Language of document : ECLI:EU:T:2017:694

Υπόθεση T‑175/15

Mohamed Marouen Ben Ali Ben Mohamed Mabrouk

κατά

Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

«Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας – Περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων λόγω της καταστάσεως στην Τυνησία – Μέτρα κατά προσώπων τα οποία ευθύνονται για παράνομη ιδιοποίηση δημοσίου χρήματος και προσώπων ή οντοτήτων που συνδέονται με αυτά – Δέσμευση κεφαλαίων – Κατάλογος των προσώπων, οντοτήτων και φορέων επί των οποίων εφαρμόζεται η δέσμευση κεφαλαίων – Διατήρηση της καταχωρίσεως του ονόματος του προσφεύγοντος στον κατάλογο – Ανεπαρκής πραγματική βάση – Πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως – Πλάνη περί το δίκαιο – Δικαίωμα της ιδιοκτησίας – Αρχή της χρηστής διοικήσεως – Εύλογη διάρκεια της δίκης – Τεκμήριο αθωότητας – Αίτημα προσαρμογής – Επιβεβαιωτική πράξη – Απαράδεκτο»

Περίληψη – Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (πέμπτο τμήμα) της 5ης Οκτωβρίου 2017

1.      Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας – Περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων λόγω της καταστάσεως στην Τυνησία – Δέσμευση κεφαλαίων των προσώπων που ενέχονται σε παράνομη ιδιοποίηση δημοσίου χρήματος και φυσικών και νομικών προσώπων, οντοτήτων και φορέων που συνδέονται με τα πρόσωπα αυτά – Πρόσωπα τα οποία ευθύνονται για παράνομη ιδιοποίηση δημοσίου χρήματος – Έννοια – Ευρεία ερμηνεία

(Αποφάσεις του Συμβουλίου 2011/72/ΚΕΠΠΑ, άρθρο 1 § 1, και 2011/172/ΚΕΠΠΑ, άρθρο 1 § 1)

2.      Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας – Περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων λόγω της καταστάσεως στην Τυνησία – Δέσμευση κεφαλαίων των προσώπων που ενέχονται σε παράνομη ιδιοποίηση δημοσίου χρήματος και φυσικών και νομικών προσώπων, οντοτήτων και φορέων που συνδέονται με τα πρόσωπα αυτά – Φύση των μέτρων – Αμιγώς συντηρητικά μέτρα – Δεν έχουν ποινικό χαρακτήρα

(Απόφαση 2011/72/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, αιτιολογικές σκέψεις 1 και 2, άρθρο 1)

3.      Ευρωπαϊκή Ένωση – Δικαστικός έλεγχος της νομιμότητας των πράξεων των θεσμικών οργάνων – Περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων λόγω της καταστάσεως στην Τυνησία – Δέσμευση κεφαλαίων των προσώπων που ενέχονται σε παράνομη ιδιοποίηση δημοσίου χρήματος και φυσικών και νομικών προσώπων, οντοτήτων και φορέων που συνδέονται με τα πρόσωπα αυτά – Έκταση του ελέγχου – Απόδειξη του βασίμου του μέτρου – Υποχρέωση του Συμβουλίου να επαληθεύει με συστηματικό τρόπο τα αποδεικτικά στοιχεία που παρέχουν οι αρχές τρίτης χώρας – Δεν υφίσταται

[Αποφάσεις του Συμβουλίου 2011/72/ΚΕΠΠΑ, άρθρο 1 § 1, και (ΚΕΠΠΑ) 2015/157]

4.      Ευρωπαϊκή Ένωση – Δικαστικός έλεγχος της νομιμότητας των πράξεων των θεσμικών οργάνων – Περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων λόγω της καταστάσεως στην Τυνησία – Δέσμευση κεφαλαίων των προσώπων που ενέχονται σε παράνομη ιδιοποίηση δημοσίου χρήματος και φυσικών και νομικών προσώπων, οντοτήτων και φορέων που συνδέονται με τα πρόσωπα αυτά – Έκταση του ελέγχου – Απόδειξη του βασίμου του μέτρου – Υποχρέωση του Συμβουλίου να αξιολογήσει την αναγκαιότητα λήψεως συμπληρωματικών πληροφοριών ή αποδεικτικών στοιχείων από τις αρμόδιες εθνικές αρχές – Περιεχόμενο – Σεβασμός των αρχών του κράτους δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων

[Άρθρα 21 §§ 1, εδ. 1, 2, στοιχείο βʹ, και 3 ΣΕΕ και 23 ΣΕΕ· Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 41· αποφάσεις του Συμβουλίου 2011/72/ΚΕΠΠΑ, άρθρο 1 § 1, και (ΚΕΠΠΑ) 2015/157]

5.      Ευρωπαϊκή Ένωση – Δικαστικός έλεγχος της νομιμότητας των πράξεων των θεσμικών οργάνων – Περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων λόγω της καταστάσεως στην Τυνησία – Δέσμευση κεφαλαίων των προσώπων που ενέχονται σε παράνομη ιδιοποίηση δημοσίου χρήματος και φυσικών και νομικών προσώπων, οντοτήτων και φορέων που συνδέονται με τα πρόσωπα αυτά – Έκταση του ελέγχου – Εκτίμηση της νομιμότητας βάσει των διαθέσιμων πληροφοριακών στοιχείων κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως

[Αποφάσεις του Συμβουλίου 2011/72/ΚΕΠΠΑ και (ΚΕΠΠΑ) 2015/157]

6.      Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Αρχές – Δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας – Τήρηση εύλογης προθεσμίας – Πεδίο εφαρμογής – Περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων λόγω της καταστάσεως στην Τυνησία – Δικαστική διαδικασία σε τρίτη χώρα η οποία λειτουργεί ως έρεισμα της αποφάσεως εκδόσεως περιοριστικών μέτρων – Δεν εμπίπτει

[Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρα 47 και 51 §§ 1 και 2· απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2015/157 του Συμβουλίου]

7.      Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας – Περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων λόγω της καταστάσεως στην Τυνησία – Δέσμευση κεφαλαίων των προσώπων που ενέχονται σε παράνομη ιδιοποίηση δημοσίου χρήματος και φυσικών και νομικών προσώπων, οντοτήτων και φορέων που συνδέονται με τα πρόσωπα αυτά – Περιορισμός του δικαιώματος ιδιοκτησίας – Παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας – Δεν υφίσταται

[Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 17· αποφάσεις του Συμβουλίου 2011/72/ΚΕΠΠΑ και (ΚΕΠΠΑ) 2015/157]

8.      Προσφυγή ακυρώσεως – Προσφυγή κατά αποφάσεως αμιγώς επιβεβαιωτικής προγενέστερης αποφάσεως – Απαράδεκτο – Έννοια της επιβεβαιωτικής αποφάσεως – Απόφαση του Συμβουλίου να μη διαγράψει το όνομα προσώπου το οποίο έχει καταχωριστεί στο παράρτημα αποφάσεως με την οποία επιβάλλονται περιοριστικά μέτρα, η οποία εκδόθηκε κατόπιν επανεξετάσεως της καταστάσεώς του και στηρίζεται σε νέα και ουσιώδη πραγματικά στοιχεία – Δεν εμπίπτει

(Απόφαση 2011/72/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, άρθρα 2 § 3 και 5 § 6)

1.      Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.

(βλ. σκέψεις 30-32, 34, 83)

2.      Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.

(βλ. σκέψεις 33, 140)

3.      Στο πλαίσιο της αποφάσεως 2011/72/ΚΕΠΠΑ, για περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων λόγω της κατάστασης στην Τυνησία, δεν εναπόκειται καταρχήν στο Συμβούλιο να εξετάσει και να εκτιμήσει το ίδιο τη συνάφεια και την ακρίβεια των στοιχείων επί των οποίων στηρίζονται οι δικαστικές διαδικασίες που αφορούν τα πρόσωπα τα ονόματα των οποίων έχουν περιληφθεί στο παράρτημα της αποφάσεως αυτής. Συγκεκριμένα, με την έκδοση της αποφάσεως αυτής και των επακόλουθων αποφάσεων, το Συμβούλιο δεν επιδιώκει να κολάσει το ίδιο τις παράνομες ιδιοποιήσεις δημοσίου χρήματος ως προς τις οποίες διενεργούν έρευνες οι τυνησιακές αρχές, αλλά να διατηρήσει τη δυνατότητα των αρχών αυτών να διαπιστώσουν τις εν λόγω παράνομες ιδιοποιήσεις και να ανακτήσουν το προϊόν τους. Στις αρμόδιες τυνησιακές αρχές εναπόκειται, επομένως, να εξακριβώσουν τα εν λόγω στοιχεία και να αντλήσουν από αυτά τις αρμόζουσες συνέπειες. Επομένως, στο Συμβούλιο ή στο Γενικό Δικαστήριο εναπόκειται καταρχήν να εξακριβώσουν όχι αν είναι δικαιολογημένες οι διαδικασίες αυτές, αλλά αποκλειστικώς το βάσιμο της αποφάσεως περί δεσμεύσεως κεφαλαίων με γνώμονα τα υποβληθέντα από τις τυνησιακές αρχές στοιχεία. Σε αντίθετη περίπτωση, θα προέκυπταν καταστάσεις κατά τις οποίες το Συμβούλιο θα έπρεπε να καταλήξει σε βεβιασμένα συμπεράσματα ως προς το βάσιμο της εν λόγω έρευνας και ενδεχομένως διαφοροποιούμενα από τα αντίστοιχα των ίδιων των τυνησιακών αρχών. Μια τέτοια κατάσταση θα μπορούσε να έχει την παράδοξη συνέπεια, κατά τον χρόνο εκδικάσεως της υποθέσεως του εμπλεκομένου προσώπου και, κατά περίπτωση, της αναγνωρίσεως της ευθύνης του για παράνομη ιδιοποίηση δημοσίου χρήματος από τις αρχές αυτές, να μην ισχύει πλέον δέσμευση των περιουσιακών του στοιχείων στην Ευρωπαϊκή Ένωση ικανή να καταστήσει δυνατή την ανάκτηση του προϊόντος των παράνομων ιδιοποιήσεων για τις οποίες κατηγορείται. Προφανώς, η πρακτική αποτελεσματικότητα της αποφάσεως 2011/72 δεν θα διασφαλιζόταν.

(βλ. σκέψεις 40, 46)

4.      Στο πλαίσιο της αποφάσεως 2011/72/ΚΕΠΠΑ, για περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων λόγω της κατάστασης στην Τυνησία, το Συμβούλιο δεν ενστερνίζεται, σε κάθε περίπτωση, τις διαπιστώσεις των τυνησιακών δικαστικών αρχών που περιλαμβάνονται στα υποβληθέντα από αυτές έγγραφα. Συγκεκριμένα, εναπόκειται στο όργανο αυτό να εξετάσει με επιμέλεια και αμεροληψία τα αποδεικτικά στοιχεία που του διαβιβάζουν οι οικείες αρμόδιες αρχές, λαμβάνοντας ειδικότερα υπόψη τις παρατηρήσεις και τα τυχόν απαλλακτικά στοιχεία που υποβάλλει ο προσφεύγων. Η υποχρέωση αυτή απορρέει επίσης από την αρχή της χρηστής διοικήσεως, την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εναπόκειται στο Συμβούλιο, προκειμένου να εκπληρώσει το καθήκον του για επιμελή και αμερόληπτη εξέταση, να αξιολογήσει την αναγκαιότητα λήψεως ή μη συμπληρωματικών πληροφοριών ή αποδεικτικών στοιχείων από τις αρμόδιες αρχές αναλόγως των παρατηρήσεων του προσφεύγοντος και των πραγματικών στοιχείων που αυτός υπέβαλε. Ειδικότερα, καίτοι το Συμβούλιο δεν οφείλει να υποκαταστήσει τις τυνησιακές δικαστικές αρχές στην εκτίμηση του βασίμου της εκκρεμούς δικαστικής έρευνας σχετικά με τον προσφεύγοντα, δεν μπορεί να αποκλειστεί υποχρέωση του οργάνου αυτού να ζητήσει διευκρινίσεις αναφορικά με τα στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται η έρευνα αυτή. Καθόσον το Συμβούλιο απέδειξε την ύπαρξη εκκρεμούς δικαστικής έρευνας αφορώσας τον προσφεύγοντα και καθόσον η αξιοπιστία των αποδείξεων αυτών δεν αμφισβητείται, εναπόκειται στον προσφεύγοντα να επισημάνει τα συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία επικαλείται προκειμένου να θέσει εν αμφιβόλω το βάσιμο της έρευνας αυτής.

Συναφώς, ο σεβασμός των αρχών του κράτους δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων καθώς και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας είναι επιβεβλημένος σε κάθε δράση της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του τομέα της κοινής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 21, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, και παράγραφος 3, ΣΕΕ και του άρθρου 23 ΣΕΕ. Ειδικότερα, επισημαίνεται ότι το άρθρο 21, παράγραφος 1, ΣΕΕ προβλέπει ότι σκοπός της δράσεως της Ένωσης στη διεθνή σκηνή είναι να προωθεί στο ευρύτερο παγκόσμιο πλαίσιο, μεταξύ άλλων, το κράτος δικαίου, την οικουμενικότητα και το αδιαίρετο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου. Η αρχή της εύλογης διάρκειας της δίκης αποτελεί συστατικό στοιχείο του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη το οποίο προστατεύεται δυνάμει διατάξεων πλήθους νομικά δεσμευτικών πράξεων του διεθνούς δικαίου. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να αποκλεισθεί η διενέργεια των αναγκαίων ελέγχων από το Συμβούλιο όταν υπάρχουν αντικειμενικά, αξιόπιστα, ακριβή και συγκλίνοντα στοιχεία ικανά να προκαλέσουν θεμιτές αμφιβολίες όσον αφορά τον σεβασμό του δικαιώματος του προσφεύγοντος σε εύλογη διάρκεια της δίκης στο πλαίσιο της εν εξελίξει δικαστικής έρευνας η οποία τον αφορά και λειτουργεί ως έρεισμα της δεσμεύσεως των περιουσιακών του στοιχείων εντός της Ένωσης.

(βλ. σκέψεις 41, 42, 48, 64, 65)

5.      Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.

(βλ. σκέψη 61)

6.      Κατά το γράμμα του άρθρου 47, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης, κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικασθεί η υπόθεσή του δίκαια, δημόσια και εντός εύλογης προθεσμίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως.

Υπό το πρίσμα του άρθρου 51, παράγραφοι 1 και 2, του Χάρτη, οι διατάξεις του άρθρου 47 του Χάρτη πρέπει να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι αφορούν το δικαίωμα σε αποτελεσματική δικαστική προστασία αποκλειστικά σε διαδικασίες στο πλαίσιο των οποίων διακυβεύονται τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που εγγυάται το δίκαιο της Ένωσης. Επομένως, το άρθρο 47 του Χάρτη εγγυάται ότι η επίμαχη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων θα αποτελέσει αντικείμενο αποτελεσματικού δικαστικού ελέγχου από το Γενικό Δικαστήριο, όπερ προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, την εξακρίβωση του αν η απόφαση για την έκδοση των μέτρων αυτών θεμελιώνεται σε επαρκώς στέρεα πραγματική βάση. Ως εκ τούτου, βάσει του άρθρου 47 του Χάρτη, το Γενικό Δικαστήριο, και όχι το Συμβούλιο, υπέχει αυτή την υποχρέωση εξακριβώσεως. Αντιθέτως, οι διατάξεις του άρθρου 47 του Χάρτη δεν δύνανται να εφαρμοστούν στο δικαίωμα του προσφεύγοντος σε αποτελεσματική δικαστική προστασία στο πλαίσιο σχετικής με αυτόν δικαστικής διαδικασίας σε τρίτη χώρα. Εξάλλου, το γεγονός ότι η απόφαση εκδόσεως περιοριστικών μέτρων κατά του προσφεύγοντος στηρίζεται σε αυτή τη δικαστική διαδικασία δεν δικαιολογεί έλεγχο της νομιμότητάς της με γνώμονα τις διατάξεις αυτές. Συγκεκριμένα, αφενός, η απόφαση αυτή προέρχεται από θεσμικό όργανο της Ένωσης το οποίο δεν είναι εξουσιοδοτημένο από τις Συνθήκες να ασκεί δικαιοδοτικά καθήκοντα. Αφετέρου, η εν λόγω απόφαση, η οποία εξάλλου εκδόθηκε στο πλαίσιο της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας, δεν έχει δικαιοδοτικό χαρακτήρα ούτε έχει ως αντικείμενο τη διατύπωση κρίσεως επί προσφυγής ούτε να επιλύσει διαφορά.

(βλ. σκέψεις 89-92)

7.      Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.

(βλ. σκέψεις 150, 151)

8.      Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.

(βλ. σκέψεις 155-157)