Language of document : ECLI:EU:C:2017:618

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

YVES BOT

της 26ης Ιουλίου 2017 (1)

Υποθέσεις C-643/15 και C-647/15

Σλοβακική Δημοκρατία,

Ουγγαρία

κατά

Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

«Προσφυγές ακυρώσεως – Απόφαση (ΕΕ) 2015/1601 – Προσωρινά μέτρα στον τομέα της διεθνούς προστασίας υπέρ της Ιταλικής Δημοκρατίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας – Επείγουσα κατάσταση λόγω αιφνίδιας εισροής υπηκόων τρίτων χωρών στο έδαφος ορισμένων κρατών μελών – Μετεγκατάσταση των υπηκόων αυτών στο έδαφος των άλλων κρατών μελών – Κατανομές μετεγκατάστασης – Άρθρο 80 ΣΛΕΕ – Αρχή της αλληλεγγύης και της δίκαιης κατανομής ευθυνών μεταξύ των κρατών μελών – Άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ – Νομική βάση – Έννοια της “νομοθετικής πράξεως” – Άρθρο 289, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ – Δεσμευτικότητα των συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Άρθρο 15, παράγραφος 1, ΣΕΕ και άρθρο 68 ΣΛΕΕ – Παράβαση ουσιωδών τύπων – Τροποποίηση της προτάσεως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής – Απαιτήσεις νέας διαβουλεύσεως με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και ομόφωνης ψήφου στο πλαίσιο του Συμβουλίου – Άρθρο 293 ΣΛΕΕ – Αρχές της ασφάλειας δικαίου και της αναλογικότητας»






1.        Η Σλοβακική Δημοκρατία (C-643/15) και η Ουγγαρία (C‑647/15) ζητούν με τις προσφυγές τους την ακύρωση της αποφάσεως (ΕΕ) 2015/1601 του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2015, για τη θέσπιση προσωρινών μέτρων στον τομέα της διεθνούς προστασίας υπέρ της Ιταλίας και της Ελλάδας (2).

2.        Η απόφαση αυτή εκδόθηκε από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με βάση το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, το οποίο προβλέπει ότι, «[ε]φόσον ένα ή περισσότερα κράτη μέλη αντιμετωπίζουν επείγουσα κατάσταση, λόγω αιφνίδιας εισροής υπηκόων τρίτων χωρών, το Συμβούλιο μπορεί να εκδίδει, μετά από πρόταση της [Ευρωπαϊκής] Επιτροπής, προσωρινά μέτρα υπέρ του εν λόγω κράτους μέλους ή των εν λόγω κρατών μελών. Το Συμβούλιο αποφασίζει μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο».

3.        Η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε στο πλαίσιο της μεταναστευτικής κρίσης που έπληξε την Ευρωπαϊκή Ένωση από το έτος 2014 και εντάθηκε κατά το έτος 2015, και ειδικότερα τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του έτους αυτού, καθώς και της ανθρωπιστικής καταστροφής που προκλήθηκε από την κρίση αυτή ιδίως στα κράτη μέλη της πρώτης γραμμής, όπως η Ιταλική Δημοκρατία και η Ελληνική Δημοκρατία, τα οποία αντιμετώπισαν μαζική εισροή μεταναστών από τρίτες χώρες όπως η Αραβική Δημοκρατία της Συρίας, η Ισλαμική Δημοκρατία του Αφγανιστάν, η Δημοκρατία του Ιράκ και το Κράτος της Ερυθραίας.

4.        Προκειμένου να αντιμετωπίσει τη μεταναστευτική κρίση και τις συνακόλουθες πιέσεις που ασκήθηκαν στα συστήματα ασύλου της Ιταλικής Δημοκρατίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας, η προσβαλλόμενη απόφαση προβλέπει τη μετεγκατάσταση, εντός περιόδου δύο ετών, 120 000 ατόμων που χρήζουν σαφώς διεθνούς προστασίας από τα δύο αυτά κράτη μέλη προς τα άλλα κράτη μέλη. Η απόφαση αυτή συνοδεύεται από δύο παραρτήματα τα οποία κατανέμουν, σε πρώτο στάδιο, 66 000 άτομα προς μετεγκατάσταση από την Ιταλία (ποσόστωση 15 600) και από την Ελλάδα (ποσόστωση 50 400), με βάση υποχρεωτικές κατανομές που καθορίζονται για έκαστο εκ των υπολοίπων κρατών μελών (3).

5.        Το άρθρο 2, στοιχείο εʹ, της προσβαλλομένης αποφάσεως ορίζει τη μετεγκατάσταση ως «[τη] μεταφορά του αιτούντος από το έδαφος του κράτους μέλους, το οποίο τα κριτήρια που καθορίζονται στο κεφάλαιο ΙΙΙ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 604/2013 [(4)] υποδεικνύουν ως υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησής του για διεθνή προστασία, στο έδαφος του κράτους μέλους μετεγκατάστασης». Το τελευταίο αυτό κράτος είναι, κατά το άρθρο 2, στοιχείο στʹ, της προσβαλλομένης αποφάσεως, «τ[ο] κράτ[ος] μέλ[ος] τ[ο] οποί[ο] καθίστα[ται] υπεύθυν[ο] για την εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας του αιτούντος, σύμφωνα με τον κανονισμό [Δουβλίνο ΙΙΙ], μετά τη μετεγκατάστασή του στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους».

6.        Ο προσωρινός μηχανισμός μετεγκατάστασης που προβλέπει η προσβαλλόμενη απόφαση προστίθεται σε άλλα μέτρα τα οποία είχαν ήδη ληφθεί στο επίπεδο της Ένωσης για την αντιμετώπιση της μεταναστευτικής κρίσης, και μεταξύ αυτών το ευρωπαϊκό πρόγραμμα «επανεγκατάστασης» (5) 22 504 ατόμων που χρήζουν διεθνούς προστασίας, το οποίο συμφωνήθηκε στις 20 Ιουλίου 2015 με τη μορφή «συμφωνίας» μεταξύ των κρατών μελών και των κρατών που συνδέονται με το σύστημα του Δουβλίνου, καθώς και η απόφαση (ΕΕ) 2015/1523, που εκδόθηκε από το Συμβούλιο στις 14 Σεπτεμβρίου 2015 (6), η οποία προβλέπει τη μετεγκατάσταση από την Ελλάδα και την Ιταλία, εντός περιόδου δύο ετών, 40 000 ατόμων που χρήζουν σαφώς διεθνούς προστασίας προς τα άλλα κράτη μέλη με βάση κατανομή που καθορίζεται με συναίνεση (7).

7.        Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, στις 9 Σεπτεμβρίου 2015, η Επιτροπή παρουσίασε όχι μόνο την πρόταση της μετέπειτα προσβαλλομένης αποφάσεως (8) αλλά και πρόταση κανονισμού για την τροποποίηση του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ (9). Η πρόταση αυτή προβλέπει «μόνιμο» μηχανισμό μετεγκατάστασης, ήτοι μηχανισμό μετεγκατάστασης ο οποίος, σε αντίθεση με αυτόν που προβλέπει η απόφαση 2015/1523 και η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν είναι χρονικώς περιορισμένος. Η τελευταία αυτή πρόταση δεν έχει εγκριθεί μέχρι στιγμής.

8.        Όσον αφορά το ιστορικό θεσπίσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, επισημαίνονται τα ακόλουθα.

9.        Η αρχική πρόταση της Επιτροπής προέβλεπε τη μετεγκατάσταση 120.000 αιτούντων διεθνή προστασία από την Ιταλία (15 600 άτομα), την Ελλάδα (50 400 άτομα) και την Ουγγαρία (54 000 άτομα) προς τα άλλα κράτη μέλη. Μεταξύ των παραρτημάτων που συνόδευαν την πρόταση αυτή, τα παραρτήματα Ι έως ΙΙΙ περιλάμβαναν τρεις πίνακες κατανομής των εν λόγω αιτούντων από καθένα εκ των τριών αυτών κρατών μελών μεταξύ των άλλων κρατών μελών, εξαιρουμένων του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βορείου Ιρλανδίας, της Ιρλανδίας και του Βασιλείου της Δανίας, με τη μορφή ποσοστώσεων καθοριζομένων για έκαστο εξ αυτών των κρατών μελών.

10.      Στις 13 Σεπτεμβρίου 2015 η Επιτροπή διαβίβασε την πρόταση αυτή στα εθνικά κοινοβούλια.

11.      Στις 14 Σεπτεμβρίου 2015 το Συμβούλιο διαβίβασε την ίδια πρόταση στο Κοινοβούλιο για διαβούλευση.

12.      Στις 17 Σεπτεμβρίου 2015 το Κοινοβούλιο εξέδωσε νομοθετικό ψήφισμα περί εγκρίσεως της εν λόγω προτάσεως λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, την «έκτακτη και επείγουσα κατάσταση και την ανάγκη αντιμετώπισής της χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση», ζητώντας παράλληλα να κληθεί εκ νέου να γνωμοδοτήσει εφόσον το Συμβούλιο προτίθετο να επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις στο κείμενο της Επιτροπής.

13.      Κατά τη διάρκεια των διαφόρων συνεδριάσεων που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του Συμβουλίου μεταξύ της 17ης και της 22ας Σεπτεμβρίου 2015, η αρχική πρόταση της Επιτροπής τροποποιήθηκε σε ορισμένα σημεία.

14.      Ειδικότερα, κατά τις συνεδριάσεις αυτές, η Ουγγαρία δήλωσε ότι αρνούνταν να χαρακτηρισθεί ως «κράτος μέλος της πρώτης γραμμής» και ότι δεν επιθυμούσε να περιληφθεί στα κράτη μέλη δικαιούχους της μετεγκατάστασης όπως η Ιταλική Δημοκρατία και η Ελληνική Δημοκρατία. Κατά συνέπεια, στο τελικό κείμενο της προτάσεως, ακόμη και στον τίτλο της, απαλείφθηκε κάθε μνεία της Ουγγαρίας ως δικαιούχου κράτους μέλους. Επίσης, καταργήθηκε το παράρτημα ΙΙΙ της αρχικής προτάσεως σχετικά με την κατανομή 54 000 αιτούντων για τους οποίους προβλεπόταν αρχικά μετεγκατάσταση από την Ουγγαρία. Αντίθετα, η Ουγγαρία περιλήφθηκε στα παραρτήματα Ι και ΙΙ ως κράτος μέλος μετεγκατάστασης των αιτούντων διεθνή προστασία από την Ιταλία και την Ελλάδα αντίστοιχα και συνεπώς καθορίστηκαν για αυτήν σχετικές κατανομές στα εν λόγω παραρτήματα.

15.      Στις 22 Σεπτεμβρίου 2015 η τροποποιηθείσα ως ανωτέρω πρόταση της Επιτροπής εγκρίθηκε από το Συμβούλιο με αυξημένη πλειοψηφία. Η Τσεχική Δημοκρατία, η Ουγγαρία, η Ρουμανία και η Σλοβακική Δημοκρατία ψήφισαν κατά της εγκρίσεως της προτάσεως αυτής. Η Δημοκρατία της Φινλανδίας απείχε.

16.      Η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί έκφραση της προβλεπόμενης από τις Συνθήκες αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών μελών.

17.      Οι υπό κρίση προσφυγές παρέχουν την ευκαιρία να υπομνησθεί ότι η αλληλεγγύη συγκαταλέγεται μεταξύ των πρωταρχικών αξιών της Ένωσης και μάλιστα ανάγεται στα θεμέλια αυτής. Πώς θα μπορούσαν να επιτευχθούν βαθύτερες σχέσεις αλληλεγγύης μεταξύ των λαών της Ένωσης και να νοηθεί μια ολοένα στενότερη ένωση μεταξύ των λαών αυτών, όπως προβλέπει το προοίμιο της Συνθήκης ΕΕ, χωρίς αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών μελών όταν κάποιο από αυτά αντιμετωπίζει επείγουσα κατάσταση; Πρόκειται για την πεμπτουσία του λόγου ύπαρξης αλλά και του σκοπού του ευρωπαϊκού εγχειρήματος.

18.      Επιβάλλεται συνεπώς να τονισθεί ευθύς εξαρχής η σημασία της αλληλεγγύης ως θεμελιακής και υπαρξιακής αξίας της Ένωσης.

19.      Κατοχυρωμένη ήδη στη Συνθήκη της Ρώμης (10), η επιταγή της αλληλεγγύης εξακολουθεί να βρίσκεται στην καρδιά της διαδικασίας ολοκλήρωσης που επιδιώκει η Συνθήκη της Λισσαβώνας. Μολονότι περιέργως απουσιάζει από την κατά το άρθρο 2, πρώτη περίοδος, ΣΕΕ απαρίθμηση των αξιών στις οποίες βασίζεται η Ένωση (11), η αλληλεγγύη μνημονεύεται, αντίθετα, στο προοίμιο του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (12) ανάμεσα «στις αδιαίρετες και οικουμενικές αξίες» επί των οποίων εδράζεται η Ένωση. Εξάλλου, στο άρθρο 3, παράγραφος 3, ΣΕΕ διευκρινίζεται ότι η Ένωση προάγει όχι μόνο «την αλληλεγγύη μεταξύ των γενεών» αλλά και «την αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών μελών». Συνεπώς, η αλληλεγγύη εξακολουθεί να είναι μέρος ενός συνόλου αξιών και αρχών που αποτελεί «τη βάση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος» (13).

20.      Ειδικότερα, η αλληλεγγύη αποτελεί ταυτόχρονα πυλώνα και κατευθυντήρια αρχή των πολιτικών της Ένωσης στους τομείς των συνοριακών ελέγχων, του ασύλου και της μετανάστευσης, οι οποίες αποτελούν αντικείμενο του τίτλου V, κεφάλαιο 2, της Συνθήκης ΛΕΕ σχετικά με τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης (14).

21.      Τούτο αποδεικνύεται από το άρθρο 67, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, κατά το οποίο η Ένωση «αναπτύσσει κοινή πολιτική στους τομείς του ασύλου, της μετανάστευσης και του ελέγχου των εξωτερικών συνόρων, η οποία βασίζεται στην αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών μελών και είναι δίκαιη έναντι των υπηκόων τρίτων χωρών». Επιπλέον, το άρθρο 80 ΣΛΕΕ ορίζει ότι «οι πολιτικές της Ένωσης που προβλέπονται στο [κεφάλαιο αυτό] και η εφαρμογή τους διέπονται από την αρχή της αλληλεγγύης και της δίκαιης κατανομής ευθυνών μεταξύ των κρατών μελών, μεταξύ άλλων και στο οικονομικό επίπεδο. Όποτε απαιτείται, οι πράξεις της Ένωσης που θεσπίζονται βάσει του [κεφαλαίου αυτού] περιέχουν κατάλληλα μέτρα για την εφαρμογή της εν λόγω αρχής» (15).

22.      Δεδομένης της εν τοις πράγμασιν ανισότητας μεταξύ των κρατών μελών ανάλογα με τη γεωγραφική τους κατάσταση και την έκθεσή τους σε μαζικές μεταναστευτικές ροές, η λήψη μέτρων με βάση το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ καθώς και η αποτελεσματική εφαρμογή τους συνιστούν επιτακτική ανάγκη. Υπό αυτό το πρίσμα, μέτρα όπως αυτά που προβλέπονται στην προσβαλλόμενη απόφαση μπορούν να προσδώσουν συγκεκριμένο περιεχόμενο στην αρχή της αλληλεγγύης και της δίκαιης κατανομής ευθυνών μεταξύ των κρατών μελών, η οποία καθιερώνεται στο άρθρο 80 ΣΛΕΕ.

23.      Η πρωτοτυπία της προσβαλλομένης αποφάσεως έγκειται στη θέσπιση μηχανισμού μετεγκατάστασης με βάση υποχρεωτικές για τα κράτη μέλη κατανομές. Με την απόφαση αυτή, η αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών μελών προσκτάται συγκεκριμένο περιεχόμενο και δεσμευτικό χαρακτήρα. Αυτό το ουσιώδες και καινοτόμο χαρακτηριστικό της εν λόγω αποφάσεως εξηγεί τον πολιτικώς ευαίσθητο χαρακτήρα των υπό κρίση υποθέσεων, καθώς προκάλεσε την αντίθεση κρατών μελών που είναι υποστηρικτές μιας αλληλεγγύης η οποία συμφωνείται ελεύθερα και στηρίζεται αποκλειστικά σε οικειοθελείς δεσμεύσεις.

24.      Η αντίθεση αυτή, σε συνδυασμό με τη διαπίστωση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εφαρμόστηκε μόνον εν μέρει, επί της οποίας θα επανέλθω κατωτέρω (16), μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι, πίσω από την κοινώς καλούμενη «μεταναστευτική κρίση του έτους 2015», υποκρύπτεται μια άλλη κρίση, ήτοι η κρίση του εγχειρήματος της ευρωπαϊκής ενοποίησης, το οποίο βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην επιταγή αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών που αποφάσισαν να λάβουν μέρος στο εγχείρημα αυτό (17).

25.      Από την άλλη πλευρά, είναι επίσης δυνατόν να θεωρηθεί ότι, με τη δυναμική στάση που τήρησε απέναντι στην εν λόγω μεταναστευτική κρίση, η Ένωση απέδειξε ότι διαθέτει τα απαραίτητα εργαλεία και ότι είναι σε θέση να τα ενεργοποιήσει. Απομένει να εξακριβωθεί, επ’ ευκαιρία των υπό κρίση προσφυγών, αν η Ένωση, λαμβάνοντας μέτρα όπως αυτά της προσβαλλομένης αποφάσεως, τήρησε το επιβαλλόμενο από τις Συνθήκες νομικό πλαίσιο.

I.      Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων

26.      Στην υπόθεση C-643/15 η Σλοβακική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.

27.      Στην υπόθεση C-647/15 η Ουγγαρία ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση ή, επικουρικώς, σε περίπτωση που δεν δεχτεί το πρώτο σκέλος των αιτημάτων της, να ακυρώσει την απόφαση αυτή καθόσον αφορά την Ουγγαρία, και να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.

28.      Στις υποθέσεις C-643/15 και C-647/15 το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη και να καταδικάσει τη Σλοβακική Δημοκρατία και την Ουγγαρία στα δικαστικά έξοδα της αντίστοιχης υποθέσεως που τις αφορά.

29.      Με την από 29 Απριλίου 2016 απόφαση του Προέδρου του Δικαστηρίου επετράπη στο Βασίλειο του Βελγίου, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, στην Ελληνική Δημοκρατία, στη Γαλλική Δημοκρατία, στην Ιταλική Δημοκρατία, στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, στο Βασίλειο της Σουηδίας και στην Επιτροπή να παρέμβουν προς στήριξη των αιτημάτων του Συμβουλίου στις υποθέσεις C-643/15 και C-647/15.

30.      Με την ίδια απόφαση του Προέδρου του Δικαστηρίου επετράπη στη Δημοκρατία της Πολωνίας να παρέμβει στην υπόθεση C-643/15 προς στήριξη των αιτημάτων της Σλοβακικής Δημοκρατίας και στην υπόθεση C-647/15 προς στήριξη των αιτημάτων της Ουγγαρίας.

II.    Επί των προσφυγών

31.      Προς στήριξη των αιτημάτων της η Σλοβακική Δημοκρατία προβάλλει έξι λόγους ακυρώσεως, οι οποίοι αντλούνται, αντίστοιχα, ο πρώτος από παράβαση του άρθρου 68 ΣΛΕΕ, του άρθρου 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ καθώς και παραβίαση της αρχής της θεσμικής ισορροπίας, ο δεύτερος από παράβαση του άρθρου 10, παράγραφοι 1 και 2, ΣΕΕ, του άρθρου 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ, του άρθρου 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, των άρθρων 3 και 4 του πρωτοκόλλου (αριθ. 1) σχετικά με τον ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και των άρθρων 6 και 7 του πρωτοκόλλου (αριθ. 2) σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, τα οποία προσαρτώνται στις Συνθήκες (18), καθώς και παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου, της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και της θεσμικής ισορροπίας, ο τρίτος από παράβαση ουσιωδών τύπων της νομοθετικής διαδικασίας καθώς και παράβαση του άρθρου 10, παράγραφοι 1 και 2, ΣΕΕ, του άρθρου 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ και παραβίαση των αρχών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, της θεσμικής ισορροπίας και της χρηστής διακυβέρνησης (επικουρικώς), ο τέταρτος από παράβαση των ουσιωδών τύπων που καθιερώνονται στο άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ και στο άρθρο 293 ΣΛΕΕ καθώς και παράβαση του άρθρου 10, παράγραφοι 1 και 2, ΣΕΕ, του άρθρου 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ και παραβίαση των αρχών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, της θεσμικής ισορροπίας και της χρηστής διακυβέρνησης (εν μέρει επικουρικώς), ο πέμπτος από παράβαση του άρθρου 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, λόγω της μη τηρήσεως των προϋποθέσεων εφαρμογής του (επικουρικώς), και ο έκτος από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.

32.      Προς στήριξη των αιτημάτων της, η Ουγγαρία προβάλλει δέκα λόγους ακυρώσεως.

33.      Οι δύο πρώτοι λόγοι ακυρώσεως αντλούνται από παράβαση του άρθρου 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, καθόσον η διάταξη αυτή δεν συνιστά κατάλληλη νομική βάση για τη θέσπιση από το Συμβούλιο μέτρων τα οποία παρεκκλίνουν κατά τρόπο δεσμευτικό από τις διατάξεις νομοθετικής πράξεως, τα οποία έχουν εφαρμογή για περίοδο 24 μηνών, ή και 36 μηνών σε ορισμένες περιπτώσεις, και των οποίων οι συνέπειες εκτείνονται πέραν της περιόδου αυτής, όπερ αντιβαίνει στην έννοια των «προσωρινών μέτρων».

34.      Ο τρίτος, ο τέταρτος, ο πέμπτος και ο έκτος λόγος ακυρώσεως αντλούνται από παράβαση ουσιωδών τύπων, καθόσον, πρώτον, κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Συμβούλιο παρέβη τις διατάξεις του άρθρου 293, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ διότι απέκλινε από την πρόταση της Επιτροπής χωρίς ομόφωνη ψήφο (τρίτος λόγος ακυρώσεως), δεύτερον, η προσβαλλόμενη απόφαση προβλέπει παρέκκλιση από τις διατάξεις νομοθετικής πράξεως και αποτελεί η ίδια νομοθετική πράξη λόγω του περιεχομένου της, με αποτέλεσμα, ακόμη και στην περίπτωση που αυτή μπορούσε να εκδοθεί με βάση το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, θα έπρεπε, κατά την έκδοσή της, να τηρηθεί το προβλεπόμενο από το πρωτόκολλο (αριθ. 1) και το πρωτόκολλο (αριθ. 2) δικαίωμα των εθνικών κοινοβουλίων να γνωμοδοτήσουν επί των νομοθετικών πράξεων (τέταρτος λόγος ακυρώσεως), τρίτον, αφού κάλεσε το Κοινοβούλιο να γνωμοδοτήσει, το Συμβούλιο τροποποίησε σημαντικά το κείμενο της προτάσεως χωρίς να διαβουλευθεί εκ νέου με το Κοινοβούλιο επ’ αυτού (πέμπτος λόγος ακυρώσεως) και, τέταρτον, κατά την έκδοση της προσβαλλομένης πράξεως από το Συμβούλιο, η πρόταση αποφάσεως δεν ήταν διαθέσιμη στις γλωσσικές αποδόσεις που αντιστοιχούν στις επίσημες γλώσσες της Ένωσης (έκτος λόγος ακυρώσεως).

35.      Ο έβδομος λόγος ακυρώσεως αντλείται από παράβαση του άρθρου 68 ΣΛΕΕ και παραβίαση των συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 25ης και 26ης Ιουνίου 2015 (19).

36.      Ο όγδοος λόγος ακυρώσεως αντλείται από παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της σαφήνειας των κανονιστικών πράξεων, διότι, σε πολλά σημεία, δεν καθίσταται σαφής ούτε ο τρόπος εφαρμογής των διατάξεων της προσβαλλομένης αποφάσεως αλλά ούτε και η σχέση των διατάξεων αυτών με τις διατάξεις του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ.

37.      Ο ένατος λόγος ακυρώσεως αντλείται από παραβίαση των αρχών της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας, καθόσον, δεδομένου ότι η Ουγγαρία δεν συγκαταλέγεται πλέον μεταξύ των κρατών μελών δικαιούχων του προσωρινού μηχανισμού μετεγκατάστασης, δεν δικαιολογείται η πρόβλεψη, στην προσβαλλόμενη απόφαση, περί της μετεγκατάστασης 120 000 ατόμων που ζητούν διεθνή προστασία.

38.      Ο δέκατος λόγος ακυρώσεως, ο οποίος προβάλλεται επικουρικώς, αντλείται από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και παράβαση του άρθρου 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ όσον αφορά την Ουγγαρία, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση καθορίζει υποχρεωτική κατανομή σε βάρος της ως κράτους μέλους μετεγκατάστασης, μολονότι αναγνωρίζεται ότι πρόκειται για κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου εισχώρησε μεγάλος αριθμός παράτυπων μεταναστών και υπέβαλε αιτήσεις διεθνούς προστασίας.

III. Εκτίμηση

1.      Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

39.      Δεδομένου ότι η νομική βάση ορισμένης πράξεως καθορίζει τη διαδικασία που πρέπει να εφαρμοστεί για την έκδοση της πράξεως αυτής (20), επιβάλλεται, πρώτον, να εξεταστούν οι λόγοι ακυρώσεως που αντλούνται από ακαταλληλότητα του άρθρου 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ ως νομικής βάσεως για την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Δεύτερον, θα εξεταστούν οι λόγοι ακυρώσεως που αντλούνται από παραβάσεις ουσιωδών τύπων που φέρεται ότι διαπράχθηκαν κατά την έκδοση της αποφάσεως αυτής και, τρίτον, οι ουσιαστικοί λόγοι ακυρώσεως.

40.      Επιπλέον, στο πλαίσιο των τριών αυτών κατηγοριών ισχυρισμών, θα εξεταστούν πρώτα οι λόγοι ακυρώσεως της Σλοβακικής Δημοκρατίας και της Ουγγαρίας οι οποίοι αλληλοκαλύπτονται εν όλω ή εν μέρει και στη συνέχεια, εφόσον είναι απαραίτητο, οι λόγοι ακυρώσεως οι οποίοι προβάλλονται ειδικά από έκαστη των προσφευγουσών.

2.      Επί των λόγων ακυρώσεως που αντλούνται από την ακαταλληλότητα του άρθρου 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ ως νομικής βάσεως για την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως

41.      Η Σλοβακική Δημοκρατία (δεύτερος και πέμπτος λόγος ακυρώσεως) και η Ουγγαρία (πρώτος και δεύτερος λόγος ακυρώσεως) αμφισβητούν την καταλληλότητα του άρθρου 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ ως νομικής βάσεως για την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

42.      Ωστόσο, παρατηρείται μια διαφορά στις θέσεις τις οποίες υποστηρίζουν τα δύο αυτά κράτη μέλη. Ειδικότερα, ενώ η Ουγγαρία δέχεται ότι, κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Ιταλική Δημοκρατία και η Ελληνική Δημοκρατία αντιμετώπιζαν «επείγουσα κατάσταση, λόγω αιφνίδιας εισροής υπηκόων τρίτων χωρών» κατά την έννοια του άρθρου 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, αλλά συγχρόνως αμφισβητεί την καταλληλότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως ως μέτρου για την αντιμετώπιση της κατάστασης αυτής, η Σλοβακική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι δεν υφίστατο επείγουσα κατάσταση κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως (δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου ακυρώσεως).

43.      Προκειμένου να αμφισβητήσουν την επιλογή της νομικής βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, τα δύο αυτά κράτη μέλη υποστηρίζουν, πρώτον, ότι προσβαλλόμενη απόφαση, μολονότι εκδόθηκε σύμφωνα με μη νομοθετική διαδικασία και αποτελεί συνεπώς μη νομοθετική πράξη, πρέπει εντούτοις να χαρακτηρισθεί ως νομοθετική πράξη λόγω του περιεχομένου της, στο μέτρο που τροποποιεί νομοθετικές πράξεις. Ωστόσο, το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ δεν επιτρέπει την έκδοση νομοθετικών πράξεων.

44.      Δεύτερον, η Σλοβακική Δημοκρατία και η Ουγγαρία αμφισβητούν τον προσωρινό χαρακτήρα της προσβαλλομένης αποφάσεως.

45.      Τρίτον, η Σλοβακική Δημοκρατία υποστηρίζει, αντίθετα προς την Ουγγαρία, ότι το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ δεν αποτελούσε κατάλληλη νομική βάση για την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως καθώς η προϋπόθεση της ύπαρξης «επείγουσα[ς] κατάσταση[ς] λόγω αιφνίδιας εισροής υπηκόων τρίτων χωρών» δεν πληρούνταν.

1.      Επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως που προβάλλει η Σλοβακική Δημοκρατία και επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως που προβάλλει η Ουγγαρία, οι οποίοι αντλούνται από τον νομοθετικό χαρακτήρα της προσβαλλομένης αποφάσεως

46.      Η Σλοβακική Δημοκρατία και η Ουγγαρία υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, μολονότι εκδόθηκε σύμφωνα με μη νομοθετική διαδικασία και συνεπώς αποτελεί, από τυπικής απόψεως, μη νομοθετική πράξη, πρέπει εντούτοις να χαρακτηρισθεί ως νομοθετική πράξη λόγω του περιεχομένου της και των συνεπειών της, στο μέτρο που τροποποιεί, και μάλιστα ουσιωδώς, πλείονες νομοθετικές πράξεις του δικαίου της Ένωσης. Ωστόσο, το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ δεν παρέχει νομική βάση για τη θέσπιση νομοθετικών μέτρων, καθώς από κανένα στοιχείο του δεν προκύπτει ότι τα μέτρα που θεσπίζονται βάσει αυτού πρέπει να εκδίδονται στο πλαίσιο νομοθετικής διαδικασίας.

47.      Όπως επιβεβαιώνεται ρητώς στην αιτιολογική της σκέψη 23, η προσβαλλόμενη απόφαση παρεκκλίνει από πλείονες νομοθετικές πράξεις του δικαίου της Ένωσης. Μολονότι η προσβαλλόμενη απόφαση χαρακτηρίζει τις τροποποιήσεις αυτές ως απλές παρεκκλίσεις, η διάκριση μεταξύ παρεκκλίσεως και τροποποιήσεως είναι τεχνητή καθώς οι συνέπειες της παρεκκλίσεως και της τροποποιήσεως είναι στην πράξη ταυτόσημες, υπό την έννοια ότι, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, αποκλείεται η εφαρμογή κανονιστικής διατάξεως και άρα, εν τοις πράγμασιν, θίγεται η αποτελεσματικότητα αυτής.

48.      Ειδικότερα, η Σλοβακική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο παρέβη το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ διότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρεκκλίνει από διατάξεις που περιλαμβάνονται σε νομοθετικές πράξεις, ενώ τέτοιου είδους τροποποιήσεις είναι δυνατές μόνο με νομοθετική πράξη. Το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, το οποίο δεν αναφέρεται ούτε στη συνήθη νομοθετική διαδικασία ούτε στην ειδική νομοθετική διαδικασία, δεν επιτρέπει την έκδοση νομοθετικών πράξεων. Επομένως, ο τύπος της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν αντιστοιχεί στο περιεχόμενό της.

49.      Κατά συνέπεια, εκδίδοντας την προσβαλλόμενη πράξη με βάση το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, το Συμβούλιο όχι μόνο παρέβη τη διάταξη αυτή, αλλά παραβίασε επίσης τα δικαιώματα των εθνικών κοινοβουλίων και του Κοινοβουλίου. Τόσο τα μεν όσο και το δε έπρεπε, με βάση το πρωτογενές δίκαιο, να συμμετάσχουν στις τροποποιήσεις των νομοθετικών πράξεων από τις οποίες το Συμβούλιο εισήγαγε παρέκκλιση με την προσβαλλόμενη απόφαση. Η Σλοβακική Δημοκρατία επισημαίνει, ειδικότερα, ότι οι πράξεις αυτές εκδόθηκαν σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία.

50.      Συνεπώς, η Σλοβακική Δημοκρατία εκτιμά ότι το Συμβούλιο, εκδίδοντας την προσβαλλόμενη απόφαση, παρέβη όχι μόνο το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ αλλά και το άρθρο 10, παράγραφοι 1 και 2, ΣΕΕ, το άρθρο 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ, τα άρθρα 3 και 4 του πρωτοκόλλου (αριθ. 1) και τα άρθρα 6 και 7 του πρωτοκόλλου (αριθ. 2), ενώ παραβίασε επίσης τις αρχές της ασφάλειας δικαίου, της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και της θεσμικής ισορροπίας.

51.      Η Ουγγαρία συμμερίζεται την άποψη της Σλοβακικής Δημοκρατίας κατά την οποία νομική πράξη που εκδόθηκε με βάση το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ και η οποία, με βάση την a contrario ερμηνεία του άρθρου 289, παράγραφοι 2 και 3, ΣΛΕΕ δεν αποτελεί νομοθετική πράξη δεν δύναται να τροποποιήσει κατά τρόπο δεσμευτικό, έστω και προσωρινό, ισχύουσες νομοθετικές πράξεις που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της συνήθους ή ειδικών νομοθετικών διαδικασιών, όπως ο κανονισμός Δουβλίνο ΙΙΙ. Η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί αναμφίβολα, ως εκ του περιεχομένου της, νομοθετική πράξη. Η απόφαση αυτή, δεδομένου ότι παρεκκλίνει από τις διατάξεις του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ, δεν μπορούσε να εκδοθεί με βάση το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, το οποίο, καθόσον απονέμει στο Συμβούλιο την εξουσία να θεσπίζει πράξεις μόνο στο πλαίσιο μη νομοθετικής διαδικασίας, επιτρέπει σε αυτό να θεσπίζει μόνο μη νομοθετικές πράξεις.

52.      Κατά την Ουγγαρία, το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ θα μπορούσε το πολύ να αποτελέσει τη νομική βάση για τη θέσπιση συμπληρωματικών μέτρων σε σχέση με νομοθετικές πράξεις εκδοθείσες με βάση το άρθρο 78, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, αλλά πάντως μέτρων σύμφωνων με τις πράξεις αυτές, ή μέτρων που διευκολύνουν την εφαρμογή των πράξεων αυτών στο πλαίσιο επείγουσας κατάστασης (21).

53.      Η Ουγγαρία διευκρινίζει ότι, αν υποτεθεί ότι το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι δυνατή, με βάση το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, η έκδοση πράξεως που παρεκκλίνει από νομοθετική πράξη εκδοθείσα με βάση το άρθρο 78, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, η εν λόγω παρέκκλιση δεν μπορεί να φτάνει μέχρι του σημείου να θίγει την ουσία αυτής της νομοθετικής πράξεως ή να καθιστά τις θεμελιώδεις διατάξεις της κενές περιεχομένου. Ωστόσο, αυτό συμβαίνει στην περίπτωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, στο μέτρο που αυτή τροποποιεί, μεταξύ άλλων, το ουσιωδέστερο στοιχείο του εν λόγω κανονισμού, ήτοι τον καθορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αιτήσεως διεθνούς προστασίας. Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση εισάγει απαράδεκτης εκτάσεως, στο πλαίσιο μη νομοθετικής πράξεως, παρέκκλιση από τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού. Αυτό συνιστά καταστρατήγηση της προβλεπόμενης στο άρθρο 78, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ συνήθους νομοθετικής διαδικασίας.

54.      Τέλος, στο υπόμνημά της αντικρούσεως και στο υπόμνημά της απαντήσεως στα υπομνήματα παρεμβάσεως, η Ουγγαρία υποστηρίζει, μνημονεύοντας κατ’ αναλογίαν τα σημεία 151 έως 161 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα M. Wathelet στην υπόθεση Συμβούλιο κατά Front Polisario (22), ότι η απαίτηση διαβουλεύσεως με το Κοινοβούλιο που προβλέπει το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ μπορεί να θεωρηθεί «συμμετοχή» του Κοινοβουλίου κατά την έννοια του άρθρου 289, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, με αποτέλεσμα να έχει εφαρμογή η ειδική νομοθετική διαδικασία και η προσβαλλόμενη απόφαση να πρέπει να χαρακτηρισθεί ως νομοθετική πράξη.

55.      Ωστόσο, ακόμη και στην περίπτωση αυτή, το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ δεν παρέχει στο Συμβούλιο την εξουσία να παρεκκλίνει από ουσιώδη διάταξη νομοθετικής πράξεως εκδοθείσας με βάση το άρθρο 78, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.

56.      Τα επιχειρήματα αυτά δεν με πείθουν. Φρονώ ότι το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ μπορούσε να αποτελέσει τη νομική βάση μη νομοθετικής πράξεως, όπως η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία παρεκκλίνει προσωρινά και σε οριοθετημένο πλαίσιο από ορισμένες διατάξεις νομοθετικών πράξεων.

57.      Θα ξεκινήσω απαντώντας στην επιχειρηματολογία που προβάλλει η Ουγγαρία με το υπόμνημά της αντικρούσεως (23), κατά την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση μπορεί να θεωρηθεί νομοθετική πράξη παρά το γεγονός ότι το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ δεν αναφέρει ότι τα μέτρα που λαμβάνονται βάσει αυτού θεσπίζονται σύμφωνα με ειδική νομοθετική διαδικασία. Συναφώς, η Ουγγαρία στηρίζεται στη διαπίστωση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε από το Συμβούλιο «με τη συμμετοχή του Κοινοβουλίου», συμφώνως προς τις απαιτήσεις του άρθρου 289, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.

58.      Φρονώ ότι η απάντηση στο νομικό αυτό επιχείρημα πρέπει να είναι σαφής, καθώς για την έκδοση νομοθετικής πράξεως ισχύουν ορισμένες απαιτήσεις που δεν έχουν εφαρμογή για την έκδοση μη νομοθετικής πράξεως. Αναφέρομαι, ειδικότερα, στη συμμετοχή των εθνικών κοινοβουλίων που προβλέπεται στα άρθρα 3 και 4 του πρωτοκόλλου (αριθ. 1) και στα άρθρα 6 και 7 του πρωτοκόλλου (αριθ. 2), καθώς και στην απαίτηση δημόσιας συνεδριάσεως του Συμβουλίου όταν αυτό συσκέπτεται και ψηφίζει επί σχεδίου νομοθετικής πράξεως, η οποία απορρέει από το άρθρο 16, παράγραφος 8, ΣΕΕ και από το άρθρο 15, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.

59.      Στο πλαίσιο της τυπολογίας των κανονιστικών πράξεων της Ένωσης που προέκυψε από τη Συνθήκη της Λισσαβώνας, καθιερώθηκε, για πρώτη φορά, διάκριση μεταξύ των νομοθετικών πράξεων και των μη νομοθετικών πράξεων, με βάση κριτήρια πρωτίστως οργανικά και διαδικαστικά (24).

60.      Το άρθρο 289, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ ορίζει την κατηγορία των «νομοθετικών πράξεων» ως «[τις] νομικές πράξεις που εκδίδονται με νομοθετική διαδικασία». Η «νομοθετική διαδικασία» συνίσταται είτε σε «συνήθη νομοθετική διαδικασία» είτε σε «ειδική νομοθετική διαδικασία». Κατά το άρθρο 289, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, η συνήθης νομοθετική διαδικασία χαρακτηρίζεται από την από κοινού έκδοση νομικής πράξεως από το Κοινοβούλιο και από το Συμβούλιο μετά από πρόταση της Επιτροπής.

61.      Κατά το άρθρο 289, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, ειδική νομοθετική διαδικασία είναι μια διαδικασία η οποία, «[σ]τις ειδικές περιπτώσεις που προβλέπονται από τις Συνθήκες», συνίσταται στην «έκδοση κανονισμών, οδηγιών ή αποφάσεων από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με τη συμμετοχή του Συμβουλίου, ή από το Συμβούλιο με τη συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου» (25). Συνεπώς, η ειδική νομοθετική διαδικασία χαρακτηρίζεται από την διαφόρων βαθμών συμμετοχή του Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου στην έκδοση πράξεως της Ένωσης.

62.      Στην πλειονότητα των περιπτώσεων στις οποίες προβλέπεται ειδική νομοθετική διαδικασία, η οικεία πράξη εκδίδεται από το Συμβούλιο το οποίο αποφασίζει ομόφωνα μετά την έγκριση του Κοινοβουλίου (26) ή, συνηθέστερα, μετά από διαβούλευση με το τελευταίο (27). Σε ορισμένες περιπτώσεις, η πράξη εκδίδεται από το Κοινοβούλιο με την έγκριση του Συμβουλίου (28).

63.      Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι οι συντάκτες των Συνθηκών υιοθέτησαν αμιγώς τυπική προσέγγιση (29), με βάση την οποία οι νομοθετικές πράξεις χαρακτηρίζονται ως τέτοιες όταν εκδίδονται σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία ή σύμφωνα με ειδική νομοθετική διαδικασία.

64.      Συνεπώς, η απόπειρα χαρακτηρισμού της προσβαλλομένης αποφάσεως ως νομοθετικής πράξεως με βάση το περιεχόμενό της, την οποία προτείνουν οι προσφεύγουσες, είναι άστοχη.

65.      Η επιχειρηματολογία της Ουγγαρίας εγείρει το ζήτημα αν, προκειμένου μια πράξη να θεωρηθεί νομοθετική, είναι απαραίτητο να ορίζεται ρητώς σε διάταξη των Συνθηκών ότι επιτρέπεται η έκδοση της πράξεως αυτής σύμφωνα με ειδική νομοθετική διαδικασία.

66.      Κατά τη γνώμη μου, επιβάλλεται καταφατική απάντηση προκειμένου να διασφαλισθεί ικανός βαθμός βεβαιότητας και ασφάλειας δικαίου ως προς την καθιερωθείσα από τους συντάκτες των Συνθηκών ταξινόμηση των πράξεων της Ένωσης.

67.      Συναφώς, διαπιστώνεται ότι οι Συνθήκες περιέχουν πολυάριθμες διατάξεις που προβλέπουν την έκδοση πράξεων της Ένωσης με τη ρητή μνεία ότι για την έκδοση αυτή ακολουθείται «ειδική νομοθετική διαδικασία», και τούτο μολονότι οι λεπτομέρειες της εν λόγω διαδικασίας ενδέχεται να διαφέρουν όσον αφορά τη φύση και τον βαθμό συμμετοχής του Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου. Το χρήσιμο αποτέλεσμα της μνείας αυτής συνίσταται στο ότι με αυτήν διευκρινίζεται ότι, ανεξαρτήτως των λεπτομερειών της, η οικεία διαδικασία είναι πράγματι «νομοθετική διαδικασία» και συνεπώς θα οδηγήσει στην έκδοση νομοθετικής πράξεως. Η απαίτηση της μνείας αυτής προκύπτει και από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 289, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, κατά το οποίο η ειδική νομοθετική διαδικασία έχει εφαρμογή μόνο «[σ]τις ειδικές περιπτώσεις που προβλέπονται από τις Συνθήκες».

68.      Αντίθετα, διαδικασίες οι οποίες διεξάγονται κατά τρόπο παρόμοιο με ειδικές νομοθετικές διαδικασίες αλλά δεν χαρακτηρίζονται ρητώς ως τέτοιες από τις Συνθήκες πρέπει να θεωρούνται μη νομοθετικές διαδικασίες, οι οποίες συνεπώς οδηγούν στην έκδοση μη νομοθετικών πράξεων (30).

69.      Βεβαίως, είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι η διάκριση μεταξύ των νομοθετικών και των μη νομοθετικών πράξεων, η οποία απορρέει από των ανωτέρω «νομικό νομιναλισμό» (31), δημιουργεί προβλήματα συνέπειας (32) και ότι οι συντάκτες των Συνθηκών άφησαν εν τέλει ανολοκλήρωτη την προσπάθεια αναγωγής της νομοθετικής πράξεως της Ένωσης σε νομική κατηγορία (33).

70.      Είναι όμως εξίσου δυνατόν, και αυτή είναι η λύση που προκρίνω, να θεωρηθεί ότι, τουναντίον, οι συντάκτες των Συνθηκών, με την αμιγώς τυπική προσέγγιση της νομοθετικής πράξεως την οποία υιοθέτησαν, κατέστησαν δυνατό τον βέβαιο προσδιορισμό των νομικών βάσεων που παρέχουν στα θεσμικά όργανα της Ένωσης την εξουσία να εκδίδουν νομοθετικές πράξεις. Συνεπώς, η έλλειψη πληρότητας, ή, κατ’ άλλους, η φαινομενική ασυνέπεια της ταξινόμησης στην οποία προέβησαν οι συντάκτες των Συνθηκών, πρέπει να γίνει αντιληπτή ως συνέπεια της βούλησής τους να αποδώσουν σε ορισμένες πράξεις τον χαρακτήρα νομοθετικής πράξεως και να τον αποκλείσουν για κάποιες άλλες.

71.      Εξάλλου, η εξέταση του γράμματος των διατάξεων των Συνθηκών ενόψει του χαρακτηρισμού πράξεως της Ένωσης ως νομοθετικής ή όχι είναι συνεπής προς τη διαπίστωση του Δικαστηρίου κατά την οποία «δεν καθορίζουν οι διαδικασίες τη νομική βάση μιας πράξεως, αλλ’ αντιστρόφως, η νομική βάση καθορίζει τις διαδικασίες εκδόσεως της πράξεως» (34).

72.      Κατά την ερμηνεία που προτείνω, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν πρέπει να χαρακτηρισθεί ως νομοθετική πράξη.

73.      Ειδικότερα, επισημαίνω ότι το γράμμα του άρθρου 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, μολονότι προβλέπει την έκδοση μέτρων από το Συμβούλιο το οποίο αποφασίζει μετά από διαβούλευση με το Κοινοβούλιο, δεν αναφέρει ρητώς ότι τα μέτρα αυτά λαμβάνονται στο πλαίσιο ειδικής νομοθετικής διαδικασίας. Δεδομένου ότι εκδίδονται στο πλαίσιο μη νομοθετικής διαδικασίας, τα εν λόγω μέτρα είναι, με βάση την a contrario ερμηνεία του άρθρου 289, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, μη νομοθετικού χαρακτήρα. Συναφώς, είναι σαφής η αντιδιαστολή προς το άρθρο 78, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, το οποίο ορίζει ρητώς ότι τα μέτρα που λαμβάνονται βάσει του άρθρου αυτού θεσπίζονται κατ’ εφαρμογήν νομοθετικής διαδικασίας, εν προκειμένω της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας.

74.      Μετά τη διευκρίνιση αυτή, πρέπει πλέον να δοθεί απάντηση στον προβληματισμό που αποτελεί τον πυρήνα της επιχειρηματολογίας της Σλοβακικής Δημοκρατίας και της Ουγγαρίας, δηλαδή στο αν και σε ποιο μέτρο το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ εξουσιοδοτεί το Συμβούλιο να εκδώσει μη νομοθετική πράξη η οποία παρεκκλίνει από διατάξεις που περιλαμβάνονται σε νομοθετικές πράξεις της Ένωσης.

75.      Όπως και το Συμβούλιο και οι παρεμβαίνοντες που το υποστηρίζουν, εκτιμώ ότι το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ επιτρέπει την έκδοση μέτρων τα οποία, προκειμένου να αντιμετωπίσουν σαφώς προσδιορισμένη επείγουσα κατάσταση, παρεκκλίνουν κατά τρόπο προσωρινό και σε συγκεκριμένα σημεία από νομοθετικές πράξεις στον τομέα του ασύλου.

76.      Σκοπός της εν λόγω διατάξεως της Συνθήκης είναι ακριβώς να δώσει στην Ένωση τη δυνατότητα να αντιδράσει γρήγορα και αποτελεσματικά απέναντι σε επείγουσα κατάσταση λόγω αιφνίδιας εισροής υπηκόων τρίτων χωρών. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι το άρθρο 78, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ καλύπτει τις διάφορες πτυχές του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου και ότι τα μέτρα που εκδίδονται με βάση το άρθρο αυτό αποτελούν νομοθετικές πράξεις, είναι αναπόφευκτο ότι τα προσωρινά μέτρα που εκδίδονται, αναφορικά με το ίδιο σύστημα, με βάση το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ συνεπάγονται προσωρινή παρέκκλιση από ορισμένες διατάξεις των εν λόγω νομοθετικών πράξεων. Επομένως, αντίθετα προς τα όσα υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, τα κατά το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ «προσωρινά μέτρα» δεν έχουν την έννοια ότι περιορίζονται μόνο σε συμπληρωματικά μέτρα επιχειρησιακής ή οικονομικής φύσεως, διότι ειδάλλως το πεδίο εφαρμογής της νομικής αυτής βάσεως και, κατ’ επέκταση, η πρακτική της αποτελεσματικότητα θα περιορίζονταν υπέρμετρα. Συνεπώς, η έννοια «προσωρινά μέτρα» πρέπει κατ’ εμέ να ερμηνεύεται ευρέως, καθώς το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ απονέμει στο Συμβούλιο την εξουσία να εκδίδει οποιοδήποτε μέτρο κρίνει απαραίτητο για την αντιμετώπιση επείγουσας κατάστασης λόγω αιφνίδιας εισροής υπηκόων τρίτων χωρών.

77.      Για να μπορεί ένα μέτρο να θεωρηθεί ότι νομίμως θεμελιώνεται στο άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, κρίσιμο είναι να μην αποσκοπεί στην οριστική κατάργηση, αντικατάσταση ή τροποποίηση διατάξεων που περιλαμβάνονται σε νομοθετικές πράξεις εκδοθείσες με βάση το άρθρο 78, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.

78.      Ασφαλώς, κάτι τέτοιο δεν συντρέχει όσον αφορά την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία περιορίζεται, σύμφωνα με τη φύση της ως προσωρινού μέτρου που σκοπεί να αντιμετωπίσει συγκεκριμένη επείγουσα κατάσταση, στην πρόβλεψη προσωρινών παρεκκλίσεων, εντός αυστηρά οριοθετημένου πλαισίου, από πλείονες διατάξεις νομοθετικών πράξεων της Ένωσης. Συνεπώς, αντίθετα προς τα όσα υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, οι παρεκκλίσεις αυτές δεν έχουν την έννοια ότι τροποποιούν τις εν λόγω πράξεις κατά τρόπο μόνιμο και γενικό.

79.      Συναφώς, διευκρινίζω ότι οι παρεκκλίσεις που εισάγονται με την προσβαλλόμενη απόφαση έχουν εφαρμογή μόνο για περίοδο δύο ετών και αφορούν μόνο περιορισμένο αριθμό 120.000 υπηκόων ορισμένων τρίτων χωρών οι οποίοι έχουν υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας στην Ιταλία ή στην Ελλάδα, έχουν κάποια από τις υπηκοότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρόκειται να μετεγκατασταθούν από κάποιο εκ των δύο αυτών κρατών μελών και αφίχθησαν ή θα αφιχθούν στα εν λόγω κράτη μέλη μεταξύ της 24ης Μαρτίου 2015 και της 26ης Σεπτεμβρίου 2017.

80.      Όπως επισημαίνει το Συμβούλιο, μετά την καταληκτική ημερομηνία εφαρμογής της προσβαλλομένης αποφάσεως, ήτοι στις 26 Σεπτεμβρίου 2017, τα αποτελέσματα των παρεκκλίσεων θα λήξουν αυτομάτως και θα ισχύουν εκ νέου οι γενικοί κανόνες χωρίς να χρειάζεται καμία παρέμβαση του νομοθέτη της Ένωσης.

81.      Όπως σημειώθηκε ανωτέρω, οι επιμέρους και προσωρινές αυτές παρεκκλίσεις δεν μπορούν να εξομοιωθούν με μόνιμη τροποποίηση των ουσιαστικών κανόνων που περιέχονται σε νομοθετικές πράξεις της Ένωσης στον τομέα του ασύλου, η οποία μπορεί να λάβει χώρα μόνο με βάση το άρθρο 78, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.

82.      Συνεπώς, η έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ δεν συνιστούσε καταστρατήγηση της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας του άρθρου 78, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.

83.      Συναφώς, πρέπει να αποσαφηνισθεί η σχέση μεταξύ των δύο αυτών διατάξεων της Συνθήκης.

84.      Το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 80 ΣΛΕΕ, αποτελεί ειδική νομική βάση για τα προσωρινά μέτρα τα οποία υλοποιούν την αρχή της αλληλεγγύης σε επείγουσες καταστάσεις λόγω αιφνίδιας εισροής υπηκόων τρίτων χωρών.

85.      Η διαδικασία του άρθρου 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ χαρακτηρίζεται από επείγουσα ανάγκη αντίδρασης απέναντι σε κατάσταση κρίσης. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον η διαδικασία αυτή δεν ευθυγραμμίζεται προς τη συνήθη νομοθετική διαδικασία.

86.      Όπως επισημαίνει το Συμβούλιο, τα μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 78, παράγραφοι 2 και 3, ΣΛΕΕ στηρίζονται, αντίστοιχα, σε αυτοτελείς νομικές βάσεις της Συνθήκης, εντάσσονται στο πλαίσιο διαφορετικών καταστάσεων και σκοπών και δεν χωρεί ιεράρχησή τους.

87.      Επιβάλλεται να τονιστεί ο συμπληρωματικός χαρακτήρας των νομικών βάσεων που παρέχονται από το άρθρο 78, παράγραφος 2, στοιχείο εʹ, ΣΛΕΕ (35) και από το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Η ταυτόχρονη ή διαδοχική χρήση των εν λόγω νομικών βάσεων καθιστά δυνατή, ειδικότερα, την αποτελεσματική δράση της Ένωσης σε περίπτωση μεταναστευτικής κρίσης. Τον συμπληρωματικό τους χαρακτήρα αποδεικνύει η πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, για τη θέσπιση μηχανισμού μετεγκατάστασης λόγω κρίσης και την τροποποίηση του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ.

88.      Στην πρότασή της η Επιτροπή εκθέτει με σαφήνεια τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ, αφενός, των μέτρων που περιλαμβάνονται στην πρόταση αυτή και, αφετέρου, των συστημάτων επείγουσας μετεγκατάστασης με βάση το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.

89.      Όπως εξηγεί η Επιτροπή, «[η] πρόταση για τη θέσπιση μηχανισμού μετεγκατάστασης λόγω κρίσης πρέπει να διακρίνεται από τις προτάσεις που ενέκρινε η Επιτροπή βάσει του άρθρου 78 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ υπέρ ορισμένων κρατών μελών που αντιμετωπίζουν αιφνίδια εισροή υπηκόων τρίτων χωρών στο έδαφός τους» (36). Η Επιτροπή συνεχίζει διευκρινίζοντας ότι, «[π]αρόλο που τα μέτρα που προτείνονται από την Επιτροπή βάσει του άρθρου 78 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ είναι προσωρινά, η πρόταση για τη θέσπιση μηχανισμού μετεγκατάστασης λόγω κρίσης εισάγει μια μέθοδο για τον καθορισμό, για μια προσωρινή περίοδο σε καταστάσεις κρίσης, του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αιτήσεων παροχής διεθνούς προστασίας που έχουν υποβληθεί σε κράτος μέλος το οποίο αντιμετωπίζει κατάσταση κρίσης, με σκοπό να εξασφαλίζεται μια δικαιότερη κατανομή των αιτούντων μεταξύ των κρατών μελών σε τέτοιες καταστάσεις και έτσι να διευκολύνεται η λειτουργία του συστήματος του Δουβλίνου ακόμη και σε περιόδους κρίσης» (37).

90.      Επομένως, η εν λόγω πρόταση κανονισμού, σε αντίθεση προς τα όσα προβλέπει η προσβαλλόμενη απόφαση, αφορά μόνιμες διατάξεις οι οποίες εισάγουν μέθοδο καθορισμού του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αιτήσεων παροχής διεθνούς προστασίας που έχουν υποβληθεί σε κράτος μέλος το οποίο αντιμετωπίζει κατάσταση κρίσης. Οι μόνιμες αυτές διατάξεις είναι γενικής εφαρμογής, υπό την έννοια ότι δεν αφορούν μόνον ορισμένα κράτη μέλη που αντιμετωπίζουν επί του παρόντος κατάσταση κρίσης, αλλά μπορούν να ωφελήσουν κάθε κράτος μέλος που ενδέχεται να αντιμετωπίσει τέτοια κατάσταση.

91.      Η πρόταση κανονισμού καθορίζει τους όρους για την ενεργοποίηση του μηχανισμού μετεγκατάστασης. Όπως επισήμανε η Επιτροπή στην πρόταση αυτή, το δικαιούχο κράτος μέλος πρέπει, ειδικότερα, «να βρίσκεται αντιμέτωπο με κατάσταση κρίσης που θέτει σε κίνδυνο την εφαρμογή του κανονισμού του Δουβλίνου λόγω υπερβολικής πίεσης που χαρακτηρίζεται από μαζική και δυσανάλογη εισροή υπηκόων τρίτων χωρών ή απάτριδων, η οποία δημιουργεί σημαντικές απαιτήσεις από το σύστημα ασύλου του» (38).

92.      Ο συμπληρωματικός χαρακτήρας των μέτρων που λαμβάνονται με βάση το άρθρο 78, παράγραφος 2, στοιχείο εʹ, ΣΛΕΕ και των μέτρων που λαμβάνονται με βάση το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ επεξηγείται περαιτέρω από την Επιτροπή ως εξής: «[η] θέσπιση μηχανισμού μετεγκατάστασης λόγω κρίσης δεν θίγει τη δυνατότητα του Συμβουλίου να εκδίδει, μετά από πρόταση της Επιτροπής, προσωρινά μέτρα υπέρ κράτους μέλους που αντιμετωπίζει κατάσταση έκτακτης ανάγκης όπως ορίζεται στο άρθρο 78 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ. Η θέσπιση μέτρων έκτακτης ανάγκης βάσει του άρθρου 78 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ θα ακολουθείται σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου απαιτείται η αντιμετώπιση κατάστασης έκτακτης ανάγκης, ενδεχομένως καλύπτοντας ένα ευρύτερο φάσμα μέτρων στήριξης στον τομέα της μετανάστευσης, σε περίπτωση που δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη χρήση του μηχανισμού μετεγκατάστασης λόγω κρίσης» (39).

93.      Όσον αφορά την επιλεγείσα νομική βάση, η Επιτροπή επισημαίνει στην πρότασή της ότι αυτή «τροποποιεί τον κανονισμό [Δουβλίνο ΙΙΙ] και συνεπώς θα πρέπει να εγκριθεί με την ίδια νομική βάση, δηλαδή το άρθρο 78 παράγραφος 2 στοιχείο ε) της ΣΛΕΕ, σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία» (40). Ειδικότερα, η πρόταση κανονισμού τροποποιεί τον κανονισμό Δουβλίνο ΙΙΙ προσθέτοντας σε αυτόν τμήμα VII, υπό τον τίτλο «Μηχανισμός μετεγκατάστασης λόγω κρίσης». Η πρόταση αυτή, στο μέτρο που τροποποιεί τον εν λόγω κανονισμό, ορθώς θεμελιώνεται στο άρθρο 78, παράγραφος 2, στοιχείο εʹ, ΣΛΕΕ και συνεπώς υπάγεται στη συνήθη νομοθετική διαδικασία.

94.      Επιπλέον, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι «[o] μηχανισμός μετεγκατάστασης λόγω κρίσης που προβλέπεται στην παρούσα πρόταση συνεπάγεται μόνιμες παρεκκλίσεις, οι οποίες θα ενεργοποιούνται σε ειδικές καταστάσεις κρίσης υπέρ συγκεκριμένων κρατών μελών, ιδίως παρεκκλίσεις από την αρχή που προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 του κανονισμού [Δουβλίνο ΙΙΙ], σύμφωνα με την οποία η αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας εξετάζεται από το κράτος μέλος το οποίο είναι το οριζόμενο ως υπεύθυνο σύμφωνα με τα κριτήρια που αναφέρονται στο κεφάλαιο III. Αντί αυτής της αρχής, η πρόταση θεσπίζει, για σαφώς καθορισμένες περιστάσεις κρίσης, μια υποχρεωτική κλείδα κατανομής για τον προσδιορισμό της ευθύνης όσον αφορά την εξέταση των αιτήσεων» (41).

95.      Κοινό στοιχείο της προσβαλλομένης αποφάσεως και της προτάσεως κανονισμού είναι ότι παρέχουν στην Ένωση εργαλεία για την αντιμετώπιση καταστάσεων μεταναστευτικής κρίσης. Ωστόσο, ενώ η πρώτη, ως μέτρο που εκδόθηκε με βάση το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, έχει προσωρινό χαρακτήρα και επικεντρώνεται στα κράτη μέλη που αντιμετωπίζουν επείγουσα κατάσταση λόγω αιφνίδιας εισροής υπηκόων τρίτων χωρών, η δεύτερη θεσπίζει απεριόριστης διάρκειας μηχανισμό μετεγκατάστασης, ο οποίος δεν περιορίζεται σε προκαθορισμένο αριθμό υπηκόων τρίτων χωρών και δεν προσδιορίζει εκ των προτέρων ένα ή περισσότερα δικαιούχα κράτη μέλη.

96.      Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, ενώ το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ αποτελεί τη νομική βάση που επιτρέπει στην Ένωση να αντιμετωπίσει κατά τρόπο προσωρινό και επείγοντα την αιφνίδια εισροή υπηκόων τρίτων χωρών, το άρθρο 78, παράγραφος 2, στοιχείο εʹ, παρέχει στην Ένωση τη δυνατότητα να θεσμοθετήσει πλαίσιο με σκοπό τη μόνιμη και γενική αντιμετώπιση ενός δομικού προβλήματος, ήτοι της ανεπάρκειας του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ σε περίπτωση αιφνίδιας μεταναστευτικής πίεσης στα κράτη μέλη της πρώτης γραμμής.

97.      Από τις προηγηθείσες σκέψεις συνάγεται, κατά τη γνώμη μου, ότι το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ μπορεί να αποτελέσει τη βάση για προσωρινά μέτρα όπως αυτά που περιλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση, τα οποία αποσκοπούν στην αντιμετώπιση επείγουσας κατάστασης ακόμη κι αν παρεκκλίνουν από ειδικές διατάξεις νομοθετικών πράξεων της Ένωσης, υπό τον όρο ότι οι παρεκκλίσεις αυτές είναι αυστηρά οριοθετημένες από ουσιαστικής και χρονικής απόψεως.

98.      Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως που προβάλλει η Σλοβακική Δημοκρατία και ο πρώτος λόγος ακυρώσεως που προβάλλει η Ουγγαρία πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

2.      Επί του πρώτου σκέλους του πέμπτου λόγου ακυρώσεως που προβάλλει η Σλοβακική Δημοκρατία και επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως που προβάλλει η Ουγγαρία, οι οποίοι αντλούνται από τον μη προσωρινό χαρακτήρα της προσβαλλομένης αποφάσεως

99.      Η Σλοβακική Δημοκρατία και η Ουγγαρία υποστηρίζουν ότι το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ δεν αποτελεί κατάλληλη νομική βάση για την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, στο μέτρο που η απόφαση αυτή δεν έχει προσωρινό χαρακτήρα, σε αντίθεση προς τις απαιτήσεις της εν λόγω διατάξεως.

100. Κατά το άρθρο της 13, παράγραφοι 1 και 2, η προσβαλλόμενη απόφαση εφαρμόζεται από τις 25 Σεπτεμβρίου 2015 έως τις 26 Σεπτεμβρίου 2017, ήτοι για περίοδο 24 μηνών. Επιπλέον, το άρθρο 13, παράγραφος 3, της εν λόγω αποφάσεως προβλέπει ότι αυτή εφαρμόζεται σε πρόσωπα που φθάνουν στο έδαφος της Ιταλικής Δημοκρατίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας κατά την ως άνω περίοδο, καθώς και στους αιτούντες διεθνή προστασία που έφθασαν στο έδαφος των εν λόγω κρατών μελών από τις 24 Μαρτίου 2015 και μετά.

101. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το κατά χρόνον πεδίο εφαρμογής της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι σαφώς οριοθετημένο. Η απόφαση αυτή θεσπίζει χωρίς αμφισημία επείγοντα μηχανισμό ορισμένης διάρκειας, και άρα, κατά τη γνώμη μου, ο προσωρινός χαρακτήρας της δεν αμφισβητείται.

102. Δεδομένου ότι, αντίθετα προς τα όσα προέβλεπε το άρθρο 64, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ, το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ δεν κάνει πλέον λόγο για μέγιστη διάρκεια έξι μηνών, συνάγεται το συμπέρασμα ότι τα προσωρινά μέτρα που θεσπίζονται βάσει του άρθρου αυτού μπορούν να είναι μεγαλύτερης διάρκειας.

103. Σε αντίθεση προς τα όσα υποστηρίζουν η Σλοβακική Δημοκρατία και η Ουγγαρία, φρονώ ότι δεν είναι κρίσιμο το γεγονός ότι οι συνέπειες της προσβαλλομένης αποφάσεως ενδέχεται να εκταθούν και πέραν της περιόδου που μνημονεύεται στην απόφαση αυτή λόγω των διαρκών δεσμών που μπορεί να συνδέουν τους αιτούντες διεθνή προστασία και τα κράτη μέλη μετεγκατάστασης. Ειδικότερα, αυτές οι περισσότερο ή λιγότερο μακροπρόθεσμες συνέπειες είναι σύμφυτες προς τη διεθνή προστασία που ενδέχεται να χορηγηθεί στο κράτος μέλος μετεγκατάστασης. Αν γινόταν δεκτή η άποψη την οποία υποστηρίζουν η Σλοβακική Δημοκρατία και η Ουγγαρία, κανένας μηχανισμός μετεγκατάστασης δεν θα μπορούσε να θεσπιστεί με βάση το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.

104. Εξάλλου, δεδομένου ότι το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ δεν καθορίζει ακριβή χρονική περίοδο αλλά προβλέπει μόνο την έκδοση προσωρινών μέτρων, έχω τη γνώμη ότι το Συμβούλιο νομιμοποιούνταν, χωρίς να παραβεί τη διάταξη αυτή και χωρίς να υπερβεί το περιθώριο εκτιμήσεως που αυτή του απονέμει, να θεσπίσει προσωρινό μηχανισμό μετεγκατάστασης με διάρκεια εφαρμογής 24 μηνών. Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ο προβληματισμός που εξέφρασε η Επιτροπή στην πρότασή της αποφάσεως, κατά τον οποίο η διάρκεια των προσωρινών μέτρων «δεν θα πρέπει να είναι υπερβολικά σύντομη», «προκειμένου να διασφαλίζεται ότι τα μέτρα που έχουν ληφθεί έχουν πραγματικό αντίκτυπο στην πράξη και προσφέρουν ουσιαστική στήριξη στην [Ιταλική Δημοκρατία] [και] την [Ελληνική Δημοκρατία] […] για να αντιμετωπίσουν την εισροή μεταναστών» (42). Εξάλλου, η επιλογή της διάρκειας εφαρμογής των 24 μηνών δικαιολογείται και υπό το πρίσμα του χρονικού διαστήματος που προβλέπεται ως αναγκαίο για την προετοιμασία της εφαρμογής της διαδικασίας μετεγκατάστασης σε όλα τα κράτη μέλη, λαμβανομένου υπόψη επιπροσθέτως, όπως ορθώς υπογράμμισε η Ελληνική Δημοκρατία κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, του καινοφανούς χαρακτήρα της διαδικασίας αυτής.

105. Επιπλέον, το επιχείρημα της Σλοβακικής Δημοκρατίας και της Ουγγαρίας κατά το οποίο η διάρκεια και οι συνέπειες μέτρου που εκδίδεται με βάση το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ δεν μπορούν να εκτείνονται πέραν του χρονικού διαστήματος που είναι απαραίτητο για την έκδοση νομοθετικής πράξεως με βάση το άρθρο 78, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ δεν βρίσκει κανένα έρεισμα στο γράμμα των δύο αυτών διατάξεων. Περαιτέρω, στο μέτρο που το χρονικό διάστημα που είναι απαραίτητο για την έκδοση νομοθετικής πράξεως θεσπίζουσας μόνιμο μηχανισμό μετεγκατάστασης με βάση το άρθρο 78, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ είναι αδύνατον να προσδιοριστεί εκ των προτέρων, φρονώ ότι η άποψη την οποία υποστηρίζουν η Σλοβακική Δημοκρατία και η Ουγγαρία είναι αδύνατον να εφαρμοστεί στην πράξη. Η αβεβαιότητα αυτή αποδεικνύεται από το γεγονός ότι η πρόταση κανονισμού για τη θέσπιση μόνιμου μηχανισμού μετεγκατάστασης, μολονότι παρουσιάστηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 2015, δηλαδή την ίδια μέρα με την πρόταση από την οποία προέκυψε η προσβαλλόμενη απόφαση, εξακολουθεί να μην έχει εγκριθεί και δεν μπορεί να είναι βέβαιο ότι θα εγκριθεί πριν από τις 26 Σεπτεμβρίου 2017, ημερομηνία λήξεως της ισχύος της προσβαλλομένης αποφάσεως, ή και σε μεταγενέστερη ημερομηνία.

106. Ούτε και τα υπόλοιπα επιχειρήματα της Σλοβακικής Δημοκρατίας και της Ουγγαρίας είναι ικανά να κλονίσουν την ανωτέρω εκτίμησή μου. Ειδικότερα, το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ενδέχεται να υποστεί προσαρμογές αναλόγως των περιστάσεων δεν αντιφάσκει με τον προσωρινό της χαρακτήρα, όπως άλλωστε ούτε και η δυνατότητα παρατάσεως για μέγιστη περίοδο δώδεκα μηνών την οποία προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 5, της προσβαλλομένης αποφάσεως (43).

107. Από τις προηγηθείσες σκέψεις συνάγεται ότι το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου ακυρώσεως που προβάλλει η Σλοβακική Δημοκρατία και ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως που προβάλλει η Ουγγαρία πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

3.      Επί του δεύτερου σκέλους του πέμπτου λόγου ακυρώσεως που προβάλλει η Σλοβακική Δημοκρατία, ο οποίος αντλείται από το ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν πληροί τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ

108. Η Σλοβακική Δημοκρατία αμφισβητεί από τριπλή σκοπιά το ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πληροί την προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, κατά την οποία το δικαιούχο των προσωρινών μέτρων κράτος μέλος πρέπει να αντιμετωπίζει «επείγουσα κατάσταση, λόγω αιφνίδιας εισροής υπηκόων τρίτων χωρών».

109. Πρώτον, κατά τη Σλοβακική Δημοκρατία, η εισροή υπηκόων τρίτων χωρών στην Ιταλία και στην Ελλάδα κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ή αμέσως πριν από την έκδοσή της μπορούσε ευλόγως να προβλεφθεί και επομένως δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «αιφνίδια». Ειδικότερα, από τα στατιστικά στοιχεία για τα έτη 2013-2014 και για τους πρώτους μήνες του 2015 προέκυπτε σταθερή αύξηση του αριθμού υπηκόων τρίτων χωρών που κατευθύνονταν προς την Ιταλία και την Ελλάδα και ότι μεταξύ του 2013 και του 2014 η αύξηση αυτή ήταν σημαντική. Επιπλέον, όσον αφορά την Ιταλία, από τα στοιχεία για το έτος 2015 προέκυπτε μάλλον μείωση του αριθμού μεταναστών από έτος σε έτος.

110. Φρονώ ότι το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό.

111. Καταρχάς και εν γένει, επισημαίνω ότι, με βάση το «annual brief 2015» της Frontex, το 2015 οι παράτυπες είσοδοι υπηκόων τρίτων χωρών από τα εξωτερικά σύνορα της Ένωσης υπερέβησαν το 1,8 εκατομμύριο, ενώ το 2014 ο αντίστοιχος αριθμός ήταν 285 532, όπερ σημαίνει αύξηση κατά 546 %. Η Ελλάδα και η Ιταλία, ως κύρια σημεία εισόδου των εν λόγω υπηκόων στην Ένωση, υπέστησαν ιδιαίτερα έντονη μεταναστευτική πίεση.

112. Το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ παρέχει ειδική νομική βάση για την αντιμετώπιση των επειγουσών καταστάσεων σε θέματα μετανάστευσης με τις οποίες έρχονται αντιμέτωπα ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, προβλέποντας τη λήψη προσωρινών μέτρων τα οποία, όπως επισήμανε η Επιτροπή στην πρότασή της αποφάσεως, έχουν «έκτακτο χαρακτήρα», υπό την έννοια ότι «[μ]πορούν να ενεργοποιούνται μόνον όταν συμπληρώνεται το καθοριζόμενο όριο από την άποψη του επείγοντος χαρακτήρα και της σοβαρότητας των προβλημάτων που δημιουργούνται στα συστήματα ασύλου των κρατών μελών από την αιφνίδια εισροή υπηκόων τρίτων χωρών» (44).

113. Όπως και το Συμβούλιο καθώς και οι παρεμβαίνοντες που κατέθεσαν παρατηρήσεις προς υποστήριξή του, επισημαίνω ότι το μέγεθος της αυξήσεως της εισροής υπηκόων τρίτων χωρών κατά το έτος 2015, και ιδίως κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο του έτους αυτού, αποτελεί αντικειμενικό γεγονός που αποτυπώνεται στα στοιχεία της Frontex τα οποία μνημονεύονται στην αιτιολογική σκέψη 13 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Τα στοιχεία αυτά καταγράφουν, όσον αφορά την Ιταλία, 42 356 περιπτώσεις παράνομης διέλευσης συνόρων κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο του 2015, ήτοι αύξηση κατά 20 % σε σχέση με τους μήνες Μάιο και Ιούνιο του 2015. Όσον αφορά την Ελλάδα, ο αριθμός αυτός ανήλθε σε 137 000 κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο του 2015, όπερ αντιστοιχεί σε αύξηση κατά 250 %.

114. Όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 13 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του το γεγονός ότι μεγάλο ποσοστό των εν λόγω μεταναστών, λαμβανομένης υπόψη της υπηκοότητάς τους, είχαν πιθανότητες χορηγήσεως διεθνούς προστασίας.

115. Εξάλλου, από την αιτιολογική σκέψη 14 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, σύμφωνα με τα αριθμητικά στοιχεία της Eurostat και της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (ΕΥΥΑ), μεταξύ των μηνών Ιανουαρίου και Ιουλίου του 2015 παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση του αριθμού των ατόμων που υπέβαλαν αίτηση διεθνούς προστασίας στην Ιταλία και στην Ελλάδα, πράγμα που επιβεβαιώνει πλήρως τη διαπίστωση σχετικά με την διογκούμενη ένταση της πιέσεως που ασκήθηκε στα συστήματα ασύλου της Ιταλικής Δημοκρατίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας.

116. Επιπροσθέτως, από την αιτιολογική σκέψη 16 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε επίσης υπόψη του το γεγονός ότι η επείγουσα κατάσταση που έπληττε την Ιταλική Δημοκρατία και την Ελληνική Δημοκρατία επρόκειτο πιθανότατα να συνεχισθεί λόγω της αστάθειας και των συγκρούσεων στην άμεση γειτονία των δύο αυτών κρατών μελών. Η διαπίστωση περί της συνεχιζόμενης πίεσης στα συστήματα ασύλου της Ιταλικής Δημοκρατίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη διαρκή αποδυνάμωσή τους, καθιστούσε ακόμη επιτακτικότερη την ανάγκη για άμεση ανάληψη δράσης από την Ένωση, με τη μορφή προσωρινών μέτρων βάσει του άρθρου 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, απέναντι στην επελθούσα επείγουσα κατάσταση λόγω της αιφνίδιας και μαζικής εισροής υπηκόων τρίτων χωρών στο έδαφος αυτών των κρατών μελών (45).

117. Επομένως, ο αιφνίδιος χαρακτήρας της εισροής υπηκόων τρίτων χωρών προκύπτει από αντικειμενικά στοιχεία. Τα στοιχεία αυτά αναδεικνύουν την ταχεία αύξηση, σε σύντομο χρονικό διάστημα, του αριθμού αφίξεων υπηκόων τρίτων χωρών στην Ιταλία και στην Ελλάδα. Η αδυναμία των δύο αυτών κρατών μελών να αντιμετωπίσουν το εν λόγω φαινόμενο στοιχειοθετεί την ύπαρξη επείγουσας κατάστασης την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση επιδιώκει να αντιμετωπίσει.

118. Ανεξάρτητα από το αν η εν λόγω εισροή υπηκόων τρίτων χωρών μπορούσε να προβλεφθεί ή όχι, για να δικαιολογηθεί η προσφυγή στο άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, σημασία έχει το γεγονός ότι η εισροή αυτή, λόγω της ταχύτητας και του όγκου της, κατέστησε απαραίτητη την άμεση αντίδραση της Ένωσης με τη θέσπιση προσωρινών μέτρων προκειμένου να αμβλυνθεί η σημαντική πίεση που ασκήθηκε τότε στο ιταλικό και στο ελληνικό σύστημα ασύλου, όπως επισημαίνεται στην αιτιολογική σκέψη 26 της προσβαλλομένης αποφάσεως.

119. Δεν έχει σημασία ούτε το γεγονός ότι η τάση αυξήσεως του αριθμού υπηκόων τρίτων χωρών που έφταναν παράτυπα στην Ιταλία και στην Ελλάδα εμφανίστηκε πριν από το έτος 2015. Όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, σημασία έχει η διαπίστωση της απότομης αυξήσεως του αριθμού αυτού, όπως προκύπτει από τα προαναφερθέντα αντικειμενικά στοιχεία, η ακρίβεια των οποίων δεν αμφισβητείται από τις προσφεύγουσες.

120. Δεύτερον, η Σλοβακική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι, κατά το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, το κράτος μέλος αντιμετωπίζει επείγουσα κατάσταση η οποία οφείλεται ακριβώς σε αιφνίδια εισροή υπηκόων τρίτων χωρών, πράγμα που προκύπτει από τη χρήση του όρου «λόγω». Ωστόσο, η Σλοβακική Δημοκρατία παρατηρεί ότι, τουλάχιστον στην περίπτωση της Ελληνικής Δημοκρατίας, αυτός ο αιτιώδης σύνδεσμος δεν φαίνεται να υπάρχει. Πράγματι, είναι αποδεδειγμένο ότι το ελληνικό (και το ιταλικό) σύστημα ασύλου και μετανάστευσης αντιμετωπίζει, εδώ και καιρό, σημαντικά προβλήματα που δεν εμφανίζουν άμεσο αιτιώδη σύνδεσμο με το μεταναστευτικό φαινόμενο που αποτέλεσε το χαρακτηριστικό γνώρισμα της περιόδου κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

121. Κατά τη γνώμη μου, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί.

122. Βεβαίως, όπως παρατηρεί το Συμβούλιο, οι γλωσσικές αποδόσεις του άρθρου 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ παρουσιάζουν απόκλιση, καθώς σε δεκαπέντε αποδόσεις χρησιμοποιείται η λέξη «caractérisée», ενώ σε εννέα αποδόσεις εμφανίζεται η λέξη «causée» [«λόγω»]. Ωστόσο, σε αμφότερες τις περιπτώσεις διατυπώνεται η προϋπόθεση ότι πρέπει να υφίσταται στενή σχέση μεταξύ της επείγουσας κατάστασης που επιβάλλει τη λήψη προσωρινών μέτρων και της αιφνίδιας εισροής υπηκόων τρίτων χωρών. Όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 13 και 26 της προσβαλλομένης αποφάσεως, εκείνο που συνέβαλε στην άσκηση αφόρητης πίεσης στο ιταλικό και στο ελληνικό σύστημα ασύλου, χαρακτηριστικό γνώρισμα επείγουσας κατάστασης, ήταν η αιφνίδια εισροή υπηκόων τρίτων χωρών κατά το έτος 2015, και ιδίως κατά τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 2015.

123. Συναφώς, δεν έχει σημασία το γεγονός ότι το ιταλικό και το ελληνικό σύστημα ασύλου ήταν αποδυναμωμένα ήδη από πριν. Όπως ορθώς επισημαίνει το Συμβούλιο, η έντονη πίεση που υπέστησαν το ιταλικό και το ελληνικό σύστημα ασύλου πιθανόν να είχε διαταράξει σοβαρά οποιοδήποτε σύστημα ασύλου, ακόμη κι ένα σύστημα χωρίς δομικές αδυναμίες.

124. Τρίτον, κατά τη Σλοβακική Δημοκρατία, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορούσε να εκδοθεί με βάση το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, στο μέτρο που δεν αποσκοπούσε στην αντιμετώπιση υπάρχουσας ή επικείμενης επείγουσας κατάστασης η οποία έπληττε την Ιταλική Δημοκρατία και την Ελληνική Δημοκρατία, αλλά, τουλάχιστον εν μέρει, στην αντιμετώπιση μελλοντικών υποθετικών καταστάσεων, η επέλευση των οποίων δεν μπορούσε να προβλεφθεί με επαρκή βεβαιότητα κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

125. Η Σλοβακική Δημοκρατία εκτιμά ότι η διετής ή και τριετής περίοδος εφαρμογής της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι υπερβολικά μεγάλη, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να επιβεβαιωθεί ότι, καθόλη τη διάρκεια της περιόδου αυτής, τα ληφθέντα μέτρα θα αντιμετωπίζουν την επείγουσα κατάσταση, παρούσα ή επικείμενη, που πλήττει την Ιταλική Δημοκρατία και την Ελληνική Δημοκρατία. Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, η επείγουσα κατάσταση ενδέχεται να μην υφίσταται πλέον στα εν λόγω κράτη μέλη. Επιπλέον, ο μηχανισμός επανεγκατάστασης του υπολοίπου των 54 000 επιπλέον ατόμων, ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της ίδιας αποφάσεως, έχει ως σκοπό την αντιμετώπιση εντελώς υποθετικών καταστάσεων σε άλλα κράτη μέλη.

126. Η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει το επιχείρημα αυτό ισχυριζόμενη ότι το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ αναφέρεται σε προϋπάρχουσα και παρούσα επείγουσα κατάσταση, η οποία επιβάλλει τη λήψη άμεσων διορθωτικών μέτρων, και όχι, όπως στην περίπτωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε καταστάσεις κρίσης που ενδέχεται να παρουσιαστούν στο μέλλον, αλλά η επέλευση, η φύση και η έκταση των οποίων είναι αβέβαιες ή δυσχερώς προβλέψιμες.

127. Αντίθετα προς τη Σλοβακική Δημοκρατία και τη Δημοκρατία της Πολωνίας, φρονώ ότι το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά μελλοντικά γεγονότα ή καταστάσεις ουδόλως την καθιστά ασύμβατη με το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.

128. Ειδικότερα, υπενθυμίζω ότι από τις αιτιολογικές σκέψεις 13 και 26 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η έκδοσή της αιτιολογείται πρωτίστως από την ανάγκη να αντιμετωπιστεί επείγουσα κατάσταση η οποία εκδηλώθηκε ιδίως κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο του 2015 στην Ιταλία και στην Ελλάδα. Το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει πλείονες διατάξεις που επιτρέπουν την προσαρμογή της στις εξελίξεις της κατάστασης αυτής δεν πρέπει να επισκιάζει το γεγονός ότι η απόφαση αυτή αποσκοπεί στην επίλυση ενός προβλήματος που ανέκυψε πριν από την έκδοσή της.

129. Εν πάση περιπτώσει, φρονώ ότι το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ δεν απαγορεύει στην προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει πλείονες διατάξεις που επιτρέπουν την προσαρμογή της στην εξέλιξη των μεταναστευτικών ροών. Η διάταξη αυτή απονέμει στο Συμβούλιο ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως ως προς την επιλογή των μέτρων που πρέπει να ληφθούν προκειμένου να αντιμετωπιστεί καταλλήλως επείγουσα κατάσταση λόγω της αιφνίδιας εισροής υπηκόων τρίτων χωρών. Καθώς αυτή η επείγουσα κατάσταση μπορούσε να συνεχισθεί, να εξελιχθεί και να πλήξει και άλλα κράτη μέλη, το Συμβούλιο νομιμοποιούνταν να προβλέψει τη δυνατότητα προσαρμογής της δράσης του και, ειδικότερα, τα χαρακτηριστικά και τις λεπτομέρειες εφαρμογής του προσωρινού μηχανισμού μετεγκατάστασης.

130. Συνεπώς, η ανάγκη αντιμετώπισης επείγουσας κατάστασης με τη λήψη προσωρινών μέτρων, όπως αυτή εκφράζεται στη νομική βάση του άρθρου 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, δεν αποκλείει ούτε την προσαρμογή ενός μέτρου όπως η προσβαλλόμενη απόφαση στην εξέλιξη της κατάστασης ούτε την έκδοση εκτελεστικών πράξεων από το Συμβούλιο. Η αντιμετώπιση του επείγοντος δεν αποκλείει τη δυνατότητα εξέλιξης και προσαρμογής του μέτρου αντιμετώπισης, υπό τον όρο ότι αυτό διατηρεί τον προσωρινό χαρακτήρα του.

131. Επομένως, από την άποψη αυτή, διατάξεις όπως αυτές του άρθρου 1, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, και του άρθρου 4, παράγραφος 3, της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες προβλέπουν ότι η Επιτροπή δύναται να υποβάλει προτάσεις στο Συμβούλιο εφόσον εκτιμά ότι η εξέλιξη της κατάστασης που επικρατεί επί τόπου ή το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος αντιμετωπίζει κατάσταση έκτακτης ανάγκης λόγω αιφνίδιας εισροής υπηκόων τρίτων χωρών που οφείλεται σε απότομη μετατόπιση των μεταναστευτικών ροών δικαιολογεί την προσαρμογή του μηχανισμού μετεγκατάστασης, είναι απολύτως συμβατές με το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.

132. Το Συμβούλιο μπορούσε επίσης, χωρίς αυτό να θίγει τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως, να καθορίσει, στο άρθρο 9, πρώτη περίοδος, της αποφάσεως αυτής, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορούν να θεσπιστούν προσωρινά μέτρα, διακριτά από την προσβαλλόμενη απόφαση, με βάση το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, καθώς και τις ενδεχόμενες συνέπειές τους ως προς την εφαρμογή της προσβαλλομένης αποφάσεως.

133. Τέλος, όπως ορθώς επισημαίνει το Συμβούλιο, το γεγονός ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση προβλέπεται η έκδοση εκτελεστικών πράξεων (46) και η έκδοση αυτών εξαρτάται από μελλοντικά γεγονότα ή καταστάσεις δεν καθιστά την προσβαλλόμενη απόφαση παράνομη. Πράγματι, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 28 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η άσκηση των εν λόγω εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από το Συμβούλιο είναι αναγκαία για τη γρήγορη προσαρμογή του προσωρινού μηχανισμού μετεγκατάστασης σε ταχέως μεταβαλλόμενες καταστάσεις.

134. Επομένως, το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου ακυρώσεως που προβάλλει η Σλοβακική Δημοκρατία πρέπει να απορριφθεί.

135. Από τις προηγηθείσες σκέψεις συνάγεται ότι οι προβαλλόμενοι από τη Σλοβακική Δημοκρατία και την Ουγγαρία λόγοι ακυρώσεως που αντλούνται από την ακαταλληλότητα του άρθρου 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ ως νομικής βάσεως για την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους ως αβάσιμοι.

3.      Επί των λόγων ακυρώσεως που αφορούν τη νομιμότητα της διαδικασίας εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως και αντλούνται από παράβαση ουσιωδών τύπων

1.      Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως που προβάλλει η Σλοβακική Δημοκρατία και επί του έβδομου λόγου ακυρώσεως που προβάλλει η Ουγγαρία, οι οποίοι αντλούνται από παράβαση του άρθρου 68 ΣΛΕΕ

136. Η Σλοβακική Δημοκρατία και η Ουγγαρία υποστηρίζουν ότι, στο μέτρο που η προσβαλλόμενη απόφαση βαίνει πέραν των προσανατολισμών που καθορίστηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στα συμπεράσματά του της 25ης και 26ης Ιουνίου 2015, κατά τα οποία η κατανομή των μετεγκαθισταμένων ατόμων πρέπει να αποφασίζεται με «συναίνεση» και «λαμβανομένων υπόψη των ειδικών καταστάσεων των κρατών μελών» (47), το Συμβούλιο παρέβη το άρθρο 68 ΣΛΕΕ και τους ουσιώδεις τύπους.

137. Κατά το άρθρο 15, παράγραφος 1, ΣΕΕ, «[τ]ο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο παρέχει στην Ένωση την αναγκαία για την ανάπτυξή της ώθηση και καθορίζει τους γενικούς της πολιτικούς προσανατολισμούς και προτεραιότητες. Δεν ασκεί νομοθετική λειτουργία».

138. Κατά το άρθρο 68 ΣΛΕΕ, «[τ]ο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο καθορίζει τους στρατηγικούς προσανατολισμούς του νομοθετικού και επιχειρησιακού προγραμματισμού στον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης».

139. Επισημαίνω ότι, μολονότι στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 25ης και 26ης Ιουνίου 2015 περιέχεται πράγματι διάταξη που προβλέπει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να αποφασίσουν με «συναίνεση» την κατανομή των ατόμων τα οποία έχουν σαφώς ανάγκη διεθνούς προστασίας, και μάλιστα «λαμβανομένων υπόψη των ειδικών καταστάσεων των κρατών μελών» (48), η διάταξη αυτή αφορά την προσωρινή και κατ’ εξαίρεση μετεγκατάσταση από την Ιταλία και την Ελλάδα, εντός δύο ετών, 40 000 ατόμων. Το εν λόγω μέτρο της μετεγκατάστασης 40 000 ατόμων ελήφθη με την απόφαση 2015/1523, η οποία συνεπώς ανταποκρίνεται ακριβώς στον προσανατολισμό τον οποίο καθόρισε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

140. Κατά τη Σλοβακική Δημοκρατία και την Ουγγαρία, δεν μπορούσε να προταθεί, ούτε a fortiori να ληφθεί, νέο μέτρο επείγουσας μετεγκατάστασης όπως αυτό που προβλέπεται στην προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς να προηγηθεί τοποθέτηση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου υπό την έννοια αυτή.

141. Συνεπώς, η Σλοβακική Δημοκρατία θεωρεί ότι το Συμβούλιο, καθόσον εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς η εντολή που απορρέει από τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 25ης και 26ης Ιουνίου 2015 να έχει τροποποιηθεί ή διευρυνθεί, υπεισήλθε στα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Επομένως, παρέβη το άρθρο 68 ΣΛΕΕ καθώς και το άρθρο 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ, ενώ παραβίασε την αρχή της θεσμικής ισορροπίας. Επιπλέον, κατά την Ουγγαρία, το άρθρο 15 ΣΕΕ έχει την έννοια ότι τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου δεσμεύουν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης.

142. Κατά το άρθρο 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ, «[κ]άθε θεσμικό όργανο δρα εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που του ανατίθενται από τις Συνθήκες, σύμφωνα με τις διαδικασίες, τους όρους και τους σκοπούς τους οποίους προβλέπουν». Η διάταξη αυτή εκφράζει την αρχή της θεσμικής ισορροπίας, χαρακτηριστικό της θεσμικής δομής της Ένωσης, η οποία σημαίνει ότι κάθε θεσμικό όργανο ασκεί τις αρμοδιότητές του σεβόμενο τις αρμοδιότητες των υπολοίπων (49).

143. Κατά τη γνώμη μου, ούτε η Επιτροπή ούτε το Συμβούλιο υπερέβησαν τις εξουσίες που τους απονέμει το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ καθόσον, αντίστοιχα, πρότειναν και στη συνέχεια εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.

144. Ειδικότερα, από τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 25ης και 26ης Ιουνίου 2015 δεν μπορεί να συναχθεί απαγόρευση προς την Επιτροπή να προτείνει, και στη συνέχεια προς το Συμβούλιο να εκδώσει, προσωρινές και δεσμευτικές διατάξεις για τη μετεγκατάσταση αιτούντων διεθνή προστασία προς συμπλήρωση της αποφάσεως 2015/1523.

145. Συναφώς, υπενθυμίζω ότι τα προσωρινά μέτρα που δύναται να λάβει το Συμβούλιο με βάση το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ εκδίδονται μετά από πρόταση της Επιτροπής. Η εν λόγω εξουσία πρωτοβουλίας, η οποία αναγνωρίζεται γενικώς στην Επιτροπή από το άρθρο 17, παράγραφος 2, ΣΕΕ, θα θιγόταν σε περίπτωση που γινόταν δεκτό ότι αυτή εξαρτάται από την προηγούμενη έκδοση συμπερασμάτων από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Τούτο ισχύει πολλώ μάλλον όταν κάποια διάταξη των Συνθηκών, όπως το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, απονέμει στην Επιτροπή την εξουσία να προτείνει άμεση αντίδραση της Ένωσης απέναντι σε επείγουσα κατάσταση. Βάσει της εξουσίας πρωτοβουλίας που διαθέτει, η Επιτροπή, η οποία κατά το άρθρο 17, παράγραφος 1, ΣΕΕ «προάγει το κοινό συμφέρον της Ένωσης και αναλαμβάνει τις κατάλληλες πρωτοβουλίες για τον σκοπό αυτόν», πρέπει να μπορεί να προσδιορίσει το αντικείμενο, τον σκοπό και το περιεχόμενο της προτάσεώς της (50).

146. Όπως επισημαίνουν, κατ’ ουσίαν, η Ιταλική Δημοκρατία και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, με την προσβαλλόμενη απόφαση αντιμετωπίζεται μια νέα επείγουσα κατάσταση, η οποία ανέκυψε κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο του 2015. Για τη θέσπιση προσωρινού μηχανισμού μετεγκατάστασης 120 000 αιτούντων διεθνή προστασία με βάση το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ δεν απαιτούνταν ειδική και προηγούμενη σχετική μνεία στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Μια τέτοια απαίτηση, εκτός του ότι δεν προκύπτει από το γράμμα της εν λόγω διατάξεως, θα είχε ως αποτέλεσμα τον εκμηδενισμό της ετοιμότητας δράσης την οποία πρέπει να επιδεικνύουν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης όταν τα κράτη μέλη αντιμετωπίζουν επείγουσα κατάσταση.

147. Εξάλλου, τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 25ης και 26ης Ιουνίου 2015 δεν παρήγαγαν άλλες συνέπειες πέρα από την έκδοση της αποφάσεως 2015/1523 σχετικά με την εθελοντική μετεγκατάσταση 40 000 ατόμων, ήτοι του μέτρου που είχε ως αντικείμενο ακριβώς την υλοποίηση των συμπερασμάτων αυτών.

148. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη κι αν θεωρηθεί ότι η απόφαση 2015/1523 δεν εξάντλησε τις προβλέψεις που περιέχονται στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 25ης και 26ης Ιουνίου 2015, έχω τη γνώμη ότι ο τρόπος με τον οποίο έδρασαν η Επιτροπή και το Συμβούλιο, βάσει του άρθρου 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, ενόψει της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν παρουσιάζει καμία αντίθεση αρχής προς τους προσανατολισμούς που καθόρισε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στα συμπεράσματα της 25ης και 26ης Ιουνίου 2015.

149. Ειδικότερα, στο σημείο 2 των συμπερασμάτων του, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δηλώνει ότι οι εργασίες θα πρέπει να συνεχισθούν με βάση «το Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα Δράσης για τη Μετανάστευση της Επιτροπής». Το Πρόγραμμα αυτό προβλέπει την ενεργοποίηση του επείγοντος μηχανισμού που προβλέπεται στο άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Επιπλέον, στο σημείο 3 των εν λόγω συμπερασμάτων, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ζητεί να καταβληθούν «ευρύτερες προσπάθειες […] για την καλύτερη αναχαίτιση των αυξανόμενων ροών παράνομης μετανάστευσης», μεταξύ άλλων με την ανάπτυξη του σκέλους που αφορά τη μετεγκατάσταση. Επομένως, με την πρόταση και στη συνέχεια την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως βάσει του άρθρου 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, η Επιτροπή και το Συμβούλιο ακολούθησαν τη γραμμή δράσης που καθορίστηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

150. Τέλος, καθώς η αντίρρηση την οποία διατυπώνουν η Σλοβακική Δημοκρατία και η Ουγγαρία αφορά κατ’ ουσίαν το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε με αυξημένη πλειοψηφία, επιβάλλεται η επισήμανση ότι, εφόσον το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ επιτρέπει στο Συμβούλιο να εκδώσει μέτρα με αυξημένη πλειοψηφία, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δεν δύναται, ελλείψει αντίθετης σχετικής διατάξεως στις Συνθήκες, να τροποποιήσει τον συγκεκριμένο κανόνα ψηφοφορίας επιβάλλοντας στο Συμβούλιο κανόνα ομόφωνης ψήφου. Ειδικότερα, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, στο μέτρο κατά το οποίο οι κανόνες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η βούληση των θεσμικών οργάνων της Ένωσης προβλέπονται από τις Συνθήκες και είναι δεσμευτικοί τόσο για τα κράτη μέλη όσο και για τα ίδια τα όργανα, μόνον οι Συνθήκες μπορούν, σε ειδικές περιπτώσεις, να εξουσιοδοτούν ένα θεσμικό όργανο να τροποποιεί διαδικασία λήψεως αποφάσεως την οποία αυτές θεσπίζουν (51).

151. Από τις προηγηθείσες σκέψεις συνάγεται ότι ο πρώτος λόγος ακυρώσεως που προβάλλει η Σλοβακική Δημοκρατία και ο έβδομος λόγος ακυρώσεως που προβάλλει η Ουγγαρία πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

2.      Επί του τρίτου σκέλους του τρίτου λόγου ακυρώσεως και επί του πρώτου σκέλους του τέταρτου λόγου ακυρώσεως που προβάλλει η Σλοβακική Δημοκρατία καθώς και επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως που προβάλλει η Ουγγαρία, οι οποίοι αντλούνται από παράβαση ουσιωδών τύπων καθόσον το Συμβούλιο δεν τήρησε την προβλεπόμενη από το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ υποχρέωση διαβουλεύσεως με το Κοινοβούλιο

152. Η Σλοβακική Δημοκρατία και η Ουγγαρία ισχυρίζονται ότι το Συμβούλιο, καθόσον επέφερε σημαντικές τροποποιήσεις στην αρχική πρόταση της Επιτροπής και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς να διαβουλευθεί εκ νέου με το Κοινοβούλιο, παρέβη τους ουσιώδεις τύπους που καθορίζονται στο άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, με συνέπεια η προσβαλλόμενη απόφαση να πρέπει να ακυρωθεί. Η Σλοβακική Δημοκρατία εκτιμά ότι το Συμβούλιο, ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, παρέβη επίσης το άρθρο 10, παράγραφοι 1 και 2, ΣΕΕ και το άρθρο 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ και παραβίασε τις αρχές της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, της θεσμικής ισορροπίας και της χρηστής διακυβέρνησης.

153. Η Σλοβακική Δημοκρατία και η Ουγγαρία επισημαίνουν συναφώς τις εξής σημαντικές τροποποιήσεις.

154. Τα δύο αυτά κράτη μέλη σημειώνουν ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Ουγγαρία συγκαταλέγεται πλέον όχι μεταξύ των κρατών μελών δικαιούχων του μηχανισμού μετεγκατάστασης αλλά μεταξύ των κρατών μελών μετεγκατάστασης, πράγμα που οδήγησε στην κατάργηση του παραρτήματος ΙΙΙ της αρχικής προτάσεως και στη συμπερίληψη της Ουγγαρίας στα παραρτήματα Ι και ΙΙ της προσβαλλομένης αποφάσεως.

155. Η ουσιώδης τροποποίηση έγκειται στο γεγονός ότι, μολονότι ο συνολικός αριθμός των 120 000 ατόμων διατηρήθηκε, το υποσύνολο των 54 000 ατόμων του εν λόγω συνολικού αριθμού, για το οποίο προβλεπόταν αρχικά ότι αφορούσε άτομα που επρόκειτο να μετεγκατασταθούν από την Ουγγαρία, μετασχηματίστηκε σε «απόθεμα θέσεων για αιτούντες» το οποίο δεν προβλεπόταν στην αρχική πρόταση της Επιτροπής. Κατά συνέπεια, τόσο η δομή της προτάσεως αυτής όσο και πλείονα ουσιώδη στοιχεία της τροποποιήθηκαν ριζικά, όπως ο τίτλος της, το ratione personae πεδίο εφαρμογής της, ο κατάλογος των κρατών μελών δικαιούχων και των κρατών μελών μετεγκατάστασης καθώς και ο αριθμός των προς μετεγκατάσταση σε κάθε κράτος μέλος ατόμων. Ως εκ τούτου, προέκυψαν τροποποιήσεις οι οποίες ενσωματώθηκαν στα άρθρα 1 και 3 καθώς και στο άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, της προσβαλλομένης αποφάσεως.

156. Η Σλοβακική Δημοκρατία επισημαίνει και άλλες τροποποιήσεις της αρχικής προτάσεως της Επιτροπής. Ειδικότερα, το εν λόγω κράτος μέλος σημειώνει ότι, σε αντίθεση προς την πρόταση αυτή, η προσβαλλόμενη απόφαση προβλέπει στο άρθρο της 4, παράγραφος 3, ότι και άλλα κράτη μέλη μπορούν να επωφεληθούν από τον μηχανισμό μετεγκατάστασης εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στη διάταξη αυτή. Εξάλλου, το άρθρο 13, παράγραφος 3, της προσβαλλομένης αποφάσεως προβλέπει ότι αυτή εφαρμόζεται αναδρομικώς στους αιτούντες που έφθασαν από τις 24 Μαρτίου 2015 και μετά, ήτοι για περίοδο έξι μηνών πριν από την έκδοση της εν λόγω αποφάσεως, ενώ στην αρχική της πρόταση η Επιτροπή είχε περιορίσει σε έναν μήνα την αναδρομικότητα αυτή.

157. Ομοίως, το άρθρο 4, παράγραφοι 5 και 6, της προσβαλλομένης αποφάσεως περιέχει ουσιώδεις τροποποιήσεις σε σχέση με την αρχική πρόταση της Επιτροπής όσον αφορά το σύστημα προσωρινής αναστολής της συμμετοχής κράτους μέλους στη διαδικασία μετεγκατάστασης. Ειδικότερα, η Σλοβακική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση απονέμει στο Συμβούλιο την εξουσία να αποφασίζει για την εν λόγω αναστολή, ενώ η Επιτροπή είχε προτείνει η εξουσία αυτή να απονεμηθεί στην ίδια. Επίσης, η προσβαλλόμενη απόφαση περιορίζει την αναστολή στο 30 % των αιτούντων που έχουν κατανεμηθεί στο οικείο κράτος μέλος, ενώ στην αρχική πρόταση της Επιτροπής τέτοιος περιορισμός δεν προβλεπόταν. Επιπλέον, ενώ η αρχική πρόταση της Επιτροπής προέβλεπε υποχρέωση του απαλλασσόμενου κράτους μέλους να καταβάλει οικονομικό αντιστάθμισμα, το κείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν περιλαμβάνει τέτοια υποχρέωση.

158. Τέλος, η Σλοβακική Δημοκρατία επισημαίνει ότι, ενώ η αιτιολογική σκέψη 25 της αρχικής προτάσεως της Επιτροπής παρέθετε την κλείδα κατανομής με βάση την οποία είχαν καθορισθεί οι αριθμοί των ατόμων που επρόκειτο να μετεγκατασταθούν σε κάθε κράτος μέλος, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν μνημονεύει την κλείδα αυτή, με αποτέλεσμα να μην καθιστά γνωστά τα κριτήρια με βάση τα οποία καθορίσθηκαν οι κατανομές για κάθε κράτος μέλος.

159. Οι προσφεύγουσες προσάπτουν στο Συμβούλιο ότι, μετά τις ουσιώδεις αυτές τροποποιήσεις τις οποίες επέφερε στην αρχική πρόταση της Επιτροπής, δεν διαβουλεύθηκε εκ νέου με το Κοινοβούλιο, και τούτο παρά το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο, στο ψήφισμά του της 17ης Σεπτεμβρίου 2015, είχε ζητήσει από το Συμβούλιο να κληθεί εκ νέου να γνωμοδοτήσει εφόσον το τελευταίο προτίθετο να επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις στην πρόταση της Επιτροπής.

160. Μολονότι η προεδρία της Ένωσης ενημέρωνε τακτικά το Κοινοβούλιο, και ειδικότερα την Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (στο εξής: Επιτροπή LIBE), σχετικά με την εξέλιξη της υποθέσεως στο Συμβούλιο, αυτό δεν δύναται να υποκαταστήσει ένα επίσημο ψήφισμα του Κοινοβουλίου το οποίο εγκρίνεται από την Ολομέλεια.

161. Η Ουγγαρία μνημονεύει δύο επιστολές που απεστάλησαν από τον Πρόεδρο της Επιτροπής Νομικών Υποθέσεων του Κοινοβουλίου προς τον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου, στις οποίες επισημαίνεται, μεταξύ άλλων, ότι και η επιτροπή αυτή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το Συμβούλιο είχε τροποποιήσει ουσιωδώς την αρχική πρόταση της Επιτροπής καθόσον απέσυρε την Ουγγαρία από τον κύκλο των δικαιούχων κρατών μελών και ότι, κατά συνέπεια, το Κοινοβούλιο έπρεπε να κληθεί να γνωμοδοτήσει εκ νέου. Ωστόσο, η επιτροπή αυτή συνέστησε στο Κοινοβούλιο, για πολιτικούς λόγους, να μην παρέμβει στο πλαίσιο των υπό κρίση υποθέσεων ενώπιον του Δικαστηρίου.

162. Το Συμβούλιο αμφισβήτησε τη δυνατότητα επικλήσεως των δύο αυτών επιστολών στο πλαίσιο των παρουσών διαδικασιών και ζήτησε από το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, να διατάξει αποδείξεις προκειμένου να εξακριβωθεί η γνησιότητα των εν λόγω επιστολών. Κατά τη γνώμη μου, οι δύο αυτές επιστολές δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, στο οποίο απόκειται εν τέλει, και ανεξάρτητα από τα όσα διαλαμβάνονται στις εν λόγω επιστολές, να κρίνει αν το Συμβούλιο εκπλήρωσε την υποχρέωσή του διαβουλεύσεως με το Κοινοβούλιο σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.

163. Κατά το Δικαστήριο, «[η] νομότυπη γνωμοδότηση του Κοινοβουλίου στις προβλεπόμενες από τη Συνθήκη περιπτώσεις αποτελεί ουσιώδη τύπο, του οποίου η μη τήρηση συνεπάγεται την ακυρότητα της οικείας πράξεως» (52). Υπογραμμίζω επίσης ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, «η υποχρέωση διαβουλεύσεως με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο […], στις προβλεπόμενες από τη Συνθήκη περιπτώσεις, συνεπάγεται την υποχρέωση νέας διαβουλεύσεως οσάκις το τελικώς εγκριθέν κείμενο, εξεταζόμενο στο σύνολό του, αποκλίνει ουσιωδώς από εκείνο επί του οποίου το Κοινοβούλιο έχει ήδη γνωμοδοτήσει, πλην των περιπτώσεων εκείνων που οι τροποποιήσεις ανταποκρίνονται, κατ’ ουσίαν, στις επιθυμίες που εξέφρασε το ίδιο το Κοινοβούλιο» (53).

164. Πρέπει συνεπώς να εξετασθεί αν οι τροποποιήσεις που επισημαίνονται από τις προσφεύγουσες αφορούν την ουσία του κειμένου θεωρουμένου στο σύνολό του.

165. Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αρχική πρόταση της Επιτροπής, όπως και η τροποποιημένη πρόταση, προέβλεψαν, προκειμένου να αντιμετωπιστεί επείγουσα κατάσταση λόγω αιφνίδιας εισροής υπηκόων τρίτων χωρών, προσωρινό μηχανισμό μετεγκατάστασης 120 000 ατόμων, καθορίζοντας κατά τρόπο δεσμευτικό την κατανομή των ατόμων αυτών μεταξύ των κρατών μελών για ορισμένη χρονική περίοδο. Η απόσυρση της Ουγγαρίας από τα κράτη μέλη δικαιούχους του μηχανισμού αυτού αποτελεί βεβαίως νομική τροποποίηση, δεν θίγει όμως τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του εν λόγω μηχανισμού.

166. Κατόπιν της απόσυρσης αυτής, η αρχική πρόταση της Επιτροπής υπέστη πλείονες προσαρμογές, ιδίως όσον αφορά το απόθεμα των 54 000 θέσεων για αιτούντες. Ωστόσο, οι προσαρμογές αυτές δεν θίγουν τη βασική οικονομία της προσβαλλομένης αποφάσεως. Εξάλλου, οι λοιπές τροποποιήσεις που επισημάνθηκαν από τη Σλοβακική Δημοκρατία δεν είναι ικανές, κατά τη γνώμη μου, να θίξουν τον σκληρό πυρήνα της αρχικής προτάσεως, όπως αυτός εκτέθηκε ανωτέρω.

167. Συνολικά, οι διάφορες τροποποιήσεις τις οποίες επέφερε η Επιτροπή στην πρότασή της δεν επηρέασαν, κατά την άποψή μου, την ουσία της προσβαλλομένης αποφάσεως θεωρουμένης στο σύνολό της και συνεπώς δεν καθιστούσαν απαραίτητη την εκ νέου διαβούλευση με το Κοινοβούλιο.

168. Επιπροσθέτως, η αναγκαιότητα νέας διαβουλεύσεως με το Κοινοβούλιο παρίσταται αμφίβολη τη στιγμή που η κύρια τροποποίηση την οποία επέφερε το Συμβούλιο στην αρχική πρόταση της Επιτροπής δεν αποτελεί προϊόν ελεύθερης επιλογής του, αλλά υπαγορεύθηκε αποκλειστικά από ένα νέο δεδομένο, το οποίο είναι ανεξάρτητο από τη βούληση του Συμβουλίου και το οποίο μάλιστα έπρεπε υποχρεωτικά να ληφθεί υπόψη από το τελευταίο.

169. Εν προκειμένω, πρέπει να τονιστεί ότι το Συμβούλιο δεν ήταν σε θέση να υποχρεώσει την Ουγγαρία να παραμείνει δικαιούχος του προσωρινού μηχανισμού μετεγκατάστασης, όπως προβλεπόταν στην αρχική πρόταση της Επιτροπής. Επομένως, το Συμβούλιο δεν μπορούσε παρά να λάβει υπόψη του την εκφρασθείσα από το εν λόγω κράτος μέλος βούληση να μη συγκαταλεχθεί στα κράτη μέλη υπέρ των οποίων επρόκειτο να εφαρμοσθεί ο μηχανισμός αυτός.

170. Επιπλέον, ο ίδιος ο σκοπός της διαβουλεύσεως με το Κοινοβούλιο, εφόσον γίνει δεκτό ότι αυτή δεν είναι αμιγώς τυπική, είναι η ενδεχόμενη τροποποίηση του παρουσιασθέντος κειμένου από το Συμβούλιο προς την κατεύθυνση που επιθυμεί το Κοινοβούλιο. Εντούτοις, το Συμβούλιο δεν είχε εν προκειμένω άλλη επιλογή παρά να λάβει υπόψη του την απόσυρση της Ουγγαρίας, προσαρμόζοντας την απόφασή του σε αυτό το ανεξάρτητο από τη βούλησή του δεδομένο.

171. Εν ολίγοις, φρονώ ότι, προκειμένου να κριθεί αν το Κοινοβούλιο έπρεπε να κληθεί να γνωμοδοτήσει εκ νέου ή όχι, ένα στοιχείο επί του οποίου το Συμβούλιο δεν ασκεί καμία επιρροή δεν δύναται να θεωρηθεί ως ουσιώδες στοιχείο της οικείας κανονιστικής ρυθμίσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν πρόκειται για το προϊόν κάποιου πολιτικού συμβιβασμού, αλλά για την εκφρασθείσα άρνηση κράτους μέλους να επωφεληθεί από προσωρινό μέτρο που εκδόθηκε με βάση το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Το Συμβούλιο, μολονότι μπορεί, με βάση τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με το άρθρο 80 ΣΛΕΕ, να υποχρεώσει τα κράτη μέλη να επιδείξουν αλληλεγγύη και να αναλάβουν το μερίδιο της ευθύνης τους ούτως ώστε να αντιμετωπιστεί επείγουσα κατάσταση, δεν δύναται, κατά τη γνώμη μου, να υποχρεώσει ένα κράτος μέλος να επωφεληθεί από την αλληλεγγύη αυτή.

172. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι το τελικώς εγκριθέν κείμενο, θεωρούμενο στο σύνολό του, αποκλίνει κατά την ουσία του από το κείμενο βάσει του οποίου το Κοινοβούλιο εξέδωσε το νομοθετικό ψήφισμα της 17ης Σεπτεμβρίου 2015, εκτιμώ ότι, λαμβανομένου υπόψη του επείγοντος πλαισίου εντός του οποίου εκδίδονται τα μέτρα που θεμελιώνονται στο άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, όπως η προσβαλλόμενη απόφαση, η διαβούλευση με το Κοινοβούλιο τηρήθηκε δεόντως καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, σε σχέση τόσο με την αρχική εκδοχή της προτάσεως της Επιτροπής όσο και με τις τροποποιήσεις τις οποίες αυτή υπέστη.

173. Από τις παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, και ιδίως από τις παρατηρήσεις του Συμβουλίου και του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, προκύπτει ότι το Κοινοβούλιο, κατά τη διάρκεια πολλαπλών επίσημων και ανεπίσημων επαφών, ενημερώθηκε από το Συμβούλιο για το σύνολο σχεδόν των τροποποιήσεων τις οποίες υπέστη το αρχικό κείμενο και δεν αντιτάχθηκε σε αυτές.

174. Πιο συγκεκριμένα, το Συμβούλιο ιστορεί, χωρίς σχετικό αντίλογο, ότι, στις 14 Σεπτεμβρίου 2015 στις 12:00 η ώρα, αποφάσισε να ζητήσει από το Κοινοβούλιο γνωμοδότηση σχετικά με την πρόταση της Επιτροπής. Την ίδια μέρα, ο γενικός γραμματέας του Συμβουλίου διαβίβασε στον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου επίσημη επιστολή διαβουλεύσεως, στην οποία το Συμβούλιο δεσμεύθηκε να ενημερώνει πλήρως το Κοινοβούλιο για την εξέλιξη της υποθέσεως στο πλαίσιο του Συμβουλίου. Στις 16 Σεπτεμβρίου 2015 ο Jean Asselborn, Λουξεμβούργιος Υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου, Πρόεδρος του Συμβουλίου, παρέστη στην έκτακτη συνεδρίαση της ολομέλειας του Κοινοβουλίου. Στη διάρκεια των παρεμβάσεών του, παρουσίασε τα αποτελέσματα της συνόδου του Συμβουλίου «Δικαιοσύνη και Εσωτερικές Υποθέσεις» της 14ης Σεπτεμβρίου 2015. Με την ευκαιρία αυτή, ανακοίνωσε ότι η Ουγγαρία είχε δηλώσει την άρνησή της να θεωρηθεί ως κράτος μέλος της πρώτης γραμμής και να επωφεληθεί από τον μηχανισμό αλληλεγγύης, καθώς επίσης και τη διατήρηση, παρά την απόσυρση της Ουγγαρίας, του αριθμού των 120 000 προς μετεγκατάσταση ατόμων.

175. Επομένως, όπως ορθώς επισημαίνει το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, το Κοινοβούλιο είχε τη δυνατότητα να συνεκτιμήσει το δεδομένο αυτό ενόψει της εκδόσεως του νομοθετικού ψηφίσματος της 17ης Σεπτεμβρίου 2015. Συνεπώς, κατά το στάδιο της επίσημης διαβουλεύσεως, ήταν σε θέση να λάβει υπόψη του την απόσυρση της Ουγγαρίας από τον κύκλο των δικαιούχων του προσωρινού μηχανισμού μετεγκατάστασης 120 000 ατόμων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Κοινοβούλιο είχε την ευκαιρία να εκφράσει τη γνώμη του σε περίπτωση που θεωρούσε ότι το νέο αυτό δεδομένο αντιστρατευόταν την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

176. Κατά την άποψή μου, το γεγονός ότι το νομοθετικό ψήφισμα του Κοινοβουλίου της 17ης Σεπτεμβρίου 2015 δεν μνημονεύει την απόσυρση της Ουγγαρίας και ότι κανένα άλλο ψήφισμα δεν αποτυπώνει επίσημα τη διαβούλευση με το Κοινοβούλιο σχετικά με τις τροποποιήσεις που επήλθαν στην πρόταση της Επιτροπής κατόπιν της εν λόγω απόσυρσης δεν έχει αποφασιστική σημασία.

177. Εκτιμώ ότι τα ειδικά χαρακτηριστικά της νομικής βάσεως την οποία παρέχει το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ συνηγορούν υπέρ μιας σχετικής ελαστικότητας κατά την εξακρίβωση του κατά πόσον τηρήθηκε δεόντως η εκ νέου διαβούλευση με το Κοινοβούλιο κατόπιν της απόσυρσης της Ουγγαρίας και κατόπιν των τροποποιήσεων του αρχικού κειμένου συνεπεία της απόσυρσης αυτής.

178. Εξάλλου, επισημαίνω ότι το Κοινοβούλιο, στο πλαίσιο της διαβουλεύσεως, συνεκτίμησε πλήρως το επείγον των περιστάσεων. Πράγματι, το νομοθετικό ψήφισμα του Κοινοβουλίου της 17ης Σεπτεμβρίου 2015 εκδόθηκε σύμφωνα με την επείγουσα διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 154 του Κανονισμού του εν λόγω θεσμικού οργάνου. Σημειώνω επίσης ότι, στο ίδιο ψήφισμα, το Κοινοβούλιο υπογράμμισε «την έκτακτη και επείγουσα κατάσταση και την ανάγκη αντιμετώπισής της χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση».

179. Βεβαίως, στο εν λόγω ψήφισμα, το Κοινοβούλιο «ζητεί να κληθεί εκ νέου να γνωμοδοτήσει εφόσον το Συμβούλιο προτίθεται να επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις στο κείμενο της Επιτροπής». Ωστόσο, φρονώ ότι, λαμβανομένου υπόψη του έκτακτου χαρακτήρα της επείγουσας κατάστασης και της ανάγκης για ταχεία αντιμετώπιση της μεταναστευτικής κρίσης, την οποία τόνισε το ίδιο το Κοινοβούλιο, δεν χρειάζεται να διεξαχθεί νέα διαβούλευση με αυστηρούς τυπικούς και διαδικαστικούς όρους.

180. Το Συμβούλιο προσκομίζει άλλωστε διευκρινίσεις σχετικά με την τακτική ενημέρωση του Κοινοβουλίου μεταξύ της 17ης Σεπτεμβρίου 2015, ημερομηνίας του νομοθετικού ψηφίσματος, και της 22ας Σεπτεμβρίου 2015, ημερομηνίας εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.

181. Ειδικότερα, στο πλαίσιο των ανεπίσημων επαφών που εξαγγέλθηκαν στην επιστολή διαβουλεύσεως, η προεδρία του Συμβουλίου ετοίμασε για το Κοινοβούλιο αναθεωρημένη έκδοση του κειμένου της προτάσεως, που περιλάμβανε όλες τις τροποποιήσεις στις οποίες είχε προβεί το Συμβούλιο μέχρι τις 21 Σεπτεμβρίου 2015 έως και τις 22:00 η ώρα. Το κείμενο αυτό διαβιβάστηκε στο Κοινοβούλιο στις 22 Σεπτεμβρίου 2015 στις 09:00 η ώρα. Την ίδια μέρα η Επιτροπή LIBE, η οποία δεν αμφισβητείται ότι αποτελεί την αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή στον τομέα του ασύλου, συνήλθε σε συνεδρίαση στη διάρκεια της οποίας η προεδρία του Συμβουλίου παρουσίασε το κείμενο της τροποποιημένης προτάσεως της Επιτροπής. Συναφώς, η προεδρία του Συμβουλίου είχε τη δυνατότητα να ενσωματώσει στην παρουσίασή της τις τελευταίες τροποποιήσεις που είχε υποστεί το κείμενο κατά την έκτακτη συνεδρίαση της Επιτροπής Μονίμων Αντιπροσώπων (Coreper), η οποία είχε λάβει χώρα το ίδιο πρωί. Το Κοινοβούλιο ενημερώθηκε επίσης και για την ημερήσια διάταξη της προγραμματισμένης για τις 14:30 της ίδιας ημέρας συνεδριάσεως του Συμβουλίου, όπως επίσης και για τις προθέσεις της προεδρίας και για την προβλεπόμενη εξέλιξη της υποθέσεως κατά την εν λόγω συνεδρίαση του Συμβουλίου. Στη συνέχεια, η Επιτροπή LIBE διοργάνωσε συζήτηση επί του τροποποιημένου κειμένου ενόψει της έκτακτης συνεδριάσεως του Συμβουλίου.

182. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το Συμβούλιο διασφάλισε τη στενή συνεργασία του Κοινοβουλίου στην προετοιμασία της προσβαλλομένης αποφάσεως. Λαμβάνοντας υπόψη το επείγον των περιστάσεων, το οποίο αναγνωρίστηκε και συνεκτιμήθηκε και από το ίδιο το Κοινοβούλιο, καθώς και την απαραίτητη ευελιξία που πρέπει να διαπνέει τη διεξαγωγή της διαδικασίας σε ένα τέτοιο πλαίσιο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τηρήθηκε δεόντως η διαβούλευση με το Κοινοβούλιο, συμφώνως προς τις απαιτήσεις του άρθρου 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.

183. Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει ως αβάσιμο το τρίτο σκέλος του τρίτου λόγου ακυρώσεως και το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου ακυρώσεως που προβάλλει η Σλοβακική Δημοκρατία καθώς και τον πέμπτο λόγο ακυρώσεως που προβάλλει η Ουγγαρία.

3.      Επί του δεύτερου σκέλους του τέταρτου λόγου ακυρώσεως που προβάλλει η Σλοβακική Δημοκρατία και επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως που προβάλλει η Ουγγαρία, οι οποίοι αντλούνται από παράβαση ουσιωδών τύπων καθόσον το Συμβούλιο δεν αποφάσισε ομόφωνα, αντίθετα προς τα όσα προβλέπει το άρθρο 293, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ

184. Η Σλοβακική Δημοκρατία και η Ουγγαρία υποστηρίζουν ότι το Συμβούλιο, εκδίδοντας την προσβαλλόμενη απόφαση, παρέβη τον ουσιώδη τύπο που καθιερώνει το άρθρο 293, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, καθόσον τροποποίησε την πρόταση της Επιτροπής χωρίς να τηρήσει την καθιερούμενη από τη διάταξη αυτή απαίτηση ομοφωνίας. Η Σλοβακική Δημοκρατία θεωρεί ότι το Συμβούλιο, ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, παρέβη επίσης το άρθρο 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ και παραβίασε τις αρχές της θεσμικής ισορροπίας και της χρηστής διακυβέρνησης.

185. Κατά τις προσφεύγουσες, η προβλεπόμενη στο άρθρο 293, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ απαίτηση ομοφωνίας έχει εφαρμογή σε οποιαδήποτε τροποποίηση της προτάσεως της Επιτροπής, ακόμη και επί ησσόνων τροποποιήσεων και ανεξάρτητα από το αν η Επιτροπή αποδέχθηκε ρητώς ή σιωπηρώς τις τροποποιήσεις της προτάσεώς της που προέκυψαν κατά τις συζητήσεις στο πλαίσιο του Συμβουλίου.

186. Οι προσφεύγουσες προβάλλουν επίσης ότι δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο ότι, κατά τη διαδικασία εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή απέσυρε την πρότασή της και παρουσίασε νέα πρόταση, όμοια με το κείμενο της μετέπειτα προσβαλλομένης αποφάσεως. Αντίθετα, από το πρακτικό της συνεδριάσεως του Συμβουλίου της 22ας Σεπτεμβρίου 2015 προκύπτει ότι η Επιτροπή ούτε κατέθεσε νέα πρόταση ούτε προέβη σε προηγούμενη δήλωση σχετικά με το τροποποιημένο σχέδιο που εγκρίθηκε τελικά από το Συμβούλιο. Εντούτοις, προκειμένου να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή τροποποίησε την πρότασή της κατά την έννοια του άρθρου 293, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, απαιτείται η ενεργητική και ρητή συναίνεση της Επιτροπής στις οικείες τροποποιήσεις. Επιπλέον, η υπό κρίση περίπτωση διαφέρει από την περίπτωση την οποία αφορούσε η απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994, Γερμανία κατά Συμβουλίου (54).

187. Τέλος, οι προσφεύγουσες αμφισβητούν κατά πόσον τα δύο μέλη της Επιτροπής τα οποία παρέστησαν στις διάφορες συνεδριάσεις του Συμβουλίου διέθεταν προσήκουσα εντολή εκ μέρους του Κολλεγίου των Επιτρόπων προκειμένου να εγκρίνουν το κείμενο που υιοθετήθηκε τελικά από το Συμβούλιο.

188. Δεν συμμερίζομαι την άποψη την οποία υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες.

189. Όπως επισήμανα ανωτέρω, η Συνθήκη ΛΕΕ απονέμει στην Επιτροπή εξουσία νομοθετικής πρωτοβουλίας. Το άρθρο 293, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ εγγυάται την εξουσία αυτή προβλέποντας ότι, όταν το Συμβούλιο αποφασίζει, δυνάμει των Συνθηκών, μετά από πρόταση της Επιτροπής, μπορεί να τροποποιεί την πρόταση μόνον ομόφωνα, πλην των περιπτώσεων τις οποίες αφορούν οι διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ που αναφέρονται στο άρθρο αυτό (55).

190. Εξάλλου, κατά το άρθρο 293, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, «[ε]φόσον το Συμβούλιο δεν έχει αποφασίσει, η Επιτροπή μπορεί να τροποποιήσει την πρότασή της καθ’ όλη τη διάρκεια των διαδικασιών που οδηγούν στη θέσπιση πράξεως της Ένωσης».

191. Φρονώ ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν εθίγη η εξουσία πρωτοβουλίας της Επιτροπής, στη διασφάλιση της οποίας αποσκοπεί το άρθρο 293 ΣΛΕΕ. Εξάλλου, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, η ίδια η Επιτροπή βεβαιώνει ότι τα θεσμικά της προνόμια έγιναν σεβαστά.

192. Από τις εξηγήσεις που παρείχε η Επιτροπή στο Δικαστήριο προκύπτει ότι αυτή, κατά τη συνεδρίαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2015, έθεσε ως σκοπό προτεραιότητας την έκδοση από το Συμβούλιο, κατά τη συνεδρίασή του της 22ας Σεπτεμβρίου 2015, δεσμευτικής και άμεσα εφαρμοστέας αποφάσεως για τη μετεγκατάσταση 120 000 ατόμων που χρήζουν σαφώς διεθνούς προστασίας. Κατά τα στοιχεία της Επιτροπής, για την επίτευξη αυτού του σκοπού προτεραιότητας, παρασχέθηκε στον Frans Timmermans, πρώτο Αντιπρόεδρο της Επιτροπής, και στον Δημήτρη Αβραμόπουλο, επίτροπο Μετανάστευσης, Εσωτερικών Υποθέσεων και Ιθαγένειας, το απαραίτητο περιθώριο ευελιξίας αναφορικά με τις υπόλοιπες πτυχές της προτάσεως.

193. Όπως διευκρινίζει η Επιτροπή, το άρθρο 13 του εσωτερικού της κανονισμού της επιτρέπει να «αναθέσει σε ένα ή περισσότερα από τα μέλη της, με τη σύμφωνη γνώμη του Προέδρου, την έγκριση του οριστικού κειμένου πράξης ή πρότασης προς υποβολή στα άλλα όργανα, το περιεχόμενο της οποίας έχει ήδη προσδιοριστεί κατά τις συζητήσεις της». Επισημαίνω ότι οι προσφεύγουσες δεν προσκομίζουν αρχή αποδείξεως ικανή να στηρίξει τους ισχυρισμούς τους κατά τους οποίους τα δύο μέλη της Επιτροπής δεν ήταν προσηκόντως εξουσιοδοτημένα από το Κολλέγιο των Επιτρόπων προκειμένου να εγκρίνουν, εξ ονόματος της Επιτροπής, τις τροποποιήσεις της αρχικής προτάσεως. Υπό τις συνθήκες αυτές, και με βάση τις εξηγήσεις που παρείχε η Επιτροπή, τεκμαίρεται, κατά τη γνώμη μου, ότι ο πρώτος Αντιπρόεδρος και ο αρμόδιος για θέματα ασύλου και μετανάστευσης επίτροπος διέθεταν τη δέουσα εξουσιοδότηση εκ μέρους του Κολλεγίου των Επιτρόπων προκειμένου να συμμετάσχουν πλήρως, εξ ονόματος της Επιτροπής, στη διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

194. Στο πλαίσιο της διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η εξουσία πρωτοβουλίας της Επιτροπής έγινε σεβαστή, καθώς πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή τροποποίησε την πρότασή της συμφώνως προς τη δυνατότητα την οποία προβλέπει το άρθρο 293, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.

195. Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι το Δικαστήριο δεν αποδίδει σημασία στη μορφή την οποία μπορεί να προσλάβει η τροποποιημένη πρόταση. Κατά το Δικαστήριο, «[τ]έτοιες τροποποιημένες προτάσεις αποτελούν μέρος της διαδικασίας [νομοθεσίας της Ένωσης], η οποία χαρακτηρίζεται από κάποια ευκαμψία, απαραίτητη για την επίτευξη συγκλίσεως των απόψεων μεταξύ των οργάνων» (56).

196. Η ανάγκη να γίνει δεκτή ορισμένη ευελιξία στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων ούτως ώστε να διευκολύνεται η επίτευξη πολιτικών συμβιβασμών παρίσταται ακόμη πιο έντονη υπό συνθήκες επείγοντος όπως αυτές που χαρακτηρίζουν την εφαρμογή του άρθρου 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.

197. Επομένως, προκειμένου να διασφαλισθεί ότι η εξουσία πρωτοβουλίας της Επιτροπής έγινε σεβαστή, σημασία έχει να εξακριβωθεί αν αυτή έδωσε ή όχι τη συγκατάθεσή της αναφορικά με τις τροποποιήσεις της προτάσεώς της. Όπως ορθώς επισημαίνει το Συμβούλιο, από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 293, παράγραφοι 1 και 2, ΣΛΕΕ, συνάγεται ότι η απαίτηση ομόφωνης ψήφου του Συμβουλίου έχει εφαρμογή μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή αντιτίθεται σε τροποποίηση της προτάσεώς της.

198. Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, ο πρώτος Αντιπρόεδρος της Επιτροπής και ο αρμόδιος για θέματα ασύλου και μετανάστευσης επίτροπος συμμετείχαν κατά τρόπο ενεργό και διαρκή στην προσπάθεια επίτευξης πολιτικού συμβιβασμού στο πλαίσιο του Συμβουλίου. Προς τούτο, τα δύο αυτά μέλη της Επιτροπής αποδέχθηκαν τις τροποποιήσεις που επέφερε το Συμβούλιο στην αρχική πρόταση. Συνεπώς, κατά τον χρόνο λήψεως της αποφάσεώς του, το Συμβούλιο επιλήφθηκε προτάσεως της Επιτροπής που είχε τροποποιηθεί συμφώνως προς τον πολιτικό συμβιβασμό τον οποίον είχαν αποδεχθεί τα δύο μέλη της Επιτροπής, προσηκόντως εξουσιοδοτημένα προς τούτο από την τελευταία, συμφώνως προς τα όσα προβλέπει το άρθρο 293, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ (57).

199. Με βάση τις προηγηθείσες σκέψεις, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει ως αβάσιμο το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου ακυρώσεως που προβάλλει η Σλοβακική Δημοκρατία καθώς και τον τρίτο λόγο που προβάλλει η Ουγγαρία.

4.      Επί του δεύτερου σκέλους του τρίτου λόγου ακυρώσεως που προβάλλει η Σλοβακική Δημοκρατία και επί του τέταρτου λόγου ακυρώσεως που προβάλλει η Ουγγαρία, οι οποίοι αντλούνται από παράβαση ουσιωδών τύπων καθόσον δεν τηρήθηκε το δικαίωμα των εθνικών κοινοβουλίων να γνωμοδοτήσουν σύμφωνα με το πρωτόκολλο (αριθ. 1) και το πρωτόκολλο (αριθ. 2)

200. Η Σλοβακική Δημοκρατία, επικουρικώς, και η Ουγγαρία υποστηρίζουν ότι, κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικαίωμα των εθνικών κοινοβουλίων να γνωμοδοτούν επί κάθε σχεδίου νομοθετικής πράξεως, το οποίο προβλέπεται από το πρωτόκολλο (αριθ. 1) και το πρωτόκολλο (αριθ. 2), δεν τηρήθηκε.

201. Κατά τις προσφεύγουσες, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί, ως εκ του περιεχομένου της, νομοθετική πράξη, στο μέτρο που τροποποιεί νομοθετικές πράξεις της Ένωσης, η απόφαση αυτή έπρεπε να εκδοθεί σύμφωνα με τη νομοθετική διαδικασία και συνεπώς το δικαίωμα των εθνικών κοινοβουλίων να γνωμοδοτήσουν επί της προτάσεως της πράξεως αυτής έπρεπε να τηρηθεί. Επομένως, η διαβίβαση του σχεδίου στα εθνικά κοινοβούλια προς απλή ενημέρωση, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου 2015, δεν αρκούσε. Εν πάση περιπτώσει, δεδομένου ότι η τροποποιημένη εκδοχή του σχεδίου εγκρίθηκε από το Συμβούλιο στις 22 Σεπτεμβρίου 2015, η προθεσμία των οκτώ εβδομάδων την οποία διαθέτουν τα εθνικά κοινοβούλια για να γνωμοδοτήσουν με βάση το άρθρο 4 του πρωτοκόλλου (αριθ. 1) και το άρθρο 6 του πρωτοκόλλου (αριθ. 2) δεν τηρήθηκε.

202. Επιπλέον, η προβλεπόμενη στο άρθρο 4 του πρωτοκόλλου (αριθ. 1) εξαίρεση επί επειγουσών περιπτώσεων, κατά την οποία επιτρέπεται η σύντμηση της εν λόγω προθεσμίας των οκτώ εβδομάδων, δεν έχει εφαρμογή, στο μέτρο που κανένα έγγραφο του Συμβουλίου δεν αναφέρεται στην ανάγκη, λόγω του επείγοντος χαρακτήρα της υποθέσεως, τα εθνικά κοινοβούλια να γνωμοδοτήσουν επί του σχεδίου εντός συντομότερης προθεσμίας.

203. Όπως και το Συμβούλιο, εκτιμώ ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, στο μέτρο που αποτελεί μη νομοθετική πράξη όπως αποδείχθηκε ανωτέρω, δεν υπέκειτο στις προβλεπόμενες από το πρωτόκολλο (αριθ. 1) και το πρωτόκολλο (αριθ. 2) απαιτήσεις σχετικά με τη συμμετοχή των εθνικών κοινοβουλίων, οι οποίες αφορούν την έκδοση νομοθετικής πράξεως.

204. Συνεπώς, το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου ακυρώσεως που προβάλλει η Σλοβακική Δημοκρατία και ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως που προβάλλει η Ουγγαρία πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

5.      Επί του πρώτου σκέλους του τρίτου λόγου ακυρώσεως που προβάλλει η Σλοβακική Δημοκρατία, ο οποίος αντλείται από παράβαση ουσιωδών τύπων καθόσον το Συμβούλιο παραβίασε την επιταγή δημοσιότητας των συζητήσεων και της ψηφοφορίας στο πλαίσιό του

205. Η Σλοβακική Δημοκρατία υποστηρίζει, επικουρικώς, ότι, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε σύμφωνα με νομοθετική διαδικασία και αποτελεί συνεπώς νομοθετική πράξη, τότε το Συμβούλιο παρέβη ουσιώδη τύπο καθόσον εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση κεκλεισμένων των θυρών κατ’ ενάσκηση των μη νομοθετικών δραστηριοτήτων του, δεδομένου ότι το άρθρο 16, παράγραφος 8, ΣΕΕ και το άρθρο 15, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ προβλέπουν ότι το Συμβούλιο συνέρχεται δημοσίως όταν συσκέπτεται και ψηφίζει επί σχεδίου νομοθετικής πράξεως.

206. Εκτιμώ, όπως και το Συμβούλιο, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, στο μέτρο που αποτελεί μη νομοθετική πράξη όπως αποδείχθηκε ανωτέρω, δεν υπόκειται στους όρους που αφορούν την έκδοση νομοθετικής πράξεως, και μεταξύ αυτών στην επιταγή δημοσιότητας των συζητήσεων και της ψηφοφορίας του Συμβουλίου.

207. Κατά συνέπεια, το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου ακυρώσεως που προβάλλει η Σλοβακική Δημοκρατία πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.

6.      Επί του έκτου λόγου ακυρώσεως που προβάλλει η Ουγγαρία, ο οποίος αντλείται από παράβαση ουσιωδών τύπων καθόσον, κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Συμβούλιο δεν τήρησε τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης σχετικά με το γλωσσικό καθεστώς

208. Η Ουγγαρία υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο παρέβη ουσιώδη τύπο καθόσον εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ενώ το κείμενο της αποφάσεως αυτής το οποίο τέθηκε σε ψηφοφορία δεν ήταν διαθέσιμο σε όλες τις επίσημες γλώσσες της Ένωσης.

209. Ειδικότερα, το Συμβούλιο δεν σεβάστηκε το γλωσσικό καθεστώς του δικαίου της Ένωσης και, ειδικότερα, το άρθρο 14, παράγραφος 1, του εσωτερικού του κανονισμού (58), καθώς τα κείμενα που αποτύπωσαν τις διαδοχικές τροποποιήσεις της αρχικής προτάσεως της Επιτροπής, και μεταξύ αυτών το κείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως όπως αυτό εγκρίθηκε τελικά από το Συμβούλιο, διανεμήθηκαν στις αντιπροσωπείες των κρατών μελών μόνο στην αγγλική γλώσσα.

210. Η Σλοβακική Δημοκρατία προέβαλε τον ίδιο λόγο ακυρώσεως μόλις με το υπόμνημά της αντικρούσεως. Φρονώ ότι, στο πλαίσιο της προσφυγής που άσκησε αυτό το κράτος μέλος, ο συγκεκριμένος λόγος πρέπει να θωρηθεί ως εκπροθέσμως προβληθείς και συνεπώς απαράδεκτος.

211. Το άρθρο 14 του εσωτερικού κανονισμού του Συμβουλίου, το οποίο τιτλοφορείται «Συσκέψεις και αποφάσεις με βάση έγγραφα και σχέδια συντεταγμένα στις γλώσσες που προβλέπονται από το ισχύον γλωσσικό καθεστώς», ορίζει τα εξής:

«1.      Εκτός αντιθέτου ομοφώνου αποφάσεως του Συμβουλίου, λαμβανομένης λόγω επείγοντος θέματος, το Συμβούλιο αποφασίζει μόνο βάσει εγγράφων και σχεδίων συντεταγμένων στις προβλεπόμενες από το ισχύον γλωσσικό καθεστώς γλώσσες.

2.      Κάθε μέλος του Συμβουλίου μπορεί να αντιταχθεί στη διεξαγωγή συζήτησης αν το κείμενο οποιωνδήποτε προτεινόμενων τροποποιήσεων δεν έχει συνταχθεί στις γλώσσες που έχει υποδείξει μεταξύ των αναφερομένων στην παράγραφο 1.»

212. Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι η διάταξη αυτή του εσωτερικού του κανονισμού έχει την έννοια ότι, ενώ η παράγραφος 1 απαιτεί τα έγγραφα και σχέδια που συνιστούν τη «βάση» των συσκέψεων του Συμβουλίου, εν προκειμένω η αρχική πρόταση της Επιτροπής, να διατίθενται στα κράτη μέλη σε όλες τις επίσημες γλώσσες της Ένωσης, η παράγραφος 2 της εν λόγω διατάξεως καθιερώνει απλοποιημένο καθεστώς για τις τροποποιήσεις, οι οποίες δεν χρειάζεται οπωσδήποτε να είναι διαθέσιμες σε όλες τις επίσημες γλώσσες της Ένωσης. Μόνο σε περίπτωση αντιρρήσεως κάποιου κράτους μέλους, τότε, προκειμένου να συνεχισθεί η διεξαγωγή της συζήτησης, πρέπει να υποβληθεί στο Συμβούλιο και η γλωσσική απόδοση την οποία υποδεικνύει το εν λόγω κράτος μέλος.

213. Εκτιμώ ότι η ανωτέρω εξήγηση του Συμβουλίου σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 14 του εσωτερικού του κανονισμού (59) είναι πειστική, καθώς εκφράζει μια ισορροπημένη και ευέλικτη προσέγγιση η οποία διασφαλίζει την αποτελεσματικότητα των εργασιών του Συμβουλίου, ιδίως στο επείγον πλαίσιο που χαρακτηρίζει τα προσωρινά μέτρα τα οποία εκδίδονται με βάση το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Η εξήγηση αυτή ανταποκρίνεται, επιπλέον, στον τρόπο διεξαγωγής της διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

214. Εν προκειμένω, όπως διευκρινίζει το Συμβούλιο χωρίς σχετικό αντίλογο, η Επιτροπή έθεσε την πρότασή της αποφάσεως στη διάθεση όλων των αντιπροσωπειών των κρατών μελών σε όλες τις επίσημες γλώσσες της Ένωσης. Εξάλλου, το Συμβούλιο επισημαίνει, χωρίς σχετική αμφισβήτηση εκ μέρους των προσφευγουσών, ότι όλες οι τροποποιήσεις που ζητήθηκαν προφορικώς από διάφορα κράτη μέλη αποτυπώθηκαν σε έγγραφα εργασίας συντεταγμένα στην αγγλική γλώσσα και διενεμήθηκαν στις αντιπροσωπείες, αναγνώσθηκαν δε από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου με ταυτόχρονη διερμηνεία σε όλες τις επίσημες γλώσσες της Ένωσης. Κατά το Συμβούλιο, κανένα κράτος μέλος δεν εξέφρασε αντίρρηση με βάση το άρθρο 14, παράγραφος 2, του εσωτερικού κανονισμού του Συμβουλίου.

215. Τέλος, και εν πάση περιπτώσει, όπως ορθώς επισημαίνει το Συμβούλιο, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι, κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Συμβούλιο παρέβη το άρθρο 14 του εσωτερικού του κανονισμού, μια τέτοια διαδικαστική πλημμέλεια δεν συνεπάγεται την ακύρωση της τελικώς εκδοθείσας πράξεως παρά μόνο σε περίπτωση που, αν δεν είχε σημειωθεί η πλημμέλεια αυτή, η διαδικασία θα μπορούσε να έχει καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα (60). Εντούτοις, η Ουγγαρία δεν προσκομίζει κανένα στοιχείο από το οποίο συνάγεται ότι, αν οι τροποποιήσεις της αρχικής προτάσεως της Επιτροπής είχαν συνταχθεί σε όλες τις επίσημες γλώσσες της Ένωσης, η διαδικασία μπορούσε να είχε καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα.

216. Κατά συνέπεια, ο έκτος λόγος που προβάλλει η Ουγγαρία πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

217. Επομένως, από την εξέταση των λόγων ακυρώσεως τους οποίους προβάλλουν η Σλοβακική Δημοκρατία και η Ουγγαρία σχετικά με τη νομιμότητα της διαδικασίας εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως και οι οποίοι αντλούνται από παράβαση ουσιωδών τύπων προκύπτει ότι οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους ως αβάσιμοι.

4.      Επί των λόγων ακυρώσεως που αφορούν την ουσία

1.      Επί του έκτου λόγου ακυρώσεως που προβάλλει η Σλοβακική Δημοκρατία καθώς και επί του ένατου και του δέκατου λόγου ακυρώσεως που προβάλλει η Ουγγαρία, οι οποίοι αντλούνται από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας

218. Τόσο η Σλοβακική Δημοκρατία όσο και η Ουγγαρία υποστηρίζουν, με επιχειρήματα που αποκλίνουν σε ορισμένα σημεία, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.

219. Κατά πάγια νομολογία, η αρχή της αναλογικότητας απαιτεί οι πράξεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης να μην υπερβαίνουν τα όρια του κατάλληλου και του αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη των θεμιτών σκοπών που επιδιώκει η οικεία ρύθμιση, εξυπακουομένου ότι, οσάκις υφίσταται δυνατότητα επιλογής μεταξύ περισσότερων κατάλληλων μέτρων, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο επαχθές και ότι τα μειονεκτήματα που προκαλούνται δεν πρέπει να είναι υπέρμετρα σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς (61).

220. Όσον αφορά τον δικαστικό έλεγχο της τηρήσεως της εν λόγω αρχής, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι πρέπει να αναγνωρίζεται στα θεσμικά όργανα της Ένωσης ευρεία διακριτική ευχέρεια όταν πρόκειται για τομείς όπου αυτά καλούνται να προβούν σε επιλογές πολιτικής φύσεως και να πραγματοποιήσουν σύνθετες εκτιμήσεις. Στις περιπτώσεις αυτές, μόνον ο προδήλως ακατάλληλος χαρακτήρας ενός μέτρου λαμβανομένου σε κάποιον από τους εν λόγω τομείς, σε σχέση με τον σκοπό που τα αρμόδια θεσμικά όργανα επιδιώκουν, δύναται να επηρεάσει τη νομιμότητα του μέτρου (62).

221. Δεν χωρεί κατ’ εμέ αμφιβολία ότι η νομολογία αυτή έχει εφαρμογή εν προκειμένω, στο μέτρο που η προσβαλλόμενη απόφαση εκφράζει πολιτικές επιλογές του Συμβουλίου για την αντιμετώπιση επείγουσας κατάστασης και που η απάντηση του τελευταίου απέναντι στο φαινόμενο της αιφνίδιας εισροής υπηκόων τρίτων χωρών στο έδαφος της Ένωσης είναι προϊόν σύνθετων εκτιμήσεων τις οποίες το Δικαστήριο δεν δύναται να υποκαταστήσει.

222. Υπενθυμίζω ότι σκοπός της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι, σύμφωνα με το άρθρο της 1, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με τις αιτιολογικές της σκέψεις 12 και 26, να παράσχει στήριξη στην Ιταλική Δημοκρατία και στην Ελληνική Δημοκρατία για να αντιμετωπίσουν καλύτερα την επείγουσα κατάσταση που έχει προκληθεί λόγω της αιφνίδιας εισροής υπηκόων τρίτων χωρών στο έδαφός τους, με τη θέσπιση προσωρινών μέτρων στον τομέα της διεθνούς προστασίας προκειμένου να αμβλυνθεί η σημαντική πίεση που ασκείται στα συστήματα ασύλου των δύο αυτών κρατών μελών.

223. Η τυχόν διαπίστωση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι προδήλως ακατάλληλη για την επίτευξη του σκοπού τον οποίο επιδιώκει ή ότι αυτή βαίνει πέραν του αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη του σκοπού αυτού δύναται, από μόνη της, να οδηγήσει στην ακύρωση της εν λόγω αποφάσεως.

224. Πρέπει εφεξής να εξετασθεί το περιεχόμενο των λόγων ακυρώσεως που προβάλλουν η Σλοβακική Δημοκρατία και η Ουγγαρία για να αμφισβητήσουν τον αναλογικό χαρακτήρα της προσβαλλομένης αποφάσεως.

1)      Επί της καταλληλότητας της προσβαλλομένης αποφάσεως για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από αυτήν σκοπού

225. Η Σλοβακική Δημοκρατία, υποστηριζόμενη από τη Δημοκρατία της Πολωνίας, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ακατάλληλη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από αυτήν σκοπού, διότι η πίεση που ασκείται στο ιταλικό και στο ελληνικό σύστημα ασύλου οφείλεται στις σοβαρές δομικές αδυναμίες των συστημάτων αυτών, οι οποίες συνίστανται στην ελλιπή ικανότητα υποδοχής και διαχειρίσεως των αιτήσεων διεθνούς προστασίας. Ο προσωρινός μηχανισμός μετεγκατάστασης που προβλέπει η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δύναται να θεραπεύσει τα εν λόγω δομικά ελλείμματα.

226. Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.

227. Εκτιμώ ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον αφαιρεί από την αρμοδιότητα της Ιταλικής Δημοκρατίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας τη διαχείριση πολυάριθμων αιτήσεων διεθνούς προστασίας, συμβάλλει αυτομάτως στην άμβλυνση της σημαντικής πίεσης που ασκήθηκε στα συστήματα ασύλου των δύο αυτών κρατών μελών συνεπεία της μεταναστευτικής κρίσης του καλοκαιριού του 2015. Το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει ως κύριο σκοπό να θεραπεύσει τα δομικά ελλείμματα των εν λόγω συστημάτων ασύλου δεν αναιρεί τη διαπίστωση αυτή.

228. Κατά τα λοιπά, πρέπει να τονιστεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αδιαφορεί για το πρόβλημα της βελτιώσεως της λειτουργίας των συστημάτων ασύλου της Ιταλικής Δημοκρατίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας· τουναντίον.

229. Πράγματι, η προσβαλλόμενη απόφαση, στο άρθρο της 8, παράγραφος 1, προβλέπει ότι «[η Ιταλική Δημοκρατία και η Ελληνική Δημοκρατία], έχοντας υπόψη τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 της απόφασης […] 2015/1523 και έως τις 26 Οκτωβρίου 2015, κοινοποιούν στο Συμβούλιο και την Επιτροπή επικαιροποιημένο οδικό χάρτη λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη να εξασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή της παρούσας απόφασης». Σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 8, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2015/1523, ο εν λόγω οδικός χάρτης πρέπει να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, «κατάλληλα μέτρα στους τομείς του ασύλου, της πρώτης υποδοχής και του επαναπατρισμού, ενισχύοντας τις ικανότητες, την ποιότητα και την αποτελεσματικότητα [των συστημάτων της Ιταλικής Δημοκρατίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας] στους τομείς αυτούς». Η αιτιολογική σκέψη 18 της προσβαλλομένης αποφάσεως διευκρινίζει, συναφώς, ότι στην απόφαση 2015/1523 «ορίζεται η υποχρέωση της [Ιταλικής Δημοκρατίας] και της [Ελληνικής Δημοκρατίας] να διαμορφώσουν διαρθρωτικές λύσεις για την αντιμετώπιση εξαιρετικών πιέσεων στα αντίστοιχα συστήματα ασύλου και μετανάστευσης, με τη θέσπιση άρτιου και στρατηγικού πλαισίου για την αντιμετώπιση της κατάστασης κρίσης και την εντατικοποίηση της εν εξελίξει διαδικασίας μεταρρύθμισης σε αυτούς τους τομείς». Η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον επιβάλλει την επικαιροποίηση των οδικών χαρτών που καταρτίστηκαν από την Ιταλική Δημοκρατία και την Ελληνική Δημοκρατία κατ’ εφαρμογήν της αποφάσεως 2015/1523, εγγράφεται στη συνέχεια της τελευταίας αυτής αποφάσεως. Ο σκοπός που επιδιώκεται εν προκειμένω είναι να υποχρεωθούν τα εν λόγω δύο κράτη μέλη να μεταρρυθμίσουν τα συστήματα ασύλου τους προκειμένου να είναι σε θέση, μετά τη λήξη της περιόδου εφαρμογής της προσβαλλομένης αποφάσεως, να αντιμετωπίσουν καλύτερα την ενδεχόμενη αύξηση της εισροής μεταναστών στο έδαφός τους.

230. Επομένως, με βάση την προσβαλλόμενη απόφαση, η Ιταλική Δημοκρατία και η Ελληνική Δημοκρατία υποχρεούνται, παράλληλα με τις μετεγκαταστάσεις που πραγματοποιούνται από το έδαφός τους, να διορθώσουν τα δομικά ελλείμματα των συστημάτων ασύλου τους. Η αθέτηση της υποχρεώσεως αυτής από κάποιο από τα δύο αυτά κράτη μέλη δύναται, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 3, της προσβαλλομένης αποφάσεως, να επιφέρει αναστολή της εφαρμογής της αποφάσεως αυτής ως προς το εν λόγω κράτος μέλος για χρονική περίοδο έως τριών μηνών, η οποία μπορεί να παραταθεί μία φορά.

231. Εξάλλου, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποτελεί το μοναδικό μέτρο που έλαβε η Ένωση προκειμένου να ανακουφίσει τα συστήματα ασύλου της Ιταλίας και της Ελλάδας. Όπως υπογράμμισε το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, η απόφαση αυτή πρέπει να θεωρείται ως μέρος ενός συνόλου μέτρων, εκ των οποίων ένα από τα σημαντικότερα, σε επιχειρησιακό επίπεδο, είναι αναμφίβολα η ίδρυση «hotspots» (63).

232. Τέλος, όπως επισήμανα ανωτέρω, συμμερίζομαι την άποψη του Συμβουλίου κατά την οποία, κατά πάσα πιθανότητα, η σημαντική πίεση την οποία υπέστησαν το ιταλικό και το ελληνικό σύστημα ασύλου ήταν ικανή να διαταράξει σοβαρά οποιοδήποτε σύστημα ασύλου, ακόμη κι ένα σύστημα χωρίς δομικές αδυναμίες. Επομένως, θεωρώ εσφαλμένη την άποψη, όπως αυτή που υποστηρίζει η Σλοβακική Δημοκρατία, ότι η πίεση που ασκήθηκε στα συστήματα ασύλου της Ιταλικής Δημοκρατίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας οφείλεται αποκλειστικά στις δομικές αδυναμίες των δύο αυτών συστημάτων.

233. Με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, φρονώ ότι δεν προκύπτει, και μάλιστα προδήλως, ότι η μετεγκατάσταση σημαντικού αριθμού ατόμων που χρήζουν σαφώς διεθνούς προστασίας, ώστε το ιταλικό και το ελληνικό σύστημα ασύλου να απαλλαγούν από τη διαχείριση των αντίστοιχων αιτήσεων, συνιστά μέτρο ακατάλληλο να συμβάλει πραγματικά και αποτελεσματικά στον σκοπό της άμβλυνσης της σημαντικής πίεσης που ασκείται στα δύο αυτά συστήματα ασύλου.

234. Κατά τη Σλοβακική Δημοκρατία και την Ουγγαρία, η ακαταλληλότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτήν σκοπού επιβεβαιώνεται και από τον περιορισμένο αριθμό μετεγκαταστάσεων που πραγματοποιήθηκαν με βάση την απόφαση αυτή.

235. Ωστόσο, όπως ορθώς επισημαίνει το Συμβούλιο, η αναλογικότητα πρέπει να εκτιμηθεί με βάση τα στοιχεία που διέθετε το εν λόγω θεσμικό όργανο κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

236. Συναφώς, είναι σημαντικό να υπομνησθεί η νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία, στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως, η νομιμότητα μιας πράξεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που υφίστανται κατά τον χρόνο εκδόσεως της πράξεως και δεν μπορεί, ειδικότερα, να εξαρτάται από αναδρομικές εκτιμήσεις αφορώσες τον βαθμό αποτελεσματικότητάς της (64). Το Δικαστήριο διευκρίνισε επίσης ότι, οσάκις ο νομοθέτης της Ένωσης είναι αναγκασμένος να εκτιμήσει τα μελλοντικά αποτελέσματα ρυθμίσεως την οποία πρέπει να θεσπίσει και τα αποτελέσματα αυτά δεν μπορούν να προβλεφθούν με ακρίβεια, η εκτίμησή του δεν μπορεί να επικριθεί παρά μόνον εφόσον προκύπτει ότι αυτή είναι προδήλως εσφαλμένη με βάση τα στοιχεία που διέθετε κατά τον χρόνο θεσπίσεως της οικείας ρυθμίσεως (65).

237. Όπως προκύπτει από πλείονες αιτιολογικές σκέψεις της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Συμβούλιο στηρίχθηκε σε διεξοδική ανάλυση των αιτίων και των συνεπειών της επείγουσας κατάστασης που ανέκυψε το καλοκαίρι του 2015, με βάση τα αριθμητικά στοιχεία που διέθετε κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως αυτής.

238. Όπως επισημαίνει το Συμβούλιο, η περιορισμένη αποτελεσματικότητα των μέτρων που προβλέπει η προσβαλλόμενη απόφαση (66) εξηγείται από ένα σύνολο στοιχείων τα οποία το ίδιο δεν μπορούσε να προβλέψει κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως αυτής, και ιδίως την πολιτική «ανοιχτών συνόρων» την οποία εφάρμοσαν πλείονα κράτη μέλη και η οποία οδήγησε σε άτακτη μετακίνηση μεγάλου αριθμού μεταναστών προς άλλα κράτη μέλη, τη βραδύτητα των διαδικασιών μετεγκατάστασης, την αβεβαιότητα που προκλήθηκε από τις πολυάριθμες περιπτώσεις αρνήσεως για λόγους δημοσίας τάξεως τους οποίους επικαλέστηκαν ορισμένα κράτη μέλη μετεγκατάστασης και την ανεπαρκή συνεργασία ορισμένων κρατών μελών κατά την εφαρμογή της προσβαλλομένης αποφάσεως.

239. Ως προς το τελευταίο αυτό σημείο, προσθέτω ότι, με την επιχειρηματολογία τους, οι προσφεύγουσες επιδιώκουν εν τέλει να αντλήσουν όφελος από την εκ μέρους τους μη εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ειδικότερα, επισημαίνω ότι η Σλοβακική Δημοκρατία και η Ουγγαρία, καθόσον δεν εκπλήρωσαν τις υποχρεώσεις τους για μετεγκατάσταση, συνέβαλαν στην αποτυχία επίτευξης, μέχρι σήμερα, του στόχου των 120 000 μετεγκαταστάσεων που έθεσε η προσβαλλόμενη απόφαση.

240. Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, με βάση τα αριθμητικά στοιχεία που ήταν διαθέσιμα στις 10 Απριλίου 2017 (67), η Ουγγαρία δεν μετεγκατέστησε κανένα άτομο που είχε αφιχθεί από την Ιταλία και την Ελλάδα. Η Σλοβακική Δημοκρατία, από την άλλη, μετεγκατέστησε μόνο 16 άτομα αφιχθέντα από την Ελλάδα και κανέναν αφιχθέντα από την Ιταλία. Οι αριθμοί αυτοί αντιστοιχούν στο 0 % και στο 2 % των κατανομών μετεγκατάστασης που καθορίστηκαν, αντίστοιχα, για την Ουγγαρία και για τη Σλοβακική Δημοκρατία στην προσβαλλόμενη απόφαση. Επιπλέον, σημειώνω ότι ούτε η Σλοβακική Δημοκρατία ούτε η Ουγγαρία ζήτησαν την εφαρμογή, ως προς αυτές, του προβλεπόμενου στο άρθρο 4, παράγραφος 5, της προσβαλλομένης αποφάσεως μηχανισμού προσωρινής αναστολής των υποχρεώσεών τους.

241. Μολονότι είναι σαφές κατ’ εμέ ότι οι προσφεύγουσες δεν μπορούν να αμφισβητήσουν την καταλληλότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από αυτήν σκοπού με βάση την περιορισμένη εφαρμογή της ή την εν τοις πράγμασιν αναποτελεσματικότητά της, αντίθετα, είναι αδιαμφισβήτητο κατά την άποψή μου ότι η αντιμετώπιση της επείγουσας κατάστασης που δικαιολογεί την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως μπορεί να επιτευχθεί μόνον εφόσον όλα τα κράτη μέλη, διακατεχόμενα από πνεύμα αλληλεγγύης ίδιο με εκείνο που συνιστά τον λόγο ύπαρξης της αποφάσεως αυτής, καταβάλουν προσπάθεια για να την εφαρμόσουν.

242. Συναφώς, υπενθυμίζω ότι η μη εφαρμογή της προσβαλλομένης αποφάσεως συνιστά επίσης παράβαση της υποχρεώσεως αλληλεγγύης και δίκαιης κατανομής των ευθυνών, η οποία καθιερώνεται στο άρθρο 80 ΣΛΕΕ. Κατά τη γνώμη μου, σε περίπτωση σχετικής προσφυγής λόγω παραβάσεως, το Δικαστήριο θα νομιμοποιούνταν αναμφίβολα να υπενθυμίσει στα μη συμμορφούμενα κράτη μέλη τις υποχρεώσεις τους, και μάλιστα κατηγορηματικώς, όπως έχει πράξει στο παρελθόν (68).

2)      Επί της αναγκαιότητας της προσβαλλομένης αποφάσεως σε σχέση με τον επιδιωκόμενο από αυτήν σκοπό

1)      Τα επιχειρήματα που προβάλλει η Σλοβακική Δημοκρατία

243. Η Σλοβακική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι ο επιδιωκόμενος από την προσβαλλόμενη απόφαση σκοπός μπορούσε να επιτευχθεί εξίσου αποτελεσματικά δυνάμει μέτρων τα οποία ήταν δυνατόν να ληφθούν στο πλαίσιο υφιστάμενων διατάξεων και τα οποία θα ήταν λιγότερο επαχθή για τα κράτη μέλη από την άποψη της επιδράσεώς τους στο κυρίαρχο δικαίωμα κάθε κράτους μέλους να αποφασίζει ελεύθερα σχετικά με την υποδοχή υπηκόων τρίτων χωρών στο έδαφός του καθώς και στο δικαίωμα των κρατών μελών, το οποίο καθιερώνεται στο άρθρο 5 του πρωτοκόλλου (αριθ. 2), να υφίστανται το ελάχιστο δυνατό οικονομικό και διοικητικό βάρος.

244. Όσον αφορά, πρώτον, τα ενδεχόμενα λιγότερο περιοριστικά μέτρα, η Σλοβακική Δημοκρατία μνημονεύει καταρχάς την οδηγία 2001/55/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 2001, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές παροχής προσωρινής προστασίας σε περίπτωση μαζικής εισροής εκτοπισθέντων και μέτρα για τη δίκαιη κατανομή των βαρών μεταξύ κρατών μελών όσον αφορά την υποδοχή και την αντιμετώπιση των συνεπειών της υποδοχής αυτών των ατόμων (69). Όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές της σκέψεις 8, 9 και 13 καθώς και από το άρθρο της 1, η οδηγία αυτή σκοπεί να αντιμετωπίσει, με την πρόβλεψη προσωρινής προστασίας, τις ίδιες καταστάσεις μαζικής εισροής μεταναστών όπως και η προσβαλλόμενη απόφαση, ωστόσο είναι λιγότερο περιοριστική, από πολλές απόψεις, σε σχέση με την απόφαση αυτή. Επιπλέον, το άρθρο 26 της οδηγίας 2001/55 προβλέπει ρητώς διαδικασία μετεγκατάστασης των ατόμων που απολαύουν προσωρινής προστασίας.

245. Η οδηγία αυτή θίγει σε μικρότερο βαθμό τα συμφέροντα των κρατών μελών διότι προβλέπει την επιστροφή των ενδιαφερομένων ατόμων όταν λήγει η προσωρινή προστασία. Εξάλλου, το άρθρο 25 της εν λόγω οδηγίας προβλέπει, σε πνεύμα αλληλεγγύης, ότι τα κράτη μέλη καθορίζουν, αριθμητικά ή γενικά, τις δυνατότητές τους υποδοχής και αποφασίζουν για τον αριθμό των ατόμων που θα υποδεχθούν, σε πλαίσιο σεβασμού της κυριαρχίας τους.

246. Η Δημοκρατία της Πολωνίας, η οποία υποστηρίζει την ανωτέρω επιχειρηματολογία της Σλοβακικής Δημοκρατίας, διευκρινίζει ότι η οδηγία 2001/55 βασίζεται στην αρχή της ελεύθερης βούλησης, κατά την οποία η μεταφορά πραγματοποιείται μόνο με τη συναίνεση τόσο του μετεγκαθιστάμενου ατόμου όσο και του κράτους μέλους μετεγκατάστασης. Επιπλέον, το καθεστώς προσωρινής προστασίας που προβλέπει η οδηγία αυτή απονέμει λιγότερα δικαιώματα σε σχέση με το καθεστώς διεθνούς προστασίας στη χορήγηση του οποίου αποβλέπει η προσβαλλόμενη απόφαση, ιδίως όσον αφορά τη χρονική περίοδο προστασίας, με συνέπεια να επιβάλλει σαφώς μικρότερα βάρη στο κράτος μέλος μετεγκατάστασης.

247. Έπειτα, η Σλοβακική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η Ιταλική Δημοκρατία και η Ελληνική Δημοκρατία μπορούσαν να ενεργοποιήσουν τον λεγόμενο μηχανισμό «πολιτικής προστασίας της Ένωσης» που προβλέπεται στο άρθρο 8α του κανονισμού (ΕΚ) 2007/2004 του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2004, σχετικά με τη σύσταση ευρωπαϊκού οργανισμού για τη διαχείριση της επιχειρησιακής συνεργασίας στα εξωτερικά σύνορα των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (70), βάσει του οποίου μπορούσε να τους παρασχεθεί η απαραίτητη υλική βοήθεια. Η Σλοβακική Δημοκρατία υποστηρίζει επίσης ότι η Ιταλική Δημοκρατία και η Ελληνική Δημοκρατία μπορούσαν να ζητήσουν από τη Frontex βοήθεια με τη μορφή «ταχειών επεμβάσεων». Συναφώς, η Σλοβακική Δημοκρατία διευκρινίζει ότι η αποτελεσματικότητα της προστασίας των συνόρων των κρατών μελών της πρώτης γραμμής, τα οποία συνιστούν τα εξωτερικά σύνορα της Ένωσης, συναρτάται άμεσα με την κατάσταση των συστημάτων ασύλου και μετανάστευσης των οικείων κρατών μελών.

248. Περαιτέρω, με βάση το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, και το άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 1β, του κανονισμού 2007/2004, και προκειμένου να αμβλυνθεί η πίεση που βαρύνει τα συστήματα ασύλου τους, η Ιταλική Δημοκρατία και η Ελληνική Δημοκρατία μπορούσαν, κατά τη Σλοβακική Δημοκρατία, να ζητήσουν από τη Frontex να τους παράσχει την απαραίτητη βοήθεια για την οργάνωση των επιχειρήσεων επιστροφής.

249. Εξάλλου, η Σλοβακική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι δεν ήταν απαραίτητη η λήψη άλλων μέτρων με βάση το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, λαμβανομένου υπόψη ότι η απόφαση 2015/1523 αναθέτει στα κράτη μέλη το καθήκον να αποφασίσουν, σε πνεύμα αλληλεγγύης, την έκταση της συμμετοχής τους στην κοινή δέσμευση, θίγοντας συνεπώς την κυριαρχία τους σε μικρότερο βαθμό. Επιπλέον, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε μόλις οκτώ μέρες μετά την απόφαση 2015/1523, ήταν αδύνατον, σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα, να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η τελευταία αυτή απόφαση ήταν ανεπαρκής. Κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Συμβούλιο δεν είχε κανέναν λόγο να θεωρήσει ότι οι δυνατότητες υποδοχής που προβλέπει η απόφαση 2015/1523 θα εξαντλούνταν σύντομα και ότι συνεπώς ήταν απαραίτητη η πρόβλεψη πρόσθετων δυνατοτήτων δυνάμει της προσβαλλομένης αποφάσεως.

250. Τέλος, και το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ καθιστούσε δυνατή τη λήψη λιγότερο περιοριστικών μέτρων για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, και μεταξύ άλλων την παροχή βοήθειας για τη διευκόλυνση της επιστροφής και της καταχώρισης ή την υποστήριξη του ιταλικού και του ελληνικού συστήματος ασύλου σε οικονομικό, υλικό, τεχνικό επίπεδο και σε επίπεδο προσωπικού. Τα κράτη μέλη μπορούσαν ακόμη να αναλάβουν οικειοθελώς διμερείς πρωτοβουλίες προκειμένου να παράσχουν την υποστήριξη αυτή.

251. Δεύτερον, η μετεγκατάσταση των αιτούντων που προβλέπεται στην προσβαλλόμενη απόφαση συνεπάγεται αναπόφευκτα οικονομικό και διοικητικό βάρος. Εφόσον δεν ήταν απαραίτητη η επιβολή του βάρους αυτού, η εν λόγω απόφαση αποτελεί περιττό και πρόωρο μέτρο, το οποίο αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας και στο άρθρο 5 του πρωτοκόλλου (αριθ. 2).

252. Προς απάντηση στα επιχειρήματα αυτά, πρέπει να τονιστεί το ιδιαίτερα ευαίσθητο πλαίσιο εντός του οποίου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή η επείγουσα κατάσταση λόγω αιφνίδιας εισροής υπηκόων τρίτων χωρών κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο του 2015. Τα θεσμικά όργανα της Ένωσης όφειλαν να αντιδράσουν όσο το δυνατόν ταχύτερα και αποτελεσματικά απέναντι στη σημαντική πίεση που ασκούνταν στο ιταλικό και στο ελληνικό σύστημα ασύλου.

253. Όπως και το Συμβούλιο, φρονώ ότι, μολονότι οι εναλλακτικές λύσεις που προτείνει η Σλοβακική Δημοκρατία, ή τουλάχιστον κάποιες εξ αυτών, θα μπορούσαν να συμβάλουν στην επίτευξη του επιδιωκόμενου από την προσβαλλόμενη απόφαση σκοπού, η διαπίστωση αυτή δεν αρκεί, λαμβάνοντας υπόψη το ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως που πρέπει να αναγνωριστεί υπέρ του Συμβουλίου, ώστε να θεμελιώσει τον προδήλως δυσανάλογο χαρακτήρα της αποφάσεως αυτής και να κλονίσει τη νομιμότητά της. Κατά την άποψή μου, το Συμβούλιο, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, νομίμως εκτίμησε ότι δεν υπήρχε εναλλακτικό μέτρο που καθιστούσε δυνατή την επίτευξη του επιδιωκόμενου από την προσβαλλόμενη απόφαση σκοπού κατά τρόπο εξίσου αποτελεσματικό και με μικρότερο περιορισμό της κυριαρχίας ή των οικονομικών συμφερόντων των κρατών μελών.

254. Όπως και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, θεωρώ ότι η αρχή της αλληλεγγύης και της δίκαιης κατανομής ευθυνών μεταξύ των κρατών μελών, η οποία κατοχυρώνεται ρητώς στο άρθρο 80 ΣΛΕΕ όσον αφορά τις πολιτικές της Ένωσης σχετικά με τους ελέγχους στα σύνορα, το άσυλο και τη μετανάστευση, έχει εξέχουσα σημασία στο πλαίσιο της ερμηνείας του άρθρου 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Επομένως, ένα προσωρινό μέτρο όπως η προσβαλλόμενη απόφαση, το οποίο κατανέμει κατά τρόπο υποχρεωτικό μεταξύ των κρατών μελών τα προβλεπόμενα από αυτό βάρη, είναι κατά τη γνώμη μου σύμφωνο προς την τελευταία αυτή διάταξη, ερμηνευόμενη υπό το φως του άρθρου 80 ΣΛΕΕ.

255. Η Ελληνική Δημοκρατία επισημαίνει, επιπλέον, ότι η ανάγκη θεσμοθετήσεως προγράμματος υποχρεωτικής μετεγκατάστασης των αιτούντων διεθνή προστασία από την Ελλάδα και την Ιταλία, με βάση ποσοστώσεις ανά κράτος μέλος, εξηγείται από τις πρωτοφανείς μεταναστευτικές ροές που σημειώθηκαν στα δύο αυτά κράτη μέλη το 2015, ιδίως κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο του 2015. Οι δράσεις που είχαν αποφασισθεί σταδιακά μέχρι την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως αποδείχθηκαν ανεπαρκείς για την ουσιαστική ελάφρυνση του βάρους που προκλήθηκε στην Ελλάδα και στην Ιταλία από την υποδοχή και τη διαχείριση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας τόσο μεγάλου αριθμού μεταναστών. Πειστικά στοιχεία δυνάμενα να κλονίσουν την ανωτέρω διαπίστωση της Ελληνικής Δημοκρατίας δεν είναι διαθέσιμα.

256. Ως εκ τούτου, λαμβάνοντας υπόψη τα αριθμητικά στοιχεία σχετικά με τη μεταναστευτική κρίση του έτους 2015, τα οποία μνημονεύονται στις αιτιολογικές σκέψεις της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθώς και το φάσμα των μέτρων που προτείνει η Σλοβακική Δημοκρατία για την αντιμετώπιση της κρίσης αυτής, φρονώ ότι ο προσωρινός μηχανισμός μετεγκατάστασης που θέσπισε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπερβαίνει προδήλως το αναγκαίο μέτρο για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της κρίσης αυτής.

257. Όσον αφορά, καταρχάς, την εφαρμογή της οδηγίας 2001/55 ως ενδεχόμενο εναλλακτικό μέτρο, η οδηγία αυτή αποτελεί, όπως επισήμανε το Δικαστήριο στην απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2011, N.S. κ.λπ. (71), παράδειγμα της προβλεπόμενης από το άρθρο 80 ΣΛΕΕ αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών μελών (72). Όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 20 της οδηγίας αυτής, μεταξύ των σκοπών της καταλέγεται και η θέσπιση μηχανισμού αλληλεγγύης για να συμβάλει στην επίτευξη δίκαιης κατανομής των βαρών μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά την υποδοχή σε περίπτωση μαζικής εισροής εκτοπισθέντων και την αντιμετώπιση των συνεπειών αυτής της υποδοχής.

258. Μολονότι ο ως άνω μηχανισμός αλληλεγγύης, όπως και ο μηχανισμός που προβλέπει η προσβαλλόμενη απόφαση, μπορεί να τύχει εφαρμογής μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μαζικής εισροής εκτοπισθέντων (73), επισημαίνω ότι οι δύο αυτοί μηχανισμοί διαφέρουν σε ένα ουσιώδες σημείο. Ειδικότερα, σε αντίθεση προς τα όσα προβλέπει η οδηγία 2001/55, ο προσωρινός μηχανισμός μετεγκατάστασης που θεσπίζει η προσβαλλόμενη απόφαση κατανέμει αριθμητικώς και υποχρεωτικώς μεταξύ των κρατών μελών τους αιτούντες διεθνή προστασία. Λαμβανομένου υπόψη του επείγοντος πλαισίου εντός του οποίου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και της αδυναμίας να επιτευχθούν αριθμητικές δεσμεύσεις εκ μέρους των κρατών μελών για την κατανομή των αιτούντων διεθνή προστασία μεταξύ τους, φρονώ ότι το Συμβούλιο προέβη στην κατάλληλη επιλογή καθόσον προέκρινε τη λήψη ενός γρήγορου και δεσμευτικού μέτρου ως απάντηση στη μεταναστευτική κρίση την οποία αντιμετώπιζε η Ένωση. Εν πάση περιπτώσει, η επιλογή του δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως προδήλως ακατάλληλη.

259. Συναφώς, ο ισχυρισμός ότι ο επιδιωκόμενος από την προσβαλλόμενη απόφαση σκοπός έπρεπε να επιτευχθεί αποκλειστικά μέσω εκουσίων δεσμεύσεων εκ μέρους των κρατών μελών για την υποδοχή ορισμένου αριθμού αιτούντων, ο οποίος συμπυκνώνει εν πολλοίς την αντίθεση που εκδήλωσαν ορισμένα κράτη μέλη προς την απόφαση αυτή, δεν ανταποκρίνεται στα δεδομένα της πραγματικότητας. Ειδικότερα, από το ιστορικό θεσπίσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως αποδεικνύεται ότι ο λόγος για τον οποίο προκρίθηκε η λύση του υποχρεωτικού μηχανισμού μετεγκατάστασης, με βάση δηλαδή αριθμητικές και δεσμευτικές κατανομές, ήταν ακριβώς η αδυναμία συναινέσεως όλων των κρατών μελών ως προς την εκούσια κατανομή των αιτούντων διεθνή προστασία μεταξύ τους. Στο σημείο αυτό, είμαι της γνώμης ότι δεν μπορεί να προσαφθεί, υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας, στα θεσμικά όργανα της Ένωσης, εναντίον των οποίων διατυπώνονται συχνά αιτιάσεις περί ανικανότητας και αδράνειας, το γεγονός ότι επέλεξαν να επιβάλουν στα κράτη μέλη ποσοστώσεις αιτούντων προς μετεγκατάσταση αντί απλώς να εγκαταλείψουν το σχέδιο περί μηχανισμού μετεγκατάστασης.

260. Βάσει των ανωτέρω, η έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν συνιστά εφαρμογή της οδηγίας 2001/55, αλλά είναι προϊόν πολιτικής επιλογής στην οποία προέβησαν τα τρία θεσμικά όργανα που συμμετείχαν στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ενώ κανένα από τα επιχειρήματα που προβάλλει η Σλοβακική Δημοκρατία δεν δύναται να θεμελιώσει, κατά τη γνώμη μου, ότι η επιλογή αυτή είναι προδήλως εσφαλμένη υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας.

261. Έπειτα, όσον αφορά το επιχείρημα κατά το οποίο η έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν ήταν απαραίτητη λόγω της προηγούμενης εκδόσεως της αποφάσεως 2015/1523, παρατηρώ ότι η Επιτροπή, στην πρότασή της αποφάσεως, επισήμανε σαφώς ότι, μετά την έγκριση στο πλαίσιο του Συμβουλίου, στις 20 Ιουλίου 2015, του περιεχομένου της μετέπειτα αποφάσεως 2015/1523, σχετικά με τη μετεγκατάσταση 40 000 ατόμων από την Ιταλία και την Ελλάδα, «έχει ενταθεί η μεταναστευτική κατάσταση στην Κεντρική και την Ανατολική Μεσόγειο. Οι ροές των μεταναστών και των προσφύγων έχει υπερδιπλασιαστεί, κατά τη διάρκεια των θερινών μηνών, δίνοντας ώθηση για την ενεργοποίηση ενός νέου μηχανισμού επείγουσας μετεγκατάστασης, ώστε να ελαφρυνθεί η πίεση την οποία αντιμετωπίζουν η [Ιταλική Δημοκρατία], η [Ελληνική Δημοκρατία] και η Ουγγαρία» (74).

262. Η διαπίστωση αυτή σχετικά με την επιδείνωση της κατάστασης στον τομέα της μετανάστευσης, η οποία κατέστησε αναγκαία τη θέσπιση πρόσθετου μηχανισμού μετεγκατάστασης, εκφράζεται στην αιτιολογική σκέψη 12 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία έχει ως εξής: «[κ]ατά τους τελευταίους μήνες, η μεταναστευτική πίεση στα νότια εξωτερικά χερσαία και θαλάσσια σύνορα έχει εκ νέου αυξηθεί απότομα, ενώ η μετατόπιση των μεταναστευτικών ροών συνεχίστηκε από την κεντρική προς την ανατολική Μεσόγειο και προς την οδό των δυτικών Βαλκανίων, ως αποτέλεσμα του αυξανόμενου αριθμού μεταναστών που φθάνουν στην Ελλάδα και από την Ελλάδα. Δεδομένης της κατάστασης, πρέπει να διασφαλισθούν περαιτέρω προσωρινά μέτρα για την άμβλυνση της πίεσης που ασκείται στον τομέα του ασύλου [σ]την [Ιταλική Δημοκρατία] και την [Ελληνική Δημοκρατία]». Η διαπίστωση αυτή στηρίζεται σε αριθμητικά στοιχεία που παρατίθενται στην αιτιολογική σκέψη 13 της προσβαλλομένης αποφάσεως.

263. Ενώ ο εθελοντικός μηχανισμός μεταγκατάστασης 40 000 ατόμων που θεσπίζει η απόφαση 2015/1523 σκοπεί, όπως προκύπτει από τα στατιστικά στοιχεία που παρατίθενται στις αιτιολογικές σκέψεις 10, 11 και 21 της αποφάσεως αυτής, να αντιμετωπίσει την εισροή μεταναστών που παρατηρήθηκε το 2014 και κατά τους πρώτους μήνες του 2015, ο υποχρεωτικός μηχανισμός μετεγκατάστασης που προβλέπει η προσβαλλόμενη απόφαση σκοπεί, όπως προκύπτει από τα στατιστικά στοιχεία που παρατίθενται στις αιτιολογικές σκέψεις 12, 13 και 26 της αποφάσεως αυτής, να αντιμετωπίσει την πίεση που προκλήθηκε από την εισροή μεταναστών κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο του 2015.

264. Τα στοιχεία αυτά αποδεικνύουν επαρκώς, κατά τη γνώμη μου, ότι το Συμβούλιο δεν υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως καθόσον θεώρησε ότι, λόγω της αιφνίδιας εισροής υπηκόων τρίτων χωρών στο έδαφος της Ένωσης κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο του 2015 και με βάση τα πιο πρόσφατα στοιχεία που είχε στη διάθεσή του, ένα πρόσθετο προσωρινό μέτρο μετεγκατάστασης 120 000 ατόμων ήταν απαραίτητο.

265. Όσον αφορά το επιχείρημα της Σλοβακικής Δημοκρατίας κατά το οποίο η ενίσχυση της εποπτείας επί των εξωτερικών συνόρων της Ένωσης μπορούσε να αποτελέσει εναλλακτικό μέτρο αντί της προσβαλλομένης αποφάσεως, αρκεί, κατά τη γνώμη μου, να υπογραμμισθεί ότι το μέτρο αυτό, αν και χρήσιμο βεβαίως, δεν δύναται να υποκαταστήσει έναν μηχανισμό μετεγκατάστασης, κύριος σκοπός του οποίου είναι να αντιμετωπίσει την ήδη επελθούσα εισροή υπηκόων τρίτων χωρών. Επομένως, φρονώ ότι το μέτρο που αποσκοπεί στην ενίσχυση της εποπτείας επί των εξωτερικών συνόρων της Ένωσης δεν είναι κατάλληλο, αυτό καθεαυτό, να αμβλύνει την πίεση που ασκήθηκε στο ιταλικό και στο ελληνικό σύστημα ασύλου λόγω της αιφνίδιας εισροής υπηκόων τρίτων χωρών που σημειώθηκε το καλοκαίρι του 2015. Συνεπώς, το εν λόγω μέτρο πρέπει να θεωρηθεί ως συμπληρωματικό και όχι ως εναλλακτικό προς αυτό που προβλέπει η προσβαλλόμενη απόφαση.

266. Το ίδιο ισχύει και για το μέτρο το οποίο συνίσταται στη στήριξη του ιταλικού και του ελληνικού συστήματος ασύλου σε οικονομικό, υλικό, τεχνικό επίπεδο καθώς και σε επίπεδο προσωπικού.

267. Το Συμβούλιο επισημαίνει επ’ αυτού, χωρίς σχετικό αντίλογο, ότι η Ένωση παρείχε οικονομική υποστήριξη ήδη από την αρχή της μεταναστευτικής κρίσης, καταβάλλοντας το ποσό των 9,2 δισεκατομμυρίων ευρώ κατά το 2015 και το 2016. Εξάλλου, η ίδια η προσβαλλόμενη απόφαση προβλέπει, στο άρθρο της 10, οικονομική ενίσχυση για κάθε άτομο που μετεγκαθίσταται με βάση την απόφαση αυτή.

268. Επιπλέον, σε διάφορες εκθέσεις παρακολούθησης της Επιτροπής καταγράφονται μέτρα επιχειρησιακής υποστήριξης με τη συμμετοχή οργανισμών όπως η ΕΥΥΑ καθώς και των κρατών μελών (75). Η προσβαλλόμενη απόφαση επισημαίνει εξάλλου, στην αιτιολογική της σκέψη 15, ότι «[π]ολλές είναι οι δράσεις που έχουν αναληφθεί μέχρι στιγμής προς στήριξη της [Ιταλικής Δημοκρατίας] και της [Ελληνικής Δημοκρατίας] στο πλαίσιο της πολιτικής μετανάστευσης και ασύλου, μεταξύ άλλων με την παροχή σε αυτές ουσιαστικής επείγουσας βοήθειας και επιχειρησιακής υποστήριξης από την ΕΥΥΑ».

269. Έχω τη γνώμη ότι, όσο χρήσιμα και αν είναι τα διάφορα αυτά μέτρα στήριξης, τα θεσμικά όργανα της Ένωσης νομίμως εκτίμησαν ότι αυτά, χωρίς η χρησιμότητά τους να αμφισβητείται, δεν αρκούσαν για την αντιμετώπιση της επείγουσας κατάστασης με την οποία ήρθαν αντιμέτωπες η Ιταλική Δημοκρατία και η Ελληνική Δημοκρατία από το καλοκαίρι του 2015 (76).

270. Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα σχετικά με τα υπέρμετρα διοικητικά και οικονομικά βάρη που επιβάλλει η προσβαλλόμενη απόφαση στα κράτη μέλη, η Σλοβακική Δημοκρατία δεν αποδεικνύει ότι τα εναλλακτικά μέτρα τα οποία προτείνει θα συνεπάγονταν μικρότερο κόστος σε σχέση με τον προσωρινό μηχανισμό μετεγκατάστασης.

271. Συνεπώς, βάσει των ανωτέρω, τα επιχειρήματα που προβάλλει η Σλοβακική Δημοκρατία για να αμφισβητήσει την αναγκαιότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να απορριφθούν στο σύνολό τους.

272. Πρέπει εφεξής να εξετασθούν να επιχειρήματα που προβάλλει η Ουγγαρία για να αμφισβητήσει την αναγκαιότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως.

2)      Τα επιχειρήματα που προβάλλει η Ουγγαρία

273. Η Ουγγαρία, υποστηριζόμενη στην επιχειρηματολογία αυτή από τη Δημοκρατία της Πολωνίας, υποστηρίζει, πρώτον, ότι, καθώς η ίδια δεν συγκαταλέγεται πλέον μεταξύ των κρατών μελών δικαιούχων του μηχανισμού μετεγκατάστασης, σε αντίθεση προς τα όσα προβλέπονταν στην αρχική πρόταση της Επιτροπής, η πρόβλεψη περί της μετεγκατάστασης 120 000 ατόμων στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν δικαιολογούνταν και ότι, ως εκ τούτου, η απόφαση αυτή αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας. Ειδικότερα, ο εν λόγω καθοριζόμενος συνολικός αριθμός των 120 000 αιτούντων υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από την προσβαλλόμενη απόφαση σκοπού, διότι περιλαμβάνει αριθμό 54 000 αιτούντων οι οποίοι, κατά την αρχική πρόταση της Επιτροπής, έπρεπε να μετεγκατασταθούν από την Ουγγαρία. Επομένως, ουδόλως εξηγείται γιατί αυτός ο τόσο μεγάλος αριθμός αιτούντων, ο οποίος είχε καθοριστεί αναφορικά με έναν μηχανισμό μετεγκατάστασης που επρόκειτο να έχει ως δικαιούχους τρία κράτη μέλη, εξακολουθούσε να είναι απαραίτητος τη στιγμή που ο αριθμός των δικαιούχων κρατών μελών μειώθηκε από τρία σε δύο.

274. Η Ουγγαρία προσθέτει ότι η κατανομή των 54 000 αιτούντων που επρόκειτο κατά την αρχική πρόβλεψη να μετεγκατασταθούν από την Ουγγαρία κατέστη υποθετική και αβέβαιη, καθώς η προσβαλλόμενη απόφαση προβλέπει ότι για την κατανομή αυτή θα ληφθεί οριστική απόφαση με βάση τις μεταγενέστερες εξελίξεις.

275. Προς απάντηση στα επιχειρήματα αυτά, επισημαίνω ότι, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 26 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Συμβούλιο, με βάση τον συνολικό αριθμό των υπηκόων τρίτων χωρών που εισήλθαν παράτυπα στην Ιταλία ή στην Ελλάδα το 2015 και με βάση τον αριθμό εκείνων που έχουν σαφή ανάγκη διεθνούς προστασίας, εκτίμησε ότι, παρά την επιλογή της Ουγγαρίας να μη συγκαταλεχθεί στα κράτη μέλη δικαιούχους του προσωρινού μηχανισμού μετεγκατάστασης, συνολικά 120 000 αιτούντες που είχαν σαφή ανάγκη διεθνούς προστασίας έπρεπε να μετεγκατασταθούν από την Ιταλία και την Ελλάδα.

276. Στην ίδια αιτιολογική σκέψη επισημαίνεται ότι ο αριθμός αυτός «αντιστοιχεί σε περίπου 43 % του συνολικού αριθμού υπηκόων τρίτων χωρών με σαφή ανάγκη διεθνούς προστασίας, οι οποίοι έχουν εισέλθει παράτυπα στην Ιταλία και την Ελλάδα, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 2015». Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το Συμβούλιο διευκρίνισε ότι η μνεία του εν λόγω ποσοστού οφείλεται σε τυπογραφικό λάθος και πρέπει να αντικατασταθεί με ποσοστό 78 %.

277. Κατά τον καθορισμό του αριθμού αυτού, το Συμβούλιο έπρεπε να συμφιλιώσει δύο επιταγές, ήτοι, αφενός, ο αριθμός αυτός να είναι αρκούντως μεγάλος ώστε η πίεση που ασκούνταν στο ιταλικό και στο ελληνικό σύστημα ασύλου να αμβλυνθεί πραγματικά και, αφετέρου, ο αριθμός αυτός να καθοριστεί σε τέτοιο επίπεδο ώστε να μη δημιουργηθεί υπέρμετρο βάρος για τα κράτη μέλη μετεγκατάστασης.

278. Στην επιχειρηματολογία που αναπτύσσει η Ουγγαρία δεν διακρίνω κανένα στοιχείο ικανό να θεμελιώσει ότι το Συμβούλιο, ενεργώντας κατά τα ανωτέρω, υπερέβη προδήλως το περιθώριο εκτιμήσεως που του αναλογεί. Αντίθετα, εκτιμώ ότι το Συμβούλιο, με βάση τα στοιχεία που διέθετε κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως για τον αριθμό παράτυπων εισόδων και λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι κατά τον ίδιο χρόνο υπήρχαν βάσιμοι λόγοι να αναμένεται ότι η μεταναστευτική κρίση θα παρατεινόταν και μετά την έκδοση της αποφάσεως αυτής, καθόρισε τον αριθμό των προς μετεγκατάσταση αιτούντων σε εύλογο επίπεδο. Όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, το γεγονός ότι σήμερα πόρρω απέχουμε από την επίτευξη αυτού του αριθμού μετεγκαταστάσεων δεν αναιρεί την εκτίμηση αυτή.

279. Όσον αφορά τους 54 000 αιτούντες που επρόκειτο αρχικά να μετεγκατασταθούν από την Ουγγαρία, το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της προσβαλλομένης αποφάσεως προβλέπει ότι αυτοί «θα μετεγκατασταθούν από το έδαφος κρατών μελών αναλογικά με τα στοιχεία των παραρτημάτων Ι και ΙΙ, είτε σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου είτε με τροποποίηση της παρούσας απόφασης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου».

280. Συναφώς, η Επιτροπή διευκρινίζει στις γραπτές παρατηρήσεις της ότι, κατόπιν της αρνήσεως του συγκεκριμένου κράτους μέλους να περιληφθεί μεταξύ των κρατών μελών δικαιούχων του μέτρου της μετεγκατάστασης, αποφασίστηκε να προστεθεί στο άρθρο 4, παράγραφος 2, της προσβαλλομένης αποφάσεως ένας λεγόμενος «καταρχήν» κανόνας κατά τον οποίο αυτοί οι 54 000 αιτούντες, από τις 26 Σεπτεμβρίου 2016, θα μετεγκαθίστανται από την Ιταλία και την Ελλάδα στα άλλα κράτη μέλη, και στο άρθρο 4, παράγραφος 3, της προσβαλλομένης αποφάσεως ένας κανόνας ευελιξίας βάσει του οποίου ο μηχανισμός μετεγκατάστασης των εν λόγω 54 000 ατόμων μπορεί να υποστεί προσαρμογές αν αυτό δικαιολογείται από την εξέλιξη της επί τόπου κατάστασης ή αν κάποιο άλλο κράτος μέλος αντιμετωπίζει κατάσταση έκτακτης ανάγκης που χαρακτηρίζεται από αιφνίδια εισροή υπηκόων τρίτων χωρών που οφείλεται σε απότομη μετατόπιση των μεταναστευτικών ροών.

281. Εκτιμώ ότι το Συμβούλιο, με την πρόβλεψη απόθεμα θέσεων για 54 000 αιτούντες οι οποίοι πρόκειται να μετεγκατασταθούν υπό προϋποθέσεις που οριοθετούνται αυστηρά στην προσβαλλόμενη απόφαση, όχι μόνο δεν ενήργησε κατά τρόπο δυσανάλογο, αλλά έλαβε πλήρως υπόψη την ανάγκη προσαρμογής του προσωρινού μηχανισμού μετεγκατάστασης στην εξέλιξη της κατάστασης.

282. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο έχει τονίσει την ανάγκη τα θεσμικά όργανα της Ένωσης να μεριμνούν για την προσαρμογή μιας κανονιστικής ρυθμίσεως στα νέα δεδομένα (77). Το Συμβούλιο, στην προσβαλλόμενη απόφαση, και ειδικότερα στο άρθρο 1, παράγραφος 2, και στο άρθρο 4, παράγραφος 3, της αποφάσεως αυτής, προέβλεψε αυτήν ακριβώς την ενδεχόμενη ανάγκη προσαρμογής της θεσπιζόμενης κανονιστικής ρυθμίσεως.

283. Το Συμβούλιο, με την πρόβλεψη αποθέματος 54 000 θέσεων για αιτούντες το οποίο δύναται να χρησιμοποιηθεί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο ανάλογα με τις περιστάσεις, έλαβε υπόψη του την εν λόγω επιταγή προσαρμογής ήδη κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά τρόπο ιδιαίτερα εύστοχο λαμβανομένου υπόψη του βαθμού αβεβαιότητας που χαρακτηρίζει την εξέλιξη των μεταναστευτικών ροών. Όπως ορθώς επισημαίνει το Συμβούλιο, η ευέλικτη αυτή λύση δικαιολογείται από την ιδιαίτερα δυναμική φύση των μεταναστευτικών ροών και καθιστά δυνατή την προσαρμογή του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως στις περιστάσεις, σε πνεύμα αλληλεγγύης, αποτελεσματικότητας και αναλογικότητας. Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το Συμβούλιο, ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, υπερέβη το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από την προσβαλλόμενη απόφαση σκοπού.

284. Τέλος, επισημαίνω ότι, σύμφωνα με την ίδια επιταγή προσαρμογής, το απόθεμα των 54 000 θέσεων για αιτούντες υπήχθη τελικά στο πρόγραμμα επανεγκατάστασης που διαπραγματεύθηκε η Ένωση με την Τουρκική Δημοκρατία στις 18 Μαρτίου 2016 (78).

285. Δεύτερον, η Ουγγαρία υποστηρίζει, επικουρικώς, ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν δεχτεί κανέναν από τους λόγους ακυρώσεως τους οποίους η ίδια προβάλλει, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι εντούτοις παράνομη όσον αφορά ειδικά την Ουγγαρία, στο μέτρο που προσκρούει στο άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ και παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας ως προς το συγκεκριμένο κράτος μέλος.

286. Κατά τις διευκρινίσεις τις οποίες παρείχε προς στήριξη του δέκατου αυτού λόγου ακυρώσεως, η Ουγγαρία προσάπτει στο Συμβούλιο ότι την συμπεριέλαβε, στην προσβαλλόμενη απόφαση, στα κράτη μέλη μετεγκατάστασης, ενώ κατά άποψή της δεν αμφισβητείται ότι η ίδια υφίστατο ιδιαίτερα έντονη μεταναστευτική πίεση τόσο κατά το χρονικό διάστημα πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως όσο και κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως αυτής. Υπό τις συνθήκες αυτές, η εν λόγω απόφαση επιβάλλει στην Ουγγαρία δυσανάλογο βάρος, διότι καθορίζει σε βάρος της υποχρεωτικό ποσοστό μετεγκαταστάσεων όπως και για τα άλλα κράτη μέλη.

287. Η Ουγγαρία υποστηρίζει ότι, εφόσον σκοπός του άρθρου 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ είναι η παροχή βοήθειας στα κράτη μέλη που αντιμετωπίζουν επείγουσα κατάσταση λόγω της μεταναστευτικής πίεσης, η επιβολή πρόσθετου βάρους σε κράτος μέλος που αντιμετωπίζει πραγματικά τέτοια κατάσταση αντιβαίνει στον σκοπό αυτόν.

288. Εν ολίγοις, η Ουγγαρία επικρίνει το γεγονός ότι η άρνησή της να περιληφθεί μεταξύ των κρατών μελών δικαιούχων του προσωρινού μηχανισμού μετεγκατάστασης είχε ως αυτόματη συνέπεια τη συμπερίληψή της στα κράτη μέλη για τα οποία η προσβαλλόμενη απόφαση προέβλεψε υποχρέωση συμβολής, δηλαδή στα κράτη μέλη μετεγκατάστασης.

289. Η Ουγγαρία εξηγεί την άρνησή της να περιληφθεί στα κράτη μέλη δικαιούχους του προσωρινού μηχανισμού μετεγκατάστασης που θεσπίζει την προσβαλλόμενη απόφαση ως εξής. Κατά πρώτον, δεν συμφωνεί με την ιδέα του χαρακτηρισμού της ως «κράτους μέλους της πρώτης γραμμής». Συναφώς, η Ουγγαρία διευκρινίζει ότι η Ιταλική Δημοκρατία και η Ελληνική Δημοκρατία είναι κράτη μέλη τα οποία, λόγω της γεωγραφικής τους κατάστασης, αποτελούν το πρώτο σημείο εισόδου των αιτούντων διεθνή προστασία στην Ένωση, σε αντίθεση με την Ουγγαρία, το έδαφος της οποίας, με βάση τις μεταναστευτικές οδούς και τη γεωγραφική πραγματικότητα, οι εν λόγω αιτούντες μπορούν να το προσεγγίσουν περνώντας υποχρεωτικά από την Ελλάδα. Ο τυχόν χαρακτηρισμός της Ουγγαρίας ως «κράτους μέλους της πρώτης γραμμής» θα παρέβλεπε την πραγματικότητα αυτή και θα σήμαινε ότι η Ουγγαρία δύναται να θεωρηθεί κράτος μέλος υπεύθυνο για την εξέταση των αιτήσεων ασύλου, πράγμα που κατά την άποψή της δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Κατά δεύτερον, η Ουγγαρία επισημαίνει ότι δήλωσε τη διαφωνία της ως προς τη μετεγκατάσταση των αιτούντων βάσει ποσοστώσεων, εξηγώντας ότι, κατά τη γνώμη της, το εργαλείο αυτό δεν ήταν κατάλληλο για την αντιμετώπιση της μεταναστευτικής κρίσης, ιδίως με τον καθορισμό υποχρεωτικών για κάθε κράτος μέλος κατανομών, ο οποίος προσέκρουε στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 25ης και 26ης Ιουνίου 2015. Η Ουγγαρία διευκρινίζει ότι δεν μπορούσε να δεχτεί ούτε τη μετεγκατάσταση αιτούντων από το έδαφός της, διότι κάτι τέτοιο θα αντέφασκε προς τη θέση αρχής την οποία είχε εκφράσει. Ωστόσο, κατά την Ουγγαρία, τα ανωτέρω δεν πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι η ίδια δεν βρέθηκε αντιμέτωπη με τις συνέπειες της μεταναστευτικής κρίσης και δεν αντιμετώπισε επείγουσα κατάσταση.

290. Η Ουγγαρία ισχυρίζεται ότι, παραιτούμενη από τη μετεγκατάσταση αιτούντων διεθνή προστασία από το έδαφός της, ανέλαβε, κατά την έκφραση που η ίδια χρησιμοποιεί, «το μερίδιό της στο κοινό βάρος». Επομένως, η Ουγγαρία δεν παραβίασε την αρχή της αλληλεγγύης. Εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στα κράτη μέλη που στηρίζουν την Ιταλική Δημοκρατία και την Ελληνική Δημοκρατία, μολονότι, λόγω της κατάστασής της, δηλαδή του γεγονότος ότι αντιμετώπισε και η ίδια επείγουσα κατάσταση, παρέχει τη στήριξη αυτή κατά τρόπο διαφορετικό σε σχέση με τα άλλα κράτη μέλη.

291. Από το δικόγραφο της προσφυγής της Ουγγαρίας, από το υπόμνημά της αντικρούσεως καθώς και από το υπόμνημά της απαντήσεως στις παρεμβάσεις προκύπτει ότι ο δέκατος λόγος ακυρώσεως τον οποίο προβάλλει επικουρικώς στηρίζει το αίτημα, το οποίο η Ουγγαρία προβάλλει επίσης επικουρικώς, για ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως «καθόσον αφορά την Ουγγαρία».

292. Αντιλαμβάνομαι το αίτημα αυτό ως αίτημα μερικής ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ειδικότερα, η Ουγγαρία επιδιώκει να εξαιρεθεί από τον κύκλο των κρατών μελών μετεγκατάστασης, ζητώντας να ακυρωθεί η διάταξη της προσβαλλομένης αποφάσεως με την οποία καθορίζεται ο αριθμός μεταναστών που πρέπει να μετεγκατασταθούν στην Ουγγαρία.

293. Κατά τη γνώμη μου, το αίτημα αυτό είναι απαράδεκτο.

294. Ειδικότερα, κατά πάγια νομολογία, η μερική ακύρωση πράξεως της Ένωσης είναι δυνατή μόνον εφόσον τα στοιχεία των οποίων ζητείται η ακύρωση δύνανται να διαχωριστούν από την υπόλοιπη πράξη (79). Το Δικαστήριο έχει κρίνει κατ’ επανάληψη ότι δεν πληρούται η προϋπόθεση της δυνατότητας διαχωρισμού οσάκις η μερική ακύρωση θα είχε ως αποτέλεσμα να μεταβληθεί η ουσία της πράξεως (80).

295. Στην πραγματικότητα, το αίτημα μερικής ακυρώσεως που προβάλλεται από την Ουγγαρία επικουρικώς εστιάζει σε δύο αριθμούς οι οποίοι αφορούν ειδικά το συγκεκριμένο κράτος μέλος και περιλαμβάνονται στα παραρτήματα της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ωστόσο, η κατάργηση των αριθμών αυτών θα συνεπαγόταν την ακύρωση των εν λόγω παραρτημάτων στο σύνολό τους, δεδομένου ότι οι αριθμοί που αφορούν τα άλλα κράτη μέλη θα έπρεπε να υπολογιστούν εκ νέου προκειμένου να διατηρηθεί ο συνολικός αριθμός των 120 000 μετεγκαταστάσεων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα θιγόταν ένα ουσιώδες στοιχείο της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή ο υποχρεωτικός καθορισμός των κατανομών ανά κράτος μέλος, με τον οποίο προσδίδεται συγκεκριμένο περιεχόμενο στην αρχή της αλληλεγγύης και της δίκαιης κατανομής ευθυνών μεταξύ των κρατών μελών, που καθιερώνεται στο άρθρο 80 ΣΛΕΕ.

296. Επιπλέον, όπως προκύπτει μεταξύ άλλων από τις αιτιολογικές σκέψεις 2, 16, 26 και 30 της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες υπενθυμίζουν την ανωτέρω αρχή, η κατανομή των αιτούντων διεθνή προστασία που έφτασαν στην Ιταλία και στην Ελλάδα μεταξύ όλων των άλλων κρατών μελών συνιστά θεμελιώδες στοιχείο της προσβαλλομένης αποφάσεως. Επομένως, ο περιορισμός του κατά τόπον πεδίου εφαρμογής της προσβαλλομένης αποφάσεως ως συνέπεια της τυχόν μερικής ακυρώσεως θα έθιγε τον ίδιο τον πυρήνα της αποφάσεως αυτής. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι το στοιχείο την ακύρωση του οποίου ζητεί η Ουγγαρία δεν μπορεί να διαχωρισθεί από την προσβαλλόμενη απόφαση, στο μέτρο που η απάλειψή του θα μετέβαλλε αντικειμενικά την ίδια την ουσία της προσβαλλομένης αποφάσεως.

297. Με βάση τις προηγηθείσες σκέψεις, οι προσβαλλόμενες διατάξεις, οι οποίες αφορούν τις κατανομές αιτούντων από την Ιταλία και από την Ελλάδα που καθορίστηκαν για την Ουγγαρία και περιλαμβάνονται στα παραρτήματα Ι και ΙΙ της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν μπορούν να διαχωρισθούν από την υπόλοιπη προσβαλλόμενη απόφαση. Ως εκ τούτου, το αίτημα μερικής ακυρώσεως της αποφάσεως αυτής το οποίο διατυπώνει η Ουγγαρία και με το οποίο συνδέεται ο δέκατος λόγος ακυρώσεως που αυτή προβάλλει πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να απορριφθεί ως απαράδεκτο.

298. Εν πάση περιπτώσει, αν ο δέκατος λόγος ακυρώσεως που προβάλλει η Ουγγαρία έχει την έννοια ότι σκοπεί γενικότερα την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο σύνολό της, διότι η μη συνεκτίμηση της ιδιαίτερης κατάστασης του εν λόγω κράτους μέλους συνιστά, αυτή καθεαυτή, παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας που θίγει την εν λόγω απόφαση στο σύνολό της, ο λόγος αυτός πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να απορριφθεί ως αβάσιμος.

299. Πιο συγκεκριμένα, φρονώ ότι, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως η Ουγγαρία αντιμετώπιζε, όπως η ίδια υποστηρίζει, επείγουσα κατάσταση λόγω διαρκούς μεταναστευτικής πίεσης (81), τούτο δεν σημαίνει κατ’ εμέ ότι ο καθορισμός σε βάρος της ποσοστών αιτούντων για μετεγκατάσταση από την Ιταλία και την Ελλάδα αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας.

300. Ειδικότερα, πρέπει να υπομνησθεί καταρχάς ότι η απόσυρση της Ουγγαρίας από τα κράτη μέλη δικαιούχους του προσωρινού μηχανισμού μετεγκατάστασης οφείλεται αποκλειστικά στην άρνηση που εξέφρασε συναφώς το εν λόγω κράτος μέλος. Υπογραμμίζω ότι, ανεξάρτητα από τους λόγους της αρνήσεως αυτής, τα θεσμικά όργανα της Ένωσης όφειλαν να την λάβουν υπόψη.

301. Όπως επισημαίνει, κατ’ ουσίαν, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, η Ουγγαρία, εφόσον ζήτησε ρητώς να μην περιληφθεί στα κράτη μέλη δικαιούχους του προσωρινού μηχανισμού μετεγκατάστασης, έπρεπε, σύμφωνα με την αρχή της αλληλεγγύης, να περιληφθεί στα κράτη μέλη μετεγκατάστασης.

302. Έπειτα, όπως προκύπτει από τη νομολογία, το στοιχείο και μόνον ότι μια πράξη της Ένωσης θα μπορούσε να θίγει ένα κράτος μέλος περισσότερο από τα υπόλοιπα δεν αρκεί για να γίνει δεκτό ότι παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, από τη στιγμή που πληρούνται οι προϋποθέσεις τις οποίες έχει θέσει το Δικαστήριο για την εξακρίβωση της τηρήσεως της εν λόγω αρχής (82).

303. Συναφώς, επισημαίνω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει αντίκτυπο σε όλα τα κράτη μέλη και απαιτεί την εξισορρόπηση των διαφόρων συμφερόντων που διακυβεύονται, λαμβανομένων υπόψη των σκοπών τους οποίους αυτή επιδιώκει. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η αναζήτηση μιας τέτοιας ισορροπίας με γνώμονα όχι την ιδιαίτερη κατάσταση ενός και μόνον κράτους μέλους, αλλά την κατάσταση στο σύνολο των κρατών μελών της Ένωσης, αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας (83). Αυτό ισχύει a fortiori αν ληφθεί υπόψη η αρχή της αλληλεγγύης και της δίκαιης κατανομής ευθυνών μεταξύ των κρατών μελών, την οποία καθιερώνει το άρθρο 80 ΣΛΕΕ και από την οποία συνάγεται ότι τα βάρη που απορρέουν από τα προσωρινά μέτρα τα οποία λαμβάνονται με βάση το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ υπέρ ενός ή περισσότερων κρατών μελών που αντιμετωπίζουν επείγουσα κατάσταση στον τομέα της μετανάστευσης πρέπει να κατανέμονται μεταξύ όλων των άλλων κρατών μελών.

304. Εξάλλου, πρέπει να τονιστεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πιο σύνθετη από ό,τι την παρουσιάζει η Ουγγαρία. Η απόφαση αυτή δεν εξαντλείται σε ένα διμερές σχήμα που αντιδιαστέλλει, από τη μια πλευρά, τα κράτη μέλη τα οποία επωφελούνται από τον προσωρινό μηχανισμό μετεγκατάστασης και, από την άλλη πλευρά, τα κράτη στα οποία επιβάλλονται ποσοστώσεις ατόμων προς μετεγκατάσταση.

305. Πράγματι, η προσβαλλόμενη απόφαση προβλέπει μηχανισμούς που καθιστούν δυνατή την προσαρμογή της στην εξέλιξη των μεταναστευτικών ροών και, κατ’ επέκταση, τη συνεκτίμηση της ιδιαίτερης κατάστασης, λόγω της μη ομοιόμορφης μεταναστευτικής πίεσης, που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν ορισμένα κράτη μέλη.

306. Ειδικότερα, υπενθυμίζω ότι το άρθρο 1, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, και το άρθρο 4, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της προσβαλλομένης αποφάσεως προβλέπουν ότι η Επιτροπή δύναται να υποβάλει προτάσεις στο Συμβούλιο εφόσον εκτιμά ότι η εξέλιξη της κατάστασης που επικρατεί επί τόπου ή το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος αντιμετωπίζει κατάσταση έκτακτης ανάγκης λόγω αιφνίδιας εισροής υπηκόων τρίτων χωρών που οφείλεται σε απότομη μετατόπιση των μεταναστευτικών ροών δικαιολογεί την προσαρμογή του μηχανισμού μετεγκατάστασης. Με βάση το άρθρο 4, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της προσβαλλομένης αποφάσεως, ένα κράτος μέλος μπορεί, δίνοντας δεόντως αιτιολογημένους λόγους, να γνωστοποιήσει στο Συμβούλιο και την Επιτροπή ότι βρίσκεται αντιμέτωπο με παρόμοια κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Τότε η Επιτροπή αξιολογεί τους λόγους που προβάλλονται και υποβάλλει κατάλληλες προτάσεις στο Συμβούλιο, όπως αναφέρεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της προσβαλλομένης αποφάσεως.

307. Επιπλέον, το άρθρο 4, παράγραφος 5, της αποφάσεως αυτής προβλέπει τη δυνατότητα προσωρινής αναστολής της μετεγκατάστασης αιτούντων όσον αφορά τα κράτη μέλη που προβαίνουν στην ανωτέρω γνωστοποίηση προς το Συμβούλιο και την Επιτροπή.

308. Περαιτέρω, το άρθρο 9 της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφέρεται στη δυνατότητα του Συμβουλίου να θεσπίζει προσωρινά μέτρα με βάση το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ εφόσον πληρούνται οι καθιερούμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις, ενώ ορίζει ότι τα μέτρα αυτά μπορούν να περιλαμβάνουν, κατά περίπτωση, την αναστολή της συμμετοχής του κράτους μέλους που αντιμετωπίζει αιφνίδια εισροή υπηκόων τρίτων χωρών στη μετεγκατάσταση που προβλέπει η προσβαλλόμενη απόφαση.

309. Επισημαίνω ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Βασίλειο της Σουηδίας κατέφυγαν στους εν λόγω μηχανισμούς προσαρμογής (84).

310. Αντίθετα, η Ουγγαρία δεν ζήτησε την εφαρμογή κανενός από τους μηχανισμούς αυτούς, γεγονός που αντιφάσκει προς την επιχειρηματολογία με την οποία η ίδια αμφισβητεί την πλήρη συμπερίληψή της στα κράτη μέλη μετεγκατάστασης.

311. Η πρόβλεψη μηχανισμών προσαρμογής στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικνύει ότι, αντίθετα προς τα όσα υπονοεί η Ουγγαρία, η κατάσταση δεν συνοψίζεται σε ένα δίπολο. Το Συμβούλιο, με την πρόβλεψη των μηχανισμών αυτών, από τους οποίους επωφελήθηκαν η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Βασίλειο της Σουηδίας, πέτυχε να συγκεράσει την αρχή της αλληλεγγύης με τη συνεκτίμηση των ιδιαίτερων αναγκών που ενδέχεται να έχουν ορισμένα κράτη μέλη ανάλογα με την εξέλιξη των μεταναστευτικών ροών. Φρονώ ότι ο συγκερασμός αυτός συνάδει πλήρως με το άρθρο 80 ΣΛΕΕ, το οποίο, αν αναγνωσθεί προσεκτικά, προβλέπει «δίκαιη κατανομή ευθυνών μεταξύ των κρατών μελών» (85).

312. Η πρόβλεψη αυτών των μηχανισμών προσαρμογής στην προσβαλλόμενη απόφαση επιρρωννύει κατ’ ανάγκην τη διαπίστωση ότι η απόφαση αυτή, καθόσον επέβαλε στην Ουγγαρία ποσοστά αιτούντων προς μετεγκατάσταση από την Ιταλία και την Ελλάδα, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας.

313. Επιπλέον, επισημαίνω ότι δεν αμφισβητείται ότι τα μνημονευόμενα στο παράρτημα της προσβαλλομένης αποφάσεως ποσοστά καθορίστηκαν με βάση κλείδα κατανομής που επεξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 25 της προτάσεως αποφάσεως της Επιτροπής. Προκειμένου να διασφαλίσει τη δίκαιη κατανομή των ευθυνών, η εν λόγω κλείδα κατανομής λαμβάνει υπόψη το μέγεθος του πληθυσμού, το συνολικό ακαθάριστο εγχώριο προϊόν, τον μέσο αριθμό αιτήσεων ασύλου ανά εκατομμύριο κατοίκων κατά την περίοδο 2010-2014 καθώς και το ποσοστό ανεργίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η εν λόγω κλείδα κατανομής συμβάλλει στον αναλογικό χαρακτήρα της προσβαλλομένης αποφάσεως.

314. Συνεπώς, με βάση τα προηγηθέντα, τα επιχειρήματα που προβάλλει η Ουγγαρία για να αμφισβητήσει την αναγκαιότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους.

315. Τέλος, πρέπει να δοθεί απάντηση στο επιχείρημα που διατυπώνει η Δημοκρατία της Πολωνίας προς στήριξη των λόγων σχετικά με τον δυσανάλογο χαρακτήρα της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά το οποίο η απόφαση αυτή θίγει την άσκηση των ευθυνών που αναλογούν στα κράτη μέλη για τη διατήρηση της δημοσίας τάξεως και την περιφρούρηση της εσωτερικής ασφάλειας, αντίθετα προς τα όσα προβλέπει το άρθρο 72 ΣΛΕΕ. Συναφώς, το εν λόγω κράτος μέλος υπενθυμίζει ότι η αρχή της αναλογικότητας επιτάσσει οι δυσχέρειες που προκαλούνται από τις πράξεις της Ένωσης να μην είναι υπέρμετρες σε σχέση με τους επιδιωκόμενους από αυτές σκοπούς (86). Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν προβλέπει επαρκείς μηχανισμούς ώστε τα κράτη μέλη να είναι σε θέση να εξακριβώσουν ότι οι αιτούντες δεν συνιστούν κίνδυνο για την ασφάλεια.

316. Ωστόσο, εκτιμώ ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον προβλέπει τακτικό και ελεγχόμενο μηχανισμό μεταγκατάστασης των αιτούντων διεθνή προστασία, λαμβάνει πλήρως υπόψη την επιταγή προστασίας της εθνικής ασφάλειας και της δημοσίας τάξεως των κρατών μελών. Η εν λόγω επιταγή διέπει, ειδικότερα, τη «στενή διοικητική συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών» (87) βάσει της οποίας πρέπει να εφαρμόζεται η προσβαλλόμενη απόφαση. Συναφώς, επισημαίνω ότι η αιτιολογική σκέψη 32 της αποφάσεως αυτής ορίζει ότι «[η] εθνική ασφάλεια και η δημόσια τάξη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας μετεγκατάστασης, έως ότου εκτελεσθεί η μεταφορά του αιτούντος. Με πλήρη σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων του αιτούντος […], όταν ένα κράτος μέλος θεωρεί ευλόγως ότι ο αιτών αποτελεί κίνδυνο για την εθνική του ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη, ενημερώνει σχετικά τα λοιπά κράτη μέλη». Στο ίδιο πνεύμα, η περιγραφή της διαδικασίας μετεγκατάστασης στο άρθρο 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως αποδεικνύει το μέλημα των θεσμικών οργάνων της Ένωσης να συνεκτιμήσουν την επιταγή προστασίας της εθνικής ασφάλειας και της δημοσίας τάξεως των κρατών μελών. Ειδικότερα, πέρα από τη ρητή πρόβλεψη, στο άρθρο αυτό, ότι ενόψει της διαδικασίας μετεγκατάστασης επιβάλλεται η ταυτοποίηση και η καταχώριση των αιτούντων διεθνή προστασία καθώς και η λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων τους, το άρθρο 5, παράγραφος 7, της προσβαλλομένης αποφάσεως ορίζει ότι «[τ]α κράτη μέλη διατηρούν το δικαίωμα να αρνηθούν τη μετεγκατάσταση του αιτούντος μόνον εφόσον συντρέχουν εύλογοι λόγοι να θεωρηθεί κίνδυνος για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη, ή εάν συντρέχουν σοβαροί λόγοι για την εφαρμογή των διατάξεων αποκλεισμού όπως ορίζεται στα άρθρα 12 και 17 της οδηγίας 2011/95/ΕΕ [(88)]».

317. Βάσει των ανωτέρω, φρονώ ότι το επιχείρημα που διατυπώνει η Δημοκρατία της Πολωνίας προς στήριξη των λόγων ακυρώσεως σχετικά με τον δυσανάλογο χαρακτήρα της προσβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να απορριφθεί.

318. Από τις προηγηθείσες σκέψεις συνάγεται ότι, στο μέτρο που ούτε η Ουγγαρία ούτε η Σλοβακική Δημοκρατία, όπως άλλωστε ούτε και η Δημοκρατία της Πολωνίας, απέδειξαν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δυσανάλογη σε σχέση με τους σκοπούς τους οποίους επιδιώκει, οι αντίστοιχοι λόγοι ακυρώσεως που προβάλλονται από τις προσφεύγουσες πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

2.      Επί του όγδοου λόγου ακυρώσεως που προβάλλει η Ουγγαρία, ο οποίος αντλείται από παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της σαφήνειας των κανονιστικών πράξεων καθώς και από παραβίαση της Συμβάσεως της Γενεύης

319. Η Ουγγαρία υποστηρίζει, πρώτον, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της σαφήνειας των κανονιστικών πράξεων διότι, σε πολλά σημεία, δεν καθιστά σαφή ούτε τον τρόπο εφαρμογής των διατάξεων της αποφάσεως αυτής αλλά ούτε και τη σχέση των διατάξεων αυτών με τις διατάξεις του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ.

320. Ειδικότερα, μολονότι η αιτιολογική σκέψη 35 της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφέρεται στο ζήτημα των νομικών και διαδικαστικών εγγυήσεων σχετικά με τις αποφάσεις μετεγκατάστασης, καμία από τις κανονιστικές διατάξεις της εν λόγω αποφάσεως δεν ρυθμίζει το ζήτημα αυτό ούτε μνημονεύει τις σχετικές διατάξεις του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ. Αυτό δημιουργεί πρόβλημα από την άποψη, μεταξύ άλλων, του δικαιώματος προσφυγής των αιτούντων, και ιδίως εκείνων που δεν προτείνονται για μετεγκατάσταση.

321. Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ορίζει σαφώς ούτε τα κριτήρια επιλογής για τη μετεγκατάσταση των αιτούντων. Ο τρόπος με τον οποίο οι αρχές των δικαιούχων κρατών μελών καλούνται να αποφασίσουν σχετικά με τη μεταφορά των αιτούντων προς κάποιο κράτος μέλος μετεγκατάστασης καθιστά εξαιρετικά δύσκολο για τους εν λόγω αιτούντες να γνωρίζουν a priori αν θα συμπεριληφθούν στους μετεγκαθισταμένους και, σε καταφατική περίπτωση, σε ποιο κράτος μέλος θα μετεγκατασταθούν. Η έλλειψη αντικειμενικών κριτηρίων επιλογής των προς μετεγκατάσταση αιτούντων παραβιάζει την αρχή της ασφάλειας δικαίου και καθιστά την επιλογή αυθαίρετη, πράγμα που συνιστά προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων των αιτούντων.

322. Επιπλέον, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν προσδιορίζει καταλλήλως το καθεστώς των αιτούντων στο κράτος μέλος μετεγκατάστασης και δεν διασφαλίζει ότι οι αιτούντες θα παραμείνουν πράγματι στο κράτος μέλος αυτό μέχρις ότου να ληφθεί απόφαση επί της αιτήσεώς τους. Όσον αφορά τις λεγόμενες «δευτερογενείς κινήσεις», το άρθρο 6, παράγραφος 5, της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν δύναται, από μόνο του, να εγγυηθεί την επίτευξη των σκοπών της αποφάσεως αυτής, ήτοι την κατανομή των αιτούντων μεταξύ των κρατών μελών, εφόσον δεν διασφαλίζεται ότι οι αιτούντες παραμένουν πράγματι στα κράτη μέλη μετεγκατάστασης.

323. Δεύτερον, το γεγονός ότι οι αιτούντες ενδέχεται να μετεγκατασταθούν σε κράτος μέλος με το οποίο δεν διατηρούν κανέναν ιδιαίτερο δεσμό εγείρει το ζήτημα κατά πόσον η εν λόγω απόφαση είναι συμβατή, από την άποψη αυτή, με τη Σύμβαση της Γενεύης.

324. Ειδικότερα, κατά την ερμηνεία που υιοθετείται στο εγχειρίδιο το οποίο δημοσίευσε η Ύπατη Αρμοστεία (89), πρέπει να επιτρέπεται η παραμονή του αιτούντος στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο υπέβαλε την αίτησή του μέχρις ότου οι αρχές αυτού του κράτους μέλους να αποφανθούν επί της αιτήσεως.

325. Το δικαίωμα παραμονής στο εν λόγω κράτος μέλος αναγνωρίζεται και από το άρθρο 9 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (90).

326. Η προσβαλλόμενη απόφαση στερεί τους αιτούντες από το δικαίωμα παραμονής στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο υπέβαλαν την αίτησή τους, ενώ επιτρέπει τη μετεγκατάστασή τους σε άλλο κράτος μέλος ακόμη κι αν δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη σημαντικού δεσμού μεταξύ του αιτούντος και του κράτους μέλους μετεγκατάστασης.

327. Ο κανονισμός Δουβλίνο ΙΙΙ, μολονότι αποδυναμώνει το δικαίωμα αυτό καθόσον προβλέπει τη μεταφορά των αιτούντων από το κράτος μέλος στο οποίο υπέβαλαν την αίτησή τους προς το κράτος μέλος που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεως, εντούτοις λαμβάνει υπόψη την προσωπική κατάσταση των αιτούντων και, σε τελική ανάλυση, εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους.

328. Πρώτον, θα εξετάσω τον ισχυρισμό που αντλείται από την παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της σαφήνειας των κανονιστικών πράξεων.

329. Όπως και το Συμβούλιο, υπενθυμίζω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί επείγον μέτρο το οποίο εντάσσεται στο κεκτημένο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου και παρεκκλίνει από το κεκτημένο αυτό μόνο σε συγκεκριμένα σημεία και κατά τρόπο προσωρινό. Κατά συνέπεια, η απόφαση αυτή πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται με βάση το σύνολο των διατάξεων που συγκροτούν το εν λόγω κεκτημένο, χωρίς να είναι απαραίτητο, ούτε άλλωστε επιθυμητό, να μνημονεύονται στην εν λόγω απόφαση όλοι οι κανόνες που διέπουν το καθεστώς, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μετεγκαθισταμένων ατόμων στο κράτος μέλος υποδοχής. Συναφώς, φρονώ ότι το Συμβούλιο εξήγησε επαρκώς, ιδίως στις αιτιολογικές σκέψεις 23, 24, 35, 36 και 40 της προσβαλλομένης αποφάσεως, τη σχέση της αποφάσεως αυτής με τις διατάξεις νομοθετικών πράξεων που έχουν εκδοθεί από την Ένωση στον εν λόγω τομέα.

330. Όσον αφορά, ειδικότερα, το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής, από τις αιτιολογικές σκέψεις 23 και 35 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι, όταν αυτή δεν προβλέπει προσωρινή παρέκκλιση, οι νομικές και διαδικαστικές εγγυήσεις που καθιερώνονται στον κανονισμό Δουβλίνο ΙΙΙ εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή ως προς τους αιτούντες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως αυτής. Αυτό ισχύει για το δικαίωμα προσφυγής που προβλέπεται στο άρθρο 27, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού. Εν πάση περιπτώσει, στο πλαίσιο της εφαρμογής της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να τηρείται το άρθρο 47 του Χάρτη.

331. Όσον αφορά την κριτική που διατυπώνεται επίσης υπό το πρίσμα της αρχής της ασφάλειας δικαίου, κατά την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιλαμβάνει αποτελεσματικούς κανόνες που διασφαλίζουν ότι οι αιτούντες διεθνή προστασία θα παραμείνουν στο κράτος μέλος μετεγκατάστασης μέχρις ότου να ληφθεί απόφαση επί της αιτήσεώς τους, επισημαίνω ότι η απόφαση αυτή ορίζει, στο άρθρο της 6, παράγραφος 5, ότι «[ο] αιτών ή ο δικαιούχος διεθνούς προστασίας που εισέρχεται στο έδαφος κράτους μέλους διαφορετικού από το κράτος μέλος μετεγκατάστασης, χωρίς να πληροί τις προϋποθέσεις διαμονής σε αυτό το άλλο κράτος μέλος, υποχρεούται να επιστρέψει αμέσως» στο κράτος μέλος μετεγκατάστασης, το οποίο «δέχεται και πάλι το εν λόγω πρόσωπο χωρίς καθυστέρηση». Εξάλλου, στις αιτιολογικές σκέψεις 38 έως 41 της εν λόγω αποφάσεως απαριθμούνται κατά τρόπο αρκούντως σαφή και ακριβή τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν από τα κράτη μέλη προκειμένου να αποφεύγονται οι δευτερογενείς μετακινήσεις των μετεγκατεστημένων προσώπων.

332. Δεύτερον, εκτιμώ ότι η Ουγγαρία δεν απέδειξε τους λόγους για τους οποίους ο προσωρινός μηχανισμός μεταγκατάστασης που θεσπίζει η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον προβλέπει τη μεταφορά των αιτούντων διεθνή προστασία πριν από τη λήψη αποφάσεως επί των αιτήσεών τους, αντιβαίνει στη Σύμβαση της Γενεύης.

333. Καταρχάς, πρέπει να τονιστεί ότι, όπως επισημαίνει το Συμβούλιο, ούτε η Σύμβαση της Γενεύης ούτε το δίκαιο της Ένωσης εγγυώνται στους αιτούντες διεθνή προστασία το δικαίωμα να επιλέγουν ελεύθερα τη χώρα υποδοχής τους. Ειδικότερα, ο κανονισμός Δουβλίνο ΙΙΙ θεσπίζει σύστημα καθορισμού του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεως διεθνούς προστασίας με βάση κατάλογο αντικειμενικών κριτηρίων κανένα εκ των οποίων δεν σχετίζεται με τις προτιμήσεις του αιτούντος. Από την άποψη αυτή, η μετεγκατάσταση που προβλέπει η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παρουσιάζει καμία ουσιώδη διαφορά σε σχέση με το σύστημα που καθιερώνει ο εν λόγω κανονισμός.

334. Έπειτα, όπως και το Συμβούλιο, φρονώ ότι το μνημονευόμενο στην υποσημείωση 89 των παρουσών προτάσεων χωρίο του εγχειριδίου της Ύπατης Αρμοστείας, το οποίο επικαλείται η Ουγγαρία, πρέπει να γίνει κατανοητό ως έκφραση της αρχής της μη επαναπροώθησης, κατά την οποία απαγορεύεται η απέλαση αιτούντος διεθνή προστασία σε τρίτη χώρα ενόσω δεν έχει ληφθεί απόφαση επί της αιτήσεώς του. Η μεταφορά αιτούντος διεθνή προστασία από ένα κράτος μέλος σε άλλο στο πλαίσιο επιχειρήσεως μετεγκατάστασης δεν αντιβαίνει στην αρχή αυτή. Ειδικότερα, πρέπει να τονιστεί ότι σκοπός της μετεγκατάστασης είναι να διευκολύνει την πρόσβαση στις διαδικασίες ασύλου και στις δομές υποδοχής, προκειμένου να διασφαλίζεται κατάλληλο καθεστώς στα άτομα που χρήζουν διεθνούς προστασίας, όπως επιβάλλει το άρθρο 78, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Η Ένωση αποφάσισε να θεσπίσει τον προσωρινό μηχανισμό μετεγκατάστασης που προβλέπεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ακριβώς λόγω της αδυναμίας, κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως αυτής, χορηγήσεως του καθεστώτος αυτού στα άτομα που το ζητούσαν στην Ιταλία και στην Ελλάδα.

335. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιορίζεται, κατά την παραδοσιακή επισήμανση που περιέχεται στην αιτιολογική της σκέψη 45, στον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και στην τήρηση των αρχών που αναγνωρίζονται από τον Χάρτη. Η απόφαση αυτή κάνει περαιτέρω βήματα και συμβάλλει κατά τρόπο ενεργητικό στον τομέα αυτόν. Ειδικότερα, συμβάλλει στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των αιτούντων που χρήζουν σαφώς διεθνούς προστασίας, όπως αυτά κατοχυρώνονται από τον Χάρτη και ειδικότερα από το άρθρο του 18, κατευθύνοντάς τους προς άλλα κράτη μέλη πλην της Ιταλικής Δημοκρατίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας, τα οποία είναι σε θέση να διαχειριστούν καλύτερα τις αιτήσεις τους.

336. Επιπλέον, προσθέτω ότι, όπως επισημαίνει το Συμβούλιο, για τους σκοπούς του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου, το έδαφος όλων των κρατών μελών πρέπει να θεωρείται ως κοινή ζώνη ομοιόμορφης εφαρμογής του κεκτημένου της Ένωσης στον τομέα του ασύλου. Επομένως, μεταφορές μεταξύ των εδαφών των κρατών μελών δεν μπορούν να εξομοιωθούν με επαναπροώθηση εκτός του εδάφους της Ένωσης.

337. Τέλος, επιβάλλεται η επισήμανση ότι, σε αντίθεση προς τα όσα συνάγονται από την επιχειρηματολογία της Ουγγαρίας και όπως επισημαίνει το Συμβούλιο, η ιδιαίτερη κατάσταση των ατόμων τα οποία αφορά η μετεγκατάσταση, συμπεριλαμβανομένων των ενδεχόμενων οικογενειακών δεσμών τους, λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο στο πλαίσιο της εφαρμογής των κριτηρίων του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ, αλλά και με βάση το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 2, της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε συνδυασμό με την αιτιολογική της σκέψη 34.

338. Ειδικότερα, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης αποφάσεως ορίζει ότι «[τ]ο υπέρτατο συμφέρον του παιδιού αποτελεί πρωταρχικό μέλημα των κρατών μελών κατά την εφαρμογή της παρούσας απόφασης». Επιπλέον, το άρθρο 6, παράγραφος 2, της ίδιας αποφάσεως επιβάλλει στα κράτη μέλη να μεριμνούν «ώστε τα μέλη της οικογένειας που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας απόφασης να μετεγκατασταθούν στο έδαφος του ίδιου κράτους μέλους».

339. Η δε αιτιολογική σκέψη 34 της προσβαλλομένης αποφάσεως υπενθυμίζει ότι «[η] ένταξη των αιτούντων με σαφή ανάγκη διεθνούς προστασίας στην κοινωνία υποδοχής αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο ενός εύρυθμα λειτουργούντος [κ]οινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου». Για τον λόγο αυτόν, στην ίδια αιτιολογική σκέψη διευκρινίζεται ειδικότερα ότι, «προκειμένου επιπλέον να αποφασισθεί ποιο συγκεκριμένο κράτος μέλος θα πρέπει να αποτελέσει το κράτος μέλος μετεγκατάστασης, θα πρέπει να λαμβάνονται ειδικότερα υπόψη τα ιδιάζοντα προσόντα και χαρακτηριστικά των ενδιαφερόμενων αιτούντων, όπως οι γλωσσικές ικανότητες, καθώς και άλλες επί μέρους ενδείξεις βάσει αποδεδειγμένων οικογενειακών, πολιτιστικών ή κοινωνικών δεσμών που θα μπορούσαν να διευκολύνουν την ένταξή τους στο κράτος μέλος της μετεγκατάστασης».

340. Βάσει των ανωτέρω, ο όγδοος λόγος ακυρώσεως που προβάλλει η Ουγγαρία πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

341. Δεδομένου ότι, κατά τη γνώμη μου, κανένας από τους λόγους ακυρώσεως που προβάλλουν η Σλοβακική Δημοκρατία και η Ουγγαρία δεν μπορεί να γίνει δεκτός, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τις προσφυγές των δύο αυτών κρατών μελών.

IV.    Επί των δικαστικών εξόδων

342. Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το Συμβούλιο ζήτησε την καταδίκη της Σλοβακικής Δημοκρατίας και της Ουγγαρίας στα δικαστικά έξοδα και δεδομένου ότι τα δύο αυτά κράτη μέλη ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα.

343. Επιπλέον, ως παρεμβαίνοντες, το Βασίλειο του Βελγίου, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Ελληνική Δημοκρατία, η Γαλλική Δημοκρατία, η Ιταλική Δημοκρατία, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, η Δημοκρατία της Πολωνίας, το Βασίλειο της Σουηδίας και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 140, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.

V.      Πρόταση

344. Με βάση όλες τις προηγηθείσες σκέψεις, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:

1)      Απορρίπτει τις προσφυγές της Σλοβακικής Δημοκρατίας και της Ουγγαρίας.

2)      Καταδικάζει τη Σλοβακική Δημοκρατία και την Ουγγαρία στα δικαστικά έξοδα.

3)      Το Βασίλειο του Βελγίου, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Ελληνική Δημοκρατία, η Γαλλική Δημοκρατία, η Ιταλική Δημοκρατία, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, η Δημοκρατία της Πολωνίας, το Βασίλειο της Σουηδίας καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρουν τα δικά τους έξοδα.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2      ΕΕ 2015, L 248, σ. 80, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση.


3      Όσον αφορά το μνημονευόμενο στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της προσβαλλομένης αποφάσεως υπόλοιπο των 54 000 αιτούντων (γνωστό επίσης και ως «απόθεμα θέσεων για αιτούντες»), οι οποίοι επρόκειτο να μετεγκατασταθούν σε δεύτερο στάδιο, από τις 26 Σεπτεμβρίου 2016, δικαιούχοι είναι είτε, καταρχήν, η Ιταλική Δημοκρατία ή η Ελληνική Δημοκρατία είτε άλλο κράτος μέλος που αντιμετωπίζει επείγουσα κατάσταση κατά την έννοια του άρθρου 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, ενώ η κατανομή γίνεται με βάση τον μηχανισμό που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφοι 2 και 3, της προσβαλλομένης αποφάσεως. Κατόπιν της προσθήκης της παραγράφου 3α στο άρθρο αυτό στην προσβαλλόμενη απόφαση δυνάμει της αποφάσεως (ΕΕ) 2016/1754 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2016, για την τροποποίηση της απόφασης (ΕΕ) 2015/1601 (ΕΕ 2016, L 268, σ. 82), το εν λόγω απόθεμα θέσεων για αιτούντες υπάγεται στον λεγόμενo μηχανισμό «ένας προς έναν» που θεσπίστηκε με τη δήλωση ΕΕ‑Τουρκίας, της 18ης Μαρτίου 2016, και συνεπώς καταλαμβάνει την οικειοθελή αποδοχή Σύρων υπηκόων από την Τουρκία στο έδαφος των κρατών μελών, ιδίως με τη μορφή επανεγκαταστάσεων.


4      Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα (ΕΕ 2013, L 180, σ. 31, στο εξής: κανονισμός Δουβλίνο ΙΙΙ).


5      Το άρθρο 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 516/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, για τη δημιουργία του Ταμείου Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης, την τροποποίηση της απόφασης 2008/381/ΕΚ του Συμβουλίου και την κατάργηση των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 573/2007/ΕΚ και 575/2007/ΕΚ και της απόφασης 2007/435/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2014, L 150, σ. 168), περιέχει ορισμό της έννοιας «μετεγκατάσταση». Πρόκειται κατά βάση για τη διαδικασία με την οποία, κατόπιν αιτήσεως της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (Ύπατη Αρμοστεία) βάσει της ανάγκης διεθνούς προστασίας ενός προσώπου, οι υπήκοοι τρίτων χωρών μεταφέρονται από μια τρίτη χώρα και εγκαθίστανται σε ένα κράτος μέλος όπου επιτρέπεται η διαμονή τους με το καθεστώς πρόσφυγα, με το καθεστώς επικουρικής προστασίας ή με οποιαδήποτε άλλα καθεστώτα που παρέχουν παρόμοια δικαιώματα και οφέλη δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας και της νομοθεσίας της Ένωσης.


6      Απόφαση του Συμβουλίου, της 14ης Σεπτεμβρίου 2015, για τη θέσπιση προσωρινών μέτρων στον τομέα της διεθνούς προστασίας για την Ιταλία και την Ελλάδα (ΕΕ 2015, L 239, σ. 146).


7      Αρχικά, συναίνεση ως προς την κατανομή των εν λόγω ατόμων μεταξύ των κρατών μελών κατέστη εφικτή μόνο για 32 256 άτομα, καθώς ορισμένα κράτη μέλη, όπως η Ουγγαρία, αρνήθηκαν να δεσμευθούν, ενώ η Σλοβακική Δημοκρατία δεσμευόταν μόνο για 100 άτομα. Βλ. ψήφισμα των αντιπροσώπων των Kυβερνήσεων των κρατών μελών, συνελθόντων στο πλαίσιο του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 2015, σχετικά με τη μετεγκατάσταση από την Ελλάδα και την Ιταλία 40 000 ατόμων που έχουν σαφή ανάγκη διεθνούς προστασίας· παράρτημα Β.2 του υπομνήματος απαντήσεως του Συμβουλίου.


8      Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου για τη θέσπιση προσωρινών μέτρων στον τομέα της διεθνούς προστασίας υπέρ της Ιταλίας και της Ελλάδας [COM(2015) 451 τελικό].


9      Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση μηχανισμού μετεγκατάστασης λόγω κρίσης και την τροποποίηση του κανονισμού 604/2013 [COM(2015) 450 τελικό].


10      Βλ., Labayle, S., «Les valeurs de l’Union», διδακτορική διατριβή δημοσίου δικαίου υποστηριχθείσα στις 12 Δεκεμβρίου 2016, ο οποίος διαπιστώνει ότι «[η] επιταγή της αλληλεγγύης, η οποία μνημονεύεται πολλάκις στη Συνθήκη της Ρώμης, αποτελεί […] πρωταρχικό χαρακτηριστικό της Συνθήκης. Επιβάλλεται, όπως προκύπτει από την ανάγνωση της Συνθήκης, ως ισχυρή κατευθυντήρια γραμμή του εγχειρήματος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και απευθύνεται, ήδη από το 1957, τόσο προς τα κράτη μέλη όσο και προς τα άτομα» (σημείο 282, σ. 117 και 118).


11      Όπ.π., σημείο 431, σ. 165.


12      Στο εξής: Χάρτης.


13      Βλ. Favreau, B., «La Charte des droits fondamentaux: pourquoi et comment?», La Charte des droits fondamentaux de l’Union européenne après le traité de Lisbonne, Bruylant, Bρυξέλλες, 2010, σ. 3 έως 38, ιδίως σ. 13. Βλ., επίσης, Bieber, R., και Maiani, F., «Sans solidarité point d’Union européenne, Regards croisés sur les crises de l’Union économique et monétaire et du Système européen commun d’asile», Revue trimestrielle de droit européen, Dalloz, Παρίσι, 2012, σ. 295. Αφού πρώτα επισημαίνουν ότι η έννοια της «αλληλεγγύης» δεν ορίζεται σε κανένα σημείο των Συνθηκών, οι συγγραφείς αυτοί παρατηρούν ότι «οι Συνθήκες της αποδίδουν διαφορετική εμβέλεια ανάλογα με το εκάστοτε πλαίσιο –άλλοτε σκοπός ή παράμετρος της δράσης της Ένωσης, άλλοτε βασική αρχή, άλλοτε κριτήριο των υποχρεώσεων που ανέλαβαν τα κράτη μέλη προσχωρώντας στην Ένωση. Ο κοινός παρονομαστής μεταξύ των διαφόρων εκφάνσεων της αλληλεγγύης στο πλαίσιο της Ένωσης συνίσταται στην αναγνώριση της ύπαρξης ενός “κοινού συμφέροντος”, διακριτού και διακριτέου από το άθροισμα των ατομικών συμφερόντων». Τέλος, για έναν συγκεντρωτικό κατάλογο έργων σχετικά με την αρχή της αλληλεγγύης, βλ. Boutayeb, C., La solidarité dans l’Union européenne – Éléments constitutionnels et matériels, Dalloz, Παρίσι, 2011.


14      Για το θέμα αυτό, βλ., μεταξύ άλλων, «Searching for Solidarity in EU Asylum and Border Policies, a collection of short papers following the Odysseus Network’s First Annual Policy Conference», 26-27 Φεβρουαρίου 2016, université libre de Bruxelles. Βλ., επίσης, Küçük, E., «The principle of solidarity and fairness in sharing responsibility: more than window dressing?», European Law Journal, Sweet and Maxwell, Λονδίνο, 2016, σ. 448 έως 469, καθώς και Bast, J., «Deepening supranational integration: interstate solidarity in EU migration law», European Public Law, n° 22, Issue 2, Wolters Kluwer Law and Business, Alphen aan den Rijn, 2016, σ. 289 έως 304.


15      Σε διεθνές επίπεδο, η αλληλεγγύη αποτελεί επίσης πρωταρχική αξία της πολιτικής ασύλου. Η τέταρτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της Συμβάσεως του 1951 για το καθεστώς των προσφύγων, η οποία υπεγράφη στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951, συμπληρωθείσας από το πρωτόκολλο για το καθεστώς των προσφύγων της 31ης Ιανουαρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει ότι «η παροχή ασύλου δυνατόν να συνεπάγεται εξαιρετικώς μεγάλην επιβάρυνσιν εις ωρισμένας χώρας και […] η ικανοποιητική λύσις προβλήματος, ούτινος η διεθνής έκτασις και φύσις έχουν αναγνωρισθεί υπό του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών, δεν δύναται κατά συνέπειαν να επιτευχθή άνευ της διεθνούς συνεργασίας».


16      Προς το παρόν αρκούμαι στην επισήμανση ότι, κατά τα στοιχεία που παρείχε το Συμβούλιο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 10ης Μαΐου 2017 ενώπιον του Δικαστηρίου, ο αριθμός των επανεγκαταστάσεων από την Ιταλία και την Ελλάδα ανερχόταν, στις 8 Μαΐου 2017, σε 18 129.


17      Συναφώς, βλ. Labayle, S., όπ.π., ο οποίος, ιδίως αναφορικά με τις αποκλίσεις που παρατηρήθηκαν μεταξύ των κρατών μελών κατά τη διαχείριση της εν λόγω μεταναστευτικής κρίσης, παρατηρεί ότι, μολονότι πρέπει «να αποφεύγεται οποιαδήποτε δραματοποίηση, εντούτοις δεν μπορεί να αγνοηθεί πλήρως ο κίνδυνος αποδομήσεως του οικοδομήματος που κατασκευάστηκε υπομονετικά επί μισό και πλέον αιώνα. Ειδικότερα, η σταδιακή υπονόμευση των θεμελίων του απειλεί το οικοδόμημα αυτό στο σύνολό του και ενισχύει την ανάγκη έντονης επαγρύπνησης ως προς το εν λόγω ζήτημα. Η μη τήρηση των θεμελιακών αξιών της Ένωσης από τα ίδια τα κράτη μέλη συνιστά δυνητικό παράγοντα αποδομήσεως στοιχείων που ωστόσο είναι απαραίτητα για τη διατήρηση της Ένωσης και για τη λογική της λειτουργίας της» (σημείο 1.182, σ. 477). Βλ., επίσης, Chassin, C.-A., «La crise des migrants: l’Europe à la croisée des chemins», Revue Europe, n° 3, LexisNexis, 2016, σ. 15 έως 21, ιδίως σημείο 43, σ. 21, ο οποίος επισημαίνει ότι «[η] μεταναστευτική κρίση είναι […] κρίση ανθρώπινη αλλά και κρίση ηθική για την Ευρωπαϊκή Ένωση: αναδεικνύει τις αδυναμίες όχι μόνο των μικροπρόθεσμων λύσεων αλλά και του ευρωπαϊκού οικοδομήματος».


18      Στο εξής, αντίστοιχα: πρωτόκολλο (αριθ. 1) και πρωτόκολλο (αριθ. 2).


19      EUCO 22/15.


20      Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (C-363/14, EU:C:2015:579, σκέψη 17).


21      Η Ουγγαρία αναφέρει, επί παραδείγματι, τη χορήγηση οικονομικής και τεχνικής βοήθειας καθώς και τη διάθεση επαγγελματικού δυναμικού.


22      C-104/16 P, EU:C:2016:677.


23      Σε αντίθεση προς την Ουγγαρία, η Σλοβακική Δημοκρατία επισημαίνει, στο υπόμνημά της αντικρούσεως, ότι υφίσταται συναίνεση μεταξύ του Συμβουλίου και της Σλοβακικής Δημοκρατίας ως προς την μη νομοθετική φύση της προσβαλλομένης πράξεως (σημείο 29).


24      Βλ. Ritleng, D., «Les catégories des actes de l’Union – Réflexions à partir de la catégorie de l’acte législatif», Les catégories juridiques du droit de l’Union européenne, Bruylant, Βρυξέλλες, 2016, σ. 155 έως 174, ιδίως σ. 159.


25      Βλ. Ritleng, D., όπ.π., ο οποίος επισημαίνει ότι «η νομοθετική πράξη είναι η πράξη στην έκδοση της οποίας συμμετέχουν, κατά τρόπο ισότιμο στο πλαίσιο της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας ή μη ισότιμο στο πλαίσιο ειδικής νομοθετικής διαδικασίας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο καθιερώνεται ένα οργανικό κριτήριο, το οποίο σηματοδοτεί τη διαμόρφωση της νομοθετικής εξουσίας από το ζεύγος Κοινοβούλιο-Συμβούλιο» (σ. 161).


26      Βλ., μεταξύ άλλων, άρθρο 86, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.


27      Βλ., μεταξύ άλλων, άρθρο 77, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.


28      Βλ., μεταξύ άλλων, άρθρο 223, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.


29      Βλ. Craig, P., και De Búrca, G., EU Law – Text, Cases and Materials, 6η έκδ., Oxford University Press, Οξφόρδη, 2015, σ. 114.


30      Υπό την έννοια αυτή, βλ., μεταξύ άλλων, Lenaerts, K., και Van Nuffel, P., European Union Law, 3η έκδ., Sweet and Maxwell, Λονδίνο, 2011, σ. 677, παράγραφος 16-038.


31      Στο σημείο αυτό δανείζομαι την έκφραση του Ritleng, D., όπ.π., σ. 170.


32      Βλ. Craig, P., και De Búrca, G., όπ.π., σ. 114.


33      Βλ. Ritleng, D., όπ.π., σ. 174.


34      Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 19ης Ιουλίου 2012, Κοινοβούλιο κατά Επιτροπής (C-130/10, EU:C:2012:472, σκέψη 80).


35      Η διάταξη αυτή παρέχει στο Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο την εξουσία, αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, να λαμβάνουν μέτρα όσον αφορά το κοινό ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου, στο οποίο περιλαμβάνονται «κριτήρια και μηχανισμοί καθορισμού του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης ασύλου ή επικουρικής προστασίας».


36      Βλ. πρόταση κανονισμού, σ. 3.


37      Όπ.π.


38      Βλ. την εν λόγω πρόταση, σ. 4.


39      Όπ.π.


40      Όπ.π., η υπογράμμιση δική μου.


41      Όπ.π., η υπογράμμιση δική μου.


42      Βλ. την πρόταση αυτή, σ. 4.


43      Το άρθρο 4, παράγραφος 5, της προσβαλλομένης αποφάσεως προβλέπει δυνατότητα παρατάσεως για μέγιστη περίοδο δώδεκα μηνών εντός του συγκεκριμένου πλαισίου του μηχανισμού μερικής αναστολής των υποχρεώσεων μετεγκατάστασης, τον οποίο προβλέπει η διάταξη αυτή. Ωστόσο, ο μηχανισμός αυτός δεν μπορεί πλέον να ενεργοποιηθεί, ενώ δεν έχει προβλεφθεί παράταση για το μοναδικό κράτος μέλος (τη Δημοκρατία της Αυστρίας) υπέρ του οποίου εφαρμόστηκε, μέχρι τις 11 Μαρτίου 2017, ο εν λόγω μηχανισμός αναστολής. Επομένως, η ισχύς της προσβαλλομένης αποφάσεως θα λήξει οριστικά στις 26 Σεπτεμβρίου 2017.


44      Βλ. την πρόταση αυτή, σ. 1.


45      Βλ., υπό την έννοια αυτή, την πρόταση αποφάσεως, στην οποία η Επιτροπή διευκρινίζει ότι «[η] γεωγραφική θέση της Ιταλίας και της Ελλάδας, με τις συνεχιζόμενες συγκρούσεις στην περιοχή της άμεσης γειτονίας τους, [τις καθιστά ακόμη] περισσότερο ευάλωτες από τα άλλα κράτη μέλη στο άμεσο μέλλον, με πρωτοφανείς ροές μεταναστών να αναμένεται ότι θα συνεχίσουν να φθάνουν στα εδάφη τους. Οι εν λόγω εξωγενείς παράγοντες αυξημένης μεταναστευτικής πίεσης προστίθενται στις υφιστάμενες διαρθρωτικές ελλείψεις στα συστήματα ασύλου τους, θέτοντας περαιτέρω υπό αμφισβήτηση την ικανότητά τους να αντιμετωπίσουν με τον κατάλληλο τρόπο αυτή την κατάσταση υψηλής πίεσης» (σ. 3).


46      Βλ. άρθρο 4, παράγραφοι 2, 4 και 6, καθώς και άρθρο 11, παράγραφος 2, της προσβαλλομένης αποφάσεως.


47      Βλ. σημείο 4, στοιχείο βʹ, αυτών των συμπερασμάτων.


48      Όπ.π.


49      Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 14ης Απριλίου 2015, Συμβούλιο κατά Επιτροπής (C-409/13, EU:C:2015:217, σκέψη 64 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


50      Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 14ης Απριλίου 2015, Συμβούλιο κατά Επιτροπής (C‑409/13, EU:C:2015:217, σκέψη 70). Κατά τη γνώμη μου, η νομολογία αυτή έχει εφαρμογή και στις μη νομοθετικές πράξεις.


51      Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (C‑363/14, EU:C:2015:579, σκέψη 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


52      Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 10ης Ιουνίου 1997, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (C-392/95, EU:C:1997:289, σκέψη 14 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


53      Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 10ης Ιουνίου 1997, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (C-392/95, EU:C:1997:289, σκέψη 15 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


54      C-280/93, EU:C:1994:367.


55      Βλ. απόφαση της 14ης Απριλίου 2015, Συμβούλιο κατά Επιτροπής (C-409/13, EU:C:2015:217, σκέψεις 71 και 72).


56      Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994, Γερμανία κατά Συμβουλίου (C‑280/93, EU:C:1994:367, σκέψη 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


57      Βλ., υπό την ίδια έννοια, απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2003, Αυστρία κατά Συμβουλίου (C‑445/00, EU:C:2003:445, σκέψεις 16 και 17 καθώς και σκέψεις 44 έως 47).


58      Απόφαση 2009/937/ΕΕ του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 2009, για τη θέσπιση του εσωτερικού του κανονισμού (ΕΕ 2009, L 325, σ. 35).


59      Υπογραμμίζεται ότι η εξήγηση αυτή την οποία παρέσχε το Συμβούλιο στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας είναι συνεπής προς τον σχολιασμό, από το εν λόγω θεσμικό όργανο, του εσωτερικού του κανονισμού: «Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 2 του [εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας], κάθε μέλος του Συμβουλίου μπορεί να αντιταχθεί στη διεξαγωγή συζήτησης αν το κείμενο οιωνδήποτε προτεινόμενων τροποποιήσεων δεν έχει συναχθεί σε όλες τις επίσημες γλώσσες» (βλ. σχολιασμό του εσωτερικού κανονισμού του Συμβουλίου, σ. 53).


60      Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2005, Γερμανία και Δανία κατά Επιτροπής (C-465/02 και C-466/02, EU:C:2005:636, σκέψη 37).


61      Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 4ης Μαΐου 2016, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C-358/14, EU:C:2016:323, σκέψη 78 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


62      Υπό την έννοια αυτή, βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 4ης Μαΐου 2016, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C-358/14, EU:C:2016:323, σκέψη 79 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), καθώς και απόφαση της 9ης Ιουνίου 2016, Pesce κ.λπ. (C-78/16 και C-79/16, EU:C:2016:428, σκέψη 49 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


63      Tα «hotspots» σκοπούν μεταξύ άλλων να βοηθήσουν τα κράτη μέλη της πρώτης γραμμής, όπως η Ιταλική Δημοκρατία και η Ελληνική Δημοκρατία, να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους όσον αφορά τον έλεγχο, την ταυτοποίηση, την καταγραφή των μαρτυριών και τη λήψη των δακτυλικών αποτυπωμάτων των αφικνουμένων.


64      Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 17ης Μαΐου 2001, IECC κατά Επιτροπής (C-449/98 P, EU:C:2001:275, σκέψη 87 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


65      Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 9ης Ιουνίου 2016, Pesce κ.λπ. (C-78/16 και C-79/16, EU:C:2016:428, σκέψη 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


66      Στις 10 Απριλίου 2017, ο αριθμός των μετεγκαταστάσεων από την Ιταλία και την Ελλάδα ανερχόταν σε 16 340. Βλ. ενδέκατη έκθεση της Επιτροπής, της 12ης Απριλίου 2017, σχετικά με τη μετεγκατάσταση και την επανεγκατάσταση [COM(2017) 212 τελικό, παράρτημα 3]. Κατά τα στοιχεία που παρασχέθηκαν από το Συμβούλιο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 10ης Μαΐου 2017 ενώπιον του Δικαστηρίου, στις 8 Μαΐου 2017 ο αριθμός των μετεγκαταστάσεων από την Ιταλία και την Ελλάδα ανερχόταν σε 18 129.


67      Βλ. ενδέκατη έκθεση της Επιτροπής σχετικά με τη μετεγκατάσταση και την επανεγκατάσταση, παράρτημα 3.


68      Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1973, Επιτροπή κατά Ιταλίας (39/72, EU:C:1973:13), στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι «[η] Συνθήκη, επιτρέποντας στα κράτη μέλη να καρπούνται τα πλεονεκτήματα της Κοινότητας, τους επιβάλλει επίσης να τηρούν τους κανόνες της. Το γεγονός ότι ένα κράτος ανατρέπει μονομερώς, σύμφωνα με την αντίληψη που έχει για το εθνικό του συμφέρον, την ισορροπία μεταξύ των πλεονεκτημάτων και των επιβαρύνσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή του στην Κοινότητα, θίγει την ισότητα των κρατών μελών ενώπιον του [δικαίου της Ένωσης] και δημιουργεί διακρίσεις σε βάρος των πολιτών τους […]. Αυτή η παράβαση εκπληρώσεως του καθήκοντος αλληλεγγύης που τα κράτη μέλη έχουν αποδεχτεί με την προσχώρησή τους στη Κοινότητα θίγει ακόμα και τις ουσιώδεις βάσεις της [έννομης τάξης της Ένωσης]» (σκέψεις 24 και 25). Βλ., επίσης, απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1979, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (128/78, EU:C:1979:32, σκέψη 12).


69      ΕΕ 2001, L 212, σ. 12.


70      ΕΕ 2004, L 349, σ. 1.


71      C-411/10 και C-493/10, EU:C:2011:865.


72      Σκέψη 93 της αποφάσεως αυτής.


73      Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2011, Ν.S. κ.λπ. (C-411/10 και C‑493/10, EU:C:2011:865, σκέψη 93).


74      Βλ. την εν λόγω πρόταση αποφάσεως, σ. 2.


75      Βλ., μεταξύ άλλων, ενδέκατη έκθεση της Επιτροπής σχετικά με τη μετεγκατάσταση και την επανεγκατάσταση, όπ.π., η οποία είναι η τελευταία διαθέσιμη κατά τον χρόνο συντάξεως των παρουσών προτάσεων.


76      Στην πρότασή της αποφάσεως, η Επιτροπή εκκίνησε από τη διαπίστωση ότι τα διάφορα οικονομικά και επιχειρησιακά μέτρα που είχε υιοθετήσει έως τότε προς στήριξη των συστημάτων ασύλου της Ιταλίας, της Ελλάδας και της Ουγγαρίας δεν είχαν αποδειχθεί επαρκή για την αντιμετώπιση της σοβούσας κατάστασης κρίσης στα τρία αυτά κράτη μέλη. Κατά συνέπεια, λαμβάνοντας υπόψη τον επείγοντα χαρακτήρα και τη σοβαρότητα της κατάστασης που δημιουργήθηκε από το κύμα εισροής υπηκόων τρίτων χωρών στα εν λόγω κράτη μέλη, εκτίμησε ότι η επιλογή για την ανάληψη περαιτέρω δράσης από την Ένωση για την αντιμετώπιση του φαινομένου αυτού δεν υπερέβαινε τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου της αποτελεσματικής αντιμετώπισης της κατάστασης (σ. 9).


77      Υπό την έννοια αυτή, βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 9ης Ιουνίου 2016, Pesce κ.λπ. (C-78/16 και C-79/16, EU:C:2016:428, σκέψη 51 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


78      Βλ. απόφαση 2016/1754, δυνάμει της οποίας προστέθηκε στο άρθρο 4 της προσβαλλόμενης απόφαση η παράγραφος 3α.


79      Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 30ής Μαρτίου 2006, Ισπανία κατά Συμβουλίου (C-36/04, EU:C:2006:209, σκέψη 9 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και σκέψη 12).


80      Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 30ής Μαρτίου 2006, Ισπανία κατά Συμβουλίου (C-36/04, EU:C:2006:209, σκέψη 13 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


81      Το Συμβούλιο αμφισβητεί την ύπαρξη επείγουσας κατάστασης στην Ουγγαρία κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Κατά το Συμβούλιο, η κατάσταση μεταβλήθηκε κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 2015 συνεπεία των μονομερών μέτρων που έλαβε η Ουγγαρία, και ειδικότερα την κατασκευή φράχτη σε όλο το μήκος των συνόρων της με τη Δημοκρατία της Σερβίας, η οποία ολοκληρώθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 2015, καθώς και την πολιτική διελεύσεων προς άλλα κράτη μέλη, ιδίως προς τη Γερμανία, την οποία εφάρμοσε η Ουγγαρία. Τα μέτρα αυτά ανέκοψαν την άφιξη μεταναστών στο έδαφος της Ουγγαρίας, ενώ οι μετανάστες που είχαν καταφέρει να εισέλθουν στο έδαφος αυτό υποχρεώθηκαν ταχέως να το εγκαταλείψουν. Η Ουγγαρία, από την πλευρά της, προκειμένου να αποδείξει ότι αντιμετώπιζε επείγουσα κατάσταση, επισημαίνει μεταξύ άλλων ότι, μεταξύ της 15ης Σεπτεμβρίου και της 31ης Δεκεμβρίου 2015, η ουγγρική αστυνομία συνέλαβε 190 461 παράτυπους μετανάστες, εκ των οποίων 31 769 μεταξύ της 15ης και της 22ας Σεπτεμβρίου 2015. Η Ουγγαρία σημειώνει ότι υπέστη «τεράστια μεταναστευτική πίεση» χαρακτηριζόμενη από τα εξής στοιχεία: μέχρι τις 15 Σεπτεμβρίου 2015 είχαν λάβει χώρα 201 126 παράτυπες διελεύσεις των συνόρων της. Στις 31 Δεκεμβρίου 2015 ο αριθμός αυτός ανερχόταν σε 391 384. Κατά το δεύτερο ήμισυ του Σεπτεμβρίου, οι παράτυπες διελεύσεις των συνόρων της Ουγγαρίας με την Κροατία ανήλθαν κάποιες μέρες στις 10 000. Η Ουγγαρία προσθέτει ότι, κατά το έτος 2015, 177 135 αιτήσεις διεθνούς προστασίας υποβλήθηκαν ενώπιον της αρμόδιας για θέματα ασύλου αρχής του εν λόγω κράτους μέλους.


82      Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 4ης Μαΐου 2016, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C-358/14, EU:C:2016:323, σκέψη 103).


83      Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 4ης Μαΐου 2016, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C-358/14, EU:C:2016:323, σκέψη 103 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


84      Βλ., όσον αφορά το Βασίλειο της Σουηδίας, απόφαση (ΕΕ) 2016/946 του Συμβουλίου, της 9ης Ιουνίου 2016, για τη θέσπιση προσωρινών μέτρων στον τομέα της διεθνούς προστασίας υπέρ της Σουηδίας σύμφωνα με το άρθρο 9 της απόφασης (ΕΕ) 2015/1523 και το άρθρο 9 της απόφασης (ΕΕ) 2015/1601, για τη θέσπιση προσωρινών μέτρων στον τομέα της διεθνούς προστασίας υπέρ της Ιταλίας και της Ελλάδας (ΕΕ 2016, L 157, σ. 23). Το άρθρο 2 της αποφάσεως αυτής ορίζει ότι οι υποχρεώσεις του Βασιλείου της Σουηδίας ως κράτους μέλους μετεγκατάστασης δυνάμει της αποφάσεως 2015/1523 και της αποφάσεως 2015/1601 αναστέλλονται έως τις 16 Ιουνίου 2017. Όσον αφορά τη Δημοκρατία της Αυστρίας, βλ. εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2016/408 του Συμβουλίου, της 10ης Μαρτίου 2016, σχετικά με την προσωρινή αναστολή της μετεγκατάστασης ποσοστού 30 % των αιτούντων που έχουν κατανεμηθεί στην Αυστρία σύμφωνα με την απόφαση (ΕΕ) 2015/1601 για τη θέσπιση προσωρινών μέτρων στον τομέα της διεθνούς προστασίας υπέρ της Ιταλίας και της Ελλάδας (ΕΕ 2016, L 74, σ. 36). Το άρθρο 1 της αποφάσεως αυτής προβλέπει ότι η μετεγκατάσταση στην Αυστρία 1 065 εκ των αιτούντων άσυλο που έχουν κατανεμηθεί στο εν λόγω κράτος μέλος δυνάμει της αποφάσεως 2015/1601 αναστέλλεται έως τις 11 Μαρτίου 2017.


85      Η υπογράμμιση δική μου.


86      Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 4ης Μαΐου 2016, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C-358/14, EU:C:2016:323, σκέψη 78 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


87      Βλ. αιτιολογική σκέψη 31 της προσβαλλομένης αποφάσεως.


88      Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (ΕΕ 2011, L 337, σ. 9). Μεταξύ των λόγων αποκλεισμού από το καθεστώς πρόσφυγα ή από την επικουρική προστασία περιλαμβάνεται η ύπαρξη σοβαρών λόγων για να θεωρείται ότι ο αιτών έχει διαπράξει έγκλημα κατά της ειρήνης, έγκλημα πολέμου ή έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, όπως τα εγκλήματα αυτά ορίζονται στις διεθνείς συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί με σκοπό τη θέσπιση διατάξεων σχετικών με τα εγκλήματα αυτά, ότι έχει διαπράξει σοβαρό έγκλημα ή ότι συνιστά κίνδυνο για την κοινωνία ή για την ασφάλεια του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται.


89      Εγχειρίδιο για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων σύμφωνα με τη Σύμβαση του 1951 και το Πρωτόκολλο του 1967, σχετικά με το καθεστώς των προσφύγων, Γενεύη, 1992, σημείο 192, στοιχείο vii.


90      ΕΕ 2013, L 180, σ. 60.