Language of document : ECLI:EU:C:2017:951

Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

MELCHIOR WATHELET

της 7ης Δεκεμβρίου 2017(1)

Υπόθεση C-438/16 P

Ευρωπαϊκή Επιτροπή

κατά

Γαλλικής Δημοκρατίας,

IFP Énergiesnouvelles

«Αίτηση αναιρέσεως – Κρατικές ενισχύσεις – Καθεστώς ενισχύσεων που τέθηκε σε εφαρμογή από τη Γαλλία – Απεριόριστη κρατική εγγύηση, παρασχεθείσα στο Institut français du pétrole (IFP) μέσω της χορηγήσεως του καθεστώτος δημόσιου οργανισμού βιομηχανικού και εμπορικού χαρακτήρα (EPIC) – Έννοια του “καθεστώτος ενισχύσεων” – Τεκμήριο πλεονεκτήματος απορρέοντος από κρατική εγγύηση – Βάρος και επίπεδο αποδείξεως»






1.        Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί να αναιρεθεί η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 26ης Μαΐου 2016, Γαλλία και IFP Énergies nouvelles κατά Επιτροπής (T-479/11 και T-157/12, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:T:2016:320), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε τις προσφυγές της Γαλλικής Δημοκρατίας και του δημόσιου οργανισμού IFP Énergies nouvelles (στο εξής: IFPEN) με τις οποίες είχε ζητηθεί η ακύρωση της αποφάσεως 2012/26/ΕΕ της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 2011 (2).

2.        Οι εγγυήσεις διαδραματίζουν σημαντικότατο ρόλο στις κρατικές ενισχύσεις. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο καλείται ακόμη μία φορά να αποφανθεί σε αυτό το πλαίσιο επί των γαλλικών δημόσιων οργανισμών βιομηχανικού και εμπορικού χαρακτήρα (établissements publics à caractère industriel et commercial, στο εξής: EPIC) (3) και, ειδικότερα, επί των αποτελεσμάτων της απεριόριστης εγγυήσεως την οποία, λόγω του καθεστώτος τους, η Γαλλική Δημοκρατία παρέχει σε αυτούς τους οργανισμούς και η οποία τους δίνει, κατ’ ουσίαν, τη δυνατότητα να μην υπόκεινται στις διαδικασίες αφερεγγυότητας και πτωχεύσεως, καθώς και να έχουν όφελος από τον χαρακτηρισμό του Δημοσίου ως του τελικού ευθυνόμενου για την πληρωμή των συνομολογημένων οφειλών.

I.      Το νομικό πλαίσιο

3.        Το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 (4) έχει ως εξής:

«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, νοούνται ως:

α)      “ενίσχυση”: κάθε μέτρο το οποίο πληροί όλα τα κριτήρια που καθορίζονται στο άρθρο [107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ]·

[…]

γ)      “νέα ενίσχυση”: κάθε ενίσχυση, δηλαδή τα καθεστώτα ενισχύσεων και οι ατομικές ενισχύσεις οι οποίες δεν αποτελούν υφιστάμενη ενίσχυση, καθώς και οι μεταβολές υφιστάμενων ενισχύσεων·

δ)      “καθεστώς ενισχύσεων”: κάθε πράξη βάσει της οποίας, χωρίς να απαιτούνται περαιτέρω μέτρα εκτέλεσης, μπορούν να χορηγούνται ατομικές ενισχύσεις σε επιχειρήσεις οι οποίες ορίζονται στην εν λόγω πράξη κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο και κάθε πράξη βάσει της οποίας μπορεί να χορηγείται ενίσχυση μη συνδεόμενη με συγκεκριμένο σχέδιο σε μία ή περισσότερες επιχειρήσεις για αόριστο χρονικό διάστημα ή/και για απροσδιόριστο ποσό·

ε)      “μεμονωμένη ενίσχυση”: ενίσχυση η οποία δεν χορηγείται με βάση καθεστώς ενισχύσεων ή η οποία χορηγείται με βάση καθεστώς ενισχύσεων αλλά πρέπει να κοινοποιηθεί·

[…]».

4.        Η ανακοίνωση της Επιτροπής για την εφαρμογή των άρθρων [107] και [108 ΣΛΕΕ] στις κρατικές ενισχύσεις με τη μορφή εγγυήσεων (5) προβλέπει στο σημείο της 1.2 που επιγράφεται «Είδη εγγυήσεων»:

«Στη συνηθέστερη μορφή τους, οι εγγυήσεις συνδέονται με δάνειο ή άλλη οικονομική υποχρέωση που συνάπτεται μεταξύ ενός δανειολήπτη και ενός δανειοδότη. Οι εγγυήσεις μπορούν να παρέχονται ως μεμονωμένες εγγυήσεις ή στο πλαίσιο καθεστώτων εγγυήσεων.

Ωστόσο, μπορεί να υπάρχουν διάφορες μορφές εγγυήσεων, ανάλογα με τη νομική τους βάση, το είδος της καλυπτόμενης συναλλαγής, τη διάρκειά τους, κ.λπ. Χωρίς ο κατάλογος που ακολουθεί να είναι εξαντλητικός, διακρίνονται οι ακόλουθες μορφές εγγυήσεων:

[…]

–        Οι απεριόριστες εγγυήσεις σε αντιδιαστολή με τις εγγυήσεις που περιορίζονται ως προς το ποσό ή/και τη διάρκειά τους. Η Επιτροπή θεωρεί επίσης ως ενίσχυση με τη μορφή εγγύησης τους ευνοϊκότερους όρους χρηματοδότησης που εξασφαλίζουν επιχειρήσεις των οποίων η νομική μορφή αποκλείει την πτώχευση ή άλλες διαδικασίες αφερεγγυότητας ή προβλέπει ρητώς την παροχή κρατικής εγγύησης ή την κάλυψη ζημιών από το κράτος. Το ίδιο ισχύει και όταν το κράτος αποκτά συμμετοχή σε επιχείρηση, εφόσον αναλαμβάνει απεριόριστη ευθύνη αντί της συνήθους περιορισμένης ευθύνης,

[…]».

5.        Το σημείο 2.1 της ανακοινώσεως για τις εγγυήσεις, το οποίο επιγράφεται «Γενικές παρατηρήσεις», έχει ως εξής:

«Σύμφωνα με το άρθρο [107], παράγραφος 1, [ΣΛΕΕ], οι ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές.

Τα γενικά αυτά κριτήρια ισχύουν και για τις εγγυήσεις. Όσον αφορά άλλες μορφές δυνητικών ενισχύσεων, οι εγγυήσεις που παρέχονται απευθείας από το δημόσιο, και συγκεκριμένα από κεντρικές, περιφερειακές ή τοπικές αρχές, καθώς και οι εγγυήσεις που παρέχονται από κρατικούς πόρους ή από άλλους οργανισμούς που ελέγχονται από το δημόσιο όπως επιχειρήσεις και για τις οποίες ευθύνεται το δημόσιο, […] δύνανται να συνιστούν κρατικές ενισχύσεις.

Για να αποφευχθούν τυχόν αμφιβολίες, θα πρέπει να διευκρινιστεί η έννοια των κρατικών πόρων όσον αφορά τις κρατικές εγγυήσεις. Το πλεονέκτημα μιας κρατικής εγγύησης είναι ότι ο κίνδυνος που συνδέεται με την εγγύηση αναλαμβάνεται από το δημόσιο. Κανονικά, για την ανάληψη αυτού του κινδύνου από το κράτος θα έπρεπε να προβλέπεται η καταβολή μιας ενδεδειγμένης προμήθειας εγγύησης. Όταν το κράτος δεν απαιτεί την καταβολή αυτής της προμήθειας, τότε όχι μόνο χορηγείται ένα πλεονέκτημα στην επιχείρηση, αλλά δαπανώνται και κρατικοί πόροι. Έτσι, ακόμη και σε περίπτωση που το κράτος δεν χρειαστεί ποτέ να καταβάλει πληρωμές στο πλαίσιο της εγγύησης, μπορεί εντούτοις να υπάρχει κρατική ενίσχυση βάσει του άρθρου [107] παράγραφος 1, [ΣΛΕΕ] της Συνθήκης. Η ενίσχυση χορηγείται όταν παρέχεται η εγγύηση, και όχι όταν η εγγύηση καταπίπτει ή όταν πραγματοποιούνται οι πληρωμές σύμφωνα με τους όρους της εγγύησης. Η εκτίμηση του κατά πόσο μία εγγύηση συνιστά κρατική ενίσχυση, και, αν ναι, ο προσδιορισμός του ποσού της κρατικής ενίσχυσης, πρέπει να πραγματοποιείται κατά τη στιγμή που παρέχεται η εγγύηση.

[…]»

6.        Κατά το σημείο 2.2 της ανακοινώσεως για τις εγγυήσεις, το οποίο αφορά την ενίσχυση προς τον δανειολήπτη:

«Συνήθως, δικαιούχος της ενίσχυσης είναι ο δανειολήπτης. Όπως αναφέρεται στο σημείο 2.1, η ανάληψη κινδύνου θα πρέπει κανονικά να επιβραβεύεται με μια ενδεδειγμένη προμήθεια εγγύησης. Σε περίπτωση που ο δανειολήπτης δεν χρειάζεται να καταβάλει την προμήθεια, ή καταβάλλει χαμηλή προμήθεια, του παρέχονται πλεονεκτικοί όροι. Η κρατική εγγύηση παρέχει τη δυνατότητα στον δανειολήπτη να εξασφαλίσει ευνοϊκότερους όρους χρηματοδότησης για ένα δάνειο από εκείνους που συνήθως ισχύουν στις κεφαλαιαγορές. Κατά κανόνα, χάρη στην κρατική εγγύηση, ο δανειολήπτης μπορεί να εξασφαλίσει χαμηλότερα επιτόκια ή να προσφέρει λιγότερες εξασφαλίσεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο δανειολήπτης δεν θα μπορούσε χωρίς την κρατική εγγύηση να εξεύρει κάποιο χρηματοδοτικό οργανισμό διατεθειμένο να του χορηγήσει οποιοδήποτε δάνειο. […]»

II.    Το ιστορικό της διαφοράς και η επίμαχη απόφαση

7.        Ο IFPEN είναι δημόσιος οργανισμός έρευνας ο οποίος δραστηριοποιείται στους τομείς ερευνών για κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου, τεχνολογιών διυλίσεως και πετροχημείας. Στον οργανισμό αυτόν έχουν ανατεθεί, μεταξύ άλλων, αποστολές με αντικείμενο την εκπαίδευση μηχανικών και τεχνικών και την ενημέρωση και τεκμηρίωση στους σχετικούς τομείς.

8.        Μέχρι το 2006, ο IFPEN είχε τη μορφή νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, υπαγομένου, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, στον δημοσιονομικό έλεγχο της Γαλλικής Κυβερνήσεως.

9.        Δυνάμει του νόμου 2005-781 (6), ο IFPEN μετατράπηκε, από τις 6 Ιουλίου 2006, σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, και ακριβέστερα σε EPIC (βλ. σημείο 2 των παρουσών προτάσεων).

10.      Κατά το γαλλικό δίκαιο, ένας τέτοιος φορέας έχει νομική προσωπικότητα διακριτή από αυτή του Γαλλικού Δημοσίου και οικονομική αυτοτέλεια, καθώς και ειδικές αρμοδιότητες κατ’ ανάθεση, οι οποίες εν γένει περιλαμβάνουν την εκτέλεση μιας ή περισσότερων αποστολών δημόσιας υπηρεσίας. Ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι οργανισμοί αυτοί δεν εμπίπτουν στο κοινό δίκαιο των διαδικασιών αφερεγγυότητας, δυνάμει της γενικής αρχής του ακατάσχετου των δημόσιων αγαθών.

11.      Οι ιδιαιτερότητες του νομικού καθεστώτος των EPIC προσέλκυσαν την προσοχή της Επιτροπής, η οποία, στην απόφασή της 2010/605/ΕΕ (7), εξέτασε το καθεστώς αυτό με γνώμονα τους κανόνες που διέπουν τις κρατικές ενισχύσεις στην Ένωση. Στην απόφαση αυτή, η Επιτροπή κατέληξε, κατ’ ουσίαν, στο συμπέρασμα ότι, λόγω του καθεστώτος τους, οι EPIC τύγχαναν μιας έμμεσης και απεριόριστης κρατικής εγγυήσεως. Κατά την Επιτροπή, η εγγύηση αυτή συνιστούσε κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, καθόσον παρείχε στον συγκεκριμένο EPIC (στην περίπτωση εκείνη, στη La Poste) τη δυνατότητα να λαμβάνει όρους πιστώσεως ευνοϊκότερους από αυτούς που θα ελάμβανε αν αξιολογούνταν με βάση μόνο τα δικά του χαρακτηριστικά.

12.      Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως «La Poste», εντός του έτους 2006 οι γαλλικές αρχές ενημέρωσαν την Επιτροπή για τη μετατροπή του IFPEN από νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου σε EPIC. Ειδικότερα, η πληροφορία αυτή διαβιβάστηκε στην Επιτροπή στο πλαίσιο διαδικασίας που είχε κινηθεί το 2005 και αφορούσε την εξέταση, με γνώμονα τους κανόνες που διέπουν τις κρατικές ενισχύσεις, μιας δημόσιας χρηματοδοτήσεως την οποία οι γαλλικές αρχές είχαν χορηγήσει στο IFPEN.

13.      Η Επιτροπή αποφάσισε να διαχωρίσει την εξέταση του ζητήματος αν η μετατροπή του IFPEN σε EPIC μπορούσε να αποτελέσει κρατική ενίσχυση, υπό την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, από την εξέταση της δημόσιας χρηματοδοτήσεως του IFPEN. Έτσι, στις 16 Ιουλίου 2008 η Επιτροπή, με την απόφασή της 2009/157/ΕΚ (8), περάτωσε την εξέταση της δημόσιας χρηματοδοτήσεως που είχε χορηγηθεί στον IFPEN. Εντούτοις, την ίδια ημέρα, με απόφαση που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης [Κρατική ενίσχυση C 35/08 (πρώην NN 11/08) – Απεριόριστη κρατική εγγύηση υπέρ του ομίλου IFP – Πρόσκληση για υποβολή παρατηρήσεων δυνάμει του άρθρου [108], παράγραφος 2, [ΣΛΕΕ] (ΕΕ 2008, C 259, σ. 12)], αποφάσισε να κινήσει επίσημη διαδικασία εξετάσεως σχετικά με την απεριόριστη εγγύηση του Γαλλικού Δημοσίου υπέρ του IFPEN και κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν παρατηρήσεις.

14.      Στις 29 Ιουνίου 2011 η Επιτροπή εξέδωσε την επίμαχη απόφαση. Κατά το μέρος που ασκεί επιρροή εν προκειμένω, σημειώνεται ότι, στην απόφαση αυτή, η Επιτροπή, πρώτον, με βάση συλλογιστική ανάλογη με αυτήν που είχε διατυπώσει στην απόφαση «La Poste», εκτίμησε ότι η μετατροπή του IFPEN σε EPIC είχε παράσχει στον οργανισμό αυτόν, από τις 6 Ιουλίου 2006, το πλεονέκτημα μιας δωρεάν, απεριόριστης και έμμεσης κρατικής εγγυήσεως (στο εξής: δωρεάν και απεριόριστη εγγύηση).

15.      Συναφώς, η Επιτροπή επισήμανσε, κατ’ ουσίαν, ότι οι ιδιαιτερότητες που συνδέονται με το καθεστώς των EPIC συνεπάγονται ότι το κράτος ασκεί τον ρόλο του έσχατου εγγυητή για την πληρωμή των χρεών του IFPEN. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, υπάρχει τόσο πλεονέκτημα για τον οργανισμό αυτόν όσο και απώλεια κρατικών πόρων, επειδή το κράτος παραιτείται από την αμοιβή που συνήθως συνοδεύει την παροχή εγγυήσεως. Επιπλέον, η εγγύηση δημιουργεί κίνδυνο μελλοντικής μειώσεως των πόρων του κράτους, το οποίο θα μπορούσε να υποχρεωθεί να πληρώσει τα χρέη του IFPEN.

16.      Δεύτερον, η Επιτροπή εξέτασε το ζήτημα αν αυτή η δωρεάν και απεριόριστη εγγύηση αποφέρει στον IFPEN επιλεκτικό πλεονέκτημα, κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, στις σχέσεις του με τους τραπεζικούς και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, τους προμηθευτές και τους πελάτες.

17.      Κατ’ αρχάς, όσον αφορά τις σχέσεις με τους τραπεζικούς και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, η Επιτροπή συνήγαγε, αφενός, ότι ο οργανισμός αυτός δεν αποκόμισε πραγματικό οικονομικό πλεονέκτημα από τη σύμφυτη με το καθεστώς του ως EPIC κρατική εγγύηση κατά το χρονικό διάστημα από της μετατροπής του σε EPIC, τον Ιούλιο του 2006, έως τα τέλη του 2010 (στο εξής: σχετική περίοδος). Αφετέρου, η Επιτροπή υπογράμμισε ότι το συμπέρασμα αυτό ίσχυε μόνο για το παρελθόν, εφόσον η ίδια δεν δύναται να προδικάσει μελλοντικές συμπεριφορές των παραγόντων της αγοράς ούτε μεταβολή του τρόπου με τον οποίο αυτοί εκλαμβάνουν τις συνέπειες της κρατικής εγγυήσεως στον κίνδυνο μη πληρωμής από τον IFPEN.

18.      Στη συνέχεια, όσον αφορά τις σχέσεις με τους προμηθευτές, η Επιτροπή συνήγαγε ότι ο IFPEN έτυχε πραγματικού οικονομικού πλεονεκτήματος, συνιστάμενου σε πτώση των τιμών που εφάρμοζαν οι προμηθευτές του. Αυτή η πτώση τιμών απορρέει από ευνοϊκότερη εκτίμηση από αυτούς του κινδύνου μη πληρωμής από τον IFPEN, δεδομένου ότι ο οργανισμός αυτός δεν μπορούσε να τεθεί υπό δικαστική εκκαθάριση λόγω του καθεστώτος του ως EPIC (αιτιολογική σκέψη 203 της επίμαχης αποφάσεως). Συναφώς, η Επιτροπή εκτίμησε, κατ’ ουσίαν, ότι, ελλείψει κρατικής εγγυήσεως, ένας προμηθευτής ο οποίος επιθυμούσε να λάβει συγκρίσιμη εγγύηση έπρεπε να προσφύγει στις υπηρεσίες ειδικευμένου πιστωτικού ιδρύματος ή φορέα ασφαλίσεων. Επομένως, η πτώση των τιμών μπορούσε να εκτιμηθεί ως κόστος καλύψεως του ισοδύναμου κινδύνου.

19.      Τέλος, όσον αφορά τις σχέσεις με τους πελάτες, η Επιτροπή εκτίμησε ότι, λαμβανομένης υπόψη της εγγυήσεως του κράτους υπέρ του IFPEN, οι πελάτες του ήσαν εξασφαλισμένοι ότι αυτός ουδέποτε θα περιέλθει σε κατάσταση δικαστικής εκκαθαρίσεως και, κατά συνέπεια, θα είναι πάντοτε σε θέση να τηρεί τις συμβατικές υποχρεώσεις του, ή σε περίπτωση που δεν θα το έπραττε, ήσαν εξασφαλισμένοι ότι θα αποζημιώνονταν για την αθέτηση αυτή (αιτιολογική σκέψη 220 της επίμαχης αποφάσεως). Ελλείψει της εγγυήσεως αυτής, ένας πελάτης που επιθυμούσε να έχει το ίδιο επίπεδο προστασίας θα οδηγούνταν να συνάψει με ενδιάμεσο χρηματοπιστωτικό φορέα εγγύηση εκτελέσεως της συμβάσεως. Επομένως, ο IFPEN αποκόμισε ένα πραγματικό οικονομικό πλεονέκτημα, που θα μπορούσε να παράσχει στους πελάτες του, το οποίο συνίστατο στη μη πληρωμή του ασφαλίστρου που αντιστοιχεί σε εγγύηση καλής εκτελέσεως, ή τουλάχιστον καλύτερης προσπάθειας (αιτιολογική σκέψη 236 της επίμαχης αποφάσεως).

20.      Τρίτον, η Επιτροπή θεώρησε ότι το οικονομικό αυτό πλεονέκτημα είναι επιλεκτικό, εφόσον οι ανταγωνιστές του IFPEN, οι οποίοι υπόκεινται στις κατά το κοινό δίκαιο διαδικασίες αφερεγγυότητας, δεν ωφελούνταν από συγκρίσιμη εγγύηση.

21.      Τέλος, η Επιτροπή εξέτασε τη συμβατότητα της εν λόγω κρατικής ενισχύσεως με τη Συνθήκη ΛΕΕ, λαμβάνοντας υπόψη τους κανόνες που εκτέθηκαν στο κοινοτικό πλαίσιο σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις για την έρευνα και την ανάπτυξη στην καινοτομία (ΕΕ 323, σ. 1). Συνήγαγε ότι η κρατική ενίσχυση που χορηγήθηκε στον «όμιλο IFPEN» είναι συμβατή με την εσωτερική αγορά, με την επιφύλαξη της τηρήσεως ορισμένων όρων που διευκρινίστηκαν στην επίμαχη απόφαση.

III. Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

22.      Στις 9 Σεπτεμβρίου 2011 η Γαλλική Δημοκρατία άσκησε προσφυγή κατά της επίμαχης αποφάσεως, πρωτοκολληθείσα με αριθμό T-479/11, και στις 5 Απριλίου 2012 επίσης ο IFPEN άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής, πρωτοκολληθείσα με αριθμό T-157/12.

23.      Προς στήριξη των προσφυγών τους, η Γαλλική Δημοκρατία και ο IFPEN διατύπωσαν, αντιστοίχως, τρεις και πέντε λόγους ακυρώσεως με τους οποίους, κατ’ ουσίαν, προβλήθηκαν παράβαση των υποχρεώσεων αποδείξεως που η Επιτροπή έχει σε θέματα κρατικών εγγυήσεων και εσφαλμένη ερμηνεία της έννοιας του επιλεκτικού πλεονεκτήματος, κατά το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

24.      Με διάταξη της 2ας Δεκεμβρίου 2013, το Γενικό Δικαστήριο ανέστειλε τη διαδικασία στις υποθέσεις T-479/11 και T-157/12 μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 3ης Απριλίου 2014, Γαλλία κατά Επιτροπής (C-559/12 P, EU:C:2014:217) (9). Στις 8 Σεπτεμβρίου 2015 το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε να ενώσει τις υποθέσεις T-479/11 και T-157/12 προς διευκόλυνση της έγγραφης και προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.

25.      Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (της 26ης Μαΐου 2016), το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει τις δύο προσφυγές και ακύρωσε την επίμαχη απόφαση, κατά το μέρος που αυτή χαρακτήρισε ως κρατική ενίσχυση, κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, την εγγύηση που απορρέει από το καθεστώς του IFPEN ως EPIC και κατά το μέρος που καθόρισε τις συνέπειες του χαρακτηρισμού αυτού. Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τις προσφυγές κατά τα λοιπά.

26.      Στο μέτρο που ασκεί επιρροή εν προκειμένω, σημειώνεται, κατ’ αρχάς, ότι το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε, στις σκέψεις 78 έως 89 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η μέθοδος την οποία η Επιτροπή επέλεξε για να καθορίσει την ύπαρξη επιλεκτικού πλεονεκτήματος κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ –και η οποία συνίστατο στην εξέταση του οφέλους που ο IFPEN αποκόμισε από το καθεστώς του ως EPIC στις σχέσεις του με τους πιστωτές του, εν προκειμένω με τους τραπεζικούς και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, καθώς και με τους προμηθευτές και τους πελάτες– δεν ήταν εσφαλμένη.

27.      Εντούτοις, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, στη σκέψη 90 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο τρόπος με τον οποίο η Επιτροπή εφάρμοσε εν προκειμένω τη μέθοδο αυτή έχει μείζονα ελαττώματα, και ιδίως όσον αφορά τον ορισμό του πλεονεκτήματος που φέρεται ότι ο IFPEN αποκόμισε στις σχέσεις του με τους προμηθευτές και τους πελάτες. Ειδικότερα, το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι η επίμαχη εγγύηση δημιούργησε υπέρ του IFPEN «πραγματικό οικονομικό πλεονέκτημα» στηρίζεται, κατά το Γενικό Δικαστήριο, σε αμιγώς υποθετικό συλλογισμό (σκέψη 94 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).

28.      Αφενός, όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ του IFPEN και των προμηθευτών του, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στη σκέψη 95 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, κατά την Επιτροπή, ο IFPEN αποκόμισε πλεονέκτημα από την απεριόριστη κρατική εγγύηση, η οποία είναι σύμφυτη με το καθεστώς του ως EPIC, το οποίο συνίσταται σε μείωση των τιμών την οποία εφάρμοσαν οι προμηθευτές του λόγω ελλείψεως του κινδύνου μη πληρωμής ο οποίος απορρέει από την αφερεγγυότητα.

29.      Πάντως, κατά το Γενικό Δικαστήριο, η Επιτροπή δεν παρέθεσε στην επίμαχη απόφαση στοιχεία ικανά να ενισχύσουν την παραδοχή αυτή. Ειδικότερα, ουδέν στοιχείο αποδεικνύει την ύπαρξη, στη σχετική αγορά ή στο πλαίσιο των συναλλαγών γενικά, φαινομένου μειώσεως τιμών την οποία οι προμηθευτές εφάρμοσαν υπέρ των οργανισμών που απολαύουν κρατικής εγγυήσεως κατά του κινδύνου αφερεγγυότητας (σκέψη 99 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).

30.      Αφετέρου, όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ του IFPEN και των πελατών του, το Γενικό Δικαστήριο έλαβε υπόψη, στη σκέψη 111 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, στην επίμαχη απόφαση, η Επιτροπή όρισε ότι το πλεονέκτημα που ο οργανισμός αυτός αποκόμισε από την εγγύηση που συνδέεται με το καθεστώς του είναι η μη πληρωμή του ασφαλίστρου που αντιστοιχεί σε εγγύηση εκτελέσεως της συμβάσεως ή τουλάχιστον καλύτερης προσπάθειας, την οποία ο οργανισμός αυτός μπόρεσε να παράσχει στους πελάτες του.

31.      Κατά το Γενικό Δικαστήριο, η συλλογιστική της Επιτροπής προϋποθέτει ότι, υπό κανονικές συνθήκες της αγοράς, οι πελάτες των ερευνητικών ιδρυμάτων, όπως είναι ο IFPEN, χρησιμοποιούν αυτό το είδος εγγυήσεων για να προστατευθούν κατά του κινδύνου αφερεγγυότητας του αντισυμβαλλομένου τους και ότι, όταν πρόκειται για εγγύηση όπως αυτή της οποίας τυγχάνει ο IFPEN, οι πελάτες του δεν χρειάζεται να λάβουν οι ίδιοι ισοδύναμη εγγύηση (σκέψη 114 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).

32.      Πάντως, πάντοτε κατά το Γενικό Δικαστήριο, η Επιτροπή δεν προσκόμισε αποδεικτικό στοιχείο ικανό να αποδείξει ή να πιθανολογήσει το βάσιμο της παραδοχής αυτής. Ειδικότερα, η επίμαχη απόφαση δεν αναφέρει κανένα αποδεικτικό στοιχείο δυνάμενο να επιβεβαιώσει ότι οι πελάτες των οργανισμών έρευνας προλαμβάνουν τον κίνδυνο αφερεγγυότητας του αντισυμβαλλομένου τους χρησιμοποιώντας τις εν λόγω εγγυήσεις (σκέψη 115 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).

33.      Στη συνέχεια, στις σκέψεις 133 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τα επιχειρήματα που η Επιτροπή είχε προβάλει σχετικά με την εμβέλεια και την εφαρμογή του τεκμηρίου υπάρξεως πλεονεκτήματος που καθιερώθηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση «La Poste» (C-559/12 P).

34.      Πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο παρατήρησε, στη σκέψη 136 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η δυνατότητα εφαρμογής τεκμηρίου ως αποδεικτικού μέσου εξαρτάται από τον εύλογο χαρακτήρα των παραδοχών στις οποίες αυτό στηρίζεται. Ειδικότερα, το τεκμήριο που καθιερώθηκε με την απόφαση «La Poste» (C‑559/12 P) στηρίζεται σε μια διττή παραδοχή, ήτοι στην ύπαρξη ευνοϊκής επιδράσεως της εγγυήσεως για την εκ μέρους των πιστωτών εκτίμηση του κινδύνου αθετήσεως των υποχρεώσεων του δικαιούχου της εγγυήσεως και για τη μείωση του κόστους της πιστώσεως. Πάντως, εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν παρέσχε με την επίμαχη απόφαση κανένα στοιχείο ικανό να αποδείξει τη δυνατότητα αποδοχής των παραδοχών αυτών, και ιδίως της παραδοχής ότι η φερόμενη μείωση των τιμών από τους προμηθευτές απορρέει από το καθεστώς του IFPEN ως EPIC (σκέψεις 139 και 140 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).

35.      Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο τόνισε, στη σκέψη 142 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να επικαλεστεί το τεκμήριο που καθιερώθηκε με την απόφαση «La Poste» (C‑559/12 P) για τις σχέσεις του IFPEN με τους προμηθευτές του και τους πελάτες του. Πράγματι, το τεκμήριο αυτό καθιστά δυνατό μόνο να διαπιστωθεί η ύπαρξη πλεονεκτήματος υπό τη μορφή ευνοϊκότερων όρων πιστώσεως και επομένως έχει εφαρμογή μόνο στις σχέσεις μεταξύ ενός EPIC και των χρηματοπιστωτικών και τραπεζικών οργανισμών.

36.      Τρίτον, στις σκέψεις 162 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε επί του επιχειρήματος της Επιτροπής που στηρίζεται στην επί του θέματος νομολογία της Ένωσης (10), ότι η Επιτροπή, όταν εξετάζει ένα καθεστώς ενισχύσεων, δύναται να περιοριστεί στη μελέτη των γενικών χαρακτηριστικών του επίμαχου καθεστώτος, προκειμένου να εξακριβώσει αν αυτό έχει στοιχεία ενισχύσεως.

37.      Συναφώς, χωρίς να αποφανθεί επί της ενστάσεως απαραδέκτου του επιχειρήματος αυτού την οποία είχαν προβάλει ο IFPEN και η Γαλλική Δημοκρατία, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το εν λόγω επιχείρημα ως αβάσιμο, διαπιστώνοντας, στη σκέψη 164 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή δεν διευκρίνισε, στην επίμαχη απόφαση, αν η εν λόγω ενίσχυση συνιστά ατομική ενίσχυση ή καθεστώς ενισχύσεων.

38.      Ειδικότερα, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν ότι, στο μέτρο που η εγγύηση που συνδέεται με το καθεστώς των EPIC δύναται γενικώς να θεωρηθεί κρατική ενίσχυση, συνιστά ενίσχυση χορηγηθείσα βάσει καθεστώτος ενισχύσεων κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 659/1999 (σκέψη 168 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), ενίσχυση η οποία πρέπει να κοινοποιηθεί, δηλαδή ατομική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 659/1999 (σκέψη 172 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).

39.      Τέλος, όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ του IFPEN και των τραπεζικών και χρηματοπιστωτικών οργανισμών, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, στη σκέψη 187 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή, κατ’ αρχήν, μπορούσε να επικαλεστεί το τεκμήριο που καθιερώθηκε με την απόφαση «La Poste» (C-559/12 P) (11). Πάντως, το τεκμήριο αυτό ανατράπηκε από την ίδια την Επιτροπή στην επίμαχη απόφαση, κατά την οποία, κατά τη σχετική περίοδο, ο IFPEN δεν αποκόμισε πραγματικό οικονομικό πλεονέκτημα υπό τη μορφή ευνοϊκότερων όρων πιστώσεως που οι τραπεζικοί και χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί θα του παρείχαν βάσει του καθεστώτος του ως EPIC (σκέψεις 188 και 189 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε εξ αυτών, στη σκέψη 190 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η εξέταση της Επιτροπής απέδειξε ότι ο IFPEN δεν αποκόμισε στις σχέσεις του με τους τραπεζικούς και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς κανένα πλεονέκτημα από τη μετατροπή του σε EPIC.

40.      Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 197 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, στην επίμαχη απόφαση, η Επιτροπή δεν απέδειξε την ύπαρξη πλεονεκτήματος το οποίο ο IFPEN αποκόμισε από την κρατική εγγύηση, η οποία συνδέεται με το καθεστώς του ως EPIC, στις σχέσεις του τόσο με τους τραπεζικούς και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς όσο και με τους προμηθευτές και τους πελάτες.

41.      Κατά συνέπεια, ακύρωσε το άρθρο 1, παράγραφοι 3 έως 5, καθώς και τα άρθρα 2 έως 12 της επίμαχης αποφάσεως κατά το μέρος που τα άρθρα αυτά χαρακτήρισαν ως κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ την εγγύηση που απορρέει από το καθεστώς EPIC του IFPEN και κατά το μέρος που καθόρισαν τις συνέπειες του χαρακτηρισμού αυτού.

IV.    Επί της αιτήσεως αναιρέσεως

42.      Όλοι οι διάδικοι αγόρευσαν κατά τη συνεδρίαση της 28ης Σεπτεμβρίου 2017.

43.      Η Επιτροπή προέβαλε τρεις λόγους αναιρέσεως που όλοι αφορούν παράβαση του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και, ειδικότερα, πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο έχουσα εμφιλοχωρήσει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση σχετικά με τον τρόπο αποδείξεως της υπάρξεως πλεονεκτήματος απορρέοντος για μια επιχείρηση από μια δωρεάν και απεριόριστη εγγύηση, η οποία είναι απόρροια του καθεστώτος της επιχειρήσεως αυτής.

44.      Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί την ερμηνεία, κατ’ αρχάς, της έννοιας του καθεστώτος εγγυήσεων και, στη συνέχεια, μη λαμβάνοντας υπόψη την καταλληλότητα ενός μέτρου να παράσχει πλεονέκτημα, πράγμα που συνεπάγεται πλάνη περί το δίκαιο ως προς τη φύση της αποδείξεως που η Επιτροπή πρέπει να προσκομίσει για να αποδείξει την ύπαρξη πλεονεκτήματος απορρέοντος για μια επιχείρηση από το καθεστώς της ως EPIC. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται πλάνη περί το δίκαιο στην οποία το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε ως προς την εμβέλεια του μαχητού τεκμηρίου περί υπάρξεως πλεονεκτήματος απορρέοντος από μια δωρεάν και απεριόριστη εγγύηση, καθώς και ως προς το μέσο ανατροπής του. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται πλάνη περί το δίκαιο στην οποία το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε ως προς την εφαρμογή του τεκμηρίου περί υπάρξεως πλεονεκτήματος απορρέοντος από μια απεριόριστη εγγύηση, κατά το μέρος που το τεκμήριο αυτό έπρεπε λογικά να εφαρμοστεί επίσης στις σχέσεις με τους προμηθευτές και τους πελάτες, και όχι μόνο στις σχέσεις με τους τραπεζικούς και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς.

1.      Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως (πλάνη περί την ερμηνεία της έννοιας του καθεστώτος ενισχύσεων και μη συνυπολογισμός της καταλληλότητας ενός μέτρου να παράσχει πλεονέκτημα)

45.      Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος έχει τρία σκέλη, η Επιτροπή προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο κατ’ αρχάς ότι υπέπεσε σε πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο, αρνούμενο να χαρακτηρίσει το σχετικό μέτρο ως καθεστώς ενισχύσεων και απαγορεύοντας στην Επιτροπή να περιορίσει την εξέτασή της στα γενικά χαρακτηριστικά του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεων (πρώτο σκέλος). Στη συνέχεια, κατά την Επιτροπή, το Γενικό Δικαστήριο κακώς εκτίμησε ότι, για να διαπιστωθεί η ύπαρξη πλεονεκτήματος, δεν αρκεί το μέτρο να μπορεί να παράσχει μελλοντικώς ένα πλεονέκτημα στον αποδέκτη (δεύτερο σκέλος). Τέλος, η Επιτροπή προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπερέβη τα όρια του δικαστικού του ελέγχου, δεχόμενο αιτίαση που δεν είχε προβληθεί πρωτοδίκως από μια από τις προσφεύγουσες και δεν είχε επαρκώς τεκμηριωθεί από την άλλη προσφεύγουσα (τρίτο σκέλος). Λαμβανομένης υπόψη της εγγύτητας των επιχειρημάτων που προβάλλονται με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως και με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, θα τα εξετάσω από κοινού (όπως έπραξαν οι διάδικοι κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση).

1.      Πρώτο σκέλος του πρώτου λόγουαναιρέσεως (πλάνη περί το δίκαιο ως προς την έννοια του καθεστώτος ενισχύσεων και τις συνέπειές του)

46.      Το σκέλος αυτό στρέφεται κατά των σκέψεων 162, 164, 172 και 173 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεδομένου ότι η Επιτροπή υποστηρίζει ότι εσφαλμένως το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η εγγύηση της οποίας τύγχανε ο IFPEN δεν συνιστά καθεστώς ενισχύσεων και ότι, επομένως, η Επιτροπή δεν μπορούσε να στηριχθεί στα γενικά χαρακτηριστικά του μέτρου αυτού για να αποδείξει ότι συνιστά κρατική ενίσχυση.

47.      Συναφώς, η Επιτροπή τονίζει ότι η έννοια του καθεστώτος ενισχύσεων, όπως έχει κωδικοποιηθεί στο άρθρο 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 659/1999, εμπεριέχει μέτρα που χαρακτηρίζονται από το γεγονός ότι ορισμένα στοιχεία δεν ορίζονται και μένουν ακαθόριστα κατά τον χρόνο θεσπίσεώς τους και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και κατά την εφαρμογή τους. Έτσι, όταν η Επιτροπή εξετάζει τέτοια μέτρα για να καθορίσει αν συνιστούν ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, δύναται να περιοριστεί στην εξέταση των γενικών χαρακτηριστικών τους.

48.      Εν προκειμένω, η Επιτροπή εκτιμά ότι η εγγύηση της οποίας τυγχάνει ο IFPEN, η οποία δεν συνδέεται με συγκεκριμένο σχέδιο και του παρέχεται για ακαθόριστο χρονικό διάστημα και ποσό, πρέπει να χαρακτηριστεί ως καθεστώς ενισχύσεων. Κατά την Επιτροπή, πρόκειται, ειδικότερα, για «καθεστώς καθεστώτων ενισχύσεων», δεδομένου ότι η ίδια η παροχή της εγγυήσεως στον IFPEN εντάσσεται σε ευρύτερο καθεστώς εγγυήσεων, ήτοι στο καθεστώς της δωρεάν και απεριόριστης εγγυήσεως από το κράτος η οποία εκ του νόμου συνδέεται με το καθεστώς των EPIC.

49.      Επομένως, η Επιτροπή, αμφισβητεί τις κρίσεις του Γενικού Δικαστηρίου, που περιέχονται στις σκέψεις 168 έως 170 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το καθεστώς των EPIC συνιστά καθεστώς ενισχύσεων, ενώ η παροχή στον IFPEN της συγκεκριμένης εγγυήσεως, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της επίμαχης αποφάσεως, είναι ατομική ενίσχυση που έπρεπε να κοινοποιηθεί στην Επιτροπή.

50.      Συναφώς, υποστηρίζει, αφενός, ότι, αντιθέτως προς τη διαπίστωση που περιέχεται στη σκέψη 171 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η απαίτηση κοινοποιήσεως της ενισχύσεως ουδόλως αποδεικνύει ότι η εγγύηση της οποίας τυγχάνει ο IFPEN δεν συνιστά καθεστώς ενισχύσεων. Συγκεκριμένα, τόσο τα καθεστώτα ενισχύσεων όσο και οι ατομικές ενισχύσεις πρέπει να κοινοποιούνται στην Επιτροπή.

51.      Αφετέρου, η Επιτροπή υπογραμμίζει το γεγονός ότι η ερμηνεία του Γενικού Δικαστηρίου έχει ως αποτέλεσμα να στερεί την Επιτροπή από τη δυνατότητα να θεσπίσει χρήσιμα μέτρα για να απαιτήσει από τις γαλλικές αρχές να θέσουν τέλος στην εγγύηση για συγκεκριμένο EPIC. Πράγματι, κατά το άρθρο 108, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, η Επιτροπή δύναται να προτείνει χρήσιμα μέτρα μόνο για τα καθεστώτα ενισχύσεων και όχι για τις ατομικές ενισχύσεις.

1)      Επί του παραδεκτού

52.      Ο IFPEN υποστηρίζει ότι το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι προδήλως απαράδεκτο. Συναφώς, παρατηρεί, πρώτον, ότι η συλλογιστική της Επιτροπής στηρίζεται σε μια πρωτάκουστη ερμηνεία της έννοιας του καθεστώτος ενισχύσεων, κατά την οποία η εγγύηση της οποίας τυγχάνει ο IFPEN είναι «καθεστώς καθεστώτων ενισχύσεων». Έτσι, το πρώτο σκέλος στηρίζεται σε νέα επιχειρηματολογία, η οποία δεν μπορεί να γίνει δεκτή στο στάδιο της αναιρετικής διαδικασίας, λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 170, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου.

53.      Κατά τη γνώμη μου, αρκεί η επισήμανση ότι το σκέλος αυτό ουδόλως στηρίζεται σε μια νέα έννοια: «καθεστώς καθεστώτων ενισχύσεων».

54.      Είναι σαφές από την ανάγνωση της αιτήσεως αναιρέσεως ότι η Επιτροπή χρησιμοποίησε την έκφραση «καθεστώς καθεστώτων ενισχύσεων» στο σημείο 71 της αιτήσεως αναιρέσεως μόνο για να αποδείξει τον φερόμενο ως εσφαλμένο χαρακτήρα της συλλογιστικής που το Γενικό Δικαστήριο ανέπτυξε στις σκέψεις 168 έως 172 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η οποία το οδήγησε, πάντοτε κατά την Επιτροπή, να παραβεί το άρθρο 1, στοιχείο δʹ, δεύτερο μέρος, του κανονισμού 659/1999.

55.      Η συλλογιστική αυτή στηρίζεται σε εσφαλμένη διάκριση μεταξύ ατομικής ενισχύσεως, που έπρεπε να κοινοποιηθεί, και καθεστώτος ενισχύσεων, που δεν υπόκειται σε κοινοποίηση.

56.      Αφότου διευκρίνισε ότι η διάκριση αυτή δεν ευσταθεί, η Επιτροπή πρόσθεσε ότι τίποτα δεν εμποδίζει να χαρακτηρίζεται ένα εθνικό μέτρο ως καθεστώς ενισχύσεων και να μπορεί κάθε επιχείρηση που εμπίπτει στο καθεστώς αυτό να αντλεί εξ αυτού όφελος, όταν, κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο δʹ, δεύτερο μέρος, του κανονισμού 659/1999, η εντεύθεν ενίσχυση δεν συνδέεται με συγκεκριμένο σχέδιο και δεν είναι καθορισμένη ως προς το ύψος της και/ή τη διάρκειά της (12).

57.      Δεύτερον, ο IFPEN προβάλλει κατ’ ουσίαν ότι στην επίμαχη απόφαση η Επιτροπή δεν χαρακτήρισε το μέτρο ως καθεστώς ενισχύσεων. Ο IFPEN είχε προβάλει συναφώς ένσταση απαραδέκτου ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Η Γαλλική Δημοκρατία προσθέτει ότι η επίμαχη απόφαση έπρεπε να χαρακτηρίσει το μέτρο ως καθεστώς ενισχύσεων για να τηρηθεί η υποχρέωση αιτιολογήσεως των πράξεων των θεσμικών οργάνων. Κατ’ ουσίαν, κατά τον IFPEN και τη Γαλλική Δημοκρατία, εφόσον η Επιτροπή έπρεπε στην επίμαχη απόφαση να χαρακτηρίσει το μέτρο ως καθεστώς ενισχύσεων, αλλά δεν το έπραξε, δεν δύναται ούτε να επικρίνει το Γενικό Δικαστήριο ότι κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το μέτρο δεν συνιστά καθεστώς ενισχύσεων.

58.      Κατά τη γνώμη μου, ο συλλογισμός αυτός στηρίζεται στην προκείμενη ότι η Επιτροπή έπρεπε στην επίμαχη απόφαση να χαρακτηρίσει ρητώς το μέτρο ως καθεστώς ενισχύσεων.

59.      Πάντως, αυτό που είναι σημαντικό είναι το γεγονός ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν θεωρεί ως λόγο για την ακύρωση την έλλειψη μνείας, στην επίμαχη απόφαση, του ως καθεστώτος ενισχύσεων χαρακτήρα του εξετασθέντος μέτρου (σκέψη 164 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Επομένως, διαπιστώνεται ότι το ζήτημα αυτό βρίσκεται πέραν του αντικειμένου της αποφάσεως αυτής. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή δικαιούται να προβάλει, στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναιρέσεως, ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο θεωρώντας ότι το εν λόγω μέτρο δεν συνιστά καθεστώς ενισχύσεων, και δικαιούται να ισχυρισθεί ότι είχε επαρκώς αποδείξει την ύπαρξη πλεονεκτήματος, στον βαθμό που, μεταξύ άλλων στοιχείων, το επίμαχο μέτρο συνιστά καθεστώς ενισχύσεων.

60.      Επομένως, έστω και αν ένας ρητός χαρακτηρισμός του μέτρου ως καθεστώτος ενισχύσεων θα είχε διευκρινίσει τα πράγματα, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι παραδεκτό.

2)      Επί της ουσίας

1)      Συνοπτική έκθεση της επιχειρηματολογίας των διαδίκων

61.      Όπως περιγράφτηκε λεπτομερώς στα σημεία 46 έως 51 των παρουσών προτάσεων, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι κακώς το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η εγγύηση της οποίας τυγχάνει ο IFPEN δεν συνιστά καθεστώς ενισχύσεων και ότι, επομένως, η Επιτροπή δεν μπορούσε να περιοριστεί στην εξέταση των γενικών χαρακτηριστικών του μέτρου αυτού για να αποδείξει ότι συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 ΣΛΕΕ.

62.      Κατά τον IFPEN, τα επιχειρήματα αυτά στηρίζονται σε παραμόρφωση της εκτιμήσεως της Επιτροπής τόσο στην επίμαχη απόφαση όσο και κατά την προηγούμενη πρακτική της, καθώς και της εκτιμήσεως του Γενικού Δικαστήριο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

63.      Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς περιέγραψε τη διαδικαστική προσέγγιση που η Επιτροπή ακολούθησε στην επίμαχη απόφαση και ορθώς συνήγαγε ότι το μέτρο που εξετάστηκε δεν συνιστά καθεστώς ενισχύσεων.

64.      Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει την ίδια θέση και εντεύθεν συνάγει ότι το μέτρο που εξετάστηκε δεν συνιστά καθεστώς ενισχύσεων και ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να περιοριστεί στη μελέτη των γενικών χαρακτηριστικών του μέτρου για να καθορίσει αν συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

65.      Στη συνέχεια, η Γαλλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι, όπως προκύπτει από την πρακτική της Επιτροπής για τη λήψη αποφάσεων (13) και από τη νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου (14), ενίσχυση χορηγηθείσα σε μία μόνον επιχείρηση πρέπει να χαρακτηρίζεται ως ατομική ενίσχυση, ακόμη και όταν δεν συνδέεται με συγκεκριμένο σχέδιο και χορηγήθηκε για αόριστο χρονικό διάστημα και/ή για ακαθόριστο ποσό.

66.      Επικουρικώς, η Γαλλική Δημοκρατία προσθέτει ότι, στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο κρίνει ότι η μετατροπή του IFPEN σε EPIC συνιστά καθεστώς ενισχύσεων και ότι, επομένως, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, η πλάνη αυτή δεν επιφέρει την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

67.      Τέλος, η Γαλλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι, ούτως ή άλλως, αλυσιτελές, δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε άλλους λόγους που, αφ’ εαυτών, αρκούν για να δικαιολογηθεί το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

68.      Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή προβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι η ερμηνεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως που προτείνει η Γαλλική Δημοκρατία είναι ανακριβής. Συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο παρέβη κάθε έναν από τους κανόνες του συστήματος αποδείξεων, δηλαδή τόσο το τεκμήριο που καθιέρωσε η απόφαση «La Poste» (C-559/12 P) όσο και τον κανόνα ότι η Επιτροπή δύναται να περιοριστεί στην εξέταση των γενικών χαρακτηριστικών ενός καθεστώτος για να αποδείξει την ύπαρξη κρατικής ενισχύσεως. Επομένως, δεδομένου ότι κάθε μία από αυτές τις πλάνες περί το δίκαιο δύναται να επιφέρει την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το επιχείρημα της Γαλλικής Δημοκρατίας που εκτέθηκε στο προηγούμενο σημείο των προτάσεών μου είναι αβάσιμο.

69.      Επιπλέον, κατά την Επιτροπή, η συλλογιστική που ακολούθησε το Γενικό Δικαστήριο είναι αβάσιμη αν, όπως υποστηρίζει με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, το συγκεκριμένο μέτρο έπρεπε να θεωρηθεί καθεστώς ενισχύσεων.

2)      Εκτίμηση

70.      Τονίζω ότι, αφότου διαπίστωσε, στη σκέψη 164 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή δεν διευκρίνισε, στην επίμαχη απόφαση, αν αυτή αφορά ένα καθεστώς ενισχύσεων ή μια ατομική ενίσχυση, το Γενικό Δικαστήριο φαίνεται να θεωρεί ότι η επίμαχη εγγύηση μπορούσε να εμπίπτει στη δεύτερη αυτή κατηγορία.

71.      Η έννοια του καθεστώτος ενισχύσεων, όπως κωδικοποιήθηκε στο άρθρο 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 659/1999, περιλαμβάνει «κάθε πράξη βάσει της οποίας, χωρίς να απαιτούνται περαιτέρω μέτρα εκτέλεσης, μπορούν να χορηγούνται ατομικές ενισχύσεις σε επιχειρήσεις οι οποίες ορίζονται στην εν λόγω πράξη κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο και κάθε πράξη βάσει της οποίας μπορεί να χορηγείται ενίσχυση μη συνδεόμενη με συγκεκριμένο σχέδιο σε μία ή περισσότερες επιχειρήσεις για αόριστο χρονικό διάστημα ή/και για απροσδιόριστο ποσό».

72.      Επομένως, πρέπει να εξακριβωθεί αν, όπως κατ’ ουσίαν θεώρησε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 169 έως 172 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεδομένου ότι το μέτρο που εξετάστηκε στην επίμαχη απόφαση δεν είναι, γενικώς, η εγγύηση που συνδέεται με το καθεστώς των EPIC, αλλά αντιθέτως η μετατροπή του IFPEN σε EPIC (η οποία αυτομάτως συνεπάγεται τη χορήγηση της κρατικής εγγυήσεως στην επιχείρηση αυτή), η περίσταση αυτή καθιστά όντως δυνατό να αποκλειστεί το μέτρο αυτό από το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω έννοιας και να χαρακτηριστεί ως ενίσχυση χορηγηθείσα βάσει καθεστώτος ενισχύσεων, και εν προκειμένω ως ατομική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο εʹ, του εν λόγω κανονισμού.

73.      Νομίζω ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε συναφώς σε πλάνη περί το δίκαιο.

74.      Όπως τόνισε η Γαλλική Κυβέρνηση, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο εκτίμησε ότι το μέτρο που εξετάστηκε στην επίμαχη απόφαση δεν είναι η εγγύηση που συνδέεται γενικώς με το καθεστώς των EPIC, αλλά η μετατροπή του IFPEN σε EPIC, η οποία συνεπάγεται την παροχή στην επιχείρηση αυτή της κρατικής εγγυήσεως που συνδέεται με το καθεστώς αυτό.

75.      Αφότου περιέγραψε ορθώς, στις σκέψεις 169 έως 173 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τη διαδικαστική προσέγγιση που η Επιτροπή ακολούθησε στην επίμαχη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε ότι το μέτρο που εξετάστηκε δεν συνιστά καθεστώς ενισχύσεων.

76.      Πράγματι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 171 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η ανάλυση που εκτέθηκε στις προηγούμενες σκέψεις (169 και 170 της αποφάσεως αυτής) αντιστοιχεί στην επίμαχη απόφαση, και ιδίως στις αιτιολογικές της σκέψεις 256 έως 259, όπου η Επιτροπή ανέφερε ότι η μετατροπή του IFPEN σε EPIC συνιστά νέα ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 659/1999, η οποία υπόκειται στην υποχρέωση κοινοποιήσεως. Η Επιτροπή εκτίμησε επίσης ότι, στο μέτρο που η αλλαγή καθεστώτος του IFPEN δεν της κοινοποιήθηκε επισήμως, αλλά απλώς επισημάνθηκε παρεμπιπτόντως στο πλαίσιο άλλης διαδικασίας, οι γαλλικές αρχές δεν τήρησαν την υποχρέωση αυτή και η μετατροπή του IFPEN σε EPIC συνιστά παράνομη ενίσχυση.

77.      Όπως σημειώνει ο IFPEN, εφόσον η Επιτροπή επέλεξε να αναλύσει το εν λόγω μέτρο ως μια ad hoc ατομική ενίσχυση, το κύρος της επίμαχης αποφάσεως έπρεπε να εξεταστεί, όπως ορθώς έπραξε το Γενικό Δικαστήριο, υπό το πρίσμα του χαρακτηρισμού αυτού.

78.      Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς θεώρησε ότι, στο μέτρο που η μετατροπή του IFPEN σε EPIC δύναται να χαρακτηριστεί ως κρατική ενίσχυση, συνιστά ενίσχυση χορηγηθείσα βάσει καθεστώτος ενισχύσεων, η οποία έπρεπε να κοινοποιηθεί, δηλαδή ατομική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 659/1999.

79.       Η επιχειρηματολογία της Επιτροπής που στηρίζεται στην έννοια του «καθεστώτος καθεστώτων ενισχύσεων» δεν με πείθει.

80.      Αυτή η «νεωτερίζουσα» έννοια δεν υπάρχει πουθενά στον κανονισμό 659/1999 (το άρθρο 1 του κανονισμού αυτού περιέχει μόνον ορισμό του «καθεστώτος ενισχύσεων» και ορισμό της «ατομικής ενίσχυσης»), το δε «καθεστώς ενισχύσεων» δεν περιέχει τη δυνατότητα εντάξεώς του σε ευρύτερο καθεστώς. Ούτως ή άλλως, η συγκεκριμένη περίπτωση είναι σαφώς εκδήλωση εφαρμογής ατομικής ενισχύσεως και όχι «καθεστώς καθεστώτων ενισχύσεων».

81.      Επιπλέον, συμμερίζομαι την άποψη της Γαλλική Κυβερνήσεως μη συμφωνώντας με την επιχειρηματολογία της Επιτροπής ότι, αν έπρεπε να θεωρηθεί ότι η μετατροπή του IFPEN σε EPIC συνιστά ατομική ενίσχυση, το θεσμικό αυτό όργανο θα εμποδιζόταν να θεσπίσει χρήσιμα μέτρα, κατά την έννοια του άρθρου 108, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, για να ζητήσει από τις γαλλικές αρχές να θέσουν τέλος στην εγγύηση για συγκεκριμένο EPIC.

82.      Πράγματι, οι εκτιμήσεις του Γενικού Δικαστηρίου που αφορούν τη φύση ως ατομικής ενισχύσεως του εξετασθέντος μέτρου στηρίζονται στις ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με τη μετατροπή του IFPEN σε EPIC και, κατ’ αρχήν, δεν μπορούν να μεταφερθούν σε όλους τους οργανισμούς αυτού του είδους.

83.      Επομένως, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο θεώρησε αβάσιμο το επιχείρημα της Επιτροπής ότι το μέτρο που εξετάστηκε συνιστά καθεστώς ενισχύσεων. Κατά συνέπεια, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.

84.      Πριν αρχίσω την από κοινού εξέταση του δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως και του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απαντήσω στο τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως.

2.      Το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως (το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε αιτίαση που δεν είχε προβληθεί από μια από τις προσφεύγουσες ούτε είχε επαρκώς τεκμηριωθεί από την άλλη προσφεύγουσα)

1)      Συνοπτική έκθεση της επιχειρηματολογίας των διαδίκων

85.      Η Επιτροπή προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι αποφάνθηκε πέραν των αιτιάσεων που οι διάδικοι είχαν προβάλει σχετικά με την ύπαρξη πλεονεκτήματος για τον IFPEN στις σχέσεις του με τους τραπεζικούς και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς.

86.      Συναφώς, η Επιτροπή εκθέτει ότι ο IFPEN δεν διατύπωσε με το δικόγραφο της προσφυγής του καμία επίκριση κατά της αναλύσεως της Επιτροπής που αφορά την ύπαρξη πλεονεκτήματος στις σχέσεις του με τους εν λόγω οργανισμούς. Η Γαλλική Δημοκρατία αρκέστηκε να αμφισβητήσει την ύπαρξη του πλεονεκτήματος αυτού απλώς και μόνο για τον λόγο ότι η Επιτροπή δεν το είχε αποδείξει, χωρίς να προβάλει οποιοδήποτε επιχείρημα προς στήριξη του ισχυρισμού αυτού.

87.      Κατά συνέπεια, δεχόμενο αιτίαση που δεν είχε προβληθεί από τον ένα από τους διαδίκους, ούτε είχε επαρκώς τεκμηριωθεί από τον άλλο, το Γενικό Δικαστήριο δεν τήρησε τα όρια των δικαστικών του αρμοδιοτήτων.

88.      Έχοντας αντίθετη γνώμη, ο IFPEN παρατηρεί ότι το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελές ή αβάσιμο.

89.      Συναφώς, υποστηρίζει, πρώτον, ότι το σκέλος αυτό, μη αναφερόμενο σε συγκεκριμένο σημείο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, είναι αλυσιτελές, σύμφωνα με το άρθρο 169, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.

90.      Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή εκθέτει ότι με το εν λόγω σκέλος προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι προέβη σε επί της ουσίας εξέταση της υπάρξεως πλεονεκτήματος στις σχέσεις του IFPEN με τους τραπεζικούς και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς χωρίς καν να υποβληθεί στον κόπο να εξακριβώσει αν είχε πράγματι προβληθεί μια τέτοια αιτίαση. Επικρίνει αυτή την παράλειψη του Γενικού Δικαστηρίου, η οποία, εξ ορισμού, δεν μπορεί να εντοπισθεί σε συγκεκριμένο σημείο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

91.      Η Γαλλική Δημοκρατία περιορίζεται να παρατηρήσει ότι η Γαλλική Κυβέρνηση αμφισβήτησε, με το δικόγραφο της προσφυγής της, ότι ένα πλεονέκτημα μπορεί να εκδηλωθεί μελλοντικά στις σχέσεις μεταξύ του IFPEN και των τραπεζικών και χρηματοπιστωτικών οργανισμών.

2)      Εκτίμηση

92.      Αρκεί η επισήμανση ότι η ίδια η Επιτροπή αναγνώρισε στην αίτησή της αναιρέσεως ότι η Γαλλική Κυβέρνηση όντως προέβαλε την αιτίαση αυτή στο πλαίσιο των γραπτών της παρατηρήσεων (πράγμα που υπογραμμίζεται επίσης στις σκέψεις 58 και 185 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Επιπλέον, με το δικόγραφο της προσφυγής του και με το υπόμνημά του απαντήσεως που κατέθεσε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ο IFPEN κατ’ επανάληψη αμφισβήτησε την ανάλυση της Επιτροπής σχετικά με την ύπαρξη πλεονεκτήματος που φέρεται ότι είχε στις σχέσεις του με τους τραπεζικούς και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς.

93.      Επομένως, το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.

2.      Επί των σχέσεων του IFPEN με τους τραπεζικούς και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς: δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως (πλάνη περί το δίκαιο λόγω της εκτιμήσεως ότι για τον χαρακτηρισμό της υπάρξεως πλεονεκτήματος δεν αρκεί το μέτρο να είναι τέτοιας φύσεως ώστε να παρέχει μελλοντικώς ένα πλεονέκτημα στον αποδέκτη) και δεύτερος λόγος αναιρέσεως (πλάνη περί το δίκαιο ως προς την εμβέλεια του μαχητού τεκμηρίου περί υπάρξεως πλεονεκτήματος απορρέοντος από μια δωρεάν και απεριόριστη εγγύηση)

1.      Συνοπτική έκθεση της επιχειρηματολογίας των διαδίκων

94.       Στο πλαίσιο του δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι κακώς συνήγαγε ότι η εγγύηση της οποίας τυγχάνει ο IFPEN δεν συνιστά, στις σχέσεις του με τους τραπεζικούς και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, κρατική ενίσχυση, στηριζόμενο απλώς στην έλλειψη πραγματικού πλεονεκτήματος για τον οργανισμό αυτόν –κατά τη διάρκεια της σχετικής περιόδου, ήτοι κατά το παρελθόν (βλ., μεταξύ άλλων, σκέψη 197 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).

95.      Εξάλλου, κατά την Επιτροπή, η προσέγγιση του Γενικού Δικαστηρίου ισοδυναμεί με επιφύλαξη ευνοϊκότερης μεταχειρίσεως στα κράτη μέλη που δεν κοινοποιούν την παροχή απεριόριστων εγγυήσεων απ’ ό,τι σε αυτά που το πράττουν σύμφωνα με το άρθρο 108 ΣΛΕΕ, ενώ, κατά πάγια αρχή σε θέματα κρατικής ενισχύσεως, τα πρώτα κράτη μέλη δεν μπορούν να ευνοούνται εις βάρος των δεύτερων (15).

96.      Πράγματι, αν κράτος μέλος κοινοποιήσει την πρόθεσή του να χορηγήσει εγγύηση αυτού του είδους, η Επιτροπή, στον βαθμό που δεν μπορεί να γνωρίζει τα πραγματικά αποτελέσματα του μέτρου, εξετάζει μόνο τα δυνητικά αποτελέσματά του. Αν, αντιθέτως, κράτος μέλος παράσχει μια τέτοια εγγύηση χωρίς να την έχει κοινοποιήσει προηγουμένως, θα μπορεί στη συνέχεια να αποδείξει ότι το μέτρο αυτό δεν έχει κανένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα και, επομένως, να αποκλείσει τον χαρακτηρισμό του ως κρατικής ενισχύσεως. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη θα ωθούνται να μη κοινοποιούν την παροχή απεριόριστων εγγυήσεων.

97.      Ο IFPEN αντιτείνει ότι το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι απορριπτέο ως αβάσιμο.

98.      Συναφώς, υπενθυμίζει ευθύς εξαρχής ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι συνιστά κρατική ενίσχυση, η παροχή της εγγυήσεως υπέρ του ιδίου πρέπει να χαρακτηριστεί ως νέα ατομική ενίσχυση, κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχεία γʹ και δʹ, του κανονισμού 659/1999. Επομένως, η Επιτροπή δεν μπορούσε να επικαλεσθεί το τυποποιημένο επίπεδο αποδείξεων που το Δικαστήριο αναγνώρισε με την απόφαση «La Poste» (C-559/12 P) –άλλωστε υπό πολύ ειδικές περιστάσεις– σχετικά με τα υφιστάμενα καθεστώτα ενισχύσεων.

99.      Η Επιτροπή δεν μπορούσε ούτε να επικαλεστεί το τεκμήριο που καθιέρωσε η εν λόγω απόφαση, δεδομένου ότι δεν είναι εύλογο ότι το καθεστώς EPIC και η συνδεόμενη με αυτό εγγύηση παρείχαν στο παρελθόν ή μπορούν να παράσχουν στο μέλλον επιλεκτικό πλεονέκτημα στον IFPEN. Πράγματι, όσον αφορά το παρελθόν, η ανάλυση της Επιτροπής απέδειξε ότι, κατά τη σχετική περίοδο, τα ποσά που δανείστηκε η επιχείρηση αυτή δανείστηκαν με το επιτόκιο της αγοράς. Όσον αφορά το μέλλον, το γαλλικό δίκαιο εμποδίζει τον IFPEN να δανείζεται για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες και τον υποβάλλει συναφώς σε κρατικό έλεγχο. Ως εκ τούτου, η ύπαρξη πλεονεκτήματος πρέπει να αποκλειστεί υπό τις περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως.

100. Η Γαλλική Δημοκρατία υπενθυμίζει, πρώτον, ότι η μετατροπή του IFPEN σε EPIC δεν συνιστά καθεστώς ενισχύσεων.

101. Δεύτερον, όσον αφορά το τεκμήριο που καθιέρωσε η απόφαση «La Poste» (C-559/12 P), οι γαλλικές αρχές τονίζουν ότι αυτό στηρίζεται στην παραδοχή ότι, χάρη στην εγγύηση που συνδέεται με το καθεστώς του, ένας EPIC τυγχάνει ευνοϊκότερων χρηματοπιστωτικών όρων από αυτούς που συνήθως συνομολογούνται στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

102. Τρίτον, η Γαλλική Δημοκρατία θεωρεί ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε, στη σκέψη 188 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, στην περίπτωση του IFPEN, το μαχητό τεκμήριο κατά την έννοια της αποφάσεως «La Poste» (C-559/12 P) ανατράπηκε.

103. Στη συνέχεια, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, που, κατ’ ουσίαν, στρέφεται κατά των σκέψεων 134 έως 161 και 188 έως 193 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο ως προς την εμβέλεια του τεκμηρίου περί υπάρξεως πλεονεκτήματος απορρέοντος από μια δωρεάν και απεριόριστη εγγύηση, όπως αυτό προκύπτει από την απόφαση «La Poste» (C-559/12 P). Κατ’ ουσίαν, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, περιορίζοντας την εμβέλεια του μαχητού τεκμηρίου περί υπάρξεως πλεονεκτήματος απορρέοντος από μια δωρεάν απεριόριστη εγγύηση, όπως αυτό που αναγνωρίστηκε από το Δικαστήριο στην εν λόγω απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 107 ΣΛΕΕ και τους κανόνες αποδείξεως της υπάρξεως πλεονεκτήματος κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.

104. Ο IFPEN αντιτείνει ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι, εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν μπορούσε να επικαλεστεί το τεκμήριο που απορρέει από την απόφαση «La Poste» (C-559/12 P).

105. Κατ’ αρχάς, το τεκμήριο αυτό συνιστά εξαίρεση από την αρχή ότι η Επιτροπή οφείλει να αποδείξει ότι ένα μέτρο πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ για να χαρακτηριστεί ως κρατική ενίσχυση. Επομένως, το τεκμήριο αυτό πρέπει να ερμηνεύεται με στενό τρόπο και να εφαρμόζεται μόνον όταν η ύπαρξη πραγματικού πλεονεκτήματος είναι εύλογη.

106. Στη συνέχεια, η Επιτροπή, στην επίμαχη απόφαση, δεν διευκρίνισε τους λόγους για τους οποίους είναι εύλογο να τεκμαίρεται η ύπαρξη πλεονεκτήματος υπέρ του IFPEN. Ως εκ τούτου, η εν λόγω απόφαση δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις αιτιολογήσεως που απορρέουν από το άρθρο 296 ΣΛΕΕ.

107. Τέλος, όσον αφορά την ανατροπή του τεκμηρίου, ο IFPEN παρατηρεί ότι ορθώς το Γενικό Δικαστήριο τόνισε, στις σκέψεις 189 έως 192 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι κατά τη διάρκεια της σχετικής περιόδου ο οργανισμός αυτός δεν είχε αντλήσει, στις σχέσεις του με τους τραπεζικούς και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, κανένα όφελος από την εγγύηση που συνδέεται με το καθεστώς του. Επιπλέον, η Επιτροπή δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο ικανό να αποδείξει ενδεχόμενη μεταβολή της καταστάσεως μετά το 2010, που θα είχε ωθήσει τον IFPEN να δανειστεί ποσά υπό όρους διαφορετικούς από αυτούς της αγοράς (16).

108. Η Γαλλική Δημοκρατία θεωρεί ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Συναφώς, αναφέρεται, κατ’ ουσίαν, στα επιχειρήματα που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο της απαντήσεώς της στο δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως.

2.      Εκτίμηση

109. Κατ’ αρχάς, όπως διαπίστωσα στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους αυτού του λόγου αναιρέσεως, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η μετατροπή του IFPEN σε EPIC δεν συνιστά καθεστώς ενισχύσεων.

110. Έτσι, αρκεί η επισήμανση ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς συνήγαγε ότι η νομολογία σχετικά με τις υποχρεώσεις αποδείξεως που βαρύνουν την Επιτροπή σε θέματα καθεστώτων ενισχύσεων, δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω.

111. Στη συνέχεια, θεωρώ σκόπιμη την υπενθύμιση της αποφάσεως της 8ης Δεκεμβρίου 2011, Residex Capital IV (C-275/10, EU:C:2011:814), και της αποφάσεως «La Poste» (C-559/12 P).

112. Στην πρώτη από τις αποφάσεις αυτές, το Δικαστήριο έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι τα εθνικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να ακυρώσουν, βάσει του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, εγγύηση παρασχεθείσα από δημόσια αρχή σε μια κατάσταση όπου παράνομη ενίσχυση εφαρμόστηκε μέσω της εγγυήσεως αυτής, η οποία είχε παρασχεθεί από δημόσια αρχή για την κάλυψη δανείου χορηγηθέντος από χρηματοοικονομική εταιρία υπέρ επιχειρήσεως που δεν θα μπορούσε να λάβει τέτοια χρηματοδότηση υπό κανονικές συνθήκες της αγοράς.

113. Στην υπόθεση εκείνη, ο χαρακτηρισμός της εγγυήσεως, που είχε παράσχει η εμπλεκόμενη δημόσια αρχή, ως κρατικής ενισχύσεως υπέρ του δανειολήπτη δεν δημιουργούσε αμφιβολίες, καθόσον ήταν βέβαιο ότι, στο χρονικό σημείο συστάσεώς της, ο δανειολήπτης ήδη βρισκόταν σε δυσκολία, οπότε, χωρίς την εγγύηση αυτή, δεν θα ήταν σε θέση να λάβει χρηματοδότηση στην κεφαλαιαγορά (σκέψεις 39 έως 42).

114. Όπως επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 151 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο πρέπει να τοποθετηθεί η διαπίστωση του Δικαστηρίου στη σκέψη 39 της αποφάσεως της 8ης Δεκεμβρίου 2011, Residex Capital IV (C-275/10, EU:C:2011:814), κατά την οποία, «όταν το δάνειο που χορηγεί πιστωτικό ίδρυμα σε δανειολήπτη τελεί υπό την εγγύηση των κρατικών αρχών κράτους μέλους, ο δανειολήπτης αυτός αποκτά κατά κανόνα οικονομικό πλεονέκτημα και επωφελείται επομένως μιας ενισχύσεως υπό την έννοια του άρθρου [107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ] στο μέτρο που το οικονομικό κόστος που φέρει είναι κατώτερο εκείνου που θα έφερε εάν έπρεπε να λάβει την ίδια χρηματοδότηση και την ίδια εγγύηση σε τιμές αγοράς», στην οποία παραπέμπει το Δικαστήριο με τη σκέψη 96 της αποφάσεως «La Poste» (C-559/12 P).

115. Παραπέμποντας σε αυτή τη σκέψη 39, το Δικαστήριο έκρινε στη σκέψη 96 της αποφάσεως «La Poste» (C-559/12 P) ότι, «όταν το δάνειο που χορηγεί πιστωτικό ίδρυμα σε δανειολήπτη τελεί υπό την εγγύηση των κρατικών αρχών κράτους μέλους, ο δανειολήπτης αυτός αποκτά κατά κανόνα πλεονέκτημα, στο μέτρο που το οικονομικό κόστος που φέρει είναι κατώτερο εκείνου που θα έφερε εάν έπρεπε να λάβει την ίδια χρηματοδότηση και την ίδια εγγύηση σε τιμές αγοράς».

116. Στην επόμενη σκέψη (σκέψη 97) της αποφάσεως «La Poste» (C‑559/12 P), το Δικαστήριο υπενθύμισε επίσης ότι στην ανακοίνωση για τις εγγυήσεις ρητώς επισημαίνεται, στα σημεία της 1.2, 2.1 και 2.2, «ότι απεριόριστη εγγύηση του Δημοσίου υπέρ επιχειρήσεως της οποίας η νομική μορφή αποκλείει την πτώχευση ή άλλες διαδικασίες αφερεγγυότητας παρέχει άμεσο πλεονέκτημα στην επιχείρηση αυτή, καθόσον χορηγείται χωρίς η δικαιούχος της να καταβάλει ένα ενδεδειγμένο ασφάλιστρο για την ανάληψη του κινδύνου εκ μέρους του Δημοσίου, και, επίσης, παρέχει «τη δυνατότητα στον δανειζόμενο να εξασφαλίσει ευνοϊκότερους όρους χρηματοδοτήσεως για ένα δάνειο από αυτούς που συνήθως ισχύουν στις κεφαλαιαγορές».

117. Υπό το πρίσμα των διαπιστώσεων αυτών, το Δικαστήριο έκρινε στην επόμενη σκέψη ότι υπήρχε «απλώς τεκμήριο ότι η παροχή έμμεσης και απεριόριστης εγγυήσεως του Δημοσίου υπέρ επιχειρήσεως που δεν [υπέκειτο] στις δικαστικές διαδικασίες εξυγιάνσεως και εκκαθαρίσεως επιχειρήσεων του ιδιωτικού δικαίου [είχε] ως συνέπεια τη βελτίωση της οικονομικής της θέσεως μέσω της μειώσεως των επιβαρύνσεων που φυσιολογικώς [βάρυναν] τον προϋπολογισμό της» (απόφαση La Poste, C-559/12 P, σκέψη 98).

118.  Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε στην ίδια απόφαση (σκέψη 99) ότι «στο πλαίσιο της σχετικής με τα υφιστάμενα καθεστώτα ενισχύσεων διαδικασίας, προκειμένου να αποδειχθεί το πλεονέκτημα που παρέχει τέτοιου είδους εγγύηση στην επιχείρηση που επωφελείται του πλεονεκτήματος, αρκ[ούσε] η Επιτροπή να αποδείξει την ύπαρξη της εγγυήσεως αυτής, χωρίς να απαιτείται να αποδείξει τις πραγματικές συνέπειες που απορρέουν από αυτήν από τον χρόνο της χορηγήσεώς της».

119. Επίσης επίμαχο στην παρούσα υπόθεση, βασικό σημείο είναι το ζήτημα των κανόνων που διέπουν το βάρος και το επίπεδο αποδείξεως της υπάρξεως πλεονεκτήματος απορρέοντος από μια δωρεάν και απεριόριστη κρατική εγγύηση.

120. Συναφώς, το Δικαστήριο εξέθεσε στη σκέψη 102 της αποφάσεως «La Poste» (C-559/12 P) ότι «επισημαίνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε κατά εσφαλμένο τρόπο την ύπαρξη τέτοιου είδους πλεονεκτήματος, καθόσον ορθώς απεφάνθη, στις σκέψεις 106 και 108 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι τέτοιου είδους εγγύηση «είναι, γενικώς, ικανή να παράσχει πλεονέκτημα», διότι χορηγείται άνευ ανταλλάγματος και επιτρέπει στο πρόσωπο που επωφελείται αυτού να εξασφαλίσει ευνοϊκότερους όρους δανεισμού σε σχέση με αυτούς που θα ελάμβανε βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και, επομένως, να μειώσει την πίεση που ασκείται στον προϋπολογισμό του».

121.  Στη συνέχεια, στη σκέψη 103 της εν λόγω αποφάσεως, το Δικαστήριο έκρινε ότι, «[α]σφαλώς, υπό το πρίσμα των διαπιστώσεων αυτών, αληθεύει, όπως επισήμανε η αναιρεσείουσα, ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέσχε αντιφατική και ανεπαρκή αιτιολογία, καθόσον έκρινε, αφενός, στη σκέψη 123 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι οι πραγματικές συνέπειες των υφιστάμενων εγγυήσεων δεν είναι απαραίτητο να αποδεικνύονται, βασιζόμενο σε νομολογία του Δικαστηρίου που δεν ήταν λυσιτελής, και, αφετέρου, στη σκέψη 124 της εν λόγω αποφάσεως, ότι, “[ε]ξάλλου, ευλόγως τεκμαίρονται οι πραγματικές συνέπειες του πλεονεκτήματος που συνεπάγεται η εγγύηση του Δημοσίου”».

122. Επομένως, ακόμη και αν το Δικαστήριο διόρθωσε με τη σκέψη 104 της ίδιας αποφάσεως την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου ως προς το σημείο αυτό, έκρινε ότι «τέτοιου είδους πλάνη περί το δίκαιο δεν είναι ικανή να επισύρει την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Ειδικότερα, στις προαναφερθείσες σκέψεις 123 και 124, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή τήρησε τους κανόνες σχετικά με το βάρος και τον βαθμό αποδείξεως που πρέπει να τηρεί, προκειμένου να αποδεικνύει ότι η ύπαρξη [δωρεάν] και απεριόριστης εγγυήσεως του Δημοσίου αποτελεί πλεονέκτημα, διευκρινίζοντας ότι τέτοιου είδους εγγύηση παρέχει στον δανειολήπτη τη δυνατότητα “να εξασφαλίζει χαμηλότερα επιτόκια δανεισμού ή να παρέχει λιγότερες ασφάλειες”».

123. Κατά συνέπεια, τονίζω ότι το τεκμήριο που καθιερώθηκε με την απόφαση «La Poste» (C-559/12 P) στηρίζεται στην παραδοχή ότι, χάρη στην εγγύηση που συνδέεται με το καθεστώς του, ένας EPIC τυγχάνει ή θα μπορούσε να τύχει ευνοϊκότερων χρηματοπιστωτικών όρων από αυτούς που συνήθως συνομολογούνται στις χρηματοπιστωτικές αγορές και απορρέει από την απλώς και μόνον απόδειξη, εκ μέρους της Επιτροπής, αυτής ταύτης της υπάρξεως της εγγυήσεως [σκέψη 99 της αποφάσεως «La Poste» (C‑559/12 P)].

124. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη βαίνοντας πέραν της απλώς και μόνον αποδείξεως, εκ μέρους της Επιτροπής, αυτής ταύτης της υπάρξεως της εγγυήσεως, προκειμένου η Επιτροπή να μπορέσει να επικαλεστεί το επίμαχο τεκμήριο, κρίνοντας, στη σκέψη 137 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή όφειλε να αποδείξει το εύλογο δύο προκειμένων, ήτοι ότι: (i) η εγγύηση είχε ευνοϊκή επίδραση στην από τους πιστωτές εκτίμηση του κινδύνου μη πληρωμής από τον αποδέκτη και (ii) ότι συνεπαγόταν μείωση του κόστους της πιστώσεως.

125. Πρόκειται βεβαίως για μαχητό τεκμήριο, το οποίο δύναται να ανατραπεί μέσω της αποδείξεως ότι η επίμαχη εγγύηση δεν είχε, δεν θα έχει ή δεν είναι ικανή να έχει ευνοϊκά αποτελέσματα για την κατάσταση του EPIC (17).

126. Εν προκειμένω, ανεξάρτητα από την πλάνη περί το δίκαιο που επισημάνθηκε στο σημείο 124 των παρουσών προτάσεων, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 188 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, στην περίπτωση του IFPEN, το μαχητό τεκμήριο κατά την έννοια της αποφάσεως «La Poste» (C-559/12 P) ανατράπηκε.

127. Συναφώς, πρέπει να εξεταστεί αν τα στοιχεία που κατέστησαν δυνατό στο Γενικό Δικαστήριο να συναγάγει ότι το τεκμήριο αυτό ανατράπηκε ή ότι πλέον δεν μπορούσε εν προκειμένω να τύχει επικλήσεως είναι σύμφωνα με τις αρχές περί διεξαγωγής αποδείξεων στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων.

128. Πάντως, για να συναγάγει ότι το τεκμήριο ανατράπηκε, το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορούσε να αρκεστεί στο γεγονός ότι, όσον αφορά το παρελθόν, ο IFPEN δεν είχε αποκομίσει από το καθεστώς του κανένα πραγματικό οικονομικό πλεονέκτημα υπό τη μορφή πιο ευνοϊκών όρων πιστώσεως που παρέχουν οι τραπεζικοί και χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί –σημείο που δεν αμφισβητείται εν προκειμένω–, δηλαδή στο γεγονός ότι η εγγύηση δεν είχε κανένα «πραγματικό αποτέλεσμα» στις σχέσεις μεταξύ του IFPEN και των τραπεζικών και χρηματοπιστωτικών οργανισμών κατά τη σχετική περίοδο.

129. Πράγματι, η περίσταση αυτή δεν αρκεί για να ανατραπεί ένα τεκμήριο πλεονεκτήματος όπως αυτό που καθιερώθηκε με την απόφαση «La Poste» (C-559/12 P). Πρέπει, επιπλέον, να αποδειχθεί ότι η επίμαχη εγγύηση δεν ήταν ικανή, λόγω των ιδιαιτεροτήτων του IFPEN, να παράσχει στο μέλλον ένα πλεονέκτημα στον οργανισμό αυτόν στις σχέσεις του με τους εν λόγω επιχειρηματίες.

130. Το Γενικό Δικαστήριο δεν έπραξε αυτό.

131. Βεβαίως, επισημαίνει, στη σκέψη 186 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι προσφεύγουσες υπενθύμισαν, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι, δυνάμει της εφαρμοστέας νομοθεσίας, δηλαδή του άρθρου 12 του νόμου 2010/1645, ο IFPEN δεν μπορούσε να συνάψει με πιστωτικό ίδρυμα δάνειο διάρκειας μεγαλύτερης των δώδεκα μηνών και συναφώς τελούσε υπό κρατικό έλεγχο.

132. Πάντως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 191 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, «εφόσον, στο πλαίσιο των σχέσεων μεταξύ του IFPEN και των τραπεζικών και χρηματοπιστωτικών οργανισμών κατά το διάστημα μεταξύ του 2006 και του 2010, η [δωρεάν] και απεριόριστη κρατική εγγύηση που είναι σύμφυτη προς το καθεστώς του IFPEN ως EPIC δεν εξασφάλισε πλεονέκτημα προς αποκλειστικό όφελος της επιχειρήσεως αυτής, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως κρατική ενίσχυση υπό την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ».

133. Προσθέτει, στη σκέψη 193, ότι, εφόσον το τεκμήριο ανατράπηκε, δεν τίθεται πλέον ζήτημα να επιβληθεί στη Γαλλική Δημοκρατία να αποδείξει ότι η εγγύηση δεν μπορεί «να […] παράσχει [στον IFPEN] πλεονέκτημα στο μέλλον».

134. Συνάγει ότι από τα ανωτέρω προκύπτει ότι δεν χρειάζεται καν να αποφανθεί επί του παραδεκτού (και κατά μείζονα λόγο επί της ουσίας) του επιχειρήματος των προσφευγουσών.

135. Υπό την έννοια αυτή, θεωρώ ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, αρκούμενο, για την ανατροπή του τεκμηρίου που καθιερώθηκε με την απόφαση «La Poste» (C-559/12 P), στην απόδειξη της ελλείψεως στο παρελθόν κάθε (πραγματικού) αποτελέσματος της εγγυήσεως στις σχέσεις του IFPEN με τους τραπεζικούς και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς.

136. Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, πράγμα που συναφώς επιφέρει την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

137. Είμαι της γνώμης ότι, στο σημείο αυτό, η διαφορά είναι ώριμη προς έκδοση αποφάσεως με βάση την ανάλυση του επιχειρήματος των προσφευγουσών που στηρίζεται στο άρθρο 12 του νόμου 2010/1645, επιχειρήματος το οποίο επανέλαβαν με τις γραπτές παρατηρήσεις τους και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου και του οποίου το παραδεκτό η Επιτροπή αμφισβήτησε εκ νέου, επειδή «το Γενικό Δικαστήριο δεν το χρησιμοποιεί στην απόφασή του και δεν μπορούσε να το χρησιμοποιήσει, διότι το άρθρο 12 ουδέποτε ήλθε σε γνώση της Επιτροπής, ούτε από τις γαλλικές αρχές ούτε από τον IFPEN» (αυτό ελέχθη κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου).

138. Αφενός, είμαι της γνώμης ότι η ένσταση της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί, καθόσον σαφώς δεν πρόκειται για επιχείρημα ή για λόγο αναιρέσεως, αλλά για αντικειμενικό και δημοσιοποιημένο στοιχείο, αφού πρόκειται για νόμο του εν λόγω κράτους μέλους.

139. Πράγματι, «όπως το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να το διευκρινίσει κατ’ επανάληψη, η έκταση του ελέγχου νομιμότητας τον οποίο προβλέπει το άρθρο 263 ΣΛΕΕ καλύπτει όλα τα στοιχεία των αποφάσεων της Επιτροπής οι οποίες αφορούν τις διαδικασίες εφαρμογής των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, τον εμπεριστατωμένο έλεγχο των οποίων διασφαλίζει το Γενικό Δικαστήριο, τόσο από νομικής όσο και από πραγματικής απόψεως, υπό το πρίσμα των λόγων που προβάλλουν οι προσφεύγοντες […] και λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των στοιχείων που αυτοί υποβάλλουν στην κρίση του, είτε τα στοιχεία αυτά είναι προγενέστερα είτε μεταγενέστερα της εκδοθείσας αποφάσεως, είτε αυτά είχαν προσκομισθεί προηγουμένως στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας είτε, για πρώτη φορά, στο πλαίσιο της προσφυγής της οποίας έχει επιληφθεί το Γενικό Δικαστήριο, καθόσον τα εν λόγω στοιχεία είναι ουσιώδη για τον έλεγχο της νομιμότητας της αποφάσεως της Επιτροπής […]» (18).

140. Αφετέρου, επί της ουσίας, η Επιτροπή αναγνώρισε, στο σημείο 106 της αιτήσεως αναιρέσεως, ότι το μαχητό τεκμήριο που καθιερώθηκε με την απόφαση «La Poste» (C-559/12 P) δεν μπορεί να τύχει επικλήσεως στην περίπτωση κατά την οποία η εγγύηση δεν μπορεί να παράσχει πλεονέκτημα στον EPIC στις σχέσεις μεταξύ του οργανισμού αυτού και των τραπεζικών και χρηματοπιστωτικών οργανισμών «λόγω των ιδιαιτεροτήτων [του EPIC]». Κατά την Επιτροπή, οι ιδιαιτερότητες αυτές θα μπορούσαν να συνίστανται, ιδίως, στην απαγόρευση προς τον EPIC να δημιουργεί χρέη προς τράπεζες ή στην εξάρτηση της δυνατότητας να καταφεύγει σε δανεισμό από τέτοιες προϋποθέσεις ώστε το δυνητικό πλεονέκτημα να είναι εν πάση περιπτώσει ελάχιστο.

141. Επιπλέον, η Επιτροπή δέχθηκε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 28ης Σεπτεμβρίου 2017 ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι από τον νόμο 2010/1645 «θα μπορούσε πιθανότατα […] να συναχθεί ένα ανώτατο ποσό που, ενδεχομένως, θα μπορούσε να είναι de minimis και επομένως αυτό όντως θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια την ανατροπή τεκμηρίου. Το είδος της πράξεως είναι αυτό που όντως μπορεί να έχει ως συνέπεια την ανατροπή τεκμηρίου».

142. Πάντως, εν προκειμένω, η Γαλλική Κυβέρνηση και ο IFPEN μπόρεσαν να αποδείξουν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ότι, αν ο IFPEN αναγκαζόταν κάποτε να καταφύγει σε δανεισμό στο μέλλον, θα μπορούσε να δανεισθεί για πολύ περιορισμένο χρονικό διάστημα, πράγμα που απορρέει από το καθεστώς των διαφόρων οργανισμών κεντρικής διοικήσεως (organismes divers d’administration centrale, ODAC), το οποίο έχει ο IFPEN.

143. Έτσι, εν προκειμένω, μπόρεσε να αποδειχθεί ότι ο IFPEN, ο οποίος τυγχάνει μιας δωρεάν και απεριόριστης κρατικής εγγυήσεως, δεν έλαβε και ότι δεν είναι εύλογο να λάβει στο μέλλον δάνειο από τους τραπεζικούς και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς υπό χρηματοπιστωτικούς όρους πιο ευνοϊκούς από αυτούς που συνήθως συνομολογούνται στις χρηματοπιστωτικές αγορές (όπως κατώτερο επιτόκιο ή λιγότερο αυστηρές απαιτήσεις από απόψεως ασφαλειών).

144. Επομένως, πρέπει να συναχθεί ότι, εφόσον ανατράπηκε το τεκμήριο, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι στο μέλλον η επιχείρηση θα μπορέσει παρά ταύτα να ωφεληθεί «από παρεμβάσεις οι οποίες, υπό διάφορες μορφές, ελαφρύνουν τις επιβαρύνσεις που κανονικώς βαρύνουν τον προϋπολογισμό μιας επιχείρησης […]» (19).

3.      Επί των σχέσεων του IFPEN με τους προμηθευτές του και τους πελάτες του: ο τρίτος λόγος αναιρέσεως (μαχητό τεκμήριο υπάρξεως πλεονεκτήματος στις εν λόγω σχέσεις)

145. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως στρέφεται κατά των σκέψεων 134 έως 161 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον η Επιτροπή προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι κακώς συνήγαγε ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε, στο πλαίσιο των σχέσεων του IFPEN με τους προμηθευτές του και τους πελάτες του, να επικαλεστεί ένα μαχητό τεκμήριο υπάρξεως πλεονεκτήματος υπέρ του οργανισμού αυτού το οποίο απορρέει από τη δωρεάν και απεριόριστη κρατική εγγύηση της οποίας αυτός τυγχάνει.

1.      Συνοπτική έκθεση της επιχειρηματολογίας των διαδίκων

146. Κατά την Επιτροπή, αυτό το συμπέρασμα του Γενικού Δικαστηρίου στηρίζεται, κατ’ ουσίαν, σε εσφαλμένη ερμηνεία της αποφάσεως «La Poste» (C-559/12 P) και της ανακοινώσεως για τις εγγυήσεις, αφενός, και στη φερόμενη έλλειψη πιθανής επιδράσεως της εγγυήσεως στις σχέσεις του IFPEN με τους προμηθευτές του και τους πελάτες του, αφετέρου.

147. Πρώτον, όσον αφορά την ερμηνεία της αποφάσεως «La Poste» (C‑559/12 P), η Επιτροπή προβάλλει ότι ουδέν στοιχείο της αποφάσεως αυτής δύναται να δείξει ότι το τεκμήριο πλεονεκτήματος δεν έχει εφαρμογή στις σχέσεις του EPIC με τους προμηθευτές του και τους πελάτες του.

148. Εξάλλου, το γεγονός ότι τόσο η απόφαση «La Poste» (C-559/12 P) όσο και η ανακοίνωση για τις εγγυήσεις αναφέρουν, στο πλαίσιο της εξετάσεως του τεκμηρίου πλεονεκτήματος, μόνο τις πιστώσεις που χορηγούνται από τραπεζικούς και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς δεν αποκλείει να μπορεί το εν λόγω τεκμήριο να έχει εφαρμογή στο πλαίσιο των σχέσεων μεταξύ του EPIC και των πιστωτών του, στο μέτρο που η αναφορά αυτή περιέχεται στην εν λόγω απόφαση μόνο χάριν παραδείγματος (σκέψη 102).

149. Δεύτερον, λαμβανομένης υπόψη της φερόμενης ελλείψεως πιθανής επιρροής της εγγυήσεως στις σχέσεις του IFPEN με τους προμηθευτές του και πελάτες του, η Επιτροπή τονίζει, κατ’ αρχάς, ότι δεν μπορεί λογικά να υποστηρίζεται ότι οι παρέχοντες εμπορικές πιστώσεις είναι γενικά αδιάφοροι για την επιστροφή των πιστώσεών τους. Αντιθέτως, σε κάθε πράξη πιστώσεως, είτε πρόκειται για χρηματοοικονομική πίστωση είτε για εμπορική πίστωση, ο κίνδυνος μη επιστροφής είναι ένα στοιχείο που είναι σημαντικό στη σχέση μεταξύ των συμβαλλομένων. Κατά συνέπεια, η εξασφάλιση ότι θα του επιστραφεί η πίστωσή του από το κράτος σε περίπτωση μη επιστροφής από τον IFPEN είναι κατ’ αρχήν μη αμελητέας σημασίας για τον παρέχοντα εμπορική πίστωση.

150. Στη συνέχεια, η Επιτροπή παρατηρεί ότι, κατά τη σκέψη 139 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν είναι εύλογο η ύπαρξη κρατικής εγγυήσεως –και, επομένως, η ύπαρξη του εν λόγω πλεονεκτήματος για τον πιστωτή– να σημαίνει πτώση των τιμών προς όφελος του IFPEN. Πάντως, μολονότι αναγνωρίζει ότι μια πτώση των τιμών συνδέεται με πλειάδα παραγόντων και όχι μόνο με την ύπαρξη εγγυήσεως συνδεόμενης με το καθεστώς των EPIC, η Επιτροπή αμφισβητεί ότι η περίσταση αυτή είναι ικανή να αποκλείσει την εφαρμογή του τεκμηρίου πλεονεκτήματος που απορρέει από την απόφαση «La Poste» (C-559/12 P). Συναφώς, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση εκείνη, οι διάδικοι είχαν πράγματι υποστηρίξει ότι οι σχέσεις μεταξύ της La Poste και των πιστωτών της απέρρεαν από μια σειρά περίπλοκων παραγόντων και όχι απλώς και μόνον από την εγγύηση. Εντούτοις, ούτε το Γενικό Δικαστήριο ούτε το Δικαστήριο εκτίμησαν ότι η περίσταση αυτή ήταν ικανή να αποκλείσει το τεκμήριο πλεονεκτήματος.

151. Τρίτον, η Επιτροπή αμφισβητεί τις μομφές του Γενικού Δικαστηρίου, ιδίως στη σκέψη 139 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τις οποίες προσάπτεται μη τήρηση εκ μέρους της Επιτροπής του καθήκοντος αιτιολογήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 296 ΣΛΕΕ, όσον αφορά την απόδειξη του πλεονεκτήματος που ο IFPEN αντλεί από την εγγύηση στις σχέσεις του με τους προμηθευτές του και τους πελάτες του. Πράγματι, η αιτιολογία της επίμαχης αποφάσεως καθιστά δυνατό να κατανοηθεί, αφενός, ότι η συλλογιστική του θεσμικού αυτού οργάνου στηρίζεται σε τεκμήριο, έστω και αν ο όρος τεκμήριο δεν αναφέρεται ρητώς, και, αφετέρου, ο λόγος για τον οποίο το τεκμήριο δεν ανατράπηκε εν προκειμένω.

152. Ο IFPEN παρατηρεί ότι, στο μέτρο που η παροχή της εγγυήσεως που συνδέεται με το καθεστώς των EPIC συνιστά ατομική ενίσχυση και το τεκμήριο που καθιέρωσε η απόφαση «La Poste» (C-559/12 P) δεν έχει εν προκειμένω εφαρμογή, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς συνήγαγε, στη σκέψη 129 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή έπρεπε να εξετάσει τα πραγματικά αποτελέσματα της εγγυήσεως, για να αποδείξει την ύπαρξη πλεονεκτήματος για τον IFPEN.

153. Επιπλέον, ο IFPEN υποστηρίζει ότι, αντιθέτως προς αυτό που η Επιτροπή προβάλλει με την αίτησή της αναιρέσεως, η Επιτροπή δεν διαπίστωσε στην επίμαχη απόφαση την ύπαρξη πλεονεκτήματος ως προς τους πιστωτές του IFPEN, ιδίως τους προμηθευτές και τους πελάτες.

154. Συναφώς, υποστηρίζει ότι, όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ του IFPEN και των προμηθευτών του, η Επιτροπή εσφαλμένως συνήγαγε, στην επίμαχη απόφαση καθώς και στην αίτησή της αναιρέσεως, ότι οι προμηθευτές απαλλάσσονται από την πληρωμή προμήθειας πρακτορεύσεως για την εκχώρηση των απαιτήσεών τους στον IFPEN, εφόσον απολαύουν της δωρεάν και απεριόριστης κρατικής εγγυήσεως της οποίας τυγχάνει ο οργανισμός αυτός.

155. Όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ του IFPEN και των προμηθευτών του, ο διάδικος αυτός διατείνεται ότι εσφαλμένως η Επιτροπή υποστήριξε, στην επίμαχη απόφαση καθώς και στην αίτησή της αναιρέσεως, ότι, χάρη στην εγγύηση που συνδέεται με το καθεστώς του ως EPIC, ο IFPEN μπόρεσε να παράσχει στους πελάτες του εγγύηση καλής εκτελέσεως ή καλύτερης προσπάθειας. Συγκεκριμένα, εφόσον ο IFPEN παρέχει κυρίως υπηρεσίες έρευνας, δεν θα αναλάμβανε συμβατικές υποχρεώσεις επιτεύξεως αποτελέσματος ή καλής εκτελέσεως. Επιπλέον, ο οργανισμός αυτός παγίως συναινεί για την παροχή στους πελάτες του εγγυήσεως που περιορίζεται στην αξία της συμβάσεως.

156. Συνεπώς, κατά τον IFPEN, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε, στις σκέψεις 99 έως 108 και 111 έως 120 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η παραδοχή που επικαλείται η Επιτροπή, λαμβανομένου υπόψη του φερόμενου πλεονεκτήματος για τον IFPEN στις σχέσεις του με τους πελάτες και τους προμηθευτές, είναι θεωρητική και όχι εύλογη.

157. Η Γαλλική Δημοκρατία θεωρεί ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά τον ορισμό του πεδίου εφαρμογής του τεκμηρίου περί υπάρξεως πλεονεκτήματος απορρέοντος από τη δωρεάν και απεριόριστη κρατική εγγύηση. Συγκεκριμένα, κατά την κυβέρνηση αυτή, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς δεν επέκτεινε την εγγύηση αυτή στις σχέσεις του EPIC με τους προμηθευτές του και τους πελάτες του.

158. Συναφώς, η Γαλλική Κυβέρνηση υπενθυμίζει, πρώτον, ότι το τεκμήριο που καθιέρωσε η απόφαση «La Poste» (C-559/12 P) δεν στηρίζεται σε παραδοχή ως προς τις σχέσεις του EPIC με τους προμηθευτές του ή τους πελάτες του, οπότε η Επιτροπή δεν μπορούσε να το επικαλεστεί υπό τέτοιες συνθήκες.

159. Δεύτερον, και εν πάση περιπτώσει, όπως επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 136 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η δυνατότητα χρησιμοποιήσεως ενός τέτοιου τεκμηρίου ως αποδεικτικού μέσου εξαρτάται από τον εύλογο χαρακτήρα των παραδοχών στις οποίες στηρίζεται το τεκμήριο.

160. Συναφώς, η επίμαχη απόφαση στηρίζεται, αφενός, στην παραδοχή ότι ο EPIC που τυγχάνει κρατικής εγγυήσεως ωφελείται από μείωση των τιμών που συνομολόγησαν με αυτόν οι προμηθευτές του. Πάντως, κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, όπως ορθώς επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο, μια μείωση των τιμών στις σχέσεις μεταξύ ενός προμηθευτή και του συγκεκριμένου EPIC στηρίζεται σε πλειάδα παραγόντων, μεταξύ άλλων στον όγκο των παραγγελιών, στις προθεσμίες πληρωμής που έχουν ταχθεί από τον προμηθευτή ή στη διάρκεια των συμβατικών σχέσεων. Επομένως, μια μείωση των τιμών δεν είναι απόρροια της υπάρξεως εγγυήσεως των δημοσίων αρχών υπέρ του EPIC.

161. Αφετέρου, όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ του IFPEN και των πελατών του, η εν λόγω κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς εκτίμησε, στη σκέψη 141 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή δεν όρισε, στην επίμαχη απόφαση, το πλεονέκτημα που απέρρεε για τον IFPEN από την ύπαρξη της κρατικής εγγυήσεως και ότι, κατά συνέπεια, το τεκμήριο που είχε σκοπό να επικαλεστεί στερείται συναφώς αντικειμένου. Συγκεκριμένα, κατά τη Γαλλική Δημοκρατία, η Επιτροπή δεν απέδειξε κατά πόσον η δωρεάν και απεριόριστη κρατική εγγύηση που είναι σύμφυτη με το καθεστώς των EPIC θα είχε ως συνέπεια βελτίωση της θέσεως του IFPEN στις σχέσεις του με τους πελάτες του.

162. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, η Γαλλική Δημοκρατία συνάγει ότι ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

2.      Εκτίμηση τουπαραδεκτού

163. Ο IFPEN υποστηρίζει ότι η Επιτροπή σκοπό έχει στην πραγματικότητα να αμφισβητήσει τις σχετικές με τα πραγματικά περιστατικά και τις αποδείξεις εκτιμήσεις του Γενικού Δικαστηρίου στις σκέψεις 90 και 131 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Ως εκ τούτου, αυτός ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

164. Η επίκριση αυτή είναι πολύ συνοπτική, ο ίδιος δε ο IFPEN δεν ισχυρίζεται ότι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι εξ ολοκλήρου απαράδεκτος (λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι, με τους αμυντικούς του ισχυρισμούς, ο IFPEN «θέτει κατά μέρος» τη συζήτηση σχετικά με την ύπαρξη τεκμηρίου υπάρξεως πλεονεκτήματος).

165. Πάντως, ο λόγος αυτός αφορά ακριβώς το πεδίο εφαρμογής του τεκμηρίου περί υπάρξεως πλεονεκτήματος απορρέοντος από μια δωρεάν και απεριόριστη εγγύηση και, ειδικότερα, το ζήτημα αν το τεκμήριο αυτό έχει εφαρμογή επίσης στις σχέσεις του IFPEN με τους προμηθευτές του και τους πελάτες του. Με άλλα λόγια, το αντικείμενο του τρίτου λόγου αναιρέσεως δεν καταλαμβάνεται από την επίκριση που διατύπωσε ο IFPEN.

166. Επομένως, δεδομένου ότι το ζήτημα αυτό είναι εξόχως νομικό, η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε ο IFPEN πρέπει να απορριφθεί.

3.      Αξιολόγηση επί της ουσίας

167. Κατά την Επιτροπή, το συμπέρασμα του Γενικού Δικαστηρίου στηρίζεται, κατ’ ουσίαν, σε εσφαλμένη ερμηνεία της αποφάσεως «La Poste» (C-559/12 P) και της ανακοινώσεως για τις εγγυήσεις, αφενός, και στη φερόμενη έλλειψη πιθανής επιρροής της εγγυήσεως στις σχέσεις του IFPEN με τους προμηθευτές του και τους πελάτες του, αφετέρου.

168. Όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής του τεκμηρίου που απορρέει από την απόφαση «La Poste» (C-559/12 P) και, επομένως, την ερμηνεία της εν λόγω αποφάσεως του Δικαστηρίου από το Γενικό Δικαστήριο, είμαι της γνώμης ότι ουδέν στοιχείο της αποφάσεως αυτής είναι ικανό να δείξει ότι το τεκμήριο πλεονεκτήματος δεν μπορεί να έχει εφαρμογή στις σχέσεις ενός EPIC με τους προμηθευτές του και τους πελάτες του.

169. Βεβαίως, η εν λόγω απόφαση αναγνώρισε το μαχητό τεκμήριο μόνο σε περίπτωση σχέσεων ενός EPIC με τραπεζικούς και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, αλλά αυτό επειδή ήταν η μόνη αγορά που τέθηκε υπό αμφισβήτηση από την Επιτροπή στην εν λόγω υπόθεση.

170. Επομένως, νομίζω ότι δεν δύναται να συναχθεί εντεύθεν ότι το μαχητό τεκμήριο δεν μπορεί να επεκταθεί σε άλλες αγορές ή σχέσεις και ότι συνεπώς, κρίνοντας το αντίθετο (βλ., ιδίως, σκέψη 160 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.

171. Πράγματι, μολονότι δέχεται ότι η Επιτροπή ορθώς προέβη σε ανάλυση σε τρεις χρόνους –σχέση με τις τράπεζες, σχέση με τους προμηθευτές, σχέση με τους πελάτες (σκέψη 89 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και σημείο 26 των παρουσών προτάσεων)– και μολονότι δέχεται ότι σε κάθε μία από τις κατηγορίες αυτές μπορούσε να υλοποιείται ένα πλεονέκτημα, το Γενικό Δικαστήριο, ιδίως στη σκέψη 142 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αρνείται ακόμη και τη δυνατότητα επεκτάσεως του τεκμηρίου πλεονεκτήματος στις σχέσεις με τους προμηθευτές ή τους πελάτες (βλ., επίσης, σημείο 35 των παρουσών προτάσεων).

172. Πάντως, αντιθέτως προς αυτό που έκρινε το Γενικό Δικαστήριο, όσον αφορά τους προμηθευτές και τους πελάτες διαπιστώνεται πλεονέκτημα του ίδιου είδους με το πλεονέκτημα που το Δικαστήριο εντόπισε με την απόφαση «La Poste» (C-599/12 P), ήτοι, αφενός, βελτίωση των όρων πιστώσεως για τον δικαιούχο της εγγυήσεως και, αφετέρου, τη μη πληρωμή από αυτόν του κατάλληλου ασφαλίστρου που αντιστοιχεί στο ασφάλιστρο κινδύνου που βαρύνει το κράτος.

173. Πράγματι, οι σχέσεις ενός δικαιούχου μιας δωρεάν και απεριόριστης κρατικής εγγυήσεως με τους προμηθευτές του και τους πελάτες του περιλαμβάνουν, γενικώς, επίσης τη χορήγηση πιστώσεων και προθεσμιών πληρωμής (με τους συναφείς κινδύνους), έστω και μόνον λόγω της χρονικής αποστάσεως μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας ή της παραδόσεως του αγαθού και της πληρωμής της παροχής αυτής ή του αγαθού αυτού.

174. Είναι προφανές ότι το γεγονός της συνάψεως συμβάσεως με δικαιούχο μιας δωρεάν και απεριόριστης κρατικής εγγυήσεως, όπως είναι ο IFPEN, συνοδεύεται, πράγμα που δεν είναι αμελητέο για έναν προμηθευτή, από τη βεβαιότητα ότι αυτός θα πληρωθεί ή για έναν πελάτη ότι θα λάβει το αγαθό ή ότι θα μπορέσει να αποζημιωθεί. Το πλεονέκτημα αυτό δεν θα είχε υπάρξει αν ο προμηθευτής ή ο πελάτης είχε συμβληθεί με άλλους επιχειρηματίες που δεν απολαύουν της εγγυήσεως αυτής και είναι αυτονόητο ότι ο δικαιούχος της εγγυήσεως θα μπορεί, ο ίδιος, σε αντάλλαγμα, να έχει σειρά πλεονεκτημάτων που θα μπορούσαν να συνίστανται, ιδίως, σε πτώση των τιμών ή στο γεγονός ότι κάποιος θα συναλλάσσεται πιο πρόθυμα με αυτόν παρά με άλλους.

175. Τονίζω επιπλέον (όπως η Επιτροπή) ότι η ρητή αναφορά στις πιστώσεις που χορηγούνται από τραπεζικούς ή χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς δεν είναι, ούτε στην απόφαση «La Poste» (C-559/12 P) ούτε στην ανακοίνωση για τις εγγυήσεις (σημεία 1.2, 2.1 και 2.2) στην οποία παραπέμπει η απόφαση αυτή, η μοναδική αναφορά. Το συχνότερο, πρόκειται για τους όρους πιστώσεως των οποίων τυγχάνει ο δικαιούχος της εγγυήσεως και για την έλλειψη ασφαλίστρου που καταβάλλεται στο κράτος για την κάλυψη του κινδύνου που φέρει ο δικαιούχος αυτός, χωρίς οι εκτιμήσεις αυτές να σχετίζονται ρητώς με δάνεια που συνάπτονται με τραπεζικούς και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς.

176. Το Γενικό Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 2011, Residex Capital IV (C-275/10, EU:C:2011:814), η δικαιούχος επιχείρηση ήταν ήδη σε δυσκολία κατά τον χρόνο που της παρασχέθηκε η εγγύηση. Πάντως, δεν βλέπω ούτε κατά πόσον η περίσταση αυτή θα συνηγορούσε υπέρ του περιορισμού του τεκμηρίου. Όλως αντιθέτως, ένας προμηθευτής δεν θα χορηγήσει εύκολα πίστωση σε μια επιχείρηση σε δυσκολία, αν η επιχείρηση αυτή δεν τυγχάνει μιας δωρεάν και απεριόριστης κρατικής εγγυήσεως. Σε μια τέτοια κατάσταση, το πλεονέκτημα που αποκομίζει η επιχείρηση στις σχέσεις της με τον πιστωτή αυτόν είναι προφανές.

177. Είναι αληθές, όπως επισημαίνει το Γενικό Δικαστήριο, ότι οι εμπορικές σχέσεις μεταξύ ενός προμηθευτή και του πελάτη του καθορίζονται γενικώς από πλειάδα παραγόντων και, επομένως, όχι απλώς και μόνον από την ύπαρξη μιας δωρεάν και απεριόριστης κρατικής εγγυήσεως. Θεωρώ πάντως ότι η περίσταση αυτή δεν καθιστά δυνατό να αποκλειστεί ένα τεκμήριο περί υπάρξεως πλεονεκτήματος απορρέοντος από μια τέτοια εγγύηση.

178. Επιπλέον, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση «La Poste» (C-559/12 P), η προσφεύγουσα είχε υπογραμμίσει ότι οι σχέσεις μεταξύ της La Poste και των πιστωτών της απέρρεαν από σειρά περίπλοκων παραγόντων και όχι απλώς και μόνον από την εγγύηση. Εντούτοις, ούτε το Γενικό Δικαστήριο ούτε το Δικαστήριο εκτίμησαν ότι η περίσταση αυτή ήταν ικανή να αποκλείσει ένα τεκμήριο υπάρξεως πλεονεκτήματος.

179. Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς σημείωσε ότι ο πιστωτής του δικαιούχου της εγγυήσεως ήταν στην πραγματικότητα ο αληθινός δικαιούχος της εγγυήσεως και επομένως του πλεονεκτήματος, και όχι, εν προκειμένω, ο IFPEN. Το επιχείρημα αυτό ισχύει επίσης για τους τραπεζικούς και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, επειδή σε περίπτωση μιας δωρεάν και απεριόριστης εγγυήσεως του δανειολήπτη ο τραπεζικός οργανισμός δεν αναλαμβάνει πλέον κανέναν κίνδυνο, πράγμα που κατ’ ανάγκη συνιστά για αυτόν πλεονέκτημα.

180. Στην πραγματικότητα, κατά τη γνώμη μου, η ύπαρξη μιας δωρεάν και απεριόριστης κρατικής εγγυήσεως συνεπάγεται τεκμήριο πλεονεκτήματος τόσο για τον δικαιούχο της εγγυήσεως όσο και για τους επιχειρηματίες με τους οποίους αυτός συναλλάσσεται.

181. Ακόμη και αν ορισμένα από τα στοιχεία που το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (ιδίως για την πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων ή τις μειώσεις τιμών που, κατά το Γενικό Δικαστήριο, οφείλονται σε ομαδικές αγορές και όχι στην ύπαρξη της εγγυήσεως) μπορούσαν να χρησιμεύσουν για την ανατροπή του τεκμηρίου, παρά ταύτα το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε να δεχθεί το μαχητό τεκμήριο περί υπάρξεως πλεονεκτήματος απορρέοντος, στις σχέσεις του IFPEN με τους προμηθευτές του και τους πελάτες του, από την ύπαρξη της δωρεάν και απεριόριστης κρατικής εγγυήσεως και να περιοριστεί να εξακριβώσει αν το τεκμήριο αυτό έχει ανατραπεί.

182. Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός.

183. Επομένως, είμαι της γνώμης ότι –εφόσον η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται στην προκείμενη ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν δέχεται το τεκμήριο για τις σχέσεις με τους προμηθευτές και τους πελάτες– η διαφορά δεν είναι ώριμη προς εκδίκαση ως προς το σημείο αυτό και το Δικαστήριο πρέπει κατ’ ανάγκη να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο, προκειμένου αυτός ο τρίτος λόγος αναιρέσεως να συζητηθεί εκεί με βάση την ύπαρξη τεκμηρίου και τη δυνατότητα του IFPEN και της Γαλλικής Κυβερνήσεως να το ανατρέψουν.

V.      Επί των δικαστικών εξόδων

184. Δεδομένου ότι η υπόθεση αναπέμπεται στο Γενικό Δικαστήριο, το Δικαστήριο πρέπει να επιφυλαχθεί ως προς τα σχετικά με την παρούσα αναιρετική διαδικασία δικαστικά έξοδα.

VI.    Πρόταση

185. Για τους λόγους αυτούς, προτείνω στο Δικαστήριο:

–        να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 26ης Μαΐου 2016, Γαλλία και IFP Énergies nouvelles κατά Επιτροπής (T-479/11 και T-157/12, EU:T:2016:320), κατά το μέρος που το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, πρώτον, ότι για την ανατροπή του μαχητού τεκμηρίου που καθιερώθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου της 3ης Απριλίου 2014, Γαλλία κατά Επιτροπής (C‑559/12 P, EU:C:2014:217), αρκούσε η απόδειξη της ελλείψεως κατά το παρελθόν οποιασδήποτε (πραγματικής) επιδράσεως της εγγυήσεως στις σχέσεις του δημόσιου οργανισμού IFP Énergies nouvelles με τους τραπεζικούς και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και, δεύτερον, ότι το εν λόγω μαχητό τεκμήριο δεν μπορεί να επεκταθεί σε αγορές ή σχέσεις άλλες από αυτές του δημόσιου οργανισμού IFP Énergies nouvelles με τους τραπεζικούς και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, ήτοι στις σχέσεις του με προμηθευτές και/ή πελάτες·

–        να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως κατά τα λοιπά·

–        να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο για νέα εξέταση της επιχειρηματολογίας που αποτελεί το βάθρο του τρίτου λόγου αναιρέσεως και να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2      Απόφαση σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 35/08 (πρώην NN 11/2008) που χορήγησε η Γαλλία στον δημόσιο οργανισμό «Institut français du pétrole» (ΕΕ 2012, L 14, σ. 1, στο εξής: επίμαχη απόφαση).


3      Φαίνεται ότι οι EPIC είναι πολυάριθμοι σε αυτό το κράτος μέλος (όχι λιγότεροι των 51 «κυριότερων» EPIC, κατά τη Wikipédia: https://fr.wikipedia.org/wiki/%C3%89tablissement_public_%C3%A0_caract%C3%A8re_industriel_et_commercial_en_France#Principaux). Βλ., επίσης, Bourdon, P., La garantie de l’État en faveur des établissements publics industriels et commerciaux :une aide d’État illicite, mais pas rédhibitoire, Revue de l’Union européenne, 2015, σ. 523.


4      Κανονισμός του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου [108 ΣΛΕΕ] (ΕΕ 1999, L 83, σ. 1), ο οποίος έχει αντικατασταθεί από τις 14 Οκτωβρίου 2015 από τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/1589 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2015, περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του άρθρου 108 [ΣΛΕΕ] (ΕΕ 2015, L 248, σ. 9).


5      ΕΕ 2008, C 155, σ. 10, στο εξής: ανακοίνωση για τις εγγυήσεις.


6      Νόμος της 13ης Ιουλίου 2005, περί καθορισμού των κατευθύνσεων της ενεργειακής πολιτικής (JORF της 14ης Ιουλίου 2005, σ. 11570).


7      Απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2010, σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 56/07 (πρώην E 15/05) που χορήγησε η Γαλλία στην επιχείρηση La Poste (ΕΕ 2010, L 274, σ. 1, στο εξής: απόφαση «La Poste»).


8      Απόφαση σχετικά με μέτρο ενισχύσεως που εφάρμοσε η Γαλλία υπέρ του ομίλου IFP [C 51/05 (πρώην NN 84/05)] (ΕΕ 2009, L 53, σ. 13).


9      Λαμβανομένου υπόψη του πολύ μεγάλου αριθμού των περιπτώσεων όπου στις παρούσες προτάσεις γίνεται παραπομπή προς την απόφαση αυτή, για να αποφευχθεί να επαναλαμβάνεται κάθε φορά η ακριβής παραπομπή προς την εν λόγω απόφαση θα χρησιμοποιείται η εξής έκφραση: απόφαση «La Poste» (C-559/12 P).


10      Αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 2005, Ιταλία κατά Επιτροπής (C-66/02, EU:C:2005:768, σκέψεις 91 και 92)· της 6ης Σεπτεμβρίου 2006, Πορτογαλία κατά Επιτροπής (C-88/03, EU:C:2006:511, σκέψη 91)· της 9ης Ιουνίου 2011, Comitato «Venezia vuole vivere» κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-71/09 P, C-73/09 P και C‑76/09 P, EU:C:2011:368, σκέψη 114), και της 12ης Σεπτεμβρίου 2007, Ιταλία και Brandt Italia κατά Επιτροπής (T-239/04 και T-323/04, EU:T:2007:260, σκέψεις 142 έως 144).


11      Κατά τη νομολογία αυτή, η έμμεση και απεριόριστη κρατική εγγύηση που είναι σύμφυτη με το καθεστώς των EPIC έχει ως συνέπεια τη βελτίωση της οικονομικής θέσεως της δικαιούχου επιχειρήσεως μέσω μειώσεως των επιβαρύνσεων που συνήθως βαρύνουν τον προϋπολογισμό της (σκέψη 98 της εν λόγω αποφάσεως).


12      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι μια τέτοια κατάσταση δεν έχει τίποτα το εξαιρετικό. Αρκεί να σκεφθεί κανείς τα καθεστώτα ενισχύσεων υπέρ υπηρεσιών γενικού συμφέροντος, με τα οποία το κράτος θέτει τους όρους παροχής αντισταθμίσεων στους παρόχους των υπηρεσιών αυτών, μεταξύ άλλων σε όλα τα νοσοκομεία που τηρούν ορισμένες προϋποθέσεις ή σε όλες τις επιχειρήσεις που παρέχουν ορισμένες υπηρεσίες αρωγής στα πρόσωπα που βρίσκονται σε δυσκολία. Εντούτοις, κάθε νοσοκομείο ή κάθε επιχείρηση υπό το καθεστώς αυτό μπορεί επίσης να ωφελείται από ένα καθεστώς ενισχύσεων, κατά την έννοια ότι το νοσοκομείο ή η επιχείρηση θα λάβει ενίσχυση που δεν είναι καθορισμένη ή δεν συνδέεται με συγκεκριμένο σχέδιο (επειδή εξαρτάται από το καθαρό κόστος της δημόσιας υπηρεσίας, στο οποίο υποβάλλεται κάθε άτομο, κόστος το οποίο δεν είναι γνωστό εκ των προτέρων). Ακριβώς αυτός ο χαρακτηρισμός καθεστώτος, κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο δʹ, δεύτερο μέρος, του κανονισμού 659/1999 είναι εκείνος που καθιστά δυνατό για την Επιτροπή, όταν το μέτρο χαρακτηρίζεται ως υφιστάμενη ενίσχυση, να θεσπίσει μέτρα χρήσιμα για το συγκεκριμένο νοσοκομείο ή τη συγκεκριμένη επιχείρηση. Για παράδειγμα της καταστάσεως αυτής, βλ. απόφαση της Επιτροπής, της 5ης Ιουλίου 2016, σχετικά με την κρατική ενίσχυση SA.19864 – 2014/C (πρώην 2009/ΝΝ54) που τέθηκε σε εφαρμογή από το Βέλγιο – χρηματοδότηση των δημόσιων νοσοκομείων IRIS στην περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης (ΕΕ 2016, L 351, σ. 68).


13      Απόφαση C(2005) 2706 τελικό της Επιτροπής, της 14ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις υπέρ της Ολυμπιακής Αεροπορίας Υπηρεσίες ΑΕ [C 11/2004 (πρώην NN 4/2003) – Ολυμπιακή Αεροπορία – Αναδιάρθρωση και ιδιωτικοποίηση]· απόφαση C(2012) 9403 της Επιτροπής, της 17ης Σεπτεμβρίου 2008, Κρατικές Ενισχύσεις N 321/2008, N 322/2008 και N 323/2008 – Ελλάδα – Πώληση ορισμένων στοιχείων του ενεργητικού της Olympic Airlines/Olympic Airways Services· απόφαση της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 2011, που αφορά την κρατική ενίσχυση C 25/08 (πρώην NN 23/08) – Μεταρρύθμιση του τρόπου χρηματοδοτήσεως των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων που έχουν υπαχθεί στην France Télécom, την οποία χορήγησε η Γαλλική Δημοκρατία στη France Télécom (ΕΕ 2012, L 279, σ. 1)· απόφαση C(2010) 4499 της Επιτροπής, της 29 Σεπτεμβρίου 2010, σχετικά με την κρατική ενίσχυση N 178/2010, κοινοποιηθείσα από το Βασίλειο της Ισπανίας υπό τη μορφή αντισταθμίσεως δημόσιας υπηρεσίας, συνδυαζόμενης με μηχανισμό προσφυγής κατά προτεραιότητα υπέρ των σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας οι οποίοι χρησιμοποιούν εγχώριο άνθρακα.


14      Αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2010, Ελλάδα κ.λπ. κατά Επιτροπής (T-415/05, T-416/05 και T-423/05, EU:T:2010:386), και της 3ης Δεκεμβρίου 2014, Castelnou Energía κατά Επιτροπής (T-57/11, EU:T:2014:1021), καθώς και διάταξη της 3ης Απριλίου 2014, CFE-CGC France Télécom-Orange κατά Επιτροπής (T-2/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:226).


15      Απόφαση της 14ης Απριλίου 1990, Γαλλία κατά Επιτροπής (C‑301/87, EU:C:1990:67, σκέψη 33). Βλ., επίσης, αποφάσεις της 8ης Δεκεμβρίου 2011, Γαλλία κατά Επιτροπής (C-81/10 P, EU:C:2011:811, σκέψεις 19 έως 24), και της 20ής Σεπτεμβρίου 2011, Regione autonoma della Sardegna κλπ. κατά Επιτροπής (T-394/08, T‑408/08, T-453/08 και T-454/08, EU:T:2011:493, σκέψη 91).


16      Το γαλλικό δίκαιο θα εμπόδιζε τον IFPEN να δανεισθεί για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες και θα τον έθετε ως προς το σημείο αυτό υπό τον έλεγχο του κράτους (ο IFPEN παραπέμπει στο άρθρο 12 του νόμου 2010-1645, της 28ης Δεκεμβρίου 2010, περί προγραμματισμού των δημοσίων οικονομικών για τα έτη 2011 έως 2014, JORF της 29ης Δεκεμβρίου 2010, σ. 22868).


17      Βλ., επίσης, Bourdon, P., όπ.π., υποσημείωση 3 των παρουσών προτάσεων, κατά τον οποίο «το τεκμήριο μπορεί να ανατραπεί [αλλά με σκοπό] διαφυλάξεως της κρατικής εγγυήσεως υπέρ των [EPIC]. Πάντως, η κρατική αυτή εγγύηση θα πρέπει, αφενός, να είναι ενταγμένη στη λογιστική του [EPIC] προκειμένου, αφετέρου, να ληφθεί υπόψη από τον οργανισμό στον υπολογισμό του κόστους του. Η λύση αυτή, η οποία δεν είναι νέα […], όλως προσφάτως προκρίθηκε από το Conseil d’état [Συμβούλιο της Επικρατείας (Γαλλία)]. [Το τελευταίο] εξήγγειλε ότι, όταν προτείνουν παροχές στο πλαίσιο της αγοράς, “η τιμή που προτείνει ο οργανισμός τοπικής αυτοδιοικήσεως ή ο δημόσιος φορέας συνεργασίας πρέπει να καθορίζεται λαμβανομένου υπόψη του συνολικού άμεσου και έμμεσου κόστους που συμβάλλει στο σχηματισμό της, χωρίς ο δημόσιος οργανισμός να απολαύει, για τον καθορισμό της, πλεονεκτήματος από τους πόρους ή τα μέσα που του παρέχονται λόγω των αποστολών του δημόσιας υπηρεσίας και υπό τον όρο ότι μπορεί, αν είναι αναγκαίο, να το δικαιολογήσει με λογιστικά του έγγραφα ή με κάθε άλλο πρόσφορο μέσο πληροφορήσεως” [βλ. CE, 30 Δεκεμβρίου 2014, nº 355563, Société Armor SNC, Lebon 433 με τα συμπεράσματα]. Η απόφαση αυτή δεν αφορούσε τους [EPIC], αλλά κάλλιστα μπορεί να μεταφερθεί σε αυτούς, όταν προτείνουν παροχές στο πλαίσιο της αγοράς. Συμπληρωματικά, η κρατική εγγύηση θα μπορούσε να αποτελεί το αντικείμενο πληρωμής από [τον EPIC] ενός ασφαλίστρου σχετικά με την οικονομική αξία της εγγυήσεως, πράγμα που ισοδυναμεί περίπου με την ανάληψη του κινδύνου που φέρει το κράτος […]. Ελλείψει ασφαλίστρου, θα μπορούσε ενδεχομένως να αποδειχθεί ότι η κρατική εγγύηση είναι αντιπαροχή για τις υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας [που έχει ο EPIC]. Το άρθρο 106 [ΣΛΕΕ] το προβλέπει. Μια σύμβαση που δεσμεύει [τον EPIC] και το κράτος για τον καθορισμό του ζητήματος αυτού θα ήταν χρήσιμη για την ανατροπή του τεκμηρίου της υπάρξεως παράνομης κρατικής ενισχύσεως».


18      Απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2016, Galp Energía España κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-603/13 P, EU:C:2016:38, σκέψη 72 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Η υπογράμμιση δική μου.


19      Απόφαση της 1ης Ιουλίου 2008, Chronopost και La Poste κατά UFEX κ.λπ. (C‑341/06 P και C‑341/06 P, EU:C:2008:375, σκέψη 123).