Language of document : ECLI:EU:C:2017:709

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ένατο τμήμα)

της 21ης Σεπτεμβρίου 2017 (*)

«Αίτηση αναιρέσεως – Συμπράξεις – Ιταλοί παραγωγοί ράβδων οπλισμού σκυροδέματος – Kαθορισμός των τιμών, καθώς και περιορισμός και έλεγχος της παραγωγής και των πωλήσεων – Παράβαση του άρθρου 65 ΑΧ – Ακύρωση της αρχικής αποφάσεως από το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Επανέκδοση της αποφάσεως βάσει του κανονισμού (EK) 1/2003 – Έλλειψη νέας ανακοινώσεως των αιτιάσεων – Μη διενέργεια ακροάσεως μετά την ακύρωση της αρχικής αποφάσεως – Διάρκεια των επιμέρους σταδίων της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασίας»

Στην υπόθεση C‑85/15 P,

με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 19 Φεβρουαρίου 2015,

Feralpi Holding SpA, με έδρα τη Brescia (Ιταλία), εκπροσωπούμενη από τους G. M. Roberti και I. Perego, avvocati,

αναιρεσείουσα,

όπου ο έτερος διάδικος είναι η

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους L. Malferrari και P. Rossi, επικουρούμενους από τον M. Moretto, avvocato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,

καθής πρωτοδίκως,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα),

συγκείμενο από τους E. Juhász, πρόεδρο τμήματος, C. Vajda (εισηγητή) και Κ. Λυκούργο, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: N. Wahl

γραμματέας: V. Giacobbo-Peyronnel, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 20ής Οκτωβρίου 2016,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 8ης Δεκεμβρίου 2016,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με την αίτηση αναιρέσεως, η Feralpi Holding SpA (στο εξής: Feralpi) ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 9ης Δεκεμβρίου 2014, Feralpi κατά Επιτροπής (T‑70/10, μη δημοσιευθείσα, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:T:2014:1031), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως C(2009) 7492 τελικό της Επιτροπής, της 30ής Σεπτεμβρίου 2009, σχετικά με παράβαση του άρθρου 65 ΑΧ (COMP/37.956 – ράβδοι οπλισμού σκυροδέματος – επανέκδοση, στο εξής: απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2009), ως έχει μετά την τροποποίησή της με την απόφαση C(2009) 9912 τελικό της Επιτροπής, της 8ης Δεκεμβρίου 2009 (στο εξής: τροποποιητική απόφαση) (απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2009, όπως τροποποιήθηκε με την τροποποιητική απόφαση, στο εξής: επίδικη απόφαση).

 Το ιστορικό της διαφοράς και η επίδικη απόφαση

2        Το ιστορικό της διαφοράς εκτίθεται στις σκέψεις 16 έως 21 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως:

«16      Από τον Οκτώβριο μέχρι τον Δεκέμβριο του 2000, η Επιτροπή διενήργησε, σύμφωνα με άρθρο 47 ΑΧ, ελέγχους σε ιταλικές επιχειρήσεις που κατασκευάζουν ράβδους σκυροδέματος και σε μια ένωση ιταλικών σιδηρουργικών επιχειρήσεων [Federacciai]. Τους απηύθηνε επίσης αιτήματα παροχής πληροφοριών, δυνάμει του άρθρου 47 ΑΧ [...]

17      Στις 26 Μαρτίου 2002, η Επιτροπή κίνησε τη διοικητική διαδικασία και διατύπωσε αιτιάσεις στο πλαίσιο του άρθρου 36 ΑΧ (στο εξής: ανακοίνωση των αιτιάσεων) [...] Η [Feralpi] κατέθεσε γραπτές παρατηρήσεις επί της ανακοινώσεως των αιτιάσεων. Στις 13 Ιουνίου 2002 πραγματοποιήθηκε σχετική ακρόαση [...]

18      Στις 12 Αυγούστου 2002, η Επιτροπή διατύπωσε συμπληρωματικές αιτιάσεις (στο εξής: ανακοίνωση συμπληρωματικών αιτιάσεων), απευθυνόμενες στους αποδέκτες της ανακοινώσεως των αιτιάσεων [...] Στην ανακοίνωση συμπληρωματικών αιτιάσεων, στηριζόμενη στο άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων [81 ΕΚ] και [82 ΕΚ] [ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25], η Επιτροπή εξήγησε τη θέση της σχετικά με τη συνέχιση της διαδικασίας μετά τη λήξη της ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑX. Συναφώς, τάχθηκε προθεσμία στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις για να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους και διοργανώθηκε δεύτερη ακρόαση παρουσία των εκπροσώπων των κρατών μελών στις 30 Σεπτεμβρίου 2002 [...]. Η [Feralpi] απάντησε στην ανακοίνωση συμπληρωματικών αιτιάσεων στις 20 Σεπτεμβρίου 2002.

19      Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση C(2002) 5087 τελικό της 17ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 65 ΑΧ (υπόθεση COMP/37.956 – ράβδοι οπλισμού σκυροδέματος) (στο εξής: απόφαση του 2002), με την οποία διαπίστωσε ότι οι αποδέκτριες της αποφάσεως αυτής επιχειρήσεις είχαν συστήσει μιαν ενιαία, σύνθετη και διαρκή σύμπραξη στην ιταλική αγορά του χάλυβα οπλισμού σκυροδέματος σε ράβδους ή σε ρόλους, η οποία είχε ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα τον καθορισμό των τιμών και η οποία προκάλεσε επίσης εναρμονισμένο περιορισμό ή έλεγχο της παραγωγής ή των πωλήσεων, αντίθετο προς το άρθρο 65, παράγραφος 1, ΑΧ [...] Με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή επέβαλε στη [Feralpi] πρόστιμο ύψους 10,25 εκατομμυρίων ευρώ.

20      Στις 4 Μαρτίου 2003 η [Feralpi] άσκησε προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου κατά της αποφάσεως του 2002. Με απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 25ης Οκτωβρίου 2007, Feralpi Siderurgica κατά Επιτροπής (T‑77/03, [μη δημοσιευθείσα, EU:T:2007:319]), το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση του 2002. Το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι, λαμβανομένου ιδίως υπόψη του γεγονότος ότι η απόφαση του 2002 δεν περιελάμβανε καμία αναφορά στο άρθρο 3 και στο άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17, η απόφαση αυτή στηριζόταν αποκλειστικά στο άρθρο 65, παράγραφοι 4 και 5, ΑΧ [...] Δεδομένου ότι οι εν λόγω διατάξεις είχαν παύσει να ισχύουν στις 23 Ιουλίου 2002, η Επιτροπή δεν μπορούσε πλέον να στηρίξει την αρμοδιότητά της σε αυτές, λόγω λήξεως της ισχύος τους κατά τον χρόνο της εκδόσεως της αποφάσεως του 2002, προκειμένου να διαπιστώσει παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, ΑΧ και να επιβάλει πρόστιμα στις επιχειρήσεις που είχαν μετάσχει στην ως άνω παράβαση [...]

21      Με έγγραφο της 30ής Ιουνίου 2008, η Επιτροπή πληροφόρησε τη [Feralpi] και τις λοιπές εμπλεκόμενες επιχειρήσεις για την πρόθεσή της να εκδώσει εκ νέου απόφαση, τροποποιώντας τη νομική βάση σε σχέση με την επιλεγείσα για την απόφαση του 2002. Ακόμη διευκρίνισε ότι, λαμβανομένης υπόψη της περιορισμένης εμβέλειας της αποφάσεως [της 25ης Οκτωβρίου 2007,] Feralpi Siderurgica κατά Επιτροπής[, (T‑77/03, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2007:319)], η νέα απόφαση θα στηριζόταν στις αποδείξεις που περιλαμβάνονταν στην ανακοίνωση των αιτιάσεων και στην ανακοίνωση συμπληρωματικών αιτιάσεων. Συναφώς, τάχθηκε προθεσμία στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις για να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους [...]. Η Feralpi απάντησε στο έγγραφο αυτό στις 31 Ιουλίου 2008. Το έγγραφο της 30ής Ιουνίου 2008 ακολούθησαν διάφορα άλλα αιτήματα παροχής πληροφοριών, στα οποία η [Feralpi] απάντησε όπως της είχε ζητηθεί.»

3        Με την απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2009, η Επιτροπή θεώρησε, μεταξύ άλλων, ότι ο κανονισμός (EK) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα [101 και 102 ΣΛΕΕ] (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1), είχε την έννοια ότι της παρείχε τη δυνατότητα να διαπιστώσει, μετά τις 23 Ιουλίου 2002, τις συμπράξεις στους τομείς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚΑX ratione materiae και ratione temporis. Σημείωσε ότι η ως άνω απόφαση είχε εκδοθεί σύμφωνα με τους διαδικαστικούς κανόνες της Συνθήκης ΕΚ καθώς και του εν λόγω κανονισμού και ότι οι ουσιαστικές διατάξεις που δεν ίσχυαν πλέον κατά την ημερομηνία εκδόσεως μιας πράξεως μπορούσαν να έχουν εφαρμογή δυνάμει των αρχών που διέπουν τη χρονική διαδοχή των κανόνων, με την επιφύλαξη της εφαρμογής της γενικής αρχής της lex mitior.

4        Το άρθρο 1 της εν λόγω αποφάσεως ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι η Feralpi είχε παραβεί το άρθρο 65, παράγραφος 1, ΑΧ μετέχοντας, από τις 6 Δεκεμβρίου 1989 μέχρι τις 27 Ιουνίου 2000, σε διαρκή συμφωνία και/ή σε εναρμονισμένες πρακτικές σχετικά με χάλυβα οπλισμού σκυροδέματος σε ράβδους ή σε ρόλους, που είχαν ως αντικείμενο και/ή ως αποτέλεσμα τον καθορισμό των τιμών και τον περιορισμό και/ή τον έλεγχο της παραγωγής ή των πωλήσεων στην κοινή αγορά. Με το άρθρο 2 της ίδιας αποφάσεως, η Επιτροπή επέβαλε στη Feralpi πρόστιμο ύψους 10,25 εκατομμυρίων ευρώ.

5        Με έγγραφα αποσταλέντα μεταξύ 20 και 23 Νοεμβρίου 2009, οκτώ από τις ένδεκα εταιρίες που είναι αποδέκτριες της αποφάσεως της 30ής Σεπτεμβρίου 2009, περιλαμβανομένης της Feralpi, ανέφεραν στην Επιτροπή ότι το παράρτημα της αποφάσεως αυτής, όπως είχε κοινοποιηθεί στους αποδέκτες της, δεν περιελάμβανε πίνακες που να απεικονίζουν τις μεταβολές των τιμών.

6        Στις 8 Δεκεμβρίου 2009, η Επιτροπή εξέδωσε την τροποποιητική απόφαση, η οποία περιελάμβανε στο παράρτημά της τους ελλείποντες πίνακες και διόρθωνε τις αριθμημένες παραπομπές στους εν λόγω πίνακες σε οκτώ υποσημειώσεις.

 Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

7        Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 19 Φεβρουαρίου 2010, η Feralpi άσκησε προσφυγή ζητώντας, αφενός, να διατάξει το Γενικό Δικαστήριο τα μέτρα που κρίνει σκόπιμα προς εξακρίβωση της τηρήσεως της αρχής της συλλογικότητας κατά τη διαδικασία εκδόσεως της επίδικης αποφάσεως και, αφετέρου, την ακύρωση της αποφάσεως αυτής.

8        Προς στήριξη της προσφυγής της, η Feralpi προέβαλε επτά λόγους στηριζόμενους, πρώτον, σε παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως και σε παραβίαση της αρχής της συλλογικότητας, καθώς και σε πλημμέλεια της διαδικασίας επανεκδόσεως της αποφάσεως του 2002, δεύτερον, στον απρόσφορο χαρακτήρα της νομικής βάσεως της επίδικης αποφάσεως, τρίτον, σε προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και παραβίαση των αρχών της χρηστής διοικήσεως, της αναλογικότητας και της ισότητας των όπλων, τέταρτον, σε παράβαση των κριτηρίων καταλογισμού, σε εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και σε μη διεξαγωγή έρευνας και έλλειψη αιτιολογίας, πέμπτον, σε εσφαλμένο προσδιορισμό της σχετικής αγοράς, έκτον, σε εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, σε παράβαση του άρθρου 65 ΑΧ, σε παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων και του άρθρου 296 ΣΛΕΕ και, έβδομον, σε εσφαλμένο καθορισμό του ύψους του προστίμου.

9        Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της Feralpi.

 Τα αιτήματα των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου

10      Με την αίτηση αναιρέσεως, η Feralpi ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να αναιρέσει, εν όλω ή εν μέρει, την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση καθόσον απέρριψε την προσφυγή της Feralpi στην υπόθεση T‑70/10 και, κατά συνέπεια

–        να ακυρώσει, εν όλω ή εν μέρει, την επίδικη απόφαση·

–        και/ή να ακυρώσει ή τουλάχιστον να μειώσει το πρόστιμο που επιβλήθηκε στη Feralpi με την επίδικη απόφαση·

–        επικουρικώς, να αναιρέσει, εν όλω ή εν μέρει, την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση καθόσον απέρριψε την προσφυγή της Feralpi στην υπόθεση T‑70/10 και να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου για να αποφανθεί αυτό επί της ουσίας της υποθέσεως με γνώμονα τα στοιχεία που θα του παράσχει το Δικαστήριο·

–        εν πάση περιπτώσει, να μειώσει το πρόστιμο που επιβλήθηκε στη Feralpi με την επίδικη απόφαση, λόγω της υπερβολικής διάρκειας της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού δικαστηρίου, και

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.

11      Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και

–        να καταδικάσει τη Feralpi στα δικαστικά έξοδα.

 Επί του αιτήματος επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας

12      Η προφορική διαδικασία περατώθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 2016 μετά την ανάπτυξη των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα. Με έγγραφο της 27ης Ιανουαρίου 2017, που κατατέθηκε την ίδια ημέρα στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να διατάξει την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας και να προσθέσει στη δικογραφία τα πραγματικά στοιχεία που εξέθεσε με το αίτημά της, καθώς και τα έγγραφα που συνάπτονται στο σχετικό δικόγραφο.

13      Προς στήριξη του αιτήματος αυτού η Επιτροπή υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το Δικαστήριο δεν έχει αρκούντως διαφωτισθεί επί των πραγματικών περιστάσεων που αφορούν τις ακροάσεις της 13ης Ιουνίου και της 30ής Σεπτεμβρίου 2002, στις οποίες ο γενικός εισαγγελέας στηρίζει την πρότασή του, καθόσον οι περιστάσεις αυτές δεν συζητήθηκαν ειδικά μεταξύ των διαδίκων.

14      Το Δικαστήριο, βάσει του άρθρου 83 του Κανονισμού Διαδικασίας του, έχει τη δυνατότητα να διατάξει οποτεδήποτε, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, ιδίως αν η υπόθεση πρέπει να κριθεί βάσει νομικού επιχειρήματος επί του οποίου δεν διεξήχθη συζήτηση μεταξύ των διαδίκων.

15      Εντούτοις, πρέπει να υπομνησθεί ότι το αντικείμενο της αιτήσεως αναιρέσεως προσδιορίζεται καταρχήν από τους λόγους και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Εν προκειμένω, οι διάδικοι είχαν επαρκώς τη δυνατότητα να συζητήσουν τους λόγους και τα επιχειρήματα αυτά με τα υπομνήματά τους και κατά την κοινή επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 20ής Οκτωβρίου 2016 στις υποθέσεις C‑85/15 P έως C‑89/15 P.

16      Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, κρίνει ότι παρέλκει η επανάληψη της προφορικής διαδικασίας.

 Επί της αιτήσεως αναιρέσεως

17      Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, η Feralpi προβάλλει έξι λόγους που στηρίζονται, πρώτον, σε παραβίαση της αρχής της συλλογικότητας, δεύτερον, σε προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, σε παράβαση του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπογράφηκε στο Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, του άρθρου 10 του κανονισμού (EK) 773/2004 της Επιτροπής, της 7ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη διεξαγωγή από την Επιτροπή των διαδικασιών δυνάμει των άρθρων [101 και 102 ΣΛΕΕ] (ΕΕ 2004, L 123, σ. 18), καθώς και σε έλλειψη αιτιολογίας, τρίτον, σε παράβαση του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, καθώς και του άρθρου 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) λόγω της υπερβολικής διάρκειας της διοικητικής διαδικασίας, καθώς και σε έλλειψη αιτιολογίας, τέταρτον, σε παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, ΑΧ, σε παραβίαση των αρχών που διέπουν το βάρος αποδείξεως, της αρχής του τεκμηρίου αθωότητας, καθώς και σε παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών και σε έλλειψη αιτιολογίας, πέμπτον, σε παράβαση των άρθρων 23 και 31 του κανονισμού 1/2003, των κατευθυντηρίων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑX (ΕΕ 1998, C 9, σ. 3), σε παραβίαση των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως και της αναλογικότητας, καθώς και σε έλλειψη αιτιολογίας και, έκτον, σε υπερβολική διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

 Επί του δευτέρου λόγου

 Επιχειρήματα των διαδίκων

18      Με τον δεύτερο λόγο, που πρέπει να εξεταστεί πρώτα, η Feralpi υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο, εκτιμώντας ότι δεν ήταν αναγκαία μια νέα ανακοίνωση των αιτιάσεων πριν από την έκδοση της επίδικης αποφάσεως, προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνάς της τα οποία διασφαλίζει το άρθρο 10 του κανονισμού 773/2004. Καθόσον, όπως επιβεβαιώνεται από το έγγραφο της Επιτροπής της 30ής Ιουνίου 2008 με το οποίο καλούνταν οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους, οι επιχειρήσεις αυτές είχαν δικαίωμα ακροάσεως, η Επιτροπή όφειλε να ακολουθήσει όλα τα διαδικαστικά στάδια που προβλέπει ο κανονισμός 773/2004, ήτοι να προβεί σε κοινοποίηση νέας ανακοινώσεως των αιτιάσεων και να παράσχει τη δυνατότητα στις εν λόγω επιχειρήσεις να ασκήσουν το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο, καθώς και, κατόπιν σχετικής αιτήσεως, το δικαίωμά τους για διεξαγωγή ακροάσεως.

19      Η Επιτροπή φρονεί ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι, δεδομένου ότι η πλημμέλεια η οποία επηρέαζε το κύρος της αποφάσεως του 2002 επήλθε κατά την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως αυτής, δεν εθίγη το κύρος των προπαρασκευαστικών πράξεων, έτσι ώστε η ακύρωση της αποφάσεως αυτής να μην απαιτεί νέα ανακοίνωση των αιτιάσεων πριν από την έκδοση της επίδικης αποφάσεως. Το θεσμικό αυτό όργανο σημειώνει ότι η μεταβολή της νομικής βάσεως όσον αφορά την αρμοδιότητά του προς επιβολή προστίμων δεν είχε καμία συνέπεια επί της θέσεως της Feralpi και ότι η τελευταία αυτή εταιρία είχε τη δυνατότητα, απαντώντας στην ανακοίνωση συμπληρωματικών αιτιάσεων, να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της τόσο επί του ανωτάτου ορίου του προστίμου το οποίο μπορούσε να επιβάλει η Επιτροπή όσο και επί της νομικής βάσεως στην οποία στηριζόταν η σχετική δυνατότητα της Επιτροπής.

20      Όσον αφορά το έγγραφο της 30ής Ιουνίου 2008, το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την Επιτροπή, στη σκέψη 140 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το έγγραφο αυτό ανέφερε ότι η Επιτροπή εκτιμούσε ότι δεν ήταν αναγκαία μια νέα ανακοίνωση των αιτιάσεων. Αντιθέτως, δεν θεώρησε ότι το έγγραφο αυτό συνιστούσε μια κατά κυριολεξία ανακοίνωση των αιτιάσεων. Ορθώς το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, δεδομένου ότι η ακύρωση της αποφάσεως του 2002 δεν είχε επηρεάσει το κύρος της ανακοινώσεως των αιτιάσεων και της ανακοινώσεως συμπληρωματικών αιτιάσεων, επί των οποίων οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις είχαν ήδη τη δυνατότητα να εκφράσουν την άποψή τους, η Επιτροπή μπορούσε να περιοριστεί, στο ως άνω έγγραφο, στο να τις ενημερώσει για την πρόθεσή της να επανεκδώσει την απόφαση αυτή στηριζόμενη σε άλλη νομική βάση.

21      Επιπλέον, η απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2002, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑238/99 P, C‑244/99 P, C‑245/99 P, C‑247/99 P, C‑250/99 P έως C‑252/99 P και C‑254/99 P, EU:C:2002:582), την οποία παραθέτει το Γενικό Δικαστήριο, είναι κρίσιμη εν προκειμένω, δεδομένου ότι η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση αυτή αφορούσε την ανακάλυψη διαδικαστικής πλημμέλειας επελθούσας κατά τη διάρκεια του σταδίου εκδόσεως της σχετικής αποφάσεως, η οποία δεν είχε οδηγήσει στην ακυρότητα των διαδικαστικών πράξεων.

22      Η Επιτροπή εκθέτει ότι και η ανακοίνωση συμπληρωματικών αιτιάσεων ήταν έγκυρη. Όπως έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 135 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η ως άνω ανακοίνωση στηρίχθηκε στους διαδικαστικούς κανόνες της Συνθήκης ΕΚ οι οποίοι ίσχυαν τον χρόνο εκείνο, οπότε το κύρος της δεν επηρεάζεται από την ακύρωση της αποφάσεως του 2002.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

23      Η Feralpi προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο, κατ’ ουσίαν, ότι δεν έκρινε ότι η Επιτροπή είχε παραβεί την υποχρέωση τηρήσεως όλων των διαδικαστικών σταδίων που προβλέπει ο κανονισμός 773/2004, περιλαμβανομένης της κοινοποιήσεως στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις νέας ανακοινώσεως των αιτιάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 10 του κανονισμού αυτού, καθώς και τη δυνατότητα της Feralpi να ασκήσει το δικαίωμά της για διεξαγωγή ακροάσεως με τη συμμετοχή των αρμόδιων για τον ανταγωνισμό αρχών των κρατών μελών, πριν από την έκδοση της επίδικης αποφάσεως.

24      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως του 2002, η Επιτροπή είχε απευθύνει στις 26 Μαρτίου 2002 στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένης της Feralpi, την ανακοίνωση των αιτιάσεων, δυνάμει του άρθρου 36 ΑΧ. Η σχετική ακρόαση πραγματοποιήθηκε στις 13 Ιουνίου 2002. Μετά τη λήξη της ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ, η Επιτροπή απέστειλε στις 12 Αυγούστου 2002 στις εν λόγω επιχειρήσεις ανακοίνωση συμπληρωματικών αιτιάσεων, στηριζόμενη στο άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 17, με την οποία εξήγησε τη θέση της, λαμβανομένης υπόψη της ως άνω τροποποιήσεως του νομικού πλαισίου, και κάλεσε τις τελευταίες να γνωρίσουν την άποψή τους όσον αφορά τις προαναφερθείσες συμπληρωματικές αιτιάσεις. Στις 30 Σεπτεμβρίου 2002 πραγματοποιήθηκε ακρόαση παρουσία των εκπροσώπων των κρατών μελών.

25      Κατόπιν της ακυρώσεως της αποφάσεως του 2002, η Επιτροπή, με έγγραφο της 30ής Ιουνίου 2008, πληροφόρησε τη Feralpi και τις άλλες εμπλεκόμενες επιχειρήσεις για την πρόθεσή της να επανεκδώσει την απόφαση αυτή στηριζόμενη στον κανονισμό 1/2003 ως νομική βάση, σύμφωνα με τους διαδικαστικούς κανόνες τους οποίους προβλέπει ο κανονισμός αυτός.

26      Λαμβανομένης υπόψη της ως άνω εξελίξεως της διαδικασίας, πρέπει να εξεταστεί αν η Επιτροπή, αντιθέτως προς όσα συνεπέρανε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 142 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, είχε την υποχρέωση, κατόπιν της ακυρώσεως της αποφάσεως του 2002, να κινήσει και πάλι τη διαδικασία και να εκδώσει νέα ανακοίνωση των αιτιάσεων, καθώς και να διοργανώσει νέα ακρόαση.

27      Κατά πάγια νομολογία, οι διαδικαστικοί κανόνες αρχίζουν γενικά να εφαρμόζονται την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος τους (αποφάσεις της 29ης Μαρτίου 2011, ArcelorMittal Luxembourg κατά Επιτροπής και Επιτροπή κατά ArcelorMittal Luxembourg κ.λπ., C‑201/09 P και C‑216/09 P, EU:C:2011:190, σκέψη 75 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, της 29ης Μαρτίου 2011, ThyssenKrupp Nirosta κατά Επιτροπής, C‑352/09 P, EU:C:2011:191, σκέψη 88, καθώς και της 11ης Δεκεμβρίου 2012, Επιτροπή κατά Ισπανίας, C‑610/10, EU:C:2012:781, σκέψη 45), ακόμα και σε διαδικασία που έχει μεν κινηθεί πριν από την εν λόγω ημερομηνία αλλά που εξακολουθεί να εκκρεμεί μετά από αυτήν (βλ., συναφώς, απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2012, Επιτροπή κατά Ισπανίας, C‑610/10, EU:C:2012:781, σκέψη 47).

28      Εν προκειμένω, δεδομένου ότι η επίδικη απόφαση εκδόθηκε βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, και του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, η διαδικασία που οδήγησε στην απόφαση αυτή έπρεπε να διεξαχθεί σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό, καθώς και με τον κανονισμό 773/2004, του οποίου ο κανονισμός 1/2003 αποτελεί τη νομική βάση (βλ., συναφώς, απόφαση της 29ης Μαρτίου 2011, ThyssenKrupp Nirosta κατά Επιτροπής, C‑352/09 P, EU:C:2011:191, σκέψη 90), παρά το γεγονός ότι η διαδικασία αυτή είχε κινηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού 1/2003.

29      Το άρθρο 10, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 773/2004, σε συνάρτηση με το άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 το οποίο εφαρμόζει, προβλέπει ότι, προτού εκδοθεί απόφαση δυνάμει, ιδίως, του άρθρου 7 του τελευταίου αυτού κανονισμού, η Επιτροπή κοινοποιεί στους ενδιαφερομένους ανακοίνωση των αιτιάσεων παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να γνωρίσουν την άποψή τους εντός προθεσμίας που η ίδια καθορίζει.

30      Όπως óμως τόνισε το Γενικό Δικαστήριο κατ’ ουσίαν στις σκέψεις 136 και 137 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, εν προκειμένω, η Επιτροπή είχε ήδη απευθύνει στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις την ανακοίνωση των αιτιάσεων και την ανακοίνωση συμπληρωματικών αιτιάσεων, ενώ, σε σχέση με τις ανακοινώσεις αυτές, η επίδικη απόφαση δεν καταλόγιζε νέες πράξεις στη Feralpi ούτε τροποποιούσε αισθητά τα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τις προσαπτόμενες παραβάσεις. Εξάλλου, όπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 53 των προτάσεών του, δεν υπάρχει σημαντική διαφορά, όσον αφορά το περιεχόμενο, μεταξύ ανακοινώσεως των αιτιάσεων εκδοθείσας υπό το καθεστώς της Συνθήκης ΕΚΑX και ανακοινώσεως των αιτιάσεων εκδοθείσας σύμφωνα με τους κανονισμούς 17 και 1/2003. Κατά συνέπεια, δεν ήταν επιβεβλημένη η αποστολή νέας ανακοινώσεως των αιτιάσεων.

31      Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς αναφέρθηκε στη σκέψη 73 της αποφάσεως της 15ης Οκτωβρίου 2002, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑238/99 P, C‑244/99 P, C‑245/99 P, C‑247/99 P, C‑250/99 P έως C‑252/99 P και C‑254/99 P, EU:C:2002:582), όπου υπενθυμίζεται ότι η ακύρωση πράξεως της Ένωσης δεν επηρεάζει κατ’ ανάγκη τις προπαρασκευαστικές πράξεις, δεδομένου ότι η διαδικασία αντικαταστάσεως μιας ακυρωθείσας πράξεως μπορεί καταρχήν να συνεχιστεί από το συγκεκριμένο σημείο στο οποίο σημειώθηκε η παρανομία.

32      Πράγματι, όπως διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 134 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η απόφαση του 2002 ακυρώθηκε λόγω αναρμοδιότητας της Επιτροπής προς έκδοσή της βάσει των διατάξεων της Συνθήκης ΕΚΑX, που δεν ίσχυε πλέον κατά την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως αυτής, οπότε η παρανομία επήλθε αυτήν ακριβώς την ημερομηνία. Κατά συνέπεια, η ως άνω ακύρωση δεν επηρέασε την ανακοίνωση των αιτιάσεων ούτε την ανακοίνωση συμπληρωματικών αιτιάσεων.

33      Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Feralpi, η νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 31 της παρούσας αποφάσεως δεν κατέστη μη εφαρμοστέα εν προκειμένω λόγω της τροποποιήσεως της νομικής βάσεως στην οποία στηρίχθηκαν τα επιβλήθέντα πρόστιμα, καθόσον οι συνέπειες της εν λόγω τροποποιήσεως της νομικής βάσεως είχαν ήδη ληφθεί υπόψη στις προπαρασκευαστικές πράξεις. Πράγματι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 18 και 138 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή είχε ενημερώσει τη Feralpi, με την ανακοίνωση συμπληρωματικών αιτιάσεων, που στηριζόταν στο άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 17, για τις συνέπειες τις οποίες η ίδια επρόκειτο να συναγάγει από τη λήξη της ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑX και η Feralpi είχε τη δυνατότητα να διατυπώσει συναφώς τις παρατηρήσεις της.

34      Επιπλέον, δεν αμφισβητείται ότι οι εν λόγω συνέπειες ουδόλως μεταβλήθηκαν με την κατάργηση του κανονισμού 17 και με την έναρξη της ισχύος του κανονισμού 1/2003, ορισμένες διατάξεις του οποίου συνιστούν τη νομική βάση της επίδικης αποφάσεως. Εν πάση περιπτώσει, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 50 των προτάσεών του, το άρθρο 34, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 και το άρθρο 19 του κανονισμού 773/2004 προβλέπουν, ως μεταβατικές διατάξεις, ότι οι διαδικαστικές πράξεις και τα διαδικαστικά μέτρα που έχουν ολοκληρωθεί κατ’ εφαρμογήν, αντιστοίχως, του κανονισμού 17 και του κανονισμού (ΕΚ) 2842/98 της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1998, σχετικά με τις ακροάσεις στο πλαίσιο ορισμένων διαδικασιών κατ’εφαρμογή των άρθρων [81] και [82] της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ 1998, L 354, σ. 18) εξακολουθούν να παράγουν αποτελέσματα για τους σκοπούς της εφαρμογής των πρώτων από τους κανονισμούς αυτούς.

35      Πρέπει επίσης να απορριφθεί το επιχείρημα της Feralpi κατά το οποίο η ακύρωση της αποφάσεως του 2002 λόγω της νομικής βάσεως στην οποία αυτή στηρίχθηκε επηρέασε κατ’ ανάγκη την παρατιθέμενη στην ανακοίνωση συμπληρωματικών αιτιάσεων νομική βάση στην οποία στηρίχθηκε η Επιτροπή για να εκδώσει την απόφαση αυτή. Πράγματι, αρκεί να υπομνησθεί ότι η απόφαση του 2002 βασιζόταν αποκλειστικά στο άρθρο 65, παράγραφοι 4 και 5, ΑΧ, ενώ η εν λόγω ανακοίνωση βασιζόταν στον κανονισμό 17.

36      Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο συμπεραίνοντας, στη σκέψη 142 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή ότι η Επιτροπή δεν είχε την υποχρέωση να εκδώσει νέα ανακοίνωση των αιτιάσεων.

37      Εντούτοις, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 55 των προτάσεών του, κατά το άρθρο 12 του κανονισμού 773/2004, η Επιτροπή οφείλει να παράσχει στους ενδιαφερομένους στους οποίους απηύθυνε ανακοίνωση των αιτιάσεων την ευκαιρία να αναπτύξουν τα επιχειρήματά τους στο πλαίσιο ακροάσεως, αν αυτοί το ζητήσουν με τις γραπτές παρατηρήσεις τους. Επομένως, καθόσον, όπως προκύπτει από τη σκέψη 32 της παρούσας αποφάσεως, η ανακοίνωση των αιτιάσεων και η ανακοίνωση συμπληρωματικών αιτιάσεων δεν επηρεάστηκαν από την ακύρωση της αποφάσεως του 2002, πρέπει να εξεταστεί αν η Επιτροπή έδωσε στους εν λόγω ενδιαφερομένους την ευκαιρία να αναπτύξουν τα επιχειρήματά τους στο πλαίσιο ακροάσεως διοργανωθείσας σύμφωνα με τις διαδικαστικές απαιτήσεις των κανονισμών 1/2003 και 773/2004, όπως ήταν υποχρεωμένη να πράξει.

38      Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι, υπό το διαδικαστικό καθεστώς του κανονισμού 1/2003, όπως αυτό επεξηγείται με τον κανονισμό 773/2004, στο άρθρο 14, παράγραφος 3, του τελευταίου αυτού κανονισμού προβλέπεται ότι οι αρμόδιες για τον ανταγωνισμό αρχές των κρατών μελών καλούνται να λάβουν μέρος στην ακρόαση η οποία, κατόπιν αιτήσεως των αποδεκτών μιας ανακοινώσεως των αιτιάσεων, έπεται της εκδόσεως της ανακοινώσεως αυτής.

39      Όσον αφορά, óμως, τις ακροάσεις που είχαν πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια του έτους 2002, οι εκπρόσωποι των κρατών μελών δεν είχαν συμμετάσχει σε αυτήν της 13ης Ιουνίου 2002, δεδομένου ότι μια τέτοια συμμετοχή δεν προβλεπόταν από την τότε ισχύουσα Συνθήκη ΕΚΑX. Δεν αμφισβητείται ότι η ως άνω ακρόαση αφορούσε την ουσία της υποθέσεως, ήτοι τις ενέργειες τις οποίες η Επιτροπή προσήψε στις επιχειρήσεις που ήταν αποδέκτριες της ανακοινώσεως των αιτιάσεων. Τούτο προκύπτει, ιδίως, από τα σημεία 379 έως 382 της επίδικης αποφάσεως και επιβεβαιώνεται στη σκέψη 148 των αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου της 9ης Δεκεμβρίου 2014, Alfa Acciai κατά Επιτροπής (T‑85/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:1037), καθώς και Ferriera Valsabbia και Valsabbia Investimenti κατά Επιτροπής (T‑92/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:1032).

40      Αντιθέτως, η ακρόαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2002, στην οποία είχαν κληθεί οι εκπρόσωποι των κρατών μελών σύμφωνα με τους έκτοτε εφαρμοστέους κανόνες της Συνθήκης ΕΚ, ειδικότερα σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 2842/98, αφορούσε το αντικείμενο της ανακοινώσεως συμπληρωματικών αιτιάσεων, ήτοι τις έννομες συνέπειες της λήξεως της ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑX για τη συνέχιση της διαδικασίας. Τούτο προκύπτει, αφενός, από την ως άνω ανακοίνωση που καλούσε ρητώς τους αποδέκτες της να γνωρίσουν την άποψή τους σχετικά με τις εν λόγω συμπληρωματικές αιτιάσεις. Αφετέρου, η Επιτροπή τόνισε στο σημείο 382 της επίδικης αποφάσεως ότι δεν είχε κρίνει αναγκαίο να επαναλάβει την ακρόαση της 13ης Ιουνίου 2002, κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων των κανονισμών 17 και 1/2003, δεδομένου ότι η εν λόγω ακρόαση, στην οποία δεν είχαν μετάσχει εκπρόσωποι των κρατών μελών, είχε διεξαχθεί σύμφωνα με τους κανόνες της Συνθήκης ΕΚΑX, οι οποίοι είχαν εφαρμογή κατά την ημερομηνία αυτή. Επιπλέον, κατά την κοινή επ’ ακροατηρίου συζήτηση στις υποθέσεις C‑85/15 P έως C‑89/15 P, η Επιτροπή, απαντώντας σε ερώτηση του Δικαστηρίου, επιβεβαίωσε ότι η ανακοίνωση συμπληρωματικών αιτιάσεων δεν συνεπαγόταν νέα εξέταση ούτε όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά ούτε όσον αφορά τις αποδείξεις που αποτελούσαν το αντικείμενο της διαδικασίας.

41      Εξ αυτού προκύπτει ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, οι εκπρόσωποι των κρατών μελών δεν είχαν μετάσχει σε ακρόαση σχετικά με την ουσία της υποθέσεως, αλλά ότι είχαν μετάσχει αποκλειστικά σε εκείνη η οποία αφορούσε τις έννομες συνέπειες της λήξεως της ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑX.

42      Σύμφωνα, óμως, με τη νομολογία που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 27 και 28 της παρούσας αποφάσεως, όταν μια απόφαση εκδίδεται δυνάμει του κανονισμού 1/2003, η διαδικασία που καταλήγει στην απόφαση αυτή πρέπει να είναι σύμφωνη προς τους διαδικαστικούς κανόνες που προβλέπονται από τον εν λόγω κανονισμό, ακόμα και αν η διαδικασία αυτή άρχισε πριν από την έναρξη της ισχύος του.

43      Επομένως, πριν εκδώσει την επίδικη απόφαση, η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 12 και 14 του κανονισμού 773/2004, να δώσει στους ενδιαφερομένους την ευκαιρία να αναπτύξουν τα επιχειρήματά τους κατά τη διάρκεια ακροάσεως στην οποία έχουν κληθεί οι αρμόδιες για τον ανταγωνισμό αρχές των κρατών μελών. Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η ακρόαση της 13ης Ιουνίου 2002, σχετική με την ουσία της υποθέσεως, ικανοποιεί τις βάσει του κανονισμού 1/2003 διαδικαστικές απαιτήσεις για την έκδοση αποφάσεως.

44      Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, στη σκέψη 142 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή, πριν από την έκδοση της επίδικης αποφάσεως, δεν είχε την υποχρέωση, να διοργανώσει νέα ακρόαση, με το αιτιολογικό ότι οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις είχαν ήδη τη δυνατότητα να αναπτύξουν προφορικώς την άποψή τους κατά τη διάρκεια των ακροάσεων της 13ης Ιουνίου και 30ής Σεπτεμβρίου 2002.

45      Λαμβανομένης υπόψη, όπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 56 και 57 των προτάσεών του, της σημασίας, στο πλαίσιο της διαδικασίας την οποία προβλέπουν οι κανονισμοί 1/2003 και 773/2004, της διοργανώσεως ακροάσεως, κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων, στην οποία καλούνται, σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 3, του τελευταίου κανονισμού, οι αρμόδιες για τον ανταγωνισμό αρχές των κρατών μελών, η παράλειψη διοργανώσεως μιας τέτοιας ακροάσεως συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου.

46      Καθόσον δεν έγινε σεβαστό το προβλεπόμενο από τον κανονισμό 773/2004 δικαίωμα για μια τέτοια ακρόαση, η επιχείρηση της οποίας τα δικαιώματα παραβιάστηκαν με τον τρόπο αυτόν δεν απαιτείται να αποδείξει ότι η εν λόγω παραβίαση μπορούσε να έχει συνέπειες σε βάρος της όσον αφορά την εξέλιξη της διαδικασίας και το περιεχόμενο της επίδικης αποφάσεως.

47      Επομένως, η ως άνω διαδικασία πάσχει οπωσδήποτε, ανεξαρτήτως των ενδεχομένως δυσμενών για τη Feralpi συνεπειών που μπορούν να απορρέουν από μια τέτοια παραβίαση (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 6ης Νοεμβρίου 2012, Επιτροπή κατά Éditions Odile Jacob, C‑553/10 P, C‑553/10 P και C‑554/10 P, EU:C:2012:682, σκέψεις 46 έως 52, καθώς και της 9ης Ιουνίου 2016, CEPSA κατά Επιτροπής, C‑608/13 P, EU:C:2016:414, σκέψη 36).

48      Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι πρέπει να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος που προβάλλει η Feralpi και, επομένως, να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να απαιτείται να εξεταστούν ο πρώτος, ο τρίτος, ο τέταρτος και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως.

 Επί του έκτου λόγου

 Επιχειρήματα των διαδίκων

49      Με τον έκτο λόγο, η Feralpi υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο προσέβαλε το δικαίωμά της να εκφράσει την άποψή της εντός εύλογου χρόνου, όπως αυτό θεσπίζεται στο άρθρο 47 του Χάρτη, καθόσον η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διήρκεσε τέσσερα έτη και δέκα μήνες, εκ των οποίων τρία έτη και τέσσερις μήνες μεταξύ του πέρατος της έγγραφης διαδικασίας και της διεξαγωγής της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.

50      Όσον αφορά την περιπλοκότητα της υποθέσεως, η Feralpi φρονεί ότι το Γενικό Δικαστήριο είχε ήδη γνώση των ζητημάτων που ανέκυπταν στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, λαμβανομένου ειδικότερα υπόψη τού ότι ο εισηγητής δικαστής ήταν ο ίδιος όπως και στην υπόθεση που κατέληξε στην απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2007, Feralpi Siderurgica κατά Επιτροπής (T‑77/03, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2007:319), του ότι οι λόγοι που προέβαλε η Feralpi δεν ενείχαν κάποια ιδιαίτερη δυσχέρεια, ότι οι εννέα προσφυγές κατά της επίδικης αποφάσεως στηρίζονταν σε αλληλοεπικαλυπτόμενους λόγους και του ότι το Γενικό Δικαστήριο είχε λάβει ένα μόνο μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας, θέτοντας ερώτηση στην Επιτροπή σχετικά με μια πτυχή της διαφοράς.

51      Κατά την αναιρεσείουσα, η συμπεριφορά των διαδίκων δεν είχε καμία επίπτωση στη διάρκεια της διαδικασίας, καθόσον στη Feralpi και στην Επιτροπή χορηγήθηκαν μόνον παρατάσεις ενός μηνός και δεκαπέντε ημερών, αντιστοίχως, για την κατάθεση των υπομνημάτων τους.

52      Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι παρήλθαν περισσότερα από δεκατέσσερα έτη μεταξύ των ελέγχων που διενήργησε η Επιτροπή το έτος 2000 και της εκδόσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η Feralpi, για λόγους οικονομίας της διαδικασίας και παρά την προσέγγιση που υιοθέτησε το Δικαστήριο στην απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2013, Gascogne Sack Deutschland κατά Επιτροπής (C‑40/12 P, EU:C:2013:768), ζητεί ήδη στο στάδιο της αποφάσεως του Δικαστηρίου αποκατάσταση της ζημίας που προκάλεσε η υπέρβαση του εύλογου χρόνου της διαδικασίας. Επικουρικώς, η Feralpi καλεί το Δικαστήριο να δεχθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη, πράγμα το οποίο συνιστά μια αρκούντως κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου αποσκοπούντος στο να παράσχει δικαιώματα στους ιδιώτες.

53      Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη του λόγου αυτού.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

54      Όσον αφορά το αίτημα της Feralpi να δεχθεί το Δικαστήριο είτε να της επιδικάσει αποζημίωση για τη ζημία που υποστηρίζει ότι υπέστη εξαιτίας της εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου παραβάσεως του άρθρου 47, δέυτερο εδάφιο, του Χάρτη, είτε να κρίνει ότι πράγματι διαπράχθηκε τέτοια παράβαση, πρέπει να υπομνησθεί ότι παράβαση από δικαστήριο της Ένωσης της προκύπτουσας από τη διάταξη αυτή υποχρεώσεώς του να εκδικάζει τις υποθέσεις των οποίων επιλαμβάνεται εντός εύλογου χρόνου πρέπει να έχει ως έννομη συνέπεια τη δυνατότητα αποζημιώσεως κατόπιν ασκήσεως σχετικής αγωγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, καθόσον μια τέτοια αγωγή αποτελεί αποτελεσματική θεραπεία της δημιουργηθείσας καταστάσεως. Ως εκ τούτου, αίτημα προς αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε λόγω της υπερβάσεως, εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου, της εύλογης διάρκειας της δίκης δεν μπορεί να προβληθεί απευθείας κατ’ αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά πρέπει να υποβληθεί στην κρίση του ίδιου του Γενικού Δικαστηρίου. Το Γενικό Δικαστήριο, βάσει της αρμοδιότητάς του σύμφωνα με το άρθρο 256, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και αφού επιληφθεί αγωγής αποζημιώσεως, υποχρεούται να αποφανθεί επί της αγωγής αυτής με δικαστικό σχηματισμό διαφορετικό εκείνου που αποφάνθηκε επί της ένδικης διαφοράς της οποίας η διάρκεια εκδικάσεως επικρίνεται (απόφαση της 9ης Ιουνίου 2016, Repsol Lubricantes y Especialidades κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑617/13 P, EU:C:2016:416, σκέψεις 98 και 99 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

55      Κατά συνέπεια, ο έκτος λόγος που προβάλλει η Feralpi πρέπει να απορριφθεί.

 Επί της προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου

56      Κατά το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αν η αναίρεση κριθεί βάσιμη, το Δικαστήριο αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου. Στην περίπτωση αυτή, μπορεί το ίδιο να αποφανθεί οριστικώς επί της διαφοράς, εφόσον αυτή είναι ώριμη προς εκδίκαση.

57      Εν προκειμένω, το Δικαστήριο έχει στη διάθεσή του τα στοιχεία που είναι απαραίτητα προκειμένου να αποφανθεί οριστικώς επί της προσφυγής ακυρώσεως που άσκησε η Feralpi ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

58      Συναφώς, αρκεί να σημειωθεί ότι, για τους λόγους που εκτίθενται στις σκέψεις 23 έως 47 της παρούσας αποφάσεως, η επίδικη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί καθόσον αφορά τη Feralpi, λόγω παραβάσεως ουσιώδους τύπου.

 Επί των δικαστικών εξόδων

59      Κατά το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως γίνεται δεκτή και το Δικαστήριο κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά, αυτό αποφαίνεται επί των εξόδων.

60      Το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο έχει εφαρμογή στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του ίδιου Κανονισμού, ορίζει ότι ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Feralpi δικαιώθηκε όσον αφορά την αίτηση αναιρέσεως και την προσφυγή της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, σύμφωνα με τα αιτήματα της Feralpi, η Επιτροπή πρέπει να φέρει, επιπλέον των δικαστικών της εξόδων, και εκείνα στα οποία υποβλήθηκε η Feralpi, τόσο σε πρώτο βαθμό όσο και στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (ένατο τμήμα) αποφασίζει:

1)      Αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 9ης Δεκεμβρίου 2014, Feralpi κατά Επιτροπής (T‑70/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:1031).

2)      Ακυρώνει την απόφαση C(2009) 7492 τελικό της Επιτροπής, της 30ής Σεπτεμβρίου 2009, σχετικά με παράβαση του άρθρου 65 ΑΧ (COMP/37.956 – ράβδοι οπλισμού σκυροδέματος – επανέκδοση), ως έχει μετά την τροποποίησή της με την απόφαση C(2009) 9912 τελικό της Επιτροπής, της 8ης Δεκεμβρίου 2009, καθόσον αφορά τη Feralpi Holding SpA.

3)      Καταδικάζει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να φέρει, επιπλέον των δικών της δικαστικών εξόδων, και εκείνα στα οποία υποβλήθηκε η Feralpi Holding SpA στο πλαίσιο τόσο της πρωτόδικης διαδικασίας όσο και της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.