Language of document : ECLI:EU:T:2017:911

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)

της 14ης Δεκεμβρίου 2017 (*)

«Υπαλληλική υπόθεση – Μόνιμοι υπάλληλοι – Μέλη του λοιπού προσωπικού – Αποδοχές – Προσωπικό της ΕΥΕΔ που είναι τοποθετημένο σε τρίτη χώρα – Άρθρο 10 του παραρτήματος Χ του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων – Ετήσια αξιολόγηση της αποζημιώσεως συνθηκών διαβιώσεως – Απόφαση περί μειώσεως της αποζημιώσεως συνθηκών διαβιώσεως στην Γκάνα από 25 σε 20 % – Ένσταση ελλείψεως νομιμότητας»

Στην υπόθεση T‑575/16,

David Martinez De Prins, μόνιμος υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, κάτοικος Accra (Γκάνα), και οι λοιποί μόνιμοι υπάλληλοι και μέλη του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονται σε παράρτημα, εκπροσωπούμενοι από τους N. de Montigny και J.-N. Louis, δικηγόρους,

προσφεύγοντες,

κατά

Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ), εκπροσωπούμενης από τον S. Marquardt, επικουρούμενο από τους M. Troncoso Ferrer, F.-M. Hislaire και S. Moya Izquierdo, δικηγόρους,

καθής,

με αντικείμενο προσφυγή ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ με αίτημα την ακύρωση των εκκαθαριστικών σημειωμάτων μισθοδοσίας των προσφευγόντων του Μαρτίου 2015 καθώς και των μεταγενέστερων εκκαθαριστικών σημειωμάτων μισθοδοσίας τους, στο μέτρο που τα εκκαθαριστικά αυτά σημειώματα εφαρμόζουν την απόφαση της ΕΥΕΔ, της 23ης Φεβρουαρίου 2015, περί μειώσεως, από 1ης Ιανουαρίου 2015, της αποζημιώσεως συνθηκών διαβιώσεως που καταβάλλεται στο προσωπικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης που είναι τοποθετημένο στην Γκάνα,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους Δ. Γρατσία, πρόεδρο, I. Labucka και I. Ulloa Rubio (εισηγητή), δικαστές,

γραμματέας: X. Lopez Bancalari, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 27ης Απριλίου 2017,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

 Νομικό πλαίσιο

1        Το παράρτημα Χ του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ίσχυε πριν την έναρξη ισχύος του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 1023/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2013, για την τροποποίηση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2013, L 287, σ. 15), δηλαδή όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς (στο εξής: ΚΥΚ), θεσπίζει, σύμφωνα με το άρθρο 1, τις ειδικές κατά παρέκκλιση διατάξεις που ισχύουν για τους υπαλλήλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίοι είναι τοποθετημένοι σε τρίτη χώρα.

2        Το άρθρο 10 του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ ορίζει τα εξής:

«1. Καθορίζεται αποζημίωση συνθηκών διαβίωσης, ανάλογα με τον τόπο υπηρεσίας του υπαλλήλου, σε ποσοστό του ποσού αναφοράς. Αυτό το ποσό αναφοράς συνίσταται στο άθροισμα του βασικού μισθού, του επιδόματος αποδημίας, του επιδόματος στέγης και του επιδόματος για τα συντηρούμενα τέκνα, αφού αφαιρεθούν οι υποχρεωτικές κρατήσεις που προβλέπονται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης ή στους κανονισμούς που εκδίδονται για την εκτέλεσή του.

[…]

Οι παράμετροι που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της αποζημίωσης συνθηκών διαβίωσης είναι οι εξής:

–        υγειονομικές συνθήκες και συνθήκες νοσοκομειακής περίθαλψης,

–        συνθήκες ασφάλειας,

–        κλιματολογικές συνθήκες·

σε αυτές τις τρεις παραμέτρους εφαρμόζεται ο συντελεστής 1·

–        βαθμός απομόνωσης,

–        άλλες τοπικές συνθήκες,

σε αυτές τις δύο παραμέτρους εφαρμόζεται ο συντελεστής 0,5.

[…]

Η αποζημίωση συνθηκών διαβίωσης που ισχύει για κάθε τόπο υπηρεσίας αξιολογείται κάθε χρόνο και, ενδεχομένως, αναθεωρείται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, αφού ζητηθεί η γνώμη της Επιτροπής Προσωπικού.

[…]»

3        Το άρθρο 1 της αποφάσεως του Ύπατου Εκπροσώπου της Ένωσης για τις εξωτερικές υποθέσεις και την πολιτική ασφαλείας, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με την αποζημίωση των συνθηκών διαβιώσεως και τη συμπληρωματική αποζημίωση που αναφέρονται στο άρθρο 10 του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ (στο εξής: απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2013), ορίζει τα εξής:

«Οι παράμετροι που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 10 του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ αξιολογούνται από την [αρμόδια για τους διορισμούς αρχή], η οποία μπορεί να βασιστεί, μεταξύ άλλων, σε πληροφορίες προερχόμενες από αξιόπιστες πηγές διεθνούς χαρακτήρα, δημόσιες ή ιδιωτικές, από τα κράτη μέλη, καθώς και από τις αντιπροσωπείες της Ένωσης και τις υπηρεσίες των θεσμικών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης.»

4        Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της αποφάσεως της 17ης Δεκεμβρίου 2013 ορίζει τα εξής:

«Αφού ζητηθεί η γνώμη των επιτροπών προσωπικού της Ε[υρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης] και της Επιτροπής, η [αρμόδια για τους διορισμούς αρχή] καθορίζει τα ποσοστά της αποζημίωσης συνθηκών διαβίωσης όσον αφορά τους διαφόρους τόπους υπηρεσίας, προκειμένου να τεθούν σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους […]»

5        Το άρθρο 7 της αποφάσεως της 17ης Δεκεμβρίου 2013 έχει ως εξής:

«Η [αρμόδια για τους διορισμούς αρχή] καθορίζει για κάθε τόπο υπηρεσίας το ποσοστό που αναφέρεται στο άρθρο 2 βάσει των αναφερομένων στο άρθρο 1 πληροφοριών που έχει στη διάθεσή της.

Οι παράμετροι που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της αποζημίωσης συνθηκών διαβίωσης είναι, μεταξύ άλλων, οι εξής:

–        υγειονομικές συνθήκες και συνθήκες νοσοκομειακής περίθαλψης,

–        συνθήκες ασφάλειας,

–        κλιματολογικές συνθήκες,

–        βαθμός απομόνωσης,

–        άλλες τοπικές συνθήκες διαβίωσης.

Για κάθε παράμετρο, η [αρμόδια για τους διορισμούς αρχή] καθορίζει τον βαθμό δυσκολίας με αριθμό μορίων. Αυτά τα δεδομένα μεταφέρονται σε συγκριτικό πίνακα, ο οποίος προκύπτει από μία τελική βαθμολόγηση, η οποία με τη σειρά της αποτυπώνει τον συντελεστή που ορίζεται για την αποζημίωση συνθηκών διαβίωσης. Η μεθοδολογία που εφαρμόζεται καθορίζεται βάσει κατευθυντηρίων γραμμών που θεσπίζονται από την Ε[υρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης] σε συμφωνία με τις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής, μετά από διαβούλευση με την τεχνική ομάδα [αποζημίωσης συνθηκών διαβίωσης].

Η τεχνική ομάδα [αποζημίωσης συνθηκών διαβίωσης] είναι μία ad hoc ομάδα συμβουλευτικής φύσεως που αποτελείται από μέλη της [Δ]ιοίκησης και εκπροσώπους του προσωπικού της Ε[υρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης], αφενός, και της Επιτροπής, αφετέρου. Οι εκπρόσωποι του προσωπικού διορίζονται από την επιτροπή προσωπικού του οργάνου τους. Η τεχνική ομάδα [αποζημίωσης συνθηκών διαβίωσης] αποφαίνεται με τη μορφή συστάσεων μετά από αίτημα της [αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής]. Καλείται ιδίως να γνωμοδοτήσει επί των αποφάσεων του άρθρου 2, παράγραφος 1 και παράγραφος 3.»

6        Ο διοικητικός γενικός διευθυντής της ΕΥΕΔ, με απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 2014, θέσπισε τις κατευθυντήριες γραμμές που καθορίζουν τη μεθοδολογία για τον προσδιορισμό των αποζημιώσεων συνθηκών διαβιώσεως και τη χορήγηση αδειών αναπαύσεως (στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές). Η απόφαση αυτή, εκδοθείσα βάσει της αποφάσεως της 17ης Δεκεμβρίου 2013, τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2015.

7        Οι παράμετροι που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της αποζημιώσεως συνθηκών διαβιώσεως (στο εξής: ΑΣΔ) που περιλαμβάνονται στην απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2013 συμπεριλήφθηκαν και εφαρμόσθηκαν στις κατευθυντήριες γραμμές. Ειδικότερα, το άρθρο 1 των κατευθυντηρίων γραμμών ορίζει τα εξής:

«1. Για τον καθορισμό των ποσοστών της [ΑΣΔ] όσον αφορά στους διαφόρους τόπους υπηρεσίας, η [αρμόδια για τους διορισμούς αρχή] λαμβάνει υπόψη τις ακόλουθες παραμέτρους:

–        υγειονομικές συνθήκες και συνθήκες νοσοκομειακής περίθαλψης,

–        συνθήκες ασφάλειας,

–        κλιματολογικές συνθήκες,

–        βαθμό απομόνωσης,

–        άλλες τοπικές συνθήκες διαβίωσης.

2. Κάθε παράμετρος πρέπει να αξιολογείται και λαμβάνει την ακόλουθη τιμή:

–        1 εφόσον οι συνθήκες διαβίωσης είναι αντίστοιχες με εκείνες που επικρατούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση,

–        2 εφόσον οι συνθήκες διαβίωσης είναι μάλλον δύσκολες σε σύγκριση με εκείνες που επικρατούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση,

–        3 εφόσον οι συνθήκες διαβίωσης είναι δύσκολες σε σύγκριση με εκείνες που επικρατούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση,

–        4 εφόσον οι συνθήκες διαβίωσης είναι πολύ δύσκολες σε σύγκριση με εκείνες που επικρατούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση,

–        5 εφόσον οι συνθήκες διαβίωσης είναι εξαιρετικά δύσκολες σε σύγκριση με εκείνες που επικρατούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

[…]»

8        Το άρθρο 2 των κατευθυντηρίων γραμμών ορίζει τα εξής:

«1. Υγειονομικές συνθήκες και συνθήκες νοσοκομειακής περίθαλψης

Η τιμή για [την παράμετρο] “[υ]γειονομικές συνθήκες και συνθήκες νοσοκομειακής περίθαλψης” καθορίζεται βάσει του συγκριτικού “υγειονομικού χάρτη” που εκδίδεται από την “International SOS” και, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, [βάσει] άλλων πληροφοριών προερχόμενων από αξιόπιστες πηγές διεθνούς χαρακτήρα δημόσιες ή ιδιωτικές.

2. Ασφάλεια

Η τιμή για [την παράμετρο] “[α]σφάλεια” καθορίζεται βάσει στοιχείων της βάσης δεδομένων “Country Threat Assessment” (CTA) την οποία διαχειρίζονται οι υπηρεσίες ασφαλείας των θεσμικών οργάνων και, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, [βάσει] άλλων πληροφοριών προερχόμενων από αξιόπιστες πηγές διεθνούς χαρακτήρα δημόσιες ή ιδιωτικές.

3. Κλίμα

Η τιμή για [την παράμετρο] “[κ]λίμα” καθορίζεται βάσει στοιχείων που συγκεντρώνονται από τον Παγκόσμιο Μετεωρολογικό Οργανισμό και, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, [βάσει] άλλων πληροφοριών προερχόμενων από αξιόπιστες πηγές διεθνούς χαρακτήρα δημόσιες ή ιδιωτικές.

4. Βαθμός απομόνωσης

Η τιμή για [την παράμετρο] “[β]αθμός απομόνωσης” καθορίζεται βάσει στοιχείων που παρέχονται από τις αντιπροσωπείες σε απάντηση ερωτηματολογίου και, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, [βάσει] άλλων πληροφοριών προερχόμενων από αξιόπιστες πηγές διεθνούς χαρακτήρα δημόσιες ή ιδιωτικές.

5. Άλλες τοπικές συνθήκες διαβίωσης

Η τιμή για [την παράμετρο] “[ά]λλες τοπικές συνθήκες διαβίωσης” καθορίζεται βάσει στοιχείων που παρέχονται από τις αντιπροσωπείες σε απάντηση ερωτηματολογίου και, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, [βάσει] άλλων πληροφοριών προερχόμενων από αξιόπιστες πηγές διεθνούς χαρακτήρα δημόσιες ή ιδιωτικές.»

9        Το άρθρο 3 των κατευθυντήριων γραμμών ορίζει τα εξής:

«Η αξιολόγηση των χωρών είναι οργανωμένη σε 3 στάδια:

1. Πρώτη αξιολόγηση ανά χώρα σε διοικητικό επίπεδο (MDR.C6, MDR.B1 και DEVCO.R4).

2. Ενδιάμεση αξιολόγηση: [έ]λεγχος της πρώτης αξιολόγησης για να επαληθευθεί η περιφερειακή συνοχή και να γίνει σύγκριση με παρόμοιες χώρες (MDR.C6 και DEVCO.R4 μαζί με τις υπηρεσίες της Ε[υρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης] και τις γεωγραφικές υπηρεσίες της Επιτροπής).

3. Τελική αξιολόγηση και σύγκριση με τα δεδομένα των κρατών μελών μετά από διαβούλευση με τη συντονιστική επιτροπή για τις αντιπροσωπείες EUDEL.

Στάδιο 1: Πρώτη αξιολόγηση

Οι διοικητικές υπηρεσίες επεξεργάζονται αρχική αξιολόγηση για κάθε παράμετρο, ορίζοντας μία τιμή από 1 έως 5 σύμφωνα με το σύστημα που περιγράφεται στο άρθρο 2. Τα αποτελέσματα καταχωρούνται σε συγκριτικό πίνακα και γίνεται εκτίμηση των δημοσιονομικών επιπτώσεων.

Στάδιο 2: Επαλήθευση της αξιολόγησης με σκοπό τη διασφάλιση περιφερειακής συνοχής και σύγκριση με παρόμοιες χώρες.

Η αξιολόγηση των περιφερειών λαμβάνει υπόψη τις ομοιότητες ή τις διαφορές των περιοχών, τους παράγοντες απομόνωσης ή τις τοπικές συνθήκες διαβίωσης που είναι συγκρίσιμες στην περιοχή. Οι γεωγραφικές υπηρεσίες εξετάζουν εάν τα αποτελέσματα του σταδίου 1 παρίστανται ενδεδειγμένα σε περιφερειακό επίπεδο. Ομοίως, σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, επαληθεύονται τα αποτελέσματα των συγκρίσιμων χωρών (συγκρίσιμων σε επίπεδο ανάπτυξης, αναδυόμενων χωρών, χωρών του ΟΟΣΑ, μικρής έκτασης περιοχών ή νησιών).

Το δεύτερο στάδιο ολοκληρώνεται με τη σύνταξη εκθέσεως, στην οποία περιλαμβάνεται περίληψη των απόψεων που διατυπώθηκαν καθώς και εκτίμηση των δημοσιονομικών επιπτώσεων.

Στάδιο 3: Η τελική αξιολόγηση

Στο πλαίσιο της τελικής αξιολόγησης, τα ενδιάμεσα αποτελέσματα μετά την ολοκλήρωση του σταδίου 1 και του σταδίου 2 τίθενται στη διάθεση της συντονιστικής επιτροπής για τις αντιπροσωπείες EUDEL. Σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, η EUDEL προβαίνει σε συγκριτική ανάλυση και εκδίδει την τελική αξιολόγηση […].

Η τελική αξιολόγηση παρέχει τη δυνατότητα αναπροσαρμογής των τιμών. Συντάσσεται τελική έκθεση που περιλαμβάνει περιγραφή των διαδικασιών και των αποτελεσμάτων, καθώς και αιτιολόγηση των τιμών που αναπροσαρμόσθηκαν και εκτίμηση των δημοσιονομικών επιπτώσεων.»

10      Το άρθρο 4 των κατευθυντηρίων γραμμών ορίζει τα εξής:

«Σύμφωνα με το άρθρο 7 της απόφασης HR DEC(2013) 013 της 17ης Δεκεμβρίου 2013 του Ύπατου Εκπροσώπου της Ένωσης για τις εξωτερικές υποθέσεις και την πολιτική ασφαλείας σχετικά με την αποζημίωση συνθηκών διαβιώσεως και τη συμπληρωματική αποζημίωση, πρέπει να ζητηθεί η γνώμη της τεχνικής ομάδας [ΑΣΔ].

Η [αρμόδια για τους διορισμούς αρχή] καθορίζει την [ΑΣΔ] που εφαρμόζεται στους διάφορους τόπους υπηρεσίας.»

 Ιστορικό της διαφοράς

11      Οι προσφεύγοντες, ήτοι ο David Martinez De Prins και τα λοιπά πρόσωπα των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονται σε παράρτημα, είναι μόνιμοι υπάλληλοι ή μέλη του λοιπού προσωπικού τοποθετημένοι στην αντιπροσωπεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Γκάνα (στο εξής: αντιπροσωπεία στην Γκάνα).

12      Στις 23 Φεβρουαρίου 2015 ο διοικητικός γενικός διευθυντής της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ) εξέδωσε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 10 του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ, απόφαση περί αναθεωρήσεως του ποσού της ΑΣΔ που καταβάλλεται στα μέλη του προσωπικού που είναι τοποθετημένα σε τρίτες χώρες (στο εξής: απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 2015). Με την απόφαση αυτή, ο συντελεστής της ΑΣΔ που εφαρμόζεται στο προσωπικό της Ένωσης που είναι τοποθετημένο στην αντιπροσωπεία στη Γκάνα μειώθηκε από 25 σε 20 % του ποσού αναφοράς.

13      Η ΕΥΕΔ εφάρμοσε για πρώτη φορά την απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 2015 με την έκδοση των εκκαθαριστικών σημειωμάτων μισθοδοσίας των προσφευγόντων του Μαρτίου 2015, στα οποία περιλαμβανόταν αναδρομική μείωση της ΑΣΔ για τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο 2015.

14      Στις 21 Μαΐου 2015 οι προσφεύγοντες άσκησαν, δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, διοικητική ένσταση ενώπιον της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής (στο εξής: ΑΔΑ) ή της αρμόδιας για τη σύναψη συμβάσεων προσλήψεως αρχής (στο εξής: ΑΣΣΠΑ) κατά της αποφάσεως της 23ης Φεβρουαρίου 2015 όπως αυτή υλοποιήθηκε στα εκκαθαριστικά σημειώματα μισθοδοσίας τους του Μαρτίου 2015.

15      Με απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2015, η ΑΔΑ και η ΑΣΣΠΑ απέρριψαν τη διοικητική ένσταση.

16      Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι έλαβαν γνώση της αποφάσεως της 15ης Σεπτεμβρίου 2015 στις 17 Δεκεμβρίου 2015, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητείται από την ΕΥΕΔ.

 Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

17      Με δικόγραφο που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 28 Δεκεμβρίου 2015, οι προσφεύγοντες άσκησαν την υπό κρίση προσφυγή. Η υπόθεση πρωτοκολλήθηκε με αριθμό υποθέσεως F‑153/15.

18      Στις 23 Μαρτίου 2016 η ΕΥΕΔ κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης το υπόμνημα αντικρούσεως.

19      Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΕ, Eυρατόμ) 2016/1192 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Ιουλίου 2016, για τη μεταβίβαση στο Γενικό Δικαστήριο της αρμοδιότητας εκδικάσεως σε πρώτο βαθμό των διαφορών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των υπαλλήλων της (ΕΕ 2016, L 200, σ. 137), η υπό κρίση υπόθεση μεταφέρθηκε στο Γενικό Δικαστήριο στο στάδιο στο οποίο ευρισκόταν στις 31 Αυγούστου 2016. Η υπόθεση πρωτοκολλήθηκε με αριθμό υποθέσεως T‑575/16.

20      Με επιστολή της Γραμματείας του Γενικού Δικαστηρίου της 22ας Μαρτίου 2017, η ΕΥΕΔ εκλήθη να ανταποκριθεί σε μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας που ελήφθησαν δυνάμει του άρθρου 89, παράγραφος 3, στοιχεία αʹ και δʹ, και του άρθρου 90, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου. Η ΕΥΕΔ απάντησε στην ερώτηση που έθεσε το Γενικό Δικαστήριο στο πλαίσιο των μέτρων αυτών και προσκόμισε τα έγγραφα που της ζητήθηκαν εντός της ορισθείσας προθεσμίας.

21      Οι διάδικοι ανέπτυξαν προφορικές παρατηρήσεις κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 27ης Απριλίου 2017.

22      Οι προσφεύγοντες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:

–        «να αναγνωρίσει ότι είναι ανεφάρμοστη η απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 2015, στο μέτρο που μειώνει, από 1ης Ιανουαρίου 2015, την ΑΣΔ για το προσωπικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης που είναι τοποθετημένο στην αντιπροσωπεία στην Γκάνα»·

–        να ακυρώσει τα εκκαθαριστικά σημειώματα μισθοδοσίας τους του Μαρτίου 2015 καθώς και όλα τα μεταγενέστερα εκκαθαριστικά σημειώματα μισθοδοσίας, στο μέτρο που εφαρμόζουν την απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 2015·

–        να καταδικάσει την ΕΥΕΔ στα δικαστικά έξοδα.

23      Η ΕΥΕΔ ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη·

–        να καταδικάσει τους προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα.

24      Με διάταξη της 19ης Μαΐου 2017, ο πρόεδρος του πέμπτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου αποφάσισε την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, και, στο πλαίσιο μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας, κάλεσε την ΕΥΕΔ να καταθέσει ορισμένα έγγραφα. Η ΕΥΕΔ ανταποκρίθηκε σε αυτό το αίτημα του Γενικού Δικαστηρίου και προσκόμισε τα έγραφα που της ζητήθηκαν εντός της ορισθείσας προθεσμίας.

 Επί του αντικειμένου της διαφοράς

25      Με το πρώτο αίτημά τους, οι προσφεύγοντες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο «να αναγνωρίσει ότι είναι ανεφάρμοστη η απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 2015, στο μέτρο που μειώνει, από 1ης Ιανουαρίου 2015, την ΑΣΔ για το προσωπικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης που είναι τοποθετημένο στην αντιπροσωπεία στην Γκάνα».

26      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 277 ΣΛΕΕ αποτελεί έκφραση μιας γενικής αρχής διασφαλίζουσας το δικαίωμα κάθε διαδίκου να αμφισβητήσει παρεμπιπτόντως, προκειμένου να επιτύχει την ακύρωση πράξεως κατά της οποίας δύναται να ασκήσει προσφυγή, το κύρος προγενέστερης πράξεως θεσμικού οργάνου η οποία συνιστά τη νομική βάση της προσβαλλομένης πράξεως, αν ο εν λόγω διάδικος δεν είχε το δικαίωμα να ασκήσει, δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, ευθεία προσφυγή κατά της πράξεως αυτής, της οποίας υφίσταται ως εκ τούτου τις συνέπειες χωρίς να του έχει παρασχεθεί η δυνατότητα να ζητήσει την ακύρωσή της. Ωστόσο, η παρεχόμενη από το άρθρο 277 ΣΛΕΕ δυνατότητα επικλήσεως του ανεφάρμοστου ενός κανονισμού ή μιας πράξεως γενικής ισχύος που αποτελεί τη νομική βάση της προσβαλλομένης πράξεως εφαρμογής δεν συνιστά αυτοτελές ένδικο βοήθημα και δύναται να ασκηθεί μόνον παρεμπιπτόντως. Αν δεν υφίσταται δικαίωμα ασκήσεως κυρίας προσφυγής, δεν μπορεί να γίνει επίκληση του εν λόγω άρθρου 277 ΣΛΕΕ (βλ. απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 2016, ΕΚΤ κατά Cerafogli, Τ-787/14 P, EU:T:2016:633, σκέψεις 42 και 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

27      Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι, στο πλαίσιο του δεύτερου αιτήματός τους, οι προσφεύγοντες ζητούν την ακύρωση των εκκαθαριστικών σημειωμάτων μισθοδοσίας τους του Μαρτίου 2015 καθώς και όλων των μεταγενέστερων εκκαθαριστικών σημειωμάτων μισθοδοσίας, στο μέτρο που εφαρμόζουν την απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 2015. Επιπλέον, οι προβαλλόμενοι με την προσφυγή λόγοι ακυρώσεως αφορούν την έλλειψη νομιμότητας της τελευταίας αυτής αποφάσεως. Συνεπώς, όπως άλλωστε επιβεβαίωσαν οι προσφεύγοντες κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, πρέπει να θεωρηθεί ότι, με το πρώτο τους αίτημα, προβάλλουν ένσταση ελλείψεως νομιμότητας, κατά την έννοια του άρθρου 277 ΣΛΕΕ, της αποφάσεως της 23ης Φεβρουαρίου 2015, η οποία είναι πράξη γενικής ισχύος, προς στήριξη του δεύτερου αιτήματός τους, με το οποίο ζητούν την ακύρωση των ατομικών αποφάσεων που εφαρμόζουν την εν λόγω πράξη.

28      Ωστόσο, κατά τη νομολογία, αυτή η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας δεν μπορεί να προταθεί παραδεκτώς παρά μόνον αν οι προσφεύγοντες δικαιούνται να ζητήσουν την ακύρωση αυτών των ατομικών αποφάσεων, πράγμα το οποίο πρέπει να εξετασθεί στη συνέχεια.

29      Με το δεύτερο αίτημά τους, οι προσφεύγοντες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο να ακυρώσει τα εκκαθαριστικά σημειώματα μισθοδοσίας τους του Μαρτίου 2015 καθώς και όλα τα μεταγενέστερα εκκαθαριστικά σημειώματα μισθοδοσίας στο μέτρο που εφαρμόζουν την απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 2015.

30      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η ύπαρξη βλαπτικής πράξεως κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, και του άρθρου 91, παράγραφος 1, του ΚΥΚ αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση του παραδεκτού κάθε προσφυγής ασκούμενης από υπαλλήλους ή συνταξιούχους κατά του οργάνου στο οποίο υπάγονται. Κατά πάγια νομολογία, μόνο τα μέτρα που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να επηρεάσουν ευθέως και αμέσως τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη νομική του κατάσταση, αποτελούν πράξεις που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, κατόπιν προηγούμενης ασκήσεως διοικητικής ενστάσεως, όπως απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 91 του ΚΥΚ (αποφάσεις της 14ης Φεβρουαρίου 1989, Bossi κατά Επιτροπής, 346/87, EU:C:1989:59, σκέψη 23· της 18ης Σεπτεμβρίου 2008, Angé Serrano κ.λπ. κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, T‑47/05, EU:T:2008:384, σκέψη 61, και της 16ης Ιουλίου 2015, EJ κ.λπ. κατά Επιτροπής, F‑112/14, EU:F:2015:90, σκέψη 40).

31      Τα εκκαθαριστικά σημειώματα μισθοδοσίας, όπως τα προσβαλλόμενα στην υπό κρίση υπόθεση, μπορούν να θεωρηθούν βλαπτικές πράξεις δυνάμενες, υπό την ιδιότητά τους αυτή, να αποτελέσουν αντικείμενο διοικητικής ενστάσεως και, εφόσον παραστεί ανάγκη, προσφυγής (διατάξεις της 20ής Μαρτίου 2014, Michel κατά Επιτροπής, F‑44/13, EU:F:2014:40, σκέψη 49, και της 23ης Απριλίου 2015, Bensai κατά Επιτροπής, F‑131/14, EU:F:2015:34, σκέψη 34).

32      Τούτο ισχύει όταν απόφαση που έχει αμιγώς χρηματικό αντικείμενο μπορεί, λόγω της φύσεως της, να αποτυπώνεται σε τέτοιο εκκαθαριστικό σημείωμα μισθοδοσίας ή συντάξεως. Σε αυτήν την περίπτωση, οι προθεσμίες υποβολής διοικητικής ενστάσεως και ασκήσεως προσφυγής, που προβλέπονται, αντίστοιχα, στο άρθρο 90, παράγραφος 2, και στο άρθρο 91, παράγραφος 3, του ΚΥΚ, κατά διοικητικής αποφάσεως αρχίζουν από της κοινοποιήσεως του μηνιαίου εκκαθαριστικού σημειώματος μισθοδοσίας ή συντάξεως, εφόσον από το εν λόγω σημείωμα προκύπτει, σαφώς και για πρώτη φορά, η ύπαρξη και το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής (βλ. απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2016, Barnett και Mogensen κατά Επιτροπής, F‑56/15, EU:F:2016:11, σκέψη 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

33      Τούτο συμβαίνει ιδίως σε περιπτώσεις κατά τις οποίες τα δικαιώματα που θίγονται, κατόπιν, παραδείγματος χάριν, τροποποιήσεως πράξεως γενικής ισχύος, είναι κυρίως ή αμιγώς χρηματικού χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, σε μια τέτοια περίπτωση, η κατάργηση ή η περικοπή απολαβής, οι οποίες συνάγονται από το εκκαθαριστικό σημείωμα μισθοδοσίας ή συντάξεως που εκδίδεται μετά από αυτήν την τροποποίηση, δεν μπορεί παρά να αποτελούν απόρροια της αποφάσεως της υπηρεσίας που είναι αρμόδια να εφαρμόσει την επίμαχη πράξη γενικής ισχύος στον οικείο υπάλληλο ή συνταξιούχο (απόφαση της 23ης Απριλίου 2008, Pickering κατά Επιτροπής, F‑103/05, EU:F:2008:45, σκέψη 74· βλ., επίσης, απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2016, Barnett και Mogensen κατά Επιτροπής, F‑56/15, EU:F:2016:11, σκέψη 34 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

34      Ωστόσο, το εκκαθαριστικό σημείωμα μισθοδοσίας ή συντάξεως, ως εκ της φύσεως και του αντικειμένου του, δεν έχει τα χαρακτηριστικά βλαπτικής πράξεως όταν μεταφράζει απλώς σε οικονομικούς όρους το περιεχόμενο προγενέστερων αποφάσεων νομικού χαρακτήρα, που αφορούν την υπηρεσιακή κατάσταση του υπαλλήλου ή του συνταξιούχου (απόφαση της 23ης Απριλίου 2008, Pickering κατά Επιτροπής, F‑103/05, EU:F:2008:45, σκέψη 72), δηλαδή όταν αποτελεί απλώς πράξη αμιγώς επιβεβαιωτική των προγενέστερων αυτών διοικητικών αποφάσεων (βλ., συναφώς, απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2008, Lafili κατά Επιτροπής, F‑22/07, EU:F:2008:104, σκέψη 33).

35      Ειδικότερα, μολονότι, κατά τη νομολογία που αναφέρεται στις σκέψεις 32 και 33 ανωτέρω, το εκκαθαριστικό σημείωμα μισθοδοσίας από το οποίο συνάγεται σαφώς και για πρώτη φορά απόφαση αμιγώς χρηματικού χαρακτήρα συνιστά πράξη που μπορεί να προσβληθεί, εντούτοις τα εκκαθαριστικά σημειώματα μισθοδοσίας των επομένων μηνών συνιστούν πράξεις αμιγώς επιβεβαιωτικές της εν λόγω αποφάσεως και δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως (βλ. απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2007, Sack κατά Επιτροπής, T‑66/05, EU:T:2007:370, σκέψη 31 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

36      Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο καλείται να εξετάσει τη νομιμότητα των εκκαθαριστικών σημειωμάτων μισθοδοσίας των προσφευγόντων από τον Μάρτιο 2015 και εφεξής όχι αυτών καθαυτά, αλλά στο μέτρο που αποτυπώνουν την απόφαση της ΑΔΑ και της ΑΣΠΠΑ να εφαρμόσουν στην περίπτωσή τους, από 1ης Ιανουαρίου 2015, τον νέο συντελεστή της ΑΣΔ όπως καθορίσθηκε, για το προσωπικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης που είναι τοποθετημένο στην αντιπροσωπεία στην Γκάνα, με την απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 2015, η οποία αποτελεί πράξη γενικής ισχύος.

37      Υπό τις συνθήκες αυτές, το δεύτερο αίτημα, καθόσον αφορά, κατ’ ουσίαν, την ακύρωση της αποφάσεως της ΑΔΑ και της ΑΣΠΠΑ, που περιλαμβάνεται στα εκκαθαριστικά σημειώματα μισθοδοσίας των προσφευγόντων του Μαρτίου 2015, περί εφαρμογής στους προσφεύγοντες του νέου συντελεστή ΑΣΔ, όπως καθορίσθηκε με την απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 2015, πρέπει να κριθεί παραδεκτό, υπενθυμιζομένου ότι δεν ασκεί, συναφώς, επιρροή το γεγονός ότι το συγκεκριμένο θεσμικό όργανο απλώς εφαρμόζει τις ισχύουσες πράξεις γενικής ισχύος (απόφαση της 4ης Ιουλίου 1985, Agostini κ.λπ. κατά Επιτροπής, 233/83, EU:C:1985:291, σκέψη 13). Αντιθέτως, οι προσφεύγοντες δεν μπορούν να ζητήσουν παραδεκτώς την ακύρωση των μεταγενέστερων εκκαθαριστικών σημειωμάτων μισθοδοσίας, τα οποία, εν πάση περιπτώσει, αποτελούν αμιγώς επιβεβαιωτικές πράξεις.

38      Κατά συνέπεια, η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας της αποφάσεως της 23ης Φεβρουαρίου 2015, που προβάλλεται στο πλαίσιο του πρώτου αιτήματος, πρέπει επίσης να κριθεί παραδεκτή.

 Επί της ουσίας

39      Οι προσφεύγοντες προβάλλουν, κατ’ ουσίαν, πέντε λόγους ακυρώσεως που αφορούν την έλλειψη νομιμότητας της αποφάσεως της 23ης Φεβρουαρίου 2015. Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως αντλείται από διαδικαστική πλημμέλεια, ο δεύτερος από πλάνη περί το δίκαιο, ο τρίτος από παραβίαση της αρχής της μη αναδρομικότητας, ο τέταρτος από πλάνη εκτιμήσεως και ο πέμπτος από έλλειψη αιτιολογίας.

40      Προς στήριξη του πρώτου λόγου ακυρώσεως, οι προσφεύγοντες επικαλούνται έλλειψη νομιμότητας της αποφάσεως της 23ης Φεβρουαρίου 2015, καθόσον ενέχει παρατυπία, λόγω μη τηρήσεως της διαδικασίας για τον καθορισμό της ΑΣΔ όπως θεσπίσθηκε με τις κατευθυντήριες γραμμές. Υποστηρίζουν ότι η εν λόγω διαδικασία δεν διεξήχθη σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές, καθόσον, πρώτον, δεν έγινε διαβούλευση για να θεραπευθεί η έλλειψη επικαιροποιήσεως της αξιολογήσεως που ήταν πλέον παρωχημένη και, δεύτερον, δεν ζητήθηκε η γνώμη της τεχνικής ομάδας της ΕΥΕΔ (στο εξής: τεχνική ομάδα) κατά τον προσήκοντα τρόπο. Εξάλλου, διευκρίνισαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι, στο μέτρο που δεν ζητήθηκε η γνώμη των προϊσταμένων των αντιπροσωπειών σε περιφερειακό επίπεδο, το δεύτερο στάδιο αυτής της διαδικασίας δεν διεξήχθη ορθώς, καθιστώντας έτσι ελαττωματική τη διαδικασία στο σύνολό της.

41      Η ΕΥΕΔ αμφισβητεί τα επιχειρήματα των προσφευγόντων.

42      Συναφώς, αφενός, επισημαίνεται ότι, όσον αφορά τη διαδικασία καθορισμού της ΑΣΔ, τα άρθρα 3 και 4 των κατευθυντηρίων γραμμών ορίζουν τους κανόνες η εφαρμογή των οποίων αποτελεί προϋπόθεση της νομιμότητας της αποφάσεως που λαμβάνεται μετά το πέρας αυτής της διαδικασίας.

43      Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 3 των κατευθυντηρίων γραμμών, η διαδικασία για τον καθορισμό της ΑΣΔ διεξάγεται σε τρία στάδια. Κατά το πρώτο στάδιο, γίνεται αξιολόγηση για κάθε τόπο υπηρεσίας σε εθνικό επίπεδο. Κατά το δεύτερο στάδιο, γίνεται σύγκριση των περιοχών ώστε να διασφαλίζεται συνοχή μεταξύ των διαφόρων τόπων υπηρεσίας και, μετά από αυτό το στάδιο, συντάσσεται έκθεση. Κατά το τρίτο στάδιο πραγματοποιείται, με βάση τα αποτελέσματα του πρώτου και του δεύτερου σταδίου, συνολική σύγκριση, γεγονός το οποίο παρέχει τη δυνατότητα να αναπροσαρμοσθούν οι τιμές, και, μετά από αυτό το στάδιο, συντάσσεται τελική έκθεση που περιλαμβάνει περιγραφή των διαδικασιών και των συμπερασμάτων, καθώς και αιτιολόγηση των τιμών που αναπροσαρμόσθηκαν και εκτίμηση των δημοσιονομικών επιπτώσεων.

44      Εξάλλου, το άρθρο 4 των κατευθυντηρίων γραμμών προβλέπει ότι πρέπει να ζητηθεί η γνώμη της τεχνικής ομάδας και ότι αυτή θα αποφανθεί με τη μορφή συστάσεως μετά από αίτημα της ΑΔΑ.

45      Αφετέρου, σύμφωνα με το άρθρο 10 του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ, η ΑΣΔ αξιολογείται κάθε χρόνο και, ενδεχομένως, αναθεωρείται, μόνον αφού ζητηθεί η γνώμη της επιτροπής προσωπικού της ΕΥΕΔ (στο εξής: επιτροπή προσωπικού).

46      Επομένως, πρέπει να εξετασθεί, υπό το πρίσμα του άρθρου 10 του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ και των άρθρων 3 και 4 των κατευθυντηρίων γραμμών, κατά πόσον ήταν νομότυπη, στην προκειμένη περίπτωση, η διαδικασία για τον καθορισμό της ΑΣΔ που προηγήθηκε της εκδόσεως της αποφάσεως της 23ης Φεβρουαρίου 2015.

47      Κατ’ αρχάς, πρέπει να εξετασθεί εάν τηρήθηκε η διαδικασία για τον καθορισμό της ΑΣΔ, σε τρία στάδια, όπως προβλέπεται στις κατευθυντήριες γραμμές. Ως προς αυτό, το Γενικό Δικαστήριο, στο πλαίσιο μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, κάλεσε την ΕΥΕΔ να προσκομίσει, μεταξύ άλλων, τις εκθέσεις που συντάχθηκαν μετά το πέρας του δεύτερου και τρίτου σταδίου της διαδικασίας για τον καθορισμό της ΑΣΔ. Η ΕΥΕΔ, απαντώντας στην ερώτηση που έθεσε το Γενικό Δικαστήριο, προσκόμισε τρεις πίνακες που περιελάμβαναν τον αριθμό των μορίων που αποδόθηκαν σε κάθε παράμετρο αναλόγως του βαθμού δυσκολίας καθώς και την τελική βαθμολόγηση που αποτυπώνει τον συντελεστή της ΑΣΔ που αποδόθηκε σε κάθε τόπο υπηρεσίας, για καθένα από τα τρία στάδια της διαδικασίας αυτής.

48      Βάσει της δικογραφίας και των απαντήσεων της ΕΥΕΔ επί των ερωτήσεων που έθεσε το Γενικό Δικαστήριο, διαπιστώνεται ότι το δεύτερο και το τρίτο στάδιο της διαδικασίας για τον καθορισμό της ΑΣΔ δεν τηρήθηκαν πλήρως. Συγκεκριμένα, αφενός, όσον αφορά το δεύτερο στάδιο της εν λόγω διαδικασίας, ενώ το άρθρο 3 των κατευθυντηρίων γραμμών προβλέπει ότι πρέπει να πραγματοποιηθεί αξιολόγηση των περιφερειών λαμβανομένων υπόψη των ομοιοτήτων ή των διαφορών των περιοχών, εν τούτοις από τον πίνακα που παρουσίασε η ΕΥΕΔ, ο οποίος αποτελεί έναν απλό πίνακα χωρίς συμπληρωματικές επεξηγήσεις, δεν μπορεί να διαπιστωθεί ότι τα αποτελέσματα που προέκυψαν για κάθε τόπο υπηρεσίας έτυχαν όντως συγκρίσεως με άλλους παρόμοιους τόπους, ούτως ώστε να διασφαλίζεται σε κάποιο βαθμό συνοχή σε περιφερειακό επίπεδο. Εξάλλου, μολονότι το άρθρο αυτό απαιτεί τη σύνταξη εκθέσεως συμπερασμάτων και περίληψη των απόψεων που διατυπώθηκαν, αυτές δεν προσκομίσθηκαν.

49      Άλλωστε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η ΕΥΕΔ παραδέχθηκε ότι, κατά το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας για τον καθορισμό της ΑΣΔ, δεν πραγματοποιήθηκε από κοινού διαβούλευση όλων των προϊσταμένων των αντιπροσωπειών σε περιφερειακό επίπεδο στη Δυτική Αφρική και στην Ευρώπη.

50      Αφετέρου, όσον αφορά το τρίτο στάδιο της διαδικασίας για τον καθορισμό της ΑΣΔ, μολονότι το άρθρο 3 των κατευθυντηρίων γραμμών προβλέπει ότι, μετά το πέρας αυτού του σταδίου, πρέπει να συνταχθεί τελική έκθεση που θα περιλαμβάνει περιγραφή των διαδικασιών που έλαβαν χώρα κατά το στάδιο αυτό καθώς και των συμπερασμάτων που προέκυψαν, συμπεριλαμβανομένης αιτιολογήσεως των τιμών που τροποποιήθηκαν, εντούτοις τέτοια έκθεση δεν προσκομίσθηκε, καθώς η ΕΥΕΔ προσκόμισε απλώς έναν πίνακα στον οποίο δεν περιέχονται ούτε περιγραφή των διαδικασιών ούτε τα συμπεράσματα με αιτιολόγηση των τιμών που τροποποιήθηκαν. Συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να εξακριβωθεί εάν στο στάδιο αυτό η διαδικασία διεξήχθη σύμφωνα με τις απαιτήσεις του εν λόγω άρθρου.

51      Επιπλέον, ερωτηθείσα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η ΕΥΕΔ παραδέχθηκε επίσης ότι δεν ήταν σε θέση να βεβαιώσει ότι οι εκθέσεις που έπρεπε να εγκριθούν μετά το πέρας του δεύτερου και τρίτου σταδίου της διαδικασίας για τον καθορισμό της ΑΣΔ είχαν συνταχθεί.

52      Ακολούθως, πρέπει να εξετασθεί η προθεσμία εντός της οποίας τα έγγραφα εστάλησαν στην τεχνική ομάδα. Οι προσφεύγοντες επικαλούνται, συναφώς, αναποτελεσματικότητα του μηχανισμού διαβουλεύσεως με την τεχνική ομάδα λόγω της πρακτικής της Διοικήσεως να αποστέλλει τα έγγραφα αναφοράς δύο μόλις ημέρες πριν τη συνεδρίαση της τεχνικής ομάδας, γεγονός που καθιστά αδύνατη την αξιολόγηση όλων των αναγκαίων πληροφοριών για εκατόν είκοσι τόπους υπηρεσίας. Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι, μολονότι η εξέταση των εγγράφων αναφοράς από την τεχνική ομάδα προβλέπεται στο άρθρο 4 των κατευθυντηρίων γραμμών, εντούτοις ούτε με τις κατευθυντήριες αυτές γραμμές ούτε με την απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 2013 θεσπίζεται τυπική υποχρέωση τηρήσεως ελάχιστης προθεσμίας για την αποστολή των εγγράφων αυτών. Παρά ταύτα, η έλλειψη τέτοιας απαιτήσεως δεν απαλλάσσει την ΕΥΕΔ από την υποχρέωση να ενεργεί, εντός του πλαισίου των αρμοδιοτήτων της, με τη δέουσα επιμέλεια, προκειμένου να αποστέλλονται τα έγγραφα αυτά στην εν λόγω τεχνική ομάδα εγκαίρως, ώστε να έχει τη δυνατότητα να εξετάσει αναλυτικά αυτά τα έγγραφα πριν διατυπώσει τη γνώμη της, δεδομένου ότι τα έγγραφα αυτά αφορούν εκατόν είκοσι τόπους υπηρεσίας. Πλην όμως, από τη δικογραφία προκύπτει ότι το τρίτο στάδιο της διαδικασίας για τον καθορισμό της ΑΣΔ περατώθηκε μόλις στις 21 Ιανουαρίου 2015, τα έγγραφα απεστάλησαν στην τεχνική ομάδα στις 23 Ιανουαρίου 2015 και αυτή γνωμοδότησε στις 26 Ιανουαρίου 2015. Το διάστημα αυτό είναι ανεπαρκές για να θεωρηθεί ότι η διαβούλευση με την εν λόγω ομάδα έγινε κατά τον προσήκοντα τρόπο. Επιπλέον, εφόσον η ΕΥΕΔ δεν προσκόμισε τις εκθέσεις που συντάσσονται μετά το πέρας του δεύτερου και τρίτου σταδίου της εν λόγω διαδικασίας, συνάγεται ότι η ομάδα αυτή δεν έλαβε όλα τα σχετικά έγγραφα προκειμένου να γνωμοδοτήσει.

53      Εξάλλου, όπως προκύπτει από την επιστολή της 19ης Φεβρουαρίου 2015 που απηύθυνε η επιτροπή προσωπικού προς τον διευθυντή του προσωπικού της ΕΥΕΔ, η εν λόγω επιτροπή γνωμοδότησε θετικά όσον αφορά στην απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 2015, με την επιφύλαξη δύο παρατηρήσεων. Με την πρώτη παρατήρηση, η επιτροπή αυτή επισημαίνει την έλλειψη διαβουλεύσεως με τους προϊσταμένους των αντιπροσωπειών στη Δυτική Αφρική και στην Ευρώπη και ζητεί ειδικότερα να επανεξετασθεί η αξιολόγηση που αφορά την αντιπροσωπεία στην Γκάνα κατόπιν παρακολουθήσεως της καταστάσεως. Με τη δεύτερη παρατήρηση, η ανωτέρω επιτροπή τονίζει ότι, κατά τη διαβούλευση με την τεχνική ομάδα, είναι απαραίτητο τα μέλη της ομάδας να λαμβάνουν τα έγγραφα τουλάχιστον δέκα ημέρες πριν την ημερομηνία της συνεδριάσεως, ώστε να μπορούν να τα αναλύσουν προσηκόντως.

54      Τέλος, οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι δεν πραγματοποιήθηκε διαβούλευση για να θεραπευθεί η έλλειψη επικαιροποιήσεως της παρωχημένης αξιολογήσεως. Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι το άρθρο 2 των κατευθυντηρίων γραμμών ορίζει ότι οι παράμετροι «βαθμός απομόνωσης» και «άλλες τοπικές συνθήκες διαβίωσης» καθορίζονται βάσει στοιχείων που παρέχονται από την αντιπροσωπεία σε απάντηση ερωτηματολογίου. Εν προκειμένω, η ΕΥΕΔ, προκειμένου να καθορίσει την τιμή για αυτές τις δύο παραμέτρους, όσον αφορά την αντιπροσωπεία στην Γκάνα, στηρίχθηκε σε αξιολόγηση που διενεργήθηκε τον Ιούλιο 2014. Πλην όμως, δεδομένου ότι οι κατευθυντήριες γραμμές που θέσπισαν τη νέα μεθοδολογία για τον καθορισμό της ΑΣΔ εκδόθηκαν τον Δεκέμβριο 2014, δηλαδή έξι μήνες μετά τη διενέργεια της αξιολογήσεως στην εν λόγω αντιπροσωπεία, και ότι ουδέποτε ζητήθηκε εκ νέου η γνώμη της αντιπροσωπείας αυτής, ούτως ώστε να θεραπευθεί αυτό το ελάττωμα, δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι η κατάλληλη διαβούλευση θα είχε καταστήσει δυνατή την επαλήθευση των κριτηρίων αξιολογήσεως και τη διενέργεια αξιολογήσεως περισσότερο συμβατής με την επιτόπια πραγματική κατάσταση και τις κατευθυντήριες γραμμές.

55      Από το σύνολο των προηγουμένων σκέψεων συνάγεται ότι οι προσφεύγοντες βασίμως υποστηρίζουν ότι η διαδικασία για τον καθορισμό της ΑΣΔ, όπως προβλέπεται στις κατευθυντήριες γραμμές, δεν έχει, εν προκειμένω, τηρηθεί προσηκόντως.

56      Προκειμένου διαδικαστική παρατυπία να μπορεί να επιφέρει εν προκειμένω την ακύρωση των εκκαθαριστικών σημειωμάτων μισθοδοσίας των προσφευγόντων, που έχουν εκδοθεί από τον Μάρτιο 2015 μέχρι τις 28 Δεκεμβρίου 2015, στο μέτρο που εφαρμόζουν τον νέο συντελεστή ΑΣΔ όπως θεσπίσθηκε με την απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 2015, πρέπει επιπλέον να αποδειχθεί ότι, ελλείψει της παρατυπίας αυτής, η εν λόγω απόφαση θα μπορούσε να έχει διαφορετικό περιεχόμενο και ότι, ως εκ τούτου, σε αυτά καθεαυτά τα εν λόγω εκκαθαριστικά σημειώματα μισθοδοσίας θα μπορούσε να έχει εφαρμοσθεί διαφορετικός συντελεστής ΑΣΔ (βλ., συναφώς και κατ’ αναλογία, απόφαση της 13ης Ιουλίου 2000, Hendrickx κατά Cedefop, T‑87/99, EU:T:2000:191, σκέψη 64 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

57      Τέτοιου είδους διαδικαστική πλημμέλεια δεν μπορεί συνεπώς να επιφέρει ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, παρά μόνον εφόσον αποδεικνύεται ότι η εν λόγω πλημμέλεια ενδέχεται να επηρέασε το περιεχόμενο της αποφάσεως (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 29ης Οκτωβρίου 1980, van Landewyck κ.λπ. κατά Επιτροπής, 209/78 έως 215/78 και 218/78, μη δημοσιευθείσα, EU:C:1980:248, σκέψη 47, και της 9ης Μαρτίου 1999, Hubert κατά Επιτροπής, T‑212/97, EU:T:1999:39, σκέψη 53). Αυτό ισχύει εν προκειμένω, καθόσον δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι μία προσήκουσα διαβούλευση θα μπορούσε να είχε επηρεάσει το περιεχόμενο της αποφάσεως της 23ης Φεβρουαρίου 2015. Εξάλλου, δεν θα μπορούσε επίσης να αποκλεισθεί ότι η έλλειψη εκθέσεων μετά το πέρας του δεύτερου και του τρίτου σταδίου της διαδικασίας για τον καθορισμό της ΑΣΔ ήταν ικανή να βλάψει τα συμφέροντα των προσφευγόντων και να καταστήσει, με τον τρόπο αυτό, ελαττωματική την εν λόγω διαδικασία έναντι αυτών, καθόσον, χωρίς αυτές τις παρατυπίες κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας, η απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 2015 θα μπορούσε να έχει διαφορετικό περιεχόμενο.

58      Συγκεκριμένα, πρέπει να τονισθεί ότι η αναθεώρηση και, ενδεχομένως, η αναπροσαρμογή της ΑΣΔ συνεπάγονται διαδικασία αξιολογήσεως σε ετήσια βάση που καλύπτει όλους τους τόπους υπηρεσίας, ούτως ώστε να λαμβάνεται υπόψη η μεταβολή των συνθηκών. Αυτή η διαδικασία περιλαμβάνει ανάλυση των συνθηκών διαβιώσεως που επικρατούν σε κάθε τόπο υπηρεσίας, προκειμένου να διαπιστωθεί αν αυτές είναι ή όχι αντίστοιχες με εκείνες που επικρατούν στην Ένωση. Επομένως, σκοπός της επικαιροποιήσεως της ΑΣΔ είναι να επιτευχθεί η αντιστοιχία του ποσού του επιδόματος με τις συνθήκες διαβιώσεως σε έναν συγκεκριμένο τόπο εργασίας σε ετήσια βάση. Συναφώς, προκειμένου να διαπιστωθεί η επιτόπια πραγματική κατάσταση για κάθε τόπο υπηρεσίας και να ληφθεί υπόψη η μεταβολή των συνθηκών, έχει μεγάλη σημασία να είναι διαθέσιμα όλα τα στοιχεία που παρέχονται από τις αντιπροσωπείες και να τηρείται ο μηχανισμός διαβουλεύσεως. Εξάλλου, η σύγκριση των αποτελεσμάτων σε σχέση με τις συνθήκες διαβιώσεως σε άλλες παρόμοιες περιοχές, με τις συνθήκες διαβιώσεως που επικρατούν στην Ένωση καθώς και συνολικά είναι απαραίτητη για να διασφαλίζεται κάποιος βαθμός ακρίβειας και συνοχής. Οι παρατυπίες που έγιναν κατά τη διαδικασία για τον καθορισμό της ΑΣΔ, δηλαδή η έλλειψη διαβουλεύσεως και η παράλειψη συντάξεως εκθέσεων μετά το πέρας του δεύτερου και του τρίτου σταδίου της εν λόγω διαδικασίας, έχουν επιπτώσεις δυνάμενες να επηρεάσουν την εκτίμηση της πραγματικής καταστάσεως της αντιπροσωπείας στην Γκάνα καθώς και των εξελίξεων σε σχέση με το προηγούμενο έτος.

59      Επομένως, πρέπει, χωρίς να είναι απαραίτητο να εξετασθούν οι λοιποί λόγοι ακυρώσεως που επικαλούνται οι προσφεύγοντες, να ακυρωθούν τα εκκαθαριστικά σημειώματα μισθοδοσίας των προσφευγόντων του Μαρτίου 2015 στο μέτρο που εφαρμόζουν τον νέο συντελεστή ΑΣΔ για τους υπαλλήλους και τα μέλη του λοιπού προσωπικού που είναι τοποθετημένοι στην αντιπροσωπεία στην Γκάνα, όπως καθορίσθηκε με την απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 2015, και τούτο λόγω του διαδικαστικού ελαττώματος που ενέχει η απόφαση αυτή.

 Επί των δικαστικών εξόδων

60      Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η ΕΥΕΔ ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των προσφευγόντων.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Ακυρώνει τα εκκαθαριστικά σημειώματα μισθοδοσίας του DavidMartinezDePrins και των λοιπών υπαλλήλων και μελών του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ) τα ονόματα των οποίων περιλαμβάνονται σε παράρτημα, τα οποία εκδόθηκαν από την ΕΥΕΔ για τον Μάρτιο 2015, στο μέτρο που τα εκκαθαριστικά αυτά σημειώματα εφαρμόζουν την απόφαση της ΕΥΕΔ της 23ης Φεβρουαρίου 2015 περί μειώσεως, από 1ης Ιανουαρίου 2015, της αποζημιώσεως συνθηκών διαβιώσεως που καταβάλλεται στο προσωπικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης που είναι τοποθετημένο στην Γκάνα.

2)      Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.

3)      Καταδικάζει την ΕΥΕΔ στα δικαστικά έξοδα.

Γρατσίας

Labucka

Ulloa Rubio

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 14 Δεκεμβρίου 2017.

(υπογραφές)



*      Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.