Language of document : ECLI:EU:T:2017:694

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)

της 5ης Οκτωβρίου 2017 (*)

«Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας – Περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων λόγω της καταστάσεως στην Τυνησία – Μέτρα κατά προσώπων τα οποία ευθύνονται για παράνομη ιδιοποίηση δημοσίου χρήματος και προσώπων ή οντοτήτων που συνδέονται με αυτά – Δέσμευση κεφαλαίων – Κατάλογος των προσώπων, οντοτήτων και φορέων επί των οποίων εφαρμόζεται η δέσμευση κεφαλαίων – Διατήρηση της καταχωρίσεως του ονόματος του προσφεύγοντος στον κατάλογο – Ανεπαρκής πραγματική βάση – Πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως – Πλάνη περί το δίκαιο – Δικαίωμα της ιδιοκτησίας – Αρχή της χρηστής διοικήσεως – Εύλογη διάρκεια της δίκης – Τεκμήριο αθωότητας – Αίτημα προσαρμογής – Επιβεβαιωτική πράξη – Απαράδεκτο»

Στην υπόθεση T‑175/15,

Mohamed Marouen Ben Ali Ben Mohamed Mabrouk, κάτοικος Τύνιδας (Τυνησία), εκπροσωπούμενος από τους J.‑R. Farthouat, J.‑P. Mignard, N. Boulay, δικηγόρους, και S. Crosby, solicitor,

προσφεύγων,

κατά

Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενου αρχικά από τους A. de Elera‑San Miguel Hurtado και G. Étienne, στη συνέχεια από τον A. de Elera‑San Miguel Hurtado,

καθού,

με αντικείμενο προσφυγή δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως (ΚΕΠΠΑ) 2015/157 του Συμβουλίου, της 30ής Ιανουαρίου 2015, για την τροποποίηση της απόφασης 2011/72/ΚΕΠΠΑ για περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων λόγω της κατάστασης στην Τυνησία (ΕΕ 2015, L 26, σ. 29), στο μέτρο που αφορά τον προσφεύγοντα, της αποφάσεως του Συμβουλίου της 16ης Νοεμβρίου 2015 με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση του προσφεύγοντος της 29ης Μαΐου 2015 για διαγραφή του ονόματός του από τον κατάλογο ο οποίος έχει προσαρτηθεί στην απόφαση 2011/72/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 31ης Ιανουαρίου 2011, για περιοριστικά μέτρα ορισμένων προσώπων και οντοτήτων λόγω της κατάστασης στην Τυνησία (ΕΕ 2011, L 28, σ. 62), και της αποφάσεως (ΚΕΠΠΑ) 2016/119 του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2016, για την τροποποίηση της απόφασης 2011/72 (ΕΕ 2016, L 23, σ. 65), στο μέτρο που αφορά τον προσφεύγοντα,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους Δ. Γρατσία (εισηγητή), πρόεδρο, I. Labucka και I. Ulloa Rubio, δικαστές,

γραμματέας: L. Grzegorczyk, διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 14ης Δεκεμβρίου 2016,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

 Ιστορικό της διαφοράς και πραγματικό πλαίσιο

1        Στις 31 Ιανουαρίου 2011, κατόπιν των πολιτικών γεγονότων στην Τυνησία κατά τους μήνες Δεκέμβριο του 2010 και Ιανουάριο του 2011, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε, βάσει του άρθρου 29 ΣΕΕ, την απόφαση 2011/72/ΚΕΠΠΑ για περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων λόγω της κατάστασης στην Τυνησία (ΕΕ 2011, L 28, σ. 62).

2        Οι αιτιολογικές σκέψεις 1 και 2 της αποφάσεως 2011/72 έχουν ως εξής:

«(1)      Στις 31 Ιανουαρίου 2011, το Συμβούλιο επανέλαβε την πλήρη αλληλεγγύη και στήριξή του προς την Τυνησία και τον λαό της όσον αφορά τις προσπάθειες για εγκαθίδρυση σταθερής δημοκρατίας, κράτους δικαίου, δημοκρατικού πλουραλισμού και για πλήρη σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών.

(2)      Επίσης, το Συμβούλιο αποφάσισε να θεσπίσει περιοριστικά μέτρα κατά των προσώπων τα οποία είναι υπεύθυνα για παράνομη ιδιοποίηση τυνησιακών κρατικών κεφαλαίων και τα οποία με τον τρόπο αυτό στερούν από τον τυνησιακό λαό τα οφέλη της βιώσιμης ανάπτυξης της οικονομίας και της κοινωνίας τους και υπονομεύουν την ανάπτυξη της δημοκρατίας στη χώρα.»

3        Το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, της αποφάσεως 2011/72 ορίζει τα εξής:

«1.      Δεσμεύονται όλα τα κεφάλαια και όλοι οι οικονομικοί πόροι που βρίσκονται στην ιδιοκτησία ή κατοχή ή τελούν υπό τον έλεγχο προσώπων υπεύθυνων για παράνομη ιδιοποίηση τυνησιακών κρατικών κεφαλαίων και φυσικών ή νομικών προσώπων ή οντοτήτων συνδεδεμένων με αυτά, σύμφωνα με τον κατάλογο του παραρτήματος.

2.      Κανένα κεφάλαιο ή οικονομικός πόρος δεν διατίθεται, άμεσα ή έμμεσα, στα φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή οντότητες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα ή προς όφελός τους.»

4        Το άρθρο 2 της αποφάσεως 2011/72 ορίζει τα εξής:

«1.      Το Συμβούλιο, αποφασίζοντας κατόπιν προτάσεως κράτους μέλους ή του ύπατου εκπροσώπου της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας, καταρτίζει και τροποποιεί τον κατάλογο του παραρτήματος.

2.      Το Συμβούλιο γνωστοποιεί την απόφασή του στο πρόσωπο ή την οντότητα, μαζί με τους λόγους της καταχώρισης στον κατάλογο, είτε άμεσα, εάν η διεύθυνση είναι γνωστή, είτε με δημοσίευση σχετικής ανακοίνωσης, παρέχοντας τη δυνατότητα στο πρόσωπο ή την οντότητα να υποβάλει παρατηρήσεις.

3.      Όταν υποβάλλονται παρατηρήσεις ή εφόσον προκύπτουν νέα ουσιαστικά στοιχεία, το Συμβούλιο επανεξετάζει την απόφασή του και ενημερώνει ανάλογα το πρόσωπο ή την οντότητα.»

5        Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2011/72 ορίζει τα ακόλουθα:

«Το παράρτημα περιλαμβάνει τους λόγους καταχώρισης των προσώπων και των οντοτήτων στον κατάλογο.»

6        Το άρθρο 5 της αποφάσεως 2011/72, όπως ίσχυε αρχικά, όριζε τα εξής:

«Η παρούσα απόφαση ισχύει για περίοδο δώδεκα μηνών. Τελεί υπό διαρκή επανεξέταση. Ανανεώνεται ή τροποποιείται καταλλήλως εάν το Συμβούλιο κρίνει ότι οι στόχοι της δεν έχουν επιτευχθεί.»

7        Στον κατάλογο ο οποίος είχε αρχικά προσαρτηθεί στην απόφαση 2011/72 περιλαμβάνονταν αποκλειστικώς τα ονόματα του Zine el-Abidine Ben Hamda Ben Ali, πρώην προέδρου της Δημοκρατίας της Τυνησίας, και της Leïla Bent Mohammed Trabelsi, συζύγου του.

8        Στις 4 Φεβρουαρίου 2011, βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2011/72 και του άρθρου 31, παράγραφος 2, ΣΕΕ, το Συμβούλιο εξέδωσε την εκτελεστική απόφαση 2011/79/ΚΕΠΠΑ, για την εφαρμογή της απόφασης 2011/72 (ΕΕ 2011, L 31, σ. 40). Το άρθρο 1 αυτής της εκτελεστικής αποφάσεως προέβλεπε ότι το παράρτημα της αποφάσεως 2011/72 αντικαθίστατο από το κείμενο του παραρτήματος της εν λόγω εκτελεστικής αποφάσεως. Το παράρτημα αυτό περιλάμβανε τα ονόματα 48 φυσικών προσώπων, μεταξύ των οποίων, στην πρώτη και δεύτερη γραμμή, τα ονόματα των δύο προαναφερθέντων στη σκέψη 7 προσώπων και, στην εικοστή όγδοη γραμμή, το όνομα του προσφεύγοντος, Mohamed Marouen Ben Ali Ben Mohamed Mabrouk. Στην ίδια εικοστή όγδοη γραμμή του παραρτήματος αυτού αναφερόταν, στη στήλη με τίτλο «Στοιχεία ταυτοποίησης»: «Τυνήσιος, γεννηθείς στην Τύνιδα στις 11 Μαρτίου 1972, υιός της Jaouida El BEJI, σύζυγος της Sirine BEN ALI, Γενικός Διευθυντής εταιρείας, διεύθυνση 8 rue du Commandant Béjaoui – Carthage – Tunis, κάτοχος του ΕΔΤ αριθ. 04766495», και, στη στήλη με τίτλο «Λόγοι»: «Πρόσωπο για το οποίο διεξάγεται δικαστική έρευνα από τις τυνησιακές αρχές για απόκτηση κινητής και ακίνητης περιουσίας, άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών και κατοχή περιουσιακών στοιχείων σε διάφορες χώρες ως μέρος επιχειρήσεων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες».

9        Η αρχική καταχώριση του ονόματος του προσφεύγοντος στο παράρτημα της αποφάσεως 2011/72, όπως τροποποιήθηκε με την εκτελεστική απόφαση 2011/79, παρατάθηκε στη συνέχεια με την απόφαση 2012/50/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 27ης Ιανουαρίου 2012 (ΕΕ 2012, L 27, σ. 11), την απόφαση 2013/72/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 31ης Ιανουαρίου 2013 (ΕΕ 2013, L 32, σ. 20), και την απόφαση 2014/49/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 30ής Ιανουαρίου 2014 (ΕΕ 2014, L 28, σ. 38).

10      Κατόπιν των αποφάσεων της 28ης Μαΐου 2013, Trabelsi κ.λπ. κατά Συμβουλίου (T‑187/11, EU:T:2013:273), της 28ης Μαΐου 2013, Chiboub κατά Συμβουλίου (T‑188/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:274), και της 28ης Μαΐου 2013, Al Matri κατά Συμβουλίου (T‑200/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:275), το Συμβούλιο τροποποίησε τους λόγους καταχωρίσεως του ονόματος των προσώπων που αναφέρονται στον κατάλογο του παραρτήματος της αποφάσεως 2011/72, όπως τροποποιήθηκε με την εκτελεστική απόφαση 2011/79. Όσον αφορά τον προσφεύγοντα, οι λόγοι καταχωρίσεως του ονόματός του τροποποιήθηκαν με την απόφαση 2014/49 ως εξής: «Πρόσωπο για το οποίο διεξάγονται δικαστικές έρευνες από τις τυνησιακές αρχές για συνέργεια σε υπεξαίρεση στην υπηρεσία από δημόσιο αξιωματούχο, συνέργεια σε παράβαση καθήκοντος εκ μέρους κρατικού λειτουργού προκειμένου να παρασχεθεί αδικαιολόγητο πλεονέκτημα σε τρίτο πρόσωπο και να προκληθεί ζημία στο Δημόσιο και συνέργεια στην άσκηση παράνομης επιρροής σε κρατικό λειτουργό με σκοπό την εξασφάλιση άμεσων ή έμμεσων πλεονεκτημάτων σε τρίτους».

11      Με επιστολή της 12ης Ιανουαρίου 2015, το Συμβούλιο ενημέρωσε τον προσφεύγοντα ότι σχεδίαζε να παρατείνει εκ νέου τα κατʼ αυτού ληφθέντα περιοριστικά μέτρα. Επισύναψε στην επιστολή αυτή βεβαίωση χορηγηθείσα στις 19 Δεκεμβρίου 2014 από τις τυνησιακές αρχές, σχετικά με εκκρεμή δικαστική διαδικασία στην Τυνησία η οποία αφορούσε τον προσφεύγοντα. Με επιστολή της 15ης Ιανουαρίου 2015, ο προσφεύγων υπέβαλε τις παρατηρήσεις του και ζήτησε από το Συμβούλιο να τον διαγράψει από τον προσαρτημένο κατάλογο στην απόφαση 2011/72, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2014/49, για τους λόγους τους οποίους εξέθετε στην εν λόγω επιστολή.

12      Στις 30 Ιανουαρίου 2015, το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2015/157, για την τροποποίηση της απόφασης 2011/72 (ΕΕ 2015, L 26, σ. 29). Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως αυτής προβλέπει ότι το άρθρο 5 της αποφάσεως 2011/72 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Η παρούσα απόφαση εφαρμόζεται έως τις 31 Ιανουαρίου 2016. Τελεί υπό διαρκή επανεξέταση. Ανανεώνεται δε ή τροποποιείται αρμοδίως εφόσον το Συμβούλιο κρίνει ότι οι στόχοι δεν επιτεύχθηκαν». Το όνομα του προσφεύγοντος καθώς και οι σχετικοί λόγοι καταχωρίσεως διατηρήθηκαν στον προσαρτημένο κατάλογο στην απόφαση 2011/72, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2014/49.

13      Με επιστολή της 4ης Φεβρουαρίου 2015, το Συμβούλιο απάντησε στις από 15 Ιανουαρίου 2015 παρατηρήσεις του προσφεύγοντος. Κατʼ ουσίαν, θεώρησε ότι, για τους αναφερόμενους στην επιστολή αυτή λόγους, τα ληφθέντα κατά του προσφεύγοντος περιοριστικά μέτρα έπρεπε να παραμείνουν σε ισχύ και επισύναψε στην εν λόγω επιστολή αντίτυπο της αποφάσεως 2015/157. Επισήμανε, όμως, ότι, υπό το πρίσμα των παρατηρήσεων του προσφεύγοντος σχετικά με την κατάσταση της εκκρεμούσας δικαστικής έρευνας στην Τυνησία η οποία τον αφορούσε, επρόκειτο να προβεί σε νέα εξέταση αυτών των περιοριστικών μέτρων προ της 31ης Ιουλίου 2015.

14      Ο προσφεύγων υπέβαλε παρατηρήσεις στις 18 Φεβρουαρίου, στις 29 Μαΐου και στις 7 Σεπτεμβρίου 2015. Με επιστολή της 16ης Νοεμβρίου 2015, το Συμβούλιο απάντησε στις παρατηρήσεις αυτές. Πρώτον, το Συμβούλιο απέρριψε την αίτηση του προσφεύγοντος για πρόσβαση στον φάκελό του, την οποία είχε υποβάλει με την από 18 Φεβρουαρίου 2015 επιστολή του, αναφέροντας ότι η βεβαίωση η οποία μνημονεύεται στη σκέψη 11 ανωτέρω αποτελούσε τη βάση επί της οποίας είχε αποφασίσει να παρατείνει τα μέτρα κατά του προσφεύγοντος και ότι δεν είχε στην κατοχή του άλλα έγγραφα. Δεύτερον, το Συμβούλιο ανέφερε ότι επισύναπτε στην επιστολή του αποσπάσματα δύο εγγράφων τα οποία έφεραν ημερομηνία 11 Μαΐου 2015 και προέρχονταν από τις τυνησιακές αρχές όσον αφορά τις δικαστικές διαδικασίες που αφορούσαν τον προσφεύγοντα. Τρίτον, αφού απάντησε στα επιχειρήματα του προσφεύγοντος τα οποία υποβλήθηκαν με τις από 29 Μαΐου 2015 παρατηρήσεις του και αφού απέρριψε την αίτησή του ακροάσεως, το Συμβούλιο επισήμανε ότι τα κατʼ αυτού ληφθέντα περιοριστικά μέτρα έπρεπε να διατηρηθούν.

15      Στις 30 Νοεμβρίου 2015, ο προσφεύγων υπέβαλε εκ νέου παρατηρήσεις στις οποίες το Συμβούλιο απάντησε με επιστολή της 18ης Δεκεμβρίου 2015. Το Συμβούλιο εξέφρασε συμπερασματικώς στην επιστολή αυτή την πρόθεσή του να παρατείνει τα περιοριστικά μέτρα κατά του προσφεύγοντος και να τροποποιήσει τους λόγους καταχωρίσεως του ονόματός του ως εξής: «Πρόσωπο για το οποίο διεξάγονται δικαστικές έρευνες από τις τυνησιακές αρχές για συνέργεια σε υπεξαίρεση στην υπηρεσία από δημόσιο αξιωματούχο, συνέργεια σε παράβαση καθήκοντος εκ μέρους κρατικού λειτουργού προκειμένου να παρασχεθεί αδικαιολόγητο πλεονέκτημα σε τρίτο πρόσωπο και να προκληθεί ζημία στο δημόσιο, και με την άσκηση παράνομης επιρροής σε κρατικό λειτουργό με σκοπό την εξασφάλιση άμεσων ή έμμεσων πλεονεκτημάτων σε τρίτους». Στις 5 Ιανουαρίου 2016, ο προσφεύγων υπέβαλε, απαντώντας στην επιστολή αυτή, νέες παρατηρήσεις.

16      Στις 28 Ιανουαρίου 2016, το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2016/119, για την τροποποίηση της απόφασης 2011/72 (ΕΕ 2016, L 23, σ. 65), η οποία παρατείνει, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 1, την απόφαση 2011/72 έως την 31η Ιανουαρίου 2017. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, το παράρτημα της αποφάσεως αυτής αντικαθιστά το παράρτημα της αποφάσεως 2011/72. Το όνομα του προσφεύγοντος περιλαμβάνεται στην εικοστή όγδοη γραμμή του νέου αυτού παραρτήματος. Η διατύπωση των αντίστοιχων λόγων καταχωρίσεως είναι πανομοιότυπη με εκείνη που είχε κοινοποιήσει το Συμβούλιο στον προσφεύγοντα με την από 18 Δεκεμβρίου 2015 επιστολή του. Όπως επισήμανε το Συμβούλιο στον προσφεύγοντα με την από 29 Ιανουαρίου 2016 επιστολή του, η νέα αυτή διατύπωση στηρίζεται στη βεβαίωση των τυνησιακών αρχών της 20ής Οκτωβρίου 2015, η οποία επισυνάφθηκε στην εν λόγω επιστολή.

 Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

17      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 10 Απριλίου 2015, ο προσφεύγων άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.

18      Στις 2 Ιουλίου 2015, το Συμβούλιο κατέθεσε υπόμνημα αντικρούσεως.

19      Τα υπομνήματα απαντήσεως και ανταπαντήσεως κατατέθηκαν, αντιστοίχως, στις 14 Σεπτεμβρίου 2015 και στις 8 Ιανουαρίου 2016.

20      Στις 25 Ιανουαρίου 2016, βάσει του άρθρου 86 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ο προσφεύγων κατέθεσε πρώτο υπόμνημα προσαρμογής ζητώντας την επέκταση των αιτημάτων της προσφυγής στην απόφαση του Συμβουλίου της 16ης Νοεμβρίου 2015, με την οποία το όργανο αυτό απέρριψε την από 29 Μαΐου 2015 αίτηση του προσφεύγοντος περί διαγραφής του ονόματός του από τον προσαρτημένο στην απόφαση 2011/72 κατάλογο. Στις 4 Απριλίου 2016, ο προσφεύγων κατέθεσε δεύτερο υπόμνημα προσαρμογής, με το οποίο ζητεί την επέκταση των αιτημάτων της προσφυγής στην απόφαση 2016/119.

21      Στις 30 Μαρτίου 2016, το Συμβούλιο υπέβαλε παρατηρήσεις επί του πρώτου υπομνήματος προσαρμογής και, στις 4 Μαΐου 2016, παρατηρήσεις επί του δευτέρου υπομνήματος.

22      Κατόπιν της μεταβολής της συνθέσεως των τμημάτων του Γενικού Δικαστηρίου, η υπό κρίση υπόθεση ανατέθηκε στο πέμπτο τμήμα, με απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2016.

23      Κατόπιν προτάσεως του εισηγητή δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία.

24      Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 14ης Δεκεμβρίου 2016.

25      Ο προσφεύγων ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει την απόφαση 2015/157, στο μέτρο που τον αφορά, την απόφαση του Συμβουλίου της 16ης Νοεμβρίου 2015, με την οποία το όργανο αυτό απέρριψε την από 29 Μαΐου 2015 αίτηση του προσφεύγοντος περί διαγραφής του ονόματός του από τον προσαρτημένο στην απόφαση 2011/72 κατάλογο, και την απόφαση 2016/119, στο μέτρο που τον αφορά·

–        να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.

26      Το Συμβούλιο ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή στο σύνολό της·

–        να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.

 Σκεπτικό

 Όσον αφορά τα αιτήματα της προσφυγής για την ακύρωση της αποφάσεως 2015/157

27      Προς στήριξη της προσφυγής, ο προσφεύγων προβάλλει τυπικώς έξι λόγους ακυρώσεως. Με τον πρώτο λόγο ο οποίος κατʼ ουσίαν αφορά πλάνη περί το δίκαιο, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η σχετική με αυτόν εκκρεμής δικαστική έρευνα στην Τυνησία δεν συνιστά επαρκή πραγματική βάση για τη διατήρηση της καταχωρίσεως του ονόματός του στο παράρτημα της αποφάσεως 2011/72. Αυτός ο πρώτος λόγος περιλαμβάνει δύο σκέλη τα οποία αφορούν, το πρώτο, μη συνεκτίμηση εκ μέρους του Συμβουλίου των θετικών για τον προσφεύγοντα εξελίξεων στις διάφορες δικαστικές διαδικασίες στην Τυνησία και, το δεύτερο, μη συνεκτίμηση εκ μέρους του οργάνου αυτού της παραβιάσεως της αρχής της εύλογης διάρκειας της δίκης στο πλαίσιο της προαναφερθείσας δικαστικής έρευνας. Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως προβάλλει παράβαση του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), λόγω παραβιάσεως εκ μέρους του ίδιου του Συμβουλίου της αρχής της εύλογης διάρκειας της δίκης. Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η απόφαση 2015/157 στερείται αντικειμένου. Το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού αφορά πρόδηλα σφάλματα εκτιμήσεως όσον αφορά την εξέλιξη του εκδημοκρατισμού στην Τυνησία και την ανάγκη για περιοριστικά μέτρα κατά υπηκόων αυτής της τρίτης χώρας οι οποίοι ευθύνονται για παράνομη ιδιοποίηση δημοσίου χρήματος. Επικουρικώς, ο προσφεύγων επικαλείται έλλειψη αιτιολογίας. Το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού αφορά πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον το Συμβούλιο έκρινε ότι τα στοιχεία τα οποία προσκόμισαν οι τυνησιακές αρχές αποδείκνυαν την ύπαρξη διώξεων κατά του προσφεύγοντος. Ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως περιλαμβάνει δύο σκέλη τα οποία αφορούν, αφενός, παράβαση του άρθρου 48 του Χάρτη και, αφετέρου, παράβαση του άρθρου 41, παράγραφος 1, του Χάρτη. Με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, ο προσφεύγων προβάλλει παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας εξαιτίας ενός δελτίου Τύπου του Συμβουλίου της 31ης Ιανουαρίου 2011. Με το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού, ο προσφεύγων προβάλλει παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως, και δη προσβολή του δικαιώματος σε αμερόληπτη μεταχείριση. Επικουρικώς, σε περίπτωση απορρίψεως των προαναφερθέντων λόγων, ο προσφεύγων προβάλλει πέμπτο λόγο ακυρώσεως, ο οποίος αφορά «πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως» αφορώσα την ανεπαρκή συνεκτίμηση εκ μέρους του Συμβουλίου της «χροιάς ποινικού δικαίου» της αποφάσεως 2015/157. Ο έκτος λόγος ακυρώσεως αφορά προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας και παράβαση του άρθρου 17 του Χάρτη.

28      Επισημαίνεται, προκαταρκτικώς, ότι το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου ακυρώσεως, το οποίο αφορά πλάνη του Συμβουλίου κατά την εκτίμηση της επάρκειας των προσκομισθέντων από τις τυνησιακές αρχές αποδεικτικών στοιχείων, συνδέεται στην πραγματικότητα με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως. Πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί ότι αποτελεί το τρίτο σκέλος του λόγου αυτού. Ομοίως, το σύνολο του τετάρτου λόγου ακυρώσεως συνδέεται στην πραγματικότητα με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως καθόσον αφορά προσβολές θεμελιωδών δικαιωμάτων του προσφεύγοντος από τις οποίες πάσχει η διαδικασία κατόπιν της οποίας εκδόθηκε η απόφαση 2015/157. Πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί ότι ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως αποτελείται από τρία σκέλη, τα οποία αφορούν εκ μέρους του Συμβουλίου παραβάσεις, αντιστοίχως, των άρθρων 47, 48 και 41, παράγραφος 1, του Χάρτη. Τέλος, εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι ο πέμπτος και ο έκτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να θεωρηθεί ότι συνιστούν, αντιστοίχως, τον τέταρτο και τον πέμπτο λόγο ακυρώσεως.

 Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον το Συμβούλιο έκρινε εσφαλμένως ότι η σχετική με τον προσφεύγοντα εκκρεμής δικαστική έρευνα στην Τυνησία αποτελούσε επαρκή πραγματική βάση

29      Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, ο προσφεύγων υποστηρίζει κατʼ ουσίαν ότι, κατά την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως 2015/157, η σχετική με αυτόν εκκρεμής δικαστική έρευνα στην Τυνησία δεν μπορούσε πλέον να χρησιμοποιηθεί προς θεμελίωση της διατηρήσεως των περιοριστικών μέτρων τα οποία έλαβε το Συμβούλιο κατʼ αυτού. Κατά την άποψή του, το όργανο αυτό υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο μη λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία τα οποία του είχε γνωστοποιήσει επί του ζητήματος αυτού. Όπως εκθέτει στο εισαγωγικό μέρος αυτού του λόγου ακυρώσεως, ο προσφεύγων αναγνωρίζει ότι, σύμφωνα με τις σκέψεις 77 και 84 της αποφάσεως της 5ης Μαρτίου 2015, Ezz κ.λπ. κατά Συμβουλίου (C‑220/14 P, EU:C:2015:147), το Συμβούλιο μπορεί να στηριχθεί, προκειμένου να λάβει περιοριστικά μέτρα στον τομέα της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ), στην ύπαρξη εκκρεμούς δικαστικής διαδικασίας λόγω παράνομης ιδιοποιήσεως δημοσίου χρήματος. Εκτιμά, ωστόσο, ότι η εξέλιξη αυτής της δικαστικής έρευνας και ο παράτυπος χαρακτήρας της αποτελούν κρίσιμα στοιχεία για την εκτίμηση της νομιμότητας της διατηρήσεως των επίμαχων μέτρων.

30      Συναφώς, σκόπιμο είναι να υπομνησθεί προκαταρκτικώς ότι η απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Ezz κ.λπ. κατά Συμβουλίου (T‑256/11, EU:T:2014:93), η οποία επικυρώθηκε κατ’ αναίρεση με απόφαση της 5ης Μαρτίου 2015, Ezz κ.λπ. κατά Συμβουλίου (C‑220/14 P, EU:C:2015:147), δέχθηκε ευρεία ερμηνεία των γενικών κριτηρίων του άρθρου 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2011/172/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 2011, για περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων, οντοτήτων φορέων λόγω της κατάστασης στην Αίγυπτο (ΕΕ 2011, L 76, σ. 63) (απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Ezz κ.λπ. κατά Συμβουλίου, T‑256/11, EU:T:2014:93, σκέψη 67, η οποία επικυρώθηκε κατʼ αναίρεση με απόφαση της 5ης Μαρτίου 2015, Ezz κ.λπ. κατά Συμβουλίου, C‑220/14 P, EU:C:2015:147, σκέψεις 72, 77, 82 και 84).

31      Εξάλλου, πρέπει να υπομνησθεί ότι, σε πλείονες αποφάσεις σχετικές με υποθέσεις των οποίων αντικείμενο είναι η ακύρωση περιοριστικών μέτρων ληφθέντων από το Συμβούλιο λόγω της καταστάσεως στην Τυνησία, το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε την ίδια ευρεία ερμηνευτική αρχή ως προς το άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2011/72, το οποίο διατυπώνεται κατά τρόπο σχεδόν πανομοιότυπο με το άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2011/172 (αποφάσεις της 14ης Απριλίου 2016, Ben Ali κατά Συμβουλίου, T‑200/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:216, σκέψη 114· της 30ής Ιουνίου 2016, CW κατά Συμβουλίου, T‑224/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:375, σκέψη 91· της 30ής Ιουνίου 2016, Al Matri κατά Συμβουλίου, T‑545/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:376, σκέψη 85, και της 30ής Ιουνίου 2016, CW κατά Συμβουλίου T‑516/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:377, σκέψη 71).

32      Συναφώς, όπως προκύπτει από το άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2011/72, αντικείμενο της αποφάσεως αυτής είναι η δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων των προσώπων που ευθύνονται για παράνομη ιδιοποίηση τυνησιακών κρατικών κεφαλαίων και των συνδεδεμένων με αυτά προσώπων, τα ονόματα των οποίων περιλαμβάνονται στο παράρτημα της εν λόγω αποφάσεως. Συγκεκριμένα, αυτές οι παράνομες ιδιοποιήσεις κρατικών κεφαλαίων, παρεμποδίζοντας τη λειτουργία των τυνησιακών δημόσιων οργανισμών και των εξαρτώμενων από αυτούς οργανισμών, «στερούν», κατά το γράμμα της αιτιολογικής σκέψεως 2 της αποφάσεως αυτής, «από τον τυνησιακό λαό τα οφέλη της βιώσιμης ανάπτυξης της οικονομίας και της κοινωνίας τους και υπονομεύουν την ανάπτυξη της δημοκρατίας στη χώρα».

33      Εξάλλου, κατά τη νομολογία, από το άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2011/72, σε συνδυασμό με τις αιτιολογικές σκέψεις 1 και 2, προκύπτει ότι η προβλεπόμενη στην απόφαση αυτή δέσμευση περιουσιακών στοιχείων δεν αποβλέπει στον κολασμό των παρανόμων πράξεων που ενδεχομένως διέπραξαν τα συγκεκριμένα πρόσωπα ούτε στη διά καταναγκασμού αποτροπή τους από την τέλεση τέτοιων πράξεων. Μόνος σκοπός αυτής της δεσμεύσεως περιουσιακών στοιχείων είναι να διευκολύνει τις τυνησιακές αρχές κατά τη διαπίστωση των διαπραχθεισών παράνομων ιδιοποιήσεων κρατικών κεφαλαίων και να διατηρήσει τη δυνατότητα ανακτήσεως, από τις αρχές αυτές, του προϊόντος των παράνομων ιδιοποιήσεων. Συνεπώς, για τον λόγο αυτό, η δέσμευση είναι αμιγώς προληπτικής φύσεως και δεν έχει ποινική χροιά (αποφάσεις της 14ης Απριλίου 2016, Ben Ali κατά Συμβουλίου, T‑200/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:216, σκέψεις 81 και 82, και της 30ής Ιουνίου 2016, Al Matri κατά Συμβουλίου, T‑545/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:376, σκέψεις 62 και 64· βλ., επίσης, συναφώς και κατʼ αναλογίαν, απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Ezz κ.λπ. κατά Συμβουλίου, T‑256/11, EU:T:2014:93, σκέψεις 77, 78 και 206).

34      Ειδικότερα, λαμβανομένων υπόψη των σκοπών της αποφάσεως 2011/72, η έννοια των προσώπων που ευθύνονται για παράνομες ιδιοποιήσεις τυνησιακών κρατικών κεφαλαίων, υπό την έννοια του άρθρου της 1, παράγραφος 1, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνον τα πρόσωπα τα οποία έχουν ήδη καταδικαστεί ως υπεύθυνα για τις πράξεις αυτές, αλλά και εκείνα για τα οποία εκκρεμούν δικαστικές έρευνες προκειμένου να διαπιστωθεί τέτοια ευθύνη (αποφάσεις της 14ης Απριλίου 2016, Ben Ali κατά Συμβουλίου, T‑200/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:216, σκέψη 124· της 30ής Ιουνίου 2016, CW κατά Συμβουλίου, T‑224/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:375, σκέψη 100· της 30ής Ιουνίου 2016, Al Matri κατά Συμβουλίου, T‑545/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:376, σκέψη 86, και της 30ής Ιουνίου 2016, CW κατά Συμβουλίου, T‑516/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:377, σκέψη 80).

35      Επομένως, βάσει αυτής ακριβώς της ερμηνείας του άρθρου 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2011/72, η οποία εξάλλου δεν αμφισβητείται από τον προσφεύγοντα (βλ. σκέψη 29 ανωτέρω), πρέπει να εξεταστούν τα διάφορα σκέλη του πρώτου λόγου ακυρώσεως. Πρέπει, επίσης, να τονιστεί ότι, παρά τις διαφοροποιήσεις στη χρησιμοποιούμενη στην προσφυγή ορολογία, ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως πρέπει να εκληφθεί υπό την έννοια ότι αφορά πλάνη ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των στοιχείων που συνιστούν την πραγματική βάση των επίδικων περιοριστικών μέτρων και όχι έλλειψη νομικής βάσεως των μέτρων αυτών.

–       Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται μη συνεκτίμηση εκ μέρους του Συμβουλίου των θετικών για τον προσφεύγοντα εξελίξεων στις διάφορες δικαστικές διαδικασίες στην Τυνησία

36      Στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ο προσφεύγων υποστηρίζει, κατʼ ουσίαν, ότι οι θετικές για τον ίδιο δικαστικές εξελίξεις καθιστούν απίθανο το ενδεχόμενο να παραπεμφθεί σε δίκη. Τεκμηριώνει την επιχειρηματολογία αυτή επικαλούμενος τρία στοιχεία. Πρώτον, στηρίζεται σε απόφαση του τυνησιακού Ακυρωτικού Δικαστηρίου της 1ης Ιουλίου 2014 το οποίο έκρινε ότι τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία κληρονόμησε από τον πατέρα του, σύμφωνα με το τυνησιακό νομοθετικό διάταγμα αριθ. 2011‑47 της 31ης Μαΐου 2011, περιλάμβαναν τα εισοδήματα από αυτά τα περιουσιακά στοιχεία καθώς και την εκ νέου επένδυσή τους. Κατά την άποψή του, η απόφαση αυτή αποδεικνύει τη νομιμότητα των τυνησιακών περιουσιακών του στοιχείων. Δεύτερον, επικαλείται τρεις τυνησιακές δικαστικές αποφάσεις, αντιστοίχως της 28ης Μαΐου 2013, της 21ης Αυγούστου 2014 και της 17ης Δεκεμβρίου 2014, με τις οποίες ήρθησαν οι απαγορεύσεις εξόδου από την Τυνησία που του είχαν επιβληθεί. Τρίτον, υποστηρίζει ότι δεν κατηγορείται για κατοχή παράνομων περιουσιακών στοιχείων εκτός Τυνησίας. Με το υπόμνημα απαντήσεως προσθέτει ότι το Συμβούλιο όφειλε να βεβαιωθεί για την ύπαρξη εύλογης προοπτικής για παραπομπή του σε δίκη και, ελλείψει αυτής, να ανακαλέσει τα επίδικα περιοριστικά μέτρα, ώστε να μη συνεργήσει στην καταχρηστική συμπεριφορά των τυνησιακών αρχών η οποία συνίστατο, κατά την άποψή του, σε επʼ αόριστον παράταση των δικαστικών διαδικασιών που τον αφορούσαν.

37      Με το υπόμνημα αντικρούσεως, το Συμβούλιο αντιτάσσει καταρχάς ότι η απόφαση του τυνησιακού Ακυρωτικού Δικαστηρίου της 1ης Ιουλίου 2014 δεν αποδεικνύει, αντιθέτως προς τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος, ότι όλα τα περιουσιακά του στοιχεία στην Τυνησία είναι νόμιμα. Περαιτέρω, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος σχετικά, αφενός, με την άρση των απαγορεύσεων εξόδου του από τη χώρα και, αφετέρου, με την απουσία συνδέσεως μεταξύ των εις βάρος του κατηγοριών και των περιουσιακών στοιχείων που κατέχει εκτός Τυνησίας είναι αλυσιτελή. Συγκεκριμένα, κατά το Συμβούλιο, ο προσφεύγων εσφαλμένως παρομοιάζει τα επίδικα περιοριστικά μέτρα με τα μέτρα δικαστικής συνδρομής.

38      Επιβάλλεται συναφώς η διαπίστωση ότι, λαμβανομένης υπόψη της προμνησθείσας στις σκέψεις 33 και 34 νομολογίας, η επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος στο πλαίσιο του υπό εξέταση σκέλους πρέπει να απορριφθεί.

39      Συγκεκριμένα, στο Συμβούλιο εναπόκειται, εν προκειμένω, να ελέγξει, αφενός, αν τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία διαθέτει είναι ικανά να αποδείξουν ότι έχουν κινηθεί σχετικά με τον προσφεύγοντα μία ή περισσότερες δικαστικές διαδικασίες για πράξεις οι οποίες είναι δυνατό να σχετίζονται με παράνομη ιδιοποίηση δημοσίου χρήματος και, αφετέρου, αν δι’ αυτής ή αυτών των διαδικασιών είναι δυνατό να κριθεί ο προσφεύγων ως πρόσωπο ευθυνόμενο για τέτοια παράνομη ιδιοποίηση ή ως πρόσωπο συνδεδεμένο με τέτοιο ευθυνόμενο πρόσωπο, υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2011/72 (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 14ης Απριλίου 2016, Ben Ali κατά Συμβουλίου, T‑200/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:216, σκέψη 156, και της 30ής Ιουνίου 2016, Al Matri κατά Συμβουλίου, T‑545/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:376, σκέψη 65).

40      Επομένως, στο πλαίσιο της αποφάσεως αυτής, δεν εναπόκειται καταρχήν στο Συμβούλιο να εξετάσει και να εκτιμήσει το ίδιο τη συνάφεια και την ακρίβεια των στοιχείων επί των οποίων στηρίζονται οι δικαστικές διαδικασίες που αφορούν τα πρόσωπα τα ονόματα των οποίων έχουν περιληφθεί στο παράρτημα της αποφάσεως αυτής. Συγκεκριμένα, όπως εκτέθηκε στη σκέψη 33 ανωτέρω, με την έκδοση της αποφάσεως αυτής και των επακόλουθων αποφάσεων, το Συμβούλιο δεν επιδιώκει να κολάσει το ίδιο τις παράνομες ιδιοποιήσεις δημοσίου χρήματος ως προς τις οποίες διενεργούν έρευνες οι τυνησιακές αρχές, αλλά να διατηρήσει τη δυνατότητα των αρχών αυτών να διαπιστώσουν τις εν λόγω παράνομες ιδιοποιήσεις και να ανακτήσουν το προϊόν τους. Στις αρμόδιες τυνησιακές αρχές εναπόκειται, επομένως, να εξακριβώσουν τα εν λόγω στοιχεία και να αντλήσουν από αυτά τις αρμόζουσες συνέπειες (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 14ης Απριλίου 2016, Ben Ali κατά Συμβουλίου, T‑200/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:216, σκέψη 158, και της 30ής Ιουνίου 2016, Al Matri κατά Συμβουλίου, T‑545/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:376, σκέψη 66). Επομένως, στο Συμβούλιο ή στο Γενικό Δικαστήριο εναπόκειται καταρχήν να εξακριβώσουν όχι αν είναι δικαιολογημένες οι διαδικασίες αυτές, αλλά αποκλειστικώς το βάσιμο της αποφάσεως περί δεσμεύσεως κεφαλαίων με γνώμονα τα υποβληθέντα από τις τυνησιακές αρχές στοιχεία (βλ., συναφώς και κατʼ αναλογίαν, απόφαση της 5ης Μαρτίου 2015, Ezz κ.λπ. κατά Συμβουλίου, C‑220/14 P, EU:C:2015:147, σκέψη 77).

41      Βεβαίως, το Συμβούλιο δεν ενστερνίζεται, σε κάθε περίπτωση, τις διαπιστώσεις των τυνησιακών δικαστικών αρχών που περιλαμβάνονται στα υποβληθέντα από αυτές έγγραφα. Συγκεκριμένα, κατά τη νομολογία, εναπόκειται στο όργανο αυτό να εξετάσει με επιμέλεια και αμεροληψία τα αποδεικτικά στοιχεία που του διαβιβάζουν οι αρμόδιες αρχές, εν προκειμένω οι τυνησιακές αρχές, λαμβάνοντας ειδικότερα υπόψη τις παρατηρήσεις και τα τυχόν απαλλακτικά στοιχεία που υποβάλλει ο προσφεύγων. Η υποχρέωση αυτή απορρέει επίσης από την αρχή της χρηστής διοικήσεως, την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 41 του Χάρτη (βλ., συναφώς και κατʼ αναλογίαν, αποφάσεις της 18ης Ιουλίου 2013, Επιτροπή κ.λπ. κατά Kadi, C‑584/10 P, C‑593/10 P και C‑595/10 P, EU:C:2013:518, σκέψεις 99 και 114· της 14ης Απριλίου 2016, Ben Ali κατά Συμβουλίου, T‑200/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:216, σκέψεις 158 και 159, και της 30ής Ιουνίου 2016, Al Matri κατά Συμβουλίου, T‑545/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:376, σκέψεις 58 και 67).

42      Πάντως, από την ίδια νομολογία απορρέει ότι εναπόκειται στο Συμβούλιο, προκειμένου να εκπληρώσει το καθήκον του για επιμελή και αμερόληπτη εξέταση, να αξιολογήσει την αναγκαιότητα λήψεως ή μη συμπληρωματικών πληροφοριών ή αποδεικτικών στοιχείων από τις αρμόδιες αρχές αναλόγως των παρατηρήσεων του προσφεύγοντος και των πραγματικών στοιχείων που αυτός υπέβαλε. Ειδικότερα, καίτοι το Συμβούλιο δεν οφείλει να υποκαταστήσει τις τυνησιακές δικαστικές αρχές στην εκτίμηση του βασίμου της εκκρεμούς δικαστικής έρευνας σχετικά με τον προσφεύγοντα, δεν μπορεί να αποκλειστεί υποχρέωση του οργάνου αυτού να ζητήσει διευκρινίσεις αναφορικά με τα στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται η έρευνα αυτή (βλ., συναφώς και κατʼ αναλογίαν, αποφάσεις της 18ης Ιουλίου 2013, Επιτροπή κ.λπ. κατά Kadi, C‑584/10 P, C‑593/10 P και C‑595/10 P, EU:C:2013:518, σκέψη 115, και της 30ής Ιουνίου 2016, Al Matri κατά Συμβουλίου, T‑545/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:376, σκέψη 68).

43      Εν προκειμένω, υπενθυμίζεται ότι, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 11 ανωτέρω, το Συμβούλιο, προκειμένου να παρατείνει την καταχώριση του ονόματος του προσφεύγοντος στον προσαρτημένο στην απόφαση 2011/72 κατάλογο, στηρίχθηκε σε βεβαίωση των τυνησιακών αρχών, της 19ης Δεκεμβρίου 2014, σχετικά με την εκκρεμή δικαστική έρευνα που αφορά τον προσφεύγοντα. Η βεβαίωση αυτή, η οποία επισυνάπτεται στην προσφυγή, προέρχεται από το πλημμελειοδικείο της Τύνιδας και φέρει την υπογραφή της γραμματείας του πρώτου δικαστή-ανακριτή (γραφείο αριθ. 1). Στη βεβαίωση αυτή αναφέρεται ότι «η ανακριτική υπόθεση υπʼ αριθ. 19592/1, κατά των Zine El Abidine Ben Haj Hamda Ben Haj Hassen Ben Ali κ.λπ., είναι εκκρεμής ανακριτική διαδικασία και αφορά τον ονομαζόμενο Mohamed Marouen Ben Ali Ben Mohamed Mabrouk, ο οποίος διώκεται για συνέργεια σε υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος από κρατικό λειτουργό, συνέργεια σε παράβαση καθήκοντος εκ μέρους κρατικού λειτουργού προκειμένου να παρασχεθεί αδικαιολόγητο πλεονέκτημα σε τρίτο πρόσωπο και να προκληθεί ζημία στο Δημόσιο και συνέργεια στην άσκηση παράνομης επιρροής σε κρατικό λειτουργό με σκοπό την εξασφάλιση άμεσων ή έμμεσων πλεονεκτημάτων σε τρίτους».

44      Ο προσφεύγων δεν αμφισβητεί ότι η βεβαίωση αυτή αρκεί προς απόδειξη του ότι εκκρεμεί στην Τυνησία σχετική με αυτόν δικαστική έρευνα για να διαπιστωθεί η εμπλοκή του σε πράξεις χαρακτηριζόμενες ως παράνομη ιδιοποίηση δημοσίου χρήματος. Συγκεκριμένα, τα απαλλακτικά στοιχεία τα οποία προσκόμισε ο προσφεύγων σκοπό έχουν μόνον, όπως ο ίδιος αναφέρει, να αποδείξουν ότι δεν υπήρχε, κατά το μέρος που τον αφορά, εύλογη προοπτική για παραπομπή του σε δίκη κατόπιν της έρευνας αυτής. Τούτο σημαίνει ότι ο προσφεύγων φαίνεται να θεωρεί ότι η έρευνα θα οδηγήσει σε αποδυνάμωση των εναντίον του επιβαρυντικών στοιχείων, ή και σε εξάλειψή τους. Αντιθέτως, ουδόλως υποστηρίζει ότι διαθέτει στοιχεία αποδεικνύοντα ότι οι τυνησιακές δικαστικές αρχές έχουν περατώσει την εν λόγω έρευνα διότι δεν ήταν αναγκαία η παραπομπή του σε δίκη για τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείτο.

45      Αντιθέτως, όμως, προς όσα υποστηρίζει ο προσφεύγων, δεδομένου ότι δεν έχει περατωθεί αυτή η δικαστική έρευνα, η ύπαρξη εξελίξεων στις δικαστικές διαδικασίες από την οποία να προκύπτει αποδυνάμωση των εις βάρος του επιβαρυντικών στοιχείων, ακόμη και αν θεωρηθεί αποδεδειγμένη, δεν μπορεί να υποχρεώσει το Συμβούλιο, ευθύς μόλις λάβει γνώση των στοιχείων αυτών, να διαγράψει το όνομά του από τον προσαρτημένο στην απόφαση 2011/72 κατάλογο.

46      Πράγματι, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 40 ανωτέρω, δεν εναπόκειται στο Συμβούλιο, αλλ’ αντιθέτως στις αρμόδιες τυνησιακές αρχές να ελέγξουν τα στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται η εν λόγω δικαστική έρευνα και η εξ αυτής άντληση των επιβαλλόμενων συνεπειών όσον αφορά την έκβασή της. Σε αντίθετη περίπτωση, θα προέκυπταν καταστάσεις κατά τις οποίες το Συμβούλιο θα έπρεπε να καταλήξει σε βεβιασμένα συμπεράσματα ως προς το βάσιμο της εν λόγω έρευνας και ενδεχομένως διαφοροποιούμενα από τα αντίστοιχα των ίδιων των τυνησιακών αρχών. Μια τέτοια κατάσταση θα μπορούσε να έχει την παράδοξη συνέπεια, κατά τον χρόνο εκδικάσεως της υποθέσεως του εμπλεκομένου προσώπου και, κατά περίπτωση, της αναγνωρίσεως της ευθύνης του για παράνομη ιδιοποίηση δημοσίου χρήματος από τις αρχές αυτές, να μην ισχύει πλέον δέσμευση των περιουσιακών του στοιχείων στην Ευρωπαϊκή Ένωση ικανή να καταστήσει δυνατή την ανάκτηση του προϊόντος των παράνομων ιδιοποιήσεων για τις οποίες κατηγορείται. Προφανώς, η πρακτική αποτελεσματικότητα της αποφάσεως 2011/72 δεν θα διασφαλιζόταν (βλ., συναφώς και κατʼ αναλογίαν, αποφάσεις της 14ης Απριλίου 2016, Ben Ali κατά Συμβουλίου, T‑200/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:216, σκέψη 124, και της 30ής Ιουνίου 2016, Al Matri κατά Συμβουλίου, T‑545/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:376, σκέψη 86).

47      Εξάλλου, κατά τη νομολογία, καίτοι εναπόκειται στην αρμόδια αρχή της Ένωσης, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να αποδείξει το βάσιμο των λόγων που ελήφθησαν υπόψη κατά του εμπλεκομένου προσώπου, και όχι στο πρόσωπο αυτό να προσκομίσει την αντίθετη απόδειξη περί μη βασίμου των λόγων αυτών, πρέπει, για την εκτίμηση της φύσεως, του τρόπου και του βαθμού της αποδείξεως που μπορεί να ζητήσει το Συμβούλιο, να λαμβάνεται υπόψη η φύση και το ειδικό περιεχόμενο των περιοριστικών μέτρων καθώς και ο σκοπός τους (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 18ης Ιουλίου 2013, Επιτροπή κ.λπ. κατά Kadi, C‑584/10 P, C‑593/10 P και C‑595/10 P, EU:C:2013:518, σκέψη 121· της 28ης Νοεμβρίου 2013, Συμβούλιο κατά Manufacturing Support & Procurement Kala Naft, C‑348/12 P, EU:C:2013:776, σκέψεις 74 έως 85, και της 30ής Ιουνίου 2016, Al Matri κατά Συμβουλίου, T‑545/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:376, σκέψεις 50 και 74).

48      Εν προκειμένω, καθόσον το Συμβούλιο απέδειξε την ύπαρξη εκκρεμούς δικαστικής έρευνας αφορώσας τον προσφεύγοντα και καθόσον η αξιοπιστία των αποδείξεων αυτών δεν αμφισβητείται, εναπόκειται στον προσφεύγοντα να επισημάνει τα συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία επικαλείται προκειμένου να θέσει εν αμφιβόλω το βάσιμο της έρευνας αυτής (βλ., συναφώς και κατʼ αναλογίαν, απόφαση της 30ής Ιουνίου 2016, Al Matri κατά Συμβουλίου, T‑545/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:376, σκέψη 74). Ασφαλώς, όπως εκθέτει ο προσφεύγων στο υπόμνημα απαντήσεως, η υποχρέωση του Συμβουλίου να προβεί σε ελέγχους μπορεί να δικαιολογηθεί από την ανάγκη να αποφύγει το Συμβούλιο να συνεργαστεί σε ενδεχόμενες καταχρηστικές συμπεριφορές των τυνησιακών αρχών οι οποίες συνίστανται σε επʼ αόριστον παράταση της εν λόγω έρευνας εν απουσία επιβαρυντικών γι’ αυτόν στοιχείων. Παρά ταύτα, τούτο δεν μπορεί να ισχύει ελλείψει συγκεκριμένων στοιχείων ικανών να δημιουργήσουν στο Συμβούλιο θεμιτές αμφιβολίες αναφορικά με τους λόγους μη περατώσεως της έρευνας αυτής.

49      Αντιθέτως, όμως, προς όσα υποστηρίζει ο προσφεύγων, τα απαλλακτικά στοιχεία τα οποία προσκομίζει δεν είναι ικανά να δημιουργήσουν θεμιτές αμφιβολίες σχετικά με την προοπτική παραπομπής του σε δίκη κατόπιν της δικαστικής έρευνας που τον αφορά ή σχετικά με τους λόγους μη περατώσεως της έρευνας αυτής.

50      Πρώτον, ο προσφεύγων δεν προσκόμισε στοιχεία  από τα οποία να προκύπτει με ποιον τρόπο η απόφαση του τυνησιακού Ακυρωτικού Δικαστηρίου της 1ης Ιουλίου 2014 δύναται να επηρεάσει την εκτίμηση της εμπλοκής του σε αξιόποινες πράξεις σχετικά με τις οποίες διενεργείται η δικαστική έρευνα η οποία τον αφορά.

51      Ως προς το ζήτημα αυτό, σύμφωνα με τις επισημάνσεις του συνηγόρου του προσφεύγοντος στην Τυνησία οι οποίες περιλαμβάνονται στην από 2 Σεπτεμβρίου 2014 επιστολή του, η οποία επισυνάπτεται στην προσφυγή, το τυνησιακό Ακυρωτικό Δικαστήριο, στην απόφασή του της 1ης Ιουλίου 2014, έκρινε ότι τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία προέρχονται από κληρονομία και τα οποία, για τον λόγο αυτό, αποκλείσθηκαν από το πεδίο εφαρμογής της κατασχέσεως περιουσιακών στοιχείων την οποία προβλέπει το νομοθετικό διάταγμα αριθ. 2011‑47 της 31ης Μαΐου 2011 περιλάμβαναν όχι μόνον τα κληρονομηθέντα περιουσιακά στοιχεία, αλλά και τα έσοδα από αυτά τα περιουσιακά στοιχεία και το προϊόν της εκ νέου επενδύσεώς τους υπό οποιαδήποτε μορφή. Στην προαναφερθείσα επιστολή, ο συνήγορος του προσφεύγοντος στην Τυνησία συνάγει από την απόφαση αυτή ότι «συνέπεια της εφαρμογής της πρέπει να είναι ότι όλα τα περιουσιακά στοιχεία [του προσφεύγοντος] αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του νομοθετικού διατάγματος περί κατασχέσεως, δεδομένου ότι τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία περιήλθαν σε αυτόν είτε άμεσα με διαδοχή του πατέρα του, [είτε] από εκ νέου επένδυση των περιουσιακών στοιχείων που προέρχονται από τη διαδοχή και τα έσοδά τους».

52      Όμως, αρκεί η διαπίστωση ότι οι προαναφερθείσες εκτιμήσεις της αποφάσεως του τυνησιακού Ακυρωτικού Δικαστηρίου της 1ης Ιουλίου 2014 ουδόλως συντείνουν, από μόνες τους, στον αποκλεισμό του ενδεχομένου το πόρισμα της αφορώσας τον προσφεύγοντα εκκρεμούς δικαστικής έρευνας να διαπιστώσει την ευθύνη του για τις παράνομες ιδιοποιήσεις τυνησιακών δημόσιων κεφαλαίων.

53      Πράγματι, από τις εκτιμήσεις αυτές μπορεί μόνον να συναχθεί ότι τα έσοδα από τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία περιήλθαν στον προσφεύγοντα διά κληρονομικής διαδοχής και το προϊόν της εκ νέου επενδύσεώς τους δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο της κατασχέσεως την οποία προβλέπει το νομοθετικό διάταγμα αριθ. 2011‑47 της 31ης Μαΐου 2011. Αντιθέτως, δεν μπορεί να συναχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα ως προς την έκβαση της επίμαχης δικαστικής έρευνας. Στο πλαίσιο αυτό, το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι μπορεί ελευθέρως να διαχειρίζεται τα τυνησιακά περιουσιακά στοιχεία του κατόπιν της εν λόγω αποφάσεως, ακόμη και αν θεωρηθεί αποδεδειγμένο, ουδόλως προδικάζει την έκβαση της έρευνας αυτής, η οποία, δεδομένων των ερευνώμενων πραγματικών περιστατικών, δύναται να θέσει εν αμφιβόλω τη νομιμότητα της εκ μέρους του προσφεύγοντος κατοχής ορισμένων εκ των περιουσιακών του στοιχείων.

54      Επιπλέον, ο προσφεύγων δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει τη σχέση μεταξύ, αφενός, του εν λόγω διατάγματος και της πολιτικής δίκης στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του τυνησιακού Ακυρωτικού Δικαστηρίου της 1ης Ιουλίου 2014 και, αφετέρου, της επίμαχης δικαστικής έρευνας. Συγκεκριμένα, ερωτηθείς επί του θέματος κατά την επʼ ακροατηρίου συζήτηση, περιορίσθηκε να επιβεβαιώσει ότι το νομοθετικό διάταγμα αριθ. 2011‑47 της 31ης Μαΐου 2011 ίσχυε όχι μόνον ως προς τον ίδιο, αλλά και ως προς ορισμένα άλλα πρόσωπα για τα οποία διενεργούνταν ανάλογες δικαστικές έρευνες και ότι ήταν δυνατό η υπόθεση στο πλαίσιο της οποίας είχε εκδοθεί η εν λόγω απόφαση, η οποία τον αφορούσε, να αφορούσε επίσης και ορισμένα εκ των προσώπων αυτών. Το γεγονός, όμως, ότι, παραλλήλως προς τις δικαστικές έρευνες οι οποίες αφορούν τον προσφεύγοντα και άλλα άτομα, το πεδίο εφαρμογής των διοικητικών μέτρων κατασχέσεως περιουσιακών στοιχείων τα οποία έχουν λάβει οι τυνησιακές αρχές εναντίον τους περιορίστηκε με απόφαση του τυνησιακού Ακυρωτικού Δικαστηρίου δεν αρκεί για τη δημιουργία θεμιτών αμφιβολιών όσον αφορά τη θεμελίωση αυτών των δικαστικών ερευνών.

55      Δεύτερον, η άρση των απαγορεύσεων εξόδου από την Τυνησία που είχαν επιβληθεί στον προσφεύγοντα, κατόπιν τριών αποφάσεων τυνησιακών δικαστηρίων της 28ης Μαΐου 2013, της 21ης Αυγούστου 2014 και της 17ης Δεκεμβρίου 2014, επίσης δεν φαίνεται ικανή να προκαλέσει τέτοιες αμφιβολίες. Συγκεκριμένα, από τις δηλώσεις του προσφεύγοντος καθώς και από τη δικογραφία προκύπτει ότι οι επίμαχες δικαστικές αποφάσεις εκδόθηκαν στο πλαίσιο υποθέσεων διακρινόμενων από την ποινική διαδικασία που οδήγησε στην έρευνα αυτή, η οποία, κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως 2015/157, εξακολουθούσε να εκκρεμεί. Περαιτέρω, ο προσφεύγων ουδόλως υποστηρίζει ότι αυτές οι δικαστικές αποφάσεις εκδόθηκαν στο πλαίσιο υποθέσεων οι οποίες εμφάνιζαν κάποια συνάφεια με την έρευνα αυτή. Επιπλέον, το γεγονός ότι, κατόπιν των ίδιων αποφάσεων, επετράπη στον προσφεύγοντα η έξοδος από την Τυνησία, ακόμη και αν θεωρηθεί αποδεδειγμένο, στερείται σημασίας.

56      Είναι αληθές ότι η άρση της απαγορεύσεως εξόδου από την τυνησιακή επικράτεια, η οποία αποφασίσθηκε με την πρώτη εκ των τριών προαναφερθεισών δικαστικών αποφάσεων, αποτελεί συνέχεια, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, της αθωώσεως του προσφεύγοντος με την ίδια απόφαση, σε υπόθεση στην οποία ο προσφεύγων οδηγήθηκε ενώπιον του συγκεκριμένου δικαστηρίου για πράξεις συγκρίσιμες με τις ερευνώμενες στο πλαίσιο της επίμαχης δικαστικής έρευνας. Παρά ταύτα, ούτε αποδείχθηκε αλλά και ούτε καν προβλήθηκε ότι η αθώωση του προσφεύγοντος στην υπόθεση εκείνη συνεπάγεται την αθώωσή του στην υπόθεση που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας αυτής ή ότι συνιστά απαλλακτικό στοιχείο στο πλαίσιο της υποθέσεως αυτής.

57      Τρίτον, όσον αφορά το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι δεν «κατηγορείται» για κατοχή παράνομων περιουσιακών στοιχείων εκτός Τυνησίας, υπενθυμίζεται ότι το γεγονός ότι η επίμαχη δικαστική έρευνα αφορά πράξεις οι οποίες δύναται να στοιχειοθετούν παράνομη ιδιοποίηση δημοσίου χρήματος συνιστά επαρκή πραγματική βάση για τη δικαιολόγηση της δεσμεύσεως περιουσιακών στοιχείων εντός της Ένωσης. Συγκεκριμένα, όπως εκτέθηκε στη σκέψη 33 ανωτέρω, το μέτρο έχει ως μοναδικό σκοπό τη διευκόλυνση της εκ μέρους των τυνησιακών αρχών διαπιστώσεως των παράνομων ιδιοποιήσεων δημοσίου χρήματος που έχουν διαπραχθεί και τη διατήρηση της δυνατότητας να ανακτήσουν οι αρχές αυτές το προϊόν των παράνομων ιδιοποιήσεων. Επομένως, δεν αποβλέπει στην παροχή της δυνατότητας διαπιστώσεως του εγκλήματος της κατοχής παράνομων περιουσιακών στοιχείων εκτός Τυνησίας, και ειδικότερα εντός της Ένωσης. Εξάλλου, δεν αμφισβητήθηκε ότι τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αφορά η έρευνα αυτή, και δη οι πράξεις συνέργειας σε παράνομη ιδιοποίηση δημοσίου χρήματος από κρατικό λειτουργό, έχουν άμεση και προφανή συνάφεια με την έννοια της παράνομης ιδιοποιήσεως δημοσίου χρήματος κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2011/72. Κατά συνέπεια, δεν είναι κρίσιμο το γεγονός ότι η βεβαίωση των τυνησιακών αρχών της 19ης Δεκεμβρίου 2014, επί της οποίας στηρίζεται το Συμβούλιο, και, κατά συνέπεια, οι λόγοι καταχωρίσεως του ονόματος του προσφεύγοντος δεν αναφέρονται σε πράξεις κατοχής παράνομων περιουσιακών στοιχείων εκτός Τυνησίας, και ειδικότερα εντός της Ένωσης (βλ., συναφώς και κατʼ αναλογίαν, απόφαση της 30ής Ιουνίου 2016, Al Matri κατά Συμβουλίου, T‑545/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:376, σκέψη 116).

58      Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

–       Επί του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται μη συνεκτίμηση εκ μέρους του Συμβουλίου της παραβιάσεως της αρχής της εύλογης διάρκειας της δίκης στο πλαίσιο της αφορώσας τον προσφεύγοντα εκκρεμούς δικαστικής έρευνας

59      Στο πλαίσιο του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η εκκρεμής στην Τυνησία δικαστική έρευνα η οποία τον αφορά δεν τηρεί την αρχή της εύλογης διάρκειας της δίκης. Υπογραμμίζει συναφώς ότι η αρχή αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του Αφρικανικού Χάρτη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Λαών, που υιοθετήθηκε στις 27 Ιουνίου 1981, στο Ναϊρόμπι (Κένυα) (στο εξής: Αφρικανικός Χάρτης), ο οποίος επικυρώθηκε από τη Δημοκρατία της Τυνησίας. Ακολούθως, υποστηρίζει ότι, εν προκειμένω, η έρευνα αυτή έχει διαρκέσει άνω των τεσσάρων ετών χωρίς να διαφαίνεται προοπτική περατώσεώς της. Προσθέτει ότι η διάρκεια αυτή οφείλεται αποκλειστικά στις τυνησιακές αρχές. Τέλος, καταλήγει επισημαίνοντας ότι, όσον αφορά τη διάρκεια της έρευνας αυτής και των θετικών για τον ίδιο εξελίξεων που σημειώθηκαν εν τω μεταξύ, κακώς δεν έχει περατωθεί η έρευνα. Τα επιχειρήματα αυτά επιβεβαιώνονται από την απόφαση του ΕΔΔΑ της 3ης Μαΐου 2012, Masár κατά Σλοβακίας (CE:ECHR:2012:0503JUD006688209). Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, ο προσφεύγων διευκρινίζει κατʼ ουσίαν ότι ο έλεγχος τον οποίο οφείλει, κατά την άποψή του, να ασκήσει το Συμβούλιο επί της κανονικότητας της δικαστικής διαδικασίας στην Τυνησία πρέπει να οδηγήσει στη διαγραφή του ονόματός του από τον προσαρτημένο στην απόφαση 2011/72 κατάλογο λόγω της παρατάσεως της διαδικασίας αυτής πέραν ενός ευλόγου χρονικού διαστήματος.

60      Το Συμβούλιο αντιτάσσει ότι δεν εναπόκειται στο ίδιο να αξιολογεί τη συμπεριφορά τρίτων χωρών, αλλά αποκλειστικά να εκτιμά τη συνάφεια και επάρκεια των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίζουν οι αρχές των χωρών αυτών. Κατά την άποψή του, βάσει ακριβώς των αρχών αυτών επισήμανε στον προσφεύγοντα με την επιστολή που του απηύθυνε στις 4 Φεβρουαρίου 2015 ότι λάμβανε υπόψη τα επιχειρήματά του και ότι επρόκειτο να επανεξετάσει την κατάστασή του πριν τον Ιούλιο του 2015. Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, το Συμβούλιο προσθέτει ότι έχει στη διάθεσή του στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι η σχετική με τον προσφεύγοντα δικαστική διαδικασία στην Τυνησία βρίσκεται σε εξέλιξη και ότι οι προθεσμίες της διαδικασίας αυτής δεν είναι μη εύλογες δεδομένης της περιπλοκότητας του συνόλου των σχετικών υποθέσεων. Επισυνάπτει στο υπόμνημα ανταπαντήσεως τα έγγραφα στα οποία περιέχονται τα στοιχεία αυτά.

61      Προκαταρκτικώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η νομιμότητα πράξεως της Ένωσης πρέπει να εκτιμάται με βάση τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που υπήρχαν κατά τον χρόνο εκδόσεώς της (βλ. αποφάσεις της 3ης Σεπτεμβρίου 2015, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑398/13 P, EU:C:2015:535, σκέψη 22 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 4ης Σεπτεμβρίου 2015, NIOC κ.λπ. κατά Συμβουλίου, T‑577/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:596, σκέψη 112 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Εν προκειμένω, οι αιτιάσεις του προσφεύγοντος στο πλαίσιο του υπό κρίση σκέλους δεν μπορούν να εξετασθούν υπό το πρίσμα στοιχείων μεταγενέστερων της αποφάσεως 2015/157. Αυτό όμως ισχύει στην περίπτωση της επιστολής της 4ης Φεβρουαρίου 2015 την οποία απηύθυνε το Συμβούλιο στον προσφεύγοντα καθώς και, κατά μείζονα λόγο, της επανεξετάσεως της καταστάσεως του προσφεύγοντος την οποία το Συμβούλιο, με την επιστολή αυτή, δεσμεύθηκε να διενεργήσει σε μεταγενέστερο χρόνο. Ομοίως, τα επισυναπτόμενα στο υπόμνημα ανταπαντήσεως έγγραφα επί των οποίων στηρίζεται το Συμβούλιο για να αποδείξει ότι η διάρκεια της αφορώσας τον προσφεύγοντα δικαστικής έρευνας στην Τυνησία δεν είναι μη εύλογη συντάχθηκαν από τις τυνησιακές αρχές στις 11 Μαΐου 2015. Κατά συνέπεια, τα έγγραφα αυτά δεν ήταν γνωστά στο Συμβούλιο κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως 2015/157 και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Γενικό Δικαστήριο.

62      Επί της ουσίας, στο πλαίσιο του υπό κρίση σκέλους, ο προσφεύγων υποστηρίζει στην πραγματικότητα ότι, στον βαθμό που η εύλογη διάρκεια της εναντίον του κινηθείσας δικαστικής διαδικασίας δεν είναι σύμφωνη με την αρχή της εύλογης διάρκειας της δίκης και είναι, ως εκ τούτου, παράνομη, το Συμβούλιο δεν μπορούσε να διατηρήσει την καταχώριση του ονόματός του στο παράρτημα της αποφάσεως 2011/72 με βάση τη διαδικασία αυτή. Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο του υπό κρίση σκέλους, ο έλεγχος του Γενικού Δικαστηρίου πρέπει να περιοριστεί στον έλεγχο του αν το Συμβούλιο, ορθώς ή όχι, εκτίμησε ότι η διάρκεια της εν λόγω δικαστικής διαδικασίας δεν αποτελούσε λόγο για την άρση των περιοριστικών μέτρων κατά του προσφεύγοντος.

63      Συναφώς, για τους ίδιους λόγους οι οποίοι εκτίθενται στη σκέψη 46 ανωτέρω, πρέπει να επισημανθεί ότι στις τυνησιακές αρχές εναπόκειται να αποφανθούν επί ενδεχόμενης παραβιάσεως της αρχής της εύλογης διάρκειας της δίκης στο πλαίσιο της αφορώσας τον προσφεύγοντα δικαστικής διαδικασίας. Ειδικότερα, όπως ο ίδιος ο προσφεύγων αναφέρει, η Δημοκρατία της Τυνησίας αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος του Αφρικανικού Χάρτη και το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της διεθνούς αυτής συμβάσεως κατοχυρώνει το δικαίωμα σε δίκη εύλογης διάρκειας από αμερόληπτο δικαστήριο. Κατά συνέπεια, στα τυνησιακά δικαστήρια, ενδεχομένως κατόπιν προσφυγής του προσφεύγοντος, εναπόκειται να διαπιστώσουν αν οι διατάξεις του άρθρου αυτού έχουν τηρηθεί στο πλαίσιο της εν λόγω δικαστικής διαδικασίας. Εξάλλου, ούτε η Ένωση ούτε τα κράτη μέλη είναι συμβαλλόμενα μέρη του Αφρικανικού Χάρτη, οπότε το Συμβούλιο και το Γενικό Δικαστήριο δεν είναι αρμόδια να ερμηνεύουν αυτή τη διεθνή σύμβαση ή να την εφαρμόζουν (βλ., συναφώς, απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2011, Air Transport Association of America κ.λπ., C‑366/10, EU:C:2011:864, σκέψεις 52 και 62).

64      Είναι αληθές ότι, κατά τη νομολογία, ο σεβασμός των αρχών του κράτους δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων καθώς και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας είναι επιβεβλημένος σε κάθε δράση της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του τομέα της ΚΕΠΠΑ, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 21, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, και παράγραφος 3, ΣΕΕ και του άρθρου 23 ΣΕΕ (βλ., συναφώς, απόφαση της 14ης Ιουνίου 2016, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, C‑263/14, EU:C:2016:435, σκέψη 47). Ειδικότερα, επισημαίνεται ότι το άρθρο 21, παράγραφος 1, ΣΕΕ προβλέπει ότι σκοπός της δράσεως της Ένωσης στη διεθνή σκηνή είναι να προωθεί στο ευρύτερο παγκόσμιο πλαίσιο, μεταξύ άλλων, το κράτος δικαίου, την οικουμενικότητα και το αδιαίρετο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου. Η αρχή της εύλογης διάρκειας της δίκης αποτελεί συστατικό στοιχείο του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη το οποίο προστατεύεται δυνάμει διατάξεων πλήθους νομικά δεσμευτικών πράξεων του διεθνούς δικαίου, και δη δυνάμει του άρθρου 14, παράγραφος 3, στοιχείο c, του Διεθνούς Συμφώνου περί Αστικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων, που υιοθέτησε η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 16 Δεκεμβρίου 1966, και στο οποίο είναι συμβαλλόμενα μέρη όλα τα κράτη μέλη και η Δημοκρατία της Τυνησίας. Επιπλέον, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 1 της αποφάσεως 2011/72, η απόφαση αυτή και οι επακόλουθες αποφάσεις εκδόθηκαν στο πλαίσιο πολιτικής αποσκοπούσας στην παροχή στηρίξεως στην Τυνησία, η οποία βασίζεται, μεταξύ άλλων, στους σκοπούς της προωθήσεως του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου οι οποίοι προβλέπονται στο άρθρο 21, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, ΣΕΕ.

65      Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να αποκλεισθεί η διενέργεια των αναγκαίων ελέγχων από το Συμβούλιο όταν υπάρχουν αντικειμενικά, αξιόπιστα, ακριβή και συγκλίνοντα στοιχεία ικανά να προκαλέσουν θεμιτές αμφιβολίες όσον αφορά τον σεβασμό του δικαιώματος του προσφεύγοντος σε εύλογη διάρκεια της δίκης στο πλαίσιο της εν εξελίξει δικαστικής έρευνας η οποία τον αφορά και λειτουργεί ως έρεισμα της δεσμεύσεως των περιουσιακών του στοιχείων εντός της Ένωσης.

66      Ωστόσο, το υπό εξέταση σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως εκκινεί από τη θέση ότι, λαμβανομένης υπόψη της υπερβολικής διάρκειας της εν λόγω δικαστικής έρευνας, η οποία θα έπρεπε, κατά τον προσφεύγοντα, να έχει ήδη περατωθεί, και επομένως λαμβανομένου υπόψη του παράνομου χαρακτήρα της έρευνας αυτής, το Συμβούλιο όφειλε να παύσει άμεσα τη δέσμευση των περιουσιακών του στοιχείων εντός της Ένωσης. Ωστόσο, η θέση αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.

67      Συγκεκριμένα, πρώτον, επισημαίνεται ότι δεν αποδείχθηκε, αλλά και ούτε καν υποστηρίχθηκε, ότι, σύμφωνα με το τυνησιακό δίκαιο, η παραβίαση της αρχής της εύλογης διάρκειας της δίκης στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας έχει ως συνέπεια τον τερματισμό ή την ακύρωση της διαδικασίας αυτής.

68      Εξάλλου, ο προσφεύγων παραπέμπει σε νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΔΔΑ) σχετικά με την εφαρμογή στις ποινικές διαδικασίες της αρχής της εύλογης διάρκειας της δίκης την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 6, παράγραφος 1, της Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ). Βεβαίως, η νομολογία αυτή αποτελεί κρίσιμο συγκριτικό στοιχείο εν προκειμένω, καθώς το άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ προστατεύει την εν λόγω αρχή κατά τρόπο ανάλογο με το άρθρο 14, παράγραφος 3, στοιχείο c, του Διεθνούς Συμφώνου περί Αστικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων και το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο d, του Αφρικανικού Χάρτη. Ωστόσο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, κατά τη νομολογία αυτή, το ΕΔΔΑ δεν συνήγαγε από αυτήν την αρχή υποχρέωση των εθνικών αρχών να παύουν ποινικές διαδικασίες η διάρκεια των οποίων αποδεικνύεται υπερβολική (βλ., συναφώς, απόφαση του ΕΔΔΑ της 28ης Ιουνίου 2016, O’Neill και Lauchlan κατά Ηνωμένου Βασιλείου, CE:ECHR:2016:0628JUD004151610, § 87).

69      Επιπλέον, επισημαίνεται ότι, ακόμη και στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 3, της ΕΣΔΑ, το οποίο εξαρτά την εξακολούθηση της προσωρινής ή προληπτικής κρατήσεως προσώπου από την έκδοση δικαστικής αποφάσεως εντός εύλογης προθεσμίας, το ΕΔΔΑ δεν θεωρεί ότι η παράβαση της απαιτήσεως αυτής πρέπει να επιφέρει τον τερματισμό της επίμαχης δικαστικής έρευνας. Ασφαλώς, θεωρεί ότι η υπόθεση του ενδιαφερομένου προσώπου πρέπει να διεκπεραιώνεται, στην περίπτωση αυτή, με ιδιαίτερη ταχύτητα. Πάντως, θεωρεί επίσης ότι η ιδιαίτερη ταχύτητα στην οποία έχει δικαίωμα κατηγορούμενος ο οποίος κρατείται κατά την εξέταση της υποθέσεώς του δεν πρέπει να υπονομεύει τις προσπάθειες των δικαστών προς εκπλήρωση του καθήκοντός τους με την απαιτούμενη επιμέλεια (αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 11ης Δεκεμβρίου 2007, Pecheur κατά Λουξεμβούργου, CE:ECHR:2007:1211JUD001630802, § 62, και της 5ης Νοεμβρίου 2009, Shabani κατά Ελβετίας, CE:ECHR:2009:1105JUD002904406, § 65).

70      Κατά συνέπεια, από κανένα στοιχείο δεν μπορεί να συναχθεί ότι η ενδεχόμενη προσβολή του δικαιώματος του προσφεύγοντος σε εύλογη διάρκεια της δίκης στο πλαίσιο της σχετικής με αυτόν δικαστικής διαδικασίας στην Τυνησία πρέπει να επιφέρει τον τερματισμό ή την ακύρωση της διαδικασίας αυτής.

71      Δεύτερον, επισημαίνεται ότι, υπό το πρίσμα της νομολογίας του ΕΔΔΑ, ο σεβασμός του δικαιώματος σε εύλογη διάρκεια της δίκης, όπως κατοχυρώνεται από το διεθνές δίκαιο, πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως, οι οποίες επιτάσσουν σφαιρική αξιολόγηση, ειδικότερα δε με βάση κριτήρια αφορώντα την περιπλοκότητα της υποθέσεως, τη συμπεριφορά του προσφεύγοντος και τη συμπεριφορά των αρμόδιων αρχών (βλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 28ης Ιουνίου 2016, O’Neill και Lauchlan κατά Ηνωμένου Βασιλείου, CE:ECHR:2016:0628JUD004151610, § 86 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Ανάλογες αρχές διέπουν την εκτίμηση, κατά τη νομολογία των δικαστηρίων της Ένωσης, του σεβασμού του δικαιώματος σε εύλογη διάρκεια της δίκης, όπως κατοχυρώνεται από το άρθρο 47 του Χάρτη (βλ., συναφώς, απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2013, Groupe Gascogne κατά Επιτροπής, C‑58/12 P, EU:C:2013:770, σκέψεις 85 και 86 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

72      Όμως, ακόμη και αν υποτεθεί ότι μπορεί να προβεί σε τέτοια σφαιρική αξιολόγηση με γνώμονα τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως, το Συμβούλιο θα έπρεπε κατʼ ανάγκη, προς τον σκοπό αυτό, να ζητήσει συμπληρωματικές πληροφορίες από τις τυνησιακές αρχές σχετικά με την επίμαχη δικαστική διαδικασία. Πράγματι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 43 έως 45 ανωτέρω, για τη διατήρηση της καταχωρίσεως του ονόματος του προσφεύγοντος στο παράρτημα της αποφάσεως 2011/172, το Συμβούλιο εν προκειμένω υποχρεούται μόνον να συγκεντρώσει αποδεικτικά στοιχεία για την ύπαρξη εκκρεμούς δικαστικής διαδικασίας σχετικής με τον προσφεύγοντα για πράξεις που μπορούν να στοιχειοθετήσουν παράνομη ιδιοποίηση δημοσίου χρήματος. Δεδομένων των απαιτήσεων που εκτίθενται στη σκέψη 71 ανωτέρω, τέτοιες αποδείξεις δεν επαρκούν, προφανώς, για την εκτίμηση της υπάρξεως ενδεχόμενης προσβολής, στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, του δικαιώματος του προσφεύγοντος σε εύλογη διάρκεια της δίκης. Εξάλλου, ακόμη και αν υποτεθεί ότι τα στοιχεία τα οποία προσκόμισε ο προσφεύγων ήταν ικανά να δημιουργήσουν θεμιτές αμφιβολίες όσον αφορά τον σεβασμό του δικαιώματος αυτού, δεν επαρκούσαν, εν πάση περιπτώσει, ώστε το Συμβούλιο να διαπιστώσει την ύπαρξη προσβολής του εν λόγω δικαιώματος.

73      Επομένως, το Συμβούλιο δεν ήταν υποχρεωμένο να διαγράψει το όνομα του προσφεύγοντος στο παράρτημα της αποφάσεως 2011/72 χωρίς να έχει προβεί στους ενδεδειγμένους ελέγχους σε συνεργασία με τις τυνησιακές αρχές.

74      Ειδικότερα, επισημαίνεται ότι ο προσφεύγων, με τις από 15 Ιανουαρίου 2015 παρατηρήσεις του, υπέβαλε στο Συμβούλιο τα στοιχεία τα οποία επικαλείται, στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής, προκειμένου να υποστηρίξει ότι το δικαίωμά του σε εύλογη διάρκεια της δίκης έχει προσβληθεί από τις τυνησιακές αρχές. Βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2014/49, η παράταση των περιοριστικών μέτρων που αφορούν τον προσφεύγοντα και απορρέουν από την απόφαση αυτή έληγε στις 31 Ιανουαρίου 2015. Εξάλλου, η απόφαση 2015/157 τέθηκε σε ισχύ την ίδια ημέρα. Κατά συνέπεια, ακόμη και αν υποτεθεί ότι τα εν λόγω στοιχεία δικαιολογούσαν ελέγχους του Συμβουλίου σε συνεργασία με τις τυνησιακές αρχές, δεν μπορούσε να απαιτηθεί από αυτό το θεσμικό όργανο η διενέργεια ελέγχων και η άντληση συνεπειών εντός της προθεσμίας την οποία είχε στη διάθεσή του έως την παρέλευση των συνεπειών της αποφάσεως 2014/49 έναντι του προσφεύγοντος και την έκδοση ανάλογης νέας αποφάσεως, προθεσμίας η οποία ήταν μόνο δύο εβδομάδων.

75      Συνεπώς, από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι εσφαλμένως ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο όφειλε, με βάση αυτά τα στοιχεία και μόνον, να διαγράψει το όνομά του από το παράρτημα της αποφάσεως 2011/172.

76      Εν πάση περιπτώσει, τα στοιχεία αυτά δεν ήταν ικανά να προκαλέσουν στο Συμβούλιο θεμιτές αμφιβολίες δικαιολογούσες τη διενέργεια συμπληρωματικών ελέγχων σε συνεργασία με τις τυνησιακές αρχές.

77      Πράγματι, η κατά τον προσφεύγοντα τετραετής διάρκεια της επίμαχης δικαστικής διαδικασίας δεν έχει, καταρχάς, προδήλως υπερβολικό χαρακτήρα, όσον αφορά, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα συνημμένα στην προσφυγή έγγραφα, έρευνα αφορώσα παράνομες ιδιοποιήσεις δημοσίου χρήματος, σε σχέση με άλλες συναφείς δικαστικές διαδικασίες στις οποίες εμπλέκονται πολλά άλλα πρόσωπα και απαιτούν τη διενέργεια ερευνών στην αλλοδαπή. Εξάλλου, το παρατιθέμενο από τον προσφεύγοντα παράδειγμα προς στήριξη της επιχειρηματολογίας του, σχετικά με τη διεκπεραίωση από τις τυνησιακές αρχές της αιτήσεώς του για χωρισμό της υποθέσεώς του από την αφορώσα άλλα πρόσωπα υπόθεση, δεν δύναται να συνιστά, από μόνο του, σημαντική ένδειξη της υπερβολικής διάρκειας της ανακριτικής διαδικασίας στο σύνολό της. Πρέπει να προστεθεί ότι, στις από 15 Ιανουαρίου 2015 παρατηρήσεις του, ο προσφεύγων αναφέρει ότι ο χαρακτηρισμός των πραγματικών περιστατικών τα οποία ερευνούν οι τυνησιακές δικαστικές αρχές στο μέτρο που τον αφορά τροποποιήθηκε κατά τη διάρκεια της ανακριτικής διαδικασίας. Το γεγονός αυτό δύναται να αποτελέσει πρόσθετο κρίσιμο στοιχείο ικανό να δικαιολογήσει τη διάρκεια της διαδικασίας αυτής. Επιπλέον, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει ο προσφεύγων, οι διάφορες θετικές για αυτόν εξελίξεις στις δικαστικές διαδικασίες, τις οποίες επικαλείται στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως, δεν φαίνονται ικανές να δικαιολογήσουν, για τους εκτιθέμενους στις σκέψεις 49 έως 58 ανωτέρω λόγους, τον τερματισμό της διαδικασίας αυτής.

78      Η απόφαση του ΕΔΔΑ της 3ης Μαΐου 2012, Masár κατά Σλοβακίας (CE:ECHR:2012:0503JUD006688209), στην οποία παραπέμπει ο προσφεύγων προς στήριξη του υπό κρίση σκέλους, δεν θέτει εν αμφιβόλω τις προηγηθείσες εκτιμήσεις. Συγκεκριμένα, η υπόθεση αυτή αφορά ποινική διαδικασία για πράξεις οι οποίες δεν εμφανίζουν καμία αναλογία με εκείνες τις οποίες αφορά η εκκρεμής σχετική με τον προσφεύγοντα δικαστική έρευνα στην Τυνησία. Επομένως, δεν είναι κρίσιμο το γεγονός ότι το ΕΔΔΑ έκρινε, στην υπόθεση εκείνη, ότι η διάρκεια της επίδικης ποινικής διαδικασίας, η οποία ήταν συγκρίσιμη με αυτή της εν λόγω έρευνας, δεν ήταν σύμφωνη με την αρχή της εύλογης διάρκειας της δίκης την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 6, παράγραφος 1, ΕΣΔΑ. Η ίδια συλλογιστική εφαρμόζεται στις αποφάσεις του ίδιου δικαστηρίου τις οποίες παρέθεσε ο προσφεύγων κατά την επʼ ακροατηρίου συζήτηση.

79      Από το σύνολο των ανωτέρω προκύπτει ότι το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

–       Επί του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται πλάνη περί το δίκαιο του Συμβουλίου καθόσον εσφαλμένως έκρινε ότι τα στοιχεία που παρέσχον οι τυνησιακές αρχές αποδείκνυαν την ύπαρξη διώξεων κατά του προσφεύγοντος

80      Προς στήριξη του υπό κρίση σκέλους, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο εσφαλμένως έκρινε ότι η βεβαίωση των τυνησιακών αρχών της 19ης Δεκεμβρίου 2014 αποδείκνυε την ύπαρξη διώξεων εναντίον του στην Τυνησία, ενώ η βεβαίωση απλώς αναφέρεται σε εκκρεμή ανάκριση. Επομένως, η βεβαίωση αυτή δεν αποτελεί επαρκή πραγματική βάση για την απόφαση 2015/157.

81      Η επιχειρηματολογία αυτή είναι προδήλως απορριπτέα.

82      Συγκεκριμένα, πρώτον, η επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος αφορά την επιστολή του Συμβουλίου της 4ης Φεβρουαρίου 2015, στην οποία το Συμβούλιο αναφέρει ότι η βεβαίωση των τυνησιακών αρχών της 19ης Δεκεμβρίου 2014 πιστοποιεί ότι ο προσφεύγων διώκεται για συνέργεια σε παράνομη ιδιοποίηση τυνησιακών κρατικών κεφαλαίων βάσει των άρθρων 32, 87, 96 και 99 του τυνησιακού ποινικού κώδικα. Αφενός, όμως, πρόκειται για έγγραφο μεταγενέστερο της εκδόσεως της αποφάσεως 2015/157. Αφετέρου, οι λόγοι καταχωρίσεως του ονόματος του προσφεύγοντος στο παράρτημα της αποφάσεως 2011/72, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2014/49 και παρατάθηκε με την απόφαση 2015/157, δεν μνημονεύουν την ύπαρξη διώξεων εναντίον του προσφεύγοντος, αλλά μόνον την ύπαρξη δικαστικών ερευνών οι οποίες τον αφορούν. Η διατήρηση των περιοριστικών μέτρων εις βάρος του προσφεύγοντος η οποία απορρέει από την απόφαση 2015/157 δεν στηρίζεται, επομένως, στο γεγονός ότι ο προσφεύγων διώκεται για τις πράξεις οι οποίες μνημονεύονται στους συγκεκριμένους λόγους καταχωρίσεως.

83      Δεύτερον, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 34 ανωτέρω και όπως αναγνωρίζει και ο ίδιος ο προσφεύγων στο πλαίσιο του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως, η ύπαρξη εκκρεμών δικαστικών διαδικασιών για παράνομες ιδιοποιήσεις δημοσίου χρήματος, επί των οποίων στηρίζονται οι συγκεκριμένοι λόγοι καταχωρίσεως, αποτελούσε καταρχήν επαρκή βάση για την επιβολή των περιοριστικών μέτρων. Υπό τις συνθήκες αυτές, ακόμη και στην περίπτωση που το Συμβούλιο εσφαλμένως έκρινε ότι η βεβαίωση των τυνησιακών αρχών της 19ης Δεκεμβρίου 2014 ήταν ικανή να αποδείξει ότι είχαν ασκηθεί ποινικές διώξεις εναντίον του προσφεύγοντος, το σφάλμα αυτό δεν ασκεί επιρροή.

84      Εν πάση περιπτώσει, επισημαίνεται ότι η εν λόγω βεβαίωση, την οποία ο ίδιος ο προσφεύγων επισύναψε στο δικόγραφο της προσφυγής, αναφέρει την ύπαρξη διώξεων κατά του προσφεύγοντος. Συγκεκριμένα, το κείμενο της βεβαιώσεως αυτής, η οποία έχει συνταχθεί στη γαλλική γλώσσα, αναφέρει ότι «η ανακριτική υπόθεση υπʼ αριθ. 19592/1 [...] είναι εκκρεμής ανακριτική διαδικασία και αφορά τον ονομαζόμενο Mohamed Marouen Ben Ali Ben Mohamed Mabrouk, ο οποίος διώκεται για συνέργεια σε υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος από κρατικό λειτουργό, συνέργεια σε παράβαση καθήκοντος εκ μέρους κρατικού λειτουργού προκειμένου να παρασχεθεί αδικαιολόγητο πλεονέκτημα σε τρίτο πρόσωπο και να προκληθεί ζημία στο Δημόσιο και συνέργεια στην άσκηση παράνομης επιρροής σε κρατικό λειτουργό με σκοπό την εξασφάλιση άμεσων ή έμμεσων πλεονεκτημάτων σε τρίτους». Ως εκ τούτου, η πραγματική βάση από την οποία εκκινεί το υπό κρίση σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως είναι εσφαλμένη.

85      Συνεπώς, το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως καθώς και, συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως στο σύνολό του πρέπει να απορριφθούν.

 Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίον προβάλλεται προσβολή θεμελιωδών δικαιωμάτων του προσφεύγοντος από την οποία πάσχει η διαδικασία κατόπιν της οποίας εκδόθηκε η απόφαση 2015/157

–       Επί του πρώτου σκέλους του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 47 του Χάρτη λόγω μη τηρήσεως εκ μέρους του ίδιου του Συμβουλίου της αρχής της εύλογης διάρκειας της δίκης

86      Προς στήριξη του πρώτου σκέλους του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, ο προσφεύγων υποστηρίζει κατʼ ουσίαν ότι το άρθρο 47 του Χάρτη έχει εφαρμογή εν προκειμένω διότι τα περιοριστικά μέτρα τα οποία έλαβε το Συμβούλιο κατʼ αυτού συνδέονται με δικαστική διαδικασία. Προς απόδειξη της υπάρξεως παραβιάσεως της αρχής της εύλογης διάρκειας της δίκης, παραπέμπει στην επιχειρηματολογία την οποία εξέθεσε στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως. Η υποχρέωση του Συμβουλίου να τηρήσει την αρχή της εύλογης διάρκειας της δίκης την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 47 του Χάρτη επιβεβαιώνεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου. Με το υπόμνημα απαντήσεως, ο προσφεύγων, αντικρούοντας τα επιχειρήματα του Συμβουλίου, αντιτάσσει ότι δεν ασκεί επιρροή το ότι το Συμβούλιο δεν ενήργησε εν προκειμένω στο πλαίσιο δικαιοδοτικών αρμοδιοτήτων. Είναι, εξάλλου, αδιάφορο το αν η διαδικασία επανεξετάσεως την οποία διεξήγαγε το Συμβούλιο ικανοποιεί τις απαιτήσεις του άρθρου 47 του Χάρτη, καθόσον το Συμβούλιο δεν συνιστά αμερόληπτο και ανεξάρτητο δικαστήριο.

87      Το Συμβούλιο υποστηρίζει αμυνόμενο ότι, εν προκειμένω, δεν ενήργησε στο πλαίσιο ασκήσεως δικαιοδοτικών καθηκόντων, καθώς τα καθήκοντα αυτά επαφίενται, υπό το θεσμικό σύστημα της Ένωσης, στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εξάλλου, έχει ήδη κριθεί από το Γενικό Δικαστήριο ότι μέτρα όπως τα επίδικα περιοριστικά μέτρα δεν έχουν δικαιοδοτικό χαρακτήρα. Επιπλέον, το Συμβούλιο εκτιμά ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η αρχή της εύλογης διάρκειας της δίκης την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 47 του Χάρτη έχει εφαρμογή ως προς το ίδιο, η διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον αυτού του θεσμικού οργάνου δεν παρέβη την απαίτηση της εύλογης διάρκειας, στον βαθμό που επανεξέταζε κατ’ έτος τη σκοπιμότητα της διατηρήσεως του ονόματος του προσφεύγοντος στον προσαρτημένο στην απόφαση 2011/72 κατάλογο.

88      Επιβάλλεται εκ προοιμίου η επισήμανση ότι η επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος στο πλαίσιο του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως δεν μπορεί να εξετασθεί υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του Χάρτη.

89      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά το γράμμα του άρθρου 47, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του Χάρτη, κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικασθεί η υπόθεσή του δίκαια, δημόσια και εντός εύλογης προθεσμίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως. Εξάλλου, υπενθυμίζεται επίσης ότι, κατά το άρθρο 51, παράγραφος 1, ο Χάρτης απευθύνεται στα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης, καθώς και στα κράτη μέλη μόνον όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης. Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, ο Χάρτης δεν διευρύνει το πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης πέραν των αρμοδιοτήτων της Ένωσης και δεν θεσπίζει νέες αρμοδιότητες και καθήκοντα για την Ένωση ούτε τροποποιεί τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα όπως ορίζονται στις Συνθήκες.

90      Υπό το πρίσμα του άρθρου 51, παράγραφοι 1 και 2, του Χάρτη, οι διατάξεις του άρθρου 47 του Χάρτη πρέπει να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι αφορούν το δικαίωμα σε αποτελεσματική δικαστική προστασία αποκλειστικά σε διαδικασίες στο πλαίσιο των οποίων διακυβεύονται τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που εγγυάται το δίκαιο της Ένωσης (βλ., συναφώς και κατʼ αναλογίαν, απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2016, Petruhhin, C‑182/15, EU:C:2016:630, σκέψη 52).

91      Επομένως, εν προκειμένω, το άρθρο 47 του Χάρτη έχει εφαρμογή υπό την έννοια ότι εγγυάται στον προσφεύγοντα ότι η επίμαχη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων θα αποτελέσει αντικείμενο αποτελεσματικού δικαστικού ελέγχου από το Γενικό Δικαστήριο, όπερ προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, την εξακρίβωση του αν η απόφαση για την έκδοση των μέτρων αυτών θεμελιώνεται σε επαρκώς στέρεα πραγματική βάση (βλ., συναφώς, απόφαση της 18ης Ιουλίου 2013, Επιτροπή κ.λπ. κατά Kadi, C‑584/10 P, C‑593/10 P και C‑595/10 P, EU:C:2013:518, σκέψη 119). Ως εκ τούτου, βάσει του άρθρου 47 του Χάρτη, το Γενικό Δικαστήριο, και όχι το Συμβούλιο, υπέχει αυτή την υποχρέωση εξακριβώσεως.

92      Αντιθέτως, οι διατάξεις του άρθρου 47 του Χάρτη δεν δύνανται να εφαρμοστούν στο δικαίωμα του προσφεύγοντος σε αποτελεσματική δικαστική προστασία στο πλαίσιο σχετικής με αυτόν δικαστικής διαδικασίας στην Τυνησία, η οποία αποτελεί τρίτη χώρα. Εξάλλου, το γεγονός ότι η απόφαση εκδόσεως περιοριστικών μέτρων κατά του προσφεύγοντος στηρίζεται σε αυτή τη δικαστική διαδικασία δεν δικαιολογεί έλεγχο της νομιμότητάς της με γνώμονα τις διατάξεις αυτές. Συγκεκριμένα, αφενός, η απόφαση αυτή προέρχεται από θεσμικό όργανο της Ένωσης το οποίο δεν είναι εξουσιοδοτημένο από τις Συνθήκες να ασκεί δικαιοδοτικά καθήκοντα. Αφετέρου, η εν λόγω απόφαση, η οποία εξάλλου εκδόθηκε στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ, δεν έχει δικαιοδοτικό χαρακτήρα ούτε έχει ως αντικείμενο τη διατύπωση κρίσεως επί προσφυγής ούτε να επιλύσει διαφορά (βλ., συναφώς και κατʼ αναλογίαν, διάταξη της 24ης Μαρτίου 2011, Bengtsson, C‑344/09, EU:C:2011:174, σκέψεις 22 έως 24 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

93      Η ερμηνεία αυτή δεν τίθεται εν αμφιβόλω από τις σκέψεις 178 έως 184 και 188 της αποφάσεως της 16ης Ιουλίου 2009, Der Grüne Punkt – Duales System Deutschland κατά Επιτροπής (C‑385/07 P, EU:C:2009:456), στις οποίες παραπέμπει ο προσφεύγων προς στήριξη του υπό κρίση σκέλους. Συγκεκριμένα, από τις σκέψεις αυτές, και δη από τη σκέψη 188, προκύπτει σαφώς ότι το Δικαστήριο απλώς εφάρμοσε την αρχή της εύλογης διάρκειας της δίκης, την οποία προβλέπει το άρθρο 47, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του Χάρτη, στην εκδίκαση ένδικης προσφυγής από το Γενικό Δικαστήριο, στο πλαίσιο της διαδικασίας που ακολουθείται ενώπιον αυτού του δικαιοδοτικού οργάνου, και δεν επιχείρησε να επεκτείνει την εφαρμογή αυτή σε θεσμικά όργανα της Ένωσης τα οποία δεν έχουν δικαιοδοτική εξουσία (βλ., συναφώς, απόφαση της 16ης Ιουλίου 2009, Der Grüne Punkt – Duales System Deutschland κατά Επιτροπής, C‑385/07 P, EU:C:2009:456, σκέψεις 178 έως 184 και 188 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

94      Βεβαίως, πρέπει να παρατηρηθεί ότι το Συμβούλιο οφείλει να διεκπεραιώνει τις υποθέσεις των προσώπων κατά των οποίων έχει επιβάλει περιοριστικά μέτρα εντός εύλογης προθεσμίας, σύμφωνα με το άρθρο 41, παράγραφος 1, του Χάρτη, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα κάθε προσώπου σε χρηστή διοίκηση.

95      Ωστόσο, αν υποτεθεί ότι, παρά την επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος, το υπό κρίση σκέλος μπορεί να εκληφθεί υπό την έννοια ότι αφορά παράβαση εκ μέρους του Συμβουλίου του άρθρου 41, παράγραφος 1, του Χάρτη, από τα στοιχεία τα οποία εκτέθηκαν στις σκέψεις 62 έως 78 ανωτέρω προκύπτει ότι το σκέλος αυτό πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να απορριφθεί ως αβάσιμο.

96      Πράγματι, αφενός, για τους εκτεθέντες στις σκέψεις 66 έως 75 ανωτέρω λόγους, ακόμη και στην περίπτωση που τα στοιχεία αυτά δικαιολογούσαν τη διενέργεια ελέγχων από το Συμβούλιο σε συνεργασία με τις τυνησιακές αρχές όσον αφορά το στάδιο της εκκρεμούς δικαστικής έρευνας που αφορά τον προσφεύγοντα, τα εν λόγω στοιχεία δεν ήταν δυνατό να έχουν ως συνέπεια την υποχρέωση παύσεως της δεσμεύσεως των περιουσιακών του στοιχείων εντός της Ένωσης. Αφετέρου, όπως εκτέθηκε στις σκέψεις 76 έως 78 ανωτέρω, τα στοιχεία τα οποία προσκόμισε ο προσφεύγων προ της εκδόσεως της αποφάσεως 2015/157 δεν ήταν ικανά να προκαλέσουν θεμιτές αμφιβολίες όσον αφορά την τήρηση της αρχής της εύλογης διάρκειας της δίκης από τις τυνησιακές αρχές. Τέλος, πρέπει να προστεθεί ότι, για τους ίδιους λόγους, δεν μπορεί να προσαφθεί στο Συμβούλιο, παρά τα όσα προβάλλει ο προσφεύγων, ότι δεν ενημέρωσε τις τυνησιακές αρχές σχετικά με τα επιβαλλόμενα όρια στη διάρκεια της δεσμεύσεως των περιουσιακών του στοιχείων εντός της Ένωσης και με την ανάγκη ταχείας δικαστικής ανακρίσεως.

97      Όπως, όμως, προκύπτει από την ίδια τη διατύπωση του δικογράφου της προσφυγής και του υπομνήματος απαντήσεως, στο πλαίσιο του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως ο προσφεύγων απλώς προσάπτει στο Συμβούλιο ότι προσέβαλε το δικαίωμά του σε εύλογη διάρκεια της δίκης μη λαμβάνοντας τα μέτρα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά του ώστε να αποτραπεί τυχόν υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της σχετικής με αυτόν ένδικης διαδικασίας στην Τυνησία.

98      Συνεπώς, στον βαθμό που δεν προκύπτει από τα στοιχεία τα οποία υπέβαλε ο προσφεύγων στο Συμβούλιο ότι η διάρκεια αυτής της ένδικης διαδικασίας πάσχει από τέτοια παρατυπία, ούτε η διάρκεια της δεσμεύσεως των κεφαλαίων του προσφεύγοντος εντός της Ένωσης είναι δυνατό να πάσχει από την παρατυπία αυτή.

99      Εξάλλου, ο προσφεύγων δεν υποστηρίζει ότι υπέβαλε στο Συμβούλιο, προ της επιστολής του της 15ης Ιανουαρίου 2015, στοιχεία ικανά να δικαιολογήσουν διαβήματα του θεσμικού αυτού οργάνου προς τις τυνησιακές αρχές ώστε να βεβαιωθεί για τον σεβασμό του δικαιώματός του σε εύλογη διάρκεια της δίκης στο πλαίσιο της εκκρεμούς δικαστικής έρευνας που τον αφορούσε. Κατά συνέπεια, ο προσφεύγων δεν δύναται να προσάψει στο Συμβούλιο ότι δεν επέδειξε συναφώς επιμέλεια για το προ της επιστολής της 15ης Ιανουαρίου 2015 χρονικό διάστημα.

100    Από το σύνολο των ανωτέρω προκύπτει ότι το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτό.

–       Επί του δευτέρου σκέλους του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας, εξαιτίας του δελτίου Τύπου του Συμβουλίου της 31ης Ιανουαρίου 2011

101    Προς στήριξη του δευτέρου σκέλους του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι το δελτίο Τύπου του Συμβουλίου της 31ης Ιανουαρίου 2011 παραβιάζει το τεκμήριο αθωότητας καθόσον ενθαρρύνει τη δημιουργία της εντυπώσεως στο κοινό περί ενοχής των προσώπων που ορίζονται σε αυτό το δελτίο Τύπου ως ευθυνομένων για υπεξαιρέσεις δημοσίου χρήματος. Στο σημείο 126 του δικογράφου της προσφυγής, ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να «διαπιστώσει ότι η δήλωση αυτή παραβιάζει το τεκμήριο αθωότητάς του, κατά παράβαση του άρθρου 48 του Χάρτη». Με το υπόμνημα απαντήσεως, αντιτάσσει στα επιχειρήματα που προέβαλε το Συμβούλιο με το υπόμνημα αντικρούσεως ότι το γεγονός ότι αυτό το δελτίο Τύπου συνιστά έγγραφο διακρινόμενο από την απόφαση 2015/157 δεν αναιρεί την ύπαρξη παραβιάσεως, «ακόμη και αν η διαπίστωση από το δικαστήριο πραγματοποιείται χωριστώς». Ομοίως, η μη άσκηση προσφυγής ακυρώσεως κατά του εν λόγω δελτίου Τύπου δεν μεταβάλλει τις συνέπειές του. Τέλος, δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι το επίμαχο δελτίο Τύπου είναι προγενέστερο κατά τέσσερα έτη της εν λόγω αποφάσεως, στον βαθμό που η απόφαση προβλέπει τη διατήρηση των περιοριστικών μέτρων που εκδόθηκαν την ίδια ημέρα με το συγκεκριμένο δελτίο Τύπου. Ο προσφεύγων προσθέτει ότι η παραβίαση του προαναφερθέντος τεκμηρίου αθωότητας δύναται να υπονομεύσει τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης στην Τυνησία, καθόσον μπορεί να επηρεάσει τη συμπεριφορά των τυνησιακών αρχών έναντί του.

102    Το Συμβούλιο αντιτείνει, αμυνόμενο, ότι, με την έκδοση της αποφάσεως 2015/157, δεν διαπίστωσε το ίδιο την ενοχή του προσφεύγοντος για παράνομη ιδιοποίηση δημοσίου χρήματος και δεν προδίκασε την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από τον αρμόδιο δικαστή στην Τυνησία. Προσθέτει ότι το δελτίο Τύπου κατά του οποίου βάλλει η αιτίαση του προσφεύγοντος στο πλαίσιο του υπό κρίση σκέλους διακρίνεται από την εν λόγω απόφαση και δεν είναι δεκτικό προσφυγής ακυρώσεως. Προσθέτει δε ότι, εν πάση περιπτώσει, η νομική φύση του εν λόγω δελτίου Τύπου είναι διαφορετική από αυτή της εν λόγω αποφάσεως και ότι η νομιμότητά τους πρέπει να εξεταστεί χωριστά. Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, υποστηρίζει κατʼ ουσίαν ότι, εντασσόμενη στο συνολικό πλαίσιο αυτού του δελτίου Τύπου, η φράση την οποία παραθέτει ο προσφεύγων προς στήριξη της υπό κρίση αιτιάσεως δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας.

103    Επισημαίνεται, συναφώς, ότι το έγγραφο στο οποίο αναφέρεται το υπό κρίση σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως και επισυνάπτεται στο δικόγραφο της προσφυγής είναι δελτίο Τύπου του Συμβουλίου της 31ης Ιανουαρίου 2011 (5881/1/2011 REV 1), με το οποίο το Συμβούλιο δημοσιοποίησε τα συμπεράσματα της συνεδριάσεως του Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων της ίδιας ημέρας. Η πρώτη σελίδα του εγγράφου αυτού περιλαμβάνει κείμενο εντός πλαισίου στο δεύτερο εδάφιο του οποίου αναγράφεται η ακόλουθη δήλωση:

«Το Συμβούλιο συζήτησε επίσης τα γεγονότα στην Τυνησία και ενέκρινε συμπεράσματα στα οποία η ΕΕ δηλώνει ότι είναι έτοιμη να υποστηρίξει τη μετάβαση στη δημοκρατία, ιδίως δε την προετοιμασία εκλογών. Ενέκρινε επίσης περιοριστικά μέτρα για τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων των ατόμων που έχουν ιδιοποιηθεί τυνησιακά δημόσια κεφάλαια.»

104    Περαιτέρω, στη σελίδα 8, σημείο 6, του αναφερόμενου στη σκέψη 103 ανωτέρω δελτίου Τύπου, το Συμβούλιο επισημαίνει ότι «[το Συμβούλιο] ενέκρινε, κατόπιν διαβουλεύσεων με τις αρχές της Τυνησίας, στοχοθετημένα περιοριστικά μέτρα εναντίον των προσώπων που είναι υπεύθυνα για κατάχρηση κρατικών κεφαλαίων».

105    Πρόκειται για δύο δηλώσεις οι οποίες κατά τον προσφεύγοντα παραβιάζουν το τεκμήριο αθωότητας. Ειδικότερα, όσον αφορά την πρώτη από τις δηλώσεις αυτές, ο προσφεύγων εκτιμά ότι αυτή διατυπώνεται κατά τρόπον ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι τα συγκεκριμένα πρόσωπα έχουν ήδη καταδικαστεί για υπεξαιρέσεις δημοσίου χρήματος. Όσον αφορά τη δεύτερη, ο προσφεύγων, αναγνωρίζει μεν ότι το Γενικό Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι τέτοιες δηλώσεις δεν προδικάζουν την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από τον αρμόδιο δικαστή (απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Ezz κ.λπ. κατά Συμβουλίου, T‑256/11, EU:T:2014:93, σκέψη 83), πλην όμως, προσάπτει, κατʼ ουσίαν, στο Συμβούλιο ότι προσέδωσε στην έκφραση «[πρόσωπα] που είναι υπεύθυνα για κατάχρηση κρατικών κεφαλαίων» «απόλυτο» χαρακτήρα, καθώς δεν διευκρίνισε ότι στηριζόταν σε διαδικασίες στο πλαίσιο των οποίων δεν είχε ακόμη διαπιστωθεί η ποινική ευθύνη των προσώπων αυτών.

106    Επισημαίνεται προκαταρκτικώς ότι, απαντώντας σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επʼ ακροατηρίου συζήτηση, ο προσφεύγων διευκρίνισε ότι το αίτημα το οποίο διατυπώνεται στο σημείο 126 της προσφυγής, με το οποίο ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι οι δύο επίμαχες δηλώσεις είχαν παραβιάσει το τεκμήριο αθωότητας, δεν αποτελούσε αίτημα διακριτό από εκείνο με το οποίο ζητείται η ακύρωση της αποφάσεως 2015/157, αλλά έπρεπε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι προβλήθηκε προς στήριξη του τελευταίου αυτού αιτήματος. Επομένως, πρέπει κατʼ ανάγκην να συναχθεί εξ αυτού ότι ο προσφεύγων θεωρεί ότι η προβαλλόμενη προσβολή του δικαιώματός του σε σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας διά των δηλώσεων αυτών δύναται να επηρεάσει τη νομιμότητα της αποφάσεως 2015/157.

107    Επισημαίνεται συναφώς ότι, όπως κατʼ ουσίαν υποστηρίζει το Συμβούλιο, το επίδικο δελτίο Τύπου συνιστά πράξη διακρινόμενη από την απόφαση 2011/72 και από την απόφαση 2015/157 και μόνος του σκοπός είναι η ενημέρωση του κοινού σχετικά με το περιεχόμενο της πρώτης από τις λόγω αποφάσεις. Περαιτέρω, δεν πρόκειται για πράξη διενεργηθείσα στο πλαίσιο της διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση μιας από τις αποφάσεις αυτές. Τέλος, ο προσφεύγων δεν αμφισβητεί ότι οι αποφάσεις αυτές δεν παραβιάζουν, αυτές καθαυτές, το υπέρ του τεκμήριο αθωότητας. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί λυσιτελώς να επικαλεστεί αυτήν την προβαλλόμενη παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας εξαιτίας των δηλώσεων που περιλαμβάνονται στο επίμαχο δελτίο Τύπου προκειμένου να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της αποφάσεως 2015/157 (βλ., συναφώς και κατʼ αναλογίαν, απόφαση της 5ης Απριλίου 2006, Degussa κατά Επιτροπής, T‑279/02, EU:T:2006:103, σκέψεις 413 και 423). Επομένως, το υπό κρίση σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως είναι αλυσιτελές.

108    Εν πάση περιπτώσει, το υπό κρίση σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως στηρίζεται σε γραμματική ερμηνεία των δύο παρατιθέμενων στις σκέψεις 103 και 104 ανωτέρω δηλώσεων η οποία δεν λαμβάνει υπόψη το πλαίσιο εντός του οποίου αυτές εντάσσονται.

109    Πράγματι, η γραμματική ερμηνεία του περιεχομένου του επίμαχου δελτίου Τύπου επιβεβαιώνει ότι, όπως υποδηλώνει ο τίτλος του, μόνος του σκοπός είναι η ενημέρωση του κοινού σχετικά με τα συμπεράσματα της συνεδριάσεως του Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων της 31ης Ιανουαρίου 2011, και δη σχετικά με την έκδοση της αποφάσεως 2011/72.

110    Κατά συνέπεια, οι δύο επίμαχες δηλώσεις πρέπει να ερμηνευθούν σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της αποφάσεως 2011/72. Υπενθυμίζεται συναφώς ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως αυτής προβλέπει ότι δεσμεύονται τα περιουσιακά στοιχεία των προσώπων που ευθύνονται για παράνομη ιδιοποίηση τυνησιακών κρατικών κεφαλαίων και των φυσικών ή νομικών προσώπων, οντοτήτων και φορέων που συνδέονται με αυτά. Ωστόσο, όπως εκτέθηκε στη σκέψη 34 ανωτέρω, η κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως αυτής έννοια των «προσώπων υπεύθυνων για παράνομη ιδιοποίηση τυνησιακών κρατικών κεφαλαίων» πρέπει να καταλαμβάνει όχι μόνον τα πρόσωπα τα οποία έχουν ήδη καταδικαστεί ως ευθυνόμενα για τέτοιες πράξεις, αλλά και εκείνα σχετικά με τα οποία διεξάγονται δικαστικές έρευνες για τη διαπίστωση της ευθύνης τους.

111    Εξάλλου, οι δηλώσεις αυτές πρέπει επίσης να ερμηνευθούν σε συνάρτηση με τους λόγους καταχωρίσεως του ονόματος των προσώπων που περιλαμβάνονται στον προσαρτημένο στην απόφαση 2011/72 κατάλογο. Όσον αφορά, όμως, τον προσφεύγοντα, οι λόγοι αυτοί αναφέρουν ρητώς, από την πρώτη καταχώριση του ονόματός του στον εν λόγω κατάλογο, ότι διεξάγονται ως προς αυτόν δικαστικές έρευνες για πράξεις δυνάμενες να στοιχειοθετήσουν παράνομη ιδιοποίηση δημοσίου χρήματος.

112    Συνεπώς, εσφαλμένως υποστηρίζει ο προσφεύγων ότι οι δηλώσεις αυτές δημιουργούν στο κοινό την εντύπωση ενοχής των προσώπων τα ονόματα των οποίων περιλαμβάνονται στον προσαρτημένο στην απόφαση 2011/72 κατάλογο, καθόσον το περιεχόμενό τους παραπέμπει σε εκείνο της εν λόγω αποφάσεως και η απόφαση αυτή, όπως μόλις επισημάνθηκε, δεν αφορά τον προσφεύγοντα ως πρόσωπο το οποίο έχει ήδη καταδικαστεί ως ευθυνόμενο για παράνομη ιδιοποίηση τυνησιακών κρατικών κεφαλαίων, αλλά τον αφορά ως πρόσωπο για το οποίο διεξάγονται δικαστικές έρευνες για τέτοιες παράνομες ιδιοποιήσεις. Για τους ίδιους λόγους, οι δηλώσεις αυτές δεν μπορούν να θεωρηθούν ικανές να επηρεάσουν τις αρμόδιες τυνησιακές αρχές ούτε να προδικάσουν την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από τον αρμόδιο δικαστή. Δεν μπορεί, επομένως, σε καμία περίπτωση, να θεωρηθεί ότι συνιστούν παραβίαση της αρχής του τεκμηρίου αθωότητας.

113    Από το σύνολο των ανωτέρω προκύπτει ότι το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

–       Επί του τρίτου σκέλους του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται προσβολή του δικαιώματος σε χρηστή διοίκηση, και δη σε αμερόληπτη εξέταση των υποθέσεών του, σύμφωνα με το άρθρο 41, παράγραφος 1, του Χάρτη

114    Προς στήριξη αυτού του σκέλους, ο προσφεύγων στηρίζεται σε μια σειρά περιστάσεων οι οποίες αποδεικνύουν, κατά την άποψή του, ότι δεν έτυχε αμερόληπτης μεταχειρίσεως εκ μέρους του Συμβουλίου. Πρώτον, στο πλαίσιο της «αρχικής δημόσιας δηλώσεώς» του, το Συμβούλιο ανέφερε ότι όλα τα πρόσωπα των οποίων τα ονόματα είχαν καταχωριστεί στον προσαρτημένο στην απόφαση 2011/72 κατάλογο ήταν ένοχα για παράνομη ιδιοποίηση δημοσίου χρήματος «χωρίς οποιουδήποτε είδους χαρακτηρισμό». Δεύτερον, οι εν ισχύι λόγοι καταχωρίσεως του ονόματος του προσφεύγοντος στον κατάλογο αυτό δεν περιλάμβαναν πλέον «διάσταση σε επίπεδο Ένωσης», όπερ θα έπρεπε να συνεπάγεται την άρση της επίμαχης δεσμεύσεως περιουσιακών στοιχείων. Τρίτον, το Συμβούλιο, απαντώντας στα απαλλακτικά στοιχεία τα οποία προσκόμισε ο προσφεύγων, εσφαλμένως αρνήθηκε να εξακριβώσει το υποστατό των προβαλλομένων πραγματικών περιστατικών. Τέταρτον, η απόφαση 2015/157 εκδόθηκε παρά την αδράνεια των τυνησιακών δικαστικών αρχών η οποία οδήγησε σε τετραετή διαδικασία. Πέμπτον, το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση αυτή παραλείποντας να λάβει υπόψη τα στοιχεία που αποδεικνύουν την επιστροφή στη δημοκρατία στην Τυνησία. Τέλος, έκτον, το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση αυτή χωρίς να ελέγξει, ειδικότερα, την αντίρρηση σύμφωνα με την οποία η πράξη αυτή προσέβαλλε το δικαίωμα του προσφεύγοντος σε εύλογη διάρκεια της δίκης.

115    Το Συμβούλιο αμφισβητεί κάθε ένα από αυτά τα επιχειρήματα και επισημαίνει, εν γένει, ότι η διαφωνία μεταξύ του Συμβουλίου και του προσφεύγοντος όσον αφορά την εκτίμηση των κατά τον προσφεύγοντα απαλλακτικών πραγματικών και νομικών στοιχείων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έλλειψη αμεροληψίας εκ μέρους του.

116    Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, κατά την επιβολή περιοριστικών μέτρων, το Συμβούλιο οφείλει να τηρεί την αρχή της χρηστής διοικήσεως, την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 41 του Χάρτη, με την οποία συνδέεται, κατά πάγια νομολογία, η υποχρέωση του αρμόδιου θεσμικού οργάνου να εξετάζει επιμελώς και αμερολήπτως όλα τα ουσιώδη δεδομένα της συγκεκριμένης περιπτώσεως (βλ. απόφαση της 30ής Ιουνίου 2016, Al Matri κατά Συμβουλίου, T‑545/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:376, σκέψη 58 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

117    Εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι, προς στήριξη του υπό κρίση σκέλους του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, ο προσφεύγων επαναλαμβάνει κατʼ ουσίαν τις διάφορες αιτιάσεις τις οποίες εξέθεσε στο πλαίσιο του πρώτου και του τρίτου λόγου ακυρώσεως, καθώς και στο πλαίσιο άλλων σκελών του δευτέρου λόγου ακυρώσεως. Για τους λόγους, όμως που αναλύθηκαν κατά την εξέταση των ως άνω λόγων ακυρώσεως και σκελών, οι αιτιάσεις αυτές πρέπει να απορριφθούν.

118    Πρώτον, εάν υποτεθεί ότι, με την έκφραση «αρχική δημόσια δήλωση», ο προσφεύγων αναφέρεται στο δελτίο Τύπου τη νομιμότητα του οποίου αμφισβητεί στο πλαίσιο του δευτέρου σκέλους του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως, από τις σκέψεις 107 έως 112 ανωτέρω προκύπτει ότι η επιχειρηματολογία του περί φερόμενης παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας εξαιτίας αυτού του δελτίου Τύπου πρέπει προφανώς να απορριφθεί.

119    Δεύτερον, για τους λόγους οι οποίοι εκτίθενται στις σκέψεις 39 και 57 ανωτέρω, το γεγονός ότι οι λόγοι καταχωρίσεως του ονόματος του προσφεύγοντος στον προσαρτημένο στην απόφαση 2011/72 κατάλογο δεν αφορούν πράξεις οι οποίες έλαβαν χώρα εντός της Ένωσης δεν ασκεί επιρροή, καθόσον οι λόγοι αυτοί αναφέρονται σε δικαστική έρευνα η οποία αφορά πράξεις δυνάμενες να στοιχειοθετήσουν παράνομη ιδιοποίηση δημοσίου χρήματος.

120    Τρίτον, για τους λόγους οι οποίοι εκτίθενται στις σκέψεις 49 έως 57 ανωτέρω, τα απαλλακτικά στοιχεία που προσκόμισε ο προσφεύγων και τα οποία αποβλέπουν, ειδικότερα, στην απόδειξη της απουσίας προοπτικής για παραπομπή του σε δίκη δεν υποχρέωναν το Συμβούλιο να προβεί σε επιπλέον ελέγχους ως προς το στάδιο της σχετικής με αυτόν δικαστικής έρευνας στην Τυνησία.

121    Τέταρτον, για τους λόγους οι οποίοι εκτίθενται στις σκέψεις 63 έως 78 ανωτέρω, τα στοιχεία τα οποία προσκόμισε ο προσφεύγων προς απόδειξη της προσβολής του δικαιώματός του σε εύλογη διάρκεια της δίκης από τις τυνησιακές αρχές δεν μπορούσαν να δικαιολογήσουν άρση της δεσμεύσεως των περιουσιακών του στοιχείων εντός της Ένωσης.

122    Πέμπτον, για τους λόγους οι οποίοι εκτίθενται στις σκέψεις 127 έως 134 ανωτέρω, στο πλαίσιο του τρίτου λόγου ακυρώσεως, το Συμβούλιο δεν υπέπεσε σε πλάνη διατηρώντας τα επίδικα περιοριστικά μέτρα παρά τις εξελίξεις στη διαδικασία εκδημοκρατισμού στην Τυνησία. Τέλος, για τους λόγους οι οποίοι εκτίθενται στις σκέψεις 88 έως 96 ανωτέρω στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, το έκτο επιχείρημα το οποίο αφορά μη σεβασμό εκ μέρους του ίδιου του Συμβουλίου του δικαιώματος του προσφεύγοντος σε εύλογη διάρκεια της δίκης εκδόσεως αποφάσεως δεν μπορεί παρά να απορριφθεί.

123    Κατά συνέπεια, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι εσφαλμένως ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο παραβίασε την αρχή της χρηστής διοικήσεως, και δη την αρχή της αμεροληψίας. Ως εκ τούτου, το υπό κρίση σκέλος και, συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως στο σύνολό του πρέπει να απορριφθούν.

 Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η απόφαση 2015/157 στερείται αντικειμένου, δεδομένων των εξελίξεων στη διαδικασία εκδημοκρατισμού στην Τυνησία

124    Προς στήριξη του τρίτου λόγου ακυρώσεως, ο προσφεύγων προβάλλει ότι το Συμβούλιο υπέπεσε σε πρόδηλα σφάλματα εκτιμήσεως όσον αφορά την εξέλιξη της διαδικασίας εκδημοκρατισμού στην Τυνησία και την αναγκαιότητα περιοριστικών μέτρων κατά υπηκόων της Τυνησίας οι οποίοι ευθύνονται για παράνομες ιδιοποιήσεις τυνησιακών κρατικών κεφαλαίων. Αφενός, κατά την άποψή του, από της 31ης Ιανουαρίου 2011, ορισμένα γεγονότα δικαστικής, συνταγματικής και εκλογικής φύσεως μαρτυρούν την ολοκλήρωση της διαδικασίας μεταβάσεως της Τυνησίας προς τη δημοκρατία. Διατηρώντας, όμως, τα επίδικα περιοριστικά μέτρα λόγω της «κατάστασης στην Τυνησία», κατά το γράμμα της αποφάσεως 2011/72, το Συμβούλιο δεν εκτίμησε ορθώς τη φύση των εξελίξεων αυτών ή, έστω, παρέλειψε να τη λάβει υπόψη. Αφετέρου, ο προσφεύγων εκτιμά ότι, εφόσον υποτεθεί ότι το Συμβούλιο θεώρησε ότι είχε πραγματοποιηθεί η μετάβαση της Τυνησίας προς τη δημοκρατία, δεν μπορούσε πλέον να βρίσκει έρεισμα στον σκοπό της προστασίας της διαδικασίας εκδημοκρατισμού προκειμένου να δικαιολογήσει τη διατήρηση των επίμαχων περιοριστικών μέτρων. Επικουρικώς, υποστηρίζει ότι, καθόσον δεν εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους, παρά τις εξελίξεις της διαδικασίας εκδημοκρατισμού στην Τυνησία, διατηρήθηκαν τα επίδικα περιοριστικά μέτρα, η απόφαση 2015/157 του Συμβουλίου πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας.

125    Αμυνόμενο, το Συμβούλιο αντιτάσσει ότι η επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος εκκινεί από την εσφαλμένη παραδοχή ότι η διαδικασία εκδημοκρατισμού της Τυνησίας έχει ολοκληρωθεί. Παρατηρεί ότι, όπως προκύπτει ειδικότερα από τα συμπεράσματά του της 19ης Ιανουαρίου 2015, έκρινε ότι η διαδικασία αυτή βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη κατά την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως 2015/157.

126    Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι, καίτοι ο προσφεύγων δεν επικαλείται ρητώς το άρθρο 277 ΣΛΕΕ, ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αφορά ένσταση ελλείψεως νομιμότητας του άρθρου 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2011/72, όπως παρατάθηκε με την απόφαση 2015/157. Ειδικότερα, τα φερόμενα πρόδηλα σφάλματα εκτιμήσεως στο πλαίσιο του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως δεν σχετίζονται με αυτή καθαυτήν τη διατήρηση της καταχωρίσεως του ονόματος του προσφεύγοντος στο παράρτημα της αποφάσεως 2011/72, αλλά με την εν γένει διατήρηση της δεσμεύσεως των περιουσιακών στοιχείων των προσώπων τα οποία ευθύνονται για παράνομες ιδιοποιήσεις δημόσιων τυνησιακών κεφαλαίων και των συνδεδεμένων με αυτά προσώπων, όπως ορίζει το άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως αυτής (βλ., συναφώς και κατʼ αναλογίαν, απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Ezz κ.λπ. κατά Συμβουλίου, T‑256/11, EU:T:2014:93, σκέψη 31). Στο πλαίσιο αυτό, ο προσφεύγων αμφισβητεί ακριβώς τη δυνατότητα του Συμβουλίου να διατηρήσει, στο σύνολό τους, τα περιοριστικά μέτρα τα οποία λήφθηκαν με την απόφαση 2011/72 δεδομένων των σκοπών της αποφάσεως αυτής και της εξελίξεως της διαδικασίας εκδημοκρατισμού στην Τυνησία.

127    Συναφώς, επιβάλλεται καταρχάς η υπόμνηση ότι, όπως προκύπτει από την αιτιολογική της σκέψη 1, σκοπός της αποφάσεως 2011/72, η οποία βασίζεται στο άρθρο 29 ΣΕΕ, είναι να στηρίξει τις «προσπάθειες [του λαού της Τυνησίας] για εγκαθίδρυση σταθερής δημοκρατίας, κράτους δικαίου, δημοκρατικού πλουραλισμού και για πλήρη σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών». Σκοπός της είναι, μεταξύ άλλων, κατά την αιτιολογική σκέψη 2, να ενισχύσει τις τυνησιακές αρχές στον αγώνα τους κατά της παράνομης ιδιοποιήσεως κρατικών κεφαλαίων, δεσμεύοντας τα περιουσιακά στοιχεία των προσώπων που είναι «υπεύθυνα» για παράνομη ιδιοποίηση των κεφαλαίων αυτών, τα οποία στερούν, με τον τρόπο αυτό, από τον τυνησιακό λαό τα οφέλη της βιώσιμης αναπτύξεως της οικονομίας και της κοινωνίας τους και υπονομεύουν την ανάπτυξη της δημοκρατίας στη χώρα.

128    Κατά συνέπεια, όπως έχει ήδη κριθεί, η απόφαση 2011/72 εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο μιας πολιτικής της Ένωσης για στήριξη των τυνησιακών αρχών με σκοπό την προώθηση τόσο της πολιτικής όσο και της οικονομικής σταθεροποιήσεως της Δημοκρατίας της Τυνησίας και ανταποκρίνεται, επομένως, στους σκοπούς της ΚΕΠΠΑ οι οποίοι ορίζονται ειδικότερα στο άρθρο 21, παράγραφος 2, στοιχεία βʹ και δʹ, ΣΕΕ, δυνάμει του οποίου η Ένωση, στο πλαίσιο διεθνούς συνεργασίας, εργάζεται, αφενός, για την εδραίωση και στήριξη της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου, των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των αρχών του διεθνούς δικαίου και, αφετέρου, για την προώθηση, στις αναπτυσσόμενες χώρες, της αειφόρου αναπτύξεως, μεταξύ άλλων, από οικονομική, άποψη (βλ. απόφαση της 30ής Ιουνίου 2016, Al Matri κατά Συμβουλίου, T‑545/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:376, σκέψη 60 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 30ής Ιουνίου 2016, CW κατά Συμβουλίου, T‑516/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:377, σκέψη 67 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

129    Κατά πάγια νομολογία, στον τομέα της ΚΕΠΠΑ, το Συμβούλιο διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως σε τομείς οι οποίοι προϋποθέτουν επιλογές πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής φύσεως εκ μέρους του, εντός των οποίων καλείται να προβεί σε σύνθετες εκτιμήσεις, οπότε η νομιμότητα ενός μέτρου το οποίο έχει ληφθεί σε αυτούς τους τομείς επηρεάζεται μόνον αν το μέτρο αυτό είναι προδήλως απρόσφορο σε σχέση με τον σκοπό τον οποίο επιδιώκει το αρμόδιο θεσμικό όργανο (βλ. απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 2013, Συμβούλιο κατά Manufacturing Support & Procurement Kala Naft, C‑348/12 P, EU:C:2013:776, σκέψη 120 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

130    Εν προκειμένω, όπως υποστηρίζει το Συμβούλιο παραπέμποντας στα συμπεράσματά του της 19ης Ιανουαρίου 2015, δεν θεώρησε, σε αντίθεση με τον προσφεύγοντα, ότι η διαδικασία μεταβάσεως της Τυνησίας προς τη δημοκρατία είχε ολοκληρωθεί κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως 2015/157. Οι διάφορες εξελίξεις δικαστικής, συνταγματικής και εκλογικής φύσεως τις οποίες επικαλείται ο προσφεύγων δεν αποδεικνύουν ότι το Συμβούλιο υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη κατά την εκτίμηση της εν λόγω διαδικασίας. Συγκεκριμένα, καίτοι οι εξελίξεις αυτές μαρτυρούν μια κάποια πρόοδο, δεν είναι ικανές να αποδείξουν, με πρόδηλο τρόπο, την ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής, καθώς αυτή εξαρτάται, μεταξύ άλλων, όπως επισημαίνει το Συμβούλιο στα προαναφερθέντα συμπεράσματά του, από την εδραίωση του κράτους δικαίου και των δημοκρατικών κεκτημένων του νέου Συντάγματος της Τυνησίας.

131    Εν πάση περιπτώσει, ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως στηρίζεται, εμμέσως πλην σαφώς, στην εσφαλμένη παραδοχή ότι η ολοκλήρωση της μεταβάσεως της Τυνησίας προς τη δημοκρατία θα έπρεπε να οδηγήσει το Συμβούλιο σε λήψη αποφάσεως για την παύση των περιοριστικών μέτρων που προβλέπει η απόφαση 2011/72. Πράγματι, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 33 ανωτέρω, η δέσμευση περιουσιακών στοιχείων την οποία προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2011/72, σε συνδυασμό με τις αιτιολογικές σκέψεις 1 και 2, έχει ως μόνο σκοπό να διευκολύνει τη διαπίστωση από τις τυνησιακές αρχές των παράνομων ιδιοποιήσεων δημοσίου χρήματος που διαπράχθηκαν και να διατηρήσει τη δυνατότητα των αρχών αυτών να ανακτήσουν το προϊόν των παράνομων ιδιοποιήσεων. Κατά συνέπεια, η ενδεχόμενη κατάργηση αυτών των περιοριστικών μέτρων εξαρτάται μόνον από την ολοκλήρωση των δικαστικών διαδικασιών επί των οποίων στηρίζονται, και όχι από την ολοκλήρωση της διαδικασίας μεταβάσεως της Τυνησίας προς τη δημοκρατία, καθώς η στήριξη της διαδικασίας αυτής συνιστά τελικό σκοπό της πολιτικής στο πλαίσιο της οποίας εντάσσεται η εν λόγω δέσμευση περιουσιακών στοιχείων και όχι συμπληρωματική προϋπόθεση για τη διατήρησή της (βλ., συναφώς και κατʼ αναλογίαν, απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Ezz κ.λπ. κατά Συμβουλίου, T‑256/11, EU:T:2014:93, σκέψη 143).

132    Πρέπει να προστεθεί ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι αυτή η διαδικασία εκδημοκρατισμού έχει ολοκληρωθεί, η δέσμευση περιουσιακών στοιχείων δεν συνιστά, παρά τα όσα υποστηρίζει ο προσφεύγων, παρέμβαση της «νομοθετικής εξουσίας» σε υποθέσεις εμπίπτουσες στη δικαιοδοτική αρμοδιότητα.

133    Πράγματι, ανεξαρτήτως του ότι, κατά το άρθρο 24 ΣΕΕ, το Συμβούλιο δεν εκδίδει νομοθετικές πράξεις στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ, η ολοκλήρωση της διαδικασίας μεταβάσεως της Τυνησίας προς τη δημοκρατία, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 131 ανωτέρω, δεν γεννά υποχρέωση του Συμβουλίου για άρση των περιοριστικών μέτρων τα οποία υιοθετήθηκαν στο πλαίσιο της αποφάσεως 2011/72. Ειδικότερα, η άρση των μέτρων αυτών προ της ολοκληρώσεως των εκκρεμών δικαστικών ερευνών, στον βαθμό που θα μπορούσε να εμποδίσει τη διαπίστωση από τις τυνησιακές αρχές των παράνομων ιδιοποιήσεων δημοσίου χρήματος που διαπράχθηκαν και την ανάκτηση του προϊόντος αυτών των παράνομων ιδιοποιήσεων, είναι ικανή να υπονομεύσει τον σκοπό της εδραιώσεως και της στηρίξεως της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου στην Τυνησία, τον οποίο επιδιώκει η απόφαση αυτή. Επομένως, η διατήρηση των μέτρων αυτών, τα οποία, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 33 ανωτέρω, έχουν προληπτικό χαρακτήρα και δεν έχουν ποινική χροιά, εξακολουθεί να είναι δικαιολογημένη από απόψεως των σκοπών της ΚΕΠΠΑ. Κατά συνέπεια, εφόσον το επιχείρημα του προσφεύγοντος εκληφθεί υπό την έννοια ότι αφορά παρέμβαση φορέα πολιτικής εξουσίας, όπως το Συμβούλιο, σε υποθέσεις εμπίπτουσες στην αποκλειστική αρμοδιότητα των τυνησιακών δικαιοδοτικών αρχών, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η διατήρηση των μέτρων αυτών δεν συνιστά τέτοια παρέμβαση.

134    Ως εκ τούτου, ο λόγος ακυρώσεως ο οποίος αφορά πρόδηλα σφάλματα εκτιμήσεως του Συμβουλίου σχετικά με τις εξελίξεις στην πολιτική κατάσταση στην Τυνησία δεν μπορεί παρά να απορριφθεί.

135    Όσον αφορά τον επικουρικώς προβαλλόμενο λόγο ακυρώσεως ο οποίος αφορά έλλειψη αιτιολογίας, αρκεί η διαπίστωση ότι, από τις σκέψεις 127 έως 133 ανωτέρω, προκύπτει ότι οι πολιτικές εξελίξεις στην Τυνησία από της εκδόσεως της αποφάσεως 2011/72 δεν απαιτούσαν ειδική αιτιολόγηση της διατηρήσεως, με την απόφαση 2015/157, των περιοριστικών μέτρων τα οποία εκδόθηκαν στο πλαίσιο της αποφάσεως 2011/72 λόγω των εξελίξεων αυτών. Ως εκ τούτου, και αυτός ο λόγος πρέπει να απορριφθεί.

136    Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται, επικουρικώς, «πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως», αφορώσα την ανεπαρκή συνεκτίμηση από το Συμβούλιο της «χροιάς ποινικού δικαίου» της αποφάσεως 2015/157

137    Προς στήριξη του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο δεν προέβη σε αντικειμενική αξιολόγηση των επιχειρημάτων τα οποία προέβαλε «από ποινικής απόψεως» με την από 15 Ιανουαρίου 2015 επιστολή του. Υποστηρίζει συναφώς ότι το Συμβούλιο απέρριψε τις εξηγήσεις του σχετικά με την αποδυνάμωση των εις βάρος του κατηγοριών στην Τυνησία δεχόμενο υποθετικές εκτιμήσεις στηριζόμενες αποκλειστικώς στους σκοπούς της ΚΕΠΠΑ. Το Συμβούλιο απέκλεισε, με τον τρόπο αυτό, την εξέταση των δικαιωμάτων του ως προσώπου ως προς το οποίο διεξάγεται δικαστική έρευνα, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης. Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως υποστηρίζει ότι η απόφαση 2015/157 έχει ποινική διάσταση ή, έστω, παράγει αποτελέσματα ποινικού δικαίου ή επιδιώκει ποινικού δικαίου σκοπό, καθόσον έχει το ίδιο αποτέλεσμα με τα μέτρα δικαστικής συνδρομής τα οποία διατάσσει ποινικό δικαστήριο σύμφωνα με τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της διαφθοράς, η οποία υιοθετήθηκε από τη Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 31 Οκτωβρίου 2003.

138    Αμυνόμενο, το Συμβούλιο αντιτάσσει ότι η απόφαση 2015/157 εκδόθηκε επί της μόνης δυνατής νομικής βάσεως, ήτοι του άρθρου 29 ΣΕΕ, και ότι η απόφαση αυτή δεν έχει οποιαδήποτε ποινική διάσταση.

139    Με τον παρόντα λόγο ακυρώσεως, ο προσφεύγων πρέπει να θεωρηθεί ότι προβάλλει κατʼ ουσίαν πλάνη περί το δίκαιο καθόσον το Συμβούλιο επανεξέτασε τη διατήρηση των περιοριστικών μέτρων τα οποία τον αφορούν, στο πλαίσιο της εκδόσεως της αποφάσεως 2015/157, αποκλειστικώς με γνώμονα τους σκοπούς της ΚΕΠΠΑ και, κατά συνέπεια, χωρίς να εφαρμόσει τις επιταγές και εγγυήσεις που επιβάλλονται στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας. Ωστόσο, ο λόγος αυτός είναι προδήλως αβάσιμος.

140    Αφενός, για τους λόγους οι οποίοι εκτίθενται στις σκέψεις 127 και 128 ανωτέρω, η απόφαση 2011/72 και, κατά συνέπεια, η απόφαση 2015/157, η οποία την παρατείνει, ανταποκρίνονται στους σκοπούς που θέτει, στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ, το άρθρο 21, παράγραφος 2, στοιχεία βʹ και δʹ, ΣΕΕ. Αφετέρου, όπως εκτίθεται στη σκέψη 33 ανωτέρω, η δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων του προσφεύγοντος εντός της Ένωσης, η οποία δεν αποβλέπει στον κολασμό των πράξεών του στην Τυνησία, δεν έχει καμία ποινική χροιά. Επομένως ορθώς, κατά την έκδοση της αποφάσεως 2015/157, το Συμβούλιο έλεγξε αποκλειστικώς αν τα στοιχεία τα οποία είχε στη διάθεσή του συνιστούσαν, από απόψεως των σκοπών της αποφάσεως 2011/72, οι οποίοι εμπίπτουν στην ΚΕΠΠΑ, επαρκή βάση για τη διατήρηση της εν λόγω δεσμεύσεως των περιουσιακών στοιχείων. Ως εκ τούτου, δεν ήταν υποχρεωμένο να εξετάσει τη διατήρηση αυτή με γνώμονα τις επιταγές του ποινικού δικαίου και παρέχοντας στον προσφεύγοντα ειδικές εγγυήσεις ανάλογες με τις προβλεπόμενες στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών.

141    Τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος με το υπόμνημα απαντήσεως προκειμένου να αποδείξει την ποινική φύση της επίμαχης δεσμεύσεως περιουσιακών στοιχείων δεν δύνανται να θέσουν εν αμφιβόλω αυτό το συμπέρασμα.

142    Πρώτον, η προληπτική φύση της επίμαχης δεσμεύσεως περιουσιακών στοιχείων και το γεγονός ότι η διατήρησή της εξαρτάται από την έκβαση των ποινικών διαδικασιών στην Τυνησία δεν μπορούν, άνευ άλλου τινός, να της προσδώσουν ποινικό χαρακτήρα.

143    Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 33, 127 και 128 ανωτέρω, το Συμβούλιο, στο πλαίσιο της πολιτικής της στηρίξεως των τυνησιακών αρχών ώστε να ευνοηθεί η σταθεροποίηση της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου, η οποία στηρίζεται στο άρθρο 29 ΣΕΕ, έχει την ευχέρεια να λάβει μέτρα τα οποία συμβάλλουν στην αποτελεσματική ολοκλήρωση των εκκρεμών ποινικών διαδικασιών στην Τυνησία για παράνομες ιδιοποιήσεις δημοσίου χρήματος. Επομένως, όπως ορθώς υποστηρίζει το Συμβούλιο, οι ποινικές διαδικασίες στην Τυνησία δεν συνιστούν τη νομική βάση της επίμαχης δεσμεύσεως περιουσιακών στοιχείων, αλλά την πραγματική βάση επί της οποίας αυτή εδράζεται. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τους λόγους καταχωρίσεως του ονόματος του προσφεύγοντος στο παράρτημα της αποφάσεως 2011/72, οι οποίοι σχετίζονται με τις εκκρεμείς δικαστικές έρευνες που αφορούν τον προσφεύγοντα, το Συμβούλιο δεν εξέδωσε την απόφαση 2015/157 στηριζόμενο στην πεποίθηση ότι ο προσφεύγων υπεξαίρεσε δημόσιο χρήμα.

144    Δεύτερον, η σύγκριση στην οποία προβαίνει ο προσφεύγων μεταξύ των αποτελεσμάτων της δεσμεύσεως των κεφαλαίων του και των αποτελεσμάτων μέτρου δικαστικής συνδρομής στο πλαίσιο της διεθνούς συνεργασίας επί ποινικών υποθέσεων δεν είναι πειστική.

145    Πράγματι, η επιβληθείσα από το Συμβούλιο δέσμευση κεφαλαίων του προσφεύγοντος έχει όντως ως πρακτικό αποτέλεσμα την ακινητοποίηση των εν λόγω κεφαλαίων εντός της Ένωσης, δυνάμενη να συγκριθεί με την απορρέουσα από τη δέσμευση κεφαλαίων που αποφασίζει μια εθνική δικαιοδοτική αρχή στο πλαίσιο διεθνούς συνεργασίας επί ποινικών υποθέσεων. Ωστόσο, γεγονός παραμένει ότι η φύση των δύο αυτών μέτρων είναι διαφορετική.

146    Αφενός, η δέσμευση των κεφαλαίων του προσφεύγοντος, η οποία επιβλήθηκε με βάση το άρθρο 29 ΣΕΕ, συνιστά αυτοτελές μέτρο αποβλέπον στην επίτευξη των σκοπών της ΚΕΠΠΑ και όχι μέτρο αποβλέπον στην ανταπόκριση σε αίτημα δικαστικής συνδρομής των τυνησιακών αρχών (βλ., συναφώς και κατʼ αναλογίαν, απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2015, Portnov κατά Συμβουλίου, T‑290/14, EU:T:2015:806, σκέψη 45).

147    Αφετέρου, οι αρμοδιότητες του Συμβουλίου εν προκειμένω, βάσει του άρθρου 21, παράγραφος 2, στοιχεία βʹ και δʹ, και του άρθρου 29 ΣΕΕ, περιορίζονται στη λήψη αποφάσεως για τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων των εμπλεκόμενων προσώπων, η οποία έχει χαρακτήρα προληπτικό και, εξ ορισμού, προσωρινό και αναστρέψιμο. Αντιθέτως, οι αρμοδιότητες των εθνικών δικαστικών αρχών στο πλαίσιο της διεθνούς συνεργασίας επί ποινικών υποθέσεων δεν περιορίζονται κατʼ ανάγκην στη λήψη τέτοιων μέτρων.

148    Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται προσβολή του δικαιώματος της ιδιοκτησίας και παράβαση του άρθρου 17 του Χάρτη

149    Προς στήριξη του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι, στον βαθμό που η απόφαση 2015/157 δεν είναι αιτιολογημένη και είναι παράνομη, οι περιορισμοί στο δικαίωμα ιδιοκτησίας του προσφεύγοντος είναι επίσης αδικαιολόγητοι και συνιστούν παράβαση του άρθρου 17 του Χάρτη. Το Συμβούλιο αμφισβητεί την επιχειρηματολογία αυτή.

150    Συναφώς, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, για να συνάδει προς το δίκαιο της Ένωσης, κάθε περιορισμός στην άσκηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας πρέπει να πληροί τρεις προϋποθέσεις. Πρώτον, ο περιορισμός πρέπει να «προβλέπεται από τον νόμο». Τουτέστιν, το επίμαχο μέτρο πρέπει να έχει νομική βάση. Δεύτερον, ο περιορισμός πρέπει να εξυπηρετεί σκοπό γενικού συμφέροντος που να αναγνωρίζεται από την Ένωση. Τρίτον, ο περιορισμός δεν πρέπει να είναι υπέρμετρος. Αφενός, πρέπει να είναι αναγκαίος και να τελεί σε αναλογία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Αφετέρου, δεν πρέπει να θίγεται η υπόσταση του σχετικού δικαιώματος ή της σχετικής ελευθερίας (βλ. αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Ezz κ.λπ. κατά Συμβουλίου, T‑256/11, EU:T:2014:93, σκέψεις 197 έως 200 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 30ής Ιουνίου 2016, CW κατά Συμβουλίου, T‑516/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:377, σκέψεις 165 έως 168 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

151    Στο πλαίσιο του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως, ο προσφεύγων απλώς υποστηρίζει ότι, στον βαθμό που απέδειξε, στο πλαίσιο των προηγούμενων λόγων ακυρώσεως, τον παράνομο και ανεπαρκή χαρακτήρα της δεσμεύσεως των περιουσιακών του στοιχείων εντός της Ένωσης, και ο περιορισμός αυτός του δικαιώματος ιδιοκτησίας έχει, συνακολούθως, αδικαιολόγητο χαρακτήρα. Κατά συνέπεια, απλώς αμφισβητεί το γεγονός ότι ο περιορισμός αυτός δεν ανταποκρίνεται στις δύο πρώτες προϋποθέσεις οι οποίες αναφέρονται στη σκέψη 150 ανωτέρω. Όπως, όμως, προκύπτει από τις σκέψεις 36 έως 148 ανωτέρω, στο πλαίσιο των προηγούμενων λόγων ακυρώσεως, ο προσφεύγων δεν κατόρθωσε να αποδείξει ούτε τον παράνομο χαρακτήρα της εν λόγω δεσμεύσεως περιουσιακών στοιχείων ούτε τον αδικαιολόγητο χαρακτήρα της. Κατά συνέπεια, δεν αποδεικνύει ούτε ότι οι επιβληθέντες περιορισμοί στο δικαίωμα ιδιοκτησίας λόγω αυτής της δεσμεύσεως περιουσιακών στοιχείων στερούνται νομικής βάσεως ή είναι αδικαιολόγητοι λαμβανομένων υπόψη των σκοπών της αποφάσεως 2011/72 και της ΚΕΠΠΑ. Επομένως, ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

152    Από το σύνολο των ανωτέρω απορρέει ότι, καθόσον κανένας από τους λόγους της προσφυγής δεν είναι βάσιμος, τα αιτήματα ακυρώσεως της αποφάσεως 2015/157 πρέπει να απορριφθούν.

 Όσον αφορά τα αιτήματα του πρώτου υπομνήματος προσαρμογής, για την ακύρωση της «αποφάσεως» του Συμβουλίου της 16ης Νοεμβρίου 2015, με την οποία το Συμβούλιο απέρριψε την από 29 Μαΐου 2015 αίτηση του προσφεύγοντος για διαγραφή του ονόματός του από τον προσαρτημένο στην απόφαση 2011/72 κατάλογο

153    Κατά το άρθρο 86, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, οσάκις μια αρχικώς προσβαλλόμενη πράξη αντικαθίσταται ή τροποποιείται, κατά τη διάρκεια της δίκης, από άλλη πράξη έχουσα το ίδιο αντικείμενο, ο προσφεύγων μπορεί, πριν από την περάτωση της προφορικής διαδικασίας ή πριν από την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου να αποφανθεί επί της διαφοράς χωρίς διεξαγωγή προφορικής διαδικασίας, να προσαρμόσει την προσφυγή του προκειμένου να ληφθεί υπόψη το νέο αυτό στοιχείο. Κατά το άρθρο 86, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, η προσαρμογή αυτή γίνεται με χωριστό δικόγραφο εντός της προβλεπομένης στο άρθρο 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ προθεσμίας εντός της οποίας μπορεί να ζητηθεί η ακύρωση της πράξεως που δικαιολογεί την προσαρμογή της προσφυγής.

154    Εξάλλου, κατά τη νομολογία, η προσαρμογή της προσφυγής πρέπει να βάλλει κατά πράξεως δεκτικής προσφυγής ακυρώσεως, υπό την έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, τουτέστιν κατά πράξεως η οποία παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη νομική του κατάσταση (βλ., συναφώς και κατʼ αναλογίαν, απόφαση της 3ης Ιουλίου 2014, Alchaar κατά Συμβουλίου, T‑203/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:602, σκέψεις 58 και 59 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Συναφώς, κατά πάγια νομολογία, δεν συνιστά τέτοια πράξη μια πράξη αμιγώς επιβεβαιωτική προγενέστερης πράξεως, τουτέστιν πράξη η οποία δεν περιέχει κανένα νέο στοιχείο σε σχέση με την προγενέστερη πράξη και της οποίας δεν προηγήθηκε επανεξέταση της καταστάσεως του ενδιαφερομένου (βλ. διατάξεις της 7ης Δεκεμβρίου 2004, Internationaler Hilfsfonds κατά Επιτροπής, C‑521/03 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2004:778, σκέψη 47 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 29ης Ιουνίου 2009, Cofra κατά Επιτροπής, C‑295/08 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2009:407, σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

155    Ειδικότερα, κατά τη νομολογία, δεν είναι αμιγώς επιβεβαιωτική μια πράξη εκδοθείσα κατόπιν επανεξετάσεως της προγενέστερης πράξεως η οποία κατέστη αναγκαία λόγω της υπάρξεως νέων και ουσιωδών πραγματικών στοιχείων. Ένα πραγματικό στοιχείο πρέπει να θεωρείται, αφενός, νέο εφόσον δεν υπήρχε κατά τον χρόνο εκδόσεως της πράξεως ή δεν είχε ληφθεί υπόψη κατά την έκδοσή της και, αφετέρου, ουσιώδες όταν μεταβάλλει ουσιωδώς τη νομική κατάσταση του προσφεύγοντος που ελήφθη υπόψη κατά την έκδοση της προγενέστερης πράξεως, όπως κάποιο στοιχείο που εγείρει αμφιβολίες ως προς το βάσιμο της εν λόγω πράξεως (βλ., συναφώς, απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2014, Επιτροπή κατά Ισπανίας, T‑481/11, EU:T:2014:945, σκέψεις 34 έως 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

156    Όσον αφορά τα περιοριστικά μέτρα, αφενός, από τη νομολογία απορρέει ότι ο προσφεύγων επιτρέπεται, καταρχήν, να προσαρμόζει τα αιτήματα και τους λόγους ακυρώσεως της προσφυγής που βάλλουν κατά αποφάσεως περί δεσμεύσεως κεφαλαίων η οποία εκδόθηκε εις βάρος του εξαιτίας της εκδόσεως επακόλουθης αποφάσεως η οποία παρατείνει την εν λόγω δέσμευση κεφαλαίων. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση αυτή, η επακόλουθη απόφαση δεν περιορίζεται απλώς στην επιβεβαίωση της προγενέστερης αποφάσεως, καθώς παρατείνει τη δέσμευση κεφαλαίων έναντι του ενδιαφερόμενου για νέο χρονικό διάστημα πέραν της διάρκειας της εν λόγω προγενέστερης αποφάσεως κατόπιν επανεξετάσεως της καταστάσεώς του (βλ., συναφώς και κατʼ αναλογίαν, διάταξη της 15ης Φεβρουαρίου 2005, PKK και KNK κατά Συμβουλίου, T‑229/02, EU:T:2005:48, σκέψη 44, η οποία επικυρώθηκε κατ’ αναίρεση με απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2007, PKK και KNK κατά Συμβουλίου, C‑229/05 P, EU:C:2007:32, σκέψη 103).

157    Αφετέρου, όπως απορρέει από το άρθρο 2, παράγραφος 3, και από το άρθρο 5, παράγραφος 6, της αποφάσεως 2011/72, το Συμβούλιο μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να αποφασίσει να επανεξετάσει την καταχώριση του ονόματος ενός προσώπου στο παράρτημα της αποφάσεως αυτής με γνώμονα τα ουσιώδη αποδεικτικά στοιχεία ή τις υποβαλλόμενες σε αυτό παρατηρήσεις, οπότε η καταχώριση αυτή τελεί υπό διαρκή επανεξέταση. Σκοπός των διατάξεων αυτών είναι να εγγυώνται ότι τα πρόσωπα τα οποία δεν πληρούν πλέον τα κριτήρια για να περιλαμβάνονται στο παράρτημα της εν λόγω αποφάσεως θα διαγράφονται από αυτό όχι μόνον κατόπιν της περιοδικής εξετάσεως κατʼ έτος, αλλά, εφόσον παρίσταται αναγκαίο, αμέσως (βλ., συναφώς και κατʼ αναλογίαν, απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2012, Al-Aqsa κατά Συμβουλίου και Κάτω Χώρες κατά Al-Aqsa, C‑539/10 P και C‑550/10 P, EU:C:2012:711, σκέψη 129). Κατά συνέπεια, η απόφαση του Συμβουλίου να μη διαγράψει το όνομα προσώπου το οποίο έχει καταχωριστεί στο παράρτημα της αποφάσεως 2011/72 η οποία εκδόθηκε κατόπιν επανεξετάσεως της καταστάσεώς του και στηρίζεται σε νέα και ουσιώδη πραγματικά στοιχεία, υπό την έννοια της υπομνησθείσας νομολογίας στη σκέψη 155 ανωτέρω, δεν συνιστά πράξη αμιγώς επιβεβαιωτική, ακόμη και αν η απόφαση αυτή δεν παρατείνει την εν λόγω καταχώριση, αλλ’ απλώς διατηρεί την εφαρμογή της προγενέστερης αποφάσεως (βλ., συναφώς και κατʼ αναλογίαν, απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2014, Επιτροπή κατά Ισπανίας, T‑481/11, EU:T:2014:945, σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

158    Εν προκειμένω, αφενός, παρατηρείται ότι η απόφαση του Συμβουλίου της 16ης Νοεμβρίου 2015, η οποία αμφισβητείται με το πρώτο υπόμνημα προσαρμογής, δεν τροποποίησε ή αντικατέστησε την απόφαση 2015/157, κατά της οποίας βάλλει η προσφυγή. Συγκεκριμένα, με την επιστολή της 16ης Νοεμβρίου 2015, το Συμβούλιο απλώς απορρίπτει την αίτηση του προσφεύγοντος για την κατʼ ουσίαν κατάργηση της αποφάσεως 2015/157 στο μέτρο που τον αφορά. Δεν περιέχει, επομένως, νέο στοιχείο υπό την έννοια της νομολογίας που υπομνήσθηκε στη σκέψη 154 ανωτέρω.

159    Αφετέρου, η άρνηση αυτή δεν έλαβε χώρα κατόπιν επανεξετάσεως στηριζόμενης σε νέα και ουσιώδη πραγματικά στοιχεία, υπό την έννοια της νομολογίας που υπομνήσθηκε στη σκέψη 155 ανωτέρω.

160    Πράγματι, πρώτον, οι παρατηρήσεις τις οποίες υπέβαλε ο προσφεύγων στις 29 Μαΐου και στις 7 Σεπτεμβρίου 2015 επί της ουσίας αφορούν, ως επί το πλείστον, πραγματικά περιστατικά προγενέστερα της εκδόσεως της αποφάσεως 2015/157 καθώς και ζητήματα τα οποία είχαν ήδη θιγεί με τις από 15 Ιανουαρίου 2015 παρατηρήσεις, και, επομένως, αφορούν στοιχεία τα οποία δεν είναι νέα.

161    Εξάλλου, τα μόνα πραγματικά περιστατικά μεταγενέστερα της αποφάσεως 2015/157 τα οποία επικαλείται με τις παρατηρήσεις αυτές, ήτοι μια απόφαση του εφετείου της Τύνιδας της 25ης Φεβρουαρίου 2015 καθώς και τρεις αποφάσεις διοικητικού δικαστηρίου της Τυνησίας, αποφαινόμενου με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, της 30ής Μαρτίου 2015, δεν συνιστούν ουσιώδη στοιχεία, ήτοι στοιχεία δυνάμενα να μεταβάλουν ουσιωδώς την κατάσταση του προσφεύγοντος όσον αφορά τα κατʼ αυτού περιοριστικά μέτρα τα οποία παρατάθηκαν με την απόφαση 2015/157.

162    Συναφώς, όπως έχει ήδη επανειλημμένως υπομνησθεί, τα περιοριστικά μέτρα στηρίζονται στην ύπαρξη εκκρεμούς δικαστικής έρευνας που αφορά τον προσφεύγοντα για πράξεις χαρακτηριζόμενες ως παράνομες ιδιοποιήσεις δημοσίου χρήματος. Όμως, αφενός, καίτοι από το από 24 Απριλίου 2015 σημείωμα του συνηγόρου του προσφεύγοντος στην Τυνησία προκύπτει ότι η απόφαση του εφετείου της Τύνιδας της 25ης Φεβρουαρίου 2015 δέχθηκε το αίτημα του προσφεύγοντος για τον χωρισμό της ποινικής ανακριτικής διαδικασίας στο πλαίσιο της έρευνας αυτής, εντούτοις η εξέλιξη αυτή της διαδικασίας δεν είναι από μόνη της ικανή να θέσει εν αμφιβόλω τη διεξαγωγή της εν λόγω έρευνας. Αφετέρου, από το συνημμένο στις από 29 Μαΐου 2015 παρατηρήσεις του προσφεύγοντος σημείωμα του συνηγόρου του στην Τυνησία προκύπτει ότι, με τις δικαστικές αποφάσεις της 30ής Μαρτίου 2015, διατάχθηκε μεν η αναστολή της εκτελέσεως τριών διοικητικών αποφάσεων κατασχέσεως ορισμένων αγαθών του προσφεύγοντος, πλην όμως δεν προκύπτει με σαφήνεια η σύνδεσή τους με τη δικαστική έρευνα επί της οποίας στηριζόταν η δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων του προσφεύγοντος εντός της Ένωσης.

163    Δεύτερον, από τη δικογραφία προκύπτει ότι τα έγγραφα τα οποία προέρχονται από τις τυνησιακές αρχές, με ημερομηνία 11 Μαΐου 2015, και επί των οποίων στηρίζεται το Συμβούλιο στην από 16 Νοεμβρίου 2015 επιστολή του απλώς επιβεβαιώνουν ότι η σχετική με τον προσφεύγοντα δικαστική έρευνα στην Τυνησία είναι σε εξέλιξη και ότι προσκομίσθηκαν από το Συμβούλιο μόνον προς αντίκρουση των επιχειρημάτων του προσφεύγοντος με τα οποία αμφισβητεί το βάσιμο της έρευνας αυτής. Κατά συνέπεια, τα έγγραφα αυτά, τα οποία συνιστούν, πράγματι, νέα στοιχεία, δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ουσιώδη. Συγκεκριμένα, δεν καταδεικνύουν οποιαδήποτε ουσιώδη μεταβολή της καταστάσεως του προσφεύγοντος σε σύγκριση με την κατάστασή του κατά την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως 2015/157.

164    Η ανάλυση αυτή δεν τίθεται εν αμφιβόλω από το γεγονός ότι τα έγγραφα αυτά προσκομίσθηκαν από το Συμβούλιο κατόπιν των ελέγχων τους οποίους, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην από 4 Φεβρουαρίου 2015 επιστολή του, σχεδίαζε να διενεργήσει σε συνέχεια των παρατηρήσεων του προσφεύγοντος.

165    Πράγματι, το άρθρο 2, παράγραφος 3, και το άρθρο 5, παράγραφος 6, της αποφάσεως 2011/72 παρέχουν στο Συμβούλιο σημαντικό περιθώριο εκτιμήσεως προκειμένου να αποφασίσει εάν είναι σκόπιμο να προβεί σε ελέγχους των στοιχείων που του υποβάλλονται από τις τυνησιακές αρχές ή από τον προσφεύγοντα, ιδίως προκειμένου να ενημερωθεί για την κατάσταση της σχετικής με αυτόν δικαστικής διαδικασίας. Κατά συνέπεια, κάθε νέο στοιχείο το οποίο αποκτήθηκε στο πλαίσιο των ελέγχων που διενέργησε το Συμβούλιο αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήσεως του προσφεύγοντος δεν συνιστά κατʼ ανάγκην ουσιώδες στοιχείο δυνάμενο να δικαιολογήσει την επανεξέταση της καταχωρίσεως του ονόματος του προσφεύγοντος στο παράρτημα της εν λόγω αποφάσεως και να καταλήξει, σε περίπτωση που δεν γίνει δεκτή η αίτηση διαγραφής, σε βλαπτική απόφαση.

166    Εν προκειμένω, από τη δικογραφία προκύπτει ότι, στην από 4 Φεβρουαρίου 2015 επιστολή του, το Συμβούλιο επισήμανε κατʼ ουσίαν ότι, καίτοι έκρινε δικαιολογημένη τη διατήρηση της καταχωρίσεως του ονόματος του προσφεύγοντος στο παράρτημα της αποφάσεως 2011/72, λάμβανε υπόψη τις παρατηρήσεις του προσφεύγοντος σχετικά με το στάδιο της σχετικής με αυτόν εκκρεμούς δικαστικής έρευνας στην Τυνησία και ότι επρόκειτο να προβεί σε νέα εξέταση των κατʼ αυτού περιοριστικών μέτρων προ της 31ης Ιουλίου 2015. Προκύπτει ότι, κατόπιν της επιστολής αυτής, το Συμβούλιο έλαβε επίσης υπόψη τις παρατηρήσεις τις οποίες υπέβαλε ο προσφεύγων στις 18 Φεβρουαρίου, στις 29 Μαΐου και στις 7 Σεπτεμβρίου 2015 και του απάντησε με την από 16 Νοεμβρίου 2015 επιστολή του γνωστοποιώντας του το αποτέλεσμα των ελέγχων που είχε στο μεταξύ διενεργήσει σε συνεργασία με τις τυνησιακές αρχές και, ειδικότερα, γνωστοποιώντας του τα έγγραφα τα οποία αναφέρονται στη σκέψη 163 ανωτέρω. Με τον τρόπο αυτό, το Συμβούλιο, κρίνοντας σκόπιμη τη διενέργεια των ελέγχων αυτών, απλώς χρησιμοποίησε το περιθώριο εκτιμήσεως που του απονέμουν οι μνημονευόμενες στις σκέψεις 157 και 165 ανωτέρω διατάξεις, και δεν επανεξέτασε την κατάσταση του προσφεύγοντος θεωρώντας την αναγκαία λόγω μεσολαβήσεως πραγματικών περιστατικών ικανών να μεταβάλουν ουσιωδώς την κατάστασή του.

167    Συνεπώς, αναφέροντας στην από 16 Νοεμβρίου 2015 επιστολή του ότι τα περιοριστικά μέτρα κατά του προσφεύγοντος έπρεπε να διατηρηθούν, το Συμβούλιο δεν εξέδωσε νέα απόφαση διακρινόμενη από την απόφαση 2015/157, αλλ’ απλώς επιβεβαίωσε τη δεύτερη αυτή απόφαση. Επομένως, η επιστολή αυτή, καθόσον απορρίπτει το αίτημα του προσφεύγοντος για διαγραφή του ονόματός του από το παράρτημα της αποφάσεως 2011/72, συνιστά αμιγώς επιβεβαιωτική πράξη η οποία δεν βλάπτει τον προσφεύγοντα. Ως εκ τούτου, τα αιτήματα του πρώτου υπομνήματος προσαρμογής για την ακύρωση της πράξεως αυτής πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτα.

168    Τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος προς απόδειξη του παραδεκτού αυτού του υπομνήματος προσαρμογής δεν δύνανται να ανατρέψουν το συμπέρασμα αυτό.

169    Πρώτον, είναι αβάσιμη η συλλογιστική του προσφεύγοντος σύμφωνα με την οποία η απόφαση του Συμβουλίου της 16ης Νοεμβρίου 2015 τροποποίησε την απόφαση 2015/157, καθόσον κατέστησε την απόφαση αυτή, η οποία έως τότε ήταν «απόφαση υπό όρους», «απόφαση άνευ όρων». Πράγματι, αφενός, όπως κατʼ ουσίαν ανέφερε το Συμβούλιο στις παρατηρήσεις του επί του ως άνω υπομνήματος προσαρμογής, η επιχειρηματολογία αυτή στηρίζεται στην εσφαλμένη παραδοχή ότι λόγω της από 4 Φεβρουαρίου 2015 επιστολής του Συμβουλίου, στην οποία το όργανο αυτό είχε αναφέρει ότι επρόκειτο να επανεξετάσει την κατάσταση του προσφεύγοντος προ της 31ης Ιουλίου 2015, η απόφαση 2015/157 προϋποθέτει τη συνδρομή όρων. Αφετέρου, η ευχέρεια του Συμβουλίου να επανεξετάσει τα περιοριστικά μέτρα τα οποία λήφθηκαν στο πλαίσιο της αποφάσεως 2011/72, βάσει των διατάξεων της τελευταίας αποφάσεως οι οποίες μνημονεύονται στη σκέψη 157 ανωτέρω, προκειμένου, ενδεχομένως, να τις καταργήσει ή να τις τροποποιήσει, ουδόλως προσδίδει στα μέτρα αυτά χαρακτήρα μέτρων «υπό όρους». Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι, στην από 16 Νοεμβρίου 2015 επιστολή του, το Συμβούλιο ανέφερε ότι τα κατά του προσφεύγοντος περιοριστικά μέτρα έπρεπε να διατηρηθούν ουδόλως είχε ως συνέπεια τη μεταβολή της αποφάσεως 2015/157 σε πράξη άνευ όρων. Επιπλέον, επισημαίνεται ότι, σε συνάρτηση με τα τυχόν νέα και ουσιώδη πραγματικά στοιχεία τα οποία είχε στη διάθεσή του, το Συμβούλιο είχε τη δυνατότητα να καταργήσει ή να τροποποιήσει τα εν λόγω μέτρα μετά από αυτήν την επιστολή της 16ης Νοεμβρίου 2015.

170    Δεύτερον, παρά τα όσα υποστηρίζει ο προσφεύγων, το παραδεκτό αυτού του υπομνήματος προσαρμογής δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από την αναγκαιότητα να του χορηγηθεί, σύμφωνα με την αρχή της ισότητας των όπλων, η δυνατότητα υποβολής παρατηρήσεων επί των στοιχείων τα οποία προσκόμισε το Συμβούλιο στο πλαίσιο του υπομνήματος ανταπαντήσεως.

171    Πράγματι, αφενός, η αρχή της ισότητας των όπλων δεν μπορεί να έχει, εν προκειμένω, ως αποτέλεσμα την επανέναρξη των προθεσμιών προσφυγής κατά της αποφάσεως 2015/157. Επιπλέον, η δυνατότητα προσβολής πράξεως πρέπει να βασίζεται μόνο σε αντικειμενική εκτίμηση της ουσίας της εν λόγω πράξεως και όχι στο κατά πόσον τηρήθηκε η αρχή της ισότητας των όπλων (βλ., συναφώς και κατʼ αναλογίαν, απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2012, Γαλλία κατά Επιτροπής, T‑154/10, EU:T:2012:452, σκέψεις 37 έως 40).

172    Αφετέρου και εν πάση περιπτώσει, ο προσφεύγων είχε τη δυνατότητα, κατά τη διάρκεια της επʼ ακροατηρίου συζητήσεως της 14ης Δεκεμβρίου 2016, να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του επί των στοιχείων τα οποία προσκόμισε το Συμβούλιο με το υπόμνημα ανταπαντήσεως. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη σκέψη 61 ανωτέρω, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι τα στοιχεία αυτά, τα οποία ήταν μεταγενέστερα της αποφάσεως 2015/157, δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο της εξετάσεως της νομιμότητας της αποφάσεως αυτής. Κατά συνέπεια, η απόρριψη των αιτημάτων του πρώτου υπομνήματος προσαρμογής ως απαράδεκτων δεν θίγει την ισότητα των όπλων.

173    Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι τα αιτήματα αυτά πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτα.

 Όσον αφορά τα αιτήματα του δευτέρου υπομνήματος προσαρμογής, για την ακύρωση της αποφάσεως 2016/119

174    Στο πλαίσιο του δευτέρου υπομνήματος προσαρμογής, το οποίο αφορά την απόφαση 2016/119, ο προσφεύγων προβάλλει κατʼ ουσίαν πέντε λόγους ακυρώσεως. Ο πρώτος από τους λόγους αυτούς αφορά παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας και της αρχής της χρηστής διοικήσεως, ο δεύτερος, έλλειψη επαρκώς στέρεας πραγματικής βάσεως των επίδικων μέτρων, ο τρίτος, εξάλειψη του αντικειμένου της εν λόγω αποφάσεως, ο τέταρτος, παραβίαση της αρχής της εύλογης διάρκειας της δίκης και, ο πέμπτος, προδήλως δυσανάλογη επέμβαση εκ μέρους του Συμβουλίου στο δικαίωμα ιδιοκτησίας του προσφεύγοντος.

175    Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι, όπως εκτέθηκε στη σκέψη 16 ανωτέρω, η απόφαση 2016/119 παρέτεινε την εφαρμογή της αποφάσεως 2011/72 έως την 31η Ιανουαρίου 2017 και τροποποίησε τους λόγους καταχωρίσεως του ονόματος του προσφεύγοντος στον προσαρτημένο στην απόφαση αυτή κατάλογο βάσει της από 20 Οκτωβρίου 2015 βεβαιώσεως των τυνησιακών αρχών, η οποία αναφέρεται στη σκέψη 16 ανωτέρω. Η τροποποίηση αυτή συνίστατο στην αντικατάσταση της μνείας του αδικήματος της συνέργειας στην άσκηση παράνομης επιρροής σε κρατικό λειτουργό με σκοπό την εξασφάλιση άμεσων ή έμμεσων πλεονεκτημάτων σε τρίτους από τη μνεία του αδικήματος της ασκήσεως παράνομης επιρροής σε κρατικό λειτουργό με σκοπό την εξασφάλιση άμεσων ή έμμεσων πλεονεκτημάτων σε τρίτους.

176    Εξάλλου, κατά την υπομνησθείσα στη σκέψη 156 ανωτέρω νομολογία, πρέπει να παρατηρηθεί ότι τα αιτήματα του δευτέρου υπομνήματος προσαρμογής, για την ακύρωση της αποφάσεως 2016/119, η οποία παρατείνει την απόφαση 2011/72 για νέο διάστημα πέραν της διάρκειας την οποία προβλέπει η απόφαση 2015/157, είναι παραδεκτά.

 Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας και της αρχής της χρηστής διοικήσεως

177    Στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ο προσφεύγων επαναλαμβάνει κατʼ ουσίαν την επιχειρηματολογία την οποία ανέπτυξε στο πλαίσιο του δευτέρου και του τρίτου σκέλους του δευτέρου λόγου ακυρώσεως της προσφυγής, σχετικά με φερόμενη παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας. Επικαλείται, προς στήριξη της επιχειρηματολογίας αυτής, αφενός, ένα δελτίο Τύπου της 25ης Ιανουαρίου 2016 εκδοθέν από τον μη κυβερνητικό οργανισμό Transparency International, όπου αναφέρεται ότι είχε επιβληθεί δέσμευση περιουσιακών στοιχείων σε 48 πρόσωπα στην Τυνησία «βάσει στοιχείων τα οποία αποδεικνύουν ότι είχαν ιδιοποιηθεί παρανόμως δημόσιο χρήμα και είχαν προβεί σε κατάχρηση εξουσίας». Αφετέρου, επικαλείται επίσης το σημείωμα των τυνησιακών αρχών της 15ης Ιανουαρίου 2016, το οποίο απαντά σε αιτήσεις του Συμβουλίου για παροχή διευκρινίσεων σχετικά με την κατάσταση του προσφεύγοντος και αποδεικνύει, κατά την άποψή του, ότι «δεν πρόκειται να δικαιωθεί επί της ουσίας» στο πλαίσιο της δικαστικής έρευνας που τον αφορά στην Τυνησία.

178    Το Συμβούλιο αμφισβητεί κατʼ ουσίαν τον κρίσιμο χαρακτήρα αυτών των νέων αποδεικτικών στοιχείων.

179    Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η συλλογιστική που εκτίθεται στις σκέψεις 107 έως 112 και 118 ανωτέρω στο πλαίσιο της εξετάσεως του δευτέρου και του τρίτου σκέλους του δευτέρου λόγου ακυρώσεως της προσφυγής τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής. Πράγματι, αφενός, το δελτίο Τύπου του Συμβουλίου, της 31ης Ιανουαρίου 2011, που μνημονεύεται στη σκέψη 103 ανωτέρω, συνιστά πράξη διακρινόμενη από την απόφαση 2011/72 και από την απόφαση 2016/119 και η οποία δεν διενεργήθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως των αποφάσεων αυτών. Ο προσφεύγων, ο οποίος δεν αμφισβητεί ότι αυτές οι δύο αποφάσεις δεν παραβιάζουν, αυτές καθαυτές, το τεκμήριο αθωότητας, δεν μπορεί επομένως να προβάλει λυσιτελώς τέτοια παραβίαση, από την οποία πάσχει, κατά τα λεγόμενά του, το συγκεκριμένο δελτίο Τύπου προκειμένου να αμφισβητήσει τη νομιμότητά τους. Αφετέρου, εν πάση περιπτώσει, η αιτίαση αυτή στηρίζεται σε γραμματική ερμηνεία του ίδιου δελτίου Τύπου, ενώ το δελτίο αυτό πρέπει να ερμηνευθεί σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της αποφάσεως 2011/72, καθόσον είχε ως αντικείμενο τη δημοσιοποίησή της. Καθόσον, όμως, το περιεχόμενο του παραρτήματος της αποφάσεως αυτής δεν αφορά τον προσφεύγοντα ως πρόσωπο το οποίο έχει καταδικασθεί ως ευθυνόμενο για παράνομη ιδιοποίηση τυνησιακών κρατικών κεφαλαίων, αλλά ως πρόσωπο για το οποίο διενεργούνται δικαστικές έρευνες για τέτοιες πράξεις, το περιεχόμενο του εν λόγω δελτίου Τύπου, το οποίο αναφέρεται σε αυτόν, δεν είναι ικανό να προσβάλει το δικαίωμα του προσφεύγοντος σε σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας.

180    Κατά συνέπεια, ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι δηλώσεις στο δελτίο Τύπου της Transparency International που αναφέρεται στη σκέψη 177 ανωτέρω προσέβαλαν το δικαίωμα του προσφεύγοντος σε σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας, η προσβολή αυτή δεν μπορεί να καταλογιστεί στο προαναφερθέν δελτίο Τύπου του Συμβουλίου της 31ης Ιανουαρίου 2011 ούτε, εν πάση περιπτώσει, να επηρεάσει τη νομιμότητα της αποφάσεως 2016/119.

181    Όσον αφορά το από 15 Ιανουαρίου 2016 σημείωμα των τυνησιακών αρχών, επισημαίνεται ότι η σχετική επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος είναι, εν πάση περιπτώσει, αμιγώς υποθετική. Συγκεκριμένα, το σημείωμα αυτό απλώς εκθέτει τους λόγους δικονομικής φύσεως για τους οποίους ο αρμόδιος για την ανάκριση δικαστής δεν έχει χωρίσει την υπόθεση του προσφεύγοντος από τις υποθέσεις που αφορούν άλλα εμπλεκόμενα πρόσωπα. Κατά συνέπεια, δεν προκύπτει από το σημείωμα αυτό το πόρισμα των τυνησιακών αρχών κατόπιν της σχετικής με τον προσφεύγοντα δικαστικής έρευνας ούτε ή ύπαρξη εύλογης συνδέσεως μεταξύ των εκτιμήσεων που περιέχει και του επίμαχου δελτίου Τύπου του Συμβουλίου.

182    Επομένως, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη επαρκώς στέρεας πραγματικής βάσεως των επίδικων μέτρων

183    Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως περιλαμβάνει κατʼ ουσίαν τέσσερα σκέλη τα οποία αφορούν, το πρώτο, την υπερβολική αοριστία που χαρακτηρίζει τα επιχειρήματα επί των οποίων στηρίζεται η διατήρηση της καταχωρίσεως του ονόματος του προσφεύγοντος στο παράρτημα της αποφάσεως 2011/72, το δεύτερο, την απουσία χωριστής εξετάσεως της δικογραφίας που τον αφορά από τις τυνησιακές δικαστικές αρχές, δημιουργώντας, κατά την άποψή του, την απατηλή εικόνα μιας στέρεας πραγματικής βάσεως, το τρίτο, την απουσία αξιόλογης δραστηριότητας στο πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας στην Τυνησία στο μέτρο που τον αφορά και, το τέταρτο, την ανακρίβεια των προαναφερθέντων επιχειρημάτων όσον αφορά τις πράξεις οι οποίες του προσάπτονται και την ατομική του ευθύνη.

184    Το Συμβούλιο αμφισβητεί τον κρίσιμο χαρακτήρα των προβαλλομένων από τον προσφεύγοντα στοιχείων στηριζόμενο στην απόφαση της 14ης Απριλίου 2016, Ben Ali κατά Συμβουλίου (T‑200/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:216).

–       Επί του πρώτου σκέλους του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται η υπερβολική αοριστία που χαρακτηρίζει τα επιχειρήματα επί των οποίων στηρίζεται η διατήρηση της καταχωρίσεως του ονόματος του προσφεύγοντος στο παράρτημα της αποφάσεως 2011/72

185    Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως στηρίζεται σε νέα αιτίαση η οποία δεν είχε προβληθεί στο πλαίσιο της προσφυγής, και δη στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως. Εξάλλου, η αιτίαση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ανάπτυξη μίας εκ των αιτιάσεων που έχουν ήδη προβληθεί στο πλαίσιο του λόγου αυτού (βλ. απόφαση της 15ης Μαρτίου 2006, Ιταλία κατά Επιτροπής, T‑226/04, EU:T:2006:85, σκέψεις 64 και 65 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Ωστόσο, ο προσφεύγων δικαιούται να διατυπώσει για πρώτη φορά την αιτίαση αυτή, κατά την προσαρμογή του ως άνω πρώτου λόγου ακυρώσεως, υπό το πρίσμα των νέων λόγων καταχωρίσεως του ονόματός του που εκτίθενται στην απόφαση 2016/119 καθώς και της βεβαιώσεως των τυνησιακών αρχών της 20ής Οκτωβρίου 2015, που αποτελούν νέα στοιχεία (βλ., συναφώς και κατʼ αναλογίαν, απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2013, Anbouba κατά Συμβουλίου, T‑563/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:429, σκέψη 52).

186    Ωστόσο, για τους λόγους οι οποίοι εκτίθενται στις σκέψεις 187 έως 195 κατωτέρω, η αιτίαση αυτή δεν είναι βάσιμη.

187    Πρώτον, ο προσφεύγων επικαλείται, αφενός, διαφορές μεταξύ της βεβαιώσεως των τυνησιακών αρχών της 20ής Οκτωβρίου 2015 και των λόγων καταχωρίσεως του ονόματός του στο παράρτημα της αποφάσεως 2011/72, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2016/119, όσον αφορά τη φύση των μνημονευόμενων αξιόποινων πράξεων και, αφετέρου, την ανεπάρκεια των διευκρινίσεων όσον αφορά αυτές τις αξιόποινες πράξεις και τα συγκεκριμένα στοιχεία που δύνανται να τις στοιχειοθετήσουν.

188    Συναφώς, επισημαίνεται ότι, καίτοι οι λόγοι καταχωρίσεως του ονόματος του προσφεύγοντος στο παράρτημα της αποφάσεως 2011/72, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2016/119, τους οποίους υιοθέτησε το Συμβούλιο αναφέρουν τις αξιόποινες πράξεις τις οποίες αφορά η σχετική με τον προσφεύγοντα εκκρεμής δικαστική έρευνα στην Τυνησία με πιο λιτή διατύπωση σε σχέση με την επίμαχη βεβαίωση των τυνησιακών αρχών, οι ως άνω λόγοι και η βεβαίωση αυτή δεν εμφανίζουν καμία σημαντική διαφοροποίηση. Επιπλέον, το Συμβούλιο δεν ήταν υποχρεωμένο να επαναλάβει, στους λόγους καταχωρίσεως του ονόματος του προσφεύγοντος, τα αποδεικτικά στοιχεία επί των οποίων στηρίζονται οι λόγοι αυτοί, καθόσον, εξάλλου, γνωστοποίησε στον προσφεύγοντα τα συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία (βλ., συναφώς, απόφαση της 30ής Ιουνίου 2016, Al Matri κατά Συμβουλίου, T‑545/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:376, σκέψεις 132 και 133).

189    Δεύτερον, επισημαίνεται ότι, καίτοι η επίμαχη βεβαίωση δεν παραθέτει τις συγκεκριμένες περιστάσεις που συνδέονται με τις επίμαχες αξιόποινες πράξεις, αναφέρει, με επαρκή ακρίβεια, τις εν λόγω αξιόποινες πράξεις και τον εικαζόμενο βαθμό συμμετοχής του προσφεύγοντος σε αυτές, είτε ως αυτουργού είτε ως συνεργού, οπότε το Συμβούλιο μπορούσε να διαπιστώσει αν ο προσφεύγων πληροί τα γενικά κριτήρια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2011/72 (βλ., συναφώς και κατʼ αναλογίαν, απόφαση της 30ής Ιουνίου 2016, Al Matri κατά Συμβουλίου, T‑545/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:376, σκέψη 123).

190    Περαιτέρω, όπως προκύπτει ειδικότερα από την προσφυγή του προσφεύγοντος στην έννοια της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος (actus reus), η επιχειρηματολογία του εκκινεί από την εσφαλμένη παραδοχή ότι τα αποδεικτικά στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται το Συμβούλιο έπρεπε να διακρίνονται από την ακρίβεια που απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης του για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις. Ωστόσο, ο προσφεύγων δεν αμφισβητεί την ευχέρεια του Συμβουλίου να στηρίζεται σε εκκρεμείς δικαστικές έρευνες που αφορούν τέτοιες πράξεις, τουτέστιν σε στάδιο της ποινικής διαδικασίας κατά το οποίο, εξ ορισμού, δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί η εξέταση των στοιχείων τα οποία είναι ικανά να αποδείξουν την ύπαρξη τέτοιας ευθύνης ή, αντιθέτως, τον αποκλεισμό της (βλ., συναφώς, απόφαση της 30ής Ιουνίου 2016, Al Matri κατά Συμβουλίου, T‑545/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:376, σκέψεις 83 έως 90).

191    Για τους ίδιους λόγους, δεν ασκεί επιρροή ο μη προσδιορισμός της ταυτότητας προσώπων άλλων πλην του προσφεύγοντος τα οποία φέρονται ως εμπλεκόμενα στις αξιόποινες πράξεις στις οποίες αναφέρονται οι λόγοι καταχωρίσεως του ονόματος του προσφεύγοντος και η βεβαίωση των τυνησιακών αρχών της 20ής Οκτωβρίου 2015. Πράγματι, όπως προαναφέρθηκε στη σκέψη 189, αρκεί το ότι η βεβαίωση μνημονεύει, με επαρκή ακρίβεια, τις εν λόγω αξιόποινες πράξεις και τον εικαζόμενο βαθμό της συμμετοχής του προσφεύγοντος σε αυτές. Το ίδιο ισχύει και ως προς τη μη αναφορά, στη βεβαίωση αυτή, του χρόνου και του τόπου τελέσεως των σχετικών πράξεων.

192    Δεν ασκεί επίσης επιρροή ο φερόμενος εσφαλμένος χαρακτηρισμός του πρώην προέδρου της Δημοκρατίας της Τυνησίας ως κρατικού λειτουργού. Πράγματι, αρκεί η διαπίστωση ότι ούτε η αναφερόμενη στη σκέψη 16 ανωτέρω βεβαίωση ούτε οι λόγοι καταχωρίσεως του ονόματος του προσφεύγοντος στο παράρτημα της αποφάσεως 2011/72, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2016/119, αναφέρονται σε αυτό το πρόσωπο. Κατά τα λοιπά, επισημαίνεται ότι, στον βαθμό που τα καθήκοντα τα οποία άσκησε ειδικότερα το πρόσωπο αυτό ενδέχεται να προϋποθέτουν τη διαχείριση δημοσίου χρήματος, μπορούν, εν πάση περιπτώσει, να παρομοιασθούν με καθήκοντα ασκούμενα από κρατικό λειτουργό, προκειμένου να διαπιστωθεί το αδίκημα της παράνομης ιδιοποιήσεως δημοσίου χρήματος, υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2011/72 (βλ., συναφώς και κατʼ αναλογίαν, απόφαση της 14ης Απριλίου 2016, Ben Ali κατά Συμβουλίου, T‑200/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:216, σκέψεις 120 και 178).

193    Τρίτον, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι, παρά τα νέα στοιχεία τα οποία παρέθεσε το Συμβούλιο πριν από την έκδοση της αποφάσεως 2016/119, και δη το έγγραφο της 18ης Ιανουαρίου 2016 υπʼ αριθ. MD 7/16 EXT 1 RELEX, το οποίο επισυνάπτεται στην επιστολή του Συμβουλίου της 29ης Ιανουαρίου 2016, το θεσμικό αυτό όργανο δεν διαθέτει, και ουδέποτε διέθετε, αποδεικτικά στοιχεία ικανά να τεκμηριώσουν τους εις βάρος του ισχυρισμούς. Όσον αφορά το προαναφερθέν έγγραφο, ο προσφεύγων επισημαίνει ειδικότερα ότι η περιεχόμενη στο έγγραφο αυτό αναφορά σε διεθνείς αιτήσεις δικαστικής συνδρομής δεν περιλαμβάνει τις αναγκαίες διευκρινίσεις ώστε να προσδιοριστούν το αντικείμενο αυτών των αιτήσεων δικαστικής συνδρομής, τα λοιπά πρόσωπα τα οποία αυτές αφορούν καθώς και οι αποδέκτες τους.

194    Συναφώς, επισημαίνεται, καταρχάς, ότι ο προσφεύγων δεν δύναται να προβάλει λυσιτελώς κατά της αποφάσεως 2016/119 ότι, έως την υποβολή του εγγράφου MD 7/16 EXT 1 RELEX της 18ης Ιανουαρίου 2016, το Συμβούλιο δεν είχε στη διάθεσή του κανένα στοιχείο αποδεικτικό της συμμετοχής του στις αξιόποινες πράξεις που αφορούν οι σχετικές με αυτόν δικαστικές έρευνες στην Τυνησία. Πράγματι, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 61 ανωτέρω, η νομιμότητα μιας πράξεως της Ένωσης πρέπει να αξιολογείται με βάση τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που υπήρχαν κατά τον χρόνο εκδόσεως της πράξεως αυτής. Κατά συνέπεια, η νομιμότητα της αποφάσεως 2016/119 πρέπει να αξιολογηθεί υπό το πρίσμα των αποδεικτικών στοιχείων που είχε στη διάθεσή του το Συμβούλιο κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως αυτής, ήτοι στις 28 Ιανουαρίου 2016.

195    Εξάλλου, ο προσφεύγων δεν προσκομίζει οποιοδήποτε στοιχείο ικανό να αμφισβητήσει την ουσιαστική ακρίβεια των στοιχείων που περιέχονται στο έγγραφο MD 7/16 EXT 1 RELEX και, ειδικότερα, στο σημείο 3, της αναφοράς σε πέντε διεθνείς αιτήσεις δικαστικής συνδρομής που τον αφορούσαν, με ημερομηνίες 19 Ιανουαρίου 2011, 21 Ιανουαρίου 2011, 10 Ιανουαρίου 2012, 22 Οκτωβρίου 2013 και 5 Μαΐου 2015. Εν πάση περιπτώσει, καθόσον η βεβαίωση των τυνησιακών αρχών της 20ής Οκτωβρίου 2015 αναφέρεται στην ύπαρξη δικαστικών ερευνών οι οποίες διεξάγονται σχετικά με τον προσφεύγοντα για παράνομες ιδιοποιήσεις δημοσίου χρήματος, η βεβαίωση συνιστά, για τον λόγο αυτό, επαρκές αποδεικτικό στοιχείο επί του οποίου το Συμβούλιο μπορούσε να στηριχθεί για να διατηρήσει την καταχώριση του ονόματος του προσφεύγοντος στο παράρτημα της αποφάσεως 2011/72. Κατά συνέπεια, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η εν λόγω μνεία των διεθνών αιτήσεων δικαστικής συνδρομής είναι ανακριβής, η περίσταση αυτή δεν είναι κρίσιμη.

196    Επομένως, το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

–       Επί του δευτέρου σκέλους του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται μη χωριστή εξέταση του φακέλου του προσφεύγοντος από τις τυνησιακές δικαστικές αρχές

197    Προς στήριξη του υπό κρίση σκέλους, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η εξέταση του φακέλου του έπρεπε να διεξαχθεί από τις τυνησιακές δικαστικές αρχές χωριστά από την εξέταση του φακέλου άλλων προσώπων και αμφισβητεί την απόφαση του ανακριτή δικαστή ο οποίος, όπως αναφέρουν οι τυνησιακές αρχές στο από 15 Ιανουαρίου 2016 σημείωμά τους, έκρινε αναγκαίο να μην προβεί σε τέτοιο χωρισμό, παρά την απόφαση του εφετείου της Τύνιδας της 25ης Φεβρουαρίου 2015.

198    Ωστόσο, οι περιστάσεις αυτές δεν δύνανται να επηρεάσουν τη νομιμότητα της αποφάσεως 2016/119. Πράγματι, εγείρουν ζητήματα τα οποία άπτονται του τυνησιακού δικονομικού δικαίου επί των οποίων εναπόκειται αποκλειστικά τα τυνησιακά δικαστήρια να αποφανθούν, ενδεχομένως στο πλαίσιο ασκήσεως νέου ενδίκου μέσου των προσφευγόντων κατά της προαναφερθείσας αποφάσεως του ανακριτή δικαστή. Επιπλέον, οι εξηγήσεις εκ μέρους των τυνησιακών αρχών στο προαναφερθέν σημείωμα, σε απάντηση στις αιτήσεις του Συμβουλίου για παροχή διευκρινίσεων, επιβεβαιώνουν ότι ο χειρισμός εκ μέρους των αρχών αυτών του ζητήματος του χωρισμού της υποθέσεως του προσφεύγοντος στηριζόταν σε αμιγώς νομικές εκτιμήσεις και δεν ανέκυπτε στο σημείο αυτό στοιχείο ικανό να εγείρει θεμιτές αμφιβολίες αναφορικά με ενδεχόμενη κατάχρηση εξουσίας από τις αρχές αυτές ικανές να θέσουν εν αμφιβόλω τη διατήρηση των περιοριστικών μέτρων κατά του προσφεύγοντος.

199    Εξάλλου, το γεγονός ότι ο προσφεύγων δεν είχε ο ίδιος οικογενειακούς δεσμούς με τη σύζυγο του πρώην προέδρου της Δημοκρατίας της Τυνησίας δεν είναι κρίσιμο εν προκειμένω. Συγκεκριμένα, το όνομα του προσφεύγοντος καταχωρίστηκε στον προσαρτημένο κατάλογο στην απόφαση 2011/72, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2016/119, όχι λόγω αυτών των οικογενειακών δεσμών, αλλά λόγω δικαστικής έρευνας των τυνησιακών αρχών η οποία αφορά την προσωπική του συμμετοχή σε πράξεις δυνάμενες να στοιχειοθετήσουν παράνομες ιδιοποιήσεις δημοσίου χρήματος.

200    Επιπλέον, καίτοι ο προσφεύγων επιχειρεί να αποδείξει ότι, σε αντίθεση με τα λοιπά εμπλεκόμενα πρόσωπα σε συναφείς δικαστικές έρευνες, τα τυνησιακά δικαστήρια τον έχουν προοδευτικά απαλλάξει από περιοριστικά μέτρα ληφθέντα στο πλαίσιο της δικαστικής έρευνας που τον αφορά, εντούτοις τα στοιχεία τα οποία επικαλείται προς στήριξη της αποδείξεως αυτής δεν είναι κρίσιμα. Πράγματι, όπως κατʼ ουσίαν εκτέθηκε στις σκέψεις 49 έως 56 ανωτέρω, οι διάφορες δικαστικές αποφάσεις για την άρση των απαγορεύσεων εξόδου από την τυνησιακή επικράτεια και για την ακύρωση αποφάσεων κατασχέσεως αγαθών του προσφεύγοντος δεν προδικάζουν το τελικό πόρισμα των τυνησιακών δικαστηρίων κατόπιν των ποινικών διαδικασιών επί των οποίων στηρίζεται το Συμβούλιο. Άλλωστε, ο προσφεύγων, σε κανένα στάδιο της δίκης, δεν εξήγησε τη σύνδεση μεταξύ αυτών των δικαστικών αποφάσεων και των επίμαχων ποινικών διαδικασιών. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Συμβούλιο δεν υπέπεσε σε πλάνη κατά την εκτίμηση των στοιχείων τα οποία προσκόμισαν οι τυνησιακές αρχές και δεν αναμίχθηκε σε «παράνομη δραστηριότητα» των αρχών αυτών κρίνοντας ότι βάσει των εν λόγω στοιχείων επιτρεπόταν η παράταση των περιοριστικών μέτρων κατά του προσφεύγοντος.

201    Επομένως, το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως είναι απορριπτέο.

–       Επί του τρίτου σκέλους του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται απουσία αξιόλογης δραστηριότητας στο πλαίσιο της σχετικής με τον προσφεύγοντα δικαστικής διαδικασίας στην Τυνησία

202    Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι από το έγγραφο της 10ης Δεκεμβρίου 2015 υπʼ αριθ. MD 745/15 ADD 1 EXT 1, το οποίο περιέχει δελτίο συνταχθέν από τις τυνησιακές αρχές όπου συνοψίζονται τα κύρια στοιχεία της υποθέσεως αριθ. 19592/1 στην οποία εμπλέκεται, αναδεικνύεται η απουσία δραστηριότητας εκ μέρους των δικαστικών αρχών όσον αφορά την έρευνα της υποθέσεως αυτής.

203    Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.

204    Πράγματι, αφενός, το επίμαχο δελτίο αναφέρει ότι, στο πλαίσιο της υποθέσεως αριθ. 19592/1, ο προσφεύγων εξετάσθηκε από τον ανακριτή δικαστή στις 14 Μαΐου 2014, όπερ δεν αμφισβητείται. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το σημείωμα του συνηγόρου του προσφεύγοντος στην Τυνησία της 4ης Φεβρουαρίου 2016, το οποίο επισυνάπτεται στο δεύτερο υπόμνημα προσαρμογής, ο προσφεύγων είχε επίσης εξετασθεί σε προγενέστερο χρόνο δύο φορές, στις 15 Φεβρουαρίου 2012 και στις 21 Φεβρουαρίου 2012, στο πλαίσιο της ίδιας υποθέσεως.

205    Αφετέρου, από το επίμαχο δελτίο προκύπτει σαφώς ότι η υπόθεση αριθ. 19592/1 αφορά όχι μόνον τον προσφεύγοντα, αλλά και το σύνολο των προσώπων κατά των οποίων υποβλήθηκε καταγγελία για χρησιμοποίηση της εξ αίματος ή εξ αγχιστείας συγγενικής σχέσεως με τον πρώην πρόεδρο της Δημοκρατίας της Τυνησίας με σκοπό τη σύναψη πλασματικών συμβάσεων και παράνομων δημοσίων συμβάσεων. Προκύπτει, επίσης, από το δελτίο αυτό ότι, μεταξύ της 14ης Μαΐου 2014 και της 4ης Μαρτίου 2015, εκδόθηκε μεγάλος αριθμός ανακριτικών πράξεων στο πλαίσιο της υποθέσεως αυτής από τον ή τους αρμόδιους ανακριτές δικαστές. Επιπλέον, ουδόλως προκύπτει από το δελτίο αυτό ότι δεν εκδόθηκε καμία ανακριτική πράξη πέραν αυτού του χρονικού διαστήματος.

206    Κατά συνέπεια, λαμβανομένων υπόψη όλων των στοιχείων αυτών, το γεγονός ότι, στο πλαίσιο της εν λόγω υποθέσεως, η τελευταία ανακριτική πράξη σχετικά με τον προσφεύγοντα η οποία μνημονεύεται στο επίμαχο δελτίο εκδόθηκε στις 14 Μαΐου 2014 δεν είναι από μόνο του ενδεικτικό τυχόν αναβλητικότητας στην υπόθεση αυτή και μη επιδείξεως επιμέλειας από τις τυνησιακές αρχές. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν υποτεθεί ότι τούτο ίσχυε, για τους λόγους οι οποίοι εκτίθενται στις σκέψεις 67 έως 75 ανωτέρω, το Συμβούλιο δεν ήταν υποχρεωμένο, γιʼ αυτόν και μόνο τον λόγο, να άρει την επιβληθείσα στον προσφεύγοντα δέσμευση περιουσιακών στοιχείων. Επομένως, το τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

–       Επί του τετάρτου σκέλους του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται έλλειψη της απαιτούμενης από τη νομολογία ακρίβειας όσον αφορά τα προσαπτόμενα στον προσφεύγοντα πραγματικά περιστατικά και την ατομική του ευθύνη

207    Προς στήριξη του υπό κρίση σκέλους, ο προσφεύγων στηρίζεται στη σκέψη 44 της αποφάσεως της 26ης Οκτωβρίου 2015, Portnov κατά Συμβουλίου (T‑290/14, EU:T:2015:806), καθώς και στις σκέψεις 44 και 48 της αποφάσεως της 28ης Ιανουαρίου 2016, Stavytskyi κατά Συμβουλίου (T‑486/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:45), προκειμένου να υποστηρίξει ότι το Συμβούλιο έχει την υποχρέωση όχι μόνον να αναφέρει τις συγκεκριμένες αξιόποινες πράξεις για την τέλεση των οποίων θεωρείται ύποπτο το πρόσωπο το όνομα του οποίου έχει καταχωριστεί στον επίμαχο κατάλογο, αλλά και να παραθέσει λεπτομερή στοιχεία ως προς την ατομική ευθύνη του εν λόγω προσώπου για τις οικείες πράξεις. Τα κριτήρια αυτά δεν πληρούνται εν προκειμένω. Περαιτέρω, λαμβανομένων υπόψη των αποφάσεων αυτών, το Συμβούλιο δεν μπορεί απλώς να θεωρήσει ότι έχει τη δυνατότητα να δεσμεύσει τα περιουσιακά στοιχεία εντός της Ένωσης υπηκόου τρίτης χώρας απλώς και μόνον διότι έχουν ασκηθεί εναντίον του διώξεις στην εν λόγω χώρα. Τέλος, κατά τον προσφεύγοντα, ελλείψει προόδου στην ποινική διαδικασία που τον αφορά, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχουν ασκηθεί εναντίον του ποινικές διώξεις.

208    Υπενθυμίζεται συναφώς ότι οι αποφάσεις της 26ης Οκτωβρίου 2015, Portnov κατά Συμβουλίου (T‑290/14, EU:T:2015:806), και της 28ης Ιανουαρίου 2016, Stavytskyi κατά Συμβουλίου (T‑486/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:45), αφορούν προσφυγές κατά της αποφάσεως 2014/119/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 5ης Μαρτίου 2014, σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων, οντοτήτων και φορέων εν όψει της κατάστασης στην Ουκρανία (ΕΕ 2014, L 66, σ. 26).

209    Στη σκέψη 44 της αποφάσεως της 26ης Οκτωβρίου 2015, Portnov κατά Συμβουλίου (T‑290/14, EU:T:2015:806), και στη σκέψη 44 της αποφάσεως της 28ης Ιανουαρίου 2016, Stavytskyi κατά Συμβουλίου (T‑486/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:45), το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το μόνο αποδεικτικό στοιχείο επί του οποίου στηρίζονταν τα επίδικα περιοριστικά μέτρα, μολονότι προερχόταν από ανώτατη δικαστική αρχή τρίτης χώρας, δηλαδή από το γραφείο του γενικού εισαγγελέα της Ουκρανίας, εντούτοις δεν περιείχε παρά μόνο μια γενική διαπίστωση κατά την οποία τα ονόματα των προσφευγόντων, μεταξύ άλλων πρώην υψηλόβαθμων δημοσίων υπαλλήλων, αποτέλεσαν το αντικείμενο έρευνας που κατʼ ουσίαν απέβλεπε στη διαπίστωση αυτή καθαυτήν περιστατικών παράνομης ιδιοποιήσεως δημοσίου χρήματος. Εξάλλου, στις ίδιες πάντα σκέψεις, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, μολονότι αναφέρει την αξιόποινη πράξη για την τέλεση της οποίας ήταν ύποπτοι οι προσφεύγοντες βάσει του ουκρανικού ποινικού κώδικα, ήτοι παράνομη ιδιοποίηση ουκρανικών κρατικών κεφαλαίων που προβλέπεται από το άρθρο 191 του εν λόγω κώδικα, το έγγραφο δεν παρείχε καμία διευκρίνιση ούτε για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών τα οποία η έρευνα των ουκρανικών αρχών εξέταζε ούτε, κατά μείζονα λόγο, για την, έστω εικαζόμενη, ατομική ευθύνη του προσφεύγοντος.

210    Περαιτέρω, στη σκέψη 48 της αποφάσεως της 28ης Ιανουαρίου 2016, Stavytskyi κατά Συμβουλίου (T‑486/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:45), το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, ανεξαρτήτως του σταδίου στο οποίο βρισκόταν η διαδικασία που φέρεται να είχε κινηθεί κατά του προσφεύγοντος, το Συμβούλιο δεν μπορούσε να λάβει περιοριστικά μέτρα κατʼ αυτού χωρίς να γνωρίζει τα πραγματικά περιστατικά της παράνομης ιδιοποιήσεως δημοσίου χρήματος που προσήπταν ειδικώς στον προσφεύγοντα οι ουκρανικές αρχές, διότι το Συμβούλιο μόνον εφόσον γνώριζε τα περιστατικά αυτά θα ήταν σε θέση να βεβαιωθεί ότι αυτά μπορούσαν, αφενός, να χαρακτηριστούν ως παράνομη ιδιοποίηση δημοσίου χρήματος και, αφετέρου, να υπονομεύσουν το κράτος δικαίου στην Ουκρανία, η παγίωση και η υποστήριξη του οποίου αποτελούν τον σκοπό τον οποίο επιδιώκει η λήψη των επίμαχων περιοριστικών μέτρων (απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2016, Stavytskyi κατά Συμβουλίου, T‑486/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:45, point 48).

211    Ανεξαρτήτως του ζητήματος αν τα περιοριστικά μέτρα τα οποία εκδόθηκαν στο πλαίσιο της αποφάσεως 2014/119 είναι από κάθε άποψη συγκρίσιμα με εκείνα που είχαν εκδοθεί στο πλαίσιο της αποφάσεως 2011/72, αρκεί η διαπίστωση ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 44 της αποφάσεως της 26ης Οκτωβρίου 2015, Portnov κατά Συμβουλίου (T‑290/14, EU:T:2015:806), και από τις σκέψεις 44 και 48 της αποφάσεως της 28ης Ιανουαρίου 2016, Stavytskyi κατά Συμβουλίου (T‑486/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:45), το πραγματικό πλαίσιο των υποθέσεων επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις εκείνες διαφέρει ουσιωδώς από αυτό της υπό κρίση υποθέσεως.

212    Πράγματι, αφενός, το πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη εκκρεμούς δικαστικής ανακριτικής έρευνας αφορώσας τον προσφεύγοντα και αποδεικνυόμενης με τις βεβαιώσεις του δικαστηρίου το οποίο διεξάγει την ανάκριση, στις οποίες διευκρινίζονται λεπτομερώς τα στοιχεία αναφοράς της επίμαχης υποθέσεως καθώς και η ακριβής φύση των αξιόποινων πράξεων τις οποίες αφορά η ανάκριση αυτή και ο εικαζόμενος βαθμός συμμετοχής του προσφεύγοντος σε αυτές. Κατά συνέπεια, παρά τα όσα υποστηρίζει ο προσφεύγων, τα κατʼ αυτού περιοριστικά μέτρα στηρίζονται σε συγκεκριμένα πραγματικά στοιχεία αφορώντα τις αξιόποινες πράξεις για την τέλεση των οποίων θεωρείται ύποπτος και την εικαζόμενη ατομική του ευθύνη στο πλαίσιο αυτών των πράξεων. Επιπλέον, από τη δικογραφία προκύπτει ότι, πέραν των βεβαιώσεων αυτών, το Συμβούλιο είχε επίσης στη διάθεσή του, κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως 2016/119, έγγραφα εκδοθέντα από τις τυνησιακές αρχές τα οποία περιέχουν επιπρόσθετες διευκρινίσεις όσον αφορά τη φύση των πραγματικών περιστατικών τα οποία αφορά η σχετική με τον προσφεύγοντα έρευνα καθώς και το στάδιο της έρευνας αυτής (βλ. τα έγγραφα που μνημονεύονται στις σκέψεις 193 και 202 ανωτέρω).

213    Αφετέρου, όπως διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 44 της αποφάσεως της 26ης Οκτωβρίου 2015, Portnov κατά Συμβουλίου (T‑290/14, EU:T:2015:806), και στη σκέψη 44 της αποφάσεως της 28ης Ιανουαρίου 2016, Stavytskyi κατά Συμβουλίου (T‑486/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:45), τα επίμαχα σε εκείνες τις αποφάσεις περιοριστικά μέτρα στηρίζονταν αποκλειστικώς σε επιστολή του γενικού εισαγγελέα της Ουκρανίας, η οποία περιείχε απλώς μια γενική διαπίστωση που συνέδεε τα ονόματα των προσφευγόντων, μεταξύ άλλων πρώην υψηλόβαθμων δημοσίων υπαλλήλων, με έρευνα σκοπός της οποίας ήταν κατʼ ουσίαν να διαπιστώσει αυτή καθαυτήν την ύπαρξη παράνομων ιδιοποιήσεων δημοσίου χρήματος, χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις.

214    Επομένως, ο προσφεύγων δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι, κατά την έκδοση της αποφάσεως 2016/119, το Συμβούλιο δεν τήρησε τις επιταγές των αποφάσεων της 26ης Οκτωβρίου 2015, Portnov κατά Συμβουλίου (T‑290/14, EU:T:2015:806), και της 28ης Ιανουαρίου 2016, Stavytskyi κατά Συμβουλίου (T‑486/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:45).

215    Όσον αφορά το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι δεν ήταν δυνατό να θεωρηθεί διωκόμενος από τις τυνησιακές αρχές, το επιχείρημα αυτό είναι αβάσιμο για τους λόγους που εκτίθενται στις σκέψεις 82 έως 84 ανωτέρω.

216    Από τα ανωτέρω απορρέει ότι το τέταρτο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως και, κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός στο σύνολό του πρέπει να απορριφθούν.

 Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται απουσία αντικειμένου της αποφάσεως 2016/119

217    Στο πλαίσιο του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως, ο προσφεύγων απλώς προσαρμόζει στο πλαίσιο της αποφάσεως 2016/119 την επιχειρηματολογία την οποία εξέθεσε με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως της προσφυγής η οποία κατʼ ουσίαν στηρίζεται στην άποψη ότι οι εξελίξεις στο πλαίσιο του εκδημοκρατισμού της Τυνησίας στερούσαν από την απόφαση αυτή τη νομική της βάση. Ωστόσο, για τους ίδιους λόγους οι οποίοι εκτίθενται στις σκέψεις 127 έως 133 ανωτέρω, η επιχειρηματολογία αυτή πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση της αρχής της εύλογης διάρκειας της δίκης

218    Στο πλαίσιο αυτού του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, ο προσφεύγων προσαρμόζει την επιχειρηματολογία περί εύλογης διάρκειας της δίκης την οποία προέβαλε στο πλαίσιο της προσφυγής προς στήριξη του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως και του πρώτου σκέλους του δευτέρου λόγου ακυρώσεως. Κατά την άποψή του, η επιχειρηματολογία του Συμβουλίου, η οποία εκτίθεται στο υπόμνημα ανταπαντήσεως, σύμφωνα με την οποία η διάρκεια της δικαστικής έρευνας των τυνησιακών αρχών δικαιολογείται από τη φύση των αξιόποινων πράξεων που εξετάζει και από την ύπαρξη διαδικασιών δικαστικής συνδρομής, δεν στηρίζεται σε οποιοδήποτε πραγματικό στοιχείο συνδεόμενο με τον ίδιο. Εξάλλου, η διατήρηση των περιοριστικών μέτρων στηρίζεται σε έναν «φαύλο κύκλο». Συγκεκριμένα, ήταν προς το συμφέρον των τυνησιακών αρχών να επιβραδύνουν τη σχετική με τον προσφεύγοντα ποινική διαδικασία έτσι ώστε να προσδώσουν «μέγιστο τιμωρητικό αποτέλεσμα» στη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων του προσφεύγοντος εντός της Ένωσης, ενώ το Συμβούλιο μπορούσε να δικαιολογήσει τη διάρκεια ισχύος αυτής της δεσμεύσεως των περιουσιακών στοιχείων επικαλούμενο τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας στην Τυνησία.

219    Με τις παρατηρήσεις του επί του δευτέρου υπομνήματος προσαρμογής, το Συμβούλιο αντιτάσσει ότι ενεργεί ανεξάρτητα από τις τυνησιακές αρχές και δεν υποχρεούται να στηρίξει την εκτίμησή του όσον αφορά την κατάσταση του προσφεύγοντος επί αποφάσεως των τυνησιακών δικαστικών αρχών, αλλ’ απλώς έχει την ευχέρεια να το πράξει. Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι εν προκειμένω δεν υφίσταται «φαύλος κύκλος» και ότι η απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2010, Al-Aqsa κατά Συμβουλίου (T‑348/07, EU:T:2010:373), την οποία επικαλείται ο προσφεύγων, δεν είναι κρίσιμη στη συγκεκριμένη περίπτωση.

220    Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, προκειμένου να απορριφθεί το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως της προσφυγής, εκτέθηκε, αφενός, στις σκέψεις 61 έως 75 ανωτέρω, ότι, ακόμη και αν τα στοιχεία τα οποία προσκόμισε ο προσφεύγων προ της εκδόσεως της αποφάσεως 2015/157 συνηγορούσαν υπέρ της διενέργειας ελέγχων από το Συμβούλιο όσον αφορά το στάδιο στο οποίο βρίσκονταν οι σχετικές με αυτόν δικαστικές έρευνες, από τα στοιχεία αυτά δεν προέκυπτε υποχρέωση του Συμβουλίου να άρει τη δέσμευση των περιουσιακών του στοιχείων εντός της Ένωσης. Αφετέρου, στις σκέψεις 77 και 78 ανωτέρω εκτέθηκε ότι τα στοιχεία αυτά δεν ήταν ικανά να δημιουργήσουν θεμιτές αμφιβολίες ως προς το αν ενδεχομένως υπήρχε προσβολή του δικαιώματός του σε εύλογη διάρκεια της δίκης από τις τυνησιακές αρχές. Στη σκέψη 96 ανωτέρω, το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε στην ίδια συλλογιστική προκειμένου να απορρίψει το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως της προσφυγής.

221    Εξάλλου, επισημαίνεται ότι, όπως υποστήριξε το Συμβούλιο στο υπόμνημα ανταπαντήσεως, θεωρεί ότι έχει στη διάθεσή του στοιχεία τα οποία αποδεικνύουν ότι η δικαστική διαδικασία στην Τυνησία δεν παρουσιάζει αδικαιολόγητες καθυστερήσεις και ότι η διαδικασία αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο μιας ιδιαιτέρως περίπλοκης υποθέσεως στην οποία εμπλέκονται πολλοί ύποπτοι. Στηρίζεται συναφώς στα έγραφα υπʼ αριθ. MD 2015/552 EXT 2 καιMD 2015/553 EXT 2, τα οποία περιλαμβάνουν έκθεση των τυνησιακών αρχών της 11ης Μαΐου 2015 σχετικά με την πρόοδο των δικαστικών ερευνών και δελτίο σχετικό με την υπόθεση 19592/1, το οποίο φέρει την ίδια ημερομηνία, προερχόμενο από το πρώτο ανακριτικό γραφείο του πλημμελειοδικείου της Τύνιδας.

222    Επιβάλλεται, πάντως, η διαπίστωση ότι σκοπός των αναφερόμενων ανωτέρω στη σκέψη 221 εγγράφων είναι να τονιστεί η ύπαρξη πραγματικής διαδικαστικής δραστηριότητας στο πλαίσιο της ανακρίσεως της υποθέσεως στην οποία εμπλέκεται ο προσφεύγων καθώς και η περιπλοκότητα της υποθέσεως αυτής λόγω του αριθμού των προσώπων που εμπλέκονται σε αυτήν και των απαιτούμενων ανακριτικών μέτρων, και δη των διεθνών αιτήσεων δικαστικής συνδρομής.

223    Καίτοι είναι αληθές ότι τα έγγραφα αυτά κάνουν λίγες αναφορές στην προσωπική κατάσταση του προσφεύγοντος, ο προσφεύγων δεν μπορεί, εντούτοις, να υποστηρίξει ότι η επιχειρηματολογία του Συμβουλίου στο σημείο αυτό δεν στηρίζεται σε κανένα σχετικό με αυτόν πραγματικό στοιχείο. Πράγματι, στον βαθμό που η έρευνα σχετικά με τις αξιόποινες πράξεις για την τέλεση των οποίων είναι ύποπτος εντάσσεται στο πλαίσιο ευρύτερης ανακρίσεως, με διεθνή χαρακτήρα, στην οποία εμπλέκονται πολλά άλλα πρόσωπα, η περιπλοκότητα της ανακρίσεως αυτής δύναται να επηρεάσει τη διάρκεια της διαδικασίας όσον αφορά ειδικότερα τον προσφεύγοντα. Η ανάλυση αυτή επιβεβαιώνεται από το έγγραφο της 10ης Δεκεμβρίου 2015 υπʼ αριθ. MD 745/15 ADD 1 EXT 1, το οποίο αναφέρεται στη σκέψη 202 ανωτέρω. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν προκύπτει από τη δικογραφία ότι το Συμβούλιο υπέπεσε σε πλάνη εκτιμήσεως όσον αφορά την τήρηση της εύλογης διάρκειας της δίκης από τις τυνησιακές αρχές.

224    Εν πάση περιπτώσει, από το σύνολο των εγγράφων αυτών απορρέει ότι το Συμβούλιο, συνεκτιμώντας τις παρατηρήσεις του προσφεύγοντος, προέβη, προ της εκδόσεως της αποφάσεως 2016/119, σε ενδελεχή έλεγχο της καταστάσεως στην οποία τελούσε η δικαστική έρευνα αναφορικά με τον προσφεύγοντα και δεν μπορεί, συνεπώς, να του προσαφθεί ότι δεν έλαβε υπόψη το ζήτημα της διάρκειας των ποινικών διαδικασιών στην Τυνησία. Επιπλέον, για τους λόγους οι οποίοι εκτίθενται στις σκέψεις 61 έως 75 ανωτέρω, ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι διώξεις αυτές εμφανίζουν αδικαιολόγητες καθυστερήσεις όσον αφορά τον χειρισμό της περιπτώσεως του προσφεύγοντος, οι καθυστερήσεις αυτές δεν υποχρεώνουν κατʼ ανάγκην το Συμβούλιο να άρει τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων του προσφεύγοντος εντός της Ένωσης.

225    Το επιχείρημα του προσφεύγοντος περί υπάρξεως φαύλου κύκλου λόγω της σχέσεως των δικαστικών διαδικασιών στην Τυνησία και της δεσμεύσεως των περιουσιακών του στοιχείων εντός της Ένωσης δεν δύναται να ανατρέψει τα συμπεράσματα αυτά.

226    Πράγματι, το επιχείρημα αυτό στηρίζεται στην παραδοχή ότι οι τυνησιακές αρχές σκοπίμως επιδεικνύουν παρελκυστική συμπεριφορά κατά τον χειρισμό της δικαστικής έρευνας που αφορά τον προσφεύγοντα ούτως ώστε να διατηρηθεί η παράταση της δεσμεύσεως των περιουσιακών του στοιχείων εντός της Ένωσης, έχοντας τιμωρητικό σκοπό, και ότι το Συμβούλιο συμμετέχει εσκεμμένως σε αυτήν την κατάχρηση. Ωστόσο, αφενός, επισημαίνεται ότι ο προσφεύγων δεν προσκομίζει συναφώς κανένα στοιχείο από το οποίο θα μπορούσε να προκύψει η ύπαρξη τέτοιας προθέσεως των τυνησιακών αρχών ή της συναινέσεως του Συμβουλίου σε μια τέτοια κατάχρηση. Αφετέρου, η δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων του προσφεύγοντος εντός της Ένωσης δεν έχει τιμωρητικό χαρακτήρα, καθώς δεν έχει ποινική χροιά και υπόκειται σε περιορισμούς. Συγκεκριμένα, υπενθυμίζεται ότι, πέραν του προσωρινού και ανατρέψιμου χαρακτήρα της, η δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων, ως προς την οποία ισχύει πλήθος παρεκκλίσεων κατʼ εφαρμογήν του άρθρου 1, παράγραφοι 3 και 4, της αποφάσεως 2011/72 και δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 5, αυτής της αποφάσεως, δεν στερεί από τον προσφεύγοντα εισοδήματα προερχόμενα από την απόδοση των λογαριασμών του ή ποσά οφειλόμενα βάσει συμβάσεων, συμφωνιών ή υποχρεώσεων που είχαν συμφωνηθεί ή εγερθεί πριν από την ημερομηνία κατά την οποία επιβλήθηκε η εν λόγω δέσμευση κεφαλαίων. Επομένως, τα αποτελέσματα της δεσμεύσεως των περιουσιακών στοιχείων ως προς τον προσφεύγοντα δεν ισοδυναμούν με τα αποτελέσματα ποινικής κυρώσεως. Ως εκ τούτου, το επιχείρημα έχει αμιγώς υποθετικό χαρακτήρα.

227    Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας

228    Στο πλαίσιο του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, ο προσφεύγων προσαρμόζει τον πέμπτο λόγο ακυρώσεως της προσφυγής και υποστηρίζει ότι, στον βαθμό που δεν υφίσταται πραγματική βάση η οποία να δικαιολογεί τη δέσμευση των περιουσιακών του στοιχείων εντός της Ένωσης και η δέσμευση αυτή έχει μη εύλογη διάρκεια, συνιστά προδήλως δυσανάλογη επέμβαση στο δικαίωμά του ιδιοκτησίας.

229    Το Συμβούλιο αμφισβητεί την επιχειρηματολογία αυτή.

230    Επισημαίνεται προκαταρκτικώς ότι, όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 151 ανωτέρω, στο πλαίσιο του πέμπτου λόγου ακυρώσεως της προσφυγής, ο προσφεύγων απλώς αμφισβήτησε το ότι η δέσμευση των περιουσιακών του στοιχείων εντός της Ένωσης δεν πληρούσε τις δύο πρώτες προϋποθέσεις στις οποίες υπόκειται ο περιορισμός της ασκήσεως του δικαιώματος της ιδιοκτησίας όπως έχουν οριστεί από τη νομολογία, ήτοι, αφενός, να προβλέπεται ο περιορισμός αυτός από τον νόμο και, αφετέρου, να εξυπηρετεί σκοπό γενικού συμφέροντος που να αναγνωρίζεται από την Ένωση. Αντιθέτως, στο πλαίσιο του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως, ο προσφεύγων αμφισβητεί και την πλήρωση της τρίτης των προϋποθέσεων αυτών, ήτοι ότι ο περιορισμός είναι αναγκαίος και τελεί σε αναλογία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Η προβολή, όμως, αυτής της τελευταίας αιτιάσεως, η οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί ανάπτυξη των αιτιάσεων οι οποίες εκτέθηκαν στο πλαίσιο του πέμπτου λόγου ακυρώσεως της προσφυγής και είναι, ως εκ τούτου, νέα, δεν δικαιολογείται από νέα στοιχεία τα οποία προέκυψαν μετά την έκδοση της αποφάσεως 2016/119 (βλ., συναφώς και κατʼ αναλογίαν, απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2013, Anbouba κατά Συμβουλίου, T‑563/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:429, σκέψεις 52 και 53). Τούτου δοθέντος, η αιτίαση αυτή είναι, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμη.

231    Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων προσώπων τα οποία αφορά απόφαση εκδοθείσα βάσει διατάξεων της ΚΕΠΠΑ δεν πρέπει να συνιστά, σε σχέση προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, δυσανάλογη και ανεπίτρεπτη επέμβαση θίγουσα την ίδια την υπόσταση του δικαιώματος ιδιοκτησίας (βλ., συναφώς, απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 2013, Συμβούλιο κατά Manufacturing Support & Procurement Kala Naft, C‑348/12 P, EU:C:2013:776, σκέψεις 121 και 122 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Εξάλλου, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι περιορισμοί στη χρήση του δικαιώματος ιδιοκτησίας των προσώπων τα οποία αφορά περιοριστικό μέτρο όπως η επίμαχη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων απορρέουν όχι μόνον από τη γενική ισχύ του επίμαχου μέτρου αλλά, ενδεχομένως, και από την πραγματική διάρκεια της εφαρμογής του (βλ., συναφώς, απόφαση της 18ης Ιουλίου 2013, Επιτροπή κ.λπ. κατά Kadi, C‑584/10 P, C‑593/10 P και C‑595/10 P, EU:C:2013:518, σκέψη 132 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Επομένως, η διάρκεια του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο εφαρμόζεται ένα μέτρο όπως το επίδικο συνιστά ένα από τα στοιχεία τα οποία ο δικαστής της Ένωσης οφείλει να λαμβάνει υπόψη κατά την εξέταση της αναλογικότητας του εν λόγω μέτρου (απόφαση της 30ής Ιουνίου 2016, CW κατά Συμβουλίου, T‑516/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:377, σκέψη 172).

232    Εν προκειμένω, καθόσον ο προσφεύγων στηρίζει τον υπό κρίση λόγο ακυρώσεως αποκλειστικώς στη φερόμενη έλλειψη πραγματικής βάσεως της επίδικης δεσμεύσεως περιουσιακών στοιχείων και στην υπερβολική της διάρκεια, αρκεί η διαπίστωση ότι, όπως προκύπτει από τις εκτιμήσεις, αφενός, στις σκέψεις 186 έως 216 ανωτέρω στο πλαίσιο της εξετάσεως του πρώτου σκέλους του δευτέρου λόγου ακυρώσεως και, αφετέρου, στις σκέψεις 220 έως 226 ανωτέρω στο πλαίσιο της εξετάσεως του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, η δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων του προσφεύγοντος στηρίζεται σε επαρκή πραγματική βάση και η διάρκεια εφαρμογής της δεν είναι υπερβολική. Κατά συνέπεια, δεν θίγεται η αναλογικότητα του μέτρου αυτού.

233    Ως εκ τούτου, ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος. Δεδομένου ότι κανένας από τους λόγους ακυρώσεως που προβλήθηκαν με το δεύτερο υπόμνημα προσαρμογής δεν είναι βάσιμος, τα αιτήματα του προσφεύγοντος για την ακύρωση της αποφάσεως 2016/119 και, συνακόλουθα, η προσφυγή στο σύνολό της πρέπει να απορριφθούν.

 Επίτωνδικαστικώνεξόδων

234    Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

235    Δεδομένου ότι ο προσφεύγων ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του Συμβουλίου.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή.

2)      Καταδικάζει τον MohamedMarouenBenAliBenMohamedMabrouk να φέρει, πέραν των δικών του δικαστικών εξόδων, και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Γρατσίας

Labucka

Ulloa Rubio

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 5 Οκτωβρίου 2017.

(υπογραφές)


Περιεχόμενα


Ιστορικό της διαφοράς και πραγματικό πλαίσιο

Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

Σκεπτικό

Όσον αφορά τα αιτήματα της προσφυγής για την ακύρωση της αποφάσεως 2015/157

Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον το Συμβούλιο έκρινε εσφαλμένως ότι η σχετική με τον προσφεύγοντα εκκρεμής δικαστική έρευνα στην Τυνησία αποτελούσε επαρκή πραγματική βάση

– Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται μη συνεκτίμηση εκ μέρους του Συμβουλίου των θετικών για τον προσφεύγοντα εξελίξεων στις διάφορες δικαστικές διαδικασίες στην Τυνησία

– Επί του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται μη συνεκτίμηση εκ μέρους του Συμβουλίου της παραβιάσεως της αρχής της εύλογης διάρκειας της δίκης στο πλαίσιο της αφορώσας τον προσφεύγοντα εκκρεμούς δικαστικής έρευνας

– Επί του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται πλάνη περί το δίκαιο του Συμβουλίου καθόσον εσφαλμένως έκρινε ότι τα στοιχεία που παρέσχον οι τυνησιακές αρχές αποδείκνυαν την ύπαρξη διώξεων κατά του προσφεύγοντος

Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίον προβάλλεται προσβολή θεμελιωδών δικαιωμάτων του προσφεύγοντος από την οποία πάσχει η διαδικασία κατόπιν της οποίας εκδόθηκε η απόφαση 2015/157

– Επί του πρώτου σκέλους του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 47 του Χάρτη λόγω μη τηρήσεως εκ μέρους του ίδιου του Συμβουλίου της αρχής της εύλογης διάρκειας της δίκης

– Επί του δευτέρου σκέλους του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας, εξαιτίας του δελτίου Τύπου του Συμβουλίου της 31ης Ιανουαρίου 2011

– Επί του τρίτου σκέλους του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται προσβολή του δικαιώματος σε χρηστή διοίκηση, και δη σε αμερόληπτη εξέταση των υποθέσεών του, σύμφωνα με το άρθρο 41, παράγραφος 1, του Χάρτη

Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η απόφαση 2015/157 στερείται αντικειμένου, δεδομένων των εξελίξεων στη διαδικασία εκδημοκρατισμού στην Τυνησία

Επί του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται, επικουρικώς, «πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως», αφορώσα την ανεπαρκή συνεκτίμηση από το Συμβούλιο της «χροιάς ποινικού δικαίου» της αποφάσεως 2015/157

Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται προσβολή του δικαιώματος της ιδιοκτησίας και παράβαση του άρθρου 17 του Χάρτη

Όσον αφορά τα αιτήματα του πρώτου υπομνήματος προσαρμογής, για την ακύρωση της «αποφάσεως» του Συμβουλίου της 16ης Νοεμβρίου 2015, με την οποία το Συμβούλιο απέρριψε την από 29 Μαΐου 2015 αίτηση του προσφεύγοντος για διαγραφή του ονόματός του από τον προσαρτημένο στην απόφαση 2011/72 κατάλογο

Όσον αφορά τα αιτήματα του δευτέρου υπομνήματος προσαρμογής, για την ακύρωση της αποφάσεως 2016/119

Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας και της αρχής της χρηστής διοικήσεως

Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη επαρκώς στέρεας πραγματικής βάσεως των επίδικων μέτρων

– Επί του πρώτου σκέλους του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται η υπερβολική αοριστία που χαρακτηρίζει τα επιχειρήματα επί των οποίων στηρίζεται η διατήρηση της καταχωρίσεως του ονόματος του προσφεύγοντος στο παράρτημα της αποφάσεως 2011/72

– Επί του δευτέρου σκέλους του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται μη χωριστή εξέταση του φακέλου του προσφεύγοντος από τις τυνησιακές δικαστικές αρχές

– Επί του τρίτου σκέλους του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται απουσία αξιόλογης δραστηριότητας στο πλαίσιο της σχετικής με τον προσφεύγοντα δικαστικής διαδικασίας στην Τυνησία

– Επί του τετάρτου σκέλους του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται έλλειψη της απαιτούμενης από τη νομολογία ακρίβειας όσον αφορά τα προσαπτόμενα στον προσφεύγοντα πραγματικά περιστατικά και την ατομική του ευθύνη

Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται απουσία αντικειμένου της αποφάσεως 2016/119

Επί του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση της αρχής της εύλογης διάρκειας της δίκης

Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας

Επί των δικαστικών εξόδων


*      Γλώσσες διαδικασίας: η αγγλική και η γαλλική.