Language of document : ECLI:EU:C:2017:940

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)

της 6ης Δεκεμβρίου 2017 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Δημόσιες συμβάσεις – Οδηγία 2004/18/ΕΚ – Πεδίο εφαρμογής – Κανονισμός (EK) 1083/2006 – Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και Ταμείο Συνοχής – Σύμβαση χρηματοδοτήσεως για την κατασκευή αυτοκινητοδρόμου συναφθείσα με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων πριν από την προσχώρηση του κράτους μέλους στην Ευρωπαϊκή Ένωση – Έννοια της “παρατυπίας” στον κανονισμό 1083/2006»

Στην υπόθεση C‑408/16,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Curtea de Apel Bucureşti (εφετείο Βουκουρεστίου, Ρουμανία) με απόφαση της 20ής Μαΐου 2016, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 21 Ιουλίου 2016, στο πλαίσιο της δίκης

Compania Naţională de Administrare a Infrastructurii Rutiere SA, πρώην Compania Naţională de Autostrăzi şi Drumuri Naţionale din România SA,

κατά

Ministerul Fondurilor Europene – DirecţiaGenerală Managementul Fondurilor Externe,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),

συγκείμενο από τους J. Malenovský, πρόεδρο τμήματος, D. Šváby (εισηγητή) και Μ. Βηλαρά, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Campos Sánchez-Bordona

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η Compania Naţională de Administrare a Infrastructurii Rutiere SA, εκπροσωπούμενη από τους C. Homor, A. Docu, R. Simionescu, I. L. Axente και N. C. Mărgărit, καθώς και από τους A. Filipescu, H. Nicolae και M. Curculescu,

–        το Ministerul Fondurilor Europene – Direcţia Generală Managementul Fondurilor Externe, εκπροσωπούμενο από τον D. C. Dinu,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους B.-R. Killmann και A. Tokár, καθώς και από τη L. Nicolae,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 15 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (ΕΕ 2004, L 134, σ. 114), καθώς και του άρθρου 2, σημείο 7, του άρθρου 9, παράγραφος 5, και του άρθρου 60, στοιχείο αʹ, του κανονισμού (EK) 1083/2006 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2006, περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και το Ταμείο Συνοχής και [για] την κατάργηση του κανονισμού (EK) 1260/1999 (ΕΕ 2006, L 210, σ. 25)

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Compania Națională de Administrare a Infrastructurii Rutiere SA, πρώην Compania Naţională de Autostrăzi şi Drumuri Naţionale din România SA (στο εξής: CNADNR), και του Ministerul Fondurilor Europene – Direcţia Generală Managementul Fondurilor Externe (Υπουργείου Ευρωπαϊκών Πόρων – Γενική διεύθυνση διαχειρίσεως αλλοδαπών ταμείων, Ρουμανία) σχετικά με απόφαση της Autoritatea de Management pentru Programul Operaţional Sectorial «Transport» (αρχής διαχειρίσεως του τομεακού επιχειρησιακού προγράμματος «Μεταφορές», Ρουμανία, στο εξής: AMPOST), με την οποία επιβλήθηκε δημοσιονομική διόρθωση λόγω παραβάσεως της οδηγίας 2004/18 στο πλαίσιο της συνάψεως δημόσιας συμβάσεως αφορώσας έργα συγχρηματοδοτούμενα, αρχικώς από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ), στη συνέχεια χρηματοδοτούμενα καθ’ ολοκληρία και αναδρομικώς από την Ευρωπαϊκή Ένωση στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ) και του Ταμείου Συνοχής.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

 Το πρωτόκολλο προσχωρήσεως

3        Το άρθρο 2 του πρωτοκόλλου σχετικά με τους όρους και τις λεπτομέρειες της προσχώρησης της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ 2005, L 157, σ. 29, στο εξής: πρωτόκολλο προσχωρήσεως), ορίζει τα ακόλουθα:

«Από την ημερομηνία προσχώρησης, [...] οι πριν από την προσχώρηση εκδοθείσες πράξεις των θεσμικών οργάνων δεσμεύουν τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία και εφαρμόζονται στα κράτη αυτά, υπό τους όρους που προβλέπονται στ[η Συνθήκη για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης], στη Συνθήκη ΕΚΑΕ και στο παρόν Πρωτόκολλο.»

4        Το τέταρτο μέρος του πρωτοκόλλου αυτού, που επιγράφεται «Προσωρινές διατάξεις», περιλαμβάνει έναν τίτλο III, αφορώντα τις «Δημοσιονομικές διατάξεις», ο οποίος περιλαμβάνει το άρθρο 27, που ορίζει τα ακόλουθα, στην παράγραφο 2:

«Οι δημοσιονομικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνονται πριν από την προσχώρηση στο πλαίσιο των προενταξιακών χρηματοδοτικών μέσων που μνημονεύονται στην παράγραφο 1, καθώς και όσες αναλαμβάνονται στο πλαίσιο της μεταβατικής διευκόλυνσης του άρθρου 31, συμπεριλαμβανομένης της ανάληψης και της καταγραφής των εν συνεχεία ατομικών νομικών δεσμεύσεων και των πληρωμών που καταβάλλονται μετά από την προσχώρηση, συνεχίζουν να διέπονται από τους κανόνες και τους κανονισμούς των προενταξιακών χρηματοδοτικών μέσων και επιβαρύνουν τα αντίστοιχα κεφάλαια του προϋπολογισμού μέχρι το κλείσιμο των σχετικών προγραμμάτων και έργων. Μολαταύτα, οι διαδικασίες δημόσιων συμβάσεων που άρχισαν μετά την προσχώρηση διεκπεραιώνονται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της Ένωσης.»

5        Το πέμπτο μέρος του εν λόγω πρωτοκόλλου, με τίτλο «Διατάξεις περί της εφαρμογής του παρόντος πρωτοκόλλου», περιλαμβάνει έναν τίτλο II, που επιγράφεται «Εφαρμοσιμότητα των πράξεων των θεσμικών οργάνων» και περιλαμβάνει το άρθρο 53, που προβλέπει, στην παράγραφο 1, τα ακόλουθα:

«Η Βουλγαρία και η Ρουμανία θέτουν σε ισχύ τα μέτρα που απαιτούνται για να συμμορφωθούν, από την ημερομηνία της προσχώρησης, προς τους ευρωπαϊκούς νόμους-πλαίσια και τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς που είναι δεσμευτικοί ως προς το αποτέλεσμα που πρέπει να επιτευχθεί, αφήνουν όμως τις εθνικές αρχές να επιλέξουν τη μορφή και τα μέσα, κατά την έννοια του άρθρου Ι-33 [της Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης], καθώς και προς τις οδηγίες και αποφάσεις κατά την έννοια του άρθρου 249 [ΕΚ] και του άρθρου 161 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, εκτός εάν το παρόν Πρωτόκολλο προβλέπει άλλη προθεσμία. Γνωστοποιούν τα μέτρα αυτά στην Επιτροπή το αργότερο κατά την ημερομηνία προσχώρησης ή, ανάλογα με την περίπτωση, εντός της προθεσμίας που προβλέπεται από το παρόν Πρωτόκολλο.»

 Η οδηγία 2004/18

6        Η αιτιολογική σκέψη 22 της οδηγίας 2004/18 ορίζει τα εξής:

«Θα πρέπει να προβλεφθεί διάταξη για περιπτώσεις όπου είναι δυνατόν να μην εφαρμοσθούν μέτρα για τον συντονισμό διαδικασιών [...] λόγω ειδικών κανόνων για την ανάθεση συμβάσεων, οι οποίοι [...] εφαρμόζονται ειδικά για διεθνείς οργανισμούς.»

7        Το άρθρο 15 της οδηγίας αυτής, με τίτλο «Συμβάσεις που συνάπτονται δυνάμει διεθνών κανόνων», ορίζει τα ακόλουθα:

«Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στις δημόσιες συμβάσεις οι οποίες διέπονται από διαφορετικούς διαδικαστικούς κανόνες και συνάπτονται δυνάμει:

[...]

γ)      ειδικής διαδικασίας διεθνούς οργανισμού.»

 Ο κανονισμός 1083/2006

8        Η αιτιολογική σκέψη 22 του κανονισμού 1083/2006 ορίζει τα εξής:

«Οι δραστηριότητες των Ταμείων και οι δράσεις τις οποίες χρηματοδοτούν θα πρέπει να είναι συνεπείς με τις άλλες κοινοτικές πολιτικές και να συμμορφώνονται προς την κοινοτική νομοθεσία.»

9        Το άρθρο 2 του κανονισμού αυτού έχει ως ακολούθως:

«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, οι ακόλουθοι όροι λαμβάνουν την ακόλουθη σημασία:

[...]

7)      “παρατυπία”: κάθε παράβαση διάταξης του κοινοτικού δικαίου η οποία προκύπτει από πράξη ή παράλειψη οικονομικού φορέα και η οποία ζημιώνει ή ενδέχεται να ζημιώσει τον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τον καταλογισμό στον κοινοτικό προϋπολογισμό αδικαιολόγητης δαπάνης.»

10      Το άρθρο 9, παράγραφος 5, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει τα εξής:

«Οι πράξεις που χρηματοδοτούνται από τα Ταμεία συμμορφώνονται με τις διατάξεις της Συνθήκης και τις νομικές πράξεις που απορρέουν από αυτήν.»

11      Στο τμήμα 2 του κεφαλαίου II του τίτλου III του κανονισμού 1083/2006, που επιγράφεται «Μεγάλα σχέδια», το άρθρο 39 του κανονισμού αυτού ορίζει τα ακόλουθα:

«Στο πλαίσιο ενός επιχειρησιακού προγράμματος, το ΕΤΠΑ και το Ταμείο Συνοχής μπορούν να χρηματοδοτούν δαπάνες που αφορούν πράξεις (εφεξής “μεγάλα έργα”), οι οποίες περιλαμβάνουν σειρές εργασιών, δραστηριοτήτων ή υπηρεσιών που έχουν ως στόχο να ολοκληρώσουν μια αδιαίρετη εργασία συγκεκριμένης οικονομικής ή τεχνικής φύσης με σαφώς προσδιορισμένους στόχους και με συνολικό κόστος άνω των 25 εκατ. ευρώ στην περίπτωση του περιβάλλοντος και άνω των 50 εκατ. ευρώ σε άλλους τομείς.»

12      Το άρθρο 41 του εν λόγω κανονισμού, με τίτλο «Απόφαση της Επιτροπής», ορίζει τα εξής:

«1.      Η Επιτροπή αξιολογεί το μεγάλο έργο διαβουλευόμενη, εν ανάγκη, με εξωτερικούς εμπειρογνώμονες, συμπεριλαμβανομένης της ΕΤΕπ, με βάση τους παράγοντες που αναφέρονται στο άρθρο 39, τη συνέπειά του με τις προτεραιότητες του επιχειρησιακού προγράμματος, τη συμβολή του στην επίτευξη των στόχων των προτεραιοτήτων αυτών και τη συνέπειά του με άλλες κοινοτικές πολιτικές.

2.      Η Επιτροπή εκδίδει απόφαση το συντομότερο δυνατόν, αλλά οπωσδήποτε εντός τριών μηνών από την υποβολή μεγάλου έργου από το κράτος μέλος ή τη διαχειριστική αρχή, υπό τον όρο ότι η υποβολή είναι σύμφωνη προς το άρθρο 40. Η απόφαση αυτή καθορίζει το φυσικό αντικείμενο, το ποσό στο οποίο εφαρμόζεται το ποσοστό συγχρηματοδότησης του άξονα προτεραιότητας, και το ετήσιο σχέδιο χρηματοδοτικής συνεισφοράς από το ΕΤΠΑ ή το Ταμείο Συνοχής.

3.      Στην περίπτωση που η Επιτροπή αρνηθεί χρηματοδοτική συνεισφορά των Ταμείων σε μεγάλο έργο, κοινοποιεί στο κράτος μέλος τους σχετικούς λόγους εντός της προθεσμίας και σύμφωνα με τις σχετικές προϋποθέσεις της παραγράφου 2.»

13      Το άρθρο 60 του κανονισμού 1083/2006 έχει ως εξής:

«Η διαχειριστική αρχή είναι υπεύθυνη για τη διαχείριση και την υλοποίηση του επιχειρησιακού προγράμματος σύμφωνα με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και ιδίως με στόχο:

α)      τη διασφάλιση της επιλογής των προς χρηματοδότηση πράξεων σύμφωνα με τα κριτήρια που εφαρμόζονται στο επιχειρησιακό πρόγραμμα καθώς και της συμμόρφωσής τους με τους ισχύοντες κοινοτικούς και εθνικούς κανόνες, καθ’ όλη την περίοδο υλοποίησής τους·

[...]»

14      Το άρθρο 98, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού προβλέπει τα ακόλουθα:

«Το κράτος μέλος προβαίνει στις απαιτούμενες δημοσιονομικές διορθώσεις όσον αφορά τις μεμονωμένες ή συστημικές παρατυπίες που διαπιστώνονται σε πράξεις ή επιχειρησιακά προγράμματα. Οι διορθώσεις που διενεργούνται από το κράτος μέλος συνίστανται στην ακύρωση του συνόλου ή μέρους της δημόσιας συνεισφοράς του επιχειρησιακού προγράμματος. Το κράτος μέλος λαμβάνει υπόψη τη φύση και τη σοβαρότητα των παρατυπιών καθώς και την οικονομική απώλεια του Ταμείου.

Τα κεφάλαια από τα Ταμεία που αποδεσμεύονται με τον τρόπο αυτόν, μπορούν να επαναχρησιμοποιούνται από το κράτος μέλος έως τις 31 Δεκεμβρίου 2015 για το σχετικό επιχειρησιακό πρόγραμμα σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3.»

 Ο οδηγός της ΕΤΕπ

15      Η ΕΤΕπ έχει καταρτίσει έναν «Οδηγό περί συνάψεως συμβάσεων για τα σχέδια που χρηματοδοτούνται από την ΕΤΕπ». Ο ως άνω οδηγός, ως είχε το 2004 (στο εξής: οδηγός της ΕΤΕπ), αποσκοπεί να ενημερώσει τους εργολάβους σχεδίων που χρηματοδοτούνται, εν όλω ή εν μέρει, από την ΕΤΕπ για τις λεπτομέρειες της συνάψεως συμβάσεων έργων, προμήθειας υλικών και παροχής υπηρεσιών που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση του οικείου σχεδίου στις περιπτώσεις που προβλέπεται χρηματοδότηση από την ΕΤΕπ. Υποδιαιρείται σε τρία κεφάλαια και διακρίνει τους κανόνες οι οποίοι διέπουν τις σχετικές πράξεις εντός της Ένωσης, που αποτελούν το αντικείμενο του κεφαλαίου 2, από εκείνους που διέπουν τις πράξεις οι οποίες διενεργούνται εκτός της Ένωσης, που αποτελούν το αντικείμενο του κεφαλαίου 3. Στο κεφάλαιο 3 του οδηγού της ΕΤΕπ, διευκρινίζεται ότι «[ο]ι [υποφήφιες] χώρες [...] ενσωματώνουν προοδευτικά τις οδηγίες [της Ένωσης] στη νομοθεσία τους. Στον οδηγό [αυτό], οι εν λόγω χώρες καλύπτονται από τις διατάξεις του κεφαλαίου 3, “Πράξεις εκτός της Ένωσης [...]”, μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία ανέλαβαν, κατά τις διαπραγματεύσεις με την Επιτροπή, την υποχρέωση να εφαρμόζουν τις [ευρωπαϊκές] οδηγίες σχετικά με τη σύναψη των συμβάσεων στον βαθμό που όντως έχουν μεταφέρει στην εθνική τους νομοθεσία κατά την ημερομηνία αυτή τις εν λόγω οδηγίες. Τότε καθίστανται εφαρμοστέες έναντι αυτών οι διατάξεις του κεφαλαίου 2, “Πράξεις εντός της Ένωσης”.»

 Το ρουμανικό δίκαιο

 Το OUG 34/2006

16      Η οδηγία 2004/18 μεταφέρθηκε στο ρουμανικό δίκαιο με την Ordonanţa de urgenţă a Guvernului nr. 34/2006 din 19 aprilie 2006 privind atribuirea contractelor de achiziţie publică, a contractelor de concesiune de lucrări publice şi a contractelor de concesiune de servicii (επείγον κυβερνητικό διάταγμα αριθ. 34/2006 της 19ης Απριλίου 2006 περί της συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, συμβάσεων αναθέσεως δημοσίων έργων και συμβάσεων παροχής υπηρεσιών, Monitorul Oficial al României, Partea I, αριθ. 418, της 15ης Μαΐου 2006, στο εξής: OUG 34/2006). Το άρθρο 14, παράγραφος 1, του διατάγματος αυτού ορίζει τα ακόλουθα:

«Το παρόν επείγον διάταγμα δεν έχει εφαρμογή όταν η δημόσια σύμβαση έχει συναφθεί:

[...]

c)      κατ’ εφαρμογήν ειδικών διαδικασιών διεθνών οργάνων και οργανισμών·

[...]»

 Το OUG 72/2007

17      Η Ordonanţa de urgenţă a Guvernului nr.72/2007 din 28 iunie 2007 privind unele măsuri derogatorii του OUG 34/2006 (επείγον κυβερνητικό διάταγμα 72/2007, της 28ης Ιουνίου 2007, σχετικά με ορισμένα μέτρα παρεκκλίσεως από το OUG 34/2006, Monitorul Oficial al României, Partea I, αριθ. 441, της 29ης Ιουνίου 2007, στο εξής: OUG 72/2007), περιλαμβάνει ένα μόνο άρθρο, κατά το οποίο:

«Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του [OUG 34/2006], [...] όσον αφορά τις διαδικασίες συνάψεως δημοσίων συμβάσεων εργασιών – [...], [για το] δάνειο ΕΤΕπ VI, συναφθέν τον Δεκέμβριο του 2006 για τον αυτοκινητόδρομο Arad-Timişoara-Lugoj [...], η [CNADNR] εξακολουθεί να εφαρμόζει τις διατάξεις του οδηγού της [ΕΤΕπ], κεφάλαιο 3· [...]»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

18      Όσον αφορά το σχέδιο κατασκευής του αυτοκινητοδρόμου Arad-Timişoara-Lugoj είχε συναφθεί αρχικώς στις 23 Δεκεμβρίου 2003 σύμβαση χρηματοδοτήσεως μεταξύ Ρουμανίας, ΕΤΕπ και της εμπλεκόμενης στην κύρια δίκη αναθέτουσας αρχής, της CNADNR.

19      Βάσει της ως άνω συμβάσεως, συνήφθη δανειακή σύμβαση προς χρηματοδότηση διαφόρων τμημάτων αυτοκινητοδρόμου, μεταξύ των ιδίων μερών, στις 2 Δεκεμβρίου 2004. Η εν λόγω σύμβαση ορίζει ότι «η CNADNR τηρεί τις διαδικασίες της ΕΤΕπ σχετικά με τις αγορές αγαθών, την ασφάλιση των υπηρεσιών και την εκτέλεση των αναγκαίων έργων για την υλοποίηση των σχεδίων, [τις] οποίες διαπραγματεύεται, συνάπτει δε τις σχετικές συμβάσεις σύμφωνα με τους όρους [της ως άνω συμβάσεως χρηματοδοτήσεως]», ήτοι «μέσω διεθνούς διαγωνισμού, ανοικτού για διαγωνιζόμενους όλων των χωρών».

20      Στο πλαίσιο της προαναφερθείσας δανειακής συμβάσεως και προκειμένου περί της διοργανώσεως του διαγωνισμού σχετικά με την κατασκευή του αυτοκινητοδρόμου Arad-Timişoara-Lugoj, η CNADNR συνήψε στις 28 Φεβρουαρίου 2006 σύμβαση με αντικείμενο την παροχή στην ίδια των συμβουλευτικών υπηρεσιών που απαιτούνται για την κατάρτιση του αφορώντος τον διαγωνισμό αυτό φακέλου. Δεδομένου ότι η Ρουμανία δεν ήταν ακόμη μέλος της Ένωσης, ο φάκελος του εν λόγω διαγωνισμού συμπληρώθηκε σύμφωνα με το κεφάλαιο 3 του οδηγού της ΕΤΕπ, που τιτλοφορείται «Πράξεις εκτός της Ένωσης [...]».

21      Από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει ότι, αφενός, η διαδικασία του διαγωνισμού σχετικά με τις εργασίες κατασκευής του αυτοκινητοδρόμου Arad-Timişoara-Lugoj άρχισε στις 17 Ιουλίου 2007 υπό τη μορφή περιορισμένης προσκλήσεως προς υποβολή προσφορών με προεπιλογή με τη δημοσίευση της ανακοινώσεως περί προεπιλογής, και, αφετέρου, ότι το σχετικό έργο ανατέθηκε στις 15 Δεκεμβρίου 2008.

22      Στις 27 Οκτωβρίου 2009 η Ρουμανία ζήτησε από την Επιτροπή να χορηγηθεί σχετικά με το σχέδιο κατασκευής του αυτοκινητοδρόμου Arad-Timişoara-Lugoj στο πλαίσιο του τομεακού επιχειρησιακού προγράμματος «Μεταφορές 2007-2013» αναδρομική χρηματοδότηση στο πλαίσιο του ΕΤΠΑ και του Ταμείου Συνοχής ως «μεγάλο σχέδιο», κατά την έννοια του άρθρου 39 του κανονισμού 1083/2006.

23      Με δύο διαδοχικές αποφάσεις, ληφθείσες αντιστοίχως το 2010 και το 2014, η Επιτροπή ενέκρινε την πλήρη χρηματοδότηση του εν λόγω σχεδίου στο πλαίσιο του ΕΤΠΑ και του Ταμείου Συνοχής. Έτσι, μια σύμβαση χρηματοδοτήσεως τροποποίησε την πηγή της χρηματοδοτήσεως του εν λόγω σχεδίου, οπότε γι’ αυτό καταβάλλονται έκτοτε ευρωπαϊκοί πόροι βάσει του τομεακού επιχειρησιακού προγράμματος «Μεταφορές 2007-2013».

24      Προκειμένου να καλύψει τις δαπάνες στις οποίες είχε προβεί η αναθέτουσα αρχή και λαμβάνοντας υπόψη τις συστάσεις της Επιτροπής σχετικά με την τήρηση της ρυθμίσεως της Ένωσης στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων σε περίπτωση αναδρομικής χρηματοδοτήσεως σχεδίων, η AMPOST ήλεγξε τον φάκελο του επίμαχου στην κύρια δίκη διαγωνισμού περί αναθέσεως εργασιών. Βάσει του ελέγχου αυτού, η ως άνω αρχή διαπίστωσε παρατυπίες, τις οποίες εξέθεσε με ένα σημείωμα της 29ης Ιουνίου 2015, επέβαλε δε με μια απόφαση της 24ης Αυγούστου 2015 δημοσιονομική διόρθωση ύψους 10 % της αξίας των επιλέξιμων δαπανών της συμβάσεως εκτελέσεως εργασιών που συνήφθη στις 15 Δεκεμβρίου 2008.

25      Η AMPOST αιτιολόγησε την ως άνω δημοσιονομική διόρθωση υπενθυμίζοντας, πρώτον, ότι για τη χορήγηση ευρωπαϊκής μη επιστρεπτέας χρηματοδοτήσεως η Επιτροπή απαιτεί να τηρούνται οι διατάξεις των οδηγιών στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων που ισχύουν την ημερομηνία δημοσιεύσεως της προσκλήσεως προς συμμετοχή στον οικείο διαγωνισμό. Συναφώς, η εν λόγω αρχή θεώρησε ότι η οδηγία 2004/18 ήταν εφαρμοστέα στην επίμαχη στην κύρια δίκη διαδικασία διαγωνισμού αναθέσεως έργων διότι αυτή άρχισε μόνο μετά την προσχώρηση της Ρουμανίας στην Ένωση. Δεύτερον, η AMPOST επισήμανε ότι τρία κριτήρια προεπιλογής προβλεπόμενα στο πλαίσιο του διαγωνισμού αυτού ήταν αυστηρότερα από εκείνα τα οποία προέβλεπε η οδηγία 2004/18, ήτοι, πρώτον, ένα κριτήριο σχετικό με την προσωπική κατάσταση του υποψηφίου και, ειδικότερα, τις περιπτώσεις μη εκτελέσεως σχετικών συμβάσεων, το οποίο αντιβαίνει προς τα άρθρα 44 και 45 της οδηγίας 2004/18, δεύτερον, ένα κριτήριο σχετικό με την οικονομική κατάσταση του υποψηφίου, το οποίο αντιβαίνει προς το άρθρο 47 της οδηγίας αυτής, και, τρίτον, ένα κριτήριο σχετικό με την πείρα του υποψηφίου, το οποίο δεν είναι σύμφωνο προς το άρθρο 48 της εν λόγω οδηγίας. Τέλος, η AMPOST σημείωσε, παρά ταύτα, ότι επετράπη η χρησιμοποίηση των κριτηρίων αυτών δυνάμει του εσωτερικού δικαίου, ήτοι του OUG 72/2007, που παρεκκλίνει ρητώς από το OUG 34/2006, το οποίο είναι η διάταξη περί μεταφοράς στην εθνική έννομη τάξη της οδηγίας 2004/18.

26      Η CNADNR άσκησε προσφυγή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ζητώντας την ακύρωση της αποφάσεως της AMPOST της 24ης Αυγούστου 2015, καθώς και του σημειώματος περί διαπιστώσεως παρατυπιών και περί επιβολής δημοσιονομικών διορθώσεων της 29ης Ιουνίου 2015, που συντάχθηκε σχετικά με το σχέδιο κατασκευής του αυτοκινητοδρόμου Arad-Timişoara-Lugoj.

27      Προς στήριξη της προσφυγής της, η CNADNR εκτιμά ότι η δημοσιονομική διόρθωση ύψους 10 % των επιλέξιμων δαπανών της συμβάσεως εργασιών κατασκευής του αυτοκινητοδρόμου Arad-Timişoara Lugoj στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων του OUG 34/2006, του OUG 72/2007, καθώς και της οδηγίας 2004/18. Η CNADNR υποστηρίζει ότι δεν μπορούσε να προσαφθεί στην αναθέτουσα αρχή ότι καθόρισε παράνομα ή περιοριστικά κριτήρια προεπιλογής έναντι της οδηγίας αυτής, καθόσον, εξαρχής, η σχετική με τον διαγωνισμό διαδικασία ακολουθούσε το κεφάλαιο 3 του οδηγού της ΕΤΕπ.

28      Το Υπουργείο Ευρωπαϊκών Πόρων – Γενική διεύθυνση διαχειρίσεως αλλοδαπών ταμείων υποστηρίζει ότι οι σχετικοί έλεγχοι διενεργήθηκαν από την AMPOST σύμφωνα με την οδηγία 2004/18, ακριβώς διότι η επίμαχη διαδικασία διαγωνισμού παρεξέκλινε από την εφαρμογή του OUG 34/2006. Συγκεκριμένα, λαμβανομένης υπόψη της τροποποιήσεως της πηγής της χρηματοδοτήσεως, δεδομένου ότι πλέον το σχετικό έργο χρηματοδοτείται από το Ταμείο Συνοχής στο πλαίσιο του τομεακού επιχειρησιακού προγράμματος «Μεταφορές 2007-2013», η ως άνω αρχή έπρεπε να φροντίζει ώστε η σύναψη της συμβάσεως να είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης και, ειδικότερα, προς τους κανόνες στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων.

29      Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, πρώτον, περί της εφαρμοστέας ρυθμίσεως ratione temporis και αναφέρεται, συναφώς, όχι μόνο στο άρθρο 27 του πρωτοκόλλου προσχωρήσεως, το οποίο αφορά τις δημοσιονομικής φύσεως δεσμεύσεις που είχαν αναλάβει τα κράτη μέλη προ της προσχωρήσεώς τους στην Ένωση, αλλά και στο άρθρο 53 του πρωτοκόλλου αυτού, το οποίο προβλέπει την άμεση έναρξη της ισχύος των κανόνων του παραγώγου δικαίου ήδη από την ημερομηνία της προσχωρήσεως των ως άνω κρατών μελών στην Ένωση.

30      Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται επί του αν είναι δυνατό να ερμηνευτεί το άρθρο 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/18, κατά το οποίο η οδηγία αυτή δεν έχει εφαρμογή στις δημόσιες συμβάσεις που διέπονται από διαφορετικούς διαδικαστικούς κανόνες και συνάπτονται δυνάμει ειδικής διαδικασίας διεθνούς οργανισμού, δεδομένου ότι επιτρέπουν σε κράτος μέλος να μην εφαρμόσει, μετά την προσχώρησή του στην Ένωση, την ως άνω οδηγία, εφόσον αυτό δεσμεύεται από σύμβαση χρηματοδοτήσεως συναφθείσα με την ΕΤΕπ πριν από την προσχώρησή του στην Ένωση, δυνάμει της οποίας οι διαδικασίες περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων διέπονται από ειδικά κριτήρια αυστηρότερα από εκείνα της εν λόγω οδηγίας.

31      Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται επίσης αν η οδηγία 2004/18 αντιτίθεται σε κανονιστική πράξη του εσωτερικού δικαίου εκδοθείσα από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος μετά την προσχώρησή του στην Ένωση, η οποία επιβάλλει στην αναθέτουσα αρχή να ακολουθήσει τον οδηγό της ΕΤΕπ κατά παρέκκλιση από την κανονιστική πράξη περί μεταφοράς της οδηγίας αυτής στην εθνική έννομη τάξη.

32      Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι, μετά την προσχώρηση στην Ένωση, υποψήφιο κράτος υπέρ του οποίου χορηγήθηκε χρηματοδότηση για τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων δεν δεσμεύεται πλέον από το κεφάλαιο 3 του οδηγού της ΕΤΕπ σχετικά με τις εξωτερικές πράξεις, αλλά υπάγεται πλέον στο κεφάλαιο 2, με τίτλο «Πράξεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης», του οδηγού αυτού, πράγμα που επιβεβαιώνει ότι η οδηγία 2004/18 είναι όντως εφαρμοστέα.

33      Τρίτον, καθόσον η AMPOST επισήμανε ότι ορισμένα κριτήρια προεπιλογής προβλεπόμενα από τον επίμαχο στην κύρια δίκη διαγωνισμό εκτελέσεως εργασιών ήταν αυστηρότερα από εκείνα που προβλέπονται από την οδηγία 2004/18, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, στο πλαίσιο αυτό, αν ένας τέτοιος διαγωνισμός μπορεί να είναι σύμφωνος προς τη ρύθμιση της Ένωσης και αν δικαιολογεί μη επιστρεπτέα ευρωπαϊκή χρηματοδότηση χορηγούμενη αναδρομικώς.

34      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Curtea de Apel Bucureşti (εφετείο Βουκουρεστίου, Ρουμανία) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Έχει το άρθρο 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/18 την έννοια ότι επιτρέπει σε κράτος μέλος να μη συμμορφωθεί, μετά την προσχώρησή του στην [...] Ένωση, προς την εν λόγω οδηγία, όταν έχει συνάψει με την [ΕΤΕπ] χρηματοδοτική σύμβαση υπογραφείσα πριν από την προσχώρηση αυτή και σύμφωνα με την οποία στις διαδικασίες συνάψεως δημοσίων συμβάσεων εφαρμόζονται τα ειδικά κριτήρια που επιβάλλονται από τη χρηματοδοτούσα οντότητα, όπως αυτά της παρούσας υποθέσεως, τα οποία είναι αυστηρότερα από τα προβλεπόμενα στην οδηγία;

2)      Έχει η οδηγία 2004/18 την έννοια ότι αντιτίθεται σε κανονιστική πράξη του εσωτερικού δικαίου, όπως το [OUG] 72/2007, η οποία προβλέπει ότι οι διατάξεις του [οδηγού της ΕTEπ] έχουν εφαρμογή, κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις της κανονιστικής πράξεως περί μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, εν προκειμένω του [OUG] 34/2006, για λόγους όπως αυτοί που εκτίθενται στο [σχετικό με το πρώτο αυτό διάταγμα] επεξηγηματικό σημείωμα, με σκοπό την τήρηση των όρων της χρηματοδοτικής συμβάσεως που συνήφθη πριν από την προσχώρηση;

3)      Όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 5, και του άρθρου 60, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1083/2006, μπορεί μια διαδικασία συνάψεως δημοσίας συμβάσεως, διοργανωθείσα σύμφωνα με τις διατάξεις του [οδηγού της ΕΤΕπ] και με το εσωτερικό δίκαιο, να θεωρηθεί συμβατή με το δίκαιο της Ένωσης και επιλέξιμη για μη επιστρεπτέα ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, αναδρομικώς χορηγηθείσα;

4)      Αν το προηγούμενο ερώτημα χρήζει αρνητικής απαντήσεως, σε περίπτωση δημοσίας συμβάσεως η οποία κηρύχθηκε σύμφωνη με τις απαιτήσεις του τομεακoύ επιχειρησιακού προγράμματος “Μεταφορές 2007-2013”, συνιστά παρατυπία κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 7, του κανονισμού 1083/2006 ένα τέτοιο τεκμήριο παραβάσεως των κανόνων του δικαίου της Ένωσης που αφορούν τις δημόσιες συμβάσεις (καθορισμός κριτηρίων προεπιλογής των υποψηφίων όπως αυτά που προβλέπονται στον [οδηγό της ΕΤΕπ], αυστηρότερων από εκείνα που προβλέπονται στην οδηγία 2004/18 [...]), παρατυπία η οποία δημιουργεί υποχρέωση του εν λόγω κράτους μέλους να επιβάλει δημοσιονομική διόρθωση/ποσοστιαία μείωση βάσει του άρθρου 98, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

35      Προκειμένου να δοθεί απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να εξακριβωθεί, εισαγωγικώς, αν η οδηγία 2004 έχει όντως εφαρμογή ratione temporis, καθόσον ορισμένα πραγματικά περιστατικά που παραθέτει το αιτούν δικαστήριο έλαβαν χώρα πριν από την προσχώρηση της Ρουμανίας στην Ένωση. Πράγματι, από το άρθρο 2 του πρωτοκόλλου προσχωρήσεως προκύπτει ότι πράξεις των οργάνων της Ένωσης εκδοθείσες προ της ως άνω προσχωρήσεως δεσμεύουν τη Ρουμανία και έχουν εφαρμογή εντός του κράτους αυτού, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπουν οι Συνθήκες και το εν λόγω πρωτόκολλο, από την ημέρα της εν λόγω προσχωρήσεως.

36      Συναφώς, επί του άρθρου 53, παράγραφος 1, του εν λόγω πρωτοκόλλου απορρέει ότι η Ρουμανία λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί, από την ημερομηνία της προσχωρήσεώς της στην Ένωση, προς τις διατάξεις των οδηγιών που δεσμεύουν τα κράτη μέλη στα οποία αυτές απευθύνονται όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αφήνοντας στις εθνικές αρχές την αρμοδιότητα όσον αφορά την επιλογή του τρόπου και των μέσων που απαιτούνται προς τούτο, εκτός αν προβλέπεται κάποια άλλη σχετική προθεσμία στο πρωτόκολλο αυτό.

37      Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι δεν έχει προβλεφθεί τέτοια προθεσμία για τη μεταφορά της οδηγίας 2004/18 στο εσωτερικό δίκαιο. Κατά συνέπεια, η Ρουμανία έπρεπε να συμμορφωθεί προς την οδηγία αυτή αμέσως μετά την προσχώρησή της στην Ένωση σύμφωνα με την αρχή της άμεσης και πλήρους εφαρμογής των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης στα νέα κράτη μέλη (βλ., συναφώς, απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1998, KappAhl, C‑233/97, EU:C:1998:585, σκέψη 15).

38      Κατόπιν τούτου, πρέπει να εξακριβωθεί αν η οδηγία 2004/18 είναι όντως εφαρμοστέα σε διαδικασία συνάψεως δημοσίας συμβάσεως εργασιών όπως αυτή της κύριας δίκης.

39      Συναφώς, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι η εφαρμοστέα σε μια δημόσια σύμβαση οδηγία είναι, καταρχήν, η οδηγία που ισχύει το χρονικό σημείο κατά το οποίο η αναθέτουσα αρχή επιλέγει το είδος της διαδικασίας που θα εφαρμόσει και δίδει οριστική απάντηση στο ζήτημα αν υπάρχει ή όχι υποχρέωση διεξαγωγής διαγωνισμού για την ανάθεση της συμβάσεως αυτής (απόφαση της 7ης Απριλίου 2016, Partner Apelski Dariusz, C‑324/14, EU:C:2016:214, σκέψη 83).

40      Όταν, όμως, δημοσιεύεται σχετικά με μια τέτοια διαδικασία προκήρυξη διαγωνισμού, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ημερομηνία κατά την οποία η αναθέτουσα αρχή δίδει οριστική απάντηση στο ζήτημα αν πρέπει ή όχι να υπάρξει διαγωνισμός πριν από τη σύναψη της σχετικής συμβάσεως είναι η ημέρα της εν λόγω δημοσιεύσεως. Επομένως, με βάση αυτήν την ημερομηνία πρέπει να εξεταστεί το κύρος των όρων που αφορούν μια διαδικασία συνάψεως δημόσιας συμβάσεως.

41      Εν προκειμένω, σχετικά με τη διαδικασία περί συνάψεως της επίμαχης στην κύρια δίκη συμβάσεως περί εκτελέσεως εργασιών προκηρύχθηκε διαγωνισμός που δημοσιεύθηκε στο συμπλήρωμα της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 17 Ιουλίου 2007, ήτοι μετά την προσχώρηση της Ρουμανίας στην Ένωση. Δεδομένου ότι το πρωτόκολλο προσχωρήσεως δεν προέβλεπε κανένα μεταβατικό μέτρο ικανό να αναβάλει την εφαρμογή της οδηγίας 2004/18, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η οδηγία αυτή έχει εφαρμογή ratione temporis σε διαδικασία περί συνάψεως συμβάσεως όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη.

 Επί του πρώτου και του δευτέρου ερωτήματος

42      Με το πρώτο και το δεύτερο ερώτημά του, που πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί, κατ’ ουσίαν, αν η οδηγία 2004/18, ιδίως το άρθρο 15, στοιχείο γʹ, αυτής, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην εφαρμογή κανονιστικής ρυθμίσεως κράτους μέλους η οποία προβλέπει, προκειμένου περί της εφαρμογής μιας διαδικασίας περί συνάψεως δημόσιας συμβάσεως κινηθείσας μετά την ημερομηνία της προσχωρήσεώς του στην Ένωση με σκοπό την υλοποίηση σχεδίου στηριζόμενου σε σύμβαση χρηματοδοτήσεως συναφθείσα με την ΕΤΕπ πριν από την ως άνω προσχώρηση, την εφαρμογή των ειδικών κριτηρίων τα οποία προβλέπονται από τις διατάξεις του οδηγού της ΕΤΕπ που δεν είναι σύμφωνα προς τις διατάξεις της οδηγίας αυτής.

43      Το άρθρο 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/18 ορίζει ότι η οδηγία αυτή δεν έχει εφαρμογή στις δημόσιες συμβάσεις που διέπονται από διαδικαστικούς κανόνες ειδικής διαδικασίας διεθνούς οργανισμού.

44      Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο αυτό, ερμηνευόμενο με γνώμονα την αιτιολογική σκέψη 22 της οδηγίας 2004/18, απαριθμεί τρεις περιπτώσεις δημοσίων συμβάσεων στις οποίες η ως άνω οδηγία δεν έχει εφαρμογή, καθόσον οι εν λόγω δημόσιες συμβάσεις διέπονται από διαφορετικούς διαδικαστικούς κανόνες. Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι το ως άνω άρθρο εντάσσεται σε ένα τμήμα 3, με τίτλο «Εξαιρούμενες συμβάσεις», του κεφαλαίου II, τιτλοφορούμενου «Πεδίο εφαρμογής», του τίτλου II, ο οποίος επιγράφεται «Κανόνες που εφαρμόζονται στις δημόσιες συμβάσεις», της οδηγίας 2004/18.

45      Ως εκ τούτου, τόσο από το γράμμα του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/18 όσο και από το γενικό πλαίσιο στο οποίο αυτό εντάσσεται προκύπτει ότι το εν λόγω άρθρο αποτελεί εξαίρεση από το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής. Μια τέτοια όμως εξαίρεση πρέπει οπωσδήποτε να ερμηνεύεται στενά (βλ., συναφώς, διάταξη της 20ής Ιουνίου 2013, Consiglio Nazionale degli Ingegneri, C‑352/12, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2013:416, σκέψη 51 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

46      Προκειμένου να εκτιμηθεί αν μια διαδικασία περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων όπως αυτή της κύριας δίκης, διεπόμενη από το κεφάλαιο 3 του οδηγού της ΕΤΕπ, μπορεί να καλύπτεται από την εξαίρεση την οποία προβλέπει το άρθρο 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/18, πρέπει να εξακριβωθεί αν μια τέτοια διαδικασία μπορεί να λογίζεται ως διεπόμενη από κανόνες ειδικής διαδικασίας διεθνούς οργανισμού.

47      Όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 41 της παρούσας αποφάσεως, η προκήρυξη του επίμαχου στην κύρια δίκη διαγωνισμού δημοσιεύθηκε μετά την προσχώρηση της Ρουμανίας στην Ένωση.

48      Υπό τις συνθήκες αυτές, διαδικασία όπως αυτή της κύριας δίκης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως διεπόμενη από κανόνες ειδικής διαδικασίας διεθνούς οργανισμού κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/18.

49      Επομένως, η Ρουμανία δεν μπορεί να επικαλείται, μετά την ημερομηνία προσχωρήσεώς της στην Ένωση, την εξαίρεση περί τηρήσεως ειδικών κανόνων διεθνούς οργανισμού η οποία προβλέπεται στο άρθρο 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/18.

50      Κατά τα λοιπά, όπως μάλιστα επισήμανε το αιτούν δικαστήριο, η ως άνω ερμηνεία επιρρωννύεται από το γράμμα του οδηγού της ΕΤΕπ, κατά τον οποίο, μετά την προσχώρησή του στην Ένωση, ένα υποψήφιο κράτος που έλαβε χρηματοδότηση της ΕΤΕπ για την υλοποίηση σχεδίου δεν υπάγεται πλέον στο κεφάλαιο 3 του οδηγού αυτού, σχετικά με πράξεις εκτός της Ένωσης, αλλά στο κεφάλαιο 2 του εν λόγω οδηγού, σχετικά με πράξεις εντός της Ένωσης, οπότε αυτό πρέπει να εφαρμόζει τις οδηγίες περί διαδικασίας συνάψεως δημοσίων συμβάσεων.

51      Από τις ανωτέρω σκέψεις απορρέει ότι η οδηγία 2004/18 αντιτίθεται σε κανονιστική πράξη του εσωτερικού δικαίου, όπως το OUG 72/2007, που προβλέπει ότι οι διατάξεις του κεφαλαίου 3 του οδηγού της ΕΤΕπ έχουν εφαρμογή κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις της οδηγίας αυτής.

52      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο και στο δεύτερο υποβαλλόμενο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 2004/18, ιδίως το άρθρο 15, στοιχείο γʹ, αυτής, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην εφαρμογή ρυθμίσεως κράτους μέλους η οποία προβλέπει, προκειμένου περί διαδικασίας περί συνάψεως δημόσιας συμβάσεως που έχει κινηθεί μετά την ημερομηνία της προσχωρήσεώς του στην Ένωση, με σκοπό την υλοποίηση σχεδίου στηριζόμενου σε σύμβαση χρηματοδοτήσεως συναφθείσα με την ΕΤΕπ πριν από την ως άνω προσχώρηση, την εφαρμογή των ειδικών κριτηρίων που προβλέπονται από τις διατάξεις του οδηγού της ΕΤΕπ τα οποία δεν είναι σύμφωνα προς τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας.

 Επί του τρίτου και του τετάρτου ερωτήματος

53      Με το τρίτο και το τέταρτο ερώτημά του, που πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 9, παράγραφος 5, και το άρθρο 60, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1083/2006 έχουν την έννοια ότι μια διαδικασία περί συνάψεως δημόσιας συμβάσεως όπως αυτή της κύριας δίκης, προβλέπουσα κριτήρια αυστηρότερα από εκείνα της οδηγίας 2004/18, μπορεί να θεωρηθεί σύμφωνη προς το δίκαιο της Ένωσης και επιλέξιμη για μη επιστρεπτέα ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, χορηγούμενη αναδρομικώς, και αν, ενδεχομένως, το άρθρο 2, σημείο 7, του κανονισμού 1083/2006 έχει την έννοια ότι η χρησιμοποίηση κριτηρίων προεπιλογής των υποψηφίων που είναι αυστηρότερα από τα προβλεπόμενα από την οδηγία 2004/18 συνιστά «παρατυπία», υπό την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία να δικαιολογεί την επιβολή δημοσιονομικής διορθώσεως δυνάμει του άρθρου 98 του κανονισμού αυτού.

54      Όσον αφορά την πρώτη πτυχή, από το γράμμα του άρθρου 9, παράγραφος 5, του κανονισμού 1083/2006, ερμηνευόμενου με γνώμονα την αιτιολογική σκέψη 22 του κανονισμού αυτού, προκύπτει ότι τα ευρωπαϊκά ταμεία χρηματοδοτούν μόνο σχέδια σύμφωνα προς τις διατάξεις της Συνθήκης και των πράξεων που έχουν εκδοθεί δυνάμει της Συνθήκης αυτής.

55      Επιπλέον, κατά το άρθρο 60, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1083/2006, στη διαχειριστική αρχή εναπόκειται να φροντίζει ώστε οι επιλεγείσες προς χρηματοδότηση πράξεις να είναι σύμφωνες καθ’ όλη τη διάρκεια της εκτελέσεως του οικείου σχεδίου προς τους κανόνες της Ένωσης και τους εθνικούς εφαρμοστέους κανόνες.

56      Έτσι, ο κανονισμός 1083/2006 αποτελεί μέρος του μηχανισμού που εξασφαλίζει την ορθή διαχείριση των ταμείων της Ένωσης και την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της (βλ., συναφώς, απόφαση της 26ης Μαΐου 2016, Județul Neamț και Județul Bacău, C‑260/14 και C‑261/14, EU:C:2016:360, σκέψη 34).

57      Επομένως, η Ένωση χρηματοδοτεί κανονικά, μέσω των ταμείων της, μόνον τις δράσεις που εκτελούνται σε πλήρη συμμόρφωση με το δίκαιο της Ένωσης, περιλαμβανομένων των κανόνων που έχουν εφαρμογή στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων (βλ., συναφώς, απόφαση της 14ης Ιουλίου 2016, Wrocław – Miasto na prawach powiatu, C‑406/14, EU:C:2016:562, σκέψη 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

58      Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι, για την προεπιλογή των υποψηφίων, η CNADNR ακολούθησε τους κανόνες του κεφαλαίου 3 του οδηγού της ΕΤΕπ. Συναφώς, το ότι ακολουθήθηκαν οι κανόνες του οδηγού αυτού δεν αποκλείει εξαρχής τη δυνατότητα τηρήσεως των κανόνων της Ένωσης, όπως αυτοί απορρέουν από την οδηγία 2004/18. Εντούτοις, από τις ενδείξεις που παρέχει το αιτούν δικαστήριο προκύπτει ότι τα επίμαχα στην κύρια δίκη κριτήρια προεπιλογής είναι αυστηρότερα από εκείνα των άρθρων 44, 45 και 47 της οδηγίας 2004/18.

59      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, διαδικασία περί συνάψεως δημόσιας συμβάσεως, όπως αυτή της κύριας δίκης, στο πλαίσιο της οποίας εφαρμόστηκαν κριτήρια αυστηρότερα από εκείνα της οδηγίας 2004/18, δεν μπορεί να θεωρείται ότι διενεργήθηκε σε πλήρη συμμόρφωση με το δίκαιο της Ένωσης.

60      Όσον αφορά τη δεύτερη πτυχή περί της οποίας γίνεται λόγος στη σκέψη 53 της παρούσας αποφάσεως, από τον ορισμό που περιλαμβάνεται στο άρθρο 2, σημείο 7, του κανονισμού 1083/2006 προκύπτει ότι παράβαση διατάξεως του δικαίου της Ένωσης συνιστά «παρατυπία», κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, μόνον αν ζημιώνει ή ενδέχεται να ζημιώσει τον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καταλογίζοντας στον προϋπολογισμό αυτό αδικαιολόγητη δαπάνη. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι μια παράβαση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παρατυπία παρά μόνον εφόσον μπορεί να έχει, καθαυτή, επιπτώσεις σε βάρος του προϋπολογισμού. Αντιθέτως, δεν απαιτείται να αποδεικνύεται η ύπαρξη συγκεκριμένης οικονομικής επιπτώσεως (απόφαση της 14ης Ιουλίου 2016, Wrocław – Miasto na prawach powiatu, C‑406/14, EU:C:2016:562, σκέψη 44 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

61      Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι παράβαση των κανόνων περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων συνιστά «παρατυπία», κατά την έννοια του άρθρου 2, σκέψη 7, του κανονισμού 1083/2006, εφόσον δεν μπορεί αποκλειστεί το ενδεχόμενο να έχει η παράβαση αυτή επιπτώσεις σε βάρος του προϋπολογισμού του οικείου Ταμείου (απόφαση της 14ης Ιουλίου 2016, Wrocław – Miasto na prawach powiatu, C‑406/14, EU:C:2016:562, σκέψη 45).

62      Εν προκειμένω, η χρησιμοποίηση κριτηρίων προεπιλογής των υποψηφίων αυστηρότερων από εκείνα που προβλέπονται από την οδηγία 2004/18 συνιστά «παρατυπία», κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 7, του κανονισμού 1083/2006, καθόσον δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η χρησιμοποίηση των κριτηρίων αυτών να έχει επιπτώσεις στον προϋπολογισμό του εμπλεκόμενου στην υπόθεση της κύριας δίκης Ταμείου.

63      Συναφώς, από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, η AMPOST κατέδειξε ότι τα κριτήρια προεπιλογής των υποψηφίων ήταν αυστηρότερα από εκείνα της οδηγίας 2004/18 και ότι είχαν ως αποτέλεσμα να περιορίσουν τον κύκλο των μετεχόντων στην επίμαχη στην κύρια δίκη διαδικασία δημόσιας συμβάσεως, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αποκλείονται επιπτώσεις για τον προϋπολογισμό του Ταμείου, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.

64      Όσον αφορά το ζήτημα αν, τέλος, η εν λόγω παρατυπία δικαιολογεί την επιβολή δημοσιονομικής διορθώσεως δυνάμει του άρθρου 98 του κανονισμού 1083/2006, πρέπει να σημειωθεί ότι εναπόκειται στα κράτη μέλη να προβαίνουν σε σχετική δημοσιονομική διόρθωση, αμέσως μόλις διαπιστώνεται κάποια παρατυπία.

65      Συναφώς, η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού επιβάλλει στην εθνική αρχή να προσδιορίσει το ποσό τής προς επιβολή διορθώσεως λαμβάνοντας υπόψη τρία κριτήρια, ήτοι τη φύση της διαπιστωθείσας παρατυπίας, τη σοβαρότητά της και την οικονομική ζημία την οποία προκάλεσε στο οικείο Ταμείο (απόφαση της 14ης Ιουλίου 2016, Wrocław - Miasto na prawach powiatu, C‑406/14, EU:C:2016:562, σκέψη 47).

66      Όταν πρόκειται, όπως στη διαφορά της κύριας δίκης, για μεμονωμένη και όχι συστημική παρατυπία, η αρμόδια αρχή, στο πλαίσιο της υποχρεώσεως αυτής, θα πρέπει οπωσδήποτε να προβαίνει σε κατά περίπτωση εξέταση, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως οι οποίες ασκούν επιρροή υπό το πρίσμα ενός εκ των τριών αυτών κριτηρίων.

67      Εν προκειμένω, το γεγονός ότι η CNADNR ενήργησε σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία που της επέβαλλε να παρεκκλίνει από την οδηγία 2004/18, οπότε δεν διέθετε κανένα περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά την ακολουθητέα διαδικασία περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, είναι περίσταση ικανή να επηρεάσει το τελικό ποσό της επιβλητέας δημοσιονομικής διορθώσεως, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει, σε συνάρτηση με τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υποθέσεως.

68      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, στο τρίτο και στο τέταρτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:

–        Το άρθρο 9, παράγραφος 5, και το άρθρο 60, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1083/2006 έχουν την έννοια ότι διαδικασία περί συνάψεως δημόσιας συμβάσεως όπως αυτή της κύριας δίκης, στην οποία ακολουθήθηκαν κριτήρια αυστηρότερα από εκείνα της οδηγίας 2004/18, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι διενεργήθηκε σε πλήρη συμμόρφωση με το δίκαιο της Ένωσης και δεν είναι επιλέξιμη για μη επιστρεπτέα ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, χορηγούμενη αναδρομικώς.

–        Το άρθρο 2, σημείο 7, του κανονισμού 1083/2006 έχει την έννοια ότι η χρησιμοποίηση κριτηρίων προεπιλογής των υποψηφίων αυστηρότερα από εκείνα της οδηγίας 2004/18 συνιστά «παρατυπία», κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που δικαιολογεί την επιβολή δημοσιονομικής διορθώσεως δυνάμει του άρθρου 98 του κανονισμού αυτού, εφόσον δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η χρησιμοποίηση των κριτηρίων αυτών να είχε επιπτώσεις για τον προϋπολογισμό του εμπλεκόμενου Ταμείου, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.

 Επί των δικαστικών εξόδων

69      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Η οδηγία 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, ιδίως το άρθρο 15, στοιχείο γʹ, αυτής, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην εφαρμογή ρυθμίσεως κράτους μέλους η οποία προβλέπει, προκειμένου περί διαδικασίας περί συνάψεως δημόσιας συμβάσεως που έχει κινηθεί μετά την ημερομηνία της προσχωρήσεώς του στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με σκοπό την υλοποίηση σχεδίου στηριζόμενου σε σύμβαση χρηματοδοτήσεως συναφθείσα με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων πριν από την ως άνω προσχώρηση, την εφαρμογή των ειδικών κριτηρίων που προβλέπονται από τις διατάξεις του οδηγού της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων περί συνάψεως των δημοσίων συμβάσεων τα οποία δεν είναι σύμφωνα προς τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας.

2)      Το άρθρο 9, παράγραφος 5, και το άρθρο 60, στοιχείο αʹ, του κανονισμού (EK) 1083/2006 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2006, περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και το Ταμείο Συνοχής και [για] την κατάργηση του κανονισμού (EK) 1260/1999, έχουν την έννοια ότι διαδικασία περί συνάψεως δημόσιας συμβάσεως όπως αυτή της κύριας δίκης, στην οποία ακολουθήθηκαν κριτήρια αυστηρότερα από εκείνα της οδηγίας 2004/18, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι διενεργήθηκε σε πλήρη συμμόρφωση με το δίκαιο της Ένωσης και δεν είναι επιλέξιμη για μη επιστρεπτέα ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, χορηγούμενη αναδρομικώς.

Το άρθρο 2, σημείο 7, του κανονισμού 1083/2006 έχει την έννοια ότι η χρησιμοποίηση κριτηρίων προεπιλογής των υποψηφίων αυστηρότερα από εκείνα της οδηγίας 2004/18 συνιστά «παρατυπία», κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που δικαιολογεί την επιβολή δημοσιονομικής διορθώσεως δυνάμει του άρθρου 98 του κανονισμού αυτού, εφόσον δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η χρησιμοποίηση των κριτηρίων αυτών να είχε επιπτώσεις για τον προϋπολογισμό του εμπλεκόμενου Ταμείου, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ρουμανική.