Language of document : ECLI:EU:C:2018:2

Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

MELCHIOR WATHELET

της 11ης Ιανουαρίου 2018 (1)

Υπόθεση C‑673/16

Relu Adrian Coman,

Robert Clabourn Hamilton,

Asociaţia Accept

κατά

Inspectoratul General pentru Imigrări,

Ministerul Afacerilor Interne,

Consiliul Naţional pentru Combaterea Discriminării

[αίτηση του Curtea Constituţională (Συνταγματικού Δικαστηρίου, Ρουμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Ιθαγένεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Οδηγία 2004/38/ΕΚ – Άρθρο 2, σημείο 2, στοιχείο αʹ – Έννοια του/της “συζύγου” – Δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης να κυκλοφορούν και να διαμένουν στο έδαφος της Ένωσης – Γάμος μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου – Μη αναγνώριση του γάμου από το κράτος υποδοχής – Άρθρο 3 – Έννοια του “άλλου μέλους της οικογένειας” – Άρθρο 7 – Δικαίωμα διαμονής άνω των τριών μηνών – Άρθρα 7 και 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης»






I.      Εισαγωγή

1.        Η κρινόμενη αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά το άρθρο 2, σημείο 2, στοιχείο αʹ, το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, στοιχεία αʹ και βʹ, και το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ (2).

2.        Με την αίτηση αυτή παρέχεται στο Δικαστήριο η ευκαιρία να αποφανθεί για πρώτη φορά επί της έννοιας του/της «συζύγου», όπως αυτή χρησιμοποιείται από την οδηγία 2004/38, στο πλαίσιο γάμου μεταξύ δύο ανδρών. Πρόκειται για λεπτό εγχείρημα, καθώς, καίτοι αφορά τον γάμο ως νομικό θεσμό, και μάλιστα στο συγκεκριμένο και περιορισμένο πλαίσιο της ελεύθερης κυκλοφορίας των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο ορισμός που θα δοθεί στην έννοια του/της «συζύγου» θα συνδέεται, κατ’ ανάγκην, άμεσα με την ίδια την ταυτότητα των ενδιαφερομένων ανδρών και γυναικών –και, επομένως, με την αξιοπρέπειά τους–, αλλά και με την προσωπική και κοινωνική αντίληψη που έχουν οι πολίτες της Ένωσης για τον γάμο, η οποία ενδέχεται να διαφέρει αναλόγως του προσώπου και του κράτους μέλους.

II.    Το νομικό πλαίσιο

Α.      Το δίκαιο της Ένωσης

1.      Ο Χάρτης

3.        Το άρθρο 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), το οποίο επιγράφεται «Σεβασμός της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής», ορίζει τα εξής:

«Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στο σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και των επικοινωνιών του.»

4.        Κατά το άρθρο 9 του Χάρτη, «[τ]ο δικαίωμα γάμου και το δικαίωμα δημιουργίας οικογένειας διασφαλίζονται σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες που διέπουν την άσκησή τους».

5.        Το δε άρθρο 21, παράγραφος 1, του Χάρτη απαγορεύει «κάθε διάκριση ιδίως λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, εθνοτικής καταγωγής ή κοινωνικής προέλευσης, γενετικών χαρακτηριστικών, γλώσσας, θρησκείας ή πεποιθήσεων, πολιτικών φρονημάτων ή κάθε άλλης γνώμης, ιδιότητας μέλους εθνικής μειονότητας, περιουσίας, γέννησης, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού».

2.      Η Συνθήκη ΛΕΕ

6.        Κατά το άρθρο 21 ΣΛΕΕ, «[κ]άθε πολίτης της Ένωσης έχει το δικαίωμα να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών, υπό την επιφύλαξη των περιορισμών και με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις Συνθήκες και στις διατάξεις που θεσπίζονται για την εφαρμογή τους».

3.      Η οδηγία 2004/38

7.        Οι αιτιολογικές σκέψεις 2, 5, 6 και 31 της οδηγίας 2004/38 έχουν ως εξής:

«(2)      Η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις ελευθερίες της εσωτερικής αγοράς, η οποία περιλαμβάνει ένα χώρο χωρίς εσωτερικά σύνορα, μέσα στον οποίο εξασφαλίζεται η ελευθερία σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης.

[…]

(5)      Το δικαίωμα όλων των πολιτών της Ένωσης να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, προκειμένου να ασκείται υπό αντικειμενικές συνθήκες ελευθερίας και αξιοπρέπειας, θα πρέπει να παρέχεται και στα μέλη της οικογένειάς τους, ανεξαρτήτως της ιθαγένειάς τους. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ο ορισμός του “μέλους της οικογένειας” θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει τον καταχωρισμένο σύντροφο εάν η νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής, αναγνωρίζει τη σχέση καταχωρισμένης συμβίωσης ως ισοδύναμη προς τον γάμο.

(6)      Προκειμένου να διατηρηθεί η ενότητα της οικογένειας με ευρύτερη έννοια και με την επιφύλαξη της απαγόρευσης διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, η κατάσταση των προσώπων τα οποία δεν περιλαμβάνονται στον ορισμό του μέλους της οικογένειας δυνάμει της παρούσας οδηγίας και τα οποία, ως εκ τούτου, δεν απολαύουν αυτόματου δικαιώματος εισόδου και διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής, θα πρέπει να εξετάζεται από το κράτος μέλος υποδοχής βάσει της εθνικής του νομοθεσίας, ώστε να αποφασίζεται κατά πόσον μπορεί να επιτραπεί η είσοδος και η διαμονή στα εν λόγω πρόσωπα, λαμβάνοντας υπόψη τη σχέση τους με τον πολίτη της Ένωσης ή οιεσδήποτε άλλες συνθήκες, όπως η οικονομική ή συγγενική εξάρτησή τους από τον πολίτη της Ένωσης.

[…]

(31)      Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται, ιδίως, από τον [Χάρτη]. Σύμφωνα με την απαγόρευση διακρίσεων που περιέχει ο Χάρτης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εφαρμόζουν την παρούσα οδηγία χωρίς να προβαίνουν σε διακρίσεις κατά των δικαιούχων της παρούσας οδηγίας λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, εθνοτικής ή κοινωνικής προέλευσης, γενετικών χαρακτηριστικών, γλώσσας, θρησκείας ή πεποιθήσεων, πολιτικών ή άλλου είδους φρονημάτων, ιδιότητας μέλους εθνικής μειονότητας, περιουσίας, γέννησης, ύπαρξης αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού.»

8.        Το άρθρο 2 της οδηγίας 2004/38, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ορισμοί», προβλέπει τα εξής:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

[…]

2)      “μέλος της οικογένειας”:

α)      ο (η) σύζυγος·

β)      ο (η) σύντροφος με τον (την) οποίο(-α) ο πολίτης της Ένωσης έχει σχέση καταχωρισμένης συμβίωσης, βάσει της νομοθεσίας κράτους μέλους, εφόσον η νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής αναγνωρίζει τη σχέση καταχωρισμένης συμβίωσης ως ισοδύναμη προς τον γάμο, και σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στην οικεία νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής·

γ)      οι απευθείας κατιόντες οι οποίοι είναι κάτω της ηλικίας των 21 ετών ή είναι συντηρούμενοι καθώς και εκείνοι του (της) συζύγου ή του (της) συντρόφου, όπως ορίζεται στο στοιχείο βʹ·

δ)      οι συντηρούμενοι απευθείας ανιόντες καθώς και εκείνοι του (της) συζύγου ή του (της) συντρόφου, όπως ορίζεται στο στοιχείο βʹ·

[…]».

9.        Το άρθρο 3 της οδηγίας 2004/38, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δικαιούχοι», έχει ως εξής:

«1.      Η παρούσα οδηγία ισχύει για όλους τους πολίτες της Ένωσης οι οποίοι μεταβαίνουν ή διαμένουν σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο του οποίου είναι υπήκοοι καθώς και τα μέλη των οικογενειών τους κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2, σημείο 2, που τους συνοδεύουν ή [μεταβαίνουν στο κράτος αυτό για να εγκατασταθούν μαζί τους].

2.      Με την επιφύλαξη τυχόν ατομικού δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής των ενδιαφερομένων και σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του, το κράτος μέλος υποδοχής διευκολύνει την είσοδο και τη διαμονή των ακόλουθων προσώπων:

α)      κάθε άλλου μέλους της οικογένειας, ανεξαρτήτως της ιθαγένειάς του, που δεν εμπίπτει στον ορισμό του άρθρου 2, σημείο 2, εφόσον συντηρείται από τον πολίτη της Ένωσης που έχει ίδιον δικαίωμα διαμονής ή ζει υπό τη στέγη του στη χώρα προέλευσης, ή εφόσον σοβαροί λόγοι υγείας καθιστούν απολύτως αναγκαία την προσωπική φροντίδα του εν λόγω μέλους της οικογένειας από τον πολίτη της Ένωσης·

β)      του (της) συντρόφου με τον (την) οποίο(-α) ο πολίτης της Ένωσης έχει σταθερή σχέση, δεόντως αποδεδειγμένη.

Το κράτος μέλος υποδοχής αναλαμβάνει εκτενή εξέταση της προσωπικής κατάστασης και αιτιολογεί κάθε άρνηση εισόδου ή διαμονής των προσώπων αυτών.»

10.      Το άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2004/38, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα διαμονής άνω των τριών μηνών», ορίζει τα εξής:

«1.      Όλοι οι πολίτες της Ένωσης έχουν δικαίωμα διαμονής στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών, εφόσον:

α)      είναι μισθωτοί ή μη μισθωτοί [εργαζόμενοι] στο κράτος μέλος υποδοχής, ή

β)      διαθέτουν επαρκείς πόρους για τον εαυτό τους και τα μέλη των οικογενειών τους, ούτως ώστε να μην επιβαρύνουν κατά τη διάρκεια της περιόδου παραμονής τους το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής, καθώς και πλήρη ασφαλιστική κάλυψη ασθενείας στο κράτος μέλος υποδοχής, ή

γ)      –      έχουν εγγραφεί σε ιδιωτικό ή δημόσιο ίδρυμα, εγκεκριμένο ή χρηματοδοτούμενο από το κράτος μέλος υποδοχής βάσει της νομοθεσίας ή της διοικητικής πρακτικής του, για να παρακολουθήσουν κατά κύριο λόγο σπουδές, συμπεριλαμβανομένων μαθημάτων επαγγελματικής κατάρτισης, και

–      διαθέτουν πλήρη ασφαλιστική κάλυψη ασθενείας στο κράτος μέλος υποδοχής και βεβαιώνουν την αρμόδια εθνική αρχή, με δήλωση ή με ισοδύναμο μέσο της επιλογής τους, ότι διαθέτουν επαρκείς πόρους για τον εαυτό τους και τα μέλη της οικογένειάς τους, ούτως ώστε να μην επιβαρύνουν το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής κατά τη διάρκεια της παραμονής τους, ή

δ)      είναι μέλη της οικογένειας τα οποία συνοδεύουν ή [μεταβαίνουν στο κράτος αυτό για να εγκατασταθούν με] πολίτη της Ένωσης που πληροί τους όρους που αναφέρονται στα στοιχεία αʹ, βʹ ή γʹ.

2.      Το δικαίωμα διαμονής που προβλέπεται στην παράγραφο 1 εκτείνεται στα μέλη της οικογένειας τα οποία δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους, όταν συνοδεύουν […] τον πολίτη της Ένωσης[ή μεταβαίνουν στο κράτος μέλος υποδοχήςγια να εγκατασταθούν μαζί του] και εφόσον ο εν λόγω πολίτης πληροί τους όρους που αναφέρονται στην παράγραφο 1, στοιχεία αʹ, βʹ ή γʹ.»

Β.      Το ρουμανικό δίκαιο

11.      Το άρθρο 259, παράγραφοι 1 και 2, του αστικού κώδικα ορίζει τα εξής:

«1.      Γάμος είναι η ένωση ενός άνδρα και μιας γυναίκας που συνάπτεται με ελεύθερη συναίνεση και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει ο νόμος.

2.      Ο άνδρας και η γυναίκα έχουν δικαίωμα να συνάψουν γάμο προκειμένου να δημιουργήσουν οικογένεια.»

12.      Το άρθρο 277, παράγραφοι 1, 2 και 4, του αστικού κώδικα ορίζει τα εξής:

«1.      Ο γάμος μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου απαγορεύεται.

2.      Οι γάμοι μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου, οι οποίοι συνάπτονται ή τελούνται στην αλλοδαπή από Ρουμάνους υπηκόους ή από αλλοδαπούς, δεν αναγνωρίζονται στη Ρουμανία. […]

4.      Οι νομοθετικές διατάξεις οι οποίες αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία στην επικράτεια της Ρουμανίας των πολιτών των κρατών μελών της [Ένωσης] και του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου παραμένουν εφαρμοστέες.»

III. Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης

13.      Ο Relu Adrian Coman είναι Ρουμάνος υπήκοος, ο οποίος έχει και την αμερικανική υπηκοότητα. Τον Ιούνιο του 2002, γνώρισε στη Νέα Υόρκη (Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής) τον Robert Clabourn Hamilton, Αμερικανό υπήκοο. Συμβίωσαν στην πόλη αυτή από τον Μάιο του 2005 έως τον Μάιο του 2009, οπότε ο R. A. Coman εγκαταστάθηκε στις Βρυξέλλες, προκειμένου να εργαστεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ως βοηθός βουλευτή, ενώ ο R. C. Hamilton παρέμεινε στη Νέα Υόρκη. Στις 5 Νοεμβρίου 2010, συνήψαν γάμο στις Βρυξέλλες.

14.      Τον Μάρτιο του 2012, ο R. A. Coman έπαψε να εργάζεται στο Κοινοβούλιο και παρέμεινε στις Βρυξέλλες. Τον Δεκέμβριο του 2012, ο R. A. Coman και ο σύζυγός του προέβησαν σε διοικητικές ενέργειες ενώπιον των ρουμανικών αρχών, προκειμένου να τους χορηγηθούν τα αναγκαία έγγραφα που θα παρείχαν στον R. A. Coman τη δυνατότητα να εργαστεί και να διαμείνει νομίμως στη Ρουμανία μαζί με τον σύζυγό του, ο οποίος δεν έχει την ιθαγένεια της Ένωσης,για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών.

15.      Με έγγραφο της 11ης Ιανουαρίου 2013, η Inspectoratul General pentru Imigrări (γενική επιθεώρηση μεταναστεύσεως, Ρουμανία) απέρριψε το αίτημα του ζεύγους. Κατ’ αυτήν, παράταση του δικαιώματος προσωρινής διαμονής, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει η ρουμανική νομοθεσία περί μεταναστεύσεως, σε συνδυασμό με άλλες σχετικές νομοθετικές διατάξεις, δεν μπορούσε να χορηγηθεί σε Αμερικανό πολίτη για λόγους οικογενειακής επανενώσεως.

16.      Στις 28 Οκτωβρίου 2013, οι R. A. Coman και R. C. Hamilton, μαζί με την Asociaţia Accept, άσκησαν προσφυγή κατά της αποφάσεως της Inspectoratul General pentru Imigrări (γενική επιθεώρηση μεταναστεύσεως) ενώπιον του Judecătoria Sectorului 5 București (Πρωτοδικείου του τομέα 5 του Βουκουρεστίου, Ρουμανία).

17.      Στο πλαίσιο της δίκης αυτής, οι προσφεύγοντες προέβαλαν ένσταση αντισυνταγματικότητας των διατάξεων του άρθρου 277, παράγραφοι 2 και 4, του αστικού κώδικα. Υποστήριξαν ότι η άρνηση των ρουμανικών αρχών να αναγνωρίσουν, για τους σκοπούς της ασκήσεως του δικαιώματος διαμονής, τους γάμους που συνήφθησαν στην αλλοδαπή μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου συνιστά παράβαση των διατάξεων του ρουμανικού Συντάγματος που κατοχυρώνουν το δικαίωμα στην προσωπική, οικογενειακή και ιδιωτική ζωή, καθώς και των διατάξεων που κατοχυρώνουν την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.

18.      Στις 18 Δεκεμβρίου 2015, το Judecătoria Sectorului 5 București (Πρωτοδικείο του τομέα 5 του Βουκουρεστίου) ζήτησε από το Curtea Constituţională (Συνταγματικό Δικαστήριο, Ρουμανία) να αποφανθεί επί της εν λόγω ενστάσεως. Το τελευταίο έκρινε ότι η επίδικη υπόθεση αφορούσε αποκλειστικά την αναγνώριση των αποτελεσμάτων νομίμως συναφθέντος στην αλλοδαπή γάμου μεταξύ πολίτη της Ένωσης και του έχοντος το ίδιο φύλο συζύγου του, υπηκόου τρίτης χώρας, από την άποψη του δικαιώματος στην οικογενειακή ζωή και του δικαιώματος στην ελεύθερη κυκλοφορία, υπό το πρίσμα της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω γενετήσιου προσανατολισμού. Στο πλαίσιο αυτό, το εν λόγω δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί σε διάφορες έννοιες που χρησιμοποιεί η οδηγία 2004/38, υπό το πρίσμα του Χάρτη και της πρόσφατης νομολογίας του Δικαστηρίου και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΔΔΑ) σχετικά με το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή. Ως εκ τούτου, αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.

IV.    Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

19.      Με απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 2016, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 30 Δεκεμβρίου 2016, το Curtea Constituţională (Συνταγματικό Δικαστήριο) αποφάσισε, ως εκ τούτου, να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Περιλαμβάνει ο όρος “σύζυγος”, κατά το άρθρο 2, σημείο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/38, σε συνδυασμό με τα άρθρα 7, 9, 21 και 45 του Χάρτη, τον έχοντα το ίδιο φύλο σύζυγο, υπήκοο κράτους μη μέλους της Ένωσης, ενός πολίτη της Ένωσης με τον οποίο ο πολίτης της Ένωσης νομίμως συνήψε γάμο βάσει της νομοθεσίας κράτους μέλους άλλου από το κράτος υποδοχής;

2)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, υποχρεώνουν το άρθρο 3, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος [2] (3), της οδηγίας 2004/38, σε συνδυασμό με τα άρθρα 7, 9, 21 και 45 του Χάρτη, το κράτος μέλος υποδοχής να χορηγήσει δικαίωμα διαμονής στην επικράτειά του για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών στον έχοντα το ίδιο φύλο σύζυγο ενός πολίτη της Ένωσης;

3)       Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, δύναται ο έχων το ίδιο φύλο σύζυγος, υπήκοος κράτους μη μέλους της Ένωσης, πολίτη της Ένωσης με τον οποίο ο πολίτης της Ένωσης νομίμως συνήψε γάμο βάσει της νομοθεσίας κράτους μέλους άλλου από το κράτος υποδοχής, να εμπίπτει στον όρο “άλλο μέλος της οικογένειας”, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/38, ή στον όρο “σύντροφος με τον (την) οποίο(-α) ο πολίτης της Ένωσης έχει σταθερή σχέση, δεόντως αποδεδειγμένη”, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της εν λόγω οδηγίας, με συνακόλουθη υποχρέωση του κράτους μέλους υποδοχής να διευκολύνει την είσοδο και τη διαμονή του, ακόμη και αν το κράτος υποδοχής δεν αναγνωρίζει τον γάμο μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου ούτε προβλέπει οποιονδήποτε άλλον εναλλακτικό τρόπο νομικής αναγνωρίσεως, όπως η καταχωρισμένη συμβίωση;

4)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο τρίτο ερώτημα, υποχρεώνουν το άρθρο 3, παράγραφος 2, και το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38, σε συνδυασμό με τα άρθρα 7, 9, 21 και 45 του Χάρτη, το κράτος μέλος υποδοχής να χορηγήσει δικαίωμα διαμονής στην επικράτειά του για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών στον έχοντα το ίδιο φύλο σύζυγο ενός πολίτη της Ένωσης;»

20.      Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης, η Ρουμανική, η Ουγγρική, η Ολλανδική και η Πολωνική Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

21.      Επιπλέον, με εξαίρεση την Ολλανδική Κυβέρνηση, όλοι οι ανωτέρω ανέπτυξαν τα επιχειρήματά τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 21ης Νοεμβρίου 2017. Η Λετονική Κυβέρνηση και το Consiliul Naţional pentru Combaterea Discriminării, που δεν είχαν καταθέσει γραπτές παρατηρήσεις, ανέπτυξαν επίσης τα επιχειρήματά τους κατά την εν λόγω επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

V.      Ανάλυση

Α.      Επί της εφαρμογής της οδηγίας 2004/38

22.      Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38 ορίζει ως «δικαιούχους» των αναγνωριζόμενων με την οδηγία αυτή δικαιωμάτων «όλους τους πολίτες της Ένωσης οι οποίοι μεταβαίνουν ή διαμένουν σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο του οποίου είναι υπήκοοι καθώς και τα μέλη των οικογενειών τους κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2, σημείο 2, που τους συνοδεύουν ή [μεταβαίνουν στο κράτος αυτό για να εγκατασταθούν μαζί τους]» (4).

23.      Στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, επομένως, ο R. C. Hamilton δεν μπορεί να επικαλεστεί την οδηγία προς όφελός του. Ειδικότερα, όπως έχει ήδη κρίνει με απόλυτη σαφήνεια το Δικαστήριο, «[α]πό την ερμηνεία […] με βάση το γράμμα και τη συστηματική διάρθρωση του νομοθετήματος, καθώς και από την τελολογική ερμηνεία των διατάξεων της οδηγίας 2004/38, προκύπτει ότι, βάσει των διατάξεων αυτών, δεν παρέχεται παρεπόμενο δικαίωμα διαμονής στους υπηκόους τρίτων κρατών οι οποίοι είναι μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης εντός του κράτους μέλους του οποίου έχει την ιθαγένεια ο πολίτης αυτός» (5).

24.      Εντούτοις, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι το παρεπόμενο δικαίωμα διαμονής μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να στηριχθεί στο άρθρο 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, καθώς και ότι, στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να εφαρμοστεί κατ’ αναλογίαν η οδηγία 2004/38 (6).

25.      Πράγματι, εάν δεν αναγνωριζόταν στον υπήκοο τρίτου κράτους, μέλος της οικογένειας πολίτη της Ένωσης, δικαίωμα διαμονής στο κράτος μέλος του οποίου έχει την ιθαγένεια ο πολίτης της Ένωσης, είναι πιθανόν ο τελευταίος να αποθαρρυνόταν από το να εγκαταλείψει το κράτος αυτό προκειμένου να ασκήσει κάποια δραστηριότητα στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, καθώς δεν θα είχε τη βεβαιότητα ότι θα μπορούσε, μετά την επιστροφή του στο κράτος μέλος καταγωγής, να συνεχίσει την οικογενειακή ζωή που είχε, ενδεχομένως, αρχίσει στο κράτος μέλος υποδοχής (7). Ωστόσο, προκειμένου να χορηγηθεί τέτοιο παρεπόμενο δικαίωμα διαμονής, πρέπει η διαμονή του πολίτη της Ένωσης στο κράτος μέλος υποδοχής να ήταν αρκούντως σταθερή, ώστε να του παρείχε τη δυνατότητα να συνάψει ή να συσφίξει οικογενειακούς δεσμούς (8).

26.      Ως εκ τούτου, κρίνεται πλέον παγίως ότι, «[σ]ε περίπτωση […] κατά την οποία, στο πλαίσιο πραγματικής παραμονής πολίτη της Ένωσης στο κράτος μέλος υποδοχής, δυνάμει και τηρουμένων των προϋποθέσεων του άρθρου 7, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2004/38, συνάφθηκαν ή συσφίχθηκαν οικογενειακοί δεσμοί εντός αυτού του κράτους μέλους, η πρακτική αποτελεσματικότητα των δικαιωμάτων που αντλεί ο οικείος πολίτης της Ένωσης από το άρθρο 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, επιτάσσει η οικογενειακή ζωή που διήγε ο πολίτης αυτός στο κράτος μέλος υποδοχής να μπορεί να συνεχισθεί, κατόπιν της επιστροφής του στο κράτος μέλος του οποίου έχει την ιθαγένεια, διά της παροχής παρεπόμενου δικαιώματος διαμονής στο οικείο μέλος της οικογένειας, που είναι υπήκοος τρίτου κράτους. Πράγματι, ελλείψει τέτοιου παρεπόμενου δικαιώματος διαμονής, ο πολίτης αυτός της Ένωσης θα αποθαρρυνόταν να εγκαταλείψει το κράτος μέλος του οποίου έχει την ιθαγένεια προκειμένου να ασκήσει το, κατά το άρθρο 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, δικαίωμά του διαμονής εντός άλλου κράτους μέλους, για τον λόγο ότι δεν θα είχε τη βεβαιότητα ότι θα μπορούσε να συνεχίσει στο κράτος μέλος καταγωγής του την οικογενειακή ζωή με τους στενούς συγγενείς του η οποία στηρίζεται στους δεσμούς που είχε κατ’ αυτόν τον τρόπο συνάψει ή συσφίξει με τα πρόσωπα αυτά στο κράτος μέλος υποδοχής» (9).

27.      Στην προκειμένη περίπτωση, θεωρείται δεδομένο ότι οι R. A. Coman και R. C. Hamilton είχαν πράγματι συνάψει σταθερούς οικογενειακούς δεσμούς κατά τη σταθερή διαμονή στο Βέλγιο του πρώτου, ο οποίος είναι πολίτης της Ένωσης. Πράγματι, αφού συμβίωσαν στη Νέα Υόρκη επί μία τετραετία, κατά την οποία συνήψαν οικογενειακούς δεσμούς (10), η σχέση τους επισημοποιήθηκε αδιαμφισβήτητα με τον γάμο τους στις Βρυξέλλες, στις 5 Νοεμβρίου 2010.

28.      Το γεγονός ότι ο R. C. Hamilton δεν συμβίωσε αδιαλείπτως με τον R. A. Coman στην πόλη αυτή δεν θεωρώ ότι καθιστά τη σχέση τους λιγότερο πραγματική. Πράγματι, σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο, δεν είναι σπάνιο ένα ζεύγος να μη μοιράζεται την ίδια στέγη για μεγαλύτερα ή μικρότερα χρονικά διαστήματα, όταν ο ένας από τους δύο εργάζεται στην αλλοδαπή, λόγω της αποστάσεως μεταξύ των δύο χωρών, της προσβασιμότητας των μέσων μεταφοράς, της εργασίας του έτερου συζύγου ή, ακόμη, και του σχολείου των τέκνων. Το γεγονός αυτό της μη συμβιώσεως δεν δύναται καθεαυτό να επηρεάσει την ύπαρξη μιας αποδεδειγμένα σταθερής σχέσεως –όπως αυτή της επίδικης περιπτώσεως– και, κατά συνέπεια, την ύπαρξη οικογενειακών δεσμών (11).

29.      Επομένως, τα προδικαστικά ερωτήματα που υποβάλλει το αιτούν δικαστήριο παραμένουν λυσιτελή, καθώς η ερμηνεία των διατάξεων που μνημονεύονται στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως μπορεί να φανεί χρήσιμη στην επίλυση της διαφοράς της οποίας επελήφθη το Curtea Constituţională (Συνταγματικό Δικαστήριο).

Β.      Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

30.      Με το πρώτο του προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί εάν ο όρος «σύζυγος», όπως χρησιμοποιείται στο άρθρο 2, σημείο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/38, σε συνδυασμό με τα άρθρα 7, 9, 21 και 45 του Χάρτη, περιλαμβάνει τον υπήκοο τρίτου κράτους, ο οποίος έχει το ίδιο φύλο με τον πολίτη της Ένωσης με τον οποίον συνήψε νομίμως γάμο βάσει της νομοθεσίας κράτους μέλους διαφορετικού από το κράτος υποδοχής.

31.      Οι διάδικοι που κατέθεσαν παρατηρήσεις προτείνουν δύο εντελώς αντίθετες απαντήσεις. Κατά τους προσφεύγοντες της κύριας δίκης, την Ολλανδική Κυβέρνηση και την Επιτροπή, το άρθρο 2, σημείο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/38 πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο αυτοτελούς και ενιαίας ερμηνείας. Σύμφωνα με αυτήν, ο υπήκοος τρίτου κράτους, ο οποίος έχει το ίδιο φύλο με τον πολίτη της Ένωσης με τον οποίον συνήψε νομίμως γάμο βάσει της νομοθεσίας κράτους μέλους, περιλαμβάνεται στην έννοια του/της «συζύγου». Αντιθέτως, η Ρουμανική, η Λετονική, ηΟυγγρική και η Πολωνική Κυβέρνηση φρονούν ότι η έννοια αυτή δεν αποτελεί έννοια του δικαίου της Ένωσης, αλλά πρέπει να ορίζεται υπό το πρίσμα της νομοθεσίας του εκάστοτε κράτους μέλους υποδοχής.

32.      Κατά την άποψή μου, η τελευταία αυτή άποψη δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Φρονώ, αντιθέτως, ότι επιβάλλεται η αυτοτελής ερμηνεία, σύμφωνα με την οποία η έννοια του/της «συζύγου», όπως χρησιμοποιείται από το άρθρο 2, σημείο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/38, είναι ανεξάρτητη του φύλου του προσώπου με το οποίο έχει συνάψει γάμο ο πολίτης της Ένωσης.

1.      Αυτοτελής ερμηνεία της έννοιας του/της «συζύγου»

33.      Ενώ το άρθρο 2, σημείο 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/38, το οποίο αφορά την καταχωρισμένη συμβίωση, παραπέμπει στους «όρους που προβλέπονται στην οικεία νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής», το άρθρο 2, σημείο 2, στοιχείο αʹ, της ίδιας οδηγίας δεν περιέχει καμία παραπομπή στη νομοθεσία των κρατών μελών για τον ορισμό της ιδιότητας του/της «συζύγου».

34.      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, όμως, από τις επιταγές τόσο της ενιαίας εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης όσο και της αρχής της ισότητας προκύπτει ότι το γράμμα διατάξεως του δικαίου της Ένωσης που δεν περιέχει ρητή παραπομπή στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της έννοιας και του περιεχομένου της πρέπει κανονικά να ερμηνεύεται κατά τρόπο αυτοτελή και ενιαίο σε ολόκληρη την Ένωση (12). Για την ερμηνεία αυτή θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της διατάξεως, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται, καθώς και ο σκοπός τον οποίον επιδιώκει η σχετική κανονιστική ρύθμιση (13).

35.      Δεδομένου ότι η μεθοδολογία αυτή χρησιμοποιήθηκε ρητώς στο πλαίσιο της οδηγίας 2004/38, δεν βλέπω κανέναν λόγο αποκλίσεως από αυτήν για την ερμηνεία της έννοιας του/της «συζύγου» (14).

36.      Έχει κριθεί, βεβαίως, ότι η νομοθετική ρύθμιση της οικογενειακής καταστάσεως εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών και ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν θίγει την αρμοδιότητα αυτή (15). Επιβάλλονται, ωστόσο, συναφώς δύο επισημάνσεις.

37.      Αφενός, κατά πάγια νομολογία η οποία αφορά όλους τους τομείς δικαίου, τα κράτη μέλη υποχρεούνται, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, να τηρούν το δίκαιο της Ένωσης (16). Τα ζητήματα οικογενειακής καταστάσεως των προσώπων δεν αποτελούν εξαίρεση στον κανόνα αυτόν, καθώς το Δικαστήριο έχει κρίνει ρητώς ότι οι διατάξεις που αφορούν την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων πρέπει να τηρούνται κατά την άσκηση των εν λόγω αρμοδιοτήτων (17).

38.      Αφετέρου, το νομικό ζήτημα που βρίσκεται στο επίκεντρο της διαφοράς της κύριας δίκης δεν είναι αυτό της νομιμοποιήσεως του γάμου μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου, αλλά εκείνο της ελεύθερης κυκλοφορίας ενός πολίτη της Ένωσης. Τα κράτη μέλη είναι, βεβαίως, ελεύθερα να προβλέψουν ή να μην προβλέψουν στην εσωτερική τους έννομη τάξη τη δυνατότητα γάμου για πρόσωπα του ιδίου φύλου (18), ωστόσο το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι μία κατάσταση που διέπεται από κανονιστικές ρυθμίσεις οι οποίες εμπίπτουν a priori στην αρμοδιότητα των κρατών μελών είναι δυνατόν να έχει «εγγενή σχέση με την ελευθερία κυκλοφορίας πολίτη της Ένωσης, η οποία εμποδίζει την άρνηση αναγνωρίσεως του δικαιώματος εισόδου και διαμονής στους [υπηκόους τρίτου κράτους] εντός του κράτους μέλους όπου διαμένει ο πολίτης αυτός, προκειμένου να μη θιγεί η ελευθερία αυτή» (19).

39.      Η αναφορά ορισμένων εθνικών συνταγμάτων (20) στον γάμο –νοούμενο αποκλειστικώς ως ένωση ενός άνδρα και μιας γυναίκας– δεν μεταβάλλει την προσέγγιση αυτή.

40.      Πράγματι, ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι η έννοια του γάμου άπτεται της εθνικής ταυτότητας ορισμένων κρατών μελών –κάτι που δεν υποστηρίχθηκε ρητώς από κανένα από τα κράτη μέλη που κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις, αλλά μόνον από τη Λετονική Κυβέρνηση, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 21ης Νοεμβρίου 2017–, η υποχρέωση σεβασμού της ταυτότητας αυτής, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ανεξάρτητα από την υποχρέωση καλόπιστης συνεργασίας που προβλέπεται από την παράγραφο 3 της ίδιας διατάξεως. Σύμφωνα με την τελευταία, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις Συνθήκες ή από πράξεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης.

41.      Στην επίδικη περίπτωση, ωστόσο, τα προδικαστικά ερωτήματα που υποβάλλονται από το αιτούν δικαστήριο περιορίζονται αποκλειστικά στο πλαίσιο της εφαρμογής της οδηγίας 2004/38. Το μόνο ζητούμενο, επομένως, είναι να προσδιοριστεί η έκταση μιας υποχρεώσεως που προκύπτει από πράξη της Ένωσης. Κατά συνέπεια, η ερμηνεία της έννοιας του/της «συζύγου», όπως περιορίζεται στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2004/38 σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, δεν θα έθετε υπό αμφισβήτηση τη διακριτική ευχέρεια που διαθέτουν σήμερα τα κράτη μέλη όσον αφορά τη νομιμοποίηση του γάμου μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου (21).

42.      Επιπλέον, όπως θα εκθέσω και κατά την ανάλυση του πλαισίου και των σκοπών της οδηγίας 2004/38, μία ερμηνεία που θα καθιστούσε αδύνατο ή δυσχερέστερο το να ακολουθήσει έναν/μία ομοφυλόφιλο/η πολίτη της Ένωσης, σε ενδεχόμενη μετεγκατάστασή του/της σε άλλο κράτος μέλος, το πρόσωπο με το οποίο έχει συνάψει γάμο προσκρούει και στα θεμελιώδη δικαιώματα που συνδέονται με την έννοια του/της «συζύγου».

2.      Επί της έννοιας του/της «συζύγου», κατά το άρθρο 2, σημείο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/38

43.      Επομένως, η ερμηνεία του όρου «σύζυγος», που χρησιμοποιείται στο άρθρο 2, σημείο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/38, πρέπει να αναζητηθεί βάσει του γράμματος της εν λόγω διατάξεως, του πλαισίου στο οποίο αυτή εντάσσεται και του σκοπού τον οποίον επιδιώκει η οδηγία 2004/38.

α)      Επί του γράμματος και της δομής του άρθρου 2, σημείο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/38

44.      Η οδηγία 2004/38 δεν περιέχει ορισμό του όρου «σύζυγος», τον οποίον χρησιμοποιεί κατ’ επανάληψη, ιδίως στο άρθρο 2, σημείο 2, στοιχείο αʹ.

45.      Ωστόσο, η δομή του άρθρου 2, σημείο 2, της οδηγίας 2004/38, σε συνδυασμό με το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της ίδιας οδηγίας, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η έννοια του/της «συζύγου» παραπέμπει σε εκείνη του «γάμου».

46.      Πράγματι, πέραν των απευθείας κατιόντων και των απευθείας ανιόντων που μνημονεύονται στο άρθρο 2, σημείο 2, στοιχεία γʹ και δʹ, της οδηγίας 2004/38, τα «μέλη της οικογένειας» κατά την έννοια της οδηγίας 2004/38 είναι ο (η) σύζυγος και ο (η) σύντροφος με τον (την) οποίο(-α) ο πολίτης της Ένωσης βρίσκεται σε σχέση καταχωρισμένης συμβιώσεως. Το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/38 προσθέτει στους δικαιούχους των δικαιωμάτων που προβλέπονται από την οδηγία «τον (τη) σύντροφο με τον (την) οποίο(‑α) ο πολίτης της Ένωσης έχει σταθερή σχέση, δεόντως αποδεδειγμένη».

47.      Επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι οι τρεις αυτές περιπτώσεις αναφέρονται σε διαφορετικές καταστάσεις, από την πλέον δεσμευτική έως την πλέον ευέλικτη, από νομικής απόψεως· σε αντίθετη περίπτωση, δεν θα είχε νόημα η διάκρισή τους. Δεδομένου ότι η απλή και χωρίς κανέναν νομικό δεσμό σχέση μνημονεύεται στο άρθρο 3 της οδηγίας 2004/38 και η σχέση καταχωρισμένης συμβιώσεως μνημονεύεται στο άρθρο 2, σημείο 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας, ο όρος «σύζυγος» αφορά την τρίτη και τελευταία δυνατή νομικώς περίπτωση, δηλαδή τη σχέση που στηρίζεται στον γάμο (22).

48.      Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει ήδη συνδέσει, κατά τρόπο σιωπηρό, αλλά βέβαιο, την έννοια του/της «συζύγου», όπως χρησιμοποιείται από το άρθρο 2, σημείο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/38, με τον γάμο. Ειδικότερα, επ’ ευκαιρία της αποφάσεως της 25ης Ιουλίου 2008, Metock κ.λπ. (C‑127/08, EU:C:2008:449), το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι «ο υπήκοος τρίτης χώρας που είναι σύζυγος πολίτη της Ένωσης, διαμένοντος σε κράτος μέλος του οποίου δεν είναι υπήκοος, και τον συνοδεύει ή μεταβαίνει στο κράτος μέλος υποδοχής με σκοπό την οικογενειακή επανένωση μπορεί να επικαλεστεί τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας, ανεξαρτήτως του τόπου και της ημερομηνίας συνάψεως του γάμου τους, καθώς και του τρόπου με τον οποίον ο υπήκοος της τρίτης χώρας εισήλθε στο κράτος μέλος υποδοχής» (23).

49.      Επομένως, ο όρος «σύζυγος», όπως χρησιμοποιείται από το άρθρο 2, σημείο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/38, ενώ είναι βέβαιον ότι παραπέμπει στον γάμο, είναι ουδέτερος από άποψη φύλου και χρησιμοποιείται ανεξαρτήτως του τόπου στον οποίον συνήφθη ο γάμος αυτός.

50.      Το αδιάφορο του τόπου συνάψεως του γάμου επιβεβαιώνεται a contrario από την επιλογή του νομοθέτη της Ένωσης να παραπέμψει ρητώς στη νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής, όσον αφορά την περίπτωση της καταχωρισμένης συμβιώσεως. Η διαφορά αυτή εξηγείται εύκολα από το γεγονός ότι ο νομικός θεσμός του γάμου παρουσιάζει έναν –υποθετικώς τουλάχιστον– οικουμενικό χαρακτήρα, όσον αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που παρέχει στους συζύγους, ενώ οι νομοθετικές ρυθμίσεις περί «καταχωρισμένης συμβιώσεως» διαφέρουν και ποικίλλουν όσον αφορά τόσο το υποκειμενικό και αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής τους όσο και τις νομικές τους συνέπειες (24). Εξάλλου, ο νομοθέτης της Ένωσης αναγνώρισε ως δικαιούχους των δικαιωμάτων του άρθρου 2, σημείο 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/38 τους συντρόφους σε σχέση καταχωρισμένης συμβιώσεως «ισοδύναμη προς τον γάμο» (25).

51.      Εξάλλου, οι νομοπαρασκευαστικές εργασίες για την έκδοση της οδηγίας 2004/38 επιβεβαιώνουν ότι η επιλογή του ουδέτερου αυτού όρου ήταν ηθελημένη. Πράγματι, ενώ η Επιτροπή χρησιμοποιούσε ήδη τον όρο «σύζυγος» χωρίς άλλη ένδειξη στην αρχική της πρόταση (26), το Κοινοβούλιο ζήτησε να αναφερθεί ρητώς ότι το φύλο του προσώπου είναι αδιάφορο, με την προσθήκη της εκφράσεως «ανεξαρτήτως φύλου, σύμφωνα με την ισχύουσα εθνική νομοθεσία» (27). Ωστόσο, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέφρασε την επιφύλαξή του ως προς έναν ορισμό του όρου «σύζυγος», ο οποίος θα περιλάμβανε ρητώς τους συζύγους του ιδίου φύλου, καθώς μόνον δύο κράτη μέλη είχαν, μέχρι τότε, θεσπίσει νομοθετικώς τη δυνατότητα γάμου μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου και το Δικαστήριο είχε επίσης κρίνει ότι ο τότε γενικώς παραδεκτός από τα κράτη μέλη ορισμός του γάμου αναφερόταν στην ένωση δύο προσώπων του αντίθετου φύλου (28). Στηριζόμενη στις επιφυλάξεις του Συμβουλίου, η Επιτροπή προτίμησε «να περιορίσει την [πρότασή της] στην έννοια του συζύγου που υπονοεί, κατ’ αρχήν, τον σύζυγο διαφορετικού φύλου, υπό την επιφύλαξη μελλοντικών εξελίξεων» (29).

52.      Φρονώ, επομένως, ότι οι εργασίες αυτές δεν συνηγορούν υπέρ κάποιας από τις δύο απόψεις. Πράγματι, είναι βέβαιον ότι ο νομοθέτης της Ένωσης είχε απόλυτη επίγνωση της διχογνωμίας που μπορούσε να προκύψει σχετικά με την ερμηνεία της έννοιας του/της «συζύγου» η οποία δεν συνοδεύεται από άλλον ορισμό. Επέλεξε, ωστόσο, να μην προσδιορίσει την έννοια αυτή, είτε για να την περιορίσει στον γάμο μεταξύ προσώπων διαφορετικού φύλου είτε, αντιθέτως, για να συμπεριλάβει σε αυτήν τον γάμο μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου –αν και η Επιτροπή επισήμανε ρητώς το ενδεχόμενο εξελίξεων στο ζήτημα αυτό. Η επιφύλαξη αυτή της Επιτροπής έχει θεμελιώδη σημασία, καθώς αποκλείει την οριστική παγίωση μιας έννοιας του/της «συζύγου», η οποία δεν θα αφουγκράζεται την εξέλιξη της κοινωνίας (30).

53.      Επομένως, από την πρώτη αυτή εξέταση προκύπτει ο ουδέτερος χαρακτήρας της διατυπώσεως του άρθρου 2, σημείο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/38. Η επιλογή αυτή του νομοθέτη επιτρέπει την ερμηνεία της έννοιας του/της «συζύγου» ανεξαρτήτως του τόπου συνάψεως του γάμου και του φύλου των προσώπων. Το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η εν λόγω διάταξη και ο επιδιωκόμενος από την οδηγία 2004/38 σκοπός επιβεβαιώνουν την ερμηνεία αυτή.

β)      Επί του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 2, σημείο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/38

54.      Κατά τον χρόνο θεσπίσεως της οδηγίας 2004/38, μόνον δύο κράτη μέλη της Ένωσης –το Βασίλειο του Βελγίου και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών– είχαν προβλέψει νομοθετικώς τη δυνατότητα γάμου για τα πρόσωπα του ιδίου φύλου. Όπως προανέφερα, το γεγονός αυτό βάρυνε στην επιλογή του Συμβουλίου να μην ακολουθήσει την τροποποιητική πρόταση του Κοινοβουλίου υπέρ μιας σαφέστερης διατυπώσεως του άρθρου 2, σημείο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/38.

55.      Φρονώ, ωστόσο, ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις στις οποίες αναφέρθηκε τότε, με την τροποποιημένη πρότασή της, η Επιτροπή. Επιπλέον, η έννοια του/της «συζύγου» συνδέεται στενά και με ορισμένα θεμελιώδη δικαιώματα, τα οποία δεν μπορεί να αγνοεί μια ερμηνεία με βάση το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η εξεταζόμενη διάταξη.

1)      Επί της ερμηνείας της έννοιας του/της «συζύγου» με βάση τις εξελίξεις

56.      Όπως πολλοί γενικοί εισαγγελείς είχαν ήδη την ευκαιρία να υποστηρίξουν, το δίκαιο της Ένωσης πρέπει να ερμηνεύεται «υπό το φως των τωρινών συνθηκών» (31), λαμβανομένης, δηλαδή, υπόψη της «σύγχρονης πραγματικότητας» (32) της Ένωσης. Πράγματι, το δίκαιο δεν μπορεί να είναι «ξεκομμένο από την κοινωνική πραγματικότητα και πρέπει οπωσδήποτε να προσαρμόζεται προς αυτή όσο το δυνατόν ταχύτερα. Σε αντίθετη περίπτωση, υπάρχει ο κίνδυνος επιβολής απηρχαιωμένων απόψεων και στατικών αντιμετωπίσεων» (33). Αναμφίβολα, τούτο ισχύει ιδιαιτέρως για τα ζητήματα που αφορούν την κοινωνία. Όπως εξηγούσε ο γενικός εισαγγελέας L. A. Geelhoed, «[α]ν το Δικαστήριο δεν [ελάμβανε] υπόψη την εξέλιξη αυτή, θα [υπήρχε] κίνδυνος οι σχετικοί κανόνες δικαίου να χάσουν μέρος της αποτελεσματικότητάς τους» (34). Όπως επισήμανε το ίδιο το Δικαστήριο, κάθε διάταξη του δικαίου της Ένωσης πρέπει να ερμηνεύεται λαμβανομένου υπόψη του σταδίου της εξελίξεώς του κατά τον χρόνο εφαρμογής της διατάξεως αυτής (35).

57.      Για τον λόγο αυτόν, θεωρώ σήμερα παρωχημένη την κρίση που διατύπωσε το Δικαστήριο στην απόφαση της 31ης Μαΐου 2001, D και Σουηδία κατά Συμβουλίου (C‑122/99 P και C‑125/99 P, EU:C:2001:304), σύμφωνα με την οποίαν «ο όρος “γάμος”, κατά τον κοινώς αποδεκτό από τα κράτη μέλη ορισμό, περιγράφει την ένωση μεταξύ δύο προσώπων διαφορετικού φύλου» (36).

58.      Πράγματι, εάν, μέχρι το τέλος του 2004, ο γάμος μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου επιτρεπόταν μόνονσε δύοκράτη μέλη, έκτοτε, ένδεκα κράτη μέλη έχουν τροποποιήσει τη νομοθεσία τους προς την κατεύθυνση αυτή, ενώ, το αργότερο την 1η Ιανουαρίου 2019, ο γάμος μεταξύ ομοφύλων θα είναι δυνατός και στην Αυστρία (37). Αυτή η νομική αναγνώριση του γάμου μεταξύ ομοφύλων είναι απλώς η έκφραση μιας γενικότερης εξελίξεως της κοινωνίας όσον αφορά το ζήτημα αυτό. Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνεται από τις δημοσκοπήσεις (38), ενώ το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος στην Ιρλανδία υπέρ του γάμου μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου αποτελεί επίσης χαρακτηριστικό της παράδειγμα (39). Μολονότι εξακολουθεί να πρόκειται για ευαίσθητο ζήτημα, ακόμη και εντός της Ένωσης (40), η εξέλιξη αυτή αποτελεί γενικό φαινόμενο. Πράγματι, το είδος αυτό γάμου απαντά πλέον σε όλες τις ηπείρους (41). Δεν πρόκειται, επομένως, για ένα γεγονός που συνδέεται με συγκεκριμένο πολιτισμό ή ιστορία, αλλά για την οικουμενική αναγνώριση του ότι υπάρχουν πολλών ειδών οικογένειες (42).

2)      Επί των θεμελιωδών δικαιωμάτων που συνδέονται με την έννοια του/της «συζύγου»

59.      Η έννοια του/της «συζύγου», κατά το άρθρο 2, σημείο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/38, συνδέεται κατ’ ανάγκην με την οικογενειακή ζωή και, συνεπώς, με την προστασία που παρέχει σε αυτήν το άρθρο 7 του Χάρτη. Επομένως, το πεδίο εφαρμογής του άρθρου αυτού πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την ερμηνεία της διατάξεως με βάση το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται (43). Εξάλλου, δεν μπορεί να αγνοηθεί η εξέλιξη της σχετικής νομολογίας του ΕΔΔΑ.

60.      Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη, η έννοια και η εμβέλεια των δικαιωμάτων που αντιστοιχούν σε δικαιώματα διασφαλιζόμενα από την ΕΣΔΑ είναι ίδιες με εκείνες που τους επιφυλάσσει η εν λόγω Σύμβαση. Σύμφωνα, όμως, με τις επεξηγήσεις σχετικά με τον Χάρτη –τις οποίες «[τ]α δικαστήρια της Ένωσης […] λαμβάνουν δεόντως υπόψη» (44)–, τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στο άρθρο 7 του Χάρτη αντιστοιχούν στα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ. Επομένως, τα πρώτα έχουν την ίδια έννοια και την ίδια εμβέλεια με τα δεύτερα (45).

61.      Ωστόσο, η εξέλιξη της νομολογίας του ΕΔΔΑ σε σχέση με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ είναι σημαντική.

62.      Πράγματι, το ΕΔΔΑ, καίτοι επιβεβαιώνει παγίως ότι τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να προβλέψουν τη δυνατότητα γάμου για τα πρόσωπα του ιδίου φύλου (46), εντούτοις, στις αρχές της δεκαετίας του 2010, έκρινε ότι «η άποψη ότι, σε αντίθεση με ένα ετερόφυλο ζεύγος, ένα ομόφυλο ζεύγος δεν μπορεί να έχει “οικογενειακή ζωή” υπό την έννοια του άρθρου 8 [της ΕΣΔΑ] δεν ανταποκρίνεται πλέον στην πραγματικότητα» (47). Έκτοτε, η ερμηνεία αυτή έχει επιβεβαιωθεί επανειλημμένως (48). Το ΕΔΔΑ επιβεβαίωσε επίσης ότι το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ επιβάλλει στα συμβαλλόμενα κράτη την υποχρέωση να παρέχουν στα ομόφυλα ζεύγη τη δυνατότητα νομικής αναγνωρίσεως και προστασίας της σχέσεώς τους (49).

63.      Είναι βέβαιον ότι η εξέλιξη αυτή σε σχέση με την αντίληψη της οικογενειακής ζωής επηρεάζει το δικαίωμα διαμονής των υπηκόων τρίτων χωρών. Ειδικότερα, καίτοι το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ δεν περιέχει γενική υποχρέωση του συμβαλλόμενου κράτους να αποδέχεται την εγκατάσταση στην επικράτειά του συζύγων που δεν είναι υπήκοοί του ή την οικογενειακή επανένωση, οι αποφάσεις που λαμβάνουν τα κράτη μέλη για θέματα μεταναστεύσεως είναι δυνατόν, σε ορισμένες περιπτώσεις, να συνιστούν επέμβαση στην άσκηση του δικαιώματος στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, το οποίο προστατεύεται κατά το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ (50). Τούτο ισχύει, ιδίως, όταν οι ενδιαφερόμενοι διατηρούν στο κράτος μέλος υποδοχής αρκούντως ισχυρούς προσωπικούς ή οικογενειακούς δεσμούς, οι οποίοι, σε περίπτωση εφαρμογής των σχετικών μέτρων, θα διακυβεύονταν σοβαρά (51).

64.      Κατά το ΕΔΔΑ, καίτοι «η προστασία της οικογένειας, με την παραδοσιακή του όρου έννοια, μπορεί, υπό ορισμένες περιστάσεις, να αποτελεί θεμιτό σκοπό [...], όσον αφορά τον συγκεκριμένο τομέα, δηλαδή τη χορήγηση άδειας διαμονής για οικογενειακούς λόγους σε αλλοδαπό σύντροφο του ιδίου φύλου, δεν μπορεί να αποτελέσει “ιδιαιτέρως βάσιμο και πειστικό” λόγο, ικανό να δικαιολογήσει, υπό τις περιστάσεις της επίδικης υποθέσεως, διάκριση στηριζόμενη στον γενετήσιο προσανατολισμό» (52).

65.      Το ΕΔΔΑ φαίνεται, μάλιστα, να κλίνει υπέρ της απόψεως ότι η διαφορετική μεταχείριση που στηρίζεται κατ’ αποκλειστικότητα –ήκατά τρόποκαθοριστικό– σε θεωρήσεις σχετικές με τον γενετήσιο προσανατολισμό του προσφεύγοντος είναι απλούστατα απαράδεκτη από την άποψη της ΕΣΔΑ (53). Ο γενικός εισαγγελέας N. Jääskinen είχε εκφράσει παρόμοια άποψη, σε διαφορετικό πλαίσιο. Ειδικότερα, θεώρησε «αυτονόητο ότι ο σκοπός της προστασίας του γάμου ή της οικογένειας δεν δύναται να νομιμοποιήσει μια δυσμενή διάκριση λόγω γενετήσιου προσανατολισμού[, καθώς δ]ύσκολα γίνεται αντιληπτό τίνι τρόπω θα μπορούσε να θεμελιωθεί αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτού του είδους της διακρίσεως, ως μέσου, και της προστασίας του γάμου, ως θετικού αποτελέσματος το οποίο δύναται να επιφέρει το μέσο αυτό» (54).

66.      Ως εκ τούτου, η εξέλιξη αυτή του δικαίου όσον αφορά την οικογενειακή ζωή φαίνεται να οδηγεί σε μια ερμηνεία της έννοιας του/της «συζύγου» κατ’ ανάγκην ανεξάρτητης του φύλου των προσώπων, όταν περιορίζεται στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2004/38.

67.      Πράγματι, η ερμηνεία αυτή διασφαλίζει με τον καλύτερο τρόπο τον σεβασμό της οικογενειακής ζωής, ο οποίος κατοχυρώνεται από το άρθρο 7 του Χάρτη, διατηρώντας συγχρόνως τη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών να επιτρέπουν ή να μην επιτρέπουν τον γάμο μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου. Αντίθετη ερμηνεία θα συνιστούσε άνιση μεταχείριση των ζευγών που έχουν συνάψει γάμο, αναλόγως του αν αποτελούνται από πρόσωπα του ιδίου ή του αντίθετου φύλου, καθώς κανένα κράτος μέλος δεν απαγορεύει τον γάμο μεταξύ ετεροφύλων. Μια τέτοια διαφορετική μεταχείριση λόγω γενετήσιου προσανατολισμού θα ήταν απαράδεκτη από την άποψη της οδηγίας 2004/38, καθώς και από την άποψη του Χάρτη, ερμηνευόμενου υπό το πρίσμα της ΕΣΔΑ.

γ)      Επί του επιδιωκόμενου με την οδηγία 2004/38 σκοπού

68.      Ο επιδιωκόμενος με την οδηγία 2004/38 σκοπός συνηγορεί υπέρ της ερμηνείας του όρου «σύζυγος» ανεξαρτήτως γενετήσιου προσανατολισμού.

69.      Πράγματι, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι η οδηγία 2004/38 σκοπό έχει να διευκολύνει την άσκηση του θεμελιώδους ατομικού δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στην επικράτεια των κρατών μελών, το οποίο παρέχεται απευθείας στους πολίτες της Ένωσης βάσει του άρθρου 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, καθώς και να ενισχύσει το εν λόγω δικαίωμα (55).

70.      Ο σκοπός αυτός υπενθυμίζεται στην αιτιολογική σκέψη 1 της οδηγίας 2004/38. Με την αιτιολογική σκέψη 2 προστίθεται ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις ελευθερίες της εσωτερικής αγοράς, η οποία, επιπλέον, κατοχυρώνεται από το άρθρο 45 του Χάρτη.

71.      Η αιτιολογική σκέψη 5 της οδηγίας 2004/38 εμμένει, εξάλλου, στο γεγονός ότι το δικαίωμα όλων των πολιτών της Ένωσης να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, προκειμένου να ασκείται υπό αντικειμενικές συνθήκες ελευθερίας και αξιοπρέπειας, θα πρέπει να παρέχεται και στα μέλη της οικογένειάς τους, ανεξαρτήτως ιθαγένειας (56). Ειδικότερα, όπως έχει διαπιστώσει επανειλημμένως το Δικαστήριο, η άσκηση των ελευθεριών που εξασφαλίζει στους πολίτες της Ένωσης η Συνθήκη θα παρεμποδιζόταν σοβαρά, εάν δεν τους επιτρεπόταν να έχουν φυσιολογική οικογενειακή ζωή στο κράτος μέλος υποδοχής (57).

72.      Όπως υπενθύμισα κατά την εξέταση της δυνατότητας εφαρμογής της οδηγίας 2004/38 στην επίδικη υπόθεση, οι πολίτες της Ένωσης θα αποτρέπονταν, ενδεχομένως, από το να εγκαταλείψουν το κράτος μέλος του οποίου έχουν την ιθαγένεια και να εγκατασταθούν στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους, εάν δεν είχαν τη βεβαιότητα ότι μπορούν, μετά την επιστροφή τους στο κράτος μέλος καταγωγής τους, να συνεχίσουν την οικογενειακή ζωή που άρχισαν, ενδεχομένως μετά από γάμο ή οικογενειακή επανένωση, στο κράτος μέλος υποδοχής (58).

73.      Λόγω των σκοπών αυτών, το Δικαστήριο εκτιμά παγίως ότι οι διατάξεις της οδηγίας 2004/38 δεν πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικώς και, εν πάση περιπτώσει, δεν πρέπει να στερούνται την πρακτική τους αποτελεσματικότητα (59). Μάλιστα, το Δικαστήριο αναγνώρισε, στην περίπτωση αυτή, μία αρχή, σύμφωνα με την οποίαν «οι διατάξεις οι οποίες, όπως η οδηγία 2004/38, καθιερώνουν την ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών της Ένωσης, η οποία συνιστά ένα από τα θεμέλια της Ένωσης, πρέπει να ερμηνεύονται διασταλτικώς» (60).

74.      Κατά συνέπεια, μεταξύ μιας ερμηνείας του όρου «σύζυγος», η οποία περιορίζει το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2004/38, και μιας άλλης ερμηνείας, η οποία διευκολύνει την ελεύθερη κυκλοφορία μεγαλύτερου αριθμού πολιτών, στηριζόμενη στο γράμμα της ερμηνευομένης διατάξεως και στο πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται, πρέπει να επιλεγεί η δεύτερη.

75.      Αυτή η ερμηνευτική επιλογή δικαιολογείται πολλώ μάλλον καθόσον είναι σύμφωνη και με έναν άλλον σκοπό της οδηγίας 2004/38, ο οποίος εξαγγέλλεται στην αιτιολογική της σκέψη 31, σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη εφαρμόζουν την οδηγία 2004/38 «χωρίς να προβαίνουν σε διακρίσεις κατά των δικαιούχων [των δικαιωμάτων που παρέχει η οδηγία αυτή] λόγω [...] γενετήσιου προσανατολισμού». Ένας ορισμός του όρου «σύζυγος», όμως, ο οποίος θα περιοριζόταν στον γάμο μεταξύ προσώπων του αντίθετου φύλου, θα κατέληγε αναπόφευκτα σε κρούσματα διακρίσεων λόγω γενετήσιου προσανατολισμού (61).

76.      Τέλος, η ερμηνεία της έννοιας του/της «συζύγου» ανεξαρτήτως του φύλου των ενδιαφερομένων προσώπων εγγυάται επιπλέον ένα υψηλό επίπεδο ασφάλειας δικαίου και διαφάνειας, καθώς ο πολίτης της Ένωσης που έχει νομίμως συνάψει γάμο με ένα πρόσωπο θα γνωρίζει ότι το πρόσωπο αυτό, ανεξαρτήτως φύλου, θα θεωρείται σύζυγός του, κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/38, και στα 27 λοιπά κράτη μέλη της Ένωσης (62).

3.      Ενδιάμεση πρόταση

77.      Η γραμματική, συστηματική και τελολογική ερμηνεία της έννοιας του/της «συζύγου», όπως χρησιμοποιείται στο άρθρο 2, σημείο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/38, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η έννοια αυτή πρέπει να οριστεί κατά τρόπο αυτοτελή και ανεξάρτητο του γενετήσιου προσανατολισμού (63).

78.      Κατ’ αρχάς, από τις επιταγές τόσο της ενιαίας εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης όσο και της αρχής της ισότητας προκύπτει ότι το γράμμα διατάξεως του δικαίου της Ένωσης που δεν περιέχει ρητή παραπομπή στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της έννοιας και του περιεχομένου της πρέπει κανονικά να ερμηνεύεται κατά τρόπο αυτοτελή και ενιαίο σε ολόκληρη την Ένωση.

79.      Εν συνεχεία, μολονότι η δομή του άρθρου 2, σημείο 2, της οδηγίας 2004/38, σε συνδυασμό με το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της ίδιας οδηγίας, επιβάλλει τη σύνδεση της έννοιας του/της «συζύγου» με τον γάμο, ο νομοθέτης επέλεξε εκουσίως, κατά τα λοιπά, να χρησιμοποιήσει έναν ουδέτερο όρο, χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση.

80.      Τέλος, τόσο η εξέλιξη της ευρωπαϊκής κοινωνίας –η οποία αποτυπώνεται στον αριθμό των νομοθεσιών που επιτρέπουν τον γάμο μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου, καθώς και στον σύγχρονο ορισμό της οικογενειακής ζωής, κατά την έννοια του άρθρου 7 του Χάρτη– όσο και οι σκοποί που επιδιώκονται με την οδηγία 2004/38 –διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των πολιτών της Ένωσης με σεβασμό προς τον γενετήσιο προσανατολισμό τους– οδηγούν στην ερμηνεία της έννοιας του/της «συζύγου» ανεξαρτήτως γενετήσιου προσανατολισμού (64).

Γ.      Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος

81.      Με το δεύτερο προδικαστικό του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 3, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38, σε συνδυασμό με τα άρθρα 7, 9, 21 και 45 του Χάρτη, υποχρεώνουν το κράτος μέλος υποδοχής να χορηγεί δικαίωμα διαμονής στην επικράτειά του για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών στον σύζυγο ενός πολίτη της Ένωσης του ιδίου φύλου με αυτόν.

82.      Το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38 είναι σαφές: το δικαίωμα πολίτη της Ένωσης να διαμένει για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους εκτείνεται και στον/στη σύζυγό του/της, υπήκοο τρίτου κράτους, που τον/τη συνοδεύει ή μεταβαίνει στο κράτος μέλος υποδοχής για να εγκατασταθεί μαζί του/της, εφόσον ο πολίτης της Ένωσης πληροί τους όρους του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ, βʹ ή γʹ, της οδηγίας 2004/38.

83.      Πρόκειται, επομένως, για δικαίωμα που παρέχεται αυτοδικαίως, όπως επιβεβαιώνεται και από το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38.

84.      Πράγματι, όπως έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο, «τόσο από το γράμμα του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38 όσο και από το όλο σύστημα αυτής προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης προέβη σε διάκριση μεταξύ των μελών της οικογένειας του πολίτη της Ένωσης κατά το άρθρο 2, σημείο 2, της οδηγίας 2004/38, τα οποία, υπό την τήρηση των προϋποθέσεων της οδηγίας αυτής, έχουν δικαίωμα εισόδου και διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής του εν λόγω πολίτη, αφενός, και των άλλων μελών της οικογένειας κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, της [οδηγίας αυτής], των οποίων η είσοδος και η διαμονή πρέπει απλώς να διευκολύνονται από το προαναφερθέν κράτος μέλος, αφετέρου» (65).

85.      Όπως, όμως, προεκτέθηκε, ο R. C. Hamilton δεν μπορούσε, στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, να επικαλεστεί προς όφελός του την οδηγία, καθόσον από τις διατάξεις της οδηγίας 2004/38 δεν απορρέει παρεπόμενο δικαίωμα διαμονής των υπηκόων τρίτων κρατών που είναι μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης στο κράτος μέλος του οποίου ο πολίτης αυτός έχει την ιθαγένεια (66).

86.      Θα έπρεπε, εντούτοις, να αναγνωριστεί, κατ’ αρχήν, στον R. C. Hamilton παρεπόμενο δικαίωμα διαμονής βάσει του άρθρου 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και να εφαρμοστεί κατ’ αναλογίαν στην περίπτωσή του η οδηγία 2004/38 (67).

87.      Υπό τις περιστάσεις αυτές, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση σε αυτόν παρεπόμενου δικαιώματος διαμονής στο κράτος μέλος καταγωγής του συζύγου του δεν θα έπρεπε, κατ’ αρχήν, να είναι αυστηρότερες από εκείνες που θα παρείχε η οδηγία αυτή σε περίπτωση που ο σύζυγός του ασκούσε το δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας, εγκαθιστάμενος σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο του οποίου έχει την ιθαγένεια (68).

88.      Ειδικότερα, σύμφωνα με την κατ’ αναλογίαν εφαρμογή της οδηγίας 2004/38, οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση δικαιώματος διαμονής για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών στον υπήκοο τρίτου κράτους ο οποίος είναι σύζυγος πολίτη της Ένωσης και έχει το ίδιο φύλο με αυτόν δεν θα έπρεπε, κατ’ αρχήν, να είναι αυστηρότερες από εκείνες του άρθρου 7, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας.

Δ.      Επί του τρίτου και του τέταρτου προδικαστικού ερωτήματος

89.      Το τρίτο και το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα υποβάλλονται από το αιτούν δικαστήριο για την περίπτωση που κριθεί ότι η έννοια του/της «συζύγου», όπως χρησιμοποιείται από το άρθρο 2, σημείο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/38, αφορά αποκλειστικά τα ετερόφυλα ζεύγη που έχουν συνάψει γάμο.

90.      Δεδομένου ότι το συμπέρασμα αυτό είναι, κατά την άποψή μου, αντίθετο προς το γράμμα της επίμαχης διατάξεως και προς το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται, καθώς και προς τους επιδιωκόμενους με την οδηγία 2004/38 σκοπούς, παρέλκει η απάντηση στα ερωτήματα αυτά. Θα τα εξετάσω, ωστόσο, εν συντομία, χάριν πληρότητας. Μπορούν, εξάλλου, να εξεταστούν από κοινού.

91.      Ειδικότερα, με το τρίτο και το τέταρτο προδικαστικό του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί εάν ο υπήκοος τρίτου κράτους του ιδίου φύλου με τον πολίτη της Ένωσης με τον οποίον συνήψε γάμο βάσει της νομοθεσίας κράτους μέλους διαφορετικού από το κράτος υποδοχής δύναται, αν δεν θεωρηθεί «σύζυγος», κατά την έννοια της οδηγίας 2004/38, να χαρακτηρισθεί ως «άλλο μέλος της οικογένειας» ή ως «σύντροφος με τον (την) οποίο(-α) ο πολίτης της Ένωσης έχει σταθερή σχέση, δεόντως αποδεδειγμένη», κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ ή βʹ, της εν λόγω οδηγίας, και ποιες θα ήταν οι συνέπειες ενός τέτοιου ενδεχόμενου χαρακτηρισμού.

92.      Όπως εξήγησα ανωτέρω, η άποψη ότι ένα ζεύγος προσώπων του ιδίου φύλου δεν έχει οικογενειακή ζωή, κατά την έννοια του άρθρου 7 του Χάρτη (69), δεν ανταποκρίνεται στη σημερινή πραγματικότητα.

93.      Κατά συνέπεια, είναι βέβαιον ότι υπήκοος τρίτου κράτους του ιδίου φύλου με πολίτη της Ένωσης με τον οποίον έχει συνάψει γάμο βάσει της νομοθεσίας κράτους μέλους είναι δυνατόν να υπαχθεί στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38 είτε ως «άλλο μέλος της οικογένειας» είτε ως σύντροφος με τον (την) οποίο(‑α) ο πολίτης της Ένωσης έχει σταθερή σχέση, δεόντως αποδεδειγμένη.

94.      Ωστόσο, από την απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2012, Rahman κ.λπ.(C‑83/11, EU:C:2012:519), προκύπτει ότι το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38 δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να αναγνωρίζουν δικαίωμα εισόδου και διαμονής στα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής. Τους επιβάλλει, απλώς, την υποχρέωση να επιφυλάσσουν στα αιτήματα εισόδου και διαμονής των προσώπων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ευνοϊκότερη μεταχείριση σε σχέση με τα αντίστοιχα αιτήματα άλλων υπηκόων τρίτων κρατών (70).

95.      Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, «[π]ροκειμένου να εκπληρώνουν την υποχρέωση αυτή, τα κράτη μέλη οφείλουν, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2004/38, να προβλέπουν τη δυνατότητα εκδόσεως αποφάσεως επί του αιτήματος των διαλαμβανόμενων στην παράγραφο 2, πρώτο εδάφιο, του ίδιου άρθρου προσώπων, η οποία να βασίζεται σε ενδελεχή εξέταση της προσωπικής τους καταστάσεως και, σε περίπτωση απορρίψεως του αιτήματος, να είναι αιτιολογημένη» (71).

96.      Το Δικαστήριο οδηγήθηκε επίσης στη διαπίστωση ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν «ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς τον καθορισμό των παραμέτρων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη» και ότι, πάντως, «το κράτος μέλος υποδοχής οφείλει να μεριμνά ώστε η νομοθεσία του, αφενός, να περιλαμβάνει κριτήρια που να συνάδουν […] με τη συνήθη έννοια του όρου “διευκολύνει” […] και […] να μην καθιστούν τη διάταξη αυτή άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας» (72).

97.      Φρονώ, ωστόσο, ότι, στην περίπτωση που περιγράφει το αιτούν δικαστήριο, αυτή η διακριτική ευχέρεια πρέπει να περιοριστεί.

98.      Αφενός, η απόρριψη του αιτήματος εισόδου και διαμονής υπηκόου τρίτου κράτους του ιδίου φύλου με τον πολίτη της Ένωσης με τον οποίον έχει συνάψει γάμο βάσει της νομοθεσίας κράτους μέλους δεν μπορεί να στηρίζεται κατ’ αποκλειστικότητα ή κατά τρόπο καθοριστικό στον γενετήσιο προσανατολισμό του, καθώς, σε αντίθετη περίπτωση, θα συνιστούσε παράβαση των άρθρων 7 και 21 του Χάρτη (73). Συναφώς, «[μ]ολονότι η προστασία της οικογένειας, με την παραδοσιακή του όρου έννοια, μπορεί, υπό ορισμένες περιστάσεις, να αποτελεί θεμιτό σκοπό από την άποψη του άρθρου 14 [της ΕΣΔΑ, το οποίο απαγορεύει τις διακρίσεις], το [ΕΔΔΑ] εκτιμά ότι, όσον αφορά τον συγκεκριμένο τομέα, δηλαδή τη χορήγηση άδειας διαμονής για οικογενειακούς λόγους σε αλλοδαπό σύντροφο του ιδίου φύλου, δεν μπορεί να αποτελέσει “ιδιαιτέρως βάσιμο και πειστικό” λόγο, ικανό να δικαιολογήσει, υπό τις περιστάσεις της επίδικης υποθέσεως, διάκριση στηριζόμενη στον γενετήσιο προσανατολισμό» (74).

99.      Αφετέρου, η υποχρέωση διευκολύνσεως της εισόδου και της διαμονής του υπηκόου τρίτου κράτους του ιδίου φύλου με τον πολίτη της Ένωσης με τον οποίον έχει συνάψει γάμο καθίσταται ακόμη δεσμευτικότερη –και η διακριτική ευχέρεια περιορίζεται ακόμη περισσότερο–, στο μέτρο που το κράτος μέλος δεν επιτρέπει τον γάμο μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου, χωρίς, συγχρόνως, να παρέχει στα ομόφυλα ζεύγη τη δυνατότητα να συνάπτουν σχέση καταχωρισμένης συμβιώσεως. Ειδικότερα, από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ –και, επομένως, και από το άρθρο 7 του Χάρτη– προκύπτει υποχρέωση του συμβαλλομένου κράτους να παρέχει στα πρόσωπα αυτά τη δυνατότητα να επιτυγχάνουν τη νομική αναγνώριση και προστασία της σχέσεώς τους, όπως την παρέχει στους ετεροφυλόφιλους (75). Η δε χορήγηση άδειας διαμονής στον/στη σύζυγο πολίτη της Ένωσης αποτελεί την ελάχιστη δυνατή αναγνώριση και εγγύηση.

VI.    Πρόταση

100. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Curtea Constituţională (Συνταγματικό Δικαστήριο, Ρουμανία) την εξής απάντηση:

«1)      Το άρθρο 2, σημείο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ, έχει την έννοια ότι ο όρος “σύζυγος” εφαρμόζεται στην περίπτωση υπηκόου τρίτου κράτους του ιδίου φύλου με τον πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τον οποίον έχει συνάψει γάμο.

2)      Το άρθρο 3, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38 έχουν την έννοια ότι ο/η σύζυγος πολίτη της Ένωσης, ο/η οποίος/α έχει το ίδιο φύλο με τον πολίτη της Ένωσης και τον συνοδεύει στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους, έχει δικαίωμα διαμονής άνω των τριών μηνών στο κράτος αυτό, εφόσον ο πολίτης της Ένωσης πληροί τους όρους του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ, βʹ ή γʹ, της οδηγίας αυτής.

Το άρθρο 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση στην οποία ένας πολίτης της Ένωσης συνήψε ή συνέσφιξε οικογενειακούς δεσμούς με υπήκοο τρίτου κράτους στο πλαίσιο σταθερής διαμονής του σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο του οποίου έχει την ιθαγένεια, εφαρμόζονται κατ’ αναλογίαν οι διατάξεις της οδηγίας 2004/38, όταν ο εν λόγω πολίτης της Ένωσης επιστρέφει στο κράτος μέλος καταγωγής του μαζί με το μέλος της οικογένειάς του για το οποίο πρόκειται. Στην περίπτωση αυτή, οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση δικαιώματος διαμονής για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών στον υπήκοο τρίτου κράτους ο οποίος είναι σύζυγος πολίτη της Ένωσης και έχει το ίδιο φύλο με αυτόν δεν θα έπρεπε, κατ’ αρχήν, να είναι αυστηρότερες από εκείνες που προβλέπονται στο άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38.

3)      Το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38 έχει την έννοια ότι μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωση υπηκόου τρίτου κράτους του ιδίου φύλου με τον πολίτη της Ένωσης με τον οποίον έχει συνάψει γάμο βάσει της νομοθεσίας κράτους μέλους, ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί είτε ως “άλλο μέλος της οικογένειας” είτε ως “σύντροφος με τον (την) οποίο(-α) ο πολίτης της Ένωσης έχει σταθερή σχέση, δεόντως αποδεδειγμένη”.

4)      Το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38 έχει την έννοια ότι:

–        δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να αναγνωρίζουν δικαίωμα διαμονής στην επικράτειά τους για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών στον υπήκοο τρίτου κράτους που έχει νομίμως συνάψει γάμο με πολίτη της Ένωσης του ιδίου φύλου·

–        εντούτοις, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να μεριμνούν ώστε η νομοθεσία τους να περιλαμβάνει κριτήρια τα οποία καθιστούν δυνατή την έκδοση αποφάσεως επί του αιτήματος εισόδου και διαμονής του εν λόγω υπηκόου, η οποία να βασίζεται σε ενδελεχή εξέταση της προσωπικής του καταστάσεως και, σε περίπτωση απορρίψεως του αιτήματος, να είναι αιτιολογημένη·

–        μολονότι τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς τον καθορισμό των εν λόγω κριτηρίων, τα τελευταία πρέπει, πάντως, να συνάδουν προς τη συνήθη έννοια του όρου “διευκολύνει” και να μη στερούν από την εν λόγω διάταξη την πρακτική της αποτελεσματικότητα, και

–        εν πάση περιπτώσει, η απόρριψη του αιτήματος εισόδου και διαμονής δεν μπορεί να στηρίζεται στον γενετήσιο προσανατολισμό του αιτούντος».


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2      ΕΕ 2004, L 158, σ. 77, καθώς και διορθωτικό ΕΕ 2004, L 229, σ. 35.


3      Πρόκειται, μάλλον, για τυπογραφικό σφάλμα στη διατύπωση του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος. Πράγματι, το αιτούν δικαστήριο μνημονεύει το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38. Ωστόσο, δεδομένου ότι ο R. C. Hamilton είναι πολίτης τρίτου κράτους, δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωσή του αυτή η διάταξη, αλλά το άρθρο 7, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας. Σε αυτή την τελευταία διάταξη, άλλωστε, γίνεται αναφορά στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα.


4      Η υπογράμμιση δική μου.


5      Απόφαση της 12ης Μαρτίου 2014, O. και B. (C‑456/12, EU:C:2014:135, σκέψη 37). Βλ., επίσης, αποφάσεις της 10ης Μαΐου 2017, Chavez-Vilchez κ.λπ. (C‑133/15, EU:C:2017:354, σκέψη 53), και της 14ης Νοεμβρίου 2017, Lounes (C‑165/16, EU:C:2017:862, σκέψη 33).


6      Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 12ης Μαρτίου 2014, O. και B. (C‑456/12, EU:C:2014:135, σκέψεις 50 και 61), της 10ης Μαΐου 2017, Chavez-Vilchez κ.λπ. (C‑133/15, EU:C:2017:354, σκέψεις 54 και 55), της 14ης Νοεμβρίου 2017, Lounes (C‑165/16, EU:C:2017:862, σκέψεις 46 και 61), και, σε σχέση με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33), απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2007, Eind (C‑291/05, EU:C:2007:771, σκέψη 39).


7      Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 11ης Δεκεμβρίου 2007, Eind (C‑291/05, EU:C:2007:771, σκέψεις 35, 36 και 45), της 8ης Νοεμβρίου 2012, Iida (C‑40/11, EU:C:2012:691, σκέψη 70), και της 12ης Μαρτίου 2014, O. και B. (C‑456/12, EU:C:2014:135, σκέψη 46). Από το 1992 ήδη, το Δικαστήριο είχε κρίνει ότι τα δικαιώματα κυκλοφορίας και εγκαταστάσεως τα οποία αναγνωρίζουν οι Συνθήκες της Ένωσης στους πολίτες της «δεν μπορούν να παράγουν πλήρως τα αποτελέσματά τους αν ο εν λόγω υπήκοος εμποδίζεται στην άσκησή τους με κωλύματα που τίθενται, στη χώρα καταγωγής του, κατά την είσοδο και τη διαμονή του συζύγου του. Αυτός είναι ακριβώς και ο λόγος για τον οποίο ο σύζυγος [πολίτη της Ένωσης] ο οποίος έχει κάνει χρήση των δικαιωμάτων αυτών πρέπει, όταν ο εν λόγω [πολίτης] επιστρέφει στη χώρα καταγωγής του, να διαθέτει τουλάχιστον τα ίδια δικαιώματα εισόδου και διαμονής με αυτά που θα του αναγνώριζε το [δίκαιο της Ένωσης] αν ο ή η σύζυγός του επιθυμούσε να εισέλθει και να διαμείνει σε άλλο κράτος μέλος» (απόφαση της 7ης Ιουλίου 1992, Singh, C‑370/90, EU:C:1992:296, σκέψη 23). Για την εφαρμογή της νομολογίας αυτής, βλ., επίσης, απόφαση της 11ης Ιουλίου 2002, Carpenter (C‑60/00, EU:C:2002:434, σκέψεις 38 και 39).


8      Βλ., συναφώς, απόφαση της 12ης Μαρτίου 2014, O. και B. (C‑456/12, EU:C:2014:135, σκέψη 51).


9      Απόφαση της 12ης Μαρτίου 2014, O. και B. (C‑456/12, EU:C:2014:135, σκέψη 54).


10      Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, «οι υπήκοοι τρίτων χωρών, μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης, αντλούν από την οδηγία 2004/38 το δικαίωμα μεταβάσεως στο κράτος μέλος υποδοχής, με σκοπό την επανένωση της οικογένειας του πολίτη, ανεξαρτήτως του αν αυτός εγκαταστάθηκε εκεί πριν ή μετά τη δημιουργία οικογένειας» (απόφαση της 25ης Ιουλίου 2008, Metock κ.λπ., C‑127/08, EU:C:2008:449, σκέψη 90· η υπογράμμιση δική μου).


11      Βλ., συναφώς, αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 7ης Νοεμβρίου 2013, Βαλλιανάτος κ.λπ. κατά Ελλάδας, CE:ECHR:2013:1107JUD002938109, § 73, της 21ης Ιουλίου 2015, Oliari κ.λπ. κατά Ιταλίας, CE:ECHR:2015:0721JUD001876611, § 169, και της 23ης Φεβρουαρίου 2016, Pajić κατά Κροατίας, CE:ECHR:2016:0223JUD006845313, § 65. Οι πραγματικές συνθήκες της ζωής των R. A. Coman και R. C. Hamilton ως ζεύγους πριν την «επισημοποίηση» της σχέσεώς τους σε κράτος μέλος της Ένωσης διακρίνει την περίπτωσή τους από τις περιπτώσεις της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 12ης Μαρτίου 2014, O. και B. (C‑456/12, EU:C:2014:135).


12      Βλ., μεταξύ πολλών άλλων, απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2016, Νικηφορίδης (C‑135/15, EU:C:2016:774, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


13      Για πρόσφατες εφαρμογές, βλ. αποφάσεις της 18ης Μαΐου 2017, Hummel Holding (C‑617/15, EU:C:2017:390, σκέψη 22), και της 27ης Σεπτεμβρίου 2017, Nintendo (C‑24/16 και C‑25/16, EU:C:2017:724, σκέψη 70).


14      Σχετικά με την έκφραση «οι οποίοι έχουν διαμείνει νομίμως» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 16, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2004/38, βλ. απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2011, Ziolkowski και Szeja (C‑424/10 και C‑425/10, EU:C:2011:866, σκέψεις 31 έως 34). Βλ., επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Y. Bot στην υπόθεση Rahman κ.λπ. (C‑83/11, EU:C:2012:174, σημείο 39), και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi στην υπόθεση Reyes (C‑423/12, EU:C:2013:719, σημείο 29).


15      Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 10ης Μαΐου 2011, Römer (C‑147/08, EU:C:2011:286, σκέψη 38), της 12ης Δεκεμβρίου 2013, Hay (C‑267/12, EU:C:2013:823, σκέψη 26), της 1ης Απριλίου 2008, Maruko (C‑267/06, EU:C:2008:179, σκέψη 59), και της 24ης Νοεμβρίου 2016, Parris (C‑443/15, EU:C:2016:897, σκέψη 58).


16      Βλ., σχετικά με την ιθαγένεια, σε σχέση με τα επώνυμα των προσώπων, απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2003, Garcia Avello (C‑148/02, EU:C:2003:539, σκέψη 25), σχετικά με την άμεση φορολογία, απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1995, Schumacker (C‑279/93, EU:C:1995:31, σκέψη 21), καθώς και, σχετικά με το ποινικό δίκαιο, απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1999, Calfa (C‑348/96, EU:C:1999:6, σκέψη 17).


17      Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 1ης Απριλίου 2008, Maruko (C‑267/06, EU:C:2008:179, σκέψη 59), και της 24ης Νοεμβρίου 2016, Parris (C‑443/15, EU:C:2016:897, σκέψη 58).


18      Βλ., συναφώς, απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2016, Parris (C‑443/15, EU:C:2016:897, σκέψη 59).


19      Απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2012, Iida (C‑40/11, EU:C:2012:691, σκέψη 72). Η υπόθεση εκείνη αφορούσε ρύθμιση σχετική με το δικαίωμα εισόδου και διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών που δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με το καθεστώς υπηκόων τρίτων χωρών οι οποίοι είναι επί μακρόν διαμένοντες (ΕΕ 2004, L 16, σ. 44) ή της οδηγίας 2004/38.


20      Στις περιπτώσεις της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας, της Δημοκρατίας της Λετονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας και της Δημοκρατίας της Πολωνίας.


21      Η συλλογιστική που διατύπωσε η Silvia Pfeiff στο πλαίσιο μιας ενδελεχούς μελέτης σχετικά με τη «φορητότητα της προσωπικής καταστάσεως» ισχύει και για τα αποτελέσματα της οδηγίας 2004/38. Κατά την εν λόγω συγγραφέα, «[τ]ο βασικό επιχείρημα κατά της αναγνωρίσεως του γάμου μεταξύ ομοφύλων έγκειται στην πρόθεση προστασίας του γάμου με την παραδοσιακή του όρου έννοια. Ωστόσο, η αναγνώριση του γάμου μεταξύ ομοφύλων που συνήφθη στην αλλοδαπή δεν θίγει άμεσα τον γάμο, με την παραδοσιακή του όρου έννοια, στο κράτος του δικάζοντος δικαστηρίου. Δεν εμποδίζει τα ετερόφυλα ζεύγη να συνάψουν γάμο.Ούτε επιτρέπει στα ζεύγη του ιδίου φύλου να συνάψουν γάμο στο κράτος υποδοχής. Επομένως, η αναγνώριση του γάμου μεταξύ ομοφύλων που συνήφθη στην αλλοδαπή παράγει αποτελέσματα αποκλειστικά έναντι των ζευγών τα οποία αφορά, χωρίς ναθίγει το εποικοδόμημα» (Pfeiff, S., La portabilité du statut personnel dans l’espace européen, Bruylant, Συλλ. Europe(s), 2017, ειδ. αριθ. 636, σ. 572· η υπογράμμιση δική μου).


22      Για την ακρίβεια, θα ήταν δυνατή η περαιτέρω διάκριση μεταξύ της ελεύθερης συμβιώσεως και της περιπτώσεως στην οποία ένα ζεύγος έχει συνάψει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου για να ρυθμίσει τη σχέση του (συναφώς, Francq, St., «Nouvelles formes de relation de couple, mariage entre personnes de même sexe, partenariat enregistré, pacs, etc.», σε Actualités du contentieux familial international, Larcier, 2005, σ. 253 έως 281, ειδ. σ. 255 έως 256). Φρονώ, ωστόσο, ότι, στο πλαίσιο της οδηγίας 2004/38, και οι δύο αυτές περιπτώσεις εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ.


23      Σκέψη 99 και σημείο 2 του διατακτικού της αποφάσεως, η υπογράμμιση δική μου. Βλ., επίσης, απόφαση της 17ης Απριλίου 1986, Reed (59/85, EU:C:1986:157). Με την απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο έκρινε, σε σχέση με την ερμηνεία της έννοιας του/της «συζύγου», κατά την έννοια της ρυθμίσεως που προηγήθηκε της οδηγίας 2004/38 [δηλαδή του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68], ότι, «χρησιμοποιώντας τον όρο “σύζυγος”, [ο κανονισμός αυτός αναφέρεται] μόνο [στη] σχέση που στηρίζεται σε γάμο» και όχι στη «σταθερή σχέση με σύντροφο» (σκέψη 15).


24      Σύμφωνα με τα κριτήρια αυτά, στην Ένωση απαντούν τουλάχιστον πέντε είδη καταχωρισμένης συμβιώσεως. Υπ’ αυτή την έννοια, Goossens, E., «Different regulatory regimes for registered partnership and marriage: out-dated or indispensable?», σε Confronting the frontiers of family and succession law:liber amicorum Walter Pintens, τόμος 1, Intersentia, εκδ. Slp, 2012, σ. 633 έως 650, ειδ. σ. 634 έως 638.


25      Διερωτώμαι, ωστόσο, κατά πόσον είναι έγκυρη, σήμερα, η παραπομπή αυτή στο δίκαιο του κράτους μέλους υποδοχής, πολλώ μάλλον όταν συνδέεται άρρηκτα με τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 2, σημείο 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/38 στα είδη καταχωρισμένης συμβιώσεως που ισοδυναμούν με γάμο. Πράγματι, το ΕΔΔΑ έχει κρίνει με απόλυτη σαφήνεια ότι το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ), επιβάλλει στα συμβαλλόμενα στην ΕΣΔΑ κράτη την υποχρέωση να παρέχουν στα ομόφυλα ζεύγη τη δυνατότητα να επιτυγχάνουν τη νομική αναγνώριση και προστασία της σχέσεώς τους. Τούτο σημαίνει, συγκεκριμένα, ότι ένα κράτος που περιορίζει τον γάμο στα ετερόφυλα ζεύγη χωρίς να παρέχει στα ομόφυλα ζεύγη τη δυνατότητα καταχωρισμένης συμβιώσεως παραβαίνει το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ και, κατά συνέπεια, το άρθρο 7 του Χάρτη (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση του ΕΔΔΑ της 21ης Ιουλίου 2015, Oliari κ.λπ. κατά Ιταλίας, CE:ECHR:2015:0721JUD001876611). Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη, η έννοια και η εμβέλεια των δικαιωμάτων που αντιστοιχούν στα διασφαλιζόμενα με την ΕΣΔΑ δικαιώματα είναι ίδιες με εκείνες που τους αναγνωρίζει η ΕΣΔΑ. Σύμφωνα, όμως, με τις επεξηγήσεις σχετικά με τον Χάρτη –τις οποίες «[τ]α δικαστήρια της Ένωσης […] λαμβάνουν δεόντως υπόψη», σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 7, του Χάρτη–, τα δικαιώματα που διασφαλίζονται από το άρθρο 7 του Χάρτη αντιστοιχούν σε εκείνα του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ. Επομένως, τα πρώτα έχουν την ίδια έκταση με τα δεύτερα.


26      Βλ. άρθρο 2, σημείο 2, στοιχείο αʹ, της προτάσεως οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών [COM(2001) 257 τελικό, ΕΕ 2001, C 270 E, σ. 150].


27      Βλ. έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 23ης Ιανουαρίου 2003, σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών (A5‑0009/2003).


28      Βλ. κοινή θέση (ΕΚ) 6/2004, της 5ης Δεκεμβρίου 2003, που καθορίσθηκε από το Συμβούλιο για την έκδοση της οδηγίας 2004/…/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ (ΕΕ 2004, C 54 E, σ. 12). Το Συμβούλιο δεν προσδιορίζει τη νομολογία στην οποίαν αναφέρεται, ωστόσο, η Επιτροπή, με την τροποποιημένη πρότασή της οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών [COM(2003) 199 τελικό], παραπέμπει στην απόφαση της 31ης Μαΐου 2001, D και Σουηδία κατά Συμβουλίου (C‑122/99 P και C‑125/99 P, EU:C:2001:304, σκέψη 34).


29 Βλ. τροποποιημένη πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών [COM(2003) 199 τελικό, σ. 11]. Η υπογράμμιση δική μου.


30      Ο κίνδυνος αυτός και η γενικότερη δυσκολία προσδιορισμού της προθέσεως του νομοθέτη περιορίζουν, εξάλλου, την ιστορική ερμηνεία σε δευτερεύοντα ρόλο. Βλ., συναφώς, Titshaw, Sc., «Same‑sex Spouses Lost in Translation? How to Interpret “Spouse” in the E.U. Family Migration Directives», Bodson University International Law Journal, 2016, τόμος 34:45, σ. 45 έως 112, ειδ. σ. 76 έως 78.


31      Βλ., συναφώς, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα N. Wahl στην υπόθεση Χαραλαμπίδης (C‑270/13, EU:C:2014:1358, σημείο 52).


32      Βλ., συναφώς, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Szpunar στην υπόθεση McCarthy κ.λπ. (C‑202/13, EU:C:2014:345, σημείο 63).


33      Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα G. Tesauro στην υπόθεση P. κατά S. (C‑13/94, EU:C:1995:444, σημείο 9).


34      Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα L. A. Geelhoed στην υπόθεση Baumbast και R (C‑413/99, EU:C:2001:385, σημείο 20).


35      Βλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982, Cilfit κ.λπ. (283/81, EU:C:1982:335, σκέψη 20).


36      Σκέψη 34, η υπογράμμιση δική μου.


37      Πράγματι, με απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 2017 (G 258‑259/2017‑9), το αυστριακό Συνταγματικό Δικαστήριο ακύρωσε τις διατάξεις του αστικού κώδικα που περιορίζουν το δικαίωμα γάμου στα ετερόφυλα ζεύγη και, επιπλέον, έκρινε ότι ο γάμος μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου θα είναι δυνατός από 1ης Ιανουαρίου 2019, με την επιφύλαξη νομοθετικής παρεμβάσεως πριν την ημερομηνία αυτή. Τα κράτη μέλη που έχουν ήδη μεταρρυθμίσει τη νομοθεσία τους είναι, με χρονολογική σειρά, τα εξής: το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, το Βασίλειο του Βελγίου, το Βασίλειο της Ισπανίας, το Βασίλειο της Σουηδίας, η Πορτογαλική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Δανίας, η Γαλλική Δημοκρατία, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας (με εξαίρεση τη Βόρεια Ιρλανδία), το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, η Ιρλανδία, η Δημοκρατία της Φινλανδίας, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και η Δημοκρατία της Μάλτας.


38      Ενώ, το 2006, τοποθετήθηκε υπέρ του γάμου μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου το 44 % του πληθυσμού των κρατών μελών που ερωτήθηκε (βλ. Standard Eurobarometer 66, φθινόπωρο 2006, σ. 43), το ποσοστό αυτό ανήλθε στο 61 % μέσα στην επόμενη δεκαετία (βλ. Special Eurobarometer 437, «Discrimination in the EU in 2015», σ. 12).


39      Με το δημοψήφισμα της 22ας Μαΐου 2015, τέθηκε στους Ιρλανδούς το ερώτημα εάν έπρεπε να αναθεωρηθεί το Σύνταγμα, προκειμένου να αναφέρεται σε αυτό ότι ο γάμος μπορεί, κατά τον νόμο, να συνάπτεται από δύο πρόσωπα ανεξαρτήτως φύλου. Επί 1 935 907 ψηφισάντων, οι 1 201 607, δηλαδή το 62,07 %, ψήφισαν υπέρ της προτάσεως (βλ. αποτελέσματα όπως δημοσιεύθηκαν στην Iris Oifigiúil της 26ης Μαΐου 2015, αριθ. 42, σ. 1067 έως 1069: www.irisoifigiuil.ie/archive/2015/may/Ir260515.PDF).


40      Σε αντίθεση με την Ιρλανδία, ο γάμος μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου απορρίφθηκε, παράδείγματος χάρη, στην Κροατία, με δημοψήφισμα της 1ης Δεκεμβρίου 2013.


41      Αν δεν απατώμαι, η δυνατότητα γάμου μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου έχει θεσπιστεί, μέχρι σήμερα, τουλάχιστον, νομοθετικώς στον Καναδά (Civil Marriage Act, S.C. 2005, c. 33), στη Νέα Ζηλανδία [Marriage (Definition of Marriage) Amendment Act 2013, 2013 N° 20], στη Νότια Αφρική (Civil Union Act, 2006, Act N° 17 of 2006), στην Αργεντινή [Ley 26.618 (Ley de Matrimonio Igualitario)], στην Ουρουγουάη (Ley N° 19.075, Matrimonio Igualitario) και στη Βραζιλία (Resolução n° 175, de 14 de maio de 2013, do Conselho Nacional de Justiça), ενώ έχει γίνει δεκτός από τη νομολογία στο Μεξικό (απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου 155/2015, της 3ης Ιουνίου 2015), στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής [απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της 26ης Ιουνίου 2015, «Obergefell et al. v. Hodges, Director, Ohio Department of Health, et al», 576 U.S. (2015)], στην Κολομβία (απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου SU‑214/16 της 28ης Απριλίου 2016, υπόθεση T 4167863 AC) και στην Ταϊβάν [απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Δημοκρατίας της Κίνας (Ταϊβάν) της 24ης Μαΐου 2017, J. Y. Interpretation N° 748, επί των συνεκδικασθεισών αιτήσεων Huei‑Tai‑12674 και Huei‑Tai‑12771].


42      Πέραν των δεκατριών κρατών μελών τα οποία έχουν νομιμοποιήσει τον γάμο μεταξύ ομοφύλων, άλλα εννέα κράτη μέλη παρέχουν στα ζεύγη του ιδίου φύλου τη δυνατότητα να συνάπτουν σύμφωνο συμβιώσεως. Πρόκειται για την Τσεχική Δημοκρατία, τη Δημοκρατία της Εσθονίας, την Ελληνική Δημοκρατία, τη Δημοκρατία της Κροατίας, την Ιταλική Δημοκρατία, τη Δημοκρατία της Κύπρου, την Ουγγαρία, τη Δημοκρατία της Αυστρίας (όπου, όπως προαναφέρθηκε, ο γάμος μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου θα επιτρέπεται το αργότερο από 1ης Ιανουαρίου 2019) και τη Δημοκρατία της Σλοβενίας. Παρά την υποχρέωση προς ενέργεια πράξεως που απορρέει από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ –και, επομένως, και από το άρθρο 7 του Χάρτη– σχετικά με την παροχή στα ομόφυλα ζεύγη της δυνατότητας να επιτύχουν τη νομική αναγνώριση και προστασία της σχέσεώς τους (βλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 21ης Ιουλίου 2015, Oliari κ.λπ. κατά Ιταλίας, CE:ECHR:2015:0721JUD001876611, § 185), έξι κράτη μέλη (η Δημοκρατία της Βουλγαρίας, η Δημοκρατία της Λετονίας, η Δημοκρατία της Λιθουανίας, η Δημοκρατία της Πολωνίας, η Ρουμανία και η Σλοβακική Δημοκρατία) δεν προβλέπουν κανενός είδους επίσημη νομική αναγνώριση των σχέσεων μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου.


43      Η αιτιολογική σκέψη 31 της οδηγίας 2004/38 υπενθυμίζει ρητώς ότι η οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες που αναγνωρίζονται από τον Χάρτη. Το αιτούν δικαστήριο επικαλείται επίσης τα άρθρα 9 (Δικαίωμα γάμου και δικαίωμα δημιουργίας οικογένειας), 21 (Απαγόρευση διακρίσεων) και 45 (Ελευθερία κυκλοφορίας και διαμονής) του Χάρτη. Φρονώ ότι το άρθρο 9 του Χάρτη δεν ασκεί επιρροή στην υπόθεση. Ειδικότερα, αφενός, στις επεξηγήσεις σχετικά με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (ΕΕ 2007, C 303, σ. 17) διευκρινίζεται, σε σχέση με το άρθρο αυτό, ότι, παρόλο που «η διατύπωσή του εκσυγχρονίσθηκε[, σε σχέση με το άρθρο 12 της ΕΣΔΑ,] ούτως ώστε να καλύπτει τις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι εθνικές νομοθεσίες αναγνωρίζουν άλλους τρόπους δημιουργίας οικογένειας πλην του γάμου[, τ]ο άρθρο αυτό δεν απαγορεύει ούτε επιβάλλει την αναγνώριση ως γάμου της ενώσεως μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου» (η υπογράμμιση δική μου). Η διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών ως προς το ζήτημα αυτό επιβεβαιώνεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου (βλ., συναφώς, απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2016, Parris, C‑443/15, EU:C:2016:897, σκέψη 59) και του ΕΔΔΑ (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση του ΕΔΔΑ της 9ης Ιουνίου 2016, Chapin και Charpentier κατά Γαλλίας, CE:ECHR:2016:0609JUD004018307, §§ 38 και 39). Αφετέρου, στην επίδικη υπόθεση, οι R. A. Coman και R. C. Hamilton είχαν τη δυνατότητα να ασκήσουν το δικαίωμα αυτό στο Βέλγιο. Εξάλλου, η ελευθερία κυκλοφορίας και διαμονής που κατοχυρώνεται στο άρθρο 45 του Χάρτη διευκρινίζεται με την οδηγία 2004/38. Θα εξετάσω την επιρροή του δικαιώματος αυτού στην ερμηνεία της έννοιας του/της «συζύγου» κατά την εξέταση του επιδιωκόμενου με την οδηγία 2004/38 σκοπού.


44      Άρθρο 52, παράγραφος 7, του Χάρτη.


45      Βλ., συναφώς, επεξηγήσεις σχετικά με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, «Επεξήγηση σχετικά με το άρθρο 7 – Σεβασμός της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής» (ΕΕ 2007, C 303, σ. 20).


46      Βλ., συναφώς, για μια πρόσφατη επιβεβαίωση και υπενθύμιση της προγενέστερης νομολογίας, απόφαση του ΕΔΔΑ της 9ης Ιουνίου 2016, Chapin και Charpentier κατά Γαλλίας, CE:ECHR:2016:0609JUD004018307, §§ 38 και 39 (όσον αφορά το άρθρο 12 της ΕΣΔΑ) και § 48 (όσον αφορά το άρθρο 8, σε συνδυασμό με το άρθρο 14 της ΕΣΔΑ, το οποίο απαγορεύει τις διακρίσεις).


47      Απόφαση του ΕΔΔΑ της 24ης Ιουνίου 2010, Schalk και Kopf κατά Αυστρίας, CE:ECHR:2010:0624JUD003014104, § 94.


48      Βλ., συναφώς, αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 7ης Νοεμβρίου 2013, Βαλλιανάτος κ.λπ. κατά Ελλάδας, CE:ECHR:2013:1107JUD002938109, § 73, της 23ης Φεβρουαρίου 2016, Pajić κατά Κροατίας, CE:ECHR:2016:0223JUD006845313, § 64, της 14ης Ιουνίου 2016, Aldeguer Tomás κατά Ισπανίας, CE:ECHR:2016:0614JUD003521409, § 75, καθώς και της 30ής Ιουνίου 2016, Taddeucci και McCall κατά Ιταλίας, CE:ECHR:2016:0630JUD005136209, § 58.


49      Βλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 21ης Ιουλίου 2015, Oliari κ.λπ. κατά Ιταλίας, CE:ECHR:2015:0721JUD001876611, § 185.


50      Βλ., συναφώς, απόφαση του ΕΔΔΑ της 30ής Ιουνίου 2016, Taddeucci και McCall κατά Ιταλίας, CE:ECHR:2016:0630JUD005136209, § 56.


51      Βλ., συναφώς, απόφαση του ΕΔΔΑ της 30ής Ιουνίου 2016, Taddeucci και McCall κατά Ιταλίας, CE:ECHR:2016:0630JUD005136209, § 56.


52      Απόφαση του ΕΔΔΑ της 30ής Ιουνίου 2016, Taddeucci και McCall κατά Ιταλίας, CE:ECHR:2016:0630JUD005136209, § 93. Όσον αφορά τη μη ύπαρξη «βάσιμου και πειστικού λόγου», συμπεριλαμβανομένης της προστασίας της οικογένειας «με την παραδοσιακή του όρου έννοια», που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη διαφορετική μεταχείριση λόγω γενετήσιου προσανατολισμού, βλ., επίσης, απόφαση του ΕΔΔΑ της 7ης Νοεμβρίου 2013, Βαλλιανάτος κ.λπ. κατά Ελλάδας, CE:ECHR:2013:1107JUD002938109. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η υπόθεση αφορούσε τον αποκλεισμό των ομόφυλων ζευγών από τον νόμο για το σύμφωνο συμβιώσεως, και μάλιστα ενώ η Ελληνική Δημοκρατία δεν παρείχε στα εν λόγω ζεύγη καμιά άλλου είδους επίσημη νομική αναγνώριση της σχέσεώς τους, σε αντίθεση με τα ετερόφυλα ζεύγη.


53      Βλ., συναφώς, αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 23ης Φεβρουαρίου 2016, Pajić κατά Κροατίας, CE:ECHR:2016:0223JUD006845313, §§ 59 και 84, και της 30ής Ιουνίου 2016, Taddeucci και McCall κατά Ιταλίας, CE:ECHR:2016:0630JUD005136209, § 89.


54      Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα N. Jääskinen στην υπόθεση Römer (C‑147/08, EU:C:2010:425, σημείο 175).


55      Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 2008, Metock κ.λπ. (C‑127/08, EU:C:2008:449, σκέψη 82), της 12ης Μαρτίου 2014, O. και B. (C‑456/12, EU:C:2014:135, σκέψη 35), της 18ης Δεκεμβρίου 2014, McCarthy κ.λπ. (C‑202/13, EU:C:2014:2450, σκέψη 31), καθώς και της 14ης Νοεμβρίου 2017, Lounes (C‑165/16, EU:C:2017:862, σκέψη 31).


56      Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 2014, McCarthy κ.λπ. (C‑202/13, EU:C:2014:2450, σκέψη 33), και της 14ης Νοεμβρίου 2017, Lounes (C‑165/16, EU:C:2017:862, σκέψη 31).


57      Βλ., συναφώς, απόφαση της 25ης Ιουλίου 2008, Metock κ.λπ. (C‑127/08, EU:C:2008:449, σκέψη 62), και την προγενέστερη της οδηγίας 2004/38 απόφαση της 11ης Ιουλίου 2002, Carpenter (C‑60/00, EU:C:2002:434, σκέψεις 38 και 39).


58      Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 7ης Ιουλίου 1992, Singh (C‑370/90, EU:C:1992:296, σκέψεις 19, 20 και 23), της 11ης Ιουλίου 2002, Carpenter (C‑60/00, EU:C:2002:434, σκέψη 38), της 11ης Δεκεμβρίου 2007, Eind (C‑291/05, EU:C:2007:771, σκέψεις 35 και 36), της 25ης Ιουλίου 2008, Metock κ.λπ. (C‑127/08, EU:C:2008:449, σκέψη 64), της 8ης Νοεμβρίου 2012, Iida (C‑40/11, EU:C:2012:691, σκέψη 70), και της 12ης Μαρτίου 2014, O. και B. (C‑456/12, EU:C:2014:135, σκέψη 46).


59      Βλ. αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 2008, Metock κ.λπ. (C‑127/08, EU:C:2008:449, σκέψη 84), και της 18ης Δεκεμβρίου 2014, McCarthy κ.λπ. (C‑202/13, EU:C:2014:2450, σκέψη 32).


60      Απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2014, Reyes (C‑423/12, EU:C:2014:16, σκέψη 23). Για εφαρμογές της αρχής αυτής σε νομοθετικά κείμενα προγενέστερα της οδηγίας 2004/38, βλ. αποφάσεις της 17ης Σεπτεμβρίου 2002, Baumbast και R (C‑413/99, EU:C:2002:493, σκέψη 74), και της 11ης Δεκεμβρίου 2007, Eind (C‑291/05, EU:C:2007:771, σκέψη 43).


61      Βλ., συναφώς, Titshaw, Sc., «Same-sex Spouses Lost in Translation? How to Interpret “Spouse” in the E.U. Family Migration Directives», Bodson University International Law Journal, 2016, τόμος 34:45, σ. 45 έως 112, ειδ. σ. 106.


62      Για παραδείγματα της συνεκτιμήσεως της ασφάλειας δικαίου και της διαφάνειας κατά την ερμηνεία διατάξεως της οδηγίας 2004/38, βλ. αποφάσεις της 15ης Σεπτεμβρίου 2015, Alimanovic (C‑67/14, EU:C:2015:597, σκέψη 61), και της 25ης Φεβρουαρίου 2016, García-Nieto κ.λπ. (C‑299/14, EU:C:2016:114, σκέψη 49).


63      Βλ., συναφώς, Titshaw, Sc., «Same-sex Spouses Lost in Translation? How to Interpret “Spouse” in the E.U. Family Migration Directives», Bodson University International Law Journal, 2016, τόμος 34:45, σ. 45 έως 112, ειδ. σ. 83 και 111.


64      Η επιρροή της ελεύθερης κυκλοφορίας, του δικαιώματος στον σεβασμό της οικογενειακής ζωής και της απαγορεύσεως των διακρίσεων στην έννοια του/της «συζύγου», κατά το άρθρο 2, σημείο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/38, έχει γενικώς καθοριστική σημασία στις αναλύσεις της θεωρίας. Οι συγγραφείς στους οποίους ανέτρεξα καταλήγουν σε συμπέρασμα παρόμοιο με το δικό μου. Βλ., μεταξύ άλλων, Τρυφωνίδου, A., «EU Free Movement Law and the Legal Recognition of Same-Sex Relationships: the Case for Mutual Recognition», Columbia Journal of European Law, 2015, τόμος 21, σ. 195 έως 248, Bell, Chl. Και Bačić Selanec, N., «Who is a “spouse” under the Citizens’ Rights Directive? The prospect of mutual recognition of same-sex marriages in the EU», European Law Review, 2016, τόμος 41, αριθ. 5, σ. 655 έως 686, Borg‑Barthet, J., «The Principled Imperative to Recognise Same-Sex Unions in the EU», Journal of Private International Law, 2012, τόμος 8, αριθ. 2,σ. 359 έως 388, καθώς και Bonini Baraldi, M., «EU Family Policies Between Domestic “Good Old Values” and Fundamental Rights: The Case of Same-Sex Families», Maastricht Journal of European and Comparative Law, 2008, τόμος 15, αριθ. 4, σ. 517 έως 551.


65      Απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2012, Rahman κ.λπ. (C‑83/11, EU:C:2012:519, σκέψη 19).


66      Βλ., συναφώς, απόφαση της 12ης Μαρτίου 2014, O. και B. (C‑456/12, EU:C:2014:135, σκέψη 37). Βλ., επίσης, αποφάσεις της 10ης Μαΐου 2017, Chavez‑Vilchez κ.λπ. (C‑133/15, EU:C:2017:354, σκέψη 53), και της 14ης Νοεμβρίου 2017, Lounes (C‑165/16, EU:C:2017:862, σκέψη 33).


67      Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 12ης Μαρτίου 2014, O. και B. (C‑456/12, EU:C:2014:135, σκέψεις 50 και 61), της 10ης Μαΐου 2017, Chavez-Vilchez κ.λπ. (C‑133/15, EU:C:2017:354, σκέψεις 54 και 55), καθώς και της 14ης Νοεμβρίου 2017, Lounes (C‑165/16, EU:C:2017:862, σκέψεις 46 και 61). Βλ., επίσης, τις σκέψεις που αναπτύχθηκαν στον τίτλο V, υπό Α, των παρουσών προτάσεων σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 2004/38.


68      Βλ., συναφώς, απόφαση της 12ης Μαρτίου 2014, O. και B.(C‑456/12, EU:C:2014:135, σκέψη 61).


69      Βλ. τις σκέψεις που αναπτύχθηκαν, στον τίτλο V, υπό B, σημείο 2, στοιχείο βʹ, των παρουσών προτάσεων, σχετικά με τα θεμελιώδη δικαιώματα που συνδέονται με την έννοια του/της «συζύγου».


70      Βλ., συναφώς, απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2012, Rahman κ.λπ. (C‑83/11, EU:C:2012:519, σκέψη 21).


71      Απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2012, Rahman κ.λπ. (C‑83/11, EU:C:2012:519, σκέψεις 22 και 26).


72      Απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2012, Rahman κ.λπ. (C‑83/11, EU:C:2012:519, σκέψεις 24 και 26).


73      Βλ., συναφώς, αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 23ης Φεβρουαρίου 2016, Pajić κατά Κροατίας, CE:ECHR:2016:0223JUD006845313, §§ 59 και 84, καθώς και της 30ής Ιουνίου 2016, Taddeucci και McCall κατά Ιταλίας, CE:ECHR:2016:0630JUD005136209, § 89.


74      Απόφαση του ΕΔΔΑ της 30ής Ιουνίου 2016, Taddeucci και McCall κατά Ιταλίας, CE:ECHR:2016:0630JUD005136209, § 93· η υπογράμμιση δική μου.


75      Βλ., συναφώς, απόφαση του ΕΔΔΑ της 21ης Ιουλίου 2015, Oliari κ.λπ. κατά Ιταλίας, CE:ECHR:2015:0721JUD001876611, § 185.