Language of document : ECLI:EU:C:2017:877

Προσωρινό κείμενο

ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)

 της 20ης Νοεμβρίου 2017 (*)

«Ασφαλιστικά μέτρα – Αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων – Οδηγία 92/43/ΕΟΚ – Διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας – Οδηγία 2009/147/ΕΚ – Διατήρηση των άγριων πτηνών»

Στην υπόθεση C-441/17 R,

με αντικείμενο αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων δυνάμει του άρθρου 279 ΣΛΕΕ και του άρθρου 160, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, η οποία υποβλήθηκε στις 20 Ιουλίου 2017,

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους C. Hermes και H. Krämer καθώς και από τις K. Herrmann και E. Kružíková,

αιτούσα,

κατά

Δημοκρατίας της Πολωνίας, εκπροσωπούμενης από τον J. Szyszko, Υπουργό Περιβάλλοντος, καθώς και από τους B. Majczyna και D. Krawczyk,

καθής η αίτηση,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),

συγκείμενο από τους K. Lenaerts, Πρόεδρο, A. Tizzano (εισηγητή), Αντιπρόεδρο, R. Silva de Lapuerta, T. von Danwitz, J. L. da Cruz Vilaça, A. Rosas, C. G. Fernlund και C. Vajda, προέδρους τμήματος, E. Juhász, A. Arabadjiev, C. Toader, D. Šváby, M. Berger, A. Prechal και E. Jarašiūnas, δικαστές,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα M. Wathelet,

εκδίδει την ακόλουθη

Διάταξη

1        Με την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να υποχρεώσει τη Δημοκρατία της Πολωνίας, εν αναμονή της αποφάσεως του Δικαστηρίου επί της ουσίας της υποθέσεως, να παύσει, πλην περιπτώσεως απειλής για τη δημόσια ασφάλεια, τις δραστηριότητες ενεργού δασικής διαχειρίσεως στους οικοτόπους 91D0 –δασώδεις τυρφώνες– και 91E0 –αλλουβιακά δάση με ιτιές, λεύκες, κλήθρες και μελίες–, και στις αιωνόβιες δασοσυστάδες του οικοτόπου 9170 –υποηπειρωτικά δάση δρυός και καρπίνου–, καθώς και στους οικοτόπους του λευκονώτη δρυοκολάπτη (Dendrocopos leucotos), του τριδάκτυλου δρυοκολάπτη (Picoides tridactylus), της σπουργιτόγλαυκας (Glaucidium passerinum), του αιγιωλιού (Aegolius funereus), της σφηκοβαρβακίνας (Pernis apivorus), του νανομυγοχάφτη (Ficedula parva), του κρικομυγοχάφτη (Ficedula albicollis) και του φασσοπερίστερου (Colomba oenas), και στους οικοτόπους των σαπροξυλικών κανθάρων –Cucujus cinnaberinus, Boros schneideri, Phryganophilus ruficollis, Pytho kolwensis, Rhysodes sulcatus και Buprestis splendens–, και να παύσει την απομάκρυνση αιωνόβιων νεκρών ερυθρελατών και τις δραστηριότητες υλοτομίας στο πλαίσιο της εντατικοποιήσεως της δασικής εκμεταλλεύσεως στην περιοχή PLC200004 Puszcza Białowieska (Πολωνία, στο εξής: περιοχή του δικτύου Natura 2000 Puszcza Białowieska), δραστηριότητες οι οποίες στηρίζονται στην απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος της Δημοκρατίας της Πολωνίας της 25ης Μαρτίου 2016 και στο άρθρο 1, σημεία 2 και 3, της αποφάσεως αριθ. 51 του γενικού διευθυντή της Lasy Państwowe (Δασική Υπηρεσία, Πολωνία), της 17ης Φεβρουαρίου 2017 (στο εξής: απόφαση 51).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, την οποία άσκησε η Επιτροπή στις 20 Ιουλίου 2017 ζητώντας να διαπιστωθεί ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει:

–        από το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (ΕΕ 1992, L 206, σ. 7), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2013/17/ΕΕ του Συμβουλίου, της 13 Μαΐου 2013 (ΕΕ 2013, L 158, σ. 193) (στο εξής: οδηγία περί οικοτόπων), καθόσον, στις 25 Μαρτίου 2016, ενέκρινε τροποποίηση του σχεδίου δασικής διαχειρίσεως με αντικείμενο τη δασική έκταση της Białowieża (Πολωνία) και στη συνέχεια έθεσε σε εφαρμογή τις προβλεφθείσες με την τροποποίηση αυτή δραστηριότητες δασικής διαχειρίσεως, χωρίς να εξακριβώσει αν οι ενέργειες αυτές έχουν επίπτωση στην ακεραιότητα της περιοχής του δικτύου Natura 2000 Puszcza Białowieska,

–        από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων καθώς και από το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2009/147/ΕΚ του Ευρωπαϊκοϋ Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (ΕΕ 2010, L 20, σ. 7), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2013/17 (στο εξής: οδηγία περί πτηνών), καθόσον δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα διατηρήσεως που ανταποκρίνονται στις οικολογικές απαιτήσεις οι οποίες ισχύουν για τους τύπους φυσικών οικοτόπων του παραρτήματος I και τα είδη του παραρτήματος II της οδηγίας περί οικοτόπων, καθώς και για τα πτηνά του παραρτήματος Ι της οδηγίας περί πτηνών και τα μη περιλαμβανόμενα στο εν λόγω παράρτημα αποδημητικά είδη των οποίων η έλευση είναι τακτική, και ως προς τα οποία η περιοχή του δικτύου Natura 2000 Puszcza Białowieska έχει οριστεί ως τόπος κοινοτικής σημασίας (ΤΚΣ) και ως ζώνη ειδικής προστασίας,

–        από το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και δʹ, της οδηγίας περί οικοτόπων, καθόσον δεν διασφάλισε την αυστηρή προστασία των σαπροξυλικών κανθάρων (Cucujus cinnaberinus, Buprestis splendens, Phryganophilus ruficollis και Pytho kolwensis) που κατονομάζονται στο παράρτημα IV, στοιχείο αʹ, της εν λόγω οδηγίας, και συγκεκριμένα δεν μερίμνησε για την αποτελεσματική απαγόρευση της με πρόθεση θανατώσεώς τους και της παρενοχλήσεώς τους ή της βλάβης ή καταστροφής των τόπων αναπαραγωγής τους στη δασική έκταση της Białowieża, και

–        από το άρθρο 5, στοιχεία βʹ και δʹ, της οδηγίας περί πτηνών, καθόσον δεν διασφάλισε την προστασία των ειδών πτηνών που μνημονεύονται στο άρθρο 1 της οδηγίας αυτής, μεταξύ άλλων του λευκονώτη δρυοκολάπτη (Dendrocopos leucotos), του τριδάκτυλου δρυοκολάπτη (Picoides tridactylus), της σπουργιτόγλαυκας (Glaucidium passerinum) και του αιγιωλιού (Aegolius funereus), και συγκεκριμένα δεν έλαβε μέτρα προκειμένου τα είδη αυτά να μη θανατώνονται ούτε να παρενοχλούνται κατά την περίοδο αναπαραγωγής και φωλεοποιήσεως και προκειμένου, εντός της δασικής εκτάσεως της Białowieża, οι φωλιές και τα αυγά τους να μην καταστρέφονται, βλάπτονται ή απομακρύνονται με πρόθεση.

3        Η Επιτροπή ζήτησε επίσης, δυνάμει του άρθρου 160, παράγραφος 7, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, να ληφθούν τα διαλαμβανόμενα στη σκέψη 1 της παρούσας διατάξεως προσωρινά μέτρα πριν η καθής η αίτηση υποβάλει τις παρατηρήσεις της, λόγω του κινδύνου σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης των οικοτόπων και της ακεραιότητας της περιοχής του δικτύου Natura 2000 Puszcza Białowieska.

4        Με διάταξη της 27ης Ιουλίου 2017, Επιτροπή κατά Πολωνίας (C-441/17 R, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2017:622), ο Αντιπρόεδρος του Δικαστηρίου δέχτηκε προσωρινώς το αίτημα αυτό έως την έκδοση της διατάξεως που θα περατώσει την παρούσα διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων.

5        Στις 4 Αυγούστου 2017 η Δημοκρατία της Πολωνίας υπέβαλε τις γραπτές παρατηρήσεις της επί της αιτήσεως λήψεως προσωρινών μέτρων.

6        Στις 11 Σεπτεμβρίου 2017 οι διάδικοι ανέπτυξαν τις προφορικές παρατηρήσεις τους σε ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου.

7        Κατόπιν της ακροαματικής διαδικασίας αυτής, η Επιτροπή, στις 13 Σεπτεμβρίου 2017, συμπλήρωσε την αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων, ζητώντας από το Δικαστήριο να επιβάλει επίσης στη Δημοκρατία της Πολωνίας χρηματική ποινή σε περίπτωση που αυτή δεν συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που θα της επιβληθούν στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.

8        Στις 19 Σεπτεμβρίου 2017 η Δημοκρατία της Πολωνίας ζήτησε να κληθεί η Επιτροπή να προσκομίσει τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία στηριζόταν το συμπληρωματικό αίτημά της.

9        Κληθείσα σχετικώς από το Δικαστήριο, η Επιτροπή προσκόμισε τα ζητηθέντα αποδεικτικά στοιχεία στις 21 Σεπτεμβρίου 2017.

10      Στις παρατηρήσεις που υπέβαλε στις 28 Σεπτεμβρίου 2017, η Δημοκρατία της Πολωνίας ζήτησε να απορριφθεί ως απαράδεκτο ή, εν πάση περιπτώσει, ως αβάσιμο το συμπληρωματικό αίτημα της Επιτροπής.

11      Επιπλέον, με τις ίδιες παρατηρήσεις και στηριζόμενη στο άρθρο 16, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Δημοκρατία της Πολωνίας ζήτησε η εκδίκαση της υπό κρίση υποθέσεως να ανατεθεί στο τμήμα μείζονος συνθέσεως του Δικαστηρίου.

12      Μολονότι το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να δεχτεί τέτοιο αίτημα, όταν αυτό διατυπώνεται σε πολύ προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, όπως συμβαίνει εν προκειμένω (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, Ισπανία κατά Συμβουλίου, C-310/04, EU:C:2006:521, σκέψη 23), εντούτοις, ο Αντιπρόεδρος του Δικαστηρίου, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 161, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, παρέπεμψε την υπόθεση στο Δικαστήριο το οποίο, λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητά της, την ανέθεσε, συμφώνως προς το άρθρο 60, παράγραφος 1, του εν λόγω Κανονισμού, στο τμήμα μείζονος συνθέσεως.

13      Στις 17 Οκτωβρίου 2017 οι διάδικοι ανέπτυξαν τις προφορικές παρατηρήσεις τους ενώπιον του τμήματος μείζονος συνθέσεως.

 Το νομικό πλαίσιο

 Η οδηγία περί οικοτόπων

14      Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων, σκοπός της είναι να συμβάλει στην προστασία της βιολογικής ποικιλομορφίας, μέσω της διατηρήσεως των φυσικών οικοτόπων, καθώς και της άγριας χλωρίδας και πανίδας στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών όπου εφαρμόζεται η Συνθήκη ΛΕΕ.

15      Το άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής προβλέπει τα ακόλουθα:

«Ο κατάλογος των τόπων των επιλεγμένων ως τόπων κοινοτικής σημασίας, στον οποίο καταδεικνύονται οι τόποι όπου απαντ[ούν] ένας ή περισσότεροι τύποι φυσικών οικοτόπων προτεραιότητας ή ένα ή περισσότερα είδη προτεραιότητας καταρτίζεται από την Επιτροπή με την διαδικασία του άρθρου 21.»

16      Το άρθρο 6, παράγραφοι 1, 3 και 4, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τα εξής:

«1.      Για τις ειδικές ζώνες διατήρησης, τα κράτη μέλη καθορίζουν τα αναγκαία μέτρα διατήρησης που ενδεχομένως συνεπάγονται ειδικά ενδεδειγμένα σχέδια διαχείρισης ή ενσωματωμένα σε άλλα σχέδια διευθέτησης και τα δέοντα κανονιστικά, διοικητικά ή συμβατικά μέτρα που ανταποκρίνονται στις οικολογικές απαιτήσεις των τύπων φυσικών οικοτόπων του παραρτήματος I και των ειδών του παραρτήματος II, τα οποία απαντώνται στους τόπους.

[...]

3.      Κάθε σχέδιο, μη άμεσα συνδεόμενο ή αναγκαίο για τη διαχείριση του τόπου, το οποίο όμως είναι δυνατόν να επηρεάζει σημαντικά τον εν λόγω τόπο, καθεαυτό ή από κοινού με άλλα σχέδια, εκτιμάται δεόντως ως προς τις επιπτώσεις του στον τόπο, λαμβανομένων υπόψη των στόχων διατήρησής του. Βάσει των συμπερασμάτων της εκτίμησης των επιπτώσεων στον τόπο και εξαιρουμένης της περίπτωσης των διατάξεων της παραγράφου 4, οι αρμόδιες εθνικές αρχές συμφωνούν για το οικείο σχέδιο μόνον αφού βεβαιωθούν ότι δεν θα παραβλάψει την ακεραιότητα του τόπου περί του οποίου πρόκειται και, ενδεχομένως, αφού εκφρασθεί πρώτα η δημόσια γνώμη.

4.      Εάν, παρά τα αρνητικά συμπεράσματα της εκτίμησης των επιπτώσεων και ελλείψει εναλλακτικών λύσεων, ένα σχέδιο πρέπει να πραγματοποιηθεί για άλλους επιτακτικούς λόγους σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, περιλαμβανομένων λόγων κοινωνικής ή οικονομικής φύσεως, το κράτος μέλος λαμβάνει κάθε αναγκαίο αντισταθμιστικό μέτρο ώστε να εξασφαλισθεί η προστασία της συνολικής συνοχής του Natura 2000. Το κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με τα αντισταθμιστικά μέτρα που έλαβε.

Όταν ο τόπος περί του οποίου πρόκειται είναι τόπος όπου ευρίσκονται ένας τύπος φυσικού οικοτόπου προτεραιότητας ή/και ένα είδος προτεραιότητας, είναι δυνατόν να προβληθούν μόνον επιχειρήματα σχετικά με την υγεία ανθρώπων και τη δημόσια ασφάλεια ή σχετικά με θετικές συνέπειες πρωταρχικής σημασίας για το περιβάλλον, ή, κατόπιν γνωμοδοτήσεως της Επιτροπής, άλλοι επιτακτικοί σημαντικοί λόγοι σημαντικού δημοσίου συμφέροντος.»

17      Το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και δʹ, της ίδιας οδηγίας έχει ως εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να θεσπισθεί ένα καθεστώς αυστηρής προστασίας των ζωικών ειδών που αναφέρονται στο [στοιχείο] αʹ του παραρτήματος IV, στην περιοχή φυσικής κατανομής τους, που να απαγορεύει:

α)      κάθε μορφή σύλληψης ή θανάτωσης, εκ προθέσεως, δειγμάτων αυτών των ειδών λαμβανομένων στη φύση·

[...]

δ)      τη βλάβη ή καταστροφή των τόπων αναπαραγωγής ή των τόπων ανάπαυσης».

 Η οδηγία περί πτηνών

18      Το άρθρο 1 της οδηγίας περί πτηνών έχει ως εξής:

«1.      Η παρούσα οδηγία αφορά τη διατήρηση όλων των ειδών πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών στο οποίο εφαρμόζεται η Συνθήκη. Έχει αντικείμενο την προστασία, τη διαχείριση και τη ρύθμιση των ειδών αυτών και κανονίζει την εκμετάλλευσή τους.

2.      Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στα πτηνά, τα αυγά, τις φωλιές και τους οικοτόπους τους.»

19      Το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας αυτής ορίζει τα εξής:

«1.      Για τα είδη που αναφέρονται στο παράρτημα I προβλέπονται μέτρα ειδικής διατηρήσεως, που αφορούν τον οικότοπό τους, για να εξασφαλισθεί η επιβίωση και η αναπαραγωγή των ειδών αυτών στη ζώνη εξαπλώσεώς τους.

[...]

2.      Ανάλογα μέτρα υιοθετούνται από τα κράτη μέλη για τα αποδημητικά είδη που δεν μνημονεύονται στο παράρτημα I, των οποίων η έλευση είναι τακτική, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες προστασίας στη γεωγραφική θαλάσσια και χερσαία ζώνη στην οποία εφαρμόζεται η παρούσα οδηγία, όσον αφορά τις περιοχές αναπαραγωγής, αλλαγής φτερώματος και διαχειμάσεως, και τις ζώνες όπου βρίσκονται οι σταθμοί κατά μήκος των οδών αποδημίας. Για τον σκοπό αυτό τα κράτη μέλη αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία στην προστασία των υγροτόπων, και ιδίως όσων έχουν διεθνή σπουδαιότητα.»

20      Το άρθρο 5, στοιχεία βʹ και δʹ, της εν λόγω οδηγίας ορίζει τα ακόλουθα:

«Με την επιφύλαξη των άρθρων 7 και 9, τα κράτη μέλη υιοθετούν τα αναγκαία μέτρα για να εγκαθιδρύσουν ένα γενικό καθεστώς προστασίας όλων των ειδών πτηνών που αναφέρονται στο άρθρο 1 και περιλαμβάνουν ειδικότερα την απαγόρευση:

[...]

β)      της εκ προθέσεως καταστροφής ή βλάβης των φωλιών και των αυγών και της αφαιρέσεως των φωλιών·

[...]

δ)      της σκόπιμης ενόχλησης των πτηνών, ιδιαίτερα κατά την περίοδο αναπαραγωγής και εξαρτήσεως, όταν αυτή έχει σημαντικές συνέπειες σε σχέση με τους αντικειμενικούς σκοπούς της παρούσας οδηγίας.»

 Το ιστορικό της διαφοράς

21      Όπως προκύπτει από την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2007 η Επιτροπή ενέκρινε, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας περί οικοτόπων, τον χαρακτηρισμό της περιοχής του δικτύου Natura 2000 Puszcza Białowieska ως τόπου «κοινοτικής σημασίας», λόγω της υπάρξεως φυσικών οικοτόπων και οικοτόπων ορισμένων ειδών ζώων και πτηνών. Η περιοχή αυτή αποτελεί επίσης ζώνη ειδικής προστασίας των πτηνών, χαρακτηρισμός που έχει εγκριθεί σύμφωνα με την οδηγία περί πτηνών.

22      Κατά την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, η περιοχή του δικτύου Natura 2000 Puszcza Białowieska αποτελεί ένα από τα καλύτερα διατηρημένα φυσικά δάση της Ευρώπης, με μεγάλες ποσότητες νεκρών και γηραιών δένδρων, ιδίως αιωνόβιων. Στην περιοχή αυτή εντοπίζονται άριστα διατηρημένοι φυσικοί οικότοποι, οι οποίοι έχουν χαρακτηριστεί ως οικότοποι «προτεραιότητας», κατά την έννοια του παραρτήματος I της οδηγίας περί οικοτόπων, όπως δασώδεις τυρφώνες (κωδικός Natura 2000 91D0) και αλλουβιακά δάση με ιτιές, λεύκες, κλήθρες και μελίες (κωδικός Natura 2000 91E0), καθώς και άλλοι οικότοποι «κοινοτικής σημασίας», μεταξύ των οποίων υποηπειρωτικά δάση δρυός και καρπίνου (κωδικός Natura 2000 9170).

23      Δεδομένης της σημαντικής ποσότητας νεκρών δένδρων, η οποία αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα του φυσικού δάσους σε σχέση με τα δάση υπό καθεστώς εκμεταλλεύσεως, σε δασική έκταση όπως η περιοχή του δικτύου Natura 2000 Puszcza Białowieska ενδημούν πολυάριθμα είδη σαπροξυλικών κανθάρων, όπως ο Cucujus cinnaberinus, ο Boros schneideri, ο Buprestis splendens, ο Phryganophilus ruficollis, ο Pytho kolwensis και ο Rhysodes sulcatus, που απαριθμούνται στο παράρτημα II και στο παράρτημα IV, στοιχείο αʹ, της οδηγίας περί οικοτόπων, καθώς και, μεταξύ άλλων, είδη πτηνών που κατονομάζονται στο παράρτημα I της οδηγίας περί πτηνών, των οποίων ο οικότοπος αποτελείται από θνήσκουσες και νεκρές ερυθρελάτες, συμπεριλαμβανομένων των ερυθρελατών που έχουν προσβληθεί από τον βόστρυχο του χαράκτη (Ips typographus), όπως ο λευκονώτης δρυοκολάπτης (Dendrocopos leucotos), ο τριδάκτυλος δρυοκολάπτης (Picoides tridactylus), η σπουργιτόγλαυκα (Glaucidium passerinum) και ο αιγιωλιός (Aegolius funereus). Λαμβανομένης υπόψη της φυσικής αξίας του, το δάσος της Białowieża είναι επίσης καταχωρισμένο στον κατάλογο παγκόσμιας κληρονομιάς της Οργανώσεως των Ηνωμένων Εθνών για την εκπαίδευση, την επιστήμη και τον πολιτισμό (Unesco).

24      Όπως επισημαίνει η Επιτροπή στην αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, η περιοχή του δικτύου Natura 2000 Puszcza Białowieska, η οποία έχει έκταση 63 147 εκταρίων, υπάγεται στην αρμοδιότητα δύο διαφορετικών φορέων, και συγκεκριμένα, αφενός, του Białowieski Park Narodowy (διευθυντή του εθνικού πάρκου της Białowieża), ο οποίος διαχειρίζεται έκταση ίση προς το 17 % της επιφάνειας της περιοχής, και, αφετέρου, της Δασικής Υπηρεσίας, η οποία διαχειρίζεται τις δασικές εκτάσεις της Białowieża, της Browsk και της Hajnówka. Η δασική έκταση της Białowieża αντιπροσωπεύει από μόνη της 19 % της επιφάνειας της περιοχής.

25      Στις 25 Μαρτίου 2016 ο Υπουργός Περιβάλλοντος της Δημοκρατίας της Πολωνίας, επικαλούμενος την εξάπλωση του βοστρύχου του χαράκτη, ενέκρινε παράρτημα στο από 9 Οκτωβρίου 2012 σχέδιο διαχειρίσεως της δασικής εκτάσεως της Białowieża (στο εξής: παράρτημα του 2016), προκειμένου να επιτρέψει την εντατικοποίηση των δραστηριοτήτων δασικής εκμεταλλεύσεως στην εν λόγω δασική έκταση καθώς και την υλοποίηση δραστηριοτήτων ενεργού δασικής διαχειρίσεως σε ζώνες που είχαν μέχρι τούδε αποκλειστεί από οποιαδήποτε παρέμβαση, όπως δραστηριότητες εξυγιαντικής υλοτομίας, αναδασώσεως και αναγεννήσεως.

26      Κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως αριθ. 51, άρχισε η απομάκρυνση των ξηρών δένδρων και των δένδρων που είχαν προσβληθεί από τον βόστρυχο του χαράκτη στις τρεις δασικές εκτάσεις της Białowieża, της Browsk και της Hajnówka, σε επιφάνεια περίπου 34 000 εκταρίων εντός της περιοχής του δικτύου Natura 2000 Puszcza Białowieska.

27      Κατά την Επιτροπή, πολλοί επιστήμονες και περιβαλλοντικές οργανώσεις εκτιμούν ότι οι μνημονευθείσες στην προηγούμενη σκέψη δραστηριότητες δασικής διαχειρίσεως έχουν αρνητική επίδραση στη διατήρηση σε ικανοποιητική κατάσταση των φυσικών οικοτόπων και των οικοτόπων των ειδών ζώων και πτηνών για τη διατήρηση των οποίων η σχετική περιοχή χαρακτηρίστηκε ως περιοχή του δικτύου Natura 2000 Puszcza Białowieska. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή αποφάσισε να καταθέσει την υπό κρίση αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων.

 Επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων

28      Το άρθρο 160, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας ορίζει ότι οι αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων προσδιορίζουν «το αντικείμενο της διαφοράς, τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται».

29      Ειδικότερα, προσωρινά μέτρα μπορούν να διαταχθούν από τον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή μόνον εάν αποδειχθεί ότι η λήψη τους δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως βάσει των προβαλλόμενων πραγματικών και νομικών ισχυρισμών (fumus boni juris) και ότι τα μέτρα αυτά είναι επείγοντα, υπό την έννοια ότι είναι αναγκαίο, προκειμένου να αποφευχθεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία των συμφερόντων του αιτούντος, να διαταχθούν και να παραγάγουν τα αποτελέσματά τους πριν από την έκδοση της αποφάσεως επί της κυρίας δίκης. Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων προβαίνει επίσης, κατά περίπτωση, στη στάθμιση των εμπλεκόμενων συμφερόντων (διατάξεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της 24ης Απριλίου 2008, Επιτροπή κατά Μάλτας, C‑76/08 R, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2008:252, σκέψη 21, και της 10ης Δεκεμβρίου 2009, Επιτροπή κατά Ιταλίας, C-573/08 R, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2009:775, σκέψη 11, καθώς και διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 3ης Δεκεμβρίου 2014, Ελλάδα κατά Επιτροπής, C-431/14 P-R, EU:C:2014:2418, σκέψη 19).

30      Οι ανωτέρω προϋποθέσεις είναι σωρευτικές, οπότε δεν χορηγούνται προσωρινά μέτρα εφόσον ελλείπει μία απ’ αυτές (διατάξεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της 24ης Απριλίου 2008, Επιτροπή κατά Μάλτας, C-76/08 R, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2008:252, σκέψη 22, και της 10ης Δεκεμβρίου 2009, Επιτροπή κατά Ιταλίας, C-573/08 R, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2009:775, σκέψη 12).

 Επί του fumus boni juris

31      Η σχετική με το fumus boni juris προϋπόθεση πληρούται όταν, στο στάδιο της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, υφίσταται σημαντική διαφωνία επί νομικών ή πραγματικών ζητημάτων της οποίας η επίλυση δεν είναι προφανής, οπότε, εκ πρώτης όψεως, η προσφυγή δεν στερείται σοβαρής βάσεως (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, διατάξεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της 13ης Ιουνίου 1989, Publishers Association κατά Επιτροπής, 56/89 R, EU:C:1989:238, σκέψη 31, και της 8ης Μαΐου 2003, Επιτροπή κατά Artegodan κ.λπ., C-39/03 P-R, EU:C:2003:269, σκέψη 40, καθώς και διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 3ης Δεκεμβρίου 2014, Ελλάδα κατά Επιτροπής, C-431/14 P-R, EU:C:2014:2418, σκέψη 20).

32      Εν προκειμένω, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι δραστηριότητες κοπής δένδρων, κυρίως ερυθρελατών, που έχουν προσβληθεί από τον βόστρυχο του χαράκτη, απομακρύνσεως νεκρών ή θνησκόντων δένδρων ή πρέμνων και αιωνόβιων δασοσυστάδων καθώς και αναδασώσεως εντός της περιοχής του δικτύου Natura 2000 Puszcza Białowieska, οι οποίες υλοποιούνται βάσει του παραρτήματος του 2016 και της αποφάσεως αριθ. 51 (στο εξής: επίμαχες δραστηριότητες ενεργού δασικής διαχειρίσεως), είναι, από πολλές απόψεις, αντίθετες προς το δίκαιο της Ένωσης.

33      Πρώτον, η έκδοση του παραρτήματος του 2016 δεν ήταν σύμφωνη προς το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας περί οικοτόπων. Ειδικότερα, το παράρτημα αυτό αποτελούσε «σχέδιο» κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, οπότε οι πολωνικές αρχές, πριν από την έκδοσή του, όφειλαν να εξασφαλίσουν, συμφώνως προς τις βέλτιστες επιστημονικές γνώσεις επί του θέματος, ότι δεν θα είχε επίπτωση στην ακεραιότητα της περιοχής του δικτύου Natura 2000 Puszcza Białowieska. Οι αρχές αυτές, όμως, σε κανένα στάδιο της διαδικασίας λήψεως αποφάσεως δεν έλαβαν υπόψη τις γνωμοδοτήσεις πολλών επιστημονικών οργανώσεων, των οποίων είχαν παρά ταύτα γνώση και κατά τις οποίες, εν συνόψει, οι εν λόγω δραστηριότητες ήταν ικανές να προκαλέσουν ζημίες στην περιοχή αυτή. Επιπλέον, με το παράρτημα του 2016, οι πολωνικές αρχές επέτρεψαν ακριβώς την υλοποίηση δραστηριοτήτων ενεργού δασικής διαχειρίσεως των οποίων η απαγόρευση θεωρούνταν μέχρι τούδε ως μέτρο διατηρήσεως της εν λόγω περιοχής, και μάλιστα παρά το γεγονός ότι οι συνέπειες της παρουσίας του βοστρύχου του χαράκτη, ήτοι η προσβολή των ερυθρελατών και η εξάπλωσή του, δεν αποτελούν απειλή για τους εντός της ευρισκόμενους προστατευόμενους οικοτόπους.

34      Δεύτερον, κατά την Επιτροπή, οι επίμαχες δραστηριότητες ενεργού δασικής διαχειρίσεως είναι αντίθετες προς το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων καθώς και προς το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας περί πτηνών, δεδομένου ότι όχι μόνο παρεμποδίζουν, αλλά και καθιστούν αναποτελεσματικά τα μέτρα διατηρήσεως των φυσικών οικοτόπων οι οποίοι μνημονεύονται στο παράρτημα I της οδηγίας περί οικοτόπων και στους οποίους καταλέγονται οι δασώδεις τυρφώνες (κωδικός Natura 2000 91D0), τα αλλουβιακά δάση με ιτιές, λεύκες, κλήθρες και μελίες (κωδικός Natura 2000 91E0) και τα υποηπειρωτικά δάση δρυός και καρπίνου (κωδικός Natura 2000 9170), είδη ζώων που απαριθμούνται στο παράρτημα II της οδηγίας αυτής, μεταξύ των οποίων οι σαπροξυλικοί κάνθαροι, όπως ο Cucujus cinnaberinus, ο Boros schneideri, ο Buprestis splendens, ο Pytho kolwensis, ο Rhysodes sulcatus και ο Phryganophilus ruficollis, και είδη πτηνών που κατονομάζονται στο παράρτημα I της οδηγίας περί πτηνών, μεταξύ των οποίων ο λευκονώτης δρυοκολάπτης (Dendrocopos leucotos), ο τριδάκτυλος δρυοκολάπτης (Picoides tridactylus), η σπουργιτόγλαυκα (Glaucidium passerinum) και ο αιγιωλιός (Aegolius funereus), καθώς και, όπως διευκρίνισε η Επιτροπή κατά την ακροαματική διαδικασία της 11ης Σεπτεμβρίου 2017, η σφηκοβαρβακίνα, ο νανομυγοχάφτης, ο κρικομυγοχάφτης και το φασσοπερίστερο. Συναφώς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η υλοποίηση των εν λόγω δραστηριοτήτων είναι αντίθετη με τα κατά τα λοιπά προβλεπόμενα μέτρα διατηρήσεως των σχετικών οικοτόπων, τα οποία προτείνουν ακριβώς την «απαγόρευση κάθε διαχειριστικής δραστηριότητας», την «απαγόρευση των διαχειριστικών δραστηριοτήτων σε σχέση με όλες τις συστάδες συγκεκριμένου είδους που αποτελούνται τουλάχιστον κατά 10 % από αιωνόβια στοιχεία», τη «διατήρηση των νεκρών δένδρων» καθώς και τη «διατήρηση όλων των αιωνόβιων νεκρών ερυθρελατών έως την πλήρη ανοργανοποίησή τους».

35      Τρίτον, κατά την Επιτροπή, οι επίμαχες δραστηριότητες ενεργού δασικής διαχειρίσεως επιτείνουν την υποβάθμιση και την καταστροφή του οικοτόπου των πληθυσμών σαπροξυλικών κανθάρων που κατονομάζονται στην προηγούμενη σκέψη και, κατά συνέπεια, προκαλούν την εξαφάνισή τους, με αποτέλεσμα να συντρέχει παράβαση του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και δʹ, της οδηγίας περί οικοτόπων.

36      Τέταρτον και τελευταίο, το ίδιο ισχύει και για ορισμένα είδη πτηνών που απαριθμούνται στο παράρτημα I της οδηγίας περί πτηνών. Ειδικότερα, τέτοιες δραστηριότητες όχι μόνο δεν παρεμποδίζουν, αλλά μπορούν αντιθέτως να προκαλέσουν την εκ προθέσεως καταστροφή ή βλάβη φωλιών και αυγών των σχετικών πτηνών, καθώς και την παρενόχληση των τελευταίων, μεταξύ άλλων κατά την περίοδο της αναπαραγωγής, κατά παράβαση των απαγορεύσεων του άρθρου 5, στοιχεία βʹ και δʹ, της οδηγίας αυτής.

37      Η Δημοκρατία της Πολωνίας αντιτείνει ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε επαρκώς κατά νόμον ότι οι αιτιάσεις της είναι εκ πρώτης όψεως βάσιμες. Παρατηρεί ειδικότερα ότι, στην πραγματικότητα, οι αιτιάσεις αυτές στηρίζονται σε υποθέσεις και σε εκτιμήσεις που δεν λαμβάνουν υπόψη πολυάριθμες επιστημονικές γνωμοδοτήσεις στις οποίες διατυπώνεται άποψη διαφορετική από εκείνη την οποία υποστηρίζει το εν λόγω θεσμικό όργανο.

38      Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα προβαλλόμενα από την Επιτροπή επιχειρήματα δεν φαίνεται να στερούνται, εκ πρώτης όψεως, σοβαρής βάσεως και ότι, επομένως, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι οι επίμαχες δραστηριότητες ενεργού δασικής διαχειρίσεως δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις προστασίας που απορρέουν από την οδηγία περί οικοτόπων και την οδηγία περί πτηνών.

39      Πράγματι, όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό της προσφυγής, αρκεί η επισήμανση ότι, αφενός, η Δημοκρατία της Πολωνίας, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι οι πολωνικές αρχές δεν εξασφάλισαν ότι, συμφώνως προς τις βέλτιστες επιστημονικές γνώσεις επί του θέματος, οι επίμαχες δραστηριότητες ενεργού δασικής διαχειρίσεως δεν θα είχαν επίπτωση στην ακεραιότητα της περιοχής του δικτύου Natura 2000 Puszcza Białowieska. Αφετέρου, αυτό καθεαυτό το γεγονός ότι οι επιστημονικές γνωμοδοτήσεις τις οποίες επικαλούνται οι διάδικοι δεν συγκλίνουν μεταξύ τους επιβάλλει στον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων, του οποίου η εκτίμηση είναι εκ των πραγμάτων συνοπτική (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 31ης Ιουλίου 2003, Le Pen κατά Κοινοβουλίου, C‑208/03 P‑R, EU:C:2003:424, σκέψη 97), να μην κρίνει αβάσιμα τα επιχειρήματα της Επιτροπής.

40      Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η έγκριση σχεδίου, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας περί οικοτόπων, επιτρέπεται μόνον υπό την προϋπόθεση ότι οι αρμόδιες αρχές, αφού προηγουμένως εντοπίσουν όλες τις πτυχές του εν λόγω σχεδίου που θα μπορούσαν, καθεαυτές ή σε συνδυασμό με άλλα σχέδια, να επηρεάσουν την επίτευξη των σκοπών διατηρήσεως του οικείου τόπου και λάβουν υπόψη τις βέλτιστες επιστημονικές γνώσεις επί του θέματος, έχουν διαμορφώσει την πεποίθηση ότι το συγκεκριμένο σχέδιο δεν πρόκειται να έχει ζημιογόνες συνέπειες στην ακεραιότητα του τόπου αυτού. Τούτο συμβαίνει όταν δεν υφίσταται, από επιστημονικής απόψεως, καμία εύλογη αμφιβολία ως προς την απουσία τέτοιων συνεπειών (απόφαση της 11ης Απριλίου 2013, Sweetman κ.λπ., C-258/11, EU:C:2013:220, σκέψη 40 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

41      Όσον αφορά τα επιχειρήματα που έχουν προβληθεί προς στήριξη των λοιπών ισχυρισμών της προσφυγής, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, μολονότι η Δημοκρατία της Πολωνίας επιχειρεί να αποδείξει ότι επείγει η εξακολούθηση των επίμαχων δραστηριοτήτων ενεργού δασικής διαχειρίσεως, εντούτοις τα εκτιθέμενα από αυτήν στοιχεία δεν αρκούν ώστε να θεωρηθεί ότι είναι παντελώς αβάσιμα τα επιχειρήματα της Επιτροπής περί παραβάσεως του άρθρου 6, παράγραφος 1, και του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και δʹ, της οδηγίας περί οικοτόπων, καθώς και του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 2, και του άρθρου 5, στοιχεία βʹ και δʹ, της οδηγίας περί πτηνών.

42      Από τα ανωτέρω έπεται ότι, λαμβανομένης ιδίως υπόψη της αρχής της προφυλάξεως, η οποία αποτελεί ένα από τα θεμέλια της πολιτικής υψηλού επιπέδου προστασίας που ακολουθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση στον τομέα του περιβάλλοντος, σύμφωνα με το άρθρο 191, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, και υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει να ερμηνεύεται η σχετική με την προστασία του περιβάλλοντος νομοθεσία της Ένωσης (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 10ης Δεκεμβρίου 2009, Επιτροπή κατά Ιταλίας, C-573/08 R, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2009:775, σκέψη 24 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προσφυγή στην κύρια διαδικασία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί εκ πρώτης όψεως ως στερούμενη σοβαρής βάσεως.

 Επί του επείγοντος

43      Όσον αφορά τη σχετική με το επείγον προϋπόθεση, σκοπός της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων είναι η διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της μελλοντικής οριστικής αποφάσεως, προκειμένου να αποφεύγονται τα κενά στην έννομη προστασία που διασφαλίζει το Δικαστήριο. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού, το επείγον πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την αναγκαιότητα για την έκδοση προσωρινής αποφάσεως προκειμένου να αποφευχθεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη των συμφερόντων του αιτούντος την προσωρινή προστασία (διατάξεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της 24ης Απριλίου 2008, Επιτροπή κατά Μάλτας, C-76/08 R, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2008:252, σκέψη 31, και της 10ης Δεκεμβρίου 2009, Επιτροπή κατά Ιταλίας, C-573/08 R, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2009:775, σκέψη 17).

44      Στον διάδικο που προβάλλει τον κίνδυνο σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης εναπόκειται να αποδείξει την ύπαρξη του κινδύνου αυτού. Μολονότι δεν απαιτείται συναφώς απόλυτη βεβαιότητα ως προς την επέλευση της ζημίας και αρκεί η σοβαρή πιθανότητα επελεύσεώς της, ο αιτών υποχρεούται να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το ενδεχόμενο μιας τέτοιας ζημίας (διατάξεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της 24ης Απριλίου 2008, Επιτροπή κατά Μάλτας, C-76/08 R, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2008:252, σκέψη 32, και της 10ης Δεκεμβρίου 2009, Επιτροπή κατά Ιταλίας, C-573/08 R, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2009:775, σκέψη 18).

45      Στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι επίμαχες δραστηριότητες ενεργού δασικής διαχειρίσεως είναι ικανές να προκαλέσουν σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη στο περιβάλλον.

46      Ειδικότερα, η βλάβη που προκαλείται από την κοπή και την απομάκρυνση γηρασκόντων και νεκρών δένδρων, συμπεριλαμβανομένων των ιστάμενων θνησκόντων δένδρων, είναι ανεπανόρθωτη, διότι, μετά την ολοκλήρωση των ως άνω δραστηριοτήτων, δεν είναι δυνατή η επαναφορά στην προτέρα κατάσταση των ζωνών που έχουν θιγεί από τις δραστηριότητες αυτές. Επιπλέον, η υλοποίηση των δραστηριοτήτων θα έχει πιθανώς ως αποτέλεσμα τη ριζική ανατροπή της δομής και των λειτουργιών των συστάδων των πληγέντων δένδρων στους αντίστοιχους οικοτόπους, των οποίων η επαναφορά στην προτέρα κατάσταση δεν θα ήταν δυνατή μέσω της καταβολής αποζημιώσεως ή μέσω άλλου είδους αντισταθμίσεως. Επομένως, οι δραστηριότητες αυτές έχουν ως αποτέλεσμα την μη αναστρέψιμη μετατροπή του φυσικού δάσους σε δάσος υπό καθεστώς εκμεταλλεύσεως, με κίνδυνο την απώλεια οικοτόπων σπάνιων ειδών.

47      Η βλάβη είναι επίσης σοβαρή λόγω του ότι στο παράρτημα του 2016 προβλέφθηκε ότι ο όγκος σε κυβικά μέτρα της παραγόμενης ξυλείας θα αυξανόταν έως και 188 000 m³ πριν από το έτος 2021, ενώ είχε καθοριστεί σε 63 471 m³ για το έτος 2012. Περαιτέρω, από την αρχή του έτους 2017, στο δάσος της Białowieża οι δραστηριότητες υλοτομίας είχαν ως αποτέλεσμα τη συνολική παραγωγή άνω των 35 000 m³ ξυλείας, εκ των οποίων άνω των 29 000 m³ ερυθρελάτης, και αφορούσαν 29 000 δένδρα. Ομοίως, η κοπή συστάδων αιωνόβιων δένδρων είχε ως αποτέλεσμα την παραγωγή, έως τον Μάιο 2017, άνω των 10 000 m3 ξυλείας στις τρεις δασικές εκτάσεις της Białowieża, της Browsk και της Hajnówka. Επιπλέον, ο Υπουργός Περιβάλλοντος διευκρίνισε ο ίδιος ότι οι επίμαχες δραστηριότητες ενεργού δασικής διαχειρίσεως θα υλοποιούνταν σε επιφάνεια 34 000 εκταρίων εντός του δάσους της Białowieża. Τέλος, οι δραστηριότητες αυτές διακυβεύουν τη διατήρηση της ιστορικότητας και, ως εκ τούτου, την ακεραιότητα ενός από τα σπάνια φυσικά δάση της Ευρώπης του οποίου η προστασία έχει πρωταρχική σημασία.

48      Η Δημοκρατία της Πολωνίας, προκειμένου να αμφισβητήσει τον επείγοντα χαρακτήρα των ζητούμενων προσωρινών μέτρων, αντιτείνει ότι η Επιτροπή δεν επέδειξε επιμέλεια κατά τον χειρισμό της υπό κρίση υποθέσεως, διότι, μετά την παραλαβή της απαντήσεως στην προειδοποιητική επιστολή, άφησε να παρέλθει διάστημα εννέα μηνών πριν από την αποστολή της αιτιολογημένης γνώμης. Κατά τα λοιπά, οι επίμαχες δραστηριότητες ενεργού δασικής διαχειρίσεως υλοποιούνται στη σχετική περιοχή επί εκατό και πλέον έτη και, επομένως, κανένα στοιχείο δεν δικαιολογεί την άμεση παύση τους, δεδομένου μάλιστα ότι το όριο δασικής εκμεταλλεύσεως που καθορίζεται στο παράρτημα του 2016 είναι σαφώς χαμηλότερο των προγενέστερων ορίων.

49      Επιπροσθέτως, η άποψη της Επιτροπής ότι οι εν λόγω δραστηριότητες προκαλούν σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη δεν είναι τεκμηριωμένη. Τουναντίον, η παύση των δραστηριοτήτων αυτών και η εξάπλωση του βοστρύχου του χαράκτη θα έχουν ουσιώδεις αρνητικές συνέπειες στο οικοσύστημα του δάσους της Białowieża. Το αποτέλεσμα θα είναι να προκληθεί σημαντική και διαρκής υποβάθμιση της καταστάσεως διατηρήσεως πολύτιμων φυσικών οικοτόπων, που προστατεύονται στο πλαίσιο της περιοχής του δικτύου Natura 2000 Puszcza Białowieska, όπως, μεταξύ άλλων, των υποηπειρωτικών δασών δρυός και καρπίνου.

50      Κατά τη Δημοκρατία της Πολωνίας, οι επίμαχες δραστηριότητες ενεργού δασικής διαχειρίσεως συνιστούν στην πραγματικότητα μέτρα διατηρήσεως συνδεόμενα με τη βιώσιμη διαχείριση των δασών και, εξάλλου, είναι της ίδιας φύσεως με δραστηριότητες που υλοποιούνται σε άλλα κράτη μέλη. Επιπλέον, περιορίζονται σε συγκεκριμένο εδαφικό τμήμα της περιοχής του δικτύου Natura 2000 Puszcza Białowieska και δεν αφορούν το αυστηρώς προστατευόμενο μέρος της περιοχής αυτής.

51      Όσον αφορά τις μνημονευόμενες από την Επιτροπή επιστημονικές μελέτες οι οποίες αφορούν τον ζημιογόνο χαρακτήρα των εν λόγω δραστηριοτήτων, η Δημοκρατία της Πολωνίας παρατηρεί ότι, σύμφωνα με άλλες σοβαρές μελέτες, η μη λήψη μέτρων κατά του βοστρύχου του χαράκτη στο δάσος της Białowieża καθιστά ακριβώς πολύ πιθανή την πρόκληση σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης στους φυσικούς οικοτόπους και στους οικοτόπους των ειδών ζώων, συμπεριλαμβανομένων των πτηνών, για τη διατήρηση των οποίων η περιοχή Puszcza Białowieska χαρακτηρίστηκε ως περιοχή του δικτύου Natura 2000. Συναφώς, η Δημοκρατία της Πολωνίας διευκρινίζει ότι οι επιστημονικές γνωμοδοτήσεις που στηρίζονται σε δεδομένα συλλεγέντα στο δάσος της Białowieża κάνουν λόγο, στη μεγάλη πλειονότητά τους, για την ανάγκη λήψεως μέτρων κατά του βοστρύχου του χαράκτη, ενώ οι αντίθετες γνωμοδοτήσεις συχνά στηρίζονται σε δεδομένα προερχόμενα από άλλα οικοσυστήματα και, επομένως, δεν λαμβάνουν υπόψη την εξέχουσα ιδιαιτερότητα και τη μοναδικότητα του δάσους της Białowieża.

52      Η Δημοκρατία της Πολωνίας υπογραμμίζει ότι, όσον αφορά το δάσος της Białowieża, αποφασίστηκε να εφαρμοστούν δύο διαφορετικά μέτρα διατηρήσεως των οικοτόπων. Το πρώτο από τα μέτρα αυτά, και συγκεκριμένα η απαγόρευση των δραστηριοτήτων ενεργού προστασίας, μεταξύ άλλων των δραστηριοτήτων υλοτομίας καθώς και απομακρύνσεως νεκρών και προσβεβλημένων από σκολύτη δένδρων, ισχύει επί του παρόντος σε μια εκτεταμένη ζώνη του δάσους αυτού. Αντιθέτως, το δεύτερο από τα εν λόγω μέτρα, και συγκεκριμένα η υλοποίηση δραστηριοτήτων ενεργού προστασίας, ισχύει για ορισμένα μόνο τμήματα των δασικών εκτάσεων της Białowieża, της Browsk και της Hajnówka. Συγκεκριμένα, όσον αφορά ειδικότερα τη δασική έκταση της Białowieża, 58 % της επιφάνειάς της έχει εξαιρεθεί, κατά το παράρτημα του 2016, από τις δραστηριότητες αυτές, ενώ το τμήμα της εν λόγω δασικής εκτάσεως στο οποίο επιτρέπεται η υλοποίηση τέτοιων δραστηριοτήτων αντιστοιχεί μόνο στο 5,4 % της συνολικής επιφάνειας της περιοχής του δικτύου Natura 2000 Puszcza Białowieska.

53      Τέλος, κατά τη Δημοκρατία της Πολωνίας, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων για τον υφιστάμενο σήμερα πληθυσμό του λευκονώτη δρυοκολάπτη (Dendrocopos leucotos), του τριδάκτυλου δρυοκολάπτη (Picoides tridactylus), της σπουργιτόγλαυκας (Glaucidium passerinum) και του αιγιωλιού (Aegolius funereus), τα τυχόν αρνητικά αποτελέσματα των επίμαχων δραστηριοτήτων ενεργού δασικής διαχειρίσεως δεν συνιστούν απειλή για τους πληθυσμούς των ειδών αυτών. Αντιθέτως, οι εν λόγω πληθυσμοί εμφανίζουν σήμερα αυξητική τάση.

54      Συναφώς, σε σχέση με την εκτίμηση του επείγοντος, υπενθυμίζεται ότι η διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δεν ενδείκνυται για την εξακρίβωση του υποστατού περίπλοκων και άκρως αμφιλεγόμενων πραγματικών περιστατικών. Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων δεν διαθέτει τα αναγκαία μέσα για να προβεί σε τέτοια εξέταση και, σε πολλές περιπτώσεις, δυσχερώς θα μπορούσε να την πραγματοποιήσει εγκαίρως (διατάξεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της 24ης Απριλίου 2008, Επιτροπή κατά Μάλτας, C-76/08 R, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2008:252, σκέψη 36, και της 10ης Δεκεμβρίου 2009, Επιτροπή κατά Ιταλίας, C-573/08 R, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2009:775, σκέψη 22).

55      Υπενθυμίζεται επίσης ότι ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων, στο πλαίσιο και μόνο της εκτιμήσεως της υπάρξεως σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης, πρέπει να σχηματίσει την άποψη ότι οι αιτιάσεις που προβάλλει επί της ουσίας ο αιτών τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων είναι δυνατόν να γίνουν δεκτές. Συγκεκριμένα, η σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη της οποίας η πιθανή επέλευση πρέπει να αποδεικνύεται είναι η βλάβη που προκύπτει, ενδεχομένως, από την άρνηση λήψεως προσωρινού μέτρου σε περίπτωση ευδοκιμήσεως εν συνεχεία της κύριας προσφυγής και, συνεπώς, πρέπει να εκτιμάται με βάση την παραδοχή αυτή, χωρίς τούτο να συνεπάγεται οποιαδήποτε λήψη θέσεως εκ μέρους του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων σχετικά με το βάσιμο των προβαλλόμενων αιτιάσεων [βλ., υπ’ αυτή την έννοια, διατάξεις του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Επιτροπή κατά Γερμανίας, C-426/13 P(R), EU:C:2013:848, σκέψεις 51 και 52, καθώς και της 14ης Ιανουαρίου 2016, AGC Glass Europe κ.λπ. κατά Επιτροπής, C-517/15 P-R, EU:C:2016:21, σκέψη 30].

56      Προκειμένου να αποδείξει το επείγον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι επίμαχες δραστηριότητες ενεργού δασικής διαχειρίσεως, των οποίων την υλοποίηση δεν αμφισβητεί η Δημοκρατία της Πολωνίας, έχουν αρνητικές συνέπειες στους επίμαχους οικοτόπους οι οποίοι αποτελούνται, κατ’ ουσίαν, από γηράσκοντα, θνήσκοντα ή νεκρά δένδρα, προσβεβλημένα ή μη από σκολύτη.

57      Δραστηριότητες τέτοιας φύσεως, δεδομένου ότι συνίστανται ακριβώς στην απομάκρυνση των δένδρων αυτών, είναι πράγματι πολύ πιθανό να έχουν επιπτώσεις στους ως άνω οικοτόπους. Υπέρ αυτού συνηγορεί εξάλλου το γεγονός ότι ένα από τα μέτρα διατηρήσεως των εν λόγω οικοτόπων έως την έκδοση του παραρτήματος του 2016 συνίστατο ακριβώς στην απαγόρευση δραστηριοτήτων αυτής της φύσεως εντός ορισμένων ζωνών.

58      Κατά τα λοιπά, η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν αμφισβητεί ότι οι δραστηριότητες ενεργού δασικής διαχειρίσεως είναι ικανές, αφενός, να αλλοιώσουν βραχυπρόθεσμα τους φυσικούς οικοτόπους που μνημονεύονται στο παράρτημα I της οδηγίας περί οικοτόπων, όπως τους δασώδεις τυρφώνες (κωδικός Natura 2000 91D0), τα αλλουβιακά δάση με ιτιές, λεύκες, κλήθρες και μελίες (κωδικός Natura 2000 91E0) και τα υποηπειρωτικά δάση δρυός και καρπίνου (κωδικός Natura 2000 9170), καθώς και να βλάψουν βραχυπρόθεσμα προστατευόμενα είδη ζώων που απαριθμούνται στο παράρτημα II και στο παράρτημα IV, στοιχείο αʹ, της οδηγίας αυτής, όπως τους σαπροξυλικούς κανθάρους, και, αφετέρου, να επηρεάσουν είδη πτηνών που περιλαμβάνονται στο παράρτημα I της οδηγίας περί πτηνών, μεταξύ άλλων τον τριδάκτυλο δρυοκολάπτη (Picoides tridactylus), τον λευκονώτη δρυοκολάπτη (Dendrocopos leucotos), τη σπουργιτόγλαυκα (Glaucidium passerinum) και τον αιγιωλιό (Aegolius funereus).

59      Οι ως άνω συνέπειες είναι ικανές να επιφέρουν σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη ζημία στα συμφέροντα της Ένωσης και στην κοινή κληρονομιά. Πράγματι, εφόσον επέλθει, η βλάβη που θα προκληθεί από την κοπή και την απομάκρυνση γηρασκόντων και νεκρών δένδρων, συμπεριλαμβανομένων των ιστάμενων θνησκόντων δένδρων, δεν θα μπορεί να ανορθωθεί σε μεταγενέστερο χρόνο, στην περίπτωση που όντως διαπιστωθούν οι παραβάσεις τις οποίες προσάπτει η Επιτροπή στη Δημοκρατία της Πολωνίας, τούτο δε λόγω του ότι –όπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή– η επαναφορά στην προτέρα κατάσταση των ζωνών που θα έχουν θιγεί από τέτοιες δραστηριότητες θα είναι προδήλως αδύνατη. Επιπλέον, η σοβαρότητα της προβαλλόμενης από την Επιτροπή βλάβης αποδεικνύεται από το γεγονός ότι οι δραστηριότητες αυτές, λόγω επίσης της εκτάσεως και της εντάσεώς τους, ενδέχεται, αν συνεχιστούν, να έχουν ως συνέπεια τη μη αναστρέψιμη μετατροπή, αναφορικά με μια μη αμελητέα επιφάνεια, ενός φυσικού δάσους σε δάσος υπό καθεστώς εκμεταλλεύσεως, εξέλιξη που θα μπορούσε να οδηγήσει στην απώλεια οικοτόπων σπάνιων ειδών, μεταξύ των οποίων πολυάριθμα κολεόπτερα υπό εξαφάνιση και πτηνά. Μολονότι οι διάδικοι ερίζουν ως προς το αν η ποσότητα απομακρυνόμενων δένδρων εμφανίζει αυξητική ή πτωτική τάση σε σχέση με την περίοδο που προηγήθηκε της τροποποιήσεως την οποία επέφερε το παράρτημα του 2016, αρκεί, για την εκτίμηση της προϋποθέσεως του επείγοντος στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, η επισήμανση ότι, αν ληφθούν υπόψη μόνο τα στοιχεία που παρέσχε η Δημοκρατία της Πολωνίας με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η ποσότητα αυτή θα μπορούσε να ανέλθει σε 188 000 m3, αριθμός που αποδεικνύει ότι το επίπεδο της δασικής εκμεταλλεύσεως είναι υψηλό.

60      Εξάλλου, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 42 της παρούσας διατάξεως, η σχετική με την προστασία του περιβάλλοντος νομοθεσία της Ένωσης πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της αρχής της προφυλάξεως.

61      Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι, εκ πρώτης όψεως, δεν υφίστανται επιστημονικές απόψεις ικανές να αποκλείσουν, πέραν πάσης εύλογης αμφιβολίας, το ενδεχόμενο οι επίμαχες δραστηριότητες ενεργού δασικής διαχειρίσεως να προκαλέσουν ζημιογόνα και μη αναστρέψιμα αποτελέσματα στους προστατευόμενους οικοτόπους της περιοχής του δικτύου Natura 2000 Puszcza Białowieska, οι οποίοι μνημονεύονται στην προσφυγή της Επιτροπής, πρέπει να γίνει δεκτό ότι αποδεικνύεται ο επείγων χαρακτήρας των ζητούμενων από την Επιτροπή προσωρινών μέτρων.

 Επί της σταθμίσεως των εμπλεκόμενων συμφερόντων

62      Πρέπει επίσης να εξεταστεί, συμφώνως προς τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 29 της παρούσας διατάξεως, αν η στάθμιση των εμπλεκόμενων συμφερόντων συνηγορεί υπέρ της λήψεως των ζητούμενων προσωρινών μέτρων ή συνεπάγεται την απόρριψη της αιτήσεως.

63      Κατά την Επιτροπή, το δημόσιο συμφέρον που συνίσταται στη διατήρηση σε καλή κατάσταση των φυσικών οικοτόπων και των ειδών που ενδημούν στα φυσικά δάση της περιοχής του δικτύου Natura 2000 Puszcza Białowieska υπερισχύει του συμφέροντος της Πολωνίας για την καταπολέμηση του βοστρύχου του χαράκτη, λαμβανομένης, μεταξύ άλλων, υπόψη της αρχής της προφυλάξεως.

64      Ειδικότερα, καταρχάς, το σχέδιο δασικής διαχειρίσεως που ίσχυε πριν από την τροποποίηση που επέφερε το παράρτημα του 2016 δεν χαρακτήριζε την εξάπλωση του βοστρύχου του χαράκτη ως απειλή για την κατάσταση διατηρήσεως των οικοτόπων της εν λόγω περιοχής ούτε αναγνώριζε ότι η καταπολέμηση του βοστρύχου του χαράκτη μέσω της κοπής δενδροσυστάδων και μέσω της απομακρύνσεως προσβεβλημένων ερυθρελατών συνιστούσε κατάλληλο μέτρο διατηρήσεως. Αντιθέτως, από το εν λόγω σχέδιο δασικής διαχειρίσεως προέκυπτε ότι, όσον αφορά τους οικοτόπους του αιγιωλιού (Aegolius funereus), της σπουργιτόγλαυκας (Glaucidium passerinum) και του τριδάκτυλου δρυοκολάπτη (Picoides tridactylus), η απομάκρυνση αιωνόβιων ερυθρελατών που είχαν προσβληθεί από τον βόστρυχο του χαράκτη συνιστούσε κίνδυνο.

65      Περαιτέρω, με βάση τις υφιστάμενες γνώσεις, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα στάδια εξαπλώσεως του βοστρύχου του χαράκτη εντάσσονται στον φυσικό κύκλο των γηραιών δασών που περιλαμβάνουν ερυθρελάτες. Ειδικότερα, σύμφωνα με επιστημονικές μελέτες, η ενεργός παρεμπόδιση της εξαπλώσεως του εντόμου αυτού δεν είναι επιθυμητό να λαμβάνει τη μορφή μαζικής κοπής προσβεβλημένων και ξηρών δένδρων σε δάση των οποίων κύρια λειτουργία είναι η διαφύλαξη και η διατήρηση της βιοποικιλότητας. Το αντίθετο ισχύει μόνο για τα δάση υπό καθεστώς εκμεταλλεύσεως, ως προς τα οποία το κριτήριο εκτιμήσεως της καταστάσεως των δασών είναι η ποιότητα των δενδροσυστάδων και η εμπορική αξία των πρώτων υλών που προκύπτουν από αυτές, με αποτέλεσμα ο βόστρυχος ο χαράκτης να θεωρείται όντως ως επιβλαβής οργανισμός.

66      Τέλος, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η αξία του δάσους της Białowieża, ως πόλου τουριστικής και ψυχαγωγικής έλξεως και ως τοπίου, ουδόλως διακυβεύεται από τα κρούσματα εξαπλώσεως του βοστρύχου του χαράκτη.

67      Από την πλευρά της, η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει ότι το παράρτημα του 2016 δεν εκδόθηκε ούτε για την εξυπηρέτηση συμφερόντων οικονομικής φύσεως ούτε με αποκλειστικό σκοπό την καταπολέμηση του βοστρύχου του χαράκτη στο πλαίσιο της συνήθους διαχειρίσεως των δασικών πόρων. Κατά το κράτος μέλος αυτό, το εν λόγω παράρτημα έχει απλώς ως σκοπό να περιορίσει τους κινδύνους υποβαθμίσεως των φυσικών οικοτόπων του δάσους της Białowieża.

68      Μολονότι οι πολωνικές αρχές εφαρμόζουν δύο διαφορετικά μέτρα προστασίας, και συγκεκριμένα ένα μέτρο ενεργού προστασίας και ένα μέτρο παθητικής προστασίας, η Επιτροπή επιχειρεί να επιβάλει ομοιομορφία ως προς τις μεθόδους διατηρήσεως των οικοτόπων στο σύνολο της Ένωσης, προκρίνοντας αποκλειστικώς το μέτρο παθητικής προστασίας, ασχέτως του ποιες είναι οι προβλέψιμες επιπτώσεις στο περιβάλλον.

69      Στην πραγματικότητα, κατά τη Δημοκρατία της Πολωνίας, υπάρχει κίνδυνος η παύση των επίμαχων δραστηριοτήτων ενεργού δασικής διαχειρίσεως να προκαλέσει την καταστροφή σημαντικών φυσικών οικοτόπων που προστατεύονται δυνάμει του δικαίου της Ένωσης και του πολωνικού δικαίου, πράγμα το οποίο είναι δυνατόν να έχει ως συνέπεια την πρόκληση ανεπανόρθωτης βλάβης στο περιβάλλον.

70      Συναφώς, δυνάμει του πολωνικού δικαίου, το οποίο προβλέπει υποχρέωση αποζημιώσεως σε περίπτωση απώλειας του δασικού χαρακτήρα ορισμένης δασικής εκτάσεως, η βλάβη την οποία θα προκαλούσε στο περιβάλλον η παύση των επίμαχων δραστηριοτήτων ενεργού δασικής διαχειρίσεως θα ανερχόταν σε 3 240 000 000 πολωνικά złotys (PLN) (ήτοι περίπου 757 000 000 ευρώ).

71      Επίσης, η Δημοκρατία της Πολωνίας παρατηρεί ότι υπάρχει κίνδυνος η παύση των δραστηριοτήτων αυτών να προκαλέσει οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες που είναι αδύνατον να αποτιμηθούν, δεδομένου ότι στον εγγύς ευρισκόμενο πληθυσμό θα απαγορευθεί η άσκηση διαφόρων δραστηριοτήτων τις οποίες ασκεί σήμερα στο δάσος της Białowieża, και συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, η εκμετάλλευση του υπορόφου του δάσους ή η παραγωγή μελιού.

72      Συναφώς, επισημαίνεται ότι, βάσει των στοιχείων που παρέσχαν οι διάδικοι, τα προς στάθμιση συμφέροντα είναι, αφενός, η διαφύλαξη των οικοτόπων και των ειδών που μνημονεύονται στη σκέψη 1 της παρούσας διατάξεως έναντι ενδεχόμενης απειλής προερχόμενης από τις επίμαχες δραστηριότητες ενεργού δασικής διαχειρίσεως και, αφετέρου, το συμφέρον που συνίσταται στην παρεμπόδιση της υποβαθμίσεως των φυσικών οικοτόπων του δάσους της Białowieża λόγω της παρουσίας του βοστρύχου του χαράκτη.

73      Καταρχάς, ενώ η Επιτροπή βασίμως επικαλείται την ύπαρξη κινδύνου σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας πολλών οικοτόπων τους οποίους αφορούν οι ως άνω δραστηριότητες, η Δημοκρατία της Πολωνίας περιορίζεται στο επιχείρημα ότι οι δραστηριότητες αυτές είναι αναγκαίες, μεταξύ άλλων, για την καταπολέμηση του βοστρύχου του χαράκτη και, ως εκ τούτου, για τη διασφάλιση της διατηρήσεως των φυσικών οικοτόπων που προστατεύονται εντός της περιοχής του δικτύου Natura 2000 Puszcza Białowieska, μεταξύ των οποίων μνημονεύει μόνο τον οικότοπο των υποηπειρωτικών δασών δρυός και καρπίνου.

74      Περαιτέρω, η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν διευκρινίζει τους λόγους για τους οποίους η παύση των εν λόγω δραστηριοτήτων έως τη δημοσίευση της αποφάσεως επί της ουσίας, δηλαδή πιθανότατα για μερικούς μόνο μήνες από την ημερομηνία της παρούσας διατάξεως, είναι ικανή να προκαλέσει σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία στον οικότοπο αυτό.

75      Εξάλλου, το προβαλλόμενο από τη Δημοκρατία της Πολωνίας επιχείρημα ότι οι επίμαχες δραστηριότητες ενεργού δασικής διαχειρίσεως αφορούν περιορισμένο μόνο τμήμα της περιοχής του δικτύου Natura 2000 Puszcza Białowieska δεν συνηγορεί υπέρ της απόψεως που διατυπώνει το εν λόγω κράτος μέλος, αλλά αντιθέτως τείνει να ενισχύσει την άποψη της Επιτροπής, κατά την οποία η προσωρινή παύση των δραστηριοτήτων αυτών δεν θα προκαλέσει σοβαρή ζημία στην ως άνω περιοχή.

76      Τέλος, μολονότι είναι πρόδηλο ότι οι επίμαχες δραστηριότητες ενεργού δασικής διαχειρίσεως έχουν άμεσο αντίκτυπο στους οικοτόπους που μνημονεύει η Επιτροπή, οι συνέπειες της παύσεως των δραστηριοτήτων αυτών επί του οικοτόπου των υποηπειρωτικών δασών δρυός και καρπίνου θα ήταν μόνο έμμεσες και θα τελούσαν σε συνάρτηση με την πραγματική εξάπλωση του βοστρύχου του χαράκτη και του ζημιογόνου χαρακτήρα της εξαπλώσεως αυτής. Δεδομένου ότι, όπως υποστηρίζει μετ’ επιτάσεως η Δημοκρατία της Πολωνίας, οι εν λόγω δραστηριότητες εντάσσονται στο πλαίσιο της συνήθους διαχειρίσεως των δασικών πόρων, η παύση τους επί μερικούς μόνο μήνες από την ημερομηνία της παρούσας διατάξεως δεν είναι δυνατόν να έχει τόσο ζημιογόνα αποτελέσματα όσο τα αποτελέσματα που θα έχει στους άλλους θιγόμενους οικοτόπους η εξακολούθηση των δραστηριοτήτων αυτών. Εν πάση περιπτώσει, η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν εξήγησε σε ποια στοιχεία βασίζεται για να υποστηρίξει ότι η παύση των επίμαχων δραστηριοτήτων ενεργού δασικής διαχειρίσεως θα προκαλούσε την καταστροφή του οικοτόπου των υποηπειρωτικών δασών δρυός και καρπίνου.

77      Κατά τα λοιπά, προκειμένου ακριβώς να μειωθεί όσο το δυνατόν περισσότερο η διάρκεια κατά την οποία οι επίμαχες δραστηριότητες ενεργού δασικής διαχειρίσεως θα ανασταλούν έως την έκδοση της αποφάσεως επί της ουσίας και λαμβανομένων υπόψη των προβαλλόμενων από τη Δημοκρατία της Πολωνίας επιχειρημάτων αναφορικά με την ανάγκη επείγουσας εκδόσεως της αποφάσεως επί της προσφυγής λόγω παραβάσεως, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου όχι μόνο αποφάσισε, στις 9 Αυγούστου 2017, να δεχτεί το αίτημα της Επιτροπής να εξεταστεί η υπόθεση C-441/17 κατά προτεραιότητα, συμφώνως προς το άρθρο 53 του Κανονισμού Διαδικασίας, αλλά επίσης, με διάταξη της 11ης Οκτωβρίου 2017, υπήγαγε αυτεπαγγέλτως την υπό κρίση υπόθεση στην ταχεία διαδικασία του άρθρου 133, παράγραφος 3, του εν λόγω Κανονισμού Διαδικασίας.

78      Όσον αφορά την κοινωνικών διαστάσεων ζημία που προβάλλει η Δημοκρατία της Πολωνίας, το κράτος μέλος αυτό δεν παρέχει καμία εξήγηση αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους η παύση των επίμαχων δραστηριοτήτων ενεργού δασικής διαχειρίσεως θα έχει ως συνέπεια «την πλήρη διακοπή της αξιοποιήσεως των κοινωνικοοικονομικών πλεονεκτημάτων της επίμαχης περιοχής» και, ειδικότερα, θα αποτελέσει εμπόδιο στη χρήση, για οικονομικούς σκοπούς, του δάσους της Białowieża από τον εγγύς ευρισκόμενο πληθυσμό. Εν πάση περιπτώσει, συμφέροντα αυτής της φύσεως προφανώς δεν έχουν ανώτερη αξία από το συμφέρον που συνίσταται στη διαφύλαξη των επίμαχων οικοτόπων και ειδών.

79      Κατά συνέπεια, ελλείψει τεκμηριωμένων στοιχείων αναφορικά με τις επιβλαβείς συνέπειες τις οποίες είναι ικανός να προκαλέσει βραχυπρόθεσμα ο βόστρυχος ο χαράκτης, επείγει περισσότερο να αποτραπεί η ζημία την οποία μπορεί να προκαλέσει στην προστατευόμενη περιοχή η συνέχιση των εν λόγω δραστηριοτήτων.

80      Κατόπιν των ανωτέρω, η αίτηση της Επιτροπής για τη λήψη των προσωρινών μέτρων που μνημονεύονται στη σκέψη 1 της παρούσας διατάξεως πρέπει να γίνει δεκτή.

81      Εντούτοις, και συμφώνως προς την αίτηση αυτή, τα διατασσόμενα προσωρινά μέτρα θα πρέπει, κατ’ εξαίρεση, να μην εφαρμοστούν επί των επίμαχων δραστηριοτήτων ενεργού δασικής διαχειρίσεως, εφόσον αυτές είναι απολύτως αναγκαίες, και στο μέτρο κατά το οποίο δεν είναι δυσανάλογες, προκειμένου να διαφυλαχθεί, ευθέως και αμέσως, η δημόσια ασφάλεια των ανθρώπων, υπό την προϋπόθεση πάντως η λήψη άλλων, λιγότερο ριζικών μέτρων να μην είναι δυνατή για αντικειμενικούς λόγους.

82      Κατά συνέπεια, οι εν λόγω δραστηριότητες επιτρέπεται να συνεχιστούν αποκλειστικώς και μόνο στο μέτρο κατά το οποίο συνιστούν το μοναδικό μέσο για να διαφυλαχθεί η δημόσια ασφάλεια των ανθρώπων στις περιοχές τις άμεσα παρακείμενες στο οδικό δίκτυο ή σε άλλες σημαντικές υποδομές, εφόσον δεν είναι δυνατή, για αντικειμενικούς λόγους, η διαφύλαξη της ασφάλειας αυτής μέσω της λήψεως άλλων, λιγότερο ριζικών μέτρων, όπως η μέσω επαρκούς σηματοδοτήσεως προειδοποίηση για κινδύνους ή η προσωρινή απαγόρευση, ενδεχομένως επ’ απειλή κατάλληλων κυρώσεων, της προσβάσεως του κοινού στις περιοχές αυτές.

83      Συναφώς, λαμβανομένου υπόψη ότι η επιφύλαξη της δημόσιας ασφάλειας κατά τις σκέψεις 81 και 82 της παρούσας διατάξεως συνιστά παρέκκλιση από την εφαρμογή των διατασσόμενων προσωρινών μέτρων, διευκρινίζεται, αφενός, ότι η εξαίρεση αυτή πρέπει να ερμηνευθεί στενά, δεδομένου μάλιστα ότι μια τέτοια ερμηνεία διασφαλίζει την πρακτική αποτελεσματικότητα των εν λόγω μέτρων.

84      Αφετέρου, η Δημοκρατία της Πολωνίας, σε κάθε περίπτωση κατά την οποία προτίθεται να στηριχτεί στην ως άνω παρέκκλιση, οφείλει να αποδεικνύει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στις προαναφερθείσες σκέψεις, μεταξύ άλλων προβαίνοντας στη λήψη φωτογραφιών πριν και μετά τη συνέχιση των επίμαχων δραστηριοτήτων ενεργού δασικής διαχειρίσεως. Πράγματι, το βάρος αποδείξεως σχετικά με τη συνδρομή των εξαιρετικών περιστάσεων που δικαιολογούν την παρέκκλιση από ορισμένο κανόνα φέρει ο διάδικος που επικαλείται την παρέκκλιση αυτή (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 8ης Απριλίου 2008, Επιτροπή κατά Ιταλίας, C-337/05, EU:C:2008:203, σκέψη 58 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

 Επί του αιτήματος εγγυοδοσίας

85      Η Δημοκρατία της Πολωνίας φρονεί ότι, στην περίπτωση που γίνει δεκτή η αίτηση της Επιτροπής, η εκτέλεση της διατάξεως για τη λήψη προσωρινών μέτρων είναι αναγκαίο να εξαρτηθεί από εγγυοδοσία της Επιτροπής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 162, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, η δε εγγύηση πρέπει να είναι ισόποση με τη ζημία που είναι δυνατόν να προκύψει από την εκτέλεση της διατάξεως αυτής, ήτοι να ανέρχεται σε 3 240 000 000 PLN, ποσό υπολογιζόμενο βάσει της πολωνικής νομοθεσίας η οποία προβλέπει υποχρέωση αποζημιώσεως σε περίπτωση που μια δασική έκταση απωλέσει τον δασικό χαρακτήρα της, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 70 της παρούσας διατάξεως.

86      Επισημαίνεται συναφώς ότι εγγυοδοσία σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ως άνω διάταξη προβλέπεται μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ο διάδικος στον οποίο επιβάλλεται είναι ο οφειλέτης των ποσών τα οποία καλύπτει η εγγύηση και υπάρχει κίνδυνος αφερεγγυότητάς του (διάταξη της 12ης Ιουλίου 1990, Επιτροπή κατά Γερμανίας, C-195/90 R, EU:C:1990:314, σκέψη 48).

87      Αυτό όμως δεν συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση, διότι, εν πάση περιπτώσει, δεν νοείται να μην μπορεί η Ένωση να αντιμετωπίσει τις συνέπειες μιας δικαστικής αποφάσεως που θα την υποχρέωνε σε καταβολή αποζημιώσεως (βλ., κατ’ αναλογία, διάταξη της 12ης Ιουλίου 1990, Επιτροπή κατά Γερμανίας, C‑195/90 R, EU:C:1990:314, σκέψη 49).

88      Συνεπώς, δεν υπάρχει λόγος να εξαρτηθεί η λήψη των ζητούμενων προσωρινών μέτρων από εγγυοδοσία εκ μέρους της Επιτροπής.

 Επί του συμπληρωματικού αιτήματος της Επιτροπής να διαταχθεί η καταβολή χρηματικής ποινής

89      Με το συμπληρωματικό αίτημα της 13ης Σεπτεμβρίου 2017, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι δραστηριότητες των οποίων η παύση διατάχθηκε προσωρινώς με τη διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 27ης Ιουλίου 2017, Επιτροπή κατά Πολωνίας (C-441/17 R, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2017:622), συνεχίστηκαν μετά την επίδοση της διατάξεως αυτής στο εν λόγω κράτος μέλος, κατά παράβαση των διαταχθέντων προσωρινών μέτρων. Προς στήριξη του του ισχυρισμού της, η Επιτροπή επικαλείται ιδίως έκθεση του Κοινού Κέντρου Ερευνών (JRC), της 6ης Σεπτεμβρίου 2017, βασιζόμενη σε εικόνες της περιοχής Białowieża από δορυφόρο, καθώς και σε μελέτη εκπονηθείσα από τις υπηρεσίες της Επιτροπής, στηριζόμενη σε σύγκριση μεταξύ φωτογραφιών από μέλη της πολωνικής κοινωνίας των πολιτών και επισήμων στοιχείων παρασχεθέντων από τη Δασική Υπηρεσία σε σχέση με την τοποθεσία των φυσικών οικοτόπων και των προστατευόμενων ειδών.

90      Βάσει των ως άνω στοιχείων και στηριζόμενη στο άρθρο 279 ΣΛΕΕ, η Επιτροπή ζητεί να υποχρεωθεί η Δημοκρατία της Πολωνίας να καταβάλει χρηματική ποινή για την περίπτωση κατά την οποία δεν συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που θα της επιβληθούν με την παρούσα διάταξη. Η Επιτροπή δεν διευκρινίζει το ποσό της ζητούμενης χρηματικής ποινής αλλά προτείνει, προκειμένου να καταστεί δυνατός ο εκ μέρους της έλεγχος της συμμορφώσεως της Δημοκρατίας της Πολωνίας προς τη διάταξη αυτή και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, ο υπολογισμός του ως άνω ποσού, να καθοριστεί αυτό λαμβάνοντας υπόψη τη μείωση της καλυπτόμενης από δένδρα επιφάνειας στους προστατευόμενους οικοτόπους.

91      Η Δημοκρατία της Πολωνίας αντιτείνει, κατ’ ουσίαν, ότι το εν λόγω συμπληρωματικό αίτημα είναι προδήλως απαράδεκτο, για τον λόγο ότι, σε αντίθεση με το άρθρο 260 ΣΛΕΕ, το άρθρο 279 ΣΛΕΕ δεν παρέχει ρητώς στο Δικαστήριο την εξουσία να επιβάλλει χρηματικές ποινές στα κράτη μέλη και ότι μια τέτοια αρμοδιότητα δεν μπορεί να συναχθεί απλώς από την τελολογική ερμηνεία της τελευταίας αυτής διατάξεως. Επιπλέον, τυχόν αποδοχή του αιτήματος αυτού εν προκειμένω θα είχε ως συνέπεια την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της Δημοκρατίας της Πολωνίας, δεδομένου ότι αυτή δεν είχε τη δυνατότητα να τοποθετηθεί επί του κατά πόσον οι επίμαχες δραστηριότητες ενεργού δασικής διαχειρίσεως είναι σύμφωνες με την εξαίρεση της δημόσιας ασφάλειας, η οποία αναγνωρίστηκε με τη διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 27ης Ιουλίου 2017 (Επιτροπή κατά Πολωνίας, C-441/17 R, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2017:622), ούτε επί του ποσού της χρηματικής ποινής της οποίας ζητείται η καταβολή.

92      Εν πάση περιπτώσει, το ως άνω συμπληρωματικό αίτημα είναι, κατ’ αυτήν, αβάσιμο, διότι η Επιτροπή, προκειμένου να διαπιστώσει ότι δεν τηρήθηκε η προαναφερθείσα διάταξη, στηρίζεται, αφενός, σε εσφαλμένη ερμηνεία της, η οποία δεν λαμβάνει υπόψη το περιεχόμενο της σχετικής με τη δημόσια ασφάλεια εξαιρέσεως την οποία προβλέπει η διάταξη αυτή και, αφετέρου, σε στοιχεία στερούμενα αποδεικτικής ισχύος.

93      Κατά την ακροαματική διαδικασία της 17ης Οκτωβρίου 2017, οι διάδικοι επανέλαβαν κατ’ ουσίαν την επιχειρηματολογία τους.

94      Προκειμένου το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του συμπληρωματικού αιτήματος της Επιτροπής, επισημαίνεται ότι, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 43 της παρούσας διατάξεως, σκοπός της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων είναι διασφαλιστεί η πλήρης αποτελεσματικότητα της μελλοντικής οριστικής αποφάσεως, ώστε να αποτραπούν κενά στην έννομη προστασία που διασφαλίζει το Δικαστήριο.

95      Κατά συνέπεια, η διαδικασία αυτή έχει παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση με την κύρια διαδικασία προς την οποία συναρτάται. Στο πλαίσιο αυτό, η απόφαση την οποία λαμβάνει ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να έχει προσωρινό χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι δεν πρέπει να προδικάζει την εκδοθησόμενη επί της ουσίας απόφαση καθιστώντας την άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, διάταξη της 17ης Μαΐου 1991, CIRFS κ.λπ. κατά Επιτροπής, C-313/90 R, EU:C:1991:220, σκέψη 24).

96      Στο σύστημα των μέσων έννομης προστασίας που καθιερώνει η Συνθήκη, ο διάδικος δύναται όχι μόνο να ζητήσει, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 278 ΣΛΕΕ, την αναστολή εκτελέσεως της πράξεως που αποτελεί αντικείμενο της κύριας δίκης, αλλά επίσης να στηριχτεί στο άρθρο 279 ΣΛΕΕ, προκειμένου να ζητήσει τη λήψη προσωρινών μέτρων. Δυνάμει της τελευταίας αυτής διατάξεως, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων δύναται, μεταξύ άλλων, να απευθύνει προσωρινώς τις κατάλληλες εντολές στον αντίδικο (διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 24ης Απριλίου 2008, Επιτροπή κατά Μάλτας, C-76/08 R, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2008:252, σκέψη 19).

97      Επομένως, το άρθρο 279 ΣΛΕΕ παρέχει στο Δικαστήριο την αρμοδιότητα να επιβάλει οποιοδήποτε προσωρινό μέτρο κρίνει αναγκαίο προκειμένου να διασφαλίσει την αποτελεσματικότητα της οριστικής αποφάσεως.

98      Ασφαλώς, από το άρθρο 160, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας προκύπτει ότι στον αιτούντα τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων απόκειται να ζητήσει τα προσωρινά μέτρα που θεωρεί αναγκαία προς τον σκοπό αυτό καθώς και να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη λήψη τους.

99      Εντούτοις, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων, εφόσον επιληφθεί σχετικής αιτήσεως, υποχρεούται να εξασφαλίζει ότι τα μέτρα που προτίθεται να διατάξει είναι αρκούντως αποτελεσματικά για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, το άρθρο 279 ΣΛΕΕ παρέχει στον δικαστή αυτό ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως στο πλαίσιο του οποίου έχει, μεταξύ άλλων, την εξουσία, λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις της εκάστοτε υποθέσεως, να διευκρινίζει το αντικείμενο και το περιεχόμενο των ζητούμενων προσωρινών μέτρων καθώς και, αν το κρίνει αναγκαίο, να λαμβάνει, αναλόγως της περιπτώσεως ακόμη και αυτεπαγγέλτως, κάθε παρεπόμενο μέτρο με σκοπό να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα των προσωρινών μέτρων τα οποία διατάσσει.

100    Ειδικότερα, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να είναι σε θέση να διασφαλίζει την αποτελεσματικότητα των εντολών που απευθύνει σε διάδικο δυνάμει του άρθρου 279 ΣΛΕΕ, λαμβάνοντας κάθε μέτρο που αποσκοπεί στη συμμόρφωση του διαδίκου προς τη διάταξη ασφαλιστικών μέτρων. Το μέτρο αυτό μπορεί, μεταξύ άλλων, να συνίσταται στην επιβολή χρηματικής ποινής για την περίπτωση κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος διάδικος δεν συμμορφωθεί προς ορισμένη επιβληθείσα υποχρέωση.

101    Η Δημοκρατία της Πολωνίας έχει την άποψη ότι μόνο το άρθρο 260 ΣΛΕΕ παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να επιβάλλει κυρώσεις στα κράτη μέλη. Εξ αυτού συνάγει ότι, αν η Επιτροπή φρονεί ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας παρέβη τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 27ης Ιουλίου 2017 (Επιτροπή κατά Πολωνίας, C-441/17 R, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2017:622), οφείλει να ασκήσει προηγουμένως προσφυγή λόγω παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, μόνο δε στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο δεχτεί την προσφυγή αυτή και η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν εκτελέσει τη σχετική απόφαση του Δικαστηρίου, έχει η Επιτροπή τη δυνατότητα να ασκήσει προσφυγή δυνάμει του άρθρου 260 ΣΛΕΕ.

102    Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, αφενός, η χρηματική ποινή, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως κύρωση, και, αφετέρου, ο τρόπος κατά τον οποίο η Δημοκρατία της Πολωνίας ερμηνεύει το σύστημα των μέσων έννομης προστασίας που καθιερώνει το δίκαιο της Ένωσης γενικώς και τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων ειδικώς θα είχε ως αποτέλεσμα να περιοριστεί σημαντικά η δυνατότητα επιτεύξεως του επιδιωκόμενου με τη διαδικασία αυτή σκοπού, σε περίπτωση μη συμμορφώσεως του εμπλεκόμενου κράτους μέλους προς τα διαταχθέντα σε βάρος του προσωρινά μέτρα. Πράγματι, η επαπειλούμενη επιβολή χρηματικής ποινής, ως μέσο για να υποχρεωθεί κράτος μέλος να συμμορφωθεί προς τα διαταχθέντα από τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων προσωρινά μέτρα, αποσκοπεί να διασφαλίσει την αποτελεσματική εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, η οποία είναι σύμφυτη με την αρχή του κράτους δικαίου, την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 2 ΣΕΕ και η οποία αποτελεί θεμέλιο της Ένωσης.

103    Επομένως, η διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δυνάμει του άρθρου 279 ΣΛΕΕ, μολονότι έχει ομολογουμένως περιορισμένη εμβέλεια λόγω του παρεπόμενου χαρακτήρα της σε σχέση με την κύρια διαδικασία και λόγω της προσωρινής φύσεως των μέτρων που είναι δυνατόν να ληφθούν στο πλαίσιό της, εντούτοις χαρακτηρίζεται από το εύρος των εξουσιών οι οποίες αναγνωρίζονται στον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων ώστε να μπορεί να διασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητα της οριστικής αποφάσεως.

104    Προς τον σκοπό αυτό, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων, εφόσον εκτιμά ότι οι περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως επιτάσσουν τη λήψη πρόσθετων μέτρων προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα των ζητούμενων προσωρινών μέτρων, είναι, μεταξύ άλλων, αρμόδιος, δυνάμει του άρθρου 279 ΣΛΕΕ, να προβλέπει την επιβολή χρηματικής ποινής σε κράτος μέλος για την περίπτωση κατά την οποία αυτό δεν συμμορφωθεί προς τα διατασσόμενα προσωρινά μέτρα.

105    Πράγματι, η προοπτική επιβολής χρηματικής ποινής σε μια τέτοια περίπτωση, δεδομένου ότι συμβάλλει στο να αποτρέψει το εμπλεκόμενο κράτος μέλος από τυχόν μη συμμόρφωσή του προς τα διαταχθέντα προσωρινά μέτρα, ενισχύει την αποτελεσματικότητά τους και, ως εκ τούτου, διασφαλίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα της οριστικής αποφάσεως, εντασσόμενη κατά τον τρόπο αυτό πλήρως στο πλαίσιο του επιδιωκόμενου με το άρθρο 279 ΣΛΕΕ σκοπού.

106    Όσον αφορά το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Πολωνίας ότι η επιβολή χρηματικής ποινής είναι μη αναστρέψιμη και, επομένως, δεν καλύπτεται από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 279 ΣΛΕΕ, υπενθυμίζεται ότι η απόφαση την οποία λαμβάνει ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων έχει προσωρινό χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι δεν πρέπει να προδικάζει την εκδοθησόμενη επί της ουσίας απόφαση καθιστώντας την άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας.

107    Η δυνατότητα όμως να προβλεφθεί η επιβολή χρηματικής ποινής προκειμένου και μόνο να διασφαλιστεί η συμμόρφωση προς τα επίμαχα προσωρινά μέτρα ουδόλως προδικάζει την απόφαση επί της ουσίας.

108    Κατά συνέπεια, παρεπόμενο μέτρο που συνίσταται στην πρόβλεψη της επιβολής χρηματικής ποινής σε περίπτωση μη συμμορφώσεως του εμπλεκόμενου κράτους μέλους προς τα διατασσόμενα προσωρινά εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 279 ΣΛΕΕ.

109    Εν προκειμένω, χωρίς να είναι αναγκαίο να αποδειχτεί στο παρόν στάδιο αν, όπως διατείνεται η Επιτροπή, η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν συμμορφώθηκε προς τη διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 27ης Ιουλίου 2017, Επιτροπή κατά Πολωνίας (C-441/17 R, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2017:622), επισημαίνεται ότι η δικογραφία περιλαμβάνει ένα σύνολο επαρκών ενδείξεων ικανών να δημιουργήσουν αμφιβολία στο Δικαστήριο ως προς τη συμμόρφωση του εν λόγω κράτους μέλους προς τη διάταξη αυτή και ως προς την πρόθεσή του να συμμορφωθεί προς την παρούσα διάταξη έως τη δημοσίευση της αποφάσεως επί της ουσίας.

110    Πράγματι, η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστήριξε ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή η συσταλτική ερμηνεία της σχετικής με τη δημόσια ασφάλεια εξαιρέσεως που προβλέφθηκε με τη διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 27ης Ιουλίου 2017, Επιτροπή κατά Πολωνίας (C-441/17 R, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2017:622), και δήλωσε κατά τρόπο γενικό ότι συμμορφώθηκε πλήρως προς τη διάταξη αυτή και ότι οι δραστηριότητες που συνεχίστηκαν μετά την επίδοσή της είχαν ως αποκλειστικό σκοπό τη διαφύλαξη της δημόσιας ασφάλειας.

111    Επιπλέον, προς στήριξη του συμπληρωματικού αιτήματός της, η Επιτροπή προσκόμισε στο Δικαστήριο φωτογραφίες δορυφόρου οι οποίες αποδεικνύουν ότι οι επίμαχες δραστηριότητες ενεργού δασικής διαχειρίσεως συνεχίστηκαν σε τμήματα της δασικής εκτάσεως στα οποία δεν προέκυπτε προδήλως η ανάγκη να μην παύσουν οι δραστηριότητες αυτές για επιτατικούς λόγους δημόσιας ασφάλειας.

112    Μολονότι η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει ότι οι ως άνω φωτογραφίες δορυφόρου δεν έχουν καμία αποδεικτική ισχύ, εντούτοις οι φωτογραφίες αυτές επαρκούν, στο σύνολό τους, για να δημιουργήσουν αμφιβολίες ως προς την πλήρη συμμόρφωση του κράτους μέλους αυτού προς τη διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 27ης Ιουλίου 2017 (Επιτροπή κατά Πολωνίας, C-441/17 R, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2017:622), καθώς και ως προς την πρόθεσή του να συμμορφωθεί προς την παρούσα διάταξη όσον αφορά, μεταξύ άλλων, την ερμηνεία της σχετικής με τη δημόσια ασφάλεια εξαιρέσεως που η διάταξη αυτή προβλέπει. Συναφώς, το γεγονός ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας ανέθεσε την εκτίμηση των σχετικών με τη δημόσια ασφάλεια απαιτήσεων σε ανεξάρτητη επιτροπή συσταθείσα ad hoc δεν απαλλάσσει το κράτος μέλος αυτό από την ευθύνη του να διασφαλίσει τη μη υπέρβαση των ορίων της ως άνω εξαιρέσεως.

113    Υπό τις συνθήκες αυτές, αν με την παρούσα διάταξη απλώς επιβεβαιώνονταν τα μέτρα που διατάχθηκαν με τη διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 27ης Ιουλίου 2017, Επιτροπή κατά Πολωνίας (C-441/17 R, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2017:622), δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί ο κίνδυνος να παραμείνει περιορισμένη η αποτελεσματικότητα της παρούσας διατάξεως.

114    Επομένως, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, και δεδομένου ότι, στις σκέψεις 81 και 82 της παρούσας διατάξεως, διευκρινίστηκε, σύμφωνα με το αίτημα που διατύπωσε η Επιτροπή κατά την ακροαματική διαδικασία της 11ης Σεπτεμβρίου 2017 και της 17ης Οκτωβρίου 2017, το περιεχόμενο της σχετικής με τη δημόσια ασφάλεια εξαιρέσεως, παρίσταται ανάγκη να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα των διατασσόμενων με την παρούσα διάταξη προσωρινών μέτρων και συγκεκριμένα να προβλεφθεί η επιβολή χρηματικής ποινής για την περίπτωση κατά την οποία η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν συμμορφωθεί αμέσως και πλήρως προς τα εν λόγω προσωρινά μέτρα, προκειμένου με τον τρόπο αυτό να αποτραπεί το ενδεχόμενο να επιχειρήσει το εν λόγω κράτος μέλος να καθυστερήσει τη συμμόρφωσή του προς την παρούσα διάταξη.

115    Επομένως, προς τον σκοπό αυτό, η Δημοκρατία της Πολωνίας πρέπει να υποχρεωθεί να γνωστοποιήσει στην Επιτροπή, το αργότερο εντός 15 ημερών από της επιδόσεως της παρούσας διατάξεως, όλα τα μέτρα που θα έχει λάβει προκειμένου να συμμορφωθεί πλήρως προς τη διάταξη αυτή, συμπεριλαμβανομένης της αναστολής, όσον αφορά το επίμαχο δάσος, των δραστηριοτήτων που μνημονεύονται στις σκέψεις 25 και 26 της παρούσας διατάξεως, προσδιορίζοντας αιτιολογημένα τις επίμαχες δραστηριότητες ενεργού δασικής διαχειρίσεως των οποίων την υλοποίηση προτίθεται να συνεχίσει να επιτρέπει για τον λόγο ότι αυτές είναι αναγκαίες για τη διαφύλαξη της δημόσιας ασφάλειας σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στις σκέψεις 81 και 82 της παρούσας διατάξεως.

116    Αν η Επιτροπή κρίνει ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν συμμορφώθηκε πλήρως προς την παρούσα διάταξη, θα δύναται να ζητήσει την επανάληψη της διαδικασίας. Προς στήριξη τέτοιου αιτήματος, η Επιτροπή θα πρέπει, κατά περίπτωση, να αποδείξει ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν ανέστειλε τις επίμαχες δραστηριότητες ενεργού δασικής διαχειρίσεως και, εφόσον τούτο αποδειχθεί, το κράτος μέλος αυτό θα πρέπει να αποδείξει ότι η τυχόν συνέχιση της υλοποιήσεως των δραστηριοτήτων αυτών δικαιολογείται από την ανάγκη διαφυλάξεως της δημόσιας ασφάλειας σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στις σκέψεις 81 και 82 της παρούσας διατάξεως. Το Δικαστήριο θα αποφανθεί, με την έκδοση νέας διατάξεως, επί της τυχόν μη συμμορφώσεως προς την παρούσα διάταξη.

117    Συναφώς, επισημαίνεται καταρχάς ότι η παρούσα διάταξη επιβεβαιώνει προσωρινά μέτρα που έχουν ήδη διαταχθεί με τη διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 27ης Ιουλίου 2017, Επιτροπή κατά Πολωνίας (C-441/17 R, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2017:622), και εντάσσεται σε διαδικασία σχετική με τη λήψη προσωρινών μέτρων των οποίων η τήρηση είναι αναγκαία προκειμένου να αποφευχθεί η πρόκληση σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης στην επίμαχη περιοχή και των οποίων η λήψη διατάχθηκε κατόπιν, μεταξύ άλλων, σταθμίσεως των εμπλεκόμενων συμφερόντων. Περαιτέρω, οι επιβαλλόμενες στη Δημοκρατία της Πολωνίας ενέργειες συνίστανται στην παύση των επίμαχων δραστηριοτήτων ενεργού δασικής διαχειρίσεως και, ως εκ τούτου, η αποτελεσματικότητα των προσωρινών μέτρων αυτών συναρτάται προς την άμεση εκτέλεσή τους. Τέλος, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία η Δημοκρατία της Πολωνίας εγείρει ερμηνευτικές αμφιβολίες ως προς την εκτέλεση της παρούσας διατάξεως, οι αμφιβολίες αυτές θα πρέπει να αρθούν σε συμφωνία με την Επιτροπή σύμφωνα με το γενικό καθήκον ειλικρινούς συνεργασίας.

118    Αν διαπιστωθεί μη συμμόρφωση, το Δικαστήριο θα υποχρεώσει τη Δημοκρατία της Πολωνίας να καταβάλει στην Επιτροπή ημερήσια χρηματική ποινή ύψους τουλάχιστον 100 000 ευρώ, με αφετηρία την επίδοση της παρούσας διατάξεως στη Δημοκρατία της Πολωνίας και έως ότου το κράτος μέλος αυτό συμμορφωθεί προς αυτή ή έως την έκδοση της αποφάσεως με την οποία θα περατωθεί η διαδικασία στην υπόθεση C-441/17.

119    Κατόπιν των ανωτέρω, το Δικαστήριο επιφυλάσσεται να αποφανθεί επί του συμπληρωματικού αιτήματος της Επιτροπής.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έκτο τμήμα) διατάσσει:

1)      Η Δημοκρατία της Πολωνίας υποχρεούται να παύσει, αμέσως και έως την έκδοση της αποφάσεως με την οποία θα περατωθεί η διαδικασία στην υπόθεση C-441/17,

–        τις δραστηριότητες ενεργού δασικής διαχειρίσεως στους οικοτόπους 91D0 –δασώδεις τυρφώνες– και 91E0 –αλλουβιακά δάση με ιτιές, λεύκες, κλήθρες και μελίες–, και στις αιωνόβιες δασοσυστάδες του οικοτόπου 9170 –υποηπειρωτικά δάση δρυός και καρπίνου–, καθώς και στους οικοτόπους του λευκονώτη δρυοκολάπτη (Dendrocopos leucotos), του τριδάκτυλου δρυοκολάπτη (Picoides tridactylus), της σπουργιτόγλαυκας (Glaucidium passerinum), του αιγιωλιού (Aegolius funereus), της σφηκοβαρβακίνας (Pernis apivorus), του νανομυγοχάφτη (Ficedula parva), του κρικομυγοχάφτη (Ficedula albicollis) και του φασσοπερίστερου (Colomba oenas) και στους οικοτόπους των σαπροξυλικών κανθάρων –Cucujus cinnaberinus, Boros schneideri, Phryganophilus ruficollis, Pytho kolwensis, Rhysodes sulcatus και Buprestis splendens–, και

–        την απομάκρυνση αιωνόβιων νεκρών ερυθρελατών καθώς και τις δραστηριότητες υλοτομίας στο πλαίσιο της εντατικοποιήσεως της δασικής εκμεταλλεύσεως στην περιοχή PLC200004 Puszcza Białowieska (Πολωνία),

όπως τα μέτρα αυτά προβλέπονται στην απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος της Δημοκρατίας της Πολωνίας της 25ης Μαρτίου 2016 και στο άρθρο 1, σημεία 2 και 3, της αποφάσεως αριθ. 51 του γενικού διευθυντή της Lasy Państwowe (Δασική Υπηρεσία, Πολωνία), της 17ης Φεβρουαρίου 2017.

2)      Κατ’ εξαίρεση, η Δημοκρατία της Πολωνίας δύναται να επιτρέψει τη συνέχιση της υλοποιήσεως των μέτρων που διαλαμβάνονται στο σημείο 1 του διατακτικού της παρούσας διατάξεως, εφόσον αυτά είναι απολύτως αναγκαία, και στο μέτρο κατά το οποίο δεν είναι δυσανάλογα, προκειμένου να διαφυλαχθεί, ευθέως και αμέσως, η δημόσια ασφάλεια των ανθρώπων, υπό την προϋπόθεση πάντως η λήψη άλλων, λιγότερο ριζικών μέτρων να μην είναι δυνατή για αντικειμενικούς λόγους.

Κατά συνέπεια, οι εν λόγω δραστηριότητες επιτρέπεται να συνεχιστούν αποκλειστικώς και μόνο στο μέτρο κατά το οποίο συνιστούν το μοναδικό μέσο για να διαφυλαχθεί η δημόσια ασφάλεια των ανθρώπων στις περιοχές τις άμεσα παρακείμενες στο οδικό δίκτυο ή σε άλλες σημαντικές υποδομές, εφόσον δεν είναι δυνατή, για αντικειμενικούς λόγους, η διαφύλαξη της ασφάλειας αυτής μέσω της λήψεως άλλων, λιγότερο ριζικών μέτρων, όπως η μέσω επαρκούς σηματοδοτήσεως προειδοποίηση για κινδύνους ή η προσωρινή απαγόρευση, ενδεχομένως επ’ απειλή κατάλληλων κυρώσεων, της προσβάσεως του κοινού στις περιοχές αυτές.

3)      Η Δημοκρατία της Πολωνίας υποχρεούται να γνωστοποιήσει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το αργότερο εντός 15 ημερών από της επιδόσεως της παρούσας διατάξεως, όλα τα μέτρα που θα έχει λάβει προκειμένου να συμμορφωθεί πλήρως προς τη διάταξη αυτή, προσδιορίζοντας αιτιολογημένα τις επίμαχες δραστηριότητες ενεργού δασικής διαχειρίσεως την υλοποίηση των οποίων προτίθεται να συνεχίσει να επιτρέπει για τον λόγο ότι αυτές είναι αναγκαίες για τη διαφύλαξη της δημόσιας ασφάλειας σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στις σκέψεις 81 και 82 της παρούσας διατάξεως.

4)      Επιφυλάσσεται ως προς το συμπληρωματικό αίτημα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

5)      Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η πολωνική.