Language of document : ECLI:EU:T:2017:924

Προσωρινό κείμενο

ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 14ης Δεκεμβρίου 2017 (*)

«Προσφυγή ακυρώσεως – Εσωτερική αγορά φυσικού αερίου – Οδηγία 2009/73/ΕΚ – Απόφαση της Επιτροπής περί τροποποιήσεως των όρων εξαιρέσεως της εκμεταλλεύσεως του αγωγού φυσικού αερίου OPAL από τους κανόνες της Ένωσης σχετικά με την πρόσβαση των τρίτων και την τιμολογιακή ρύθμιση – Πράξη που δεν θίγει άμεσα την προσφεύγουσα – Απαράδεκτο»

Στην υπόθεση T-849/16,

PGNiG Supply & Trading GmbH, με έδρα το Μόναχο (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τον M. Jeżewski, δικηγόρο,

προσφεύγουσα,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τις O. Beynet και K. Herrmann,

καθής,

με αντικείμενο αίτημα βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ για την ακύρωση της αποφάσεως C(2016) 6950 τελικό της Επιτροπής, της 28ης Οκτωβρίου 2016, περί επανεξετάσεως των όρων εξαιρέσεως του αγωγού φυσικού αερίου OPAL από τους κανόνες σχετικά με την πρόσβαση των τρίτων και από την τιμολογιακή ρύθμιση που καθορίστηκαν με την οδηγία 2003/55/ΕΚ,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους I. Pelikánová (εισηγήτρια), πρόεδρο, P. Nihoul και J. Svenningsen, δικαστές,

γραμματέας: E. Coulon

εκδίδει την ακόλουθη

Διάταξη

 Νομικό πλαίσιο

1        Το άρθρο 36 της οδηγίας 2009/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου και την κατάργηση της οδηγίας 2003/55/ΕΚ (EE 2009, L 211, σ. 94), ορίζει τα εξής:

«1.      Η κύρια νέα υποδομή φυσικού αερίου, δηλαδή οι διασυνδέσεις, το ΥΦΑ και οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης, μπορεί, κατόπιν αιτήσεως, να εξαιρείται, για καθορισμένο χρονικό διάστημα, από τις διατάξεις των άρθρων 9, 32, 33 και 34 και του άρθρου 41 παράγραφοι 6, 8 και 10, υπό τους εξής όρους:

α)      η επένδυση πρέπει να ενισχύει, αφενός, τον ανταγωνισμό για την προμήθεια αερίου και, αφετέρου, την ασφάλεια του εφοδιασμού·

β)      το ύψος του επενδυτικού κινδύνου πρέπει να είναι τέτοιο ώστε η επένδυση δεν θα πραγματοποιηθεί εάν δεν χορηγηθεί απαλλαγή·

γ)      η υποδομή πρέπει να ανήκει σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο διακριτό, τουλάχιστον από την άποψη της νομικής του προσωπικότητας, από τους διαχειριστές συστημάτων στα δίκτυα των οποίων θα κατασκευασθεί η εν λόγω υποδομή·

δ)      πρέπει να επιβάλλονται τέλη στους χρήστες της εν λόγω υποδομής και

ε)      η χορήγηση απαλλαγής δεν πρέπει να αποβαίνει σε βάρος του ανταγωνισμού ή της αποτελεσματικής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς φυσικού αερίου, ή της αποτελεσματικής λειτουργίας του διεπόμενου από ρυθμιστικές διατάξεις συστήματος με το οποίο συνδέεται η υποδομή.

[…]

3.      Η [εθνική] ρυθμιστική αρχή […] αποφασίζει, κατά περίπτωση, σχετικά με την εξαίρεση που αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2.

[…]

6.      Η εξαίρεση επιτρέπεται να καλύπτει το σύνολο ή μέρος του δυναμικού της νέας υποδομής ή της υφιστάμενης υποδομής με σημαντικά αυξημένο δυναμικό.

Κατά τη λήψη απόφασης για τη χορήγηση εξαίρεσης, λαμβάνεται υπόψη, για κάθε περίπτωση χωριστά, η ανάγκη να επιβληθούν όροι όσον αφορά τη διάρκεια της εξαίρεσης και τη χωρίς διακρίσεις πρόσβαση στην υποδομή. Κατά τη λήψη της απόφασης σχετικά με τους εν λόγω όρους λαμβάνονται υπόψη κυρίως το πρόσθετο δυναμικό που πρόκειται να κατασκευασθεί ή η τροποποίηση του υπάρχοντος δυναμικού, ο χρονικός ορίζοντας του έργου και οι εθνικές περιστάσεις.

[…]

8.      Η ρυθμιστική αρχή διαβιβάζει αμελλητί στην Επιτροπή αντίγραφο κάθε αίτησης εξαίρεσης μόλις τη λάβει. Η απόφαση κοινοποιείται αμελλητί από την αρμόδια αρχή στην Επιτροπή, μαζί με όλες τις σχετικές με την εν λόγω απόφαση πληροφορίες. Οι πληροφορίες αυτές μπορούν να υποβάλλονται στην Επιτροπή συνολικά, ώστε να της επιτρέπουν να λάβει τεκμηριωμένη απόφαση. Ειδικότερα, οι πληροφορίες περιλαμβάνουν:

α)      τους λεπτομερείς λόγους βάσει των οποίων η ρυθμιστική αρχή ή το κράτος μέλος χορήγησε ή απέρριψε την απαλλαγή, μαζί με παραπομπή στην παράγραφο 1, συμπεριλαμβανομένου και του σχετικού σημείου ή σημείων της προαναφερθείσας παραγράφου επί των οποίων βασίσθηκε η απόφαση αυτή, συμπεριλαμβανομένων των οικονομικών πληροφοριών που αιτιολογούν την ανάγκη απαλλαγής·

β)      την ανάλυση η οποία διεξήχθη για τις επιπτώσεις της απαλλαγής στον ανταγωνισμό και στην αποτελεσματική λειτουργία της εσωτερικής αγοράς φυσικού αερίου·

γ)      τους λόγους για τη χρονική περίοδο και το μερίδιο του συνολικού δυναμικού της υποδομής φυσικού αερίου για το οποίο χορηγείται η απαλλαγή·

δ)      σε περίπτωση που η εξαίρεση αφορά διασύνδεση, το αποτέλεσμα της διαβούλευσης με τις ενδιαφερόμενες ρυθμιστικές αρχές και

ε)      τη συμβολή της υποδομής στη διαφοροποίηση της προμήθειας φυσικού αερίου.

9.      Εντός δύο μηνών από την ημέρα παραλαβής της σχετικής κοινοποίησης, η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει απόφαση, με την οποία θα υποχρεώνεται η ρυθμιστική αρχή να τροποποιήσει ή να ανακαλέσει την απόφαση χορήγησης εξαίρεσης. Η δίμηνη προθεσμία είναι δυνατόν να παραταθεί κατά δύο μήνες, όταν ζητούνται συμπληρωματικές πληροφορίες από την Επιτροπή. Η εν λόγω συμπληρωματική προθεσμία αρχίζει από την επομένη της λήψης του συνόλου των πληροφοριών. Η αρχική δίμηνη προθεσμία μπορεί επίσης να παραταθεί με τη συγκατάθεση τόσο της Επιτροπής όσο και της ρυθμιστικής αρχής.

[…]

Η ρυθμιστική αρχή συμμορφώνεται εντός μηνός με την απόφαση της Επιτροπής να τροποποιήσει ή να ανακαλέσει την απόφαση εξαίρεσης και ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή.

[…]»

2        Το άρθρο 28a, παράγραφος 1, του Gesetz über die Elektrizitäts- und Gasversorgung (Energiewirtschaftsgesetz – EnWG) (γερμανικού νόμου περί εφοδιασμού σε ηλεκτρική ενέργεια και φυσικό αέριο), της 7ης Ιουλίου 2005 (BGBl. 2005 I, σ. 1970, 3621, στο εξής: EnWG), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των επίμαχων πραγματικών περιστατικών, επιτρέπει στην Bundesnetzagentur (BNetzA, Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Δικτύων, Γερμανία), μεταξύ άλλων, να εξαιρεί από τις διατάξεις περί προσβάσεως τρίτων τις διασυνδέσεις μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και άλλων κρατών. Οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 28a του EnWG αντιστοιχούν, κατ’ ουσίαν, σε εκείνες του άρθρου 36, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/73.

 Ιστορικό της διαφοράς

3        Με την απόφαση C(2009) 4694, της 12ης Ιουνίου 2009, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζήτησε από την BNetzA, δυνάμει του άρθρου 22 της οδηγίας 2003/55/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2003, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου και την κατάργηση της οδηγίας 98/30/ΕΚ (ΕΕ 2003, L 176, σ. 57), να τροποποιήσει την από 25 Φεβρουαρίου 2009 απόφασή της, η οποία εξαιρούσε τη δυναμικότητα μεταφοράς του αγωγού φυσικού αερίου Ostseepipeline-Anbindungsleitung (OPAL), που είναι το χερσαίο τμήμα, στα ανατολικά, του αγωγού φυσικού αερίου Nord Stream 1, του οποίου το σημείο εισόδου βρίσκεται κοντά στην κωμόπολη Lubmin, πλησίον της πόλεως Greifswald, στη Γερμανία, και το σημείο εξόδου στον οικισμό Brandov, στην Τσεχική Δημοκρατία, από την εφαρμογή των κανόνων σχετικά με την πρόσβαση των τρίτων που προβλέπονται από το άρθρο 18 της εν λόγω οδηγίας και από την τιμολογιακή ρύθμιση, που προβλέπεται από το άρθρο 25, παράγραφοι 2 έως 4, της ίδιας οδηγίας.

4        Η απόφαση C(2009) 4694 προέβλεπε τους ακόλουθους όρους:

«α)      Με επιφύλαξη του κανόνα που προβλέπεται στο στοιχείο βʹ, μια επιχείρηση δεσπόζουσα σε μία ή περισσότερες, χρονικώς προηγούμενες ή χρονικώς επόμενες, μεγάλες αγορές φυσικού αερίου και η οποία καλύπτει την Τσεχική Δημοκρατία δεν δύναται να δεσμεύσει, ετησίως, άνω του 50 % της δυναμικότητας μεταφοράς του αγωγού φυσικού αερίου OPAL στα τσεχικά σύνορα. Οι δεσμεύσεις από επιχειρήσεις που ανήκουν στον ίδιο όμιλο, όπως η Gazprom και η Wingas, θα εξεταστούν από κοινού. Οι δεσμεύσεις από δεσπόζουσες επιχειρήσεις/από ομίλους επιχειρήσεων που έχουν συνάψει μεγάλες μακροπρόθεσμες συμβάσεις εφοδιασμού με φυσικό αέριο θα εξεταστούν συνολικά […]

β)      Είναι δυνατόν να γίνει υπέρβαση του ορίου του 50 % της δυναμικότητας εάν η οικεία επιχείρηση εκχωρήσει στην αγορά όγκο 3 δισεκατομμυρίων m³ φυσικού αερίου επί του αγωγού OPAL, σύμφωνα με ανοιχτή, διαφανή και αμερόληπτη διαδικασία (“πρόγραμμα εκχωρήσεως φυσικού αερίου”). Η εταιρία-διαχειριστής του αγωγού ή η επιχείρηση που υποχρεούται να υλοποιήσει το πρόγραμμα οφείλει να εγγυάται τη διαθεσιμότητα της αντίστοιχης δυναμικότητας μεταφοράς και την ελεύθερη επιλογή του σημείου εξόδου (“πρόγραμμα εκχωρήσεως δυναμικότητας”). Η μορφή των προγραμμάτων “εκχώρηση φυσικού αερίου” και “εκχώρηση δυναμικότητας” υπόκειται στην έγκριση της BNetzA.»

5        Στις 7 Ιουλίου 2009, η BNetzA τροποποίησε την από 25 Φεβρουαρίου 2009 απόφασή της προσαρμόζοντάς την στους προμνημονευθέντες προβλεπόμενους στην απόφαση C(2009) 4694 όρους. Η BNetzA χορήγησε εξαίρεση από τους κανόνες για περίοδο 22 ετών.

6        Ο αγωγός φυσικού αερίου OPAL τέθηκε σε λειτουργία στις 13 Ιουλίου 2011 και διαθέτει ετήσια δυναμικότητα της τάξεως των 36,5 δισεκατομμυρίων m³. Δυνάμει της αποφάσεως C(2009) 4694 της Επιτροπής και της αποφάσεως της BNetzA της 25ης Φεβρουαρίου 2009, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την από 7 Ιουλίου 2009 απόφαση της BNetzA, η δυναμικότητα μεταφοράς του αγωγού OPAL εξαιρέθηκε εξ ολοκλήρου από την εφαρμογή των κανόνων σχετικά με την πρόσβαση των τρίτων και από την τιμολογιακή ρύθμιση βάσει της οδηγίας 2003/55.

7        Με την ισχύουσα σήμερα τεχνική διαμόρφωση, η προμήθεια του φυσικού αερίου μπορεί να γίνει στο σημείο εισόδου του αγωγού πλησίον της πόλεως Greifswald μόνο μέσω του αγωγού Nord Stream 1, τον οποίο χρησιμοποιεί ο όμιλος Gazprom για να μεταφέρει φυσικό αέριο από ρωσικά κοιτάσματα. Δεδομένου ότι η Gazprom δεν έθεσε σε εφαρμογή το πρόγραμμα εκχωρήσεως φυσικού αερίου που προβλέπεται στην απόφαση C(2009) 4694, το μη δεσμευμένο τμήμα του 50 % της δυναμικότητας του αγωγού αυτού ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε και φαίνεται a priori να γίνεται χρήση μόνον του 50 % της δυναμικότητας μεταφοράς του αγωγού OPAL.

8        Στις 13 Μαΐου 2016, η BNetzA γνωστοποίησε στην Επιτροπή, βάσει του άρθρου 36 της οδηγίας 2009/73, την πρόθεσή της να τροποποιήσει, κατόπιν αιτήματος της Opal Gastransport GmbH & Co. KG (εταιρίας εκμεταλλεύσεως του αγωγού OPAL, στο εξής: OGT), της OAO Gazprom και της Gazprom Eksport LLC, ορισμένες διατάξεις της χορηγηθείσας το 2009 εξαιρέσεως σχετικά με το τμήμα του αγωγού OPAL που διαχειρίζεται η OGT.

9        Στις 28 Οκτωβρίου 2016, η Επιτροπή εξέδωσε, βάσει του άρθρου 36, παράγραφος 9, της οδηγίας 2009/73, την απόφαση C(2016) 6950 τελικό, περί επανεξετάσεως των όρων εξαιρέσεως του αγωγού φυσικού αερίου OPAL από τους κανόνες σχετικά με την πρόσβαση των τρίτων και από την τιμολογιακή ρύθμιση που καθορίστηκαν με την οδηγία 2003/55 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), με αποδέκτη την BNetzA. Η προβλεπόμενη στο άρθρο 36 της οδηγίας 2009/73 διαδικασία αντιστοιχεί σε αυτήν του άρθρου 22 της οδηγίας 2003/55, το οποίο αποτέλεσε τη νομική βάση της αποφάσεως C(2009) 4694 που τροποποιήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση.

10      Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή διατήρησε σε ισχύ την εξαίρεση από τους κανόνες προσβάσεως των τρίτων που είχε χορηγηθεί στον αγωγό OPAL για το τμήμα μεταξύ του σημείου εισόδου πλησίον του Greifswald και του σημείου εξόδου στο Brandov για το μέγιστο όριο του 50 % της δυναμικότητας, που είχε ήδη εγκρίνει με την απόφαση C(2009) 4694. Αντιθέτως, το εναπομείναν 50 % της δυναμικότητας του εν λόγω τμήματος –το οποίο έως τότε παρέμενε αχρησιμοποίητο λόγω της μη θέσεως σε εφαρμογή του προγράμματος εκχωρήσεως φυσικού αερίου από την Gazprom– αποδεσμεύθηκε, δηλαδή υπήχθη στους κανόνες προσβάσεως των τρίτων. Η αποδέσμευση αυτή πρέπει να γίνει υπό τη μορφή κατανομής της δυναμικότητας μεταφοράς, στην οποία ο διαχειριστής του αγωγού υποχρεούται να προβεί στο πλαίσιο διαφανούς και χωρίς διακρίσεις δημοπρασίας.

11      Λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτή η μη ενέχουσα διακρίσεις και διαφανής διάθεση της δυναμικότητας μεταφοράς που αποδεσμεύθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορούσε επίσης να έχει ως αποτέλεσμα, εκ των πραγμάτων, τη χρήση της από την Gazprom Eksport, η Επιτροπή, προκειμένου να διασφαλίσει ότι οι τρίτοι θα μπορούν να έχουν πράγματι πρόσβαση στην «αποδεσμευθείσα» δυναμικότητα, ήρε το προτεινόμενο από την BNetzA ανώτατο όριο όσον αφορά τη δυναμικότητα διασυνδέσεως τύπου FZK (feste frei zuordenbare Kapazitäten, σταθερή και ελεύθερα διαθέσιμη δυναμικότητα) στο σημείο εξόδου του αγωγού.Συγκεκριμένα, ο διαχειριστής του αγωγού OPAL θα υποχρεούται να θέσει στη διάθεση άλλων χρηστών, πέραν της δεσπόζουσας στην τσεχική αγορά φυσικού αερίου επιχειρήσεως, στο πλαίσιο δημοπρατήσεως, δυναμικότητα διασυνδέσεως FZK συνολικού όγκου 3,2 εκατομμυρίων kWh. Εάν εντούτοις φαίνεται ότι, κατά την ετήσια δημοπρασία, η ζήτηση δυναμικότητας τύπου FZK στο σημείο εξόδου στο Brandov υπερβαίνει το 90 % της προσφερόμενης δυναμικότητας, η OGT υποχρεούται να αυξήσει κατά 1,6 εκατομμύριο kWh την ποσότητα της διαθέσιμης δυναμικότητας FZK κατά την επόμενη ετήσια δημοπρασία. Η διαθέσιμη δυναμικότητα FZK μπορεί να αυξηθεί με την πάροδο του χρόνου έως τον όγκο των 6,4 εκατομμυρίων kWh.

12      Επιπλέον, λαμβανομένου υπόψη του χαρακτήρα της δημοπρασίας ως δημοπρασίας αυξανόμενου τιμήματος και προκειμένου να αποφευχθεί οποιαδήποτε πλειοδοσία από τη δεσπόζουσα στην τσεχική αγορά οντότητα, η Επιτροπή εισήγαγε πρόσθετο όρο σύμφωνα με τον οποίο μια τέτοια οντότητα μπορεί να υποβάλει την προσφορά της, στο πλαίσιο δημοπρατήσεως της δυναμικότητας FZK, μόνο στη βασική τιμή της δυναμικότητας, στοιχείο που συνεπάγεται ότι η προταθείσα τιμή δεν θα μπορεί να υπερβεί τη μέση βασική ρυθμιζόμενη τιμή του συστήματος μεταφοράς από την εμπορική ζώνη της Gaspool στη Γερμανία προς την Τσεχική Δημοκρατία για συγκρίσιμα προϊόντα κατά το ίδιο έτος.

13      Στις 28 Νοεμβρίου 2016, η BNetzA τροποποίησε τη χορηγηθείσα στον διαχειριστή του αγωγού OPAL με την απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2009 εξαίρεση, σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση, συνάπτοντας με την OGT σύμβαση δημοσίου δικαίου, η οποία επέχει, κατά το γερμανικό δίκαιο, θέση διοικητικής αποφάσεως.

 Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

14      Η προσφεύγουσα PGNiG Supply & Trading GmbH άσκησε την υπό κρίση προσφυγή με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 4 Δεκεμβρίου 2016.

15      Με χωριστό δικόγραφο που κατατέθηκε αυθημερόν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου, η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, η οποία απορρίφθηκε με διάταξη της 21ης Ιουλίου 2017, PGNiG Supply & Trading κατά Επιτροπής (T-849/16 R, EU:T:2016:544). Ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα.

16      Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 19 Ιανουαρίου, στις 16 Φεβρουαρίου και την 1η, την 9η και την 22α Μαρτίου 2017, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η OGT και η Gazprom Eksport ζήτησαν να παρέμβουν στην παρούσα διαδικασία προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής.

17      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 28 Φεβρουαρίου 2017, η Naftogaz Ukrainy SA ζήτησε να παρέμβει στην παρούσα διαδικασία υπέρ της προσφεύγουσας.

18      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 13 Μαρτίου 2017, η προσφεύγουσα υπέβαλε υπόμνημα συμπληρωματικό της προσφυγής, με το οποίο προέβαλε νέους λόγους προς στήριξη της προσφυγής της.

19      Με τις παρατηρήσεις που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 8 Μαΐου 2017, η Επιτροπή ζήτησε να κηρυχθεί απαράδεκτο το συμπληρωματικό υπόμνημα της 13ης Μαρτίου 2017.

20      Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 21 Μαρτίου 2017, η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής.

21      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 29 Μαΐου 2017, η προσφεύγουσα διατύπωσε τις παρατηρήσεις της επί της ενστάσεως απαραδέκτου.

22      Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή ως προδήλως απαράδεκτη·

–        να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.

23      Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την ένσταση απαραδέκτου·

–        επικουρικώς, να εξετάσει το παραδεκτό της προσφυγής μαζί με την ουσία της υποθέσεως·

–        να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

 Σκεπτικό

24      Κατά το άρθρο 130, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, αν ο καθού υποβάλει σχετική αίτηση, το Γενικό Δικαστήριο δύναται να κρίνει επί του απαραδέκτου ή της αναρμοδιότητας χωρίς να εισέλθει στην ουσία. Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι έχει επαρκώς ενημερωθεί από τα στοιχεία της δικογραφίας και αποφασίζει να αποφανθεί χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία.

25      Προς στήριξη της προβληθείσας ενστάσεως απαραδέκτου, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσφεύγουσα δεν νομιμοποιείται να ασκήσει προσφυγή δυνάμει του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Κατά την Επιτροπή, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι κανονιστική πράξη και δεν αφορά την προσφεύγουσα ούτε άμεσα ούτε ατομικά. Επιπλέον, η Επιτροπή αμφισβητεί ότι η προσφεύγουσα έχει έννομο συμφέρον στην άσκηση της προσφυγής.

26      Βάσει του άρθρου 36, παράγραφος 9, της οδηγίας 2009/73, αποδέκτης της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι η BNetzA. Επομένως, η προσφεύγουσα, εταιρία η οποία δραστηριοποιείται στους τομείς της εισαγωγής και της εξαγωγής, της αποθηκεύσεως, της πωλήσεως και της διανομής φυσικού αερίου και υγρών καυσίμων, δεν είναι αποδέκτης της προσβαλλομένης αποφάσεως και η νομιμοποίησή της για την άσκηση προσφυγής μπορεί να θεμελιωθεί μόνο στο δεύτερο ή στο τρίτο σκέλος του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

27      Δυνάμει του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί, υπό τις προϋποθέσεις του πρώτου και του δεύτερου εδαφίου του άρθρου αυτού, να ασκεί προσφυγή κατά των πράξεων των οποίων είναι αποδέκτης ή που το αφορούν άμεσα και ατομικά, καθώς και κατά των κανονιστικών πράξεων που το αφορούν άμεσα και δεν συνεπάγονται τη λήψη εκτελεστικών μέτρων.

28      Εν προκειμένω, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δεν είναι αποδέκτης της προσβαλλομένης αποφάσεως, η νομιμοποίησή της για την άσκηση της προσφυγής θα μπορούσε να θεμελιωθεί μόνο στο δεύτερο ή στο τρίτο σκέλος του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Επομένως, θα εξεταστεί εν συνεχεία διαδοχικώς αν η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά άμεσα την προσφεύγουσα, εάν την αφορά ατομικά και αν πρόκειται για κανονιστική πράξη.

 Επί του άμεσου επηρεασμού της προσφεύγουσας από την προσβαλλόμενη απόφαση

29      Η Επιτροπή διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν θίγει άμεσα την προσφεύγουσα, επειδή, μεταξύ άλλων, δεν επηρεάζει άμεσα τη νομική της κατάσταση.

30      Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η άμεση συνέπεια της προσβαλλομένης αποφάσεως στη νομική της κατάσταση συνίσταται ιδίως στην παρεμπόδιση της προσβάσεώς της στις δημοπρασίες που αφορούν τη δυναμικότητα του αγωγού OPAL. Επισημαίνει ότι τόσο η Επιτροπή όσο και οι γερμανικές αρχές διατείνονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση θα έχει θετικά αποτελέσματα για αυτήν και εξ αυτού συνάγει ότι οι αρνητικές συνέπειες της προσβαλλομένης αποφάσεως θα την αφορούν στον ίδιο βαθμό άμεσα. Επιπλέον, η προσφεύγουσα εκτιμά ότι, ως ανταγωνίστρια των εταιριών του ομίλου Gazprom, ως προς τις οποίες δεν αμφισβητείται ότι θίγονται άμεσα από την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει επίσης να γίνει δεκτό ότι θίγεται άμεσα, εφαρμοζομένης κατ’ αναλογία της νομολογίας για τις κρατικές ενισχύσεις.

31      Κατά πάγια νομολογία, το κριτήριο περί πράξεως που θίγει άμεσα πρόσωπο επιτάσσει το αμφισβητούμενο μέτρο να παράγει άμεσα αποτελέσματα επί της νομικής καταστάσεως του ιδιώτη και να μην καταλείπει καμία εξουσία εκτιμήσεως στους αποδέκτες του που είναι επιφορτισμένοι με την εφαρμογή του, η οποία έχει καθαρά αυτόματο χαρακτήρα και απορρέει αποκλειστικά από την αμφισβητούμενη ρύθμιση, χωρίς εφαρμογή άλλων παρεμβαλλόμενων κανόνων. Το αυτό ισχύει όταν η δυνατότητα των αποδεκτών να μη δώσουν συνέχεια στην πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αμιγώς θεωρητική, καθόσον δεν υφίσταται αμφιβολία ως προς τη βούλησή τους να συναγάγουν συνέπειες σύμφωνες προς την πράξη αυτή (βλ. απόφαση της 5ης Μαΐου 1998, Dreyfus κατά Επιτροπής, C‑386/96 P, EU:C:1998:193, σκέψεις 43 και 44 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

32      Η δεύτερη, όμως, από τις δύο προϋποθέσεις αυτές, περί του ότι δεν καταλείπεται εξουσία εκτιμήσεως στους αποδέκτες, δεν πληρούται εν προκειμένω. Πράγματι, η απόφαση της εθνικής αρχής περί εφαρμογής της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν είχε αυτόματο χαρακτήρα. Το άρθρο 36 της οδηγίας 2009/73 δεν υποχρέωνε την BNetzA να προβεί σε τέτοια εφαρμογή, δεδομένου ότι μπορούσε να παραιτηθεί από την πρόταση τροποποιήσεως των όρων εκμεταλλεύσεως του αγωγού OPAL. Επιπλέον, η δυνατότητα αυτή της BNetzA να μη δώσει συνέχεια στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν ήταν, εν προκειμένω, αμιγώς θεωρητική. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί, αφενός, ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή εξάρτησε την έγκριση του προτεινόμενου από την BNetzA μέτρου από πρόσθετους όρους, οι οποίοι έβαιναν πέραν εκείνων που πρότεινε η BNetzA (βλ. σκέψεις 11 και 12 ανωτέρω). Επομένως, καίτοι δεν μπορούσε να αποφασίσει να τροποποιήσει τους όρους εκμεταλλεύσεως του αγωγού OPAL χωρίς να λάβει υπόψη τους εν λόγω πρόσθετους όρους, η BNetzA μπορούσε, στο πλαίσιο της ευχέρειας εκτιμήσεως που της παρείχε το άρθρο 28a του EnWG, να αξιολογήσει εκ νέου τη σκοπιμότητα της λήψεως του μέτρου λαμβανομένων υπόψη των όρων αυτών και, ενδεχομένως, να παραιτηθεί από το προτεινόμενο μέτρο. Αφετέρου, η διαδικασία κινήθηκε σε εθνικό επίπεδο κατόπιν αιτήσεως που υπέβαλε η OGT, εταιρία εκμεταλλεύσεως του αγωγού OPAL (βλ. σκέψη 8 ανωτέρω). Υπό τις περιστάσεις αυτές, η OGT είχε τη δυνατότητα να αποσύρει την αίτησή της και, με τον τρόπο αυτό, να εμποδίσει τη θέση σε εφαρμογή της προσβαλλομένης αποφάσεως, με απόφαση ή με σύμβαση, εάν εκτιμούσε ότι οι πρόσθετοι όροι που επέβαλε η Επιτροπή δεν ήταν κατάλληλοι ή σκόπιμοι.

33      Επομένως, η προσφεύγουσα δεν θίγεται άμεσα από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την παρατιθέμενη στη σκέψη 31 ανωτέρω νομολογία.

34      Συναφώς, επισημαίνεται επίσης ότι, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η νομική κατάσταση της προσφεύγουσας επηρεάστηκε, τούτο θα είχε συμβεί λόγω των εθνικών μέτρων που έλαβε η BNetzA, κατά της οποίας μπορεί, ενδεχομένως, να στραφεί η προσφεύγουσα ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων προβάλλοντας έλλειψη νομιμότητας της προσβαλλομένης αποφάσεως ώστε να επιτύχει την υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 267 ΣΛΕΕ (βλ., σχετικώς, διάταξη της 8ης Απριλίου 2008, Saint-Gobain Glass Deutschland κατά Επιτροπής, C-503/07 P, EU:C:2008:207, σκέψη 78).

 Επί του ζητήματος αν η προσβαλλόμενη απόφαση θίγει άμεσα την προσφεύγουσα

35      Η Επιτροπή διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αφορά την προσφεύγουσα ατομικά.

36      Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση την αφορά ατομικά, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της και των ειδικών περιστάσεων που καθιστούν εφικτή την εξατομίκευσή της κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη της εν λόγω αποφάσεως. Συναφώς, επικαλείται, πρώτον, τη φύση της αγοράς εξαγωγής φυσικού αερίου στην Πολωνία και της αγοράς μεταφοράς φυσικού αερίου, δεύτερον, τη ζημία που θα υποστεί ως αποτέλεσμα της προσβαλλομένης αποφάσεως και, τρίτον, την αποδυνάμωση της ανταγωνιστικής θέσεώς της έναντι του ομίλου Gazprom.

37      Κατά πάγια νομολογία, πρόσωπα άλλα από τους αποδέκτες αποφάσεως δεν μπορούν να ισχυρισθούν ότι η απόφαση τα αφορά ατομικά, παρά μόνον αν η απόφαση αυτή τα θίγει λόγω ορισμένων ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους ή λόγω μιας πραγματικής καταστάσεως η οποία τα διακρίνει έναντι κάθε άλλου προσώπου και, ως εκ τούτου, τα εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη (βλ. απόφαση της 13ης Μαρτίου 2008, Επιτροπή κατά Infront WM, C-125/06 P, EU:C:2008:159, σκέψη 70 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

38      Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει επίσης ότι, όταν η απόφαση θίγει ομάδα προσώπων τα οποία έχουν εξατομικευθεί ή ήταν δυνατό να εξατομικευθούν κατά τον χρόνο εκδόσεως της πράξεως αυτής και βάσει κριτηρίων που σχετίζονται ειδικώς με τα μέλη της ομάδας, η πράξη αυτή δύναται να αφορά ατομικά τα πρόσωπα αυτά, καθόσον αποτελούν μέρος ενός στενού επιχειρηματικού κύκλου (βλ. απόφαση της 13ης Μαρτίου 2008, Επιτροπή κατά Infront WM, C-125/06 P, EU:C:2008:159, σκέψη 71 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

39      Συναφώς, επισημαίνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά τους όρους υπό τους οποίους η OGT, ως εταιρία εκμεταλλεύσεως του αγωγού φυσικού αερίου OPAL, οφείλει να θέτει στη διάθεση τρίτων φυσικό αέριο στο ευρισκόμενο στην τσεχική επικράτεια σημείο εξόδου του αγωγού OPAL, συγκεκριμένα δε στο Brandov. Από την πλευρά της, η προσφεύγουσα δραστηριοποιείται στον τομέα της εμπορίας και της μεταφοράς φυσικού αερίου στη γερμανική αγορά και στον τομέα της εξαγωγής φυσικού αερίου στην Πολωνία. Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το ενδεχόμενο η τροποποίηση των όρων εκμεταλλεύσεως του αγωγού OPAL να έχει οικονομικές επιπτώσεις στις δραστηριότητες της προσφεύγουσας, ιδίως λόγω της αυξήσεως των ροών φυσικού αερίου που μεταφέρονται μέσω του αγωγού αυτού.

40      Ως προς τούτο, πρώτον, η προσφεύγουσα εκφράζει φόβους σημαντικής αυξήσεως της δυναμικότητας μεταφοράς για τον όμιλο Gazprom καθώς και μειώσεως της εκμεταλλεύσεως της δυναμικότητας μεταφοράς του αγωγού Yamal-Europe, ο οποίος μεταφέρει φυσικό αέριο από τη Ρωσία στην Πολωνία μέσω της Λευκορωσίας, από το 2020, ακόμη και πλήρους απενεργοποιήσεως αυτού μετά το 2022, ενδεχόμενο το οποίο, κατά την προσφεύγουσα, θα ενισχύσει τη δεσπόζουσα θέση του ομίλου Gazprom αποδυναμώνοντας ταυτόχρονα τη δική της θέση στην αγορά. Δεύτερον, η προσφεύγουσα διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση θα προκαλέσει αιφνίδια άνοδο των τιμών μεταφοράς του φυσικού αερίου από τη γερμανική αγορά στην Πολωνία, λόγω της μειώσεως της μεταφοράς φυσικού αερίου μέσω του αγωγού Yamal-Europe, κάτι που θα περιορίσει τις δυνατότητές της να συνάπτει συμβάσεις εξαγωγής φυσικού αερίου από τη Γερμανία στην Πολωνία. Τρίτον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση μειώνει την ανταγωνιστικότητά της στις αγορές, χονδρικής και λιανικής, φυσικού αερίου στη Γερμανία σε σχέση με τις συνδεδεμένες με τον όμιλο Gazprom επιχειρήσεις. Τέταρτον, η προσφεύγουσα διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση θα έχει ως συνέπεια, μέσω της αυξήσεως της ρυθμιζόμενης εκμεταλλεύσεως του αγωγού OPAL, τον περιορισμό, ακόμη και την κατάργηση, της προσβάσεως στον αγωγό OPAL για τους δραστηριοποιούμενους στην αγορά χονδρικής που δεν ανήκουν στον όμιλο Gazprom, περιλαμβανομένης της ίδιας.

41      Ωστόσο, αφενός, η προβαλλόμενη αυτή ζημία παραμένει σε μεγάλο βαθμό υποθετική και εξαρτάται, εν πάση περιπτώσει, από πολλούς μελλοντικούς αβέβαιους παράγοντες. Συγκεκριμένα, η υλοποίηση των συνεπειών που μπορεί να ανακύψουν από ενδεχόμενη μελλοντική μείωση της εκμεταλλεύσεως της δυναμικότητας μεταφοράς του αγωγού Yamal-Europe από το 2020, ακόμη και την πλήρη απενεργοποίησή του από το 2022, εξαρτάται από την ανανέωση ή μη της συμβάσεως προμήθειας μεταξύ της μητρικής εταιρίας της προσφεύγουσας και της Gazprom. Ακόμη και αν η προσφεύγουσα εξομοιωθεί με τη μητρική εταιρία της, τον κύριο πολωνικό διανομέα φυσικού αερίου Polskie Górnictwo Naftowe i Gazownictwo S.A., όσον αφορά την εκτίμηση περί των συνεπειών της προσβαλλομένης αποφάσεως, η απάντηση στο ζήτημα αυτό εξαρτάται, ιδίως, από τη μελλοντική εμπορική πολιτική του ομίλου Gazprom, τη μελλοντική ανταγωνιστική θέση της μητρικής εταιρίας της προσφεύγουσας και τη γενική μελλοντική εξέλιξη των αγορών φυσικού αερίου. Επομένως, δεν μπορεί να προβλεφθεί με αξιόπιστο τρόπο επί του παρόντος.

42      Αφετέρου, η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι η προβαλλόμενη ζημία έχει κάποιο χαρακτηριστικό γνώρισμα που τη διακρίνει έναντι κάθε άλλου οικονομικού φορέα ο οποίος δραστηριοποιείται στους τομείς της εμπορίας, της μεταφοράς, της εισαγωγής και της εξαγωγής φυσικού αερίου στη Γερμανία ή στην Πολωνία και, ως εκ τούτου, την εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη της προσβαλλομένης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, εάν γίνει δεκτό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση μπορεί να μειώσει την ανταγωνιστικότητα της προσφεύγουσας ως προς τις συνδεδεμένες με τον όμιλο Gazprom επιχειρήσεις, στις αγορές, χονδρικής και λιανικής, φυσικού αερίου στη Γερμανία, αυτό θα πρέπει να θίγει το σύνολο των οικονομικών φορέων που δραστηριοποιούνται στον συγκεκριμένο τομέα και όχι μόνο την προσφεύγουσα. Τέλος, όσον αφορά την προβαλλόμενη ζημία που οφείλεται στο ότι, λόγω της προσβαλλομένης αποφάσεως, η πρόσβαση των ανταγωνιστών του ομίλου Gazprom στον αγωγό OPAL θα περιοριστεί, ενδεχομένως δε και θα καταργηθεί, επισημαίνεται, πέραν του ότι μια τέτοια ζημία θα έθιγε και τους λοιπούς οικονομικούς φορείς που δραστηριοποιούνται στον τομέα, ότι το επιχείρημα αυτό είναι αβάσιμο.

43      Ειδικότερα, δεν είναι ακριβής η αιτίαση της προσφεύγουσας ότι, «λόγω της θεσπίσεως [με την προσβαλλόμενη απόφαση] πρόσθετης εξαιρέσεως από την εφαρμογή της [αρχής της προσβάσεως τρίτων] υπέρ του αγωγού OPAL, η νομική κατάσταση της προσφεύγουσας θα μεταβληθεί κατά τρόπο ώστε αυτή να μη διαθέτει ελεύθερη πρόσβαση στον εν λόγω αγωγό, κατά παράβαση των αρχών της εσωτερικής αγοράς φυσικού αερίου που καθορίζονται στην οδηγία 2009/73». Πράγματι, η προσφεύγουσα δεν διέθετε ελεύθερη πρόσβαση στον αγωγό OPAL στο πλαίσιο του αρχικού καθεστώτος εξαιρέσεων, το οποίο εγκρίθηκε με την απόφαση C(2009) 4694 (βλ. σκέψεις 3 και 4 κατωτέρω), δεδομένου ότι το εν λόγω καθεστώς εξαιρούσε το σύνολο της δυναμικότητας μεταφοράς του αγωγού, μεταξύ Greifswald και Brandov, από την εφαρμογή των κανόνων για την πρόσβαση τρίτων. Αντιθέτως, η προσβαλλόμενη απόφαση προβλέπει ότι 50 % της δυναμικότητας στο εν λόγω τμήμα θα διατεθεί σε τρίτους, μέσω διαφανούς και χωρίς διακρίσεις δημοπρασίας (βλ. σκέψη 10 ανωτέρω), με αποτέλεσμα άλλες επιχειρήσεις, περιλαμβανομένης της προσφεύγουσας, να έχουν τη δυνατότητα αποκτήσεως δυναμικότητας. Επομένως, εν αντιθέσει προς τα όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν θεσπίζει πρόσθετη εξαίρεση, αλλά, αντιθέτως, καταργεί εν μέρει την υφιστάμενη εξαίρεση.

44      Εξάλλου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η προσφεύγουσα ανήκει σε ομάδα προσώπων τα οποία έχουν εξατομικευθεί ή ήταν δυνατό να εξατομικευθούν κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως και βάσει κριτηρίων που σχετίζονται ειδικώς με τα μέλη της ομάδας, κατά την παρατιθέμενη στη σκέψη 38 ανωτέρω νομολογία. Πράγματι, το γεγονός ότι ανήκει στον προβαλλόμενο ως κλειστό κύκλο των δραστηριοποιουμένων στην αγορά εμπορίας και μεταφοράς φυσικού αερίου στη Γερμανία, το οποίο επικαλέστηκε η προσφεύγουσα, δεν την εξατομικεύει σε σχέση με τους όρους εκμεταλλεύσεως του αγωγού OPAL, με τον οποίο μεταφέρεται φυσικό αέριο μέσω της Γερμανίας στην Τσεχική Δημοκρατία, όπως αυτοί καθορίζονται με την προσβαλλόμενη απόφαση. Επαλλήλως, επισημαίνεται, όπως έπραξε και η Επιτροπή, ότι η προσφεύγουσα δεν μνημόνευσε ούτε την ταυτότητα ούτε τον αριθμό των μελών που ανήκουν, κατ’ αυτήν, στην εν λόγω ομάδα.

45      Στο μέτρο που η προσφεύγουσα προβάλλει τη συμμετοχή της στη διαδικασία ενώπιον της BNetzA, αρκεί να επισημανθεί ότι το γεγονός ότι η προσφεύγουσα απηύθυνε επιστολές στην BNetzA στο πλαίσιο της διαδικασίας σε εθνικό επίπεδο, η οποία προηγήθηκε της κοινοποιήσεως της 13ης Μαΐου 2016, δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι η προσφεύγουσα συμμετείχε στη διεξαχθείσα στο επίπεδο της Ένωσης διαδικασία που προηγήθηκε της προσβαλλομένης αποφάσεως.

46      Κατά συνέπεια, πρέπει να διαπιστωθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν θίγει ατομικά την προσφεύγουσα.

 Επί του χαρακτήρα της προσβαλλομένης αποφάσεως ως κανονιστικής πράξεως

47      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, ως πράξη ατομικής ισχύος, δεν είναι κανονιστική πράξη, κατά το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, τρίτο σκέλος, ΣΛΕΕ.

48      Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παράγει αποτελέσματα έναντι κατηγορίας προσώπων που ορίζονται μόνο βάσει της φύσεως των δραστηριοτήτων που ασκούν. Ως εκ τούτου, απουσία κάθε εξατομικεύσεως έναντι ευρείας κατηγορίας επιχειρήσεων της αγοράς φυσικού αερίου, η εν λόγω απόφαση έχει, κατά την προσφεύγουσα, γενική και αφηρημένη ισχύ.

49      Κατά τη νομολογία, για να καθορισθεί η ισχύς πράξεως, πρέπει να εξετάζεται εάν η επίμαχη πράξη αφορά ατομικά συγκεκριμένα υποκείμενα δικαίου. Συναφώς, το δικαιοδοτικό όργανο της Ένωσης δεν μπορεί να περιοριστεί στην επίσημη ονομασία της πράξεως, αλλά οφείλει να λαμβάνει υπόψη κατά πρώτον το αντικείμενο και το περιεχόμενό της (απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1962, Confédération nationale des producteurs de fruits et légumes κ.λπ. κατά Συμβουλίου, 16/62 και 17/62, EU:C:1962:47, σ. 829). Συγκεκριμένα, απόφαση που έχει ως αποδέκτη κράτος μέλος έχει γενικό περιεχόμενο εάν τυγχάνει εφαρμογής σε αντικειμενικώς προσδιοριζόμενες καταστάσεις και συνεπάγεται έννομα αποτελέσματα έναντι κατηγοριών προσώπων τα οποία αντιμετωπίζονται γενικώς και αφηρημένως [βλ., όσον αφορά το καθεστώς της οδηγίας 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2003, L 275, σ. 32), διάταξη της 8ης Απριλίου 2008, Saint‑Gobain Glass Deutschland κατά Επιτροπής, C-503/07 P, EU:C:2008:207, σκέψη 71].

50      Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως, αυτή περιορίζεται στην έγκριση, με την επιφύλαξη ορισμένων αλλαγών, της τροποποιήσεως της αποφάσεως περί εξαιρέσεως της 25ης Φεβρουαρίου 2009, την οποία πρότεινε η BNetzA στις 13 Μαΐου 2016. Με τη σειρά της, η συγκεκριμένη τροποποίηση της αρχικής αποφάσεως εξαιρέσεως, στις 28 Νοεμβρίου 2016 (βλ. σκέψη 13 ανωτέρω), έχει ως αντικείμενο την τροποποίηση, μέσω ορισμένων όρων, της εξαιρέσεως που έχει χορηγηθεί στον αγωγό OPAL όσον αφορά την εφαρμογή ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 2009/73. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά αποκλειστικώς μια ατομική και καθορισμένη περίπτωση, ήτοι τους όρους εκμεταλλεύσεως μέρους της δυναμικότητας του αγωγού OPAL από την OGT. Ειδικότερα, οι ενδεχόμενες οικονομικές συνέπειες που μπορεί να έχει η εν λόγω απόφαση για επιχειρήσεις δραστηριοποιούμενες στον τομέα της μεταφοράς και της εμπορίας φυσικού αερίου εκτός της OGT δεν συνιστούν έννομα αποτελέσματα έναντι κατηγορίας προσώπων τα οποία αντιμετωπίζονται γενικώς και αφηρημένως, κατά την παρατιθέμενη στη σκέψη 49 ανωτέρω νομολογία.

51      Επιπλέον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι, «ως εκ της φύσεώς της, παρεμφερής αποφάσεως περί [κρατικών] ενισχύσεων» και ότι το Γενικό Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι «η απόφαση περί [κρατικών] ενισχύσεων έχει γενική ισχύ», ακόμη και αν έχει ένα μόνον αποδέκτη.

52      Για την απόρριψη του επιχειρήματος αυτού, και χωρίς να απαιτείται να εξεταστεί η προβαλλόμενη εκ φύσεως εγγύτητα της προσβαλλομένης αποφάσεως με απόφαση περί κρατικών ενισχύσεων, αρκεί να επισημανθεί ότι, στην προβληθείσα από την προσφεύγουσα νομολογία, το Γενικό Δικαστήριο δεν διαπίστωσε, εν γένει, ότι οι αποφάσεις περί κρατικών ενισχύσεων έχουν γενική ισχύ. Αντιθέτως, παραπέμποντας σε πάγια νομολογία, το Γενικό Δικαστήριο εξάρτησε μια τέτοια διαπίστωση από το ότι η απόφαση εφαρμόζεται σε αντικειμενικώς καθοριζόμενες καταστάσεις και συνεπάγεται έννομα αποτελέσματα για μια κατηγορία προσώπων τα οποία αναφέρονται γενικώς και αφηρημένως (απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2016, Ferracci κατά Επιτροπής, T-219/13, EU:T:2016:485, σκέψη 52). Όπως, όμως, εκτέθηκε στη σκέψη 50 ανωτέρω, αυτό δεν συμβαίνει εν προκειμένω.

53      Ως εκ τούτου, εν αντιθέσει προς όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι πράξη γενικής ισχύος και, επομένως, δεν είναι κανονιστική πράξη, κατά το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

54      Εξάλλου, πρέπει να υπομνησθεί ότι η έννοια «κανονιστικές πράξεις οι οποίες [αφορούν άμεσα κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο] χωρίς να περιλαμβάνουν εκτελεστικά μέτρα», κατά το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, τρίτο σκέλος, ΣΛΕΕ, πρέπει να ερμηνευθεί με γνώμονα τον σκοπό της διατάξεως αυτής ο οποίος συνίσταται, όπως προκύπτει από το ιστορικό θεσπίσεώς της, στην αποτροπή του ενδεχόμενου ιδιώτης να στερείται αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας έναντι πράξεως, μολονότι η νομική κατάστασή του μεταβλήθηκε άμεσα λόγω της πράξεως αυτής. Με γνώμονα τον σκοπό αυτό, καθίσταται σαφές ότι το τρίτο σκέλος του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ έχει εφαρμογή μόνον όταν η αμφισβητούμενη πράξη μεταβάλλει αφεαυτής, δηλαδή ανεξάρτητα από οποιοδήποτε εκτελεστικό μέτρο, τη νομική κατάσταση του προσφεύγοντος. Ως εκ τούτου, όταν δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, η διαπίστωση αυτή αρκεί για να συναχθεί το συμπέρασμα περί μη εφαρμογής του τρίτου σκέλους του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, χωρίς μάλιστα να απαιτείται, στην περίπτωση αυτή, να εξακριβωθεί αν η πράξη αυτή συνεπάγεται εκτελεστικά μέτρα έναντι της προσφεύγουσας (βλ., σχετικώς, απόφαση της 7ης Ιουλίου 2015, Federcoopesca κ.λπ. κατά Επιτροπής, T-312/14, EU:T:2015:472, σκέψεις 27 έως 43).

55      Εν προκειμένω, η ενδεχόμενη προσβολή των δικαιωμάτων της, την οποία προβάλλει η προσφεύγουσα, θα αποτελεί συνέπεια του εκτελεστικού μέτρου που συνιστά η σύμβαση μεταξύ της BNetzA και της OGT, ως εταιρίας εκμεταλλεύσεως του αγωγού OPAL.

56      Ως εκ τούτου, σύμφωνα με την προμνημονευθείσα στη σκέψη 54 νομολογία, το τρίτο σκέλος του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ δεν τυγχάνει εφαρμογής.

57      Επομένως, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, παρέλκει δε η εξέταση του παραδεκτού του συμπληρωματικού υπομνήματος που κατέθεσε η προσφεύγουσα στις 13 Μαρτίου 2017.

 Επί των αιτήσεων παρεμβάσεως

58      Κατά το άρθρο 142, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, η παρέμβαση είναι παρεπόμενη της κύριας διαφοράς και καθίσταται άνευ αντικειμένου, μεταξύ άλλων, σε περίπτωση που η προσφυγή κριθεί απαράδεκτη.

59      Ως εκ τούτου, παρέλκει πλέον η απόφανση επί των αιτήσεων παρεμβάσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, του Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου, της Naftogaz Ukrainy, της OGT και της Gazprom Eksport.

 Επί των δικαστικών εξόδων

60      Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

61      Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδά της, καθώς και εκείνα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της δεύτερης, περιλαμβανομένων των εξόδων που αφορούν τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων.

62      Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, τα κράτη μέλη που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους. Ως εκ τούτου, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας φέρει τα δικαστικά έξοδά της όσον αφορά τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων.

63      Εξάλλου, βάσει του άρθρου 144, παράγραφος 10, του Κανονισμού Διαδικασίας, αν η δίκη επί της κύριας υποθέσεως τερματιστεί πριν ληφθεί απόφαση επί της αιτήσεως παρεμβάσεως, ο αιτούμενος την παρέμβαση και οι κύριοι διάδικοι φέρουν έκαστος τα σχετικά με την αίτηση παρεμβάσεως δικαστικά έξοδά του.

64      Επομένως, εν προκειμένω, η προσφεύγουσα, η Επιτροπή, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, η Naftogaz Ukrainy, η OGT και η Gazprom Eksport φέρουν έκαστος τα σχετικά με την αίτηση παρεμβάσεως δικαστικά έξοδά του.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)

διατάσσει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.

2)      Παρέλκει η απόφανση επί των αιτήσεων παρεμβάσεως.

3)      Η PGNiG Supply & Trading GmbH φέρει τα δικαστικά έξοδά της, καθώς και εκείνα στα οποία υποβλήθηκε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, περιλαμβανομένων των εξόδων που αφορούν τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων.

4)      Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας φέρει τα δικαστικά έξοδά της όσον αφορά τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων.

5)      Η PGNiG Supply & Trading, η Επιτροπή, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Naftogaz Ukrainy SA, η OPAL Gastransport GmbH & Co. KG και η Gazprom Eksport LLC φέρουν έκαστος τα σχετικά με την αίτηση παρεμβάσεως δικαστικά έξοδά του.

Λουξεμβούργο, 14 Δεκεμβρίου 2017.

Ο Γραμματέας

 

Η πρόεδρος

E. Coulon

 

I. Pelikánová


*      Γλώσσα διαδικασίας: η πολωνική.