, η δε απόφαση της ΑΔΑ περιορίζεται στην ενδεχόμενη πρόσληψη του επιτυχόντος από συγκεκριμένο θεσμικό όργανο. Υπενθυμίζεται ότι –αντίθετα προς ό,τι φαίνεται να προκύπτει, μεταξύ άλλων, από τις σκέψεις 67 έως 72 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τις οποίες το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης εξέτασε «τη[ν] εξουσί[α] της ΑΔΑ να αποκλείσει την [FE] από τον πίνακα επιτυχόντων»,– κατά πάγια νομολογία που βασίζεται στην αρχή της ανεξαρτησίας των εξεταστικών επιτροπών, η ΑΔΑ δεν έχει την εξουσία να ακυρώνει ή να τροποποιεί απόφαση εξεταστικής επιτροπής διαγωνισμού (αποφάσεις της 20ής Φεβρουαρίου 1992, Κοινοβούλιο κατά Hanning, C‑345/90 P, EU:C:1992:79, σκέψη 22, και της 15ης Σεπτεμβρίου 2005, Luxem κατά Επιτροπής, T‑306/04, EU:T:2005:326, σκέψεις 22 και 24). Ωστόσο, καθόσον η FE επιθυμούσε να προσληφθεί στην Επιτροπή και ελλείψει γενικώς εφαρμοστέου διοργανικού τρόπου υπολογισμού ή παροχής ενδείξεων εκ μέρους της εξεταστικής επιτροπής όσον αφορά έναν εύλογο τρόπο υπολογισμού, ορθώς η ΑΔΑ της Επιτροπής εφάρμοσε τον τρόπο υπολογισμού που χρησιμοποιείται γενικώς εντός της Επιτροπής για τη μετάφραση.

107    Επιπλέον, όσον αφορά τη διευκρίνιση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση επρόκειτο ειδικώς για μετάφραση νομικών κειμένων ή έλεγχο της γλωσσικής και νομικής αντιστοιχίας νομοθετικών κειμένων (σκέψη 90 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), επισημαίνεται ότι η FE δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι, βάσει υπολογισμού που θα εφάρμοζε διαφορετικό λόγο μεταφραζόμενων σελίδων ανά ημέρα, ο οποίος χρησιμοποιείται ιδίως από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα μπορούσε να πληροί την προϋπόθεση της ελάχιστης προηγούμενης επαγγελματικής πείρας δύο ετών.

108    Από τα προαναφερθέντα πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο τρόπος υπολογισμού που χρησιμοποίησε η ΑΔΑ ήταν εύλογος και ότι η FE δεν απέδειξε ότι, με έναν άλλο τρόπο υπολογισμού, η ΑΔΑ θα μπορούσε να καταλήξει σε διαφορετική απόφαση. Επομένως, η εφαρμογή αυτού του τρόπου υπολογισμού δεν μπορεί να θεωρηθεί ως προδήλως εσφαλμένη.

109    Τέλος, το επιχείρημα ότι η ΑΔΑ υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως διαπιστώνοντας ότι η άσκηση που πραγματοποίησε η FE στο δικηγορικό γραφείο W. στις Βρυξέλλες ήταν διάρκειας δύο μηνών και όχι τριών πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελές. Πράγματι, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η ΑΔΑ όντως υπέπεσε σε τέτοιο σφάλμα, το συμπέρασμα αυτό δεν μπορεί να μεταβάλει την απόφασή της ότι η FE δεν πληρούσε την επίμαχη προϋπόθεση συμμετοχής στον διαγωνισμό.

110    Κατά δεύτερον, πρέπει να απορριφθεί επίσης η αιτίαση που προέβαλε η FE στον πρώτο βαθμό, η οποία αντλείται από παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Συγκεκριμένα, η FE δεν απέδειξε ότι η κατάσταση στην οποία βρισκόταν διέφερε από την κατάσταση των μεταφραστών που εργάζονται για άλλα θεσμικά όργανα ή μεταφράζουν προς άλλες γλώσσες και όχι προς την πολωνική γλώσσα.

111    Κατά τρίτον, στον πρώτο βαθμό, η FE υποστήριξε επίσης ότι η ΑΔΑ, εφαρμόζοντας την αρχή βάσει της οποίας η επαγγελματική πείρα της έπρεπε να αντιστοιχεί σε απασχόληση με πλήρες ωράριο, παρέβη τους όρους της προκηρύξεως. Επιπλέον, η προκήρυξη δεν προέβλεπε καμία απαίτηση σχετικά με την επίδοση ή την απόδοση των υποψηφίων ούτε κανόνες όπως αυτούς που εφάρμοσε η ΑΔΑ. Τα επιχειρήματα αυτά πρέπει να απορριφθούν για τους λόγους που εξετέθησαν, μεταξύ άλλων, στις σκέψεις 29 και 86 της παρούσας αποφάσεως.

112    Τρίτον, όσον αφορά τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως που προέβαλε στον πρώτο βαθμό, ο οποίος αντλείται από έλλειψη νομιμότητας της προϋποθέσεως συμμετοχής στον διαγωνισμό που αφορούσε την επαγγελματική πείρα, η FE υποστηρίζει, προβάλλοντας ένσταση ελλείψεως νομιμότητας, ότι αυτή η περιλαμβανόμενη στην προκήρυξη διαγωνισμού προϋπόθεση συμμετοχής ήταν αντίθετη προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, καθόσον άλλες προκηρύξεις διαγωνισμών για την πρόσληψη γλωσσομαθών νομικών δεν προέβλεπαν προϋπόθεση αυτού του είδους.

113    Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη του τετάρτου λόγου ακυρώσεως κατά κύριο λόγο ως απαράδεκτου και, επικουρικώς, ως αβάσιμου.

114    Με τη σκέψη 112 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έκρινε ότι, δεδομένου ότι είχε γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος ακυρώσεως, ο οποίος αντλούνταν από αναρμοδιότητα της ΑΔΑ, παρήλκε η εξέταση του τετάρτου λόγου ακυρώσεως. Επιπλέον, διευκρίνισε ότι «εφόσον [είχε διαπιστωθεί], όσον αφορά τις προϋποθέσεις που περιλαμβάνονταν στην προκήρυξη διαγωνισμού σε σχέση με την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της ΑΔΑ και της εξεταστικής επιτροπής, ότι η ΑΔΑ δεσμευόταν από την απόφαση της εξεταστικής επιτροπής να δεχθεί τη συμμετοχή της [FE] στον διαγωνισμό βάσει της προϋποθέσεως που αφορούσε την επαγγελματική πείρα, καθόσον η απόφαση αυτή δεν έπασχε πρόδηλη πλάνη, ενδεχόμενη έλλειψη νομιμότητας της εν λόγω προϋποθέσεως συμμετοχής δεν θα προκαλούσε πρόσθετη προσωπική ζημία για την οποία θα οφειλόταν αποζημίωση στην [FE]».

115    Κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο διαδικασίας προσλήψεως, που συνιστά πολύπλοκη διοικητική διαδικασία αποτελούμενη από διαδοχικές αποφάσεις, o υποψήφιος διαγωνισμού μπορεί, όταν ασκεί προσφυγή κατά μεταγενέστερης πράξεως της διαδικασίας προσλήψεως, να προβάλει την πλημμέλεια των προγενεστέρων πράξεων οι οποίες συνδέονται στενά με αυτή (βλ. απόφαση της 11ης Αυγούστου 1995, Επιτροπή κατά Noonan, C‑448/93 P, EU:C:1995:264, σκέψη 17 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) και να επικαλεστεί, ειδικότερα, την έλλειψη νομιμότητας της προκηρύξεως διαγωνισμού κατ’ εφαρμογήν της οποίας εξεδόθη η επίμαχη πράξη (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 16ης Σεπτεμβρίου 1993, Noonan κατά Επιτροπής, T‑60/92, EU:T:1993:74, σκέψη 23, και της 5ης Δεκεμβρίου 2012, BA κατά Επιτροπής, F‑29/11, EU:F:2012:172, σκέψη 39).

116    Όσον αφορά την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, η οποία έχει εφαρμογή στο δίκαιο δημόσιας διοικήσεως της Ένωσης, η εν λόγω αρχή παραβιάζεται όταν δύο κατηγορίες προσώπων των οποίων η νομική και πραγματική κατάσταση δεν παρουσιάζει ουσιώδεις διαφορές αντιμετωπίζονται διαφορετικά, χωρίς αυτό να δικαιολογείται αντικειμενικώς. Κατά τη θέσπιση κανόνων που εφαρμόζονται μεταξύ άλλων στη δημόσια διοίκηση της Ένωσης, ο νομοθέτης δεσμεύεται από τη γενική αρχή της ίσης μεταχειρίσεως (βλ. απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 2015, Επιτροπή κατά Verile και Gjergji, T‑104/14 P, EU:T:2015:776, σκέψη 176 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

117    Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η ΑΔΑ διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως κατά τον καθορισμό των προϋποθέσεων συμμετοχής στους διαγωνισμούς με γνώμονα το συμφέρον της υπηρεσίας (βλ., συναφώς, απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2001, Van Huffel κατά Επιτροπής, T‑142/00, EU:T:2001:268, σκέψη 52 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Επομένως, δεν θα μπορούσε να συναχθεί ότι η επίμαχη προκήρυξη διαγωνισμού παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως από μόνο το γεγονός ότι ορισμένοι άλλοι διαγωνισμοί για την πρόσληψη γλωσσομαθών νομικών, οι οποίοι διοργανώθηκαν, εξάλλου, μετά τον επίμαχο εν προκειμένω διαγωνισμό, δεν προέβλεψαν την ίδια με την επίμαχη εν προκειμένω προϋπόθεση ελάχιστης επαγγελματικής πείρας.

118    Επιπλέον, η FE δεν απέδειξε ότι, από την άποψη, μεταξύ άλλων, του συμφέροντος της υπηρεσίας, οι υποψήφιοι του επίμαχου διαγωνισμού βρίσκονταν στην ίδια νομική και πραγματική κατάσταση με τους υποψηφίους των άλλων αναφερθέντων διαγωνισμών για την πρόσληψη γλωσσομαθών νομικών.

119    Ως εκ τούτου, η επίμαχη προκήρυξη διαγωνισμού δεν αντίκειται στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.

120    Τέταρτον, όσον αφορά το αίτημα αποζημιώσεως, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όταν η ζημία την οποία επικαλείται ο προσφεύγων-ενάγων οφείλεται στην έκδοση αποφάσεως της οποίας ζητείται η ακύρωση, η απόρριψη του αιτήματος ακυρώσεως συνεπάγεται, κατ’ αρχήν, την απόρριψη του αιτήματος αποζημιώσεως, εφόσον αυτά συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους (βλ. απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2013, Andres κ.λπ. κατά ΕΚΤ, F‑15/10, EU:F:2013:194, σκέψη 420 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

121    Εν προκειμένω, πρέπει να σημειωθεί ότι η ζημία την οποία επικαλείται η FE οφείλεται στην προβαλλόμενη έλλειψη νομιμότητας της επίδικης αποφάσεως της ΑΔΑ και ότι το αίτημα ακυρώσεως απορρίφθηκε. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα αποζημιώσεως της FE.

122    Από το σύνολο όλων των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η ασκηθείσα στον πρώτο βαθμό προσφυγή‑αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

 Επί των δικαστικών εξόδων

123    Κατά το άρθρο 211, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η αίτηση αναιρέσεως γίνεται δεκτή και το Γενικό Δικαστήριο κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά, αυτό αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων. Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, που εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 211, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επίσης, όπως προκύπτει από το άρθρο 211, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, στις αναιρέσεις που ασκούνται από τα όργανα, αυτά φέρουν τα έξοδά τους, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 135, παράγραφος 2, του ίδιου Κανονισμού.

124    Εν προκειμένω, η Επιτροπή και η FE πρέπει να φέρουν τα έξοδά τους στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας. Όσον αφορά τη διαδικασία στον πρώτο βαθμό, η FE πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, δεδομένου ότι ηττήθηκε πλήρως και η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της στα δικαστικά έξοδα.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (αναιρετικό τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Αναιρεί τα σημεία 1, 2 και 4 του διατακτικού της αποφάσεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώτο τμήμα) της 6ης Οκτωβρίου 2015, FE κατά Επιτροπής (F‑119/14).

2)      Απορρίπτει την προσφυγήαγωγή που άσκησε η FE ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης στην υπόθεση F‑119/14.

3)      Έκαστος διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας.

4)      Καταδικάζει την FE στα δικαστικά έξοδα της ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης διαδικασίας, περιλαμβανομένων των εξόδων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Jaeger

Prek

Frimodt Nielsen

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 15 Σεπτεμβρίου 2017.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.