Language of document : ECLI:EU:C:2017:950

Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ TΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

ELEANOR SHARPSTON

της 7ης Δεκεμβρίου 2017 (1)

Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C85/16 P και C86/16 P

KenzoTsujimoto

κατά

Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO)

«Αιτήσεις αναιρέσεως – Αίτηση καταχωρίσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης – ‟KENZO ESTATE” – Προγενέστερο σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ‟KENZO”– Σχετικοί λόγοι απαραδέκτου – Άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού (EK) 207/2009 – Ερμηνεία της εκφράσεως ‟η δε χρησιμοποίηση χωρίς νόμιμη αιτία του αιτούμενου σήματος θα προσπόριζε αθέμιτο όφελος από τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενέστερου σήματος, ή θα ήταν βλαπτική για τον εν λόγω διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη” – Κατά πόσο η χρήση του κυρίου ονόματος ενός προσώπου συνιστά χρήση για νόμιμη αιτία»






1.        Με τις υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως o Kenzo Tsujimoto (στο εξής: Κ. Tsujimoto) ζητεί την αναίρεση δύο αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου της 2ας Δεκεμβρίου 2015, και συγκεκριμένα της αποφάσεως Tsujimoto κατά ΓΕΕΑ (2)και της αποφάσεως Tsujimoto κατά ΓΕΕΑ (3). Το Δικαστήριο μου ζήτησε στις παρούσες προτάσεις να εξετάσω ένα τμήμα της αιτήσεως αναιρέσεως του Κ. Tsujimoto και συγκεκριμένα την ερμηνεία του σχετικού λόγου απαραδέκτου καταχωρίσεως σήματος ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου για το κοινοτικό σήμα (4). Το ζήτημα που πρέπει να εξετασθεί είναι αν το λεκτικό σήμα «KENZO ESTATE», του οποίου την καταχώριση ως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης αιτήθηκε ο Κ. Tsujimoto, εμπίπτει στην έννοια της εκφράσεως «χρησιμοποίηση χωρίς νόμιμη αιτία του αιτούμενου σήματος» της εν λόγω διατάξεως. Ο Κ. Tsujimoto διατείνεται ότι λόγω του ότι το σήμα αυτό αποτελείται εν μέρει από το κύριο όνομά του, «Kenzo», η καταχώρισή του συνιστά χρήση για νόμιμη αιτία και ως εκ τούτου το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009 δεν έχει εφαρμογή.

 Ο κανονισμός 207/2009

2.        Η αιτιολογική σκέψη 7 ορίζει ότι «το δικαίωμα επί του […] σήματος [της Ευρωπαϊκής Ένωσης] αποκτάται μόνο διά καταχωρίσεως η οποία δεν γίνεται αποδεκτή, ιδίως εάν το σήμα στερείται διακριτικού χαρακτήρα, αν είναι παράνομο ή αν υπάρχουν αντίθετα προγενέστερα δικαιώματα».

3.        Το άρθρο 8 απαριθμεί τους λόγους για τους οποίους πρέπει να απορρίπτεται αίτηση καταχωρίσεως σήματος σε περίπτωση ασκήσεως ανακοπής εκ μέρους του δικαιούχου προγενέστερου σήματος. Οι λόγοι αυτοί είναι δύο ειδών. Η αίτηση καταχωρίσεως απορρίπτεται εάν το σήμα «ταυτίζεται με το προγενέστερο σήμα και τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες, για τα οποία ζητείται το σήμα, ταυτίζονται με εκείνα για τα οποία προστατεύεται το προγενέστερο σήμα» (Άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ). Επίσης η εν λόγω αίτηση απορρίπτεται «εάν, λόγω του ταυτοσήμου του ή της ομοιότητας με το προγενέστερο σήμα και του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που προσδιορίζουν τα δύο σήματα, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού της εδαφικής περιοχής στην οποία απολαύει προστασίας το προγενέστερο σήμα· ο κίνδυνος σύγχυσης περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχέτισης με το προγενέστερο σήμα» (Άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ). Για τους σκοπούς του άρθρου 8, παράγραφος 2, ως προγενέστερα σήματα νοούνται, μεταξύ άλλων, τα σήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, σημείο i).

4.        Το άρθρο 8, παράγραφος 5, προβλέπει ότι «[κ]ατόπιν ανακοπής του δικαιούχου προγενέστερου σήματος κατά την έννοια της παραγράφου 2, το αιτούμενο σήμα δεν γίνεται επίσης δεκτό για καταχώριση αν ταυτίζεται ή ομοιάζει με το προγενέστερο σήμα και πρόκειται να καταχωρισθεί για προϊόντα ή υπηρεσίες που δεν ομοιάζουν με αυτές για τις οποίες έχει καταχωρισθεί το προγενέστερο σήμα, εφόσον, στην περίπτωση προγενέστερου […] σήματος [της Ευρωπαϊκής Ένωσης], το σήμα αυτό χαίρει φήμης στην Ευρωπαϊκή Ένωση και, στην περίπτωση προγενέστερου εθνικού σήματος, το σήμα αυτό χαίρει φήμης στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, η δε χρησιμοποίηση, χωρίς νόμιμη αιτία του αιτούμενου σήματος, θα προσπόριζε αθέμιτο όφελος από τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενέστερου σήματος, ή θα ήταν βλαπτική για τον εν λόγω διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη» (5).

5.        Η διατύπωση του άρθρου 8, παράγραφος 5, αντιστοιχεί με εκείνη του άρθρου 9 («Δικαίωμα που παρέχει το σήμα [της Ευρωπαϊκής Ένωσης]») του τμήματος 2 («Αποτελέσματα του [σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης]»). Το άρθρο 9, παράγραφος 1, απαριθμεί τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο δικαιούχος σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης δικαιούται να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί σημεία στις συναλλαγές, χωρίς τη συγκατάθεσή του. Στις περιπτώσεις αυτές περιλαμβάνεται, όπως προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, το να χρησιμοποιεί ο τρίτος «κάθε σημείο που ταυτίζεται ή ομοιάζει με το σήμα [της Ευρωπαϊκής Ένωσης] για προϊόντα ή υπηρεσίες που δεν ομοιάζουν με εκείνες για τις οποίες έχει καταχωρισθεί το σήμα [της Ευρωπαϊκής Ένωσης], εάν αυτό χαίρει φήμης [στην Ευρωπαϊκή Ένωση] και η χρησιμοποίηση χωρίς εύλογη αιτία του σημείου θα προσπόριζε αθέμιτο όφελος από το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του […] σήματος [της Ευρωπαϊκής Ένωσης] ή θα έβλαπτε τον εν λόγω διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη» (6).

6.        Το τμήμα 2 περιλαμβάνει επίσης το άρθρο 12 («Περιορισμός των αποτελεσμάτων του […] σήματος [της Ευρωπαϊκής Ένωσης]»). Το άρθρο αυτό προβλέπει τα εξής:

«Το δικαίωμα που παρέχει το […] σήμα [της Ευρωπαϊκής Ένωσης] δεν επιτρέπει στον δικαιούχο του να απαγορεύει στους τρίτους τη χρήση στις συναλλαγές:

α)      του ονόματος ή της διεύθυνσής του·

β)      ενδείξεων περί το είδος, την ποιότητα, την ποσότητα, τον προορισμό, την αξία, τη γεωγραφική προέλευση, το χρόνο παραγωγής του προϊόντος ή της παροχής της υπηρεσίας ή άλλων χαρακτηριστικών τους·

γ)      του σήματος, εάν είναι αναγκαίο, για να δηλωθεί ο προορισμός προϊόντος ή υπηρεσίας, ιδίως όταν πρόκειται για εξαρτήματα ή ανταλλακτικά,

εφόσον η χρήση αυτή γίνεται σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία και το εμπόριο.»

7.        Κατά το άρθρο 15 του κανονισμού 207/2009, αν εντός προθεσμίας πέντε ετών από την καταχώριση ο δικαιούχος δεν έχει κάνει ουσιαστική χρήση του σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τις οποίες αυτό έχει καταχωριστεί, υπόκειται σε ορισμένες κυρώσεις. Ομοίως (κατά το άρθρο 51) ο δικαιούχος του σήματος κηρύσσεται έκπτωτος των δικαιωμάτων του αν επί πέντε συναπτά έτη δεν έχει γίνει ουσιαστική χρήση του. Το άρθρο 54 προβλέπει, στο ίδιο πνεύμα, ότι ο δικαιούχος ο οποίος επί πέντε συναπτά έτη γνώριζε αλλά ανέχθηκε τη χρήση μεταγενέστερου σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν δικαιούται πλέον να ζητήσει την κήρυξη ακυρότητας ούτε να αντιταχθεί στη χρήση του μεταγενέστερου σήματος.

 Ιστορικό της διαφοράς

 Υπόθεση C85/16 P

8.        Στις 21 Ιανουαρίου 2008 ο Κ. Tsujimoto υπέβαλε αίτηση διεθνούς καταχωρίσεως του λεκτικού σημείου «KENZO ESTATE» (στο εξής: επίμαχο σήμα) ως σήματος της τότε Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Τα προϊόντα για τα οποία ζητήθηκε η καταχώριση του σήματος ενέπιπταν στην κλάση 33 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας (7)· τα εν λόγω προϊόντα αντιστοιχούσαν στην εξής περιγραφή: «οίνοι, ηδύποτα, οινοπνευματώδη ποτά (γενικά)». Στις 17 Μαρτίου 2008, η αίτηση αυτή δημοσιεύθηκε στο Δελτίο Κοινοτικών Σημάτων αριθ. 12/2008. Στις 16 Δεκεμβρίου 2008 η Kenzo SA [παρεμβαίνουσα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, (στο εξής: Kenzo)] άσκησε ανακοπή δυνάμει του άρθρου 41 του κανονισμού 207/2009, ερειδόμενη στο άρθρο 8, παράγραφος 5, του εν λόγω κανονισμού. Η ανακοπή στηριζόταν στο προγενέστερο σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης «KENZO» το οποίο είχε καταχωριστεί στις 20 Φεβρουαρίου 2001 για προϊόντα που εμπίπτουν, μεταξύ άλλων, στις κλάσεις 3, 18 και 25 της Ταξινόμησης της Νίκαιας (8). Στις 20 Δεκεμβρίου 2011, το τμήμα ανακοπών απέρριψε την ανακοπή. Η Kenzo προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του τμήματος προσφυγών.

9.        Στις 22 Μαΐου 2013 το τμήμα προσφυγών έκανε δεκτή την προσφυγή της Kenzο στο σύνολό της. Έκρινε ότι πληρούνταν οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει σωρευτικά το άρθρο 8, παράγραφος 5, του εν λόγω κανονισμού: (i) τα επίμαχα σήματα παρουσίαζαν μεγάλες ομοιότητες για μη αμελητέο μέρος του οικείου κοινού· (ii) αντίθετα προς την κρίση του τμήματος ανακοπών, το προγενέστερο σήμα είχε αποκτήσει φήμη· και (iii) το σήμα για το οποίο ζητήθηκε η καταχώριση θα εκμεταλλευόταν τη φήμη του προγενέστερου σήματος. Το τμήμα προσφυγών διαπίστωσε ότι υφίστατο ο κίνδυνος το σήμα του οποίου την καταχώριση αιτήθηκε ο Κ. Tsujimoto να αντλήσει αθέμιτο όφελος από τη φήμη του προγενέστερου σήματος «KENZO» στο πλαίσιο του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009.

10.      Στις 8 Αυγούστου 2013 ο Κ. Tsujimoto άσκησε προσφυγή κατά της εν λόγω αποφάσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Προέβαλε δύο λόγους ακυρώσεως. Υποστήριξε, ειδικότερα, ότι το τμήμα προσφυγών παρέβη τα άρθρα 76, παράγραφος 2 (9), και 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009. Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε εν όλω την προσφυγή και καταδίκασε τον Κ. Tsujimoto στα δικαστικά έξοδα.

 Υπόθεση C86/16 P

11.      Στις 18 Αυγούστου 2009 ο Κ. Tsujimoto υπέβαλε εκ νέου αίτηση διεθνούς καταχωρίσεως του λεκτικού σημείου «KENZO ESTATE» (στο εξής: επίμαχο σήμα) ως σήματος της τότε Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Τα προϊόντα και οι υπηρεσίες για τα οποία ζητήθηκε καταχώριση εμπίπτουν, μεταξύ άλλων, στις κλάσεις 29, 30, 31, 35, 41 και 43 της Ταξινόμησης της Νίκαιας (10). Η αίτηση καταχωρίσεως δημοσιεύθηκε στο Δελτίο Κοινοτικών Σημάτων αριθ. 44/2009, της 16ης Νοεμβρίου 2009. Στις 12 Αυγούστου 2010 η Kenzo άσκησε ανακοπή δυνάμει του άρθρου 41 του κανονισμού 207/2009, ερειδόμενη στο άρθρο 8, παράγραφος 5 του εν λόγω κανονισμού. Η ανακοπή στηριζόταν εκ νέου στο προγενέστερο λεκτικό σήμα «KENZO» το οποίο είχε καταχωριστεί στις 20 Φεβρουαρίου 2001 για προϊόντα που εμπίπτουν, μεταξύ άλλων, στις κλάσεις 3, 18 και 25 της Ταξινόμησης της Νίκαιας.

12.      Με απόφαση της 24ης Μαΐου 2012 το τμήμα ανακοπών απέρριψε την ανακοπή της Kenzo. Στις 23 Ιουλίου 2012 η Kenzo προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του τμήματος προσφυγών το οποίο, με απόφαση της 3ης Ιουλίου 2013, δέχθηκε εν μέρει την προσφυγή της Kenzο. Το τμήμα προσφυγών έκρινε, ως προς τα προϊόντα των κλάσεων 29 έως 31 (τα οποία αφορούν την αιτηθείσα από τον Κ. Tsujimoto καταχώριση), ότι αυτά δεν αποτελούσαν είδη πολυτελείας και ότι δεν συσχετίζονταν κατ’ ανάγκη με τον κόσμο της λάμψης ή της μόδας. Το τμήμα προσφυγών θεώρησε ότι επρόκειτο για ευρείας καταναλώσεως τρόφιμα τα οποία μπορούσαν να αγοραστούν από οποιοδήποτε συνοικιακό κατάστημα και είχαν μόνον περιφερειακή σχέση με τα προϊόντα της Kenzo. Ως εκ τούτου το τμήμα προσφυγών απέρριψε την ανακοπή ως προς τα προϊόντα αυτά. Εντούτοις, δέχθηκε την ανακοπή για τις υπηρεσίες και τα προϊόντα που εμπίπτουν στις κλάσεις 35, 41 και 43 της Ταξινόμησης της Νίκαιας.

13.      Στις 26 Σεπτεμβρίου 2013 ο Κ. Tsujimoto άσκησε προσφυγή κατά της εν λόγω αποφάσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Προέβαλε ότι το τμήμα προσφυγών παρέβη τα άρθρα 76, παράγραφος 2, και 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009. Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε εν όλω την προσφυγή και καταδίκασε τον Κ. Tsujimoto στα δικαστικά έξοδα.

 Οι αιτήσεις αναιρέσεως και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

14.      Στις δύο υπό κρίση υποθέσεις ο Κ. Tsujimoto ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου·

–        να αποφανθεί οριστικώς επί της διαφοράς·

–        να καταδικάσει το EUIPO και την Kenzo στα δικαστικά έξοδα της διαδικασίας, περιλαμβανομένων των εξόδων της διαδικασίας ενώπιον του τμήματος προσφυγών.

15.      Το EUIPO και η Kenzo ζητούν από το Δικαστήριο να απορρίψει τις δύο αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικάσει τον Κ. Tsujimoto στα δικαστικά έξοδα της διαδικασίας.

16.      Σε αμφότερες τις υποθέσεις ο Κ. Tsujimoto προβάλλει δύο λόγους αναιρέσεως. Πρώτον, υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία του άρθρου 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος περιλαμβάνει τέσσερα σκέλη, ο Κ. Tsujimoto προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 8, παράγραφος 5, του εν λόγω κανονισμού. Το τέταρτο σκέλος του λόγου αυτού είναι το ίδιο στην υπόθεση C‑85/16 P και στην υπόθεση C‑86/16 P. Με το σκέλος αυτό εγείρεται νέο νομικό ζήτημα, ως εκ τούτου στις παρούσες προτάσεις θα ασχοληθώ αποκλειστικά και μόνο με το ζήτημα αυτό.

 Τέταρτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως – εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009 – χρήση του επίμαχου σήματος «χωρίς νόμιμη αιτία»

17.      Ο Κ. Tsujimoto υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο. Το σημείο του οποίου ζήτησε την καταχώριση (KENZO ESTATE) περιέχει το κύριο όνομά του, συνεπώς συνέτρεχε νόμιμη αιτία για τη χρήση του εν λόγω σημείου. Ο Κ. Tsujimoto υποστηρίζει, επίσης, ότι η αιτιολογία του Γενικού Δικαστηρίου είναι ανεπαρκής καθώς απλώς επισημαίνει ότι «δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη νόμιμης αιτίας». Ο Κ. Tsujimoto διατείνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη, καθόσον δεν έκρινε ότι το τμήμα προσφυγών όφειλε να αιτιολογήσει τη διαπίστωση ότι η χρήση του κυρίου ονόματος του Κ. Tsujimoto στο σημείο KENZO ESTATE συνιστούσε χρήση χωρίς νόμιμη αιτία.

 Οιαναιρεσιβαλλόμενεςαποφάσεις

18.      Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ορθώς το τμήμα προσφυγών απεφάνθη ότι η καταχώριση του σήματος την οποία είχε ζητήσει ο Κ. Tsujimoto ενείχε τον κίνδυνο να αντληθεί αθέμιτο όφελος από τη φήμη του προγενέστερου σήματος. Το Γενικό Δικαστήριο επιβεβαίωσε τη διαπίστωση του τμήματος προσφυγών ότι το σήμα του Κ. Tsujimoto «[…] θα εκμεταλλευόταν το προγενέστερο σήμα προκειμένου να επωφεληθεί από την έλξη που ασκεί το σήμα, από τη φήμη και από το κύρος του, και να καρπωθεί, χωρίς να καταβάλει χρηματικό αντίτιμο, την εμπορική προσπάθεια που καταβάλλει [η Kenzo] για να οικοδομήσει και να εδραιώσει τη φήμη του σήματος αυτού» (11).

19.      Το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε στην απόφασή του ότι ο Κ. Tsujimoto υποστήριξε ότι το τμήμα προσφυγών παρέβη το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009 διότι δεν έλαβε υπόψη το επιχείρημα ότι ο Κ. Tsujimoto απλώς επιδίωξε την καταχώριση του κυρίου ονόματός του ως σήματος (12). Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε τα ακόλουθα:

«Πρέπει να επισημανθεί ότι το τμήμα προσφυγών απάντησε στο επιχείρημα του προσφεύγοντος με τη διαπίστωση ότι “δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη νόμιμης αιτίας” (σημείο 50 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Η απάντηση αυτή είναι, ασφαλώς, λακωνική, πλην όμως, επαρκής. Ο κανονισμός 207/2009 δεν προβλέπει ανεπιφύλακτο δικαίωμα καταχωρίσεως ενός ονόματος ως κοινοτικού σήματος (βλ., συναφώς, απόφαση της 25ης Μαΐου 2011, Prinz von Hannover κατά ΓΕΕΑ (Αναπαράσταση οικόσημου), T‑397/09, EU:T:2011:246, σκέψη 29), ούτε βέβαια ανεπιφύλακτο δικαίωμα καταχωρίσεως ενός κυρίου ονόματος ως σήματος. Συνεπώς, το γεγονός ότι το κύριο όνομα του προσφεύγοντος είναι Kenzo δεν αρκεί για να αποτελέσει νόμιμη αιτία για τη χρήση του σήματος του οποίου η καταχώριση ζητείται, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009 […].

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το τέταρτο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.» (13).

 Ανάλυση

 Επί τηςυποχρεώσεωςαιτιολογήσεως

20.      Με το επιχείρημα του Κ. Tsujimoto ότι η αιτιολογία των αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου είναι ανεπαρκής προβάλλεται κατ’ ουσίαν η αιτίαση ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να αιτιολογήσει την επικύρωση των αποφάσεων του τμήματος προσφυγών με τις οποίες κρίθηκε ότι η χρήση του κυρίου ονόματός του στο επίμαχο σήμα συνιστούσε χρήση χωρίς νόμιμη αιτία κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009.

21.      Η υποχρέωση αιτιολογήσεως απορρέει από το άρθρο 36 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, που έχει εφαρμογή στο Γενικό Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 53, πρώτο εδάφιο, του ίδιου Οργανισμού και του άρθρου 117 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου (14). Από πάγια νομολογία προκύπτει ότι το Δικαστήριο δεν επιβάλλει στο Γενικό Δικαστήριο την υποχρέωση να παρέχει αιτιολογία που να ακολουθεί αναλυτικά ένα προς ένα όλα τα επιχειρήματα των διαδίκων και ότι η αιτιολογία του Γενικού Δικαστηρίου μπορεί, ως εκ τούτου, να συνάγεται εμμέσως, υπό την προϋπόθεση ότι παρέχει τη δυνατότητα στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους για τους οποίους το Γενικό Δικαστήριο δεν δέχθηκε τα επιχειρήματά τους, στο δε Δικαστήριο να διαθέτει επαρκή στοιχεία ώστε να ασκήσει τον έλεγχό του (15).

22.      Όπως προκύπτει από τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε το επιχείρημα του Κ. Tsujimoto σχετικά με τη χρήση του κυρίου ονόματός του. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, μολονότι η απάντηση του τμήματος προσφυγών στο επιχείρημα αυτό ήταν «λακωνική», εντούτοις ήταν επαρκής (16). Πράγματι το Γενικό Δικαστήριο δεν ανέλυσε λεπτομερώς τη θέση του ως προς την ερμηνεία του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009. Εντούτοις, το Γενικό Δικαστήριο διατύπωσε ρητώς την εκτίμησή του ότι ο ισχυρισμός ότι αυτή καθεαυτήν η χρήση κυρίου ονόματος συνιστά νόμιμη αιτία κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως είναι ανεπαρκής. Επομένως, φρονώ ότι η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου παρέχει τη δυνατότητα να συναχθεί ο λόγος για τον οποίο το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τον σχετικό λόγο ακυρώσεως του Κ. Tsujimoto.

 Άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009

23.      Η ουσία της επιχειρηματολογίας του Κ. Tsujimoto συνοψίζεται στο ότι πρέπει να έχει το δικαίωμα καταχωρίσεως του σήματος KENZO ESTATE, διότι χρησιμοποιεί τη λέξη «KENZO» καλόπιστα λόγω του ότι αποτελεί το όνομά του.

24.      Δεν συμμερίζομαι την άποψη του Κ. Tsujimoto. Κατά τη γνώμη μου, από το γεγονός ότι το κύριο όνομά του είναι Kenzo δεν συνάγεται ότι η χρήση του σήματος του οποίου ζητεί την καταχώριση συνιστά χρήση για «νόμιμη αιτία» κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009. Το λεκτικό σήμα Kenzo καταχωρίστηκε το 2001, δηλαδή οκτώ περίπου έτη πριν από την αίτηση καταχωρίσεως του Κ. Tsujimoto. Τα δικαιώματα που αφορούν το σήμα αυτό προστατεύονται βάσει του κανονισμού 207/2009 και η εν λόγω προστασία δεν μπορεί να παρακαμφθεί απλώς και μόνον επειδή το όνομα Kenzo αποτελεί ένα σχετικά σύνηθες όνομα στην Ιαπωνία.

25.      Θα ξεκινήσω την ανάλυσή μου με ορισμένες εισαγωγικές παρατηρήσεις. Δεν αμφισβητείται ότι το λεκτικό σήμα Kenzo συνιστά το «προγενέστερο σήμα» κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, σημείο i, του κανονισμού 207/2009 στο πλαίσιο των υπό κρίση υποθέσεων. Στη σκέψη 54 των αποφάσεών του το Γενικό Δικαστήριο επιβεβαίωσε το συμπέρασμα του τμήματος προσφυγών ότι το σήμα του Κ. Tsujimotο «θα εκμεταλλευόταν το προγενέστερο σήμα» και ως εκ τούτου θα έβλαπτε τον δικαιούχο, δηλαδή την Kenzo.

26.      Πρώτον, όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009, πρέπει να επισημανθεί ότι στον κανονισμό αυτόν δεν περιλαμβάνεται ορισμός για την έκφραση «χρησιμοποίηση χωρίς νόμιμη αιτία του αιτούμενου σήματος». Κατόπιν τούτου, η επίμαχη έννοια πρέπει να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα της γενικής οικονομίας και των σκοπών του συστήματος στο οποίο εντάσσεται, καθώς και του πλαισίου της διάταξης στην οποία περιλαμβάνεται (17).

27.      Δεύτερον, στο πλαίσιο του συστήματος που καθιερώνει ο κανονισμός 207/2009, το άρθρο 8 φέρει τον τίτλο «Σχετικοί λόγοι απαραδέκτου». Το άρθρο αυτό καθορίζει τους κανόνες επιλύσεως των διαφορών που ανακύπτουν όταν προγενέστερο σήμα παρέχει δικαιώματα στον δικαιούχο κατά τον χρόνο υποβολής μεταγενέστερης αιτήσεως καταχωρήσεως. Το άρθρο 9 προβλέπει τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται στον δικαιούχο σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Βάσει της διατάξεως αυτής ο δικαιούχος δικαιούται να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί (χωρίς τη συγκατάθεσή του) σημείο πανομοιότυπο ή παρόμοιο όσον αφορά προϊόντα ή υπηρεσίες που ταυτίζονται με εκείνες για τις οποίες έχει καταχωριστεί το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ). Ο δικαιούχος μπορεί επίσης να απαγορεύει τη χρήση οποιουδήποτε σημείου σε περίπτωση που, λόγω του ταυτοσήμου ή της ομοιότητάς του με το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών οι οποίες καλύπτονται από το σήμα αυτό και το σημείο, υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως από μέρους του κοινού (Άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ). Το περιεχόμενο του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ (το οποίο αφορά τη «χρήση χωρίς νόμιμη αιτία»), είναι παρόμοιο με εκείνο της τελευταίας προϋποθέσεως που ορίζει το άρθρο 8, παράγραφος 5. Είμαι της γνώμης ότι οι δύο αυτές διατάξεις πρέπει να ερμηνευθούν κατά τρόπο ομοιόμορφο προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η ερμηνεία του κανονισμού 207/2009 έχει συνοχή (18).

28.      Τρίτον, ο κανονισμός 207/2009 και η οδηγία περί σημάτων εντάσσονται στο ίδιο ιστορικό πλαίσιο και έχουν ως κοινό σκοπό την καθιέρωση συστήματος ευρωπαϊκού σήματος (19). Οι διατάξεις των άρθρων 8, παράγραφος 5, και 9, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009 είναι παράλληλες προς τις διατάξεις των άρθρων 4, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, και 5, παράγραφος 2, αντιστοίχως. Επομένως φρονώ ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η νομολογία που ερμηνεύει τις παράλληλες διατάξεις της οδηγίας περί σημάτων στο πλαίσιο της εξετάσεως του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009. Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι η ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 2, της οδηγίας περί σημάτων ισχύει και για το άρθρο 4, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της οδηγίας αυτής (20). Θεωρώ ότι η ίδια προσέγγιση πρέπει να ακολουθείται όσον αφορά τα άρθρα 8, παράγραφος 5, και 9, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009.

29.      Όσον αφορά το σύστημα του κανονισμού 207/2009, η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Levi Strauss (21)παρέχει ορισμένα χρήσιμα στοιχεία τα οποία κατ’ εμέ μπορούν να εφαρμοστούν κατ’ αναλογία. Το εν λόγω νομοθετικό σύστημα προσδιορίζει την έκταση της προστασίας των δικαιωμάτων αυτών ανάλογα με τις συνέπειες της συμπεριφοράς του δικαιούχου (22).

30.      Έτσι, το άρθρο 15 προβλέπει ότι, εάν, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχωρίσεως, ο δικαιούχος δεν έχει κάνει ουσιαστική χρήση του σήματος στο οικείο κράτος μέλος για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τις οποίες έχει καταχωριστεί το σήμα αυτό ή εάν έχει διακόψει τη χρήση του επί πέντε συνεχή έτη, το σήμα υποβάλλεται στις κυρώσεις που προβλέπονται στον κανονισμό 207/2009, εκτός αν υπάρχει νόμιμη αιτία για τη μη χρήση. Κατά το άρθρο 51 του Κανονισμού 207/2009, ο δικαιούχος του σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι δυνατόν να κηρυχθεί έκπτωτος των δικαιωμάτων του εάν, επί διάστημα πέντε συνεχών ετών, δεν έχει γίνει ουσιαστική χρήση του σήματος ή εάν το σήμα έχει καταστεί, εξαιτίας της συμπεριφοράς του δικαιούχου του, συνήθης εμπορική ονομασία ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 54, εάν ο δικαιούχος προγενέστερου σήματος επί πέντε συνεχή έτη γνώριζε, αλλά ανέχθηκε τη χρήση μεταγενέστερου σήματος που έχει καταχωριστεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν μπορεί κατ’ αρχήν να ζητήσει πλέον την κήρυξη της ακυρότητας του μεταγενέστερου σήματος ούτε να αντιταχθεί, στηριζόμενος στο προγενέστερο σήμα, στη χρήση του για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τις οποίες χρησιμοποιήθηκε το μεταγενέστερο σήμα (23).

31.      Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο κανονισμός 207/2009 σκοπεί σε γενικές γραμμές στην επίτευξη της κατάλληλης σταθμίσεως των εμπλεκομένων συμφερόντων. Το συμφέρον του δικαιούχου του σήματος έγκειται στο να διαφυλάξει την ουσιώδη λειτουργία του εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η λειτουργία του αυτή συνίσταται στο να εγγυάται στον καταναλωτή ή στον τελικό χρήστη την ταυτότητα προελεύσεως του φέροντος το σήμα προϊόντος ή της οικείας υπηρεσίας, δίνοντάς του τη δυνατότητα να διακρίνει χωρίς κίνδυνο συγχύσεως το εν λόγω προϊόν ή την υπηρεσία από τα αντίστοιχα άλλης προελεύσεως. Ο δικαιούχος του σήματος πρέπει να προστατεύεται έναντι των ανταγωνιστών που θα ήθελαν να εκμεταλλευθούν τη θέση και τη φήμη του σήματός του, πωλώντας προϊόντα επί των οποίων έχει τεθεί παρανόμως το εν λόγω σήμα. Το άλλο μέρος στη στάθμιση αυτή περιλαμβάνει το συμφέρον άλλων επιχειρηματιών να έχουν στη διάθεσή τους σήματα ικανά να διακρίνουν τα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους (24).

32.      Συνεπώς, η προστασία των δικαιωμάτων που αντλεί ο δικαιούχος ενός σήματος βάσει του κανονισμού 207/2009 τελεί υπό προϋποθέσεις, αφού περιορίζεται, προκειμένου να εξισορροπηθούν αυτά τα δύο διαφορετικά συμφέροντα, μόνο στις περιπτώσεις που ο εν λόγω δικαιούχος επιδεικνύει αρκετή επιμέλεια ώστε να αντιταχθεί στη χρήση, από άλλους επιχειρηματίες, σημείων που μπορούν να αποδειχθούν βλαπτικά για το σήμα του (25). Αυτό ακριβώς συμβαίνει στις υπό κρίση υποθέσεις στο πλαίσιο των οποίων η Kenzo αντιτάχθηκε ενεργά στην καταχώριση του επίμαχου σήματος. Επομένως η Kenzo επιδιώκει να διασώσει την ουσιώδη λειτουργία του προγενέστερου σήματος.

33.      Στο πλαίσιο του συστήματος του κανονισμού 207/2009, συνιστά η εκ μέρους του Κ. Tsujimoto αίτηση καταχωρίσεως του επίμαχου σήματος το οποίο περιέχει το όνομά του χρήση για νόμιμη αιτία κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 5, του εν λόγω κανονισμού; (26).

34.      Η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Leidseplein Beheer και de Vries,η οποία αφορά το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας περί σημάτων, καθιερώνει ορισμένες αρχές οι οποίες θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη κατά την εξέταση του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009. Το Δικαστήριο έκρινε με την εν λόγω απόφαση ότι η προστασία που παρέχεται στο σήμα που χαίρει φήμης είναι εκτεταμένη. Στην υπό κρίση υπόθεση η Kenzo απέδειξε ότι υφίσταται μια μορφή προσβολής του προγενέστερου σήματος, καθόσον διαπιστώθηκε ότι το σήμα του Κ. Tsujimoto θα εκμεταλλευόταν το καταχωρισμένο σήμα (27). Κατά συνέπεια, απόκειται στον Κ. Tsujimoto να αποδείξει ότι συντρέχει παρά ταύτα νόμιμη αιτία για την καταχώριση του σήματος KENZO ESTATE (28). Η έννοια της νόμιμης αιτίας δεν καλύπτει μόνον αντικειμενικώς υπέρτερους λόγους, αλλά μπορεί κάλλιστα να σχετίζεται και με τα ατομικά συμφέροντα του τρίτου που χρησιμοποιεί σημείο πανομοιότυπο ή παρόμοιο με το σήμα το οποίο χαίρει φήμης. Η έννοια αυτή δεν έχει ως αποτέλεσμα την αναγνώριση, υπέρ του Κ. Tsujimoto, των δικαιωμάτων που συνεπάγεται η καταχώριση σήματος. Εντούτοις, σε περίπτωση αποδείξεως της συνδρομής νόμιμης αιτίας για την εν λόγω χρήση, υποχρεώνει τον δικαιούχο του σήματος που χαίρει φήμης (εν προκειμένω, την Kenzo) να ανεχθεί τη χρήση παρόμοιου σημείου (29).

35.      Κατά την άποψή μου, με την εφαρμογή των εν λόγω αρχών στην υπό κρίση υπόθεση, η στάθμιση των συμφερόντων δεν βαίνει υπέρ του Κ. Tsujimoto.

36.      Στην απόφαση Leidseplein Beheer και de Vries, δεν αμφισβητήθηκε ότι ο τρίτος (ο H. de Vries, κάτοχος του επίμαχου σημείου) είχε καταχωρίσει και χρησιμοποιήσει το εν λόγω σημείο πριν καταχωρίσει το σήμα του ο δικαιούχος που επιδιώκει να στηριχθεί στο άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας περί σημάτων (δηλαδή η Red Bull GmbH) (30). Ωστόσο, στις υπό κρίση υποθέσεις ο Κ. Tsujimoto αιτήθηκε την καταχώριση του σημείου KENZO ESTATE οκτώ έτη μετά την καταχώριση του σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Kenzo (31).

37.      Επομένως, δεν τίθεται το ζήτημα πότε έγινε δεκτό και αν απέκτησε φήμη στο οικείο κοινό το σημείο του Κ. Tsujimoto. Με αυτά τα δεδομένα, μόνο το γεγονός ότι ο Κ. Tsujimoto επιθυμεί να χρησιμοποιήσει το κύριο όνομά του ως σήμα δεν οδηγεί υπέρ του τη στάθμιση συμφερόντων που πρέπει να επιχειρηθεί κατά την εξέταση του ζητήματος αν Κ. Tsujimoto μπορεί να αποδείξει νόμιμη αιτία για τη χρήση του σήματος.

38.      Αν δινόταν μεγαλύτερο βάρος στο γεγονός ότι το κύριο όνομα του αναιρεσείοντος είναι Kenzo και όχι στη ζημία που υφίσταται ο δικαιούχος του καταχωρισμένου σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα θιγόταν σοβαρά η προστασία που παρέχεται από τον κανονισμό 207/2009. Ο αυτόματος χαρακτηρισμός μιας τέτοιας χρήσεως ως χρήσεως για νόμιμη αιτία θα είχε ως αποτέλεσμα κάθε προγενέστερο σήμα που αποτελείται από όνομα να στερείται την ουσιώδη λειτουργία του.

39.      Η χρήση ονομάτων ως σημάτων δεν είναι κάτι ασύνηθες (32). Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έκρινε ότι σε περιπτώσεις που υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα ιδιαίτερα στοιχεία της συγκεκριμένης περιπτώσεως, όπως η ενδεχόμενη φήμη του ενδιαφερομένου προσώπου (33). Είναι σαφές ότι όταν ένα όνομα καταχωρείται ως σήμα βάσει του κανονισμού 207/2009, η ουσιώδης λειτουργία του εν λόγω σήματος συνίσταται στην προστασία των συμφερόντων του δικαιούχου δυνάμει του κανονισμού αυτού. Από το γεγονός και μόνον ότι το σήμα του οποίου την καταχώριση ζήτησε ο Κ. Tsujimoto αποτελείται εν μέρει από το κύριο όνομά του δεν μπορεί να συναχθεί (όπως ο ίδιος υποστηρίζει) ότι τούτο συνιστά χρήση για νόμιμη αιτία.

40.      Όσον αφορά τον σκοπό των σχετικών λόγων απαραδέκτου, η αιτιολογική σκέψη 7 του κανονισμού 207/2009 ορίζει ότι «[η καταχώριση] […] δεν γίνεται αποδεκτή, ιδίως εάν το σήμα στερείται διακριτικού χαρακτήρα, αν είναι παράνομο ή αν υπάρχουν αντίθετα προγενέστερα δικαιώματα». Από την εν λόγω αιτιολογική σκέψη προκύπτει ότι η καταχώριση σήματος πρέπει να απορρίπτεται, αν κρίνεται ότι το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση συγκρούεται με προγενέστερο σήμα κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 5. Η διατύπωση της διατάξεως αυτής παραπέμπει σε περιπτώσεις στις οποίες η χρήση του επίμαχου σήματος θα προσπόριζε αθέμιτο όφελος από τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενέστερου σήματος ή θα έβλαπτε τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενέστερου σήματος. Η διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 54 των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων, με την οποία επικύρωσε την κρίση του τμήματος προσφυγών ότι το σήμα του οποίου την καταχώριση αιτήθηκε ο Κ. Tsujimoto «θα εκμεταλλευόταν το προγενέστερο σήμα της Kenzo» καθιστά σαφές ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το σήμα του Κ. Tsujimoto θα αντλούσε παράνομο όφελος από το προγενέστερο σήμα.

41.      Καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η χρήση του κυρίου ονόματος του Κ. Tsujimoto στο σημείο του οποίου ζήτησε την καταχώριση δεν αποτελεί χρήση για νόμιμη αιτία κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009.

42.      Χάριν πληρότητας, προσθέτω ότι ο δικαιούχος σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν δικαιούται να απαγορεύει σε τρίτους τη χρήση του ονόματος ή της διεύθυνσής του στις συναλλαγές, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω χρήση γίνεται σύμφωνα με τα ισχύοντα στη βιομηχανία ή στο εμπόριο χρηστά συναλλακτικά ήθη (34). Συνεπώς, ο κανονισμός 207/2009 διασφαλίζει ότι δεν απαγορεύεται σε πρόσωπο που τελεί σε κατάσταση όπως αυτή του Κ. Tsujimoto να χρησιμοποιεί το κύριο όνομά του ως όνομα χάριν ευκολίας των συναλλαγών λόγω της προγενέστερης καταχωρίσεως του σήματος Kenzo.

43.      Η διαπίστωση αυτή συνάδει προς το άρθρο 7 του Χάρτη, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής. Tο Δικαστήριο έχει κρίνει επανειλημμένως ότι το όνομα ενός προσώπου αποτελεί συστατικό στοιχείο της ταυτότητάς του και της ιδιωτικής του ζωής. Με τη χρήση του ονόματός μας αυτοπροσδιοριζόμαστε. Το όνομα ενός προσώπου αποτελεί επίσης σύνδεσμο με την οικογένεια, την καταγωγή και την «κληρονομιά» του, και αφορά την ιδιωτική και οικογενειακή του ζωή (35). Εντούτοις, το γεγονός ότι η Kenzo είχε καταχωρίσει ως σήμα ένα συνηθισμένο κύριο όνομα (το οποίο είναι και το κύριο όνομα του Κ. Tsujimoto) δεν καταλήγει στην προσβολή του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του Κ. Tsujimoto.

 Επί των δικαστικών εξόδων

44.      Κατά το άρθρο 137 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο αποφασίζει για τα έξοδα με την απόφαση που περατώνει τη δίκη.

 Πρόταση

45.      Κατόπιν των παραπάνω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο:

–        να απορρίψει το τέταρτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως ως αβάσιμο· και

–        να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων, σύμφωνα με τον Κανονισμό Διαδικασίας του Δικαστηρίου, με την απόφαση που περατώνει την παρούσα δίκη.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.


2      Απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 2015, Tsujimoto κατά ΓΕΕΑ – Kenzo (KENZO ESTATE), T‑414/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:923.


3      Απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 2015, Tsujimoto κατά ΓΕΕΑ – Kenzo (KENZO ESTATE), T‑522/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:922. Στις παρούσες προτάσεις οι αποφάσεις T‑414/13 και T‑522/13 θα αναφέρονται από κοινού ως «αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις».


4      ΕΕ 2004, L 78, σ. 1. Ο κανονισμός 207/2009 κατήργησε και αντικατέστησε τον κανονισμό (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1). Ο κανονισμός αυτός ίσχυε όταν ο Κ. Tsujimoto αιτήθηκε την καταχώριση του επίμαχου σήματος στο πλαίσιο της υποθέσεως T‑414/13. Η αρίθμηση των σχετικών διατάξεων δεν άλλαξε. Ο κανονισμός 207/2009 τροποποιήθηκε αρκετές φορές. Το αρχικό κείμενο του εν λόγω κανονισμού ίσχυε όταν ο Κ. Tsujimoto αιτήθηκε την καταχώριση του επίμαχου σήματος στο πλαίσιο της υποθέσεως T‑522/13. Στις παρούσες προτάσεις ο χρόνος κατά τον οποίο ο Κ. Tsujimoto αιτήθηκε την εν λόγω καταχώριση θα αναφέρεται ως «κρίσιμος χρόνος». Ο κανονισμός αυτός καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2017, L 154, σ. 1), με ισχύ από την 1η Οκτωβρίου 2017. Οι ουσιαστικές διατάξεις του κανονισμού 207/2009 δεν τροποποιήθηκαν με τον κανονισμό 2017/1001.


5      Οδηγία 2008/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 2008, L 299, σ. 25) (στο εξής: οδηγία περί σημάτων). Η οδηγία 2008/95 κατήργησε και αντικατέστησε την πρώτη οδηγία 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1998 (ΕΕ 1989, L 40, σ. 1). Όταν ο Κ. Tsujimoto αιτήθηκε την καταχώριση του επίμαχου σήματος στο πλαίσιο της υποθέσεως T‑414/13, ίσχυε η οδηγία 89/104. Η αρίθμηση των σχετικών διατάξεων δεν τροποποιήθηκε με την οδηγία 2008/95 η οποία ίσχυε όταν ο Κ. Tsujimoto αιτήθηκε την καταχώριση του επίμαχου σήματος στο πλαίσιο της υποθέσεως T‑522/13. Η οδηγία 2008/95 περιλαμβάνει διατάξεις οι οποίες επαναλαμβάνουν το περιεχόμενο του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009. Η εν λόγω οδηγία έχει ήδη καταργηθεί και θα αντικατασταθεί από την οδηγία (EΕ) 2015/2436 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2015 (ΕΕ 2015, L 336, σ. 1) από τις 15 Ιανουαρίου 2019. Κατά τον κρίσιμο χρόνο οι παράλληλες διατάξεις της οδηγίας 2008/95 περιλαμβάνονταν στο άρθρο 4, παράγραφος 3, σχετικά με τα καταχωρισμένα σήματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο άρθρο 4, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, σχετικά με τα καταχωρισμένα σήματα σε κράτος μέλος. Η αρίθμηση των διατάξεων αυτών τροποποιήθηκε από την οδηγία 2015/2436. Τα άρθρα 4, παράγραφος 3, και 4, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2008/95 αντιστοιχούν στο άρθρο 5, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της νέας οδηγίας.


6      Η διατύπωση του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009 επαναλαμβάνεται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/95. Η διάταξη αυτή αντιστοιχεί στο άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2015/2436.


7      Ο Διακανονισμός της Νίκαιας για τη διεθνή ταξινόμηση των προϊόντων και των υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί (στο εξής: Ταξινόμηση της Νίκαιας).


8      Τα προϊόντα αυτά καλύπτονται από την ακόλουθη περιγραφή: κλάση 3, «λευκαντικά παρασκευάσματα και άλλες oυσίες για πλύσιμο»· κλάση 18, «δέρμα και απομιμήσεις δέρματος, ζώνες, τσάντες, γυναικείες τσάντες»· κλάση 25, «ενδύματα, υποδήματα, είδη πιλοποιίας».


9      Το άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009 προβλέπει ότι το EUIPO μπορεί να μη λάβει υπόψη πραγματικά περιστατικά ή αποδεικτικά στοιχεία τα οποία οι διάδικοι δεν προσκόμισαν εγκαίρως. Το εν λόγω άρθρο δεν συναρτάται προς το ζήτημα που απορρέει από τον προβληθέντα λόγο του Κ. Tsujimoto αναφορικά με τον σχετικό λόγο απαραδέκτου της καταχωρίσεως σήματος που προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009 και τη χρήση του κυρίου ονόματος «Kenzo».


10      Τα εν λόγω προϊόντα και υπηρεσίες αντιστοιχούν στην ακόλουθη περιγραφή: κλάση 29, «ελαιόλαδο (εδώδιμο)· γιγαρτέλαιο (εδώδιμο)· εδώδιμα έλαια και λίπη· σταφίδες· επεξεργασμένα λαχανικά και φρούτα· κατεψυγμένα λαχανικά· κατεψυγμένα φρούτα· ωμά όσπρια· επεξεργασμένα προϊόντα κρέατος· επεξεργασμένα θαλασσινά»· κλάση 30, «προϊόντα ζαχαροπλαστικής, ψωμί και ψωμάκια· ξίδι από κρασί· σάλτσα λαδιού· αρτύματα (εκτός από μπαχαρικά)· μπαχαρικά· σάντουιτς· πίτσες· σάντουιτς με λουκάνικο (χοτ ντογκ)· κρεατόπιτες· ραβιόλια»· κλάση 31, «σταφύλια (νωπά)· ελιές (νωπές)· φρούτα (νωπά)· λαχανικά (νωπά)· σπόροι και βολβοί»· κλάση 35, «Έρευνα αγοράς σχετικά με τους οίνους· υπηρεσίες δημοσίων σχέσεων και διαφήμισης· εισαγωγές-εξαγωγές· υπηρεσίες λιανικής και χονδρικής πωλήσεως τροφίμων και ποτών· υπηρεσίες λιανικής και χονδρικής πωλήσεως οινοπνευματωδών»· κλάση 41, μεταξύ άλλων, «Υπηρεσίες εκπαίδευσης και επιμόρφωσης σχετικά με τη γενική γνώση των οίνων · Υπηρεσίες εκπαίδευσης και επιμόρφωσης σχετικά με τη γενική γνώση αποκτήσεως πιστοποιήσεως σερβιτόρου οίνων»· και κλάση 43, «Υπηρεσίες εστίασης· Παροχή προσωρινού καταλύματος».


11      Σκέψη 54 των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων.


12      Σκέψη 57 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως T‑414/13· το αντίστοιχο χωρίο στην απόφαση T‑522/13 παρατίθεται στη σκέψη 58.


13      Βλ. σκέψεις 58 και 59 της αποφάσεως T‑414/13 (EU:T:2015:923) και σκέψεις 59 και 60 της αποφάσεως T‑522/13 (EU:T:2015:922), οι οποίες έχουν πανομοιότυπη διατύπωση.


14      Απόφαση της 11ης Μαΐου 2017, Dyson κατά Επιτροπής (C‑44/16 P, EU:C:2017:357, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


15      Απόφαση της 11ης Μαΐου 2017, Dyson κατά Επιτροπής (C‑44/16 P, EU:C:2017:357, σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


16      Βλ. σκέψη 58 της αποφάσεως T‑414/13 (EU:T:2015:923) και την αντίστοιχη σκέψη 59 της αποφάσεως T‑522/13 (EU:T:2015:922), παρατιθέμενη στο σημείο 19 ανωτέρω.


17      Απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 2014, Leidseplein Beheer και de Vries (C‑65/12, EU:C:2014:49, σκέψη 28).


18      Βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 9ης Ιανουαρίου 2003, Davidoff (C‑292/00, EU:C:2003:9, σκέψη 17).


19      Βλ. Von Mühlendhal, A., Botis, D., Maniatis, S., Wiseman, I., Trade Mark Law in Europe (τρίτη έκδοση), Oxford University Press 2016, παράγραφοι 231 και 262. Βλ. επίσης ανακοινωθέν Τύπου της Επιτροπής IP/15/4823 της 21ης Απριλίου 2015.


20      Απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2008, Intel Corporation (C‑252/07, EU:C:2008:655, σκέψεις 24 και 25).


21      Απόφαση της 27ης Απριλίου 2006, Levi Strauss (C‑145/05, EU:C:2006:264).


22      Απόφαση της 27ης Απριλίου 2006, Levi Strauss (C‑145/05, EU:C:2006:264, σκέψη 27). Βλ., επίσης, σημείο 27 ανωτέρω.


23      Απόφαση της 27ης Απριλίου 2006, Levi Strauss (C‑145/05, EU:C:2006:264, σκέψη 28).


24      Απόφαση της 27ης Απριλίου 2006, Levi Strauss (C‑145/05, EU:C:2006:264, σκέψεις 15 και 29).


25      Απόφαση της 27ης Απριλίου 2006, Levi Strauss (C‑145/05, EU:C:2006:264, σκέψη 30).


26      Απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 2014, Leidseplein Beheer και de Vries (C‑65/12, EU:C:2014:49, σκέψη 43).


27      Βλ. σημείο 11 ανωτέρω.


28      Απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 2014, Leidseplein Beheer και de Vries (C‑65/12, EU:C:2014:49, σκέψεις 39 έως 44).


29      Απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 2014, Leidseplein Beheer και de Vries (C‑65/12, EU:C:2014:49, σκέψεις 45 και 46).


30      Απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 2014, Leidseplein Beheer και de Vries (C‑65/12, EU:C:2014:49, σκέψεις 50 και 52 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


31      Βλ. σημεία 8 και 11 ανωτέρω.


32      Ορισμένες διασημότητες καταχώρισαν τα ονόματα τους ως σήματα, όπως ο Frank Sinatra, ο Elvis, η Beyoncé, ο Michael Jordan, ο Arnold Schwarzenegger και ο David Beckham.


33      Απόφαση της 24ης Ιουνίου 2010, Becker κατά Harman International Industries (C‑51/09 P, EU:C:2010:368, σκέψεις 36 και 37).


34      Άρθρο 12, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009.


35      Απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein (C‑208/09, EU:C:2010:806, σκέψη 52). Βλ., περαιτέρω, απόφαση της 8ης Ιουνίου 2017, Freitag (C‑541/15, EU:C:2017:432, σκέψεις 33 έως 36).