Language of document : ECLI:EU:C:2018:3

Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

MELCHIOR WATHELET

της 11ης Ιανουαρίου 2018 (1)

Υπόθεση C-488/16 P

Bundesverband Souvenir – Geschenke – Ehrenpreise eV

κατά

ΓραφείουΔιανοητικήςΙδιοκτησίαςτηςΕυρωπαϊκήςΈνωσης (EUIPO)

«Αίτηση αναιρέσεως – Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Διαδικασία κηρύξεως ακυρότητας – Λεκτικό σήμα NEUSCHWANSTEIN – Απόρριψη της αιτήσεως κηρύξεως ακυρότητας – Απόλυτοι λόγοι απαραδέκτου – Άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και γʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 – Περιγραφικός χαρακτήρας – Ένδειξη γεωγραφικής προελεύσεως – Διακριτικός χαρακτήρας – Άρθρο 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 – Κακή πίστη»






I.      Εισαγωγή

1.        Με την αίτησή της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα Bundesverband Souvenir – Geschenke – Ehrenpreise eV (στο εξής: BSGE) ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της 5ης Ιουλίου 2016, Bundesverband Souvenir – Geschenke – Ehrenpreise κατά EUIPO – Freistaat Bayern (NEUSCHWANSTEIN) (T-167/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:391), με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή της με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως του πέμπτου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) της 22ας Ιανουαρίου 2015 (υπόθεση R 28/2014-5), σχετικά με διαδικασία κηρύξεως ακυρότητας μεταξύ της BSGE και του Freistaat Bayern (ομόσπονδου κράτους της Βαυαρίας, Γερμανία) (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση).

II.    Το ιστορικό της διαφοράς

2.        Στις 22 Ιουλίου 2011 το ομόσπονδο κράτος της Βαυαρίας υπέβαλε, βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2009, L 78, σ. 1), προς το EUIPO αίτηση καταχωρίσεως του λεκτικού σημείου «NEUSCHWANSTEIN» (στο εξής: επίμαχο σήμα) ως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3.        Η ονομασία «NEUSCHWANSTEIN» παραπέμπει στο φημισμένο κάστρο του Neuschwanstein sis στην κοινότητα Schwangau (Γερμανία), το οποίο σήμερα ανήκει στο ομόσπονδο κράτος της Βαυαρίας και είχε χτιστεί, χωρίς να ολοκληρωθεί, μεταξύ των ετών 1869 και 1886, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Λουδοβίκου Βʹ της Βαυαρίας.

4.        Τα προϊόντα και οι υπηρεσίες για τα οποία ζητήθηκε η καταχώριση εμπίπτουν στις κλάσεις 3, 8, 14 έως 16, 18, 21, 25, 28, 30, 32 έως 36, 38 και 44 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας, της 15ης Ιουνίου 1957, για τη διεθνή ταξινόμηση των προϊόντων και των υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση σημάτων, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί (στο εξής: Διακανονισμός της Νίκαιας).

5.        Η αίτηση καταχωρίσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης δημοσιεύθηκε στο Δελτίο κοινοτικών σημάτων αριθ. 166/2011, της 2ας Σεπτεμβρίου 2011, και το σήμα καταχωρίστηκε στις 12 Δεκεμβρίου 2011 υπό τον αριθμό 10144392.

6.        Στις 10 Φεβρουαρίου 2012 η BSGE υπέβαλε για όλα τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που αφορά το σημείο 4 των παρουσών προτάσεων αίτηση για την κήρυξη της ακυρότητας του επίμαχου σήματος, δυνάμει του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009, σε συνδυασμό με το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και γʹ, του ίδιου κανονισμού.

7.        Στις 21 Οκτωβρίου 2013 το τμήμα ακυρώσεων του EUIPO απέρριψε την αίτηση κηρύξεως ακυρότητας καθόσον έκρινε ότι το επίμαχο σήμα δεν αποτελείται από ενδείξεις δυνάμενες να χρησιμεύσουν προς δήλωση της γεωγραφικής προελεύσεως, ούτε έχει άλλα εγγενή χαρακτηριστικά των οικείων προϊόντων και υπηρεσιών, και ότι επομένως δεν υπήρξε παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009. Επιπλέον, έκρινε ότι, καθόσον το επίμαχο σήμα έχει διακριτικό χαρακτήρα για τα οικεία προϊόντα και υπηρεσίες, δεν υπήρξε παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του ίδιου κανονισμού. Τέλος, εκτίμησε ότι η BSGE δεν απέδειξε ότι η αίτηση καταχωρίσεως του επίμαχου σήματος είχε υποβληθεί κακόπιστα και ότι συνεπώς δεν υπήρξε παράβαση του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του εν λόγω κανονισμού.

8.        Στις 20 Δεκεμβρίου 2013 η BSGE, δυνάμει των άρθρων 58 έως 64 του κανονισμού 207/2009, άσκησε ενώπιον του EUIPO προσφυγή κατά της αποφάσεως του τμήματος ακυρώσεων.

9.        Με απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2015, το πέμπτο τμήμα προσφυγών του EUIPO επικύρωσε την απόφαση του τμήματος ακυρώσεων και απέρριψε την προσφυγή. Ειδικότερα, έκρινε ότι το επίμαχο σήμα δεν αποτελεί ένδειξη γεωγραφικής προελεύσεως κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009, και δεν στερείται του απαιτούμενου διακριτικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του ίδιου κανονισμού. Επιπλέον, έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι το ομόσπονδο κράτος της Βαυαρίας ενήργησε κακόπιστα κατά την έννοια του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του εν λόγω κανονισμού.

III. Η προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

10.      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 2 Απριλίου 2015, η BSGE άσκησε προσφυγή ζητώντας την ακύρωση της αποφάσεως του πέμπτου τμήματος προσφυγών του EUIPO της 22ας Ιανουαρίου 2015.

11.      Η προσφεύγουσα διατύπωσε τρεις λόγους ακυρώσεως με τους οποίους προέβαλε, αντίστοιχα, παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού αυτού και παράβαση του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του εν λόγω κανονισμού.

12.      Το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε κατ’ αρχάς τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως με τον οποίο η BSGE υποστήριζε ότι το πέμπτο τμήμα προσφυγών του EUIPO παρέβη το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009 επειδή έκρινε ότι το επίμαχο σήμα δεν συνιστά ένδειξη περιγραφική των οικείων προϊόντων και υπηρεσιών. Απέρριψε τον λόγο αυτόν κρίνοντας, κατ’ ουσίαν, στη σκέψη 27 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, εφόσον το κάστρο του Neuschwanstein είναι προπάντων μουσειακός χώρος, ως τέτοιος δεν είναι τόπος παραγωγής προϊόντων ή παροχής υπηρεσιών, οπότε το επίμαχο σήμα δεν μπορεί να αποτελεί ένδειξη της γεωγραφικής προελεύσεως των προϊόντων και υπηρεσιών που καλύπτει.

13.      Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε επίσης τον πρώτο λόγο ακυρώσεως με τον οποίο η BSGE υποστήριζε ότι το πέμπτο τμήμα προσφυγών του EUIPO παρέβη το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009 κρίνοντας ότι το επίμαχο σήμα δεν στερείται διακριτικού χαρακτήρα. Συναφώς, έκρινε, κατ’ ουσίαν, στις σκέψεις 41 και 42 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα οικεία προϊόντα και υπηρεσίες είναι προϊόντα τρέχουσας καταναλώσεως και υπηρεσίες για την κάλυψη καθημερινών αναγκών, που απλώς και μόνον βάσει της ονομασίας τους διακρίνονται από αναμνηστικά είδη και από άλλες υπηρεσίες σχετικές με τουριστικές δραστηριότητες, και ότι το λεκτικό στοιχείο το οποίο συνιστά το επίμαχο σήμα είναι μια ευρηματική ονομασία χωρίς περιγραφική σχέση με τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που τίθενται στο εμπόριο ή προσφέρονται.

14.      Το Γενικό Δικαστήριο τέλος, απέρριψε τον τρίτο λόγο ακυρώσεως με τον οποίο η BSGE υποστήριζε ότι το πέμπτο τμήμα προσφυγών του EUIPO παρέβη το άρθρο 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009 κρίνοντας ότι δεν αποδείχθηκε ότι το ομόσπονδο κράτος της Βαυαρίας είχε ενεργήσει κακόπιστα. Συναφώς, έκρινε ειδικά στη σκέψη 55 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι η BSGE δεν είχε προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία ικανά να δικαιολογήσουν τις αντικειμενικές συνθήκες υπό τις οποίες, κατά την BSGE, το ομόσπονδο κράτος της Βαυαρίας γνώριζε την ύπαρξη εμπορίας, από την BSGE ή από άλλους τρίτους, ορισμένων εκ των οικείων προϊόντων και υπηρεσιών.

15.      Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή στο σύνολό της.

IV.    Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

16.      Με την αίτησή της αναιρέσεως, η BSGE ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·

–        να ακυρώσει την καταχώριση του σήματος «NEUSCHWANSTEIN», και

–        να καταδικάσει το EUIPO στα δικαστικά έξοδα.

17.      Το EUIPO ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει την BSGE στα δικαστικά έξοδα.

18.      Το ομόσπονδο κράτος της Βαυαρίας ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει την BSGE στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των δικών του δικαστικών εξόδων.

19.      Στις 29 Νοεμβρίου 2017 διεξήχθη επ’ ακροατηρίου συζήτηση, κατά την οποία η BSGE, το EUIPO και το ομόσπονδο κράτος της Βαυαρίας κλήθηκαν να εστιάσουν τις αγορεύσεις τους στο δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως και στο πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως.

V.      Επί της αιτήσεως αναιρέσεως

20.      Σύμφωνα με το αίτημα του Δικαστηρίου, οι παρούσες προτάσεις επικεντρώνονται στο δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως και στο πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως.

1.      Επί του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως με το οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009

1.      Επιχειρήματα των διαδίκων

21.      Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η BSGE προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι παρέβλεψε τόσο το γενικό συμφέρον που υπηρετείται από το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009 όσο και τη νομολογία που απορρέει ιδίως από την απόφαση της 4ης Μαΐου 1999, Windsurfing Chiemsee (C-108/97 και C-109/97, EU:C:1999:230), καθόσον έκρινε, στη σκέψη 27 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το κάστρο του Neuschwanstein δεν είναι αυτό καθ’ εαυτό τόπος παραγωγής προϊόντων ή παροχής υπηρεσιών, οπότε το επίμαχο σήμα δεν μπορεί να αποτελεί ένδειξη γεωγραφικής προελεύσεως των προϊόντων και υπηρεσιών που καλύπτει.

22.      Κατά την BSGE, το κάστρο του Neuschwanstein μπορεί να προσδιοριστεί γεωγραφικά και, ως εκ τούτου, το σημείο «NEUSCHWANSTEIN» δύναται να συνιστά ένδειξη γεωγραφικής προελεύσεως κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009 λόγω της εμπορίας στην τοποθεσία αυτή προϊόντων και υπηρεσιών που καλύπτονται από το επίμαχο σήμα.

23.      Το EUIPO και το ομόσπονδο κράτος της Βαυαρίας συμφωνούν με την ανάλυση στην οποία το Γενικό Δικαστήριο προέβη στη σκέψη 27 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

24.      Κατά το EUIPO, από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι το επίμαχο σήμα χρησιμοποιείται για την εμπορία ορισμένων αναμνηστικών ειδών και την παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών, οπότε το ενδιαφερόμενο κοινό θα μπορέσει να θεωρήσει ότι πρόκειται για ένδειξη γεωγραφικής προελεύσεως. Εκτιμά ότι τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που καλύπτονται από το επίμαχο σήμα προορίζονται για τρέχουσα κατανάλωση, δεν έχουν ειδικά χαρακτηριστικά και δεν μπορούν να καταστούν αναμνηστικά είδη απλώς και μόνο με την επίθεση του σημείου «NEUSCHWANSTEIN».

25.      Το ομόσπονδο κράτος της Βαυαρίας εκτιμά ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009 μπορεί να αποτελέσει βάση για τον αποκλεισμό της καταχωρίσεως ονομάτων αντικειμένων, τα οποία μπορούν να προσδιοριστούν γεωγραφικά, ως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά μόνον όταν το οικείο σημείο έχει αντικειμενικά περιγραφικό χαρακτήρα όσον αφορά τα σχετικά προϊόντα και υπηρεσίες, πράγμα που δεν συμβαίνει με τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που καλύπτονται από το επίμαχο σήμα.

26.      Συγκεκριμένα, κατά το ομόσπονδο κράτος της Βαυαρίας, τα ευχάριστα συναισθήματα ή οι θετικοί συνειρμοί που το επίμαχο σήμα δύναται να δημιουργήσει στο ενδιαφερόμενο κοινό και ο τόπος εμπορίας των προϊόντων και υπηρεσιών που καλύπτονται από το εν λόγω σήμα δεν αρκούν για να θεωρηθεί ότι το σημείο «NEUSCHWANSTEIN» συνιστά ένδειξη γεωγραφικής προελεύσεως κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009.

2.      Ανάλυση

27.      Το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009 δεν επιτρέπει την καταχώριση σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αποτελούνται αποκλειστικά από σημεία ή ενδείξεις που μπορούν να χρησιμεύσουν, στο εμπόριο, προς δήλωση, μεταξύ άλλων, της γεωγραφικής προελεύσεως του προϊόντος ή της παροχής της υπηρεσίας για τα οποία ζητείται η καταχώριση.

28.      Κατά πάγια νομολογία, «[έ]τσι, το άρθρο [7], παράγραφος 1, στοιχείο γ', [του κανονισμού 207/2009] επιδιώκει σκοπό γενικού συμφέροντος, που επιβάλλει να μπορούν τα σημεία ή οι ενδείξεις που περιγράφουν τις κατηγορίες προϊόντων ή υπηρεσιών για τις οποίες ζητείται η καταχώριση να χρησιμοποιούνται ελεύθερα από όλους, ακόμη και ως συλλογικά σήματα ή ως συστατικά μέρη σύνθετων ή γραφικών σημάτων. Επομένως, η διάταξη αυτή εμποδίζει να επιφυλάσσονται τέτοιου είδους σημεία ή ενδείξεις σε μία μόνον επιχείρηση, δυνάμει της καταχωρίσεώς τους ως σημάτων»(2).

29.      Όσον αφορά ειδικότερα τα σημεία ή τις ενδείξεις που μπορούν να χρησιμεύσουν προς δήλωση της γεωγραφικής προελεύσεως, ιδίως δε τις γεωγραφικές ονομασίες, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι «υπάρχει γενικό συμφέρον να παραμείνουν στη διάθεση όλων, ιδίως λόγω της ικανότητάς τους όχι μόνο να δηλώνουν, ενδεχομένως, την ποιότητα και άλλες ιδιότητες των οικείων κατηγοριών προϊόντων, αλλά και να επηρεάζουν ποικιλοτρόπως τις προτιμήσεις των καταναλωτών, συνδέοντας, π.χ., τα προϊόντα με ορισμένο τόπο που μπορεί να δημιουργήσει θετικά συναισθήματα»(3).

30.      Στηριζόμενο σε αυτή την εκτίμηση γενικού συμφέροντος, το Δικαστήριο έκρινε ότι πρέπει να εξετάζεται αν μια γεωγραφική ονομασία δηλώνει τόπο ο οποίος συνδέεται, πραγματικά ή δυνητικά, κατά την αντίληψη των ενδιαφερομένων κύκλων, με την οικεία κατηγορία προϊόντων ή υπηρεσιών, σε αυτή δε την περίπτωση η καταχώριση της ονομασίας αυτής ως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν πρέπει να γίνεται δεκτή (4).

31.      Συγκεκριμένα, η απαίτηση να υφίσταται τέτοιος σύνδεσμος ή να μπορεί αυτός να δημιουργηθεί μεταξύ του οικείου προϊόντος ή υπηρεσίας και της γεωγραφικής ονομασίας απορρέει από την ίδια την έννοια της «γεωγραφικής προελεύσεως». Συναφώς, προκειμένου να απορριφθεί αίτηση καταχωρίσεως γεωγραφικής ονομασίας ως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πρέπει η ονομασία αυτή να μπορεί να δηλώσει μια προέλευση, ήτοι την ύπαρξη συνδέσμου μεταξύ του προϊόντος ή της υπηρεσίας και της γεωγραφικής ονομασίας (5), δεδομένου ότι μια γεωγραφική ονομασία αφ’ εαυτής δεν αποδεικνύει αυτομάτως μια τέτοια προέλευση. Κατά το εύστοχο παράδειγμα που έδωσε ο γενικός εισαγγελέας Γ. Κοσμάς, κανείς δεν μπορεί λογικά να υποθέσει ότι οι στυλογράφοι «Mont blanc» προέρχονται από το συγκεκριμένο όρος (6).

32.      Εντούτοις, όπως έκρινε το Δικαστήριο, η ύπαρξη του συνδέσμου αυτού μεταξύ προϊόντος και γεωγραφικής περιοχής δεν εξαρτάται μόνον από τον τόπο στον οποίο κατασκευάστηκε ή θα μπορούσε να κατασκευαστεί το προϊόν αυτό αλλά μπορεί επίσης να εξαρτάται από άλλα συνδετικά στοιχεία, όπως ο τόπος όπου το προϊόν αυτό επινοήθηκε και σχεδιάστηκε (7).

33.      Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε στη σκέψη 27 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι το κάστρο του Neuschwanstein δεν είναι γεωγραφική περιοχή αλλά μουσειακός χώρος η κύρια αποστολή του οποίου είναι η διαφύλαξη της πολιτιστικής κληρονομιάς και όχι η κατασκευή ή εμπορία αναμνηστικών προϊόντων ή η παροχή υπηρεσιών. Επιπλέον, κατά το Γενικό Δικαστήριο, το κάστρο του Neuschwanstein δεν είναι γνωστό για τα αναμνηστικά του είδη, τα οποία δεν κατασκευάζονται εντός του κάστρου αλλά διατίθενται εκεί προς πώληση για τουριστικούς σκοπούς. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το σημείο «NEUSCHWANSTEIN» δεν μπορεί να συνιστά ένδειξη γεωγραφικής προελεύσεως κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009.

34.      Βεβαίως, στην εν λόγω σκέψη της αποφάσεώς του, το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε σειρά διαπιστώσεων σχετικά με πραγματικά περιστατικά οι οποίες δεν μπορούν να αμφισβητηθούν στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως, εκτός περιπτώσεων παραμορφώσεως των πραγματικών περιστατικών, ισχυρισμός που δεν προβάλλεται από την BSGE.

35.      Εντούτοις, ο νομικός χαρακτηρισμός ορισμένων πραγματικών περιστατικών, και μεταξύ αυτών ιδίως ο προσδιορισμός γεωγραφικής προελεύσεως μέσω του σημείου «NEUSCHWANSTEIN», δύναται να εξεταστεί στο πλαίσιο της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως.

36.      Κατά τη γνώμη μου, το ζήτημα αν, όπως υποστηρίζει ηBSGE, το κάστρο του Neuschwanstein αποτελεί ή όχι γεωγραφική περιοχή ή αν είναι τόσο φημισμένο ώστε, κατά την αντίληψη του ενδιαφερόμενου κοινού, το όνομα Neuschwanstein να επικρατεί της ονομασίας της περιοχής στην οποία βρίσκεται το κάστρο (ήτοι της κοινότητας του Schwangau) δεν έχει καθοριστική σημασία. Αντιθέτως, αυτό που έχει σημασία είναι ότι τα σημεία ή οι ενδείξεις που συνθέτουν το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορούν να χρησιμεύσουν ως βάση για τον προσδιορισμό μιας γεωγραφικής προελεύσεως των καλυπτόμενων από αυτό προϊόντων ή υπηρεσιών.

37.      Ακριβώς για αυτόν τον λόγο η BSGE προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν θεώρησε τον τόπο εμπορίας των αναμνηστικών ειδών ως συνδετικό στοιχείο δυνάμενο να χρησιμεύσει ως σύνδεσμος μεταξύ των προϊόντων αυτών και του σημείου «NEUSCHWANSTEIN» και συνεπώς να δηλώσει μια γεωγραφική προέλευση κατά την έννοια της σκέψεως 36 της αποφάσεως της 4ης Μαΐου 1999, Windsurfing Chiemsee (C-108/97 και C-109/97, EU:C:1999:230).

38.      Δεν συμμερίζομαι την άποψη αυτή για τους ακόλουθους λόγους.

39.      Πρέπει κατ’ αρχάς να σημειωθεί ότι, από νομικής απόψεως, τα καλυπτόμενα από το επίμαχο σήμα προϊόντα δεν περιλαμβάνουν τα αναμνηστικά είδη αλλά τα προϊόντα που εμπίπτουν στις διαλαμβανόμενες στη σκέψη 3 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κλάσεις, για παράδειγμα t-shirts, μαχαίρια, πιρούνια, πιάτα, τσαγιέρες κ.λπ. Συγκεκριμένα, βάσει του Διακανονισμού της Νίκαιας, δεν υφίσταται κλάση με τίτλο «αναμνηστικά είδη» δεδομένου ότι, αν υφίστατο, μια τέτοια κλάση θα ήταν τόσο ανομοιογενής ώστε δεν θα μπορούσε να προσδιορίζει μια συγκεκριμένη κατηγορία προϊόντων. Επιπλέον, ως αντικείμενα που θυμίζουν ένα πρόσωπο, μια τοποθεσία ή ένα γεγονός, τα αναμνηστικά είδη είναι αντικείμενα που προκαλούν συναισθήματα. Πάντως, τα ανθρώπινα συναισθήματα δεν μπορούν να καλύπτονται από σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης επειδή δεν συνιστούν προϊόντα ή υπηρεσίες κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009. Για τον λόγο αυτόν, και αντιθέτως προς αυτό που υποστηρίζει η BSGE, το ζήτημα στο πλαίσιο της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως δεν αφορά τη γεωγραφική προέλευση αναμνηστικών ειδών, αλλά προϊόντων τρέχουσας καταναλώσεως.

40.      Όσον αφορά τον τόπο εμπορίας ως συνδετικό στοιχείο μεταξύ προϊόντος και γεωγραφικής περιοχής, από το κείμενο της σκέψεως 36 της αποφάσεως της 4ης Μαΐου 1999, Windsurfing Chiemsee (C-108/97 και C-109/97, EU:C:1999:230), προκύπτει ότι το Δικαστήριο δεν περιόρισε τα συνδετικά στοιχεία στον τόπο κατασκευής των οικείων προϊόντων δεδομένου ότι έκρινε ότι «δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να έγκειται ο σύνδεσμος μεταξύ της κατηγορίας προϊόντων και της γεωγραφικής περιοχής σε άλλα συνδετικά στοιχεία, όπως, π.χ., στο γεγονός ότι το προϊόν επινοήθηκε και σχεδιάστηκε στην οικεία γεωγραφική περιοχή».

41.      Εντούτοις, τούτο δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη ότι ο τόπος εμπορίας μπορεί να αποτελέσει συνδετικό στοιχείο μεταξύ του προϊόντος ή υπηρεσίας και του οικείου τόπου, ακόμη και αν πρόκειται για αναμνηστικά είδη. Όπως η BSGE αποδέχεται στο σημείο 28 της αιτήσεώς της αναιρέσεως, είναι καθ’ όλα πιθανό ένα αναμνηστικό είδος που φέρει το επίμαχο σήμα να πωληθεί πέραν της περιοχής γύρω από το κάστρο του Neuschwanstein. Αυτή αύτη η ύπαρξη της πιθανότητας αυτής ενισχύει το επιχείρημα ότι ο τόπος εμπορίας προϊόντος το οποίο φέρει το επίμαχο σήμα δεν αποτελεί κατ’ ανάγκη συνδετικό στοιχείο του προϊόντος αυτού με το κάστρο του Neuschwanstein.

42.      Τέλος, αυτός καθ’ εαυτόν ο τόπος εμπορίας δεν μπορεί να αποδείξει μια γεωγραφική προέλευση, επειδή ο τόπος πωλήσεως ενός προϊόντος δεν περιγράφει τις ιδιότητες, τα ποιοτικά ή άλλα χαρακτηριστικά του (8) και, ως εκ τούτου, το ενδιαφερόμενο κοινό δεν μπορεί να συσχετίσει ένα προϊόν με ιδιότητες, ποιοτικά ή άλλα χαρακτηριστικά βασιζόμενο στο γεγονός ότι το προϊόν αυτό αγοράστηκε σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή. Αντιθέτως, το ενδιαφερόμενο κοινό μπορεί να συσχετίσει ένα προϊόν με τη γεωγραφική περιοχή στην οποία κατασκευάστηκε ή επινοήθηκε και σχεδιάστηκε, θεωρώντας ότι το προϊόν θα έχει ιδιότητες, ποιοτικά ή άλλα χαρακτηριστικά (μεταξύ άλλων, μια τεχνική, μια παράδοση, μια τεχνογνωσία) λαμβανομένου υπόψη ότι κατασκευάστηκε ή επινοήθηκε και σχεδιάστηκε σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή. Παραδείγματος χάρη, το ενδιαφερόμενο κοινό συσχετίζει ορισμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά με τις πορσελάνες της Limoges οπότε, όσον αφορά τα προϊόντα από πορσελάνη, το σημείο «Limoges» είναι περιγραφικό μιας γεωγραφικής προελεύσεως.

43.      Εν προκειμένω, η BSGE δεν υποστηρίζει ότι το ενδιαφερόμενο κοινό συσχετίζει ή θα μπορούσε να συσχετίσει ορισμένες ιδιότητες, ποιοτικά ή άλλα χαρακτηριστικά με τα προϊόντα και υπηρεσίες που καλύπτονται από το επίμαχο σήμα βάσει του γεγονότος ότι είχαν τεθεί προς πώληση εντός του κάστρου του Neuschwanstein. Συγκεκριμένα, όπως το Γενικό Δικαστήριο έκρινε στη σκέψη 27 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, «το κάστρο του Neuschwanstein δεν είναι γνωστό για τα αναμνηστικά είδη που πωλεί ή για τις υπηρεσίες που παρέχει».

44.      Για τους λόγους αυτούς, εκτιμώ ότι κρίνοντας στη σκέψη 27 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι το επίμαχο σήμα δεν μπορεί να αποτελεί ένδειξη της γεωγραφικής προελεύσεως των προϊόντων και υπηρεσιών που καλύπτονται από αυτό, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009. Ως εκ τούτου, το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

2.      Επί του πρώτου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως με το οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009

1.      Επιχειρήματα των διαδίκων

45.      Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, η BSGE υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι, κρίνοντας στις σκέψεις 41 και 42 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι το επίμαχο σήμα έχει διακριτικό χαρακτήρα, το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, καθόσον απλώς και μόνον η επίθεση του σημείου «NEUSCHWANSTEIN» στα αναμνηστικά είδη δεν αρκεί για τη διάκριση των καλυπτόμενων από το επίμαχο σήμα προϊόντων και υπηρεσιών από τα προϊόντα που πωλούνται και τις υπηρεσίες που παρέχονται γύρω από το κάστρο του Neuschwanstein.

46.      Επιπλέον, η BSGE υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε διάλληλο συλλογισμό όταν έκρινε, στη σκέψη 41 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το σημείο «NEUSCHWANSTEIN» προσδιορίζει όχι μόνον το κάστρο ως μουσειακό χώρο, αλλά επίσης το ίδιο το επίμαχο σήμα. Το ίδιο ισχύει για τη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το επίμαχο σήμα καθιστά δυνατή, μέσω της χρήσεως του διακριτικού του, την εμπορία προϊόντων και την παροχή υπηρεσιών την ποιότητα των οποίων μπορεί να ελέγχει το ομόσπονδο κράτος της Βαυαρίας, μολονότι τούτο δεν συνιστά ένδειξη του διακριτικού χαρακτήρα του σημείου «NEUSCHWANSTEIN», αλλά αποτελεί συνέπεια της καταχωρίσεως του σημείου αυτού ως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατά τον τρόπο αυτόν, το Γενικό Δικαστήριο προκατέλαβε την απόφαση επί του ζητήματος αν το εν λόγω σημείο μπορεί να συνιστά σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή όχι.

47.      Το EUIPO και το ομόσπονδο κράτος της Βαυαρίας εκτιμούν ότι το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως είναι απαράδεκτο στο μέτρο που δεν θέτει νομικό ζήτημα και αποσκοπεί σε νέα εκτίμηση του διακριτικού χαρακτήρα του σημείου «NEUSCHWANSTEIN» από το Δικαστήριο. Το EUIPO υπογραμμίζει ότι στις εμπορικές συναλλαγές, αποτελεί συνήθη πρακτική μουσεία και εταιρίες που εκμεταλλεύονται πολιτιστικούς ή τουριστικούς χώρους να εμπορεύονται προϊόντα χρησιμοποιώντας τις αντίστοιχες ονομασίες των χώρων αυτών· οι δε ονομασίες αυτές χρησιμοποιούνται ως σήματα.

48.      Επικουρικώς, το ομόσπονδο κράτος της Βαυαρίας προβάλλει ότι το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου είναι αβάσιμο. Συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το ενδιαφερόμενο κοινό είναι εξοικειωμένο με το γεγονός ότι τουριστικά αξιοθέατα καθώς και μουσεία αποτελούν επιχειρήσεις που δεν παρέχουν αποκλειστικά υπηρεσίες πολιτιστικής ψυχαγωγίας, αλλά οι οποίες, πλέον, επίσης κατασκευάζουν και εμπορεύονται προϊόντα υπό την ονομασία της εγκαταστάσεώς τους προκειμένου να συμπληρώσουν την κύρια παροχή τους. Επίσης ορθώς έκρινε το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 43 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το ενδιαφερόμενο κοινό δεν αντιλαμβανόταν το επίμαχο σήμα αποκλειστικά ως αναφερόμενο στο κάστρο, αλλά τουλάχιστον επίσης ως «ένδειξη της εμπορικής προελεύσεως των οικείων προϊόντων και υπηρεσιών».

2.      Ανάλυση

1)      Επί του παραδεκτού

49.      Φρονώ, όπως το EUIPO και το ομόσπονδο κράτος της Βαυαρίας, ότι στο μέτρο που η BSGE προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι αιτιολόγησε τον διακριτικό χαρακτήρα του σημείου «NEUSCHWANSTEIN» κρίνοντας ότι το σημείο αυτό προσδιορίζει όχι μόνον το κάστρο ως μουσείο αλλά επίσης το επίμαχο σήμα αυτό καθ’ εαυτό, επιδιώκει να επιτύχει μια νέα εκτίμηση από το Δικαστήριο ως προς το εν λόγω σημείο το οποίο, κατά την BSGE, δεν έχει διακριτικό χαρακτήρα και εκλαμβάνεται από το ενδιαφερόμενο κοινό μόνον ως αναφερόμενο στο κάστρο. Όπως προκύπτει από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (9), μια τέτοια επιχειρηματολογία δεν μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο αιτήσεως αναιρέσεως, με την επιφύλαξη της περιπτώσεως παραμορφώσεως των πραγματικών περιστατικών και αποδεικτικών στοιχείων, η οποία δεν προβάλλεται εν προκειμένω.

50.      Αντιθέτως, η BSGE, στο μέτρο που προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν αιτιολόγησε επαρκώς τη διαπίστωση ότι το επίμαχο σήμα έχει διακριτικό χαρακτήρα, θέτει ένα νομικό ζήτημα το οποίο, ως τέτοιο, μπορεί να προβληθεί στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως (10).

2)      Επί της ουσίας

51.      Κατά πάγια νομολογία, από το σκεπτικό μιας αποφάσεως πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική του Γενικού Δικαστηρίου ώστε οι ενδιαφερόμενοι να μπορούν να γνωρίζουν τους λόγους της αποφάσεώς του και το Δικαστήριο να μπορεί να ασκεί τον δικαστικό του έλεγχο (11).

52.      Κατά τη γνώμη μου, οι σκέψεις 41 έως 43 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν χαρακτηρίζονται από ανεπαρκή αιτιολογία για τους ακόλουθους λόγους.

53.      Στη σκέψη 41 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως εκτίθεται, κατ’ ουσίαν, ότι τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που καλύπτονται από το επίμαχο σήμα είναι προϊόντα που προορίζονται για τρέχουσα κατανάλωση και υπηρεσίες για την κάλυψη καθημερινών αναγκών, που απλώς και μόνον βάσει της ονομασίας τους διακρίνονται από τα αναμνηστικά προϊόντα και άλλες υπηρεσίες που αφορούν μια τουριστική δραστηριότητα, στο μέτρο που η ονομασία αυτή προσδιορίζει όχι μόνον το κάστρο ως μουσειακό χώρο, αλλά επίσης το ίδιο το επίμαχο σήμα. Όσο για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που καλύπτονται από το εν λόγω σήμα, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι τα επίμαχα προϊόντα δεν είχαν κατασκευαστεί αλλά απλώς είχαν τεθεί προς πώληση εντός του κάστρου του Neuschwanstein και ότι οι επίμαχες υπηρεσίες δεν παρέχονταν όλες επί τόπου.

54.      Η περιγραφή των οικείων προϊόντων και υπηρεσιών ως προϊόντων και υπηρεσιών προοριζόμενων για τρέχουσα κατανάλωση και για κάλυψη καθημερινών αναγκών, που βάσει απλώς και μόνο της ονομασίας τους διακρίνονται από άλλα προϊόντα (αναμνηστικά είδη) και υπηρεσίες που αφορούν μια τουριστική δραστηριότητα, συνιστά διαπίστωση περί των πραγματικών περιστατικών την οποία η BSGE δεν μπορεί να προσβάλει κατ’ αναίρεση πλην της περιπτώσεως παραμορφώσεως, την οποία δεν έχει επικαλεστεί. Το ίδιο ισχύει για τη διαπίστωση, αφενός, ότι τα καλυπτόμενα από το επίμαχο σήμα προϊόντα δεν κατασκευάζονταν εντός του κάστρου του Neuschwanstein αλλά διετίθεντο προς πώληση στον εν λόγω χώρο και, αφετέρου, ότι οι υπηρεσίες που καλύπτονται από το επίμαχο σήμα δεν παρέχονταν όλες επί τόπου.

55.      Αντιθέτως προς αυτό που υποστηρίζει η BSGE, η συλλογιστική του Γενικού Δικαστηρίου κατά την οποία το σημείο «NEUSCHWANSTEIN» είναι συγχρόνως το επίμαχο σήμα και το όνομα του κάστρου όπου διατίθενται προς πώληση τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που καλύπτονται από το σήμα αυτό δεν είναι διάλληλη.

56.      Συγκεκριμένα, εφόσον, όπως εν προκειμένω, το σημείο «NEUSCHWANSTEIN» δεν είναι περιγραφικό γεωγραφικής προελεύσεως των προϊόντων και υπηρεσιών που καλύπτονται από αυτό, το ομόσπονδο κράτος της Βαυαρίας ουδόλως εμποδίζεται a priori να καταχωρίσει ως σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης το όνομα του μουσειακού χώρου που του ανήκει. Στην περίπτωση αυτή, είναι φυσικό να ταυτίζονται το όνομα του χώρου αυτού και το σήμα.

57.      Περαιτέρω, στη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το σημείο «NEUSCHWANSTEIN» δεν είναι περιγραφικό των καλυπτόμενων από το επίμαχο σήμα προϊόντων και υπηρεσιών στηριζόμενο στο γεγονός ότι η απλώς και μόνον επίθεση στα οικεία προϊόντα και υπηρεσίες καθιστά δυνατή τη διάκρισή τους από προϊόντα και υπηρεσίες άλλων επιχειρήσεων.

58.      Κατ’ αρχάς, όπως ανέφερα στο σημείο 39 των παρουσών προτάσεων, ο Διακανονισμός της Νίκαιας δεν αναγνωρίζει κλάσεις προϊόντων ή υπηρεσιών με την ονομασία «αναμνηστικά είδη». Κατά συνέπεια, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα αν το σημείο «NEUSCHWANSTEIN» περιέγραφε τα καλυπτόμενα προϊόντα και υπηρεσίες που προορίζονται για τρέχουσα κατανάλωση και για την κάλυψη καθημερινών αναγκών και όχι τα αναμνηστικά είδη.

59.      Κατά πάγια νομολογία, σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν δύναται να είναι περιγραφικό αλλά πρέπει να είναι «πρόσφορο για τον προσδιορισμό του προϊόντος του οποίου ζητείται η καταχώριση ως προερχομένου από συγκεκριμένη επιχείρηση και, επομένως, για τη διάκριση του προϊόντος αυτού από τα προϊόντα άλλων επιχειρήσεων» (12).

60.      Το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι, ως ευρηματική ονομασία που σημαίνει «νέος βράχος του κύκνου», το σημείο «NEUSCHWANSTEIN» δεν θα μπορούσε να περιγράφει προϊόντα και υπηρεσίες που καλύπτονται από το επίμαχο σήμα επειδή δεν είναι περιγραφικό των χαρακτηριστικών τους, όπως θα ήταν για παράδειγμα το λεκτικό σημείο «ecoDoor» για προϊόντα ενεργειακής αποδόσεως (13).

61.      Εν προκειμένω, η μόνη σχέση που, κατά την BSGE, θα μπορούσε να υπάρξει μεταξύ του σημείου «NEUSCHWANSTEIN» και των καλυπτόμενων από το επίμαχο σήμα προϊόντων και υπηρεσιών είναι ο τόπος εμπορίας τους γύρω από το ομώνυμο κάστρο. Πάντως, όπως εξήγησα στο σημείο 42 των παρουσών προτάσεων, ο τόπος εμπορίας δεν αποτελεί χαρακτηριστικό των προϊόντων και υπηρεσιών που καλύπτονται από το επίμαχο σήμα (14).

62.      Επομένως, κάλλιστα μπορεί να ακολουθηθεί η συλλογιστική του Γενικού Δικαστηρίου κατά την οποία η απλώς και μόνον επίθεση του μη περιγραφικού σημείου «NEUSCHWANSTEIN» (το οποίο, κατά την αντίληψη των ενδιαφερομένων κύκλων, δεν έχει σύνδεσμο με τα οικεία προϊόντα και υπηρεσίες άλλον από τον τόπο εμπορίας τους εντός του ομώνυμου κάστρου) παρέχει τη δυνατότητα στο ενδιαφερόμενο κοινό να διακρίνει τα οικεία προϊόντα και υπηρεσίες από τα προϊόντα και τις υπηρεσίες των άλλων επιχειρήσεων.

63.      Στη σκέψη 43 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τα επιχειρήματα της BSGE και του πέμπτου τμήματος προσφυγών του EUIPO κατά τα οποία το σημείο «NEUSCHWANSTEIN» αποτελούσε μέσο διαφημίσεως ή σύνθημα. Αντιθέτως, διαπίστωσε ότι έδινε στο ενδιαφερόμενο κοινό τη δυνατότητα τόσο να διακρίνει την εμπορική προέλευση των καλυπτόμενων από το επίμαχο σήμα προϊόντων και υπηρεσιών όσο και να αναφερθεί σε μια επίσκεψη στο κάστρο. Συγκεκριμένα, η διπλή αυτή λειτουργία αποτελεί αναπόφευκτη συνέπεια της επιλογής του ιδιοκτήτη ενός μουσειακού χώρου να καταχωρίσει την ονομασία του χώρου ως σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πράγμα το οποίο ουδόλως απαγορεύεται. Υπό την έννοια αυτή, το Γενικό Δικαστήριο τεκμηρίωσε τον διακριτικό χαρακτήρα του σημείου «NEUSCHWANSTEIN» καθόσον παρέχει τη δυνατότητα στο ενδιαφερόμενο κοινό να συσχετίσει τα καλυπτόμενα από το επίμαχο σήμα προϊόντα και υπηρεσίες με το ομόσπονδο κράτος της Βαυαρίας.

64.      Για τους ανωτέρω λόγους, φρονώ ότι το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

VI.    Πρόταση

65.      Για τους λόγους αυτούς και χωρίς να θίγεται η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως και το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2      Απόφαση της 4ης Μαΐου 1999, Windsurfing ChiemseeWindsurfing ChiemseeWindsurfing Chiemsee (C-108/97 και C-109/97, EU:C:1999:230, σκέψη 25). Βλ. επίσης, υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 8ης Απριλίου 2003, Linde κ.λπ. (C-53/01 έως C-55/01, EU:C:2003:206, σκέψη 73), της 6ης Μαΐου 2003, Libertel (C-104/01, EU:C:2003:244, σκέψη 52), της 23ης Οκτωβρίου 2003, ΓΕΕΑ κατά Wrigleyκατά Wrigley (C-191/01 P, EU:C:2003:579, σκέψη 31), της 12ης Φεβρουαρίου 2004, Koninklijke KPN NederlandKoninklijke KPN NederlandKoninklijke KPN NederlandKoninklijke KPN NederlandKoninklijke KPN Nederland (C-363/99, EU:C:2004:86, σκέψη 54), της 10ης Μαρτίου 2011, Agencja Wydawnicza Technopol κατά ΓΕΕΑAgencja Wydawnicza Technopol κατά ΓΕΕΑAgencja Wydawnicza Technopol κατά ΓΕΕΑAgencja Wydawnicza Technopol κατά ΓΕΕΑAgencja Wydawnicza Technopol κατά ΓΕΕΑAgencja Wydawnicza Technopol κατά ΓΕΕΑ (C-51/10 P, EU:C:2011:139, σκέψη 37), της 10ης Ιουλίου 2014, BSH κατά ΓΕΕΑBSH κατά ΓΕΕΑ(C-126/13 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:2065, σκέψη 19), και της 6ης Ιουλίου 2017, Moreno Marín κ.λπ.Moreno Marín κ.λπ.Moreno Marín κ.λπ.Moreno Marín κ.λπ.Moreno Marín κ.λπ.Moreno Marín κ.λπ. (C-139/16, EU:C:2017:518, σκέψη 23).


3      Απόφαση της 4ης Μαΐου 1999, Windsurfing Chiemsee (C-108/97 και C-109/97, EU:C:1999:230, σκέψη 26).


4      Βλ. απόφαση της 4ης Μαΐου 1999, Windsurfing ChiemseeWindsurfing ChiemseeWindsurfing Chiemsee (C-108/97 και C-109/97, EU:C:1999:230, σκέψεις 31 έως 33 και 37).


5      Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 4ης Μαΐου 1999, Windsurfing ChiemseeWindsurfing ChiemseeWindsurfing Chiemsee (C-108/97 και C-109/97, EU:C:1999:230, σκέψη 33), και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Γ. Κοσμά στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Windsurfing ChiemseeWindsurfing ChiemseeWindsurfing Chiemsee (C-108/97 και C-109/97, EU:C:1998:198, σημεία 35 έως 37).


6      Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Γ. Κοσμά στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Windsurfing ChiemseeWindsurfing ChiemseeWindsurfing Chiemsee (C-108/97 και C-109/97, EU:C:1998:198, σημείο 35).


7      Βλ. απόφαση της 4ης Μαΐου 1999, Windsurfing ChiemseeWindsurfing ChiemseeWindsurfing Chiemsee (C-108/97 και C-109/97, EU:C:1999:230, σκέψεις 36 και 37).


8      Βλ. απόφαση της 10ης Μαρτίου 2011, Agencja Wydawnicza Technopol κατά ΓΕΕΑ (C‑51/10 P, EU:C:2011:139, σκέψη 50).


9      Βλ. απόφαση της 4ης Ιουλίου 2000, Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής (C-352/98 P, EU:C:2000:361, σκέψη 35), καθώς και διατάξεις της 26ης Σεπτεμβρίου 1994, X κατά Επιτροπής (C-26/94 P, EU:C:1994:346, σκέψη 13), και της 9ης Μαρτίου 2012, Atlas Transport κατά ΓΕΕΑ (C-406/11 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:136, σκέψη 32).


10      Βλ. απόφαση της 5ης Ιουλίου 2011, Edwin κατά ΓΕΕΑ (C-263/09 P, EU:C:2011:452, σκέψη 63 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


11      Βλ. αποφάσεις της 14ης Οκτωβρίου 2010, Deutsche Telekom κατά Επιτροπής (C-280/08 P, EU:C:2010:603, σκέψη 136), και της 24ης Ιανουαρίου 2013, 3F κατά Επιτροπής (C-646/11 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2013:36, σκέψη 63).


12      Βλ. απόφαση της 4ης Μαΐου 1999, Windsurfing Chiemsee (C-108/97 και C‑109/97, EU:C:1999:230, σκέψη 46). Βλ. επίσης, υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 18ης Ιουνίου 2002, Philips (C-299/99, EU:C:2002:377, σκέψη 35), της 8ης Απριλίου 2003, Linde κ.λπ. (C‑53/01 έως C-55/01, EU:C:2003:206, σκέψη 40), και της 6ης Μαΐου 2003, Libertel (C‑104/01, EU:C:2003:244, σκέψη 62).


13      Βλ. απόφαση της 10ης Ιουλίου 2014, BSH κατά ΓΕΕΑ BSH κατά ΓΕΕΑ (C-126/13 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:2065, σκέψεις 24 έως 27).


14      Υπενθυμίζεται η αλληλεπικάλυψη που υπάρχει μεταξύ των πεδίων εφαρμογής των στοιχείων βʹ και γʹ του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009, υπό την έννοια ότι ένα περιγραφικό σημείο δεν δύναται να είναι διακριτικό. Βλ. αποφάσεις της 12ης Φεβρουαρίου 2004, Koninklijke KPN NederlandKoninklijke KPN NederlandKoninklijke KPN NederlandKoninklijke KPN NederlandKoninklijke KPN Nederland (C-363/99, EU:C:2004:86, σκέψεις 67, 85 και 86), και της 10ης Μαρτίου 2004, Agencja Wydawnicza Technopol κατά ΓΕΕΑ (C‑51/10 P, EU:C:2011:139, σκέψεις 46 και 47).