Language of document : ECLI:EU:T:2017:820

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έβδομο τμήμα)

της 17ης Νοεμβρίου 2017 (*)

«Κρατικές ενισχύσεις – Υποδομές αερολιμένων – Δημόσια χρηματοδότηση που χορηγήθηκε από τους δήμους της Gdynia και του Kosakowo υπέρ του αερολιμένα του Gdynia-Kosakowo – Απόφαση που κηρύσσει την ενίσχυση ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά και διατάσσει την ανάκτησή της – Ανάκληση αποφάσεως – Παράλειψη εκ νέου κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας – Μεταβολή του νομικού καθεστώτος – Διαδικαστικά δικαιώματα των ενδιαφερομένων – Παράβαση ουσιώδους τύπου»

Στην υπόθεση T‑263/15,

Gmina Miasto Gdynia, με έδρα την Gdynia (Πολωνία), εκπροσωπούμενος από τους T. Koncewicz, K. Gruszecka-Spychała και M. Le Berre, δικηγόρους,

Port Lotniczy Gdynia Kosakowo sp. z o.o., με έδρα την Gdynia, εκπροσωπούμενη από τον P. K. Rosiak, δικηγόρο,

προσφεύγοντες,

υποστηριζόμενοι από τη

Δημοκρατία της Πολωνίας, εκπροσωπούμενη από τους B. Majczyna, M. Rzotkiewicz και την E. Gromnicka,

παρεμβαίνουσα,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από την K. Herrmann και τον S. Noë,

καθής,

με αντικείμενο προσφυγή δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ για την ακύρωση των άρθρων 2 έως 5 της αποφάσεως (ΕE) 2015/1586 της Επιτροπής, της 26ης Φεβρουαρίου 2015, σχετικά με το μέτρο SA.35388 (13/C) (πρώην 13/NN και πρώην 12/N) — Πολωνία — Κατασκευή του αερολιμένα Gdynia-Kosakowo (ΕΕ 2015, L 250, σ. 165),

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα),

συγκείμενο από τους V. Tomljenović, πρόεδρο, E. Bieliūnas και A. Μαρκουλλή (εισηγήτρια), δικαστές,

γραμματέας: L. Grzegorczyk, διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 27ης Απριλίου 2017,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση (1)

 Ιστορικό της διαφοράς

1        Τον Ιούλιο του 2007 ο πρώτος προσφεύγων, ο Gmina Miasto Gdynia (στο εξής: δήμος της Gdynia), και ο Gmina Kosakowo (στο εξής: δήμος του Kosakowo) συνέστησαν τη δεύτερη προσφεύγουσα, την Port Lotniczy Gdynia Kosakowo sp. z o.o. (στο εξής: εταιρία PLGK), η οποία ανήκει εξ ολοκλήρου σε αυτούς τους δύο πολωνικούς δήμους, με σκοπό τη μετατροπή του στρατιωτικού αερολιμένα Gdynia-Oksywie σε αερολιμένα πολιτικής αεροπορίας. Αυτός ο αερολιμένας βρίσκεται στο έδαφος του δήμου του Kosakowo στην Πομερανία, στη βόρεια Πολωνία. Αυτός ο νέος αερολιμένας πολιτικής αεροπορίας, του οποίου η διαχείριση ανατέθηκε στην εταιρία PLGK, επρόκειτο να καταστεί ο δεύτερος σε σημασία αερολιμένας της Πομερανίας, εξυπηρετώντας κυρίως τη γενική εναέρια κυκλοφορία, τις γραμμές χαμηλού κόστους και τις εταιρίες ναυλωμένων πτήσεων.

[παραλειπόμενα]

5        Με απόφαση της 2ας Ιουλίου 2013, η Επιτροπή κίνησε επίσημη διαδικασία έρευνας όσον αφορά το επίμαχο μέτρο, δυνάμει του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, και κάλεσε τους ενδιαφερομένους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους [απόφαση C(2013) 4045 τελικό, της 2ας Ιουλίου 2013, σχετικά με το μέτρο SA.35388 (2013/C) (πρώην 2013/NN και πρώην 2012/N) — Πολωνία — Κατασκευή του αερολιμένα Gdynia-Kosakowo (ΕΕ 2013, C 243, σ. 25, στο εξής: απόφαση κινήσεως της διαδικασίας)]. Η Επιτροπή δεν έλαβε παρατηρήσεις από τα ενδιαφερόμενα μέρη.

[παραλειπόμενα]

7        Στις 11 Φεβρουαρίου 2014 η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 2014/883/ΕE, σχετικά με το μέτρο κρατικής ενίσχυσης SA.35388 (13/C) (πρώην 13/NN και πρώην 12/N) — Πολωνία — Κατασκευή του αερολιμένα Gdynia-Kosakowo (ΕΕ 2014, L 357, σ. 51), με την οποία διαπίστωσε ότι το σχέδιο χρηματοδοτήσεως συνιστούσε κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, ιδίως λόγω του γεγονότος ότι, χάρη στη δημόσια χρηματοδότηση του δήμου της Gdynia και του δήμου του Kosakowo, η εταιρία PLGK είχε αποκομίσει ένα οικονομικό πλεονέκτημα το οποίο δεν θα είχε αποκομίσει υπό τους συνήθεις όρους της αγοράς. Με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή διέταξε τις πολωνικές αρχές να ανακτήσουν την κρατική ενίσχυση που είχε καταβληθεί στην εταιρία PLGK.

[παραλειπόμενα]

10      Στις 26 Φεβρουαρίου 2015 η Επιτροπή προέβη, με την ίδια πράξη, στην ανάκληση της αποφάσεως 2014/883 και στην αντικατάστασή της με την απόφαση (ΕE) 2015/1586, σχετικά με το μέτρο SA.35388 (13/C) (πρώην 13/NN και πρώην 12/N) — Πολωνία — Κατασκευή του αερολιμένα Gdynia-Kosakowo (ΕΕ 2015, L 250, σ. 165, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).

11      Ως προς την ανάκληση της αποφάσεως 2014/883, η Επιτροπή τόνισε ότι, διαρκούσης της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, κατέστη σαφές ότι η κρατική ενίσχυση που κηρύχθηκε ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά με την απόφαση 2014/883 περιελάμβανε ορισμένες επενδύσεις οι οποίες, κατά την απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας, δεν συνιστούσαν κρατικές ενισχύσεις στο μέτρο που ενέπιπταν στην αρμοδιότητα του Δημοσίου. Οι επενδύσεις αυτές κάλυπταν την κατασκευή κτηρίων για τους πυροσβέστες, τους τελωνειακούς υπαλλήλους, τους υπαλλήλους ασφαλείας του αερολιμένα, καθώς και τους αστυνομικούς και τους συνοριοφύλακες και τον εξοπλισμό τους (αιτιολογικές σκέψεις 15 και 16 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Επί της βάσεως αυτής, η Επιτροπή αποφάσισε ότι έπρεπε να καταργηθεί η απόφαση 2014/883 και να αντικατασταθεί από την προσβαλλόμενη απόφαση. Εξάλλου, η Επιτροπή έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαίο να κινήσει νέα διαδικασία έρευνας, στο μέτρο που ο φάκελος περιείχε όλα τα αναγκαία στοιχεία για την αξιολόγηση του επίμαχου μέτρου (αιτιολογική σκέψη 18 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

[παραλειπόμενα]

16      Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή υπενθύμισε, πρώτον, το πλαίσιο της επίσημης διαδικασίας έρευνας.

[παραλειπόμενα]

18      Το επενδυτικό έργο χρηματοδοτείτο μέσω εισφορών κεφαλαίου των δήμων της Gdynia και του Kosakowo, οι οποίες προορίζονταν να καλύψουν τόσο τις επενδυτικές δαπάνες (στο εξής: επενδυτική ενίσχυση) όσο και τις λειτουργικές δαπάνες του αερολιμένα κατά την αρχική φάση της λειτουργίας του (μέχρι το 2019) (στο εξής: ενίσχυση λειτουργίας). Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, πριν από την κοινοποίηση του μέτρου από τις πολωνικές αρχές, οι δήμοι της Gdynia και του Kosakowo είχαν ήδη συμφωνήσει να προβούν σε συνολική συνεισφορά ύψους περίπου 207,48 εκατομμυρίων πολωνικών ζλότι (PLN) (περίπου 51,87 εκατομμυρίων ευρώ), για την υλοποίηση του επενδυτικού έργου και την κάλυψη των ζημιών του αερολιμένα κατά τα πρώτα έτη λειτουργίας του. Κατά τα έτη 2007-2019, ο δήμος της Gdynia προβλεπόταν να καταβάλει χρηματική συνεισφορά ύψους 142,48 εκατομμυρίων PLN (περίπου 35,62 εκατομμυρίων ευρώ). Ο δήμος του Kosakowo κατέβαλε 100 000 PLN (περίπου 25 000 ευρώ) κατά την ίδρυση της εταιρίας PLGK. Η Επιτροπή τόνισε επίσης ότι ο δήμος του Kosakowo, κατά τα έτη 2011-2040, προβλεπόταν να προβεί σε εις είδος εισφορά ύψους 64,9 εκατομμυρίων PLN (περίπου 16,2 εκατομμυρίων ευρώ), μετατρέποντας ένα μέρος του ετήσιου μισθώματος των μισθωμένων γηπέδων (το οποίο υποχρεούται να του καταβάλλει ο φορέας εκμεταλλεύσεως του αερολιμένα) σε μετοχές στην εταιρία που εκμεταλλεύεται τον αερολιμένα (αιτιολογικές σκέψεις 31 και 32 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

19      Δεύτερον, η Επιτροπή θεώρησε ότι οι εισφορές κεφαλαίου υπέρ της εταιρίας PLGK αποτελούσαν κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Δεδομένου ότι η χρηματοδότηση είχε ήδη τεθεί στη διάθεση της εταιρίας PLGK, η Επιτροπή θεώρησε επίσης ότι οι πολωνικές αρχές δεν είχαν συμμορφωθεί με την απαγόρευση του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ (αιτιολογική σκέψη 191 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).

20      Τρίτον, η Επιτροπή εξέτασε εάν η επίμαχη ενίσχυση ήταν συμβατή με την εσωτερική αγορά ιδίως υπό το πρίσμα του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ.

[παραλειπόμενα]

24      Τέταρτον, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι η επίμαχη ενίσχυση έπρεπε να επιστραφεί στις πολωνικές αρχές κατά το ποσό που είχε καταβληθεί.

25      Επί της βάσεως αυτής, η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως έχει ως εξής:

«Άρθρο 1

Η απόφαση 2014/883/ΕΕ ανακαλείται.

Άρθρο 2

1.      Οι εισφορές κεφαλαίου υπέρ της [εταιρίας PLGK] που χορηγήθηκαν μεταξύ της 28ης Αυγούστου 2007 και της 17ης Ιουνίου 2013 συνιστούν κρατική ενίσχυση που χορηγήθηκε παράνομα από την [Δημοκρατία της] Πολωνία[ς], κατά παράβαση του άρθρου 108 παράγραφος 3 [ΣΛΕΕ], και είναι ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά, με εξαίρεση στον βαθμό που οι εν λόγω εισφορές κεφαλαίου δαπανήθηκαν σε επενδύσεις απαραίτητες για τη διεξαγωγή δραστηριοτήτων οι οποίες, σύμφωνα με την απόφαση [κινήσεως της διαδικασίας], πρέπει να θεωρείται ότι εμπίπτουν στις αρμοδιότητες του Δημοσίου.

2.      Οι εισφορές κεφαλαίου τις οποίες η [Δημοκρατία της] Πολωνία[ς] σκοπεύει να χορηγήσει υπέρ της [εταιρίας PLGK] μετά τη 17η Ιουνίου 2013 για τη μετατροπή του στρατιωτικού αερολιμένα Gdynia-Kosakowo σε αερολιμένα πολιτικής αεροπορίας συνιστούν κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά. Ως εκ τούτου, η κρατική ενίσχυση δεν μπορεί να χορηγηθεί.

Άρθρο 3

1.      Η [Δημοκρατία της] Πολωνία[ς] ανακτά από τον δικαιούχο την ενίσχυση που αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1.

2.      Τα ανακτώμενα ποσά περιλαμβάνουν τόκους από την ημερομηνία κατά την οποία τέθηκαν στη διάθεση του δικαιούχου μέχρι τον χρόνο της πραγματικής τους ανάκτησης. Οι τόκοι υπολογίζονται με τη μέθοδο του ανατοκισμού, σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου V του κανονισμού (ΕΚ) 794/2004 της Επιτροπής [της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ 2004, L 140, σ. 1)].

3.      Η [Δημοκρατία της] Πολωνία[ς] ακυρώνει όλες τις εκκρεμούσες πληρωμές δυνάμει της ενίσχυσης που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, από την ημερομηνία κοινοποίησης της παρούσας απόφασης.

Άρθρο 4

1.      Η ανάκτηση της ενίσχυσης που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, και των τόκων που αναφέρονται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, είναι άμεση και πραγματική.

2.      Η [Δημοκρατία της] Πολωνία[ς] διασφαλίζει την εκτέλεση της παρούσας απόφασης εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησής της.

Άρθρο 5

1.      Εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης, η [Δημοκρατία της] Πολωνία[ς] υποβάλλει στην Επιτροπή τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)      το συνολικό ποσό (αρχικό κεφάλαιο και τόκους ανάκτησης) που θα πρέπει να ανακτηθεί από τον δικαιούχο·

β)      λεπτομερή περιγραφή των μέτρων που έχει ήδη λάβει και προγραμματίσει ώστε να συμμορφωθεί με την παρούσα απόφαση·

γ)      έγγραφα που αποδεικνύουν ότι έχει δοθεί εντολή στον δικαιούχο να επιστρέψει την ενίσχυση.

2.      Η [Δημοκρατία της] Πολωνία[ς] τηρεί ενήμερη την Επιτροπή σχετικά με την πρόοδο των εθνικών μέτρων που ελήφθησαν για την εκτέλεση της παρούσας απόφασης μέχρι να ολοκληρωθεί η ανάκτηση της ενίσχυσης που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, και των τόκων που αναφέρονται στο άρθρο 3, παράγραφος 2. Η [Δημοκρατία της] Πολωνία[ς] υποβάλλει αμέσως, μετά από απλό αίτημα της Επιτροπής, πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα που έχει ήδη λάβει και προγραμματίσει για να συμμορφωθεί με την παρούσα απόφαση. Παρέχει επίσης λεπτομερείς πληροφορίες για τα ποσά των ενισχύσεων και των τόκων που έχουν ήδη ανακτηθεί από τον δικαιούχο.

Άρθρο 6

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στη Δημοκρατία της Πολωνίας.»

 Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

26      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 15 Μαΐου 2015, ο δήμος της Gdynia και η εταιρία PLGK άσκησαν την υπό κρίση προσφυγή.

27      Με απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 2015, ο πρόεδρος του έκτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου επέτρεψε την παρέμβαση της Δημοκρατίας της Πολωνίας προς στήριξη των αιτημάτων των προσφευγόντων.

28      Με απόφαση της 15ης Απριλίου 2016, η υπόθεση ανατέθηκε σε νέο εισηγητή δικαστή.

29      Κατόπιν μεταβολής της συνθέσεως των τμημάτων του Γενικού Δικαστηρίου, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 27, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, η εισηγήτρια δικαστής τοποθετήθηκε στο έβδομο τμήμα, στο οποίο και ανατέθηκε, κατά συνέπεια, η υπό κρίση υπόθεση.

30      Κατόπιν προτάσεως της εισηγήτριας δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο (έβδομο τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία και, στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας τα οποία προβλέπει το άρθρο 89, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, υπέβαλε στους διαδίκους ορισμένες ερωτήσεις. Οι διάδικοι ανταποκρίθηκαν στο αίτημα αυτό εντός της ταχθείσας προθεσμίας.

31      Οι διάδικοι ανέπτυξαν προφορικώς τις απόψεις τους και απάντησαν στις ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 27ης Απριλίου 2017.

32      Οι προσφεύγοντες, λαμβανομένων υπόψη των διευκρινίσεων που δόθηκαν με το υπόμνημα απαντήσεως της εταιρίας PLGK και με την απάντηση του δήμου της Gdynia στα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας, ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει τα άρθρα 2 έως 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως·

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

33      Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή·

–        να καταδικάσει τους προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα.

34      Η Δημοκρατία της Πολωνίας στηρίζει τα αιτήματα των προσφευγόντων.

 Σκεπτικό

35      Η προσφυγή ερείδεται, κατ’ ουσίαν, σε έξι λόγους ακυρώσεως.

[παραλειπόμενα]

41      Με τον έκτο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται, κατ’ ουσίαν, παράβαση ουσιώδους τύπου, παράβαση των διαδικαστικών κανόνων καθώς και προσβολή των αρχών της χρηστής διοικήσεως, της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας.

42      Το Γενικό Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να εξετάσει εν πρώτοις τον έκτο λόγο ακυρώσεως.

[παραλειπόμενα]

57      Ο έκτος λόγος ακυρώσεως ερείδεται, κατ’ ουσίαν, σε τρεις αιτιάσεις. Πρώτον, οι προσφεύγοντες βάλλουν κατά της μη δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά την ημερομηνία ασκήσεως της υπό κρίση προσφυγής. Δεύτερον, οι προσφεύγοντες θεωρούν ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να προβεί στην ανάκληση της αποφάσεως 2014/883 βάσει του άρθρου 9 του κανονισμού 659/1999. Τρίτον, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή έπρεπε να κινήσει εκ νέου την επίσημη διαδικασία έρευνας πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως και να διασφαλίσει τον σεβασμό των διαδικαστικών τους δικαιωμάτων ή αυτών της Δημοκρατίας της Πολωνίας.

[παραλειπόμενα]

 Επί της τρίτης αιτιάσεως περί μη κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας και περί προσβολής των διαδικαστικών δικαιωμάτων των ενδιαφερομένων

62      Ως προς το επιχείρημα ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως και να διασφαλίσει τον σεβασμό των διαδικαστικών δικαιωμάτων των ενδιαφερομένων, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά τη νομολογία, η διαδικασία αντικαταστάσεως παράνομης πράξεως μπορεί να συνεχιστεί από το σημείο ακριβώς στο οποίο εμφιλοχώρησε το ελάττωμα, χωρίς να υποχρεούται η Επιτροπή να κινήσει εξ υπαρχής τη διαδικασία, ανατρέχοντας σε χρόνο προγενέστερο του εν λόγω σημείου (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 12ης Νοεμβρίου 1998, Ισπανία κατά Επιτροπής, C‑415/96, EU:C:1998:533, σκέψη 31· της 3ης Οκτωβρίου 2000, Industrie des poudres sphériques κατά Συμβουλίου, C‑458/98 P, EU:C:2000:531, σκέψη 82, και της 9ης Ιουλίου 2008, Alitalia κατά Επιτροπής, T‑301/01, EU:T:2008:262, σκέψεις 99 και 142). Η νομολογία αυτή σχετικά με την αντικατάσταση πράξεως ακυρωθείσας από τον δικαστή της Ένωσης ισχύει επίσης σε περίπτωση ανακλήσεως και αντικαταστάσεως παράνομης πράξεως από τον συντάκτη της, χωρίς να έχει προηγηθεί δικαστική ακύρωση της πράξεως αυτής (απόφαση της 16ης Μαρτίου 2016, Frucona Košice κατά Επιτροπής, T‑103/14, EU:T:2016:152, σκέψη 61· βλ. επίσης, συναφώς, απόφαση της 12ης Μαΐου 2011, Région Nord-Pas-de-Calais και Communauté d’agglomération du Douaisis κατά Επιτροπής, T‑267/08 και T‑279/08, EU:T:2011:209, σκέψη 83).

63      Εντούτοις, το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν υποχρεούται να κινήσει εξ υπαρχής τη διαδικασία, ανατρέχοντας σε χρόνο προγενέστερο του συγκεκριμένου σημείου στο οποίο διεπράχθη η παρανομία, δεν σημαίνει ότι δεν υποχρεούται, κατ’ αρχήν, να καλέσει τους ενδιαφερομένους να υποβάλουν παρατηρήσεις πριν από την έκδοση νέας αποφάσεως.

64      Είναι, βεβαίως, ακριβές ότι ουδεμία διάταξη σχετική με τη διαδικασία ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων επιφυλάσσει, μεταξύ των ενδιαφερομένων, στον αποδέκτη της ενισχύσεως (απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 2002, Falck και Acciaierie di Bolzano κατά Επιτροπής, C‑74/00 P και C‑75/00 P, EU:C:2002:524, σκέψη 83) ή στην περιφερειακή ή τοπική αρχή που χορήγησε την ενίσχυση (βλ., συναφώς, διάταξη της 5ης Οκτωβρίου 2016, Diputación Foral de Bizkaia κατά Επιτροπής, C‑426/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:757, σκέψη 45, και απόφαση της 12ης Μαΐου 2011, Région Nord-Pas-de-Calais και Communauté d’agglomération du Douaisis κατά Επιτροπής, T‑267/08 και T‑279/08, EU:T:2011:209, σκέψη 71) ιδιαίτερο ρόλο, συνεπαγόμενο τη δυνατότητά τους να επικαλεστούν δικαιώματα ίδιου εύρους με τα δικαιώματα άμυνας καθαυτά.

65      Εντούτοις, από το άρθρο 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ καθώς και από το άρθρο 1, στοιχείο ηʹ, του κανονισμού 659/1999 συνάγεται ότι, κατά το στάδιο της έρευνας, η Επιτροπή οφείλει να τάξει στους ενδιαφερομένους, στους οποίους συγκαταλέγονται και η επιχείρηση ή οι επιχειρήσεις για τις οποίες πρόκειται καθώς και η περιφερειακή ή τοπική αρχή που χορήγησε την ενίσχυση, προθεσμία για να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 8ης Μαΐου 2008, Ferriere Nord κατά Επιτροπής, C‑49/05 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2008:259, σκέψη 68, και της 11ης Δεκεμβρίου 2008, Επιτροπή κατά Freistaat Sachsen, C‑334/07 P, EU:C:2008:709, σκέψη 55). Ο κανόνας αυτός έχει τον χαρακτήρα ουσιώδους τύπου (αποφάσεις της 11ης Δεκεμβρίου 2008, Επιτροπή κατά Freistaat Sachsen, C‑334/07 P, EU:C:2008:709, σκέψη 55, και της 12ης Σεπτεμβρίου 2007, Ολυμπιακή Αεροπορία Υπηρεσίες ΑΕ κατά Επιτροπής, T‑68/03, EU:T:2007:253, σκέψη 42). Πρέπει να παρέχει τη δυνατότητα στους ενδιαφερομένους να μετέχουν στη διοικητική διαδικασία σε επαρκή βαθμό λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως (βλ., συναφώς, απόφαση της 25ης Ιουνίου 1998, British Airways κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑371/94 και T‑394/94, EU:T:1998:140, σκέψη 60). Στη συνάφεια αυτή, έχει ήδη γίνει μεταξύ άλλων δεκτό ότι η Επιτροπή έπρεπε, εφόσον τούτο παρίστατο αναγκαίο, να ζητήσει από τους ενδιαφερομένους τις παρατηρήσεις τους σε περίπτωση αλλαγής του νομικού καθεστώτος πριν η Επιτροπή λάβει την απόφασή της βάσει των νέων κανόνων, εκτός και εάν το νέο νομικό καθεστώς δε επιφέρει ουσιώδεις αλλαγές σε σχέση με το προϊσχύσαν (βλ. απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2008, Επιτροπή κατά Freistaat Sachsen, C‑334/07 P, EU:C:2008:709, σκέψη 56 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

66      Εξάλλου, ακόμη και εάν η απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας μπορεί να περιορίζεται στη συνοπτική επανάληψη των κρίσιμων πραγματικών και νομικών στοιχείων, στην παράθεση προσωρινής εκτιμήσεως του επίμαχου κρατικού μέτρου, με σκοπό να προσδιοριστεί εάν το μέτρο έχει χαρακτήρα ενισχύσεως, και στην παράθεση των λόγων που γεννούν αμφιβολίες ως προς το συμβατό του μέτρου με την εσωτερική αγορά, πρέπει να παρέχει στα ενδιαφερόμενα μέρη τη δυνατότητα να μετέχουν αποτελεσματικά στην επίσημη διαδικασία έρευνας στο πλαίσιο της οποίας θα έχουν την ευχέρεια να προβάλουν τα επιχειρήματά τους (βλ., συναφώς, απόφαση της 12ης Μαΐου 2011, Région Nord-Pas-de-Calais και Communauté d’agglomération du Douaisis κατά Επιτροπής, T‑267/08 και T‑279/08, EU:T:2011:209, σκέψεις 80 και 81). Είναι ιδίως ανάγκη να προσδιορίζει η Επιτροπή επαρκώς το πλαίσιο της έρευνάς της, ώστε να μην καθίσταται γράμμα κενό περιεχομένου το δικαίωμα των ενδιαφερομένων να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους (βλ. απόφαση της 1ης Ιουλίου 2009, Operator ARP κατά Επιτροπής, T‑291/06, EU:T:2009:235, σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

67      Εν προκειμένω, πρέπει να τονιστεί ότι, με την απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας, η Επιτροπή εκτίμησε, προσωρινώς, τη συμβατότητα της ενισχύσεως λειτουργίας υπό το πρίσμα των κατευθυντηρίων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα, λαμβανομένης υπόψη της περιεχόμενης στις παραγράφους 27 και 63 των κατευθυντηρίων γραμμών του 2005 συναφούς παραπομπής. Ειδικότερα, η Επιτροπή επισήμανε ότι ο αερολιμένας του Gdynia-Kosakowo βρίσκεται σε αντιμετωπίζουσα δύσκολη οικονομική κατάσταση περιοχή, που καλύπτεται από την εξαίρεση που προβλέπει το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, ΣΛΕΕ, και ότι έπρεπε να διαπιστωθεί εάν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 76 των κατευθυντηρίων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα (αιτιολογικές σκέψεις 64 και 65 της αποφάσεως κινήσεως της διαδικασίας).

68      Με την απόφαση 2014/883, η Επιτροπή επισήμανε ότι «ο αερολιμένας της Gdynia βρίσκεται σε μειονεκτούσα περιοχή που καλύπτεται από την εξαίρεση του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της ΣΛΕΕ», και ότι τούτο «σημαίνει ότι η Επιτροπή πρέπει να αξιολογήσει εάν η συγκεκριμένη ενίσχυση λειτουργίας μπορεί να θεωρηθεί συμβατή με τις [κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα]» (αιτιολογική σκέψη 221 της αποφάσεως 2014/883). Εφαρμόζοντας την παράγραφο 76 των εν λόγω κατευθυντηρίων γραμμών εν προκειμένω, η Επιτροπή κατέληξε ότι η ενίσχυση λειτουργίας δεν πληρούσε «τα κριτήρια που ορίζονται στις [κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα]» (αιτιολογική σκέψη 228 της αποφάσεως 2014/883).

69      Εν προκειμένω, όπως ορθώς επισημαίνει η εταιρία PLGK, με την οποία συντάχθηκαν η Δημοκρατία της Πολωνίας και ο δήμος της Gdynia στις απαντήσεις τους στα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας, η Επιτροπή προέβη, με την προσβαλλόμενη απόφαση, σε τροποποίηση του νομικού καθεστώτος ως προς την εξέταση της συμβατότητας της ενισχύσεως λειτουργίας.

70      Συναφώς, πρώτον, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η τροποποίηση της νομικής βάσεως που χρησιμοποιήθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση συνιστούσε νέον ισχυρισμό προβληθέντα το πρώτον από την εταιρία PLGK με το υπόμνημα απαντήσεως. Πράγματι, από τη νομολογία προκύπτει ότι ισχυρισμός που αποτελεί ανάπτυξη λόγου που προβλήθηκε προηγουμένως, άμεσα ή έμμεσα, με το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο πρέπει να θεωρείται παραδεκτός (απόφαση της 19ης Μαΐου 1983, Βέρρος κατά Κοινοβουλίου, 306/81, EU:C:1983:143, σκέψη 9· βλ. επίσης, συναφώς, αποφάσεις της 26ης Απριλίου 2007, Alcon κατά ΓΕΕΑ, C‑412/05 P, EU:C:2007:252, σκέψεις 38 έως 40, και της 17ης Ιουλίου 2008, Campoli κατά Επιτροπής, C‑71/07 P, EU:C:2008:424, σκέψη 63). Εν προκειμένω, οι προσφεύγοντες ανέφεραν με το δικόγραφο της προσφυγής τους ότι θα έπρεπε να τους παρασχεθεί η δυνατότητα να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τα νέα επιχειρήματα και με τη νέα ανάλυση της Επιτροπής και ότι η προβαλλόμενη συναφώς παράβαση συνιστούσε, καθ’ εαυτήν, παράβαση ουσιώδους τύπου. Ειδικότερα, το σημείο II.14 του δικογράφου της προσφυγής, που συνοψίζει τους λόγους ακυρώσεως που προβλήθηκαν προς στήριξη της προσφυγής, επιγράφεται μεταξύ άλλων: «Παράβαση ουσιώδους τύπου υπό τη μορφή του δικαιώματος των προσφευγόντων να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους και να λάβουν θέση». Το προβληθέν με το υπόμνημα απαντήσεως επιχείρημα της εταιρίας PLGK, που αφορά ακριβώς τη νέα ανάλυση της Επιτροπής στην οποία αυτή προέβη με την προσβαλλόμενη απόφαση, συνιστά επομένως ανάπτυξη του προβληθέντος με το δικόγραφο προσφυγής λόγου ακυρώσεως περί παραβάσεως ουσιώδους τύπου σχετικά με το δικαίωμα των προσφευγόντων να είναι σε θέση να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους. Περαιτέρω, και εν πάση περιπτώσει, πρέπει να υπομνησθεί ότι ο κανόνας κατά τον οποίον η Επιτροπή πρέπει να παρέχει στους ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους έχει τον χαρακτήρα ουσιώδους τύπου. Συνεπώς, η παράβαση αυτού του ουσιώδους τύπου, η οποία συνιστά λόγο ακυρώσεως δημοσίας τάξεως, μπορεί να λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Γενικό Δικαστήριο (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 7ης Μαΐου 1991, Interhotel κατά Επιτροπής, C‑291/89, EU:C:1991:189, σκέψη 14· της 4ης Απριλίου 2017, Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής κατά Staelen, C‑337/15 P, EU:C:2017:256, σκέψη 85, και της 16ης Μαρτίου 2016, Frucona Košice κατά Επιτροπής, T‑103/14, EU:T:2016:152, σκέψη 84).

71      Δεύτερον, στο πλαίσιο της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επισήμανε ότι θα εφάρμοζε τις αρχές που ορίζονται στις κατευθυντήριες γραμμές του 2005 επί των παράνομων επενδυτικών ενισχύσεων που χορηγήθηκαν σε αερολιμένες πριν την 4η Απριλίου 2014 –ήτοι την ημερομηνία εφαρμογής των κατευθυντηρίων γραμμών του 2014– και «τις αρχές που διατυπώνονται στις κατευθυντήριες γραμμές του 2014 […] σε όλες τις περιπτώσεις που αφορούν ενισχύσεις λειτουργίας […] σε αερολιμένες, ακόμη και εάν οι ενισχύσεις χορηγήθηκαν πριν από τις 4 Απριλίου 2014» (αιτιολογική σκέψη 196 της προσβαλλομένης αποφάσεως), πράγμα που συνέβαινε εν προκειμένω (αιτιολογική σκέψη 197 και άρθρο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Εντεύθεν συνάγεται ότι η Επιτροπή δεν στηρίχθηκε πλέον, όπως είχε πράξει στο πλαίσιο της αποφάσεως κινήσεως της διαδικασίας και της αποφάσεως 2014/883, στις κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα προκειμένου να αναλύσει εάν η ενίσχυση λειτουργίας ήταν συμβατή με την εσωτερική αγορά, αλλά στις αρχές που διατυπώθηκαν με τις κατευθυντήριες γραμμές του 2014.

72      Τρίτον, όπως προκύπτει από τις κατευθυντήριες γραμμές του 2014, η Επιτροπή επισήμανε ρητώς ότι «δεν θα εφαρμό[σει] στις κρατικές ενισχύσεις που χορηγούνται για αερολιμενικές υποδομές τις αρχές οι οποίες διατυπώνονται στις κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα 2007-2013, στις κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα 2014-2020, καθώς και σε οποιεσδήποτε μελλοντικές κατευθυντήριες γραμμές για τις περιφερειακές ενισχύσεις» (παράγραφος 23 των κατευθυντηρίων γραμμών του 2014).

73      Τέταρτον, πέραν της γενόμενης τροποποιήσεως όσον αφορά την εφαρμογή των κατευθυντηρίων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα, αφενός, και των κατευθυντηρίων γραμμών του 2014, αφετέρου, η Επιτροπή τροποποίησε επίσης την αναλυθείσα υπό το πρίσμα του άρθρου 107, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ παρέκκλιση. Πράγματι, όπως προκύπτει από την απόφαση κινήσεως της διαδικασίας και την απόφαση 2014/883, η Επιτροπή στηρίχθηκε «στην παρέκκλιση που προβλέπεται στο άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της ΣΛΕΕ». Η παράγραφος 76 των κατευθυντηρίων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα διευκρινίζει εξάλλου ότι οι ενισχύσεις λειτουργίας μπορούν να χορηγούνται κατ’ εξαίρεση σε περιφέρειες που είναι επιλέξιμες κατά την παρέκκλιση του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, ΣΛΕΕ. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την παράγραφο 112 των κατευθυντηρίων γραμμών του 2014, των οποίων οι αρχές εφαρμόστηκαν από την Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση, η συμβατότητα των ενισχύσεων λειτουργίας αναλύεται, στο πλαίσιο αυτό, «δυνάμει του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, [ΣΛΕΕ]».

74      Πέμπτον, οι κατευθυντήριες γραμμές του 2014 εισάγουν μια «νέα προσέγγιση στην αξιολόγηση» της συμβατότητας των ενισχύσεων που χορηγούνται στους αερολιμένες όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τις «ενισχύσεις λειτουργίας προς περιφερειακούς αερολιμένες» [παράγραφος 17, στοιχείο δʹ, των κατευθυντηρίων γραμμών του 2014]. Αυτή η νέα προσέγγιση στην αξιολόγηση εκτίθεται στο σημείο 5.1.2 των κατευθυντηρίων γραμμών του 2014. Προβλέπει έξι κριτήρια που πρέπει να πληρούνται σωρευτικά, στα οποία συγκαταλέγεται το πρώτο κριτήριο, το οποίο αναλύθηκε από την Επιτροπή στη σκέψη 246 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ήτοι το κατά πόσον η ενίσχυση λειτουργίας συμβάλλει στην επίτευξη ενός σαφώς καθορισμένου στόχου κοινού ενδιαφέροντος. Αυτό το πρώτο κριτήριο ερείδεται και το ίδιο σε τρεις εναλλακτικές προϋποθέσεις, ήτοι στο κατά πόσον η ενίσχυση λειτουργίας αυξάνει την κινητικότητα των πολιτών της Ένωσης και τη συνδεσιμότητα των διαφόρων περιοχών δημιουργώντας σημεία προσβάσεως για τις πτήσεις εντός της Ένωσης ή καταπολεμά τη συμφόρηση της εναέριας κυκλοφορίας στους κύριους κομβικούς αερολιμένες της Ένωσης ή διευκολύνει την περιφερειακή ανάπτυξη. Δύο από αυτές τις τρεις εναλλακτικές προϋποθέσεις αναφέρθηκαν από την Επιτροπή στην αιτιολογική σκέψη 246 της προσβαλλομένης αποφάσεως.

75      Οι δε κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα προβλέπουν ότι οι ενισχύσεις λειτουργίας μπορούν να χορηγηθούν «[εάν] δικαιολογούνται από τη συμβολή τους στην περιφερειακή ανάπτυξη και από τον χαρακτήρα τους, και [εάν] το ύψος τους [είναι] ανάλογο προς τα προβλήματα που καλούνται να αντιμετωπίσουν», πράγμα το οποίο τόνισε εξάλλου η Επιτροπή στην αιτιολογική σκέψη 222 της αποφάσεως 2014/883.

76      Μολονότι ορισμένα κριτήρια που προβλέπουν οι κατευθυντήριες γραμμές του 2014 και οι κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα ενδέχεται να συγκλίνουν, ιδίως ως προς τη συμβολή της ενισχύσεως στην περιφερειακή ανάπτυξη, εντούτοις τα κριτήρια αυτά είναι, αφενός, πιο αναπτυγμένα στις κατευθυντήριες γραμμές του 2014 και, αφετέρου, διαφορετικής φύσεως, δεδομένου ότι οι κατευθυντήριες γραμμές του 2014 αφορούν ειδικώς τις ενισχύσεις που χορηγούνται σε αερολιμένες και σε αεροπορικές εταιρίες. Περαιτέρω, πρέπει να τονιστεί ότι, μολονότι η συμβολή στην περιφερειακή ανάπτυξη αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα, δεν αποτελεί παρά μια εναλλακτική προϋπόθεση σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές του 2014, όπως προκύπτει από τη χρήση του συνδέσμου «ή» στην παράγραφο 113 των τελευταίων αυτών κατευθυντηρίων γραμμών.

77      Έκτον, πρέπει να τονιστεί ότι με τη νέα προσέγγιση στην αξιολόγηση των ενισχύσεων λειτουργίας την οποία προβλέπουν οι κατευθυντήριες γραμμές του 2014 επιδιώκεται να υπάρξει μεταξύ άλλων μια δεκαετής μεταβατική περίοδος κατά την οποία οι αερολιμένες, ιδίως οι περιφερειακοί, μπορούν να επωφελούνται από τις ενισχύσεις αυτές, υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως των προϋποθέσεων που προβλέπουν οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές (βλ., μεταξύ άλλων, παραγράφους 13, 14 και 112 των κατευθυντηρίων γραμμών του 2014).

78      Υπό το πρίσμα των στοιχείων αυτών, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το νέο νομικό καθεστώς που εφάρμοσε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση περιείχε ουσιώδεις τροποποιήσεις σε σχέση με το προϊσχύσαν, το οποίο είχε ληφθεί υπόψη στην απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας και στην απόφαση 2014/883.

79      Εξάλλου, ακόμη και εάν ήθελε υποτεθεί ότι η ανάκληση της αποφάσεως 2014/883 είχε ως αποτέλεσμα, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, να αφήσει ανοικτή την επίσημη διαδικασία έρευνας, οι ενδιαφερόμενοι δεν ήσαν σε θέση να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους, δεδομένου ότι η εν λόγω διαδικασία περατώθηκε εκ νέου, ταυτοχρόνως, με την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι οι κατευθυντήριες γραμμές του 2014 δημοσιεύθηκαν στις 4 Απριλίου 2014, ήτοι μετά από την έκδοση της αποφάσεως 2014/883 και, επομένως, μετά την αρχική περάτωση της διαδικασίας έρευνας. Συνεπώς, μεταξύ της ημερομηνίας δημοσιεύσεως των κατευθυντηρίων γραμμών του 2014 και της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι ενδιαφερόμενοι δεν ήσαν σε θέση να υποβάλουν λυσιτελώς τις παρατηρήσεις τους επί της δυνατότητας εφαρμογής των εν λόγω κατευθυντηρίων γραμμών και επί της ενδεχόμενης επιρροής τους, παρά το γεγονός ότι αυτές οι κατευθυντήριες γραμμές συνιστούσαν τροποποίηση του νομικού καθεστώτος το οποίο η Επιτροπή αποφάσισε να εφαρμόσει στην υπό κρίση περίπτωση.

80      Τα λοιπά επιχειρήματα της Επιτροπής δεν μπορούν να ανατρέψουν τις διαπιστώσεις αυτές.

81      Ειδικότερα, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η εταιρία PLGK δεν απέδειξε σε ποιον βαθμό το γεγονός ότι δεν κλήθηκε να διατυπώσει τις απόψεις της επί της εφαρμογής των κατευθυντηρίων γραμμών του 2014 μπορούσε να επηρεάσει τη νομική της κατάσταση ούτε σε ποιον βαθμό η δυνατότητα να διατυπώσει τις απόψεις της συναφώς θα μπορούσε να μεταβάλει το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως. Πράγματι, το δικαίωμα των ενδιαφερομένων να είναι σε θέση να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους έχει τον χαρακτήρα ουσιώδους τύπου, κατά την έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, του οποίου η παράβαση, η οποία διαπιστώνεται εν προκειμένω, συνεπάγεται την ακύρωση της πράξεως που πάσχει ελάττωμα, χωρίς να απαιτείται να αποδειχθεί ούτε ότι υπήρξαν επιπτώσεις για τον διάδικο που επικαλείται μια τέτοια παράβαση ούτε ότι η διοικητική διαδικασία θα είχε ενδεχομένως καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 6ης Απριλίου 2000, Επιτροπή κατά ICI, C‑286/95 P, EU:C:2000:188, σκέψη 52, και της 8ης Σεπτεμβρίου 2016, Goldfish κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑54/14, EU:T:2016:455, σκέψη 47· προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi στην υπόθεση Bensada Benallal, C‑161/15, EU:C:2016:3, σημείο 92). Περαιτέρω, και εν πάση περιπτώσει, λαμβανομένων υπόψη των γενόμενων μεταβολών ως προς τη νομική βάση της Συνθήκης ΛΕΕ [άρθρο 107 ΣΛΕΕ, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, εν συνεχεία άρθρο 107 ΣΛΕΕ, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ] και ως προς τις εφαρμοστέες κατευθυντήριες γραμμές, οι οποίες τροποποιούν ουσιωδώς το νομικό καθεστώς της αναλύσεως της συμβατότητας της ενισχύσεως λειτουργίας, δεν μπορεί να προδικάζεται το περιεχόμενο των παρατηρήσεων τις οποίες οι ενδιαφερόμενοι θα μπορούσαν να υποβάλουν, ακόμη και εάν η Επιτροπή, με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα με εκείνο της προϊσχύσασας αποφάσεως.

82      Όσον αφορά το γεγονός ότι οι προσφεύγοντες δεν υπέβαλαν παρατηρήσεις κατόπιν της αποφάσεως κινήσεως της διαδικασίας, τούτο προβάλλεται αλυσιτελώς, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν ήσαν σε θέση να υποβάλουν τέτοιες παρατηρήσεις κατόπιν της ανακλήσεως της αποφάσεως 2014/883 και πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

83      Τα δε επιχειρήματα που ανέπτυξε η Επιτροπή στο πλαίσιο της απαντήσεώς της στα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας, κατά τα οποία δεν εφήρμοσε «νέες αρχές» απορρέουσες από τις κατευθυντήριες γραμμές του 2014 όσον αφορά την ενίσχυση λειτουργίας, ερείδονται κατ’ ουσίαν στο γεγονός ότι, τόσο με την απόφαση 2014/883 όσο και με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή θεώρησε ότι η ενίσχυση λειτουργίας ήταν ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά στον βαθμό που η ίδια η επενδυτική ενίσχυση ήταν ασυμβίβαστη με την εν λόγω αγορά. Εντούτοις, σκοπός των επιχειρημάτων αυτών είναι, κατ’ ουσίαν, να υποστηριχθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση θα είχε ακριβώς το ίδιο περιεχόμενο εάν οι ενδιαφερόμενοι είχαν κληθεί να υποβάλουν παρατηρήσεις. Πρέπει επομένως τα επιχειρήματα αυτά να απορριφθούν για τους ίδιους λόγους με εκείνους που εκτέθηκαν ανωτέρω, στη σκέψη 81.

84      Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως προκύπτει μεταξύ άλλων από τις αιτιολογικές σκέψεις 196 και 197 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι θα εφάρμοζε εν προκειμένω τις αρχές που ορίζονται στις κατευθυντήριες γραμμές του 2014 όσον αφορά την ενίσχυση λειτουργίας. Στη συνάφεια αυτή, η Επιτροπή μνημόνευσε ρητώς τις κατευθυντήριες γραμμές του 2014 στην αιτιολογική σκέψη 245 της προσβαλλομένης αποφάσεως, επισημαίνοντας ότι το γεγονός ότι η ενίσχυση λειτουργίας ήταν ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά στον βαθμό που η ίδια η επενδυτική ενίσχυση ήταν ασυμβίβαστη με την εν λόγω αγορά ίσχυε εξίσου «βάσει των κατευθυντήριων γραμμών του 2014». Εξάλλου, εφήρμοσε το πρώτο κριτήριο των κατευθυντηρίων γραμμών του 2014 στην αιτιολογική σκέψη 246 της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεδομένου ότι το εν λόγω κριτήριο διαφέρει ουσιωδώς από τις προϋποθέσεις της παραγράφου 76 των κατευθυντηρίων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα (βλ. σκέψη 76 ανωτέρω). Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 198 έως 202 της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι αρχές που απορρέουν από τις κατευθυντήριες γραμμές του 2014 εφαρμόστηκαν προς διάκριση των χρηματοδοτήσεων μέσω επενδυτικών ενισχύσεων από τις χρηματοδοτήσεις μέσω ενισχύσεων λειτουργίας.

85      Εξάλλου, πρέπει να τονιστεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει τουλάχιστον μία ανακρίβεια, την οποία επαναλαμβάνει εξάλλου η Επιτροπή στην απάντησή της στα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας, σχετικά με το νομικό πλαίσιο βάσει του οποίου αυτή η τελευταία θεώρησε ότι η ενίσχυση λειτουργίας ήταν ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά στον βαθμό που η ίδια η επενδυτική ενίσχυση ήταν ασυμβίβαστη με την εν λόγω αγορά. Πράγματι, η Επιτροπή επισήμανε στην αιτιολογική σκέψη 245 της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι το συμπέρασμα αυτό (που παρατίθεται επίσης στην αιτιολογική σκέψη 227 της αποφάσεως 2014/883), «βάσει των κατευθυντήριων γραμμών του 2005», ίσχυε εξίσου βάσει των κατευθυντηρίων γραμμών του 2014. Εντούτοις, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 227 και 228 της αποφάσεως 2014/883, η εκτίμηση της Επιτροπής είχε διατυπωθεί στο πλαίσιο των κατευθυντηρίων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα και βάσει του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, ΣΛΕΕ. Ειδικότερα, η εκτίμηση της Επιτροπής, η οποία εξάλλου διατυπώθηκε επαλλήλως, όπως αποδεικνύει η χρήση των όρων «[σ]ε κάθε περίπτωση», προηγείτο του συμπεράσματος το οποίο επαναλαμβανόταν στην αιτιολογική σκέψη 228 της αποφάσεως 2014/883 κατά την οποία «[ω]ς εκ τούτου, η Επιτροπή θεωρεί ότι η ενίσχυση λειτουργίας […] δεν πληροί τα κριτήρια που ορίζονται στις [κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα]».

86      Περαιτέρω, η εκτίμηση κατά την οποία η ενίσχυση λειτουργίας ήταν ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά στον βαθμό που η ίδια η επενδυτική ενίσχυση ήταν ασυμβίβαστη με την εν λόγω αγορά δεν απορρέει από κάποια προϋπόθεση ρητώς προβλεπόμενη από τις κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα ή από τις κατευθυντήριες γραμμές του 2014. Επομένως, δεν μπορεί να συναχθεί από αυτές τις κατευθυντήριες γραμμές ότι οι ενδιαφερόμενοι ήσαν σε θέση να προβάλουν τις παρατηρήσεις τους συναφώς, όπως εντούτοις υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, η Επιτροπή στην απάντησή της στα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας. Πρέπει να προστεθεί ότι η απόφαση 2014/883 ανακλήθηκε και ότι το ζήτημα δεν είναι τόσο εάν οι ενδιαφερόμενοι ήσαν σε θέση να υποβάλουν παρατηρήσεις σε σχέση με την απόφαση αυτή, αλλά εάν ήσαν σε θέση να το πράξουν στο πλαίσιο της επίσημης διαδικασίας έρευνας. Πάντως, στην απόφαση κινήσεως της διαδικασίας, η Επιτροπή περιορίστηκε στην επισήμανση ότι, κατ’ αρχήν, μια ενίσχυση λειτουργίας είναι ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά, εκτός και εάν πληροί τα κριτήρια των κατευθυντηρίων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα, πράγμα που δεν φαίνεται να συμβαίνει, a priori, λαμβανόμενου υπόψη του γεγονότος ότι η Πομερανία εξυπηρετείτο ήδη από τον αερολιμένα του Gdańsk (εισαγωγικό μέρος, που επιγράφεται «Αξιολόγηση του μέτρου», και αιτιολογικές σκέψεις 63 έως 67 της αποφάσεως κινήσεως της διαδικασίας).

87      Ως προς το επιχείρημα που προβλήθηκε το πρώτον από την Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση και στηρίζεται στο γεγονός ότι η εκτίμηση κατά την οποία η ενίσχυση λειτουργίας είναι ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά στον βαθμό που η ίδια η επενδυτική ενίσχυση ήταν ασυμβίβαστη με την εν λόγω αγορά ερείδεται επί «αυτοτελούς» νομικής βάσεως που απορρέει από τη Συνθήκη, το επιχείρημα αυτό δεν βρίσκει έρεισμα στο κείμενο της αποφάσεως 2014/883 ή της προσβαλλομένης αποφάσεως. Πράγματι, πέραν του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας με το περιεχόμενο αυτό και δεν παρέχει διευκρινίσεις, η εκτίμηση της Επιτροπής πραγματοποιήθηκε, όπως προαναφέρθηκε, στο πλαίσιο του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, ΣΛΕΕ και των κατευθυντηρίων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα, όσον αφορά την απόφαση 2014/883, και στο πλαίσιο του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ και των κατευθυντηρίων γραμμών του 2014, όσον αφορά την προσβαλλόμενη απόφαση.

88      Τέλος, ως προς την παραπομπή από την Επιτροπή στην υπόθεση επί της οποίας εξεδόθη η απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 2004, Ferriere Nord κατά Επιτροπής (T‑176/01, EU:T:2004:336), πρέπει να τονιστεί ότι το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε, στην υπόθεση αυτή, ότι «[ο]ι αρχές που έχουν τεθεί από τα δύο [συναφή] πλαίσια [ήσαν], από πλευράς των λόγων [της προσβαλλομένης αποφάσεως στο πλαίσιο της υποθέσεως αυτής], κατ’ ουσίαν όμοιες». Ειδικότερα, τα δύο επίμαχα στην υπόθεση εκείνη πλαίσια προέβλεπαν ότι είναι επιλέξιμες οι επενδύσεις των οποίων στόχος ήταν η προστασία του περιβάλλοντος και περιελάμβαναν τον ίδιο τρόπο υπολογισμού των επιλέξιμων όσον αφορά ένα μέτρο ενισχύσεως εξόδων (απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 2004, Ferriere Nord κατά Επιτροπής, T‑176/01, EU:T:2004:336, σκέψη 77). Εξάλλου, το σκεπτικό της προσβληθείσας στην υπόθεση αυτή αποφάσεως αφορούσε τις ουσιωδώς ταυτόσημες προϋποθέσεις των δύο πλαισίων. Εν προκειμένω, όπως προελέχθη, οι κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα και οι κατευθυντήριες γραμμές του 2014 διαφέρουν ουσιωδώς, ιδίως όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση που ορίζουν οι κατευθυντήριες γραμμές του 2014, η οποία αναλύθηκε από την Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση, και, περαιτέρω, εφαρμόζουν διαφορετική διάταξη της Συνθήκης ΛΕΕ.

89      Βάσει όλων των ανωτέρω στοιχείων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωσή της να παράσχει στους ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξετασθεί εάν η παράβαση αυτή συνιστά επίσης παράβαση των διαδικαστικών κανόνων, προσβολή του δικαιώματος χρηστής διοικήσεως, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και των δικαιωμάτων άμυνας, που επικαλέστηκαν οι προσφεύγοντες ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Ειδικότερα, δεν συντρέχει λόγος να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο επί της δυνατότητας των προσφευγόντων να επικαλεστούν, ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της Δημοκρατίας της Πολωνίας, η οποία επισημάνθηκε, κατά τα λοιπά, με το υπόμνημα παρεμβάσεως του συγκεκριμένου κράτους μέλους. Ομοίως, στη συνάφεια αυτή, δεν είναι αναγκαίο να εξετασθεί εάν η Επιτροπή παρέβη επίσης τη σχετική υποχρέωσή της παραλείποντας να καλέσει τους ενδιαφερομένους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σε σχέση με τις γενόμενες με την προσβαλλόμενη απόφαση μεταβολές των πραγματικών στοιχείων.

90      Ως προς το περιεχόμενο της ούτω διαπιστωθείσας παρανομίας, πρέπει να τονιστεί ότι, ακόμη και εάν η επίμαχη ενίσχυση αποτελείται, στην πράξη, από δύο είδη χρηματοδοτήσεων, ήτοι μια επενδυτική ενίσχυση και μια ενίσχυση λειτουργίας, αυτές οι διαφορετικές χρηματοδοτήσεις αναλύθηκαν συνολικώς από την Επιτροπή προκειμένου να καταλήξει, μεταξύ άλλων, στον χαρακτηρισμό τους ως κρατικής ενισχύσεως. Ειδικότερα, η Επιτροπή κατέληξε, στην αιτιολογική σκέψη 191 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι «οι εισφορές κεφαλαίου που χορηγήθηκαν στην [εταιρία PLGK] συνιστούν κρατική ενίσχυση». Προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό, η Επιτροπή εφήρμοσε ειδικότερα το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή σε συνθήκες οικονομίας της αγοράς, χωρίς να διακρίνει μεταξύ των διαφόρων μορφών χρηματοδοτήσεων. Εξάλλου, τη συνολική αυτή ανάλυση απηχεί το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεδομένου ότι η Επιτροπή δέχεται, στο άρθρο 2, παράγραφος 1, της αποφάσεως αυτής, ότι «[ο]ι εισφορές κεφαλαίου υπέρ της [εταιρίας PLGK] που χορηγήθηκαν μεταξύ της 28ης Αυγούστου 2007 και της 17ης Ιουνίου 2013 συνιστούν κρατική ενίσχυση που χορηγήθηκε παράνομα από την [Δημοκρατία της] Πολωνία[ς]». Αυτές οι εισφορές κεφαλαίου, που χορηγήθηκαν μεταξύ της 28ης Αυγούστου 2007 και της 17ης Ιουνίου 2013, περιλαμβάνονται στον πίνακα της αιτιολογικής σκέψεως 57 της προσβαλλομένης αποφάσεως, χωρίς η Επιτροπή να διακρίνει μεταξύ των ποσών που χορηγήθηκαν στο πλαίσιο της ενισχύσεως λειτουργίας ή στο πλαίσιο της επενδυτικής ενισχύσεως. Εξάλλου, στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης αποφάσεως προβλέπεται ότι «[η] [Δημοκρατία της] Πολωνία[ς] ανακτά από τον δικαιούχο την ενίσχυση που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1», χωρίς και πάλι να γίνεται διάκριση μεταξύ χρηματοδοτήσεως συνδεόμενης με την επένδυση και χρηματοδοτήσεως συνδεόμενης με τη λειτουργία. Τέλος, η ανάλυση της συμβατότητας της επενδυτικής ενισχύσεως και η ανάλυση της συμβατότητας της ενισχύσεως λειτουργίας συνδέονταν αρρήκτως, πράγμα που η Επιτροπή επιβεβαίωσε με την απάντησή της στα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας. Υπό τις συνθήκες αυτές, το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αφορά, χωριστά, την επενδυτική ενίσχυση και την ενίσχυση λειτουργίας. Όσον αφορά δε το επιχείρημα, που προέβαλε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι τυχόν καθ’ ολοκληρίαν ακύρωση των άρθρων 2 έως 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως θα υπερακόντιζε τον προβληθέντα από τους προσφεύγοντες λόγο ακυρώσεως, με τον οποίον ετίθετο εν αμφιβόλω μόνον η ενίσχυση λειτουργίας, αρκεί να επισημανθεί, πρώτον, ότι οι προσφεύγοντες ζητούν την ακύρωση των εν λόγω άρθρων, δεύτερον, ότι ο οικείος λόγος ακυρώσεως είναι δημοσίας τάξεως και, τρίτον, ότι το επιχείρημα της Επιτροπής δεν δύναται να θέσει εν αμφιβόλω το γεγονός ότι τα άρθρα 2 έως 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως αφορούν, αδιακρίτως, την επενδυτική ενίσχυση και την ενίσχυση λειτουργίας.

91      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτός ο έκτος λόγος ακυρώσεως και, ως εκ τούτου, να ακυρωθούν τα άρθρα 2 έως 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων ακυρώσεως που προβάλλονται προς στήριξη της προσφυγής.

[παραλειπόμενα]

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Ακυρώνει τα άρθρα 2 έως 5 της αποφάσεως (ΕE) 2015/1586 της Επιτροπής, της 26ης Φεβρουαρίου 2015, σχετικά με το μέτρο SA.35388 (13/C) (πρώην 13/NN και πρώην 12/N) — Πολωνία — Κατασκευή του αερολιμένα Gdynia-Kosakowo.

2)      Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων της, τα δικαστικά έξοδα της GminaMiastoGdynia και της PortLotniczyGdyniaKosakowosp. zo.o.

3)      Η Δημοκρατία της Πολωνίας φέρει τα δικαστικά έξοδά της.

Tomljenović

Bieliūnas

Μαρκουλλή

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 17 Νοεμβρίου 2017.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η πολωνική.


1      Παρατίθενται μόνον οι σκέψεις των οποίων η δημοσίευση κρίνεται σκόπιμη από το Γενικό Δικαστήριο.