Language of document : ECLI:EU:C:2018:20

Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

MICHAL BOBEK

της 18ης Ιανουαρίου 2018 (1)

Υπόθεση C‑528/16

Confédération paysanne

Réseau Semences Paysannes

Les Amis de la Terre France

Collectif vigilance OGM et Pesticides 16

Vigilance OG2M

CSFV 49

OGM dangers

Vigilance OGM 33

Fédération Nature & Progrès

κατά

Premier ministre

Ministre de l’agriculture, de l’agroalimentaire et de la forêt

[αίτηση του Conseil d’État (Συμβουλίου της Επικρατείας, Γαλλία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Περιβάλλον – Γεωργία – Οδηγίες 2001/18/ΕΚ και 2002/53/ΕΚ – Ερμηνεία και εκτίμηση του κύρους – Έννοια του “γενετικώς τροποποιημένου οργανισμού” – Κοινός κατάλογος ποικιλιών καλλιεργούμενων φυτικών ειδών – Νέες τεχνικές μεταλλαξιογενέσεως που εφαρμόζουν διαδικασίες γενετικής μηχανικής – Τυχαία και κατευθυνόμενη μεταλλαξιογένεση – Πεδίο της εξαιρέσεως – Βαθμός εναρμονίσεως – Αρχή της προφυλάξεως»






I.      Εισαγωγή

1.        Η «οδηγία για τους ΓΤΟ», δηλαδή η οδηγία 2001/18/ΕΚ, ρυθμίζει τη σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών (στο εξής: ΓΤΟ) στο περιβάλλον και τη διάθεσή τους στην αγορά εντός της Ένωσης (2). Πιο συγκεκριμένα, οι ΓΤΟ οι οποίοι εμπίπτουν στο ρυθμιστικό πεδίο της οδηγίας λαμβάνουν έγκριση μόνον κατόπιν αξιολογήσεως του περιβαλλοντικού κινδύνου. Επιβάλλονται επίσης, σε σχέση με τους ΓΤΟ, υποχρεώσεις όσον αφορά την ανιχνευσιμότητα, την επισήμανση και την παρακολούθησή τους.

2.        Το άρθρο 3, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το παράρτημα I B, ορίζει ότι η οδηγία για τους ΓΤΟ δεν εφαρμόζεται σε οργανισμούς που προκύπτουν με συγκεκριμένες τεχνικές γενετικής τροποποιήσεως, όπως είναι η μεταλλαξιογένεση (στο εξής: εξαίρεση της μεταλλαξιογενέσεως).

3.        Ως μεταλλαξιογένεση νοείται η μετάλλαξη του γονιδιώματος ενός ζωντανού οργανισμού. Σε αντίθεση με τη διαγένεση, δεν συνίσταται, κατ’ αρχήν, στην εισαγωγή ξένου DNA σε ζωντανό οργανισμό. Στο πλαίσιο της επιστημονικής προόδου που σημειώνει η βιοτεχνολογία, οι τεχνικές μεταλλαξιογενέσεως έχουν συν τω χρόνω εξελιχθεί. Οι Confédération paysanne κ.λπ. υποστηρίζουν ότι ορισμένες από τις πλέον σύγχρονες τεχνικές μεταλλαξιογενέσεως συνεπάγονται κινδύνους για την υγεία και το περιβάλλον. Για τον λόγο αυτό, άσκησαν προσφυγή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, επιδιώκοντας την κατάργηση της εθνικής διατάξεως νόμου που εξαιρεί τους οργανισμούς που προκύπτουν με μεταλλαξιογένεση από τις υποχρεώσεις που ισχύουν για τους ΓΤΟ.

4.        Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο καλείται να διευκρινίσει το ακριβές πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για τους ΓΤΟ, και ειδικότερα την έκταση, τη ratio και τα αποτελέσματα της εξαιρέσεως της μεταλλαξιογενέσεως –και ενδεχομένως να εκτιμήσει το κύρος της ίδιας αυτής οδηγίας. Γενικότερα, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει το ζήτημα του χρόνου, και πιο συγκεκριμένα το πόσο πρέπει ο χρόνος και η συν αυτώ εξέλιξη των τεχνικών και των επιστημονικών γνώσεων να επηρεάζουν την ερμηνεία και την εκτίμηση του κύρους της νομοθεσίας της Ένωσης, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της προφυλάξεως.

II.    Το νομικό πλαίσιο

 Α.      Το δίκαιο της Ένωσης

1.      Το πρωτογενές δίκαιο

5.        Το άρθρο 191, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ ορίζει τα ακόλουθα:

«Η πολιτική της Ένωσης στον τομέα του περιβάλλοντος αποβλέπει σε υψηλό επίπεδο προστασίας και λαμβάνει υπόψη την ποικιλομορφία των καταστάσεων στις διάφορες περιοχές της Ένωσης. Στηρίζεται στις αρχές της προφύλαξης και της προληπτικής δράσης, της επανόρθωσης των καταστροφών του περιβάλλοντος, κατά προτεραιότητα στην πηγή, καθώς και στην αρχή “ο ρυπαίνων πληρώνει”.

Στο πλαίσιο αυτό, τα μέτρα εναρμόνισης που ανταποκρίνονται σε ανάγκες προστασίας του περιβάλλοντος περιλαμβάνουν, όπου ενδείκνυται, ρήτρα διασφάλισης που εξουσιοδοτεί τα κράτη μέλη να λαμβάνουν, για μη οικονομικούς περιβαλλοντικούς λόγους, προσωρινά μέτρα υποκείμενα σε διαδικασία ελέγχου της Ένωσης.»

2.      Το παράγωγο δίκαιο

 α)      Η οδηγία για τους ΓΤΟ

6.        Στην αιτιολογική σκέψη 8 της οδηγίας για τους ΓΤΟ τονίζεται ότι η «αρχή της προφύλαξης έχει ληφθεί υπόψη κατά την εκπόνηση της παρούσας οδηγίας και πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την εφαρμογή της».

7.        Η αιτιολογική σκέψη 17 αναφέρει ότι η «παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται για οργανισμούς που προκύπτουν με ορισμένες τεχνικές γενετικής τροποποίησης οι οποίες από μακρού χρησιμοποιούνται κατά παράδοση και με ασφάλεια σε ορισμένες εφαρμογές».

8.        Ο στόχος της οδηγίας διακηρύσσεται στο άρθρο 1:

«Σύμφωνα με την αρχή της προφύλαξης, στόχος της παρούσας οδηγίας είναι η προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών και η προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος κατά:

–        τη σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον για σκοπούς διαφορετικούς από τη διάθεση στην αγορά εντός της Κοινότητας·

–        τη διάθεση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στην αγορά ως προϊόντων ή εντός προϊόντων εντός της Κοινότητας.»

9.        Μεταξύ των ορισμών του άρθρου 2, παράγραφος 2, περιλαμβάνεται και ο εξής:

«“γενετικώς τροποποιημένος οργανισμός (ΓΤΟ)”: οργανισμός, εξαιρουμένων των ανθρώπινων όντων, του οποίου το γενετικό υλικό έχει τροποποιηθεί κατά τρόπο που δεν συμβαίνει φυσιολογικά με τη σύζευξη ή/και το φυσιολογικό ανασυνδυασμό.

Σύμφωνα με τον ορισμό αυτό:

α)      η γενετική τροποποίηση επιτυγχάνεται τουλάχιστον με τη χρησιμοποίηση των τεχνικών του παραρτήματος I Α, μέρος 1,

β)      οι τεχνικές του παραρτήματος I Α, μέρος 2 δεν θεωρείται ότι οδηγούν σε γενετική τροποποίηση.»

10.      Στο άρθρο 3 προβλέπονται εξαιρέσεις. Στο πρώτο εδάφιο ορίζεται ότι η οδηγία για τους ΓΤΟ «δεν εφαρμόζεται σε οργανισμούς που προκύπτουν με τις τεχνικές γενετικής τροποποίησης του παραρτήματος I Β.»

11.      Στο άρθρο 4 ορίζονται οι γενικές υποχρεώσεις των κρατών μελών. Ειδικότερα, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, «[τ]α κράτη μέλη, σύμφωνα με την αρχή της προφύλαξης, μεριμνούν ώστε να λαμβάνονται όλα τα δέοντα μέτρα προκειμένου να αποφεύγονται οι αρνητικές επιπτώσεις για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον, οι οποίες μπορεί να οφείλονται στη σκόπιμη ελευθέρωση ή τη διάθεση ΓΤΟ στην αγορά [...]».

12.      Σύμφωνα με το άρθρο 27, «[η] προσαρμογή του παραρτήματος II τμήματα Γ και Δ, των παραρτημάτων III έως VI και του παραρτήματος VII τμήμα Γ, στην τεχνική πρόοδο, που έχει ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας, θεσπίζεται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 30 παράγραφος 3».

13.      Το παράρτημα I A προσδιορίζει σε ποιες τεχνικές γενετικής τροποποιήσεως αναφέρεται το άρθρο 2, παράγραφος 2. Το μέρος 1 του παραρτήματος I A προβλέπει ότι:

«Οι τεχνικές γενετικής τροποποίησης που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο αʹ, περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων:

1.      τεχνικές ανασυνδυασμένου νουκλεϊκού οξέος στις οποίες περιλαμβάνεται ο σχηματισμός νέων συνδυασμών γενετικού υλικού με την εισαγωγή μορίων νουκλεϊκού οξέος που παρασκευάζονται, με οιονδήποτε τρόπο, έξω από έναν μικροοργανισμό, εντός οιουδήποτε ιού, βακτηριακού πλασμιδίου ή άλλου συστήματος φορέων και με την ενσωμάτωσή τους σε οργανισμό ξενιστή στον οποίο καλώς εχόντων των πραγμάτων, δεν υπάρχουν, ενώ είναι εντούτοις ικανά να συνεχίσουν την αναπαραγωγή τους,

2.      τεχνικές που περιλαμβάνουν την άμεση εισαγωγή, σε οργανισμό, κληρονομήσιμου υλικού που παρασκευάζεται εκτός του μικροοργανισμού και στις οποίες περιλαμβάνεται η μικροέγχυση, η μακροέγχυση και η μικροέγκλειση,

3.      τεχνικές σύντηξης κυττάρων (στις οποίες περιλαμβάνεται η σύντηξη πρωτοπλαστών) ή υβριδισμού με τις οποίες σχηματίζονται ζώντα κύτταρα με νέους συνδυασμούς κληρονομήσιμου γενετικού υλικού, χάρις στη σύντηξη δύο ή περισσοτέρων κυττάρων με τη βοήθεια μέσων ή μεθόδων που δεν απαντούν στη φύση.»

14.      Το μέρος 2 του παραρτήματος I A προσδιορίζει ποιες είναι οι τεχνικές οι οποίες, κατά τη διατύπωση του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, «δεν φέρονται ως άγουσες σε γενετική τροποποίηση, υπό την προϋπόθεση ότι δεν συνεπάγονται τη χρήση μορίων ανασυνδυασμένου DNA ή γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών παραγόμενων με τεχνικές/μεθόδους άλλες από αυτές που εξαιρούνται από το παράρτημα I Β:

1.      γονιμοποίηση in vitro,

2.      σύζευξη, μεταγωγή, μετασχηματισμό ή οιαδήποτε άλλη διαδικασία που απαντά στη φύση,

3.      πρόκληση πολυπλοειδίας».

15.      Τέλος, το παράρτημα I B απαριθμεί τις τεχνικές στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 3, παράγραφος 1:

«Οι τεχνικές/μέθοδοι γενετικής τροποποίησης που παράγουν οργανισμούς που εξαιρούνται της οδηγίας, υπό την προϋπόθεση ότι δεν συνεπάγονται τη χρήση μορίων ανασυνδυασμένου DNA ή γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών εκτός αυτών που παράγονται με μία ή περισσότερες από τις τεχνικές/μεθόδους που παρατίθενται κατωτέρω, είναι οι ακόλουθες:

1.      μεταλλαξιογένεση,

2.      σύντηξη φυτικών κυττάρων (στην οποία συμπεριλαμβάνεται η σύντηξη πρωτοπλαστών) οργανισμών οι οποίοι μπορούν να ανταλλάξουν γενετικό υλικό με παραδοσιακές μεθόδους διασταύρωσης.»

1)      Η οδηγία 2002/53

16.      Η αιτιολογική σκέψη 16 της οδηγίας 2002/53/ΕΚ, της 13ης Ιουνίου 2002, περί του κοινού καταλόγου ποικιλιών καλλιεργούμενων φυτικών ειδών (3), έχει ως ακολούθως: «Λόγω της εξέλιξης της επιστήμης και της τεχνολογίας, είναι πλέον δυνατόν να αναπτυχθούν ποικιλίες μέσω γενετικής τροποποίησης. Συνεπώς, όταν τα κράτη μέλη αποφασίζουν εάν θα αποδεχτούν γενετικώς τροποποιημένες ποικιλίες κατά την έννοια της οδηγίας 90/220/ΕΟΚ [(4)] [...] πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους τυχόν κινδύνους που απορρέουν από τη σκόπιμη ελευθέρωσή τους στο περιβάλλον. Επιπλέον, πρέπει να θεσπισθούν όροι αποδοχής του γενετικώς τροποποιημένου αυτού υλικού».

17.      Το άρθρο 4, παράγραφος 4, προβλέπει ότι «[ο]ι γενετικώς τροποποιημένες ποικιλίες κατά την έννοια του άρθρου 2, σημεία 1 και 2, της οδηγίας 90/220/ΕΟΚ γίνονται αποδεκτές μόνον εάν είναι ασφαλείς για την υγεία του ανθρώπου και το περιβάλλον, κατόπιν λήψεως όλων των κατάλληλων μέτρων».

18.      Σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 4, της οδηγίας αυτής:

«α)      Στην περίπτωση γενετικώς τροποποιημένης ποικιλίας που αναφέρεται στο άρθρο 4, παράγραφος 4, διενεργείται εκτίμηση του περιβαλλοντικού κινδύνου όμοια με εκείνη που ορίζεται στην οδηγία 90/220/EOK.

β)      Οι διαδικασίες που εξασφαλίζουν ότι η εκτίμηση του περιβαλλοντικού κινδύνου και άλλα στοιχεία είναι ισοδύναμα με εκείνη που ορίζεται στην οδηγία 90/220/EOK θεσπίζονται, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, με κανονισμό του Συμβουλίου που βασίζεται στην κατάλληλη νομική βάση της Συνθήκης. Μέχρις ότου αρχίσει να ισχύει ο εν λόγω κανονισμός, οι γενετικά τροποποιημένες ποικιλίες θα εγκρίνονται προς υπαγωγή σε εθνικό κατάλογο μόνον αφού θα έχουν εγκριθεί για την εμπορία σύμφωνα με την οδηγία 90/220/EOK.

γ)      Τα άρθρα 11 έως 18 της οδηγίας 90/220/ΕΟΚ δεν ισχύουν πλέον για τις γενετικώς τροποποιημένες ποικιλίες όταν τεθεί σε ισχύ ο κανονισμός που αναφέρεται στο παραπάνω στοιχείο βʹ».

19.      Σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 5, της οδηγίας για τους ΓΤΟ: «τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι γενετικώς τροποποιημένες ποικιλίες οι οποίες έχουν γίνει αποδεκτές αναφέρονται σαφώς με την ιδιότητα αυτή στον κατάλογο των ποικιλιών. Επιπλέον, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οποιοσδήποτε εμπορεύεται παρόμοιες ποικιλίες αναφέρει σαφώς στον κατάλογο πωλήσεων ότι η ποικιλία αυτή είναι γενετικώς τροποποιημένη».

2.      Το γαλλικό δίκαιο

20.      Το άρθρο L. 531‑1 του Code de l’environnement (κώδικα περιβάλλοντος) ορίζει τον γενετικώς τροποποιημένο οργανισμό ως «οργανισμό του οποίου το γενετικό υλικό τροποποιήθηκε με τρόπο διαφορετικό από τη φυσιολογική σύζευξη ή τον φυσιολογικό ανασυνδυασμό».

21.      Το άρθρο L. 531‑2 του κώδικα ορίζει ότι «δεν υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος τίτλου και των άρθρων L. 125‑3 και L. 515‑13 οι γενετικώς τροποποιημένοι οργανισμοί που προκύπτουν με τεχνικές οι οποίες είτε δεν θεωρούνται, λόγω του φυσιολογικού τους χαρακτήρα, ότι συνεπάγονται γενετική τροποποίηση είτε χρησιμοποιούνταν παραδοσιακά χωρίς αποδεδειγμένη βλάβη για τη δημόσια υγεία ή το περιβάλλον. Ο κατάλογος των τεχνικών αυτών καθορίζεται με διάταγμα κατόπιν γνωμοδοτήσεως του Haut Conseil des biotechnologies (Συμβουλίου Βιοτεχνολογίας)».

22.      Το άρθρο D. 531-2 του κώδικα προβλέπει ότι «[ο]ι τεχνικές που αναφέρονται στο άρθρο L. 531-2, οι οποίες δεν θεωρείται ότι οδηγούν σε γενετική τροποποίηση, είναι οι ακόλουθες: […] 2. Υπό την προϋπόθεση ότι δεν συνεπάγονται τη χρήση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών ως οργανισμών-δεκτών ή οργανισμών-γονέων: α) η μεταλλαξιογένεση».

23.      Το άρθρο D. 531-3 του κώδικα προσθέτει ότι «[ο]ι τεχνικές και οι ορισμοί που αναφέρονται στα άρθρα D. 531-1 και D. 531-2 ερμηνεύονται και εφαρμόζονται σύμφωνα με την εξέλιξη των επιστημονικών γνώσεων στον τομέα της γενετικής μηχανικής, της μοριακής γενετικής και της κυτταρικής βιολογίας».

III. Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία και τα προδικαστικά ερωτήματα

24.      H Confédération paysanne αποτελεί γαλλική γεωργική ένωση, η οποία υπερασπίζεται τα συμφέροντα της γεωργίας μικρής κλίμακας. Στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, η Confédération paysanne είναι ομόδικος με άλλες οκτώ ενώσεις (5), οι οποίες έχουν ως σκοπό την προστασία του περιβάλλοντος και/ή τη διάχυση της πληροφορίας όσον αφορά τους κινδύνους που πηγάζουν από τους ΓΤΟ (στο εξής, από κοινού: προσφεύγουσες της κύριας δίκης).

25.      Όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής του αιτούντος δικαστηρίου, οι ποικιλίες σπόρων ανθεκτικών σε ζιζανιοκτόνο προέρχονται από διαγένεση ή μεταλλαξιογένεση. Οι ποικιλίες που είναι ανθεκτικές σε μη επιλεκτικό ζιζανιοκτόνο (για παράδειγμα το glyphosate [γλυφοσάτη]) προκύπτουν με διαγένεση. Ωστόσο, οι ποικιλίες που προκύπτουν με μεταλλαξιογένεση επιτρέπουν να αναπτυχθούν στοιχεία αντιστάσεως και σε επιλεκτικό ζιζανιοκτόνο. Οι μόνοι σπόροι που είναι ανθεκτικοί σε ζιζανιοκτόνο και έχουν εγγραφεί στον ευρωπαϊκό κατάλογο προέρχονται από τυχαία in vitroμεταλλαξιογένεση. Ως εκ τούτου, 46 ποικιλίες ηλίανθου και 6 ποικιλίες ελαιοκράμβης, ανθεκτικές σε ζιζανιοκτόνο, έχουν εγγραφεί στον κοινό κατάλογο. Ωστόσο, δεν έχει ακόμα εγγραφεί στον κοινό κατάλογο των σπόρων καμία ποικιλία σπόρου που να είναι ανθεκτική σε ζιζανιοκτόνο και να προκύπτει με μεθόδους κατευθυνόμενης μεταλλαξιογενέσεως.

26.      Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης αμφισβητούν ότι οι οργανισμοί που προκύπτουν με μεταλλαξιογένεση πρέπει να εξαιρούνται από τις υποχρεώσεις που θεσπίζουν οι διατάξεις του κώδικα περιβάλλοντος σχετικά με τους ΓΤΟ. Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης θεωρούν ότι οι τεχνικές μεταλλαξιογενέσεως έχουν εξελιχθεί με την πάροδο του χρόνου. Προτού εκδοθεί η οδηγία για τους ΓΤΟ το 2001, χρησιμοποιούνταν συστηματικά μόνο συμβατικές τεχνικές μεταλλαξιογενέσεως και τεχνικές τυχαίας in vivo μεταλλαξιογενέσεως με ιονίζουσα ακτινοβολία ή με έκθεση σε χημικούς μεταλλαξιογόνους παράγοντες. Ακολούθως, η τεχνολογική πρόοδος οδήγησε στην εμφάνιση μεθόδων μεταλλαξιογενέσεως οι οποίες χρησιμοποιούν διαφορετικά μέσα (τυχαία in vitro μεταλλαξιογένεση και κατευθυνόμενη μεταλλαξιογένεση –γνωστές ως «νέες τεχνικές μεταλλαξιογενέσεως»). Με τις τεχνικές αυτές είναι πλέον εφικτό οι μεταλλάξεις να είναι στοχευμένες ώστε να παράγεται προϊόν ανθεκτικό σε συγκεκριμένα μόνο ζιζανιοκτόνα.

27.      Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης υποστηρίζουν ότι η χρήση ποικιλιών σπόρων που είναι ανθεκτικές σε ζιζανιοκτόνο και προκύπτουν με μεταλλαξιογένεση εγκυμονεί τον κίνδυνο προκλήσεως σημαντικής βλάβης στο περιβάλλον και την υγεία του ανθρώπου και των ζώων. Έχει ως συνέπεια τη συσσώρευση καρκινογόνων μορίων ή ενδοκρινικών διαταρακτών σε καλλιέργειες που προορίζονται για τρόφιμα ή ζωοτροφές. Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης επισημαίνουν, εξάλλου, τον κίνδυνο ακούσιων συνεπειών, όπως είναι οι ανεπιθύμητες μεταλλάξεις ή οι μεταλλάξεις εκτός στόχου σε άλλα τμήματα του γονιδιώματος. Κατά τη γνώμη τους, αυτές οφείλονται στις τεχνικές που χρησιμοποιούνται κατά την τροποποίηση του γονιδιώματος in vitro και για την αναγέννηση των φυτών από τα κατ’ αυτόν τον τρόπο τροποποιημένα κύτταρα.

28.      Βάσει των επιχειρημάτων αυτών, οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης ζήτησαν από τον Premier ministre (Πρωθυπουργό) να καταργήσει το άρθρο D. 531‑2 του κώδικα περιβάλλοντος (6) και να απαγορεύσει την καλλιέργεια και την εμπορική διάθεση ποικιλιών ελαιοκράμβης που έχουν καταστεί ανθεκτικές στα ζιζανιοκτόνα.

29.      Ο Πρωθυπουργός δεν απάντησε στο αίτημα των προσφευγουσών της κύριας δίκης. Σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, θεωρείται ότι το απέρριψε σιωπηρά.

30.      Με την προσφυγή που κατέθεσαν στις 12 Μαρτίου 2015 ενώπιον του Conseil d’Etat (Συμβουλίου της Επικρατείας, Γαλλία) (του αιτούντος δικαστηρίου), οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης ζητούν την ακύρωση της σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως του Πρωθυπουργού. Ζητούν επίσης να υποχρεωθεί ο Πρωθυπουργός να λάβει όλα τα μέτρα προκειμένου να επιβάλλει προσωρινή αναστολή ως προς τις ποικιλίες που έχουν καταστεί ανθεκτικές ως προς τα ζιζανιοκτόνα, εντός προθεσμίας ενός μηνός.

31.      Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης επιχειρηματολόγησαν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου αναφορικά με τη συμβατότητα του άρθρου D. 531‑2 του κώδικα περιβάλλοντος με την οδηγία για τους ΓΤΟ, με την οδηγία 2002/53 και με την αρχή της προφυλάξεως η οποία επίσης προβλέπεται και από το Γαλλικό Σύνταγμα.

32.      Πρώτον, υποστηρίζουν ότι το άρθρο D. 531‑2 του κώδικα περιβάλλοντος αντιβαίνει προς το άρθρο 2 της οδηγίας για τους ΓΤΟ. Θεωρούν ότι οι οργανισμοί που προκύπτουν με μεταλλαξιογένεση συνιστούν ΓΤΟ κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας, μολονότι εξαιρούνται, δυνάμει του άρθρου 3 και του παραρτήματός της I B αυτής, από τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται για την ελευθέρωση και τη διάθεση στην αγορά ΓΤΟ.

33.      Δεύτερον, οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης διατείνονται ότι το άρθρο D. 531‑2 του κώδικα περιβάλλοντος δεν είναι συμβατό με το άρθρο 4 της οδηγίας 2002/53. Υποστηρίζουν ότι το άρθρο 4 της οδηγίας 2002/53 δεν προβλέπει την εξαίρεση των ποικιλιών που προκύπτουν με μεταλλαξιογένεση από τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται με την οδηγία για την ένταξη των γενετικώς τροποποιημένων ποικιλιών στον κοινό κατάλογο καλλιεργούμενων φυτικών ειδών.

34.      Τρίτον, οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης υποστηρίζουν ότι οι διατάξεις του άρθρου D. 531‑2 του κώδικα περιβάλλοντος παραβιάζουν την αρχή της προφυλάξεως, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 5 του Χάρτη για το περιβάλλον, ο οποίος απολαύει συνταγματικής περιωπής στη Γαλλία. Το άρθρο D. 531‑2 δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη τους κινδύνους για το περιβάλλον και την υγεία ανθρώπων και ζώων: οι κίνδυνοι αυτοί συνδέονται με την ελευθέρωση στο περιβάλλον σπόρων που προέρχονται από γενετικές τροποποιήσεις που προκύπτουν με μεταλλαξιογένεση και με τη διάθεση στην αγορά προϊόντων που προέρχονται από τις καλλιέργειες αυτές. Λόγω της εξαιρέσεως της μεταλλαξιογενέσεως από τους κανόνες που εφαρμόζονται στους ΓΤΟ, οι συγκεκριμένοι σπόροι δεν υπόκεινται ούτε σε προληπτικά μέτρα ούτε σε προηγούμενη αξιολόγηση ούτε σε παρακολούθηση μετά την εμπορική τους διάθεση.

35.      Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι το τρίτο επιχείρημα των προσφευγουσών της κύριας δίκης προβλήθηκε αρχικώς ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ως ζήτημα εθνικού δικαίου: συμβιβάζεται το άρθρο D. 531‑2 του κώδικα περιβάλλοντος, το οποίο εξαιρεί τη μεταλλαξιογένεση από τους εθνικούς κανόνες που ισχύουν για τους ΓΤΟ, με την αρχή της προφυλάξεως που κατοχυρώνεται στο Γαλλικό Σύνταγμα;

36.      Στη διάταξη περί παραπομπής, το αιτούν δικαστήριο χαρακτήρισε το ζήτημα αυτό ως ζήτημα πιθανής (α)συμβατότητας της ενωσιακής ρυθμίσεως που προβλέπει την εξαίρεση της μεταλλαξιογενέσεως με την ενωσιακή αρχή της προφυλάξεως (7). Όπως υπονόησε το αιτούν δικαστήριο, το περιεχόμενο του άρθρου D. 531‑2 του κώδικα περιβάλλοντος, το οποίο αποτελεί το εθνικό μέτρο μεταφοράς της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, απορρέει αναγκαστικά από τις υποχρεώσεις που θεσπίζει η οδηγία για τους ΓΤΟ και, ως εκ τούτου, πρέπει να την αντικατοπτρίζει κατ’ ουσίαν. Επομένως, η αμφισβήτηση του κύρους του πρώτου καταλήγει σε έμμεση αμφισβήτηση του κύρους της τελευταίας (8). Κατά συνέπεια, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν η επίμαχη οδηγία είναι αυτή καθεαυτήν έγκυρη υπό το πρίσμα της αρχής της προφυλάξεως, όπως κατοχυρώνεται στο δίκαιο της Ένωσης (9).

37.      Με αυτά τα πραγματικά και νομικά δεδομένα, το Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Συνιστούν οι οργανισμοί που προκύπτουν με μεταλλαξιογένεση γενετικώς τροποποιημένους οργανισμούς κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας [2001/18], μολονότι απαλλάσσονται δυνάμει του άρθρου 3 και του παραρτήματος I B της οδηγίας από τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται για την ελευθέρωση και τη διάθεση στην αγορά γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών; Ειδικότερα, μπορούν οι τεχνικές της μεταλλαξιογενέσεως, και δη οι νέες τεχνικές κατευθυνόμενης μεταλλαξιογενέσεως που εφαρμόζουν διαδικασίες γενετικής μηχανικής, να θεωρηθούν ως τεχνικές που απαριθμούνται στο παράρτημα I Α, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 2; Πρέπει, κατά συνέπεια, τα άρθρα 2 και 3 και τα παραρτήματα I Α και I B της οδηγίας [2001/18] να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι εξαιρούν από τα μέτρα προφυλάξεως, εκτιμήσεως των επιπτώσεων και ανιχνευσιμότητας όλους τους γενετικώς τροποποιημένους οργανισμούς και σπόρους που προκύπτουν με μεταλλαξιογένεση, ή μόνον τους οργανισμούς που προκύπτουν με τις συμβατικές μεθόδους τυχαίας μεταλλαξιογενέσεως με ιονίζουσα ακτινοβολία ή έκθεση σε μεταλλαξιογόνους χημικούς παράγοντες που υπήρχαν πριν από την έκδοση των διατάξεων αυτών;

2)      Συνιστούν οι ποικιλίες που προκύπτουν με μεταλλαξιογένεση γενετικώς τροποποιημένες ποικιλίες κατά την έννοια του άρθρου 4 της οδηγίας [2002/53], οι οποίες δεν απαλλάσσονται από τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από την οδηγία αυτή; Ή είναι, αντιθέτως, το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής ίδιο με αυτό των άρθρων 2 και 3 και του παραρτήματος I B της οδηγίας [2001/18], και εξαιρούνται από αυτό το πεδίο εφαρμογής και οι ποικιλίες που προκύπτουν με μεταλλαξιογένεση από τις υποχρεώσεις που προβλέπονται για την εγγραφή γενετικώς τροποποιημένων ποικιλιών στον κοινό κατάλογο των καλλιεργούμενων φυτικών ειδών της οδηγίας [2002/53];

3)      Αποτελούν τα άρθρα 2 και 3 και το παράρτημα I B της οδηγίας [2001/18], κατά το μέτρο που εξαιρούν την μεταλλαξιογένεση από το πεδίο εφαρμογής των υποχρεώσεων που προβλέπονται από την οδηγία, μέτρο πλήρους εναρμονίσεως που απαγορεύει στα κράτη μέλη να υποβάλουν τους οργανισμούς που προκύπτουν με μεταλλαξιογένεση στο σύνολο ή σε μέρος των υποχρεώσεων που προβλέπονται από την οδηγία ή σε κάθε άλλη υποχρέωση, ή τα κράτη μέλη διαθέτουν, ενόψει της μεταφοράς τους στο εθνικό δίκαιο, περιθώριο εκτιμήσεως ώστε να καθορίζουν το καθεστώς που μπορεί να εφαρμοστεί στους οργανισμούς που προκύπτουν με μεταλλαξιογένεση;

4)      Μπορεί να αμφισβητηθεί το κύρος των άρθρων 2 και 3 και των παραρτημάτων I A και I B της οδηγίας [2001/18], υπό το πρίσμα της αρχής της προφυλάξεως η οποία κατοχυρώνεται με το άρθρο 191, παράγραφος 2, της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά το μέτρο που οι διατάξεις αυτές δεν υποβάλλουν τους γενετικώς τροποποιημένους οργανισμούς που προκύπτουν με μεταλλαξιογένεση σε μέτρα προφυλάξεως, εκτιμήσεως των επιπτώσεων και ανιχνευσιμότητας, εάν ληφθούν υπ’ όψιν η εξέλιξη των διαδικασιών γενετικής μηχανικής, η εμφάνιση νέων φυτικών ποικιλιών που προκύπτουν με τις τεχνικές αυτές και οι σύγχρονες επιστημονικές αμφιβολίες ως προς τις επιπτώσεις τους και τους πιθανούς κινδύνους για το περιβάλλον και την υγεία ανθρώπων και ζώων;»

38.      Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης, η Ελληνική, η Γαλλική, η Ολλανδική, η Αυστριακή και η Σουηδική Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, όπως επίσης και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις. Με εξαίρεση την Ολλανδική και την Αυστριακή Κυβέρνηση, οι λοιποί συμμετέχοντες στη δίκη αγόρευσαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η οποία διεξήχθη στις 3 Οκτωβρίου 2017.

IV.    Ανάλυση

39.      Οι παρούσες προτάσεις διαρθρώνονται ως εξής. Κατ’ αρχάς, θα εξετάσω το πρώτο ερώτημα σχετικά με την ερμηνεία του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας για τους ΓΤΟ και της προβλεπόμενης σε αυτήν εξαιρέσεως της μεταλλαξιογενέσεως (Α). Στη συνέχεια, θα αναλύσω, το τρίτο ερώτημα σχετικά με τον βαθμό εναρμονίσεως που έχει επιτευχθεί, όσον αφορά τη μεταλλαξιογένεση, με την οδηγία ΓΤΟ, καθώς και το συναφές ζήτημα της ρυθμιστικής αρμοδιότητας των κρατών μελών (B). Ακολούθως θα προσεγγίσω το τέταρτο ερώτημα το οποίο αφορά τη συμβατότητα της εξαιρέσεως της μεταλλαξιογενέσεως με την αρχή της προφυλάξεως (Γ). Θα ολοκληρώσω την ανάλυσή μου με το δεύτερο ερώτημα, το οποίο αφορά τη σχέση του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας για τους ΓΤΟ με το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2002/53, από πλευράς της εξαιρέσεως της μεταλλαξιογενέσεως (Δ).

 Α.      Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

40.      Η ουσία του πρώτου ερωτήματος έγκειται, σε γενικό επίπεδο, στην ερμηνεία της έννοιας «μεταλλαξιογένεση» που περιλαμβάνεται στο παράρτημα I B της οδηγίας για τους ΓΤΟ και ακολούθως, σε ειδικό επίπεδο, στο γεγονός ότι με την πάροδο του χρόνου εμφανίζονται νέες τεχνολογίες, οι οποίες πρέπει να εξετάζονται υπό το πρίσμα της ασφάλειας ή/και της αρχής της προφυλάξεως.

41.      Προτού εξετάσω το συγκεκριμένο ερώτημα (2), κρίνονται σκόπιμες ορισμένες εισαγωγικές παρατηρήσεις (1) όσον αφορά την ορολογία που χρησιμοποιείται (α) και τον τρόπο με τον οποίο γίνεται γενικώς κατανοητή η αρχή της προφυλάξεως στο δίκαιο της Ένωσης (β).

1.      Προκαταρκτικές διευκρινίσεις

 α)      Βασικές έννοιες: μεταλλαξιογένεση και διαγένεση

42.      Υπάρχουν διάφορες μέθοδοι οι οποίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την τροποποίηση της γενετικής κληρονομιάς ενός ζωντανού οργανισμού. Ουκ ολίγοι είναι και οι πιθανοί ορισμοί των γενικών εννοιών που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο αυτό. Η ίδια η οδηγία για τους ΓΤΟ δεν παρέχει γενικούς ορισμούς των εννοιών αυτών. Ούτε είναι ρόλος του Δικαστηρίου να δώσει τέτοιους ορισμούς (κάτι το οποίο απαιτεί εντελώς επιστημονικές και πραγματικές γνώσεις) στο πλαίσιο αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως. Επομένως, για τους σκοπούς των προτάσεών μου, απλά θα χρησιμοποιήσω τους λειτουργικούς ορισμούς που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, βοηθώντας έτσι το έργο μου.

43.      Ως διαγένεση νοείται μια τεχνική γενετικής μηχανικής, η οποία συνίσταται στην εισαγωγή ενός ή περισσοτέρων γονιδίων από άλλα είδη στο γονιδίωμα άλλων. Η οδηγία για τους ΓΤΟ δεν αναφέρεται ρητώς στην έννοια της διαγενέσεως. Εντούτοις, ουσιαστικά η οδηγία καλύπτει τεχνικές οι οποίες εύλογα θα μπορούσαν να περιγραφούν ως «διαγένεση» (10).

44.      Η μεταλλαξιογένεση δεν συνεπάγεται την εισαγωγή ξένου DNA σε ζωντανό οργανισμό. Ωστόσο, ενέχει μεταβολή του γονιδιώματος ζωντανού είδους.

45.      Οι τεχνικές μεταλλαξιογενέσεως διαφοροποιήθηκαν με την πάροδο του χρόνου. Κατά το αιτούν δικαστήριο, προτού εκδοθεί η οδηγία για τους ΓΤΟ, εφαρμόζονταν μόνο συμβατικές ή τυχαίες μέθοδοι μεταλλαξιογενέσεως in vivo σε ολόκληρα φυτά. Οι τεχνικές αυτές χρησιμοποιήθηκαν για δεκαετίες χωρίς να έχουν προκληθεί, κατά τα φαινόμενα, συγκεκριμένοι κίνδυνοι για το περιβάλλον ή την υγεία.

46.      Σταδιακώς, εμφανίστηκαν νέες τεχνικές. Όπως διευκρινίστηκε περαιτέρω από το αιτούν δικαστήριο, όχι μόνον άρχισαν να εφαρμόζονται τεχνικές τυχαίας μεταλλαξιογενέσεως in vitro σε φυτικά κύτταρα, αλλά επινοήθηκαν και μέθοδοι στοχευμένης μεταλλαξιογενέσεως που εφαρμόζουν νέες τεχνικές γενετικής μηχανικής, όπως η κατευθυνόμενη μεταλλαξιογένεση ολιγονουκλεοτιδίου (ODM)(11)ή η κατευθυνόμενη με νουκλεάση μεταλλαξιογένεση (SDN1)(12). Ενώ η συμβατική μεταλλαξιογένεση επιφέρει τυχαίες μεταλλάξεις, μερικές από τις νέες τεχνικές μπορούν να προκαλέσουν συγκεκριμένη μετάλλαξη σε ένα γονίδιο.

 β)      Η αρχή της προφυλάξεως στο δίκαιο της Ένωσης

47.      Η ομορφιά είναι υποκειμενική. Το ίδιο φαίνεται πως ισχύει και για το περιεχόμενο, το πεδίο εφαρμογής και τη δυνητική χρήση της αρχής της προφυλάξεως. Με την πάροδο των ετών έχουν γίνει, ιδίως στη νομική θεωρία αλλά και σε επίπεδο πολιτικού discourse, αρκετές προτάσεις σχετικά με το τι εστί αρχή της προφυλάξεως και πώς πρέπει να χρησιμοποιείται.

48.      Η δικαστική προσέγγιση και ερμηνεία της αρχής της προφυλάξεως έχει υπάρξει, μάλλον εύλογα, πολύ πιο οριοθετημένη, ίσως ακόμη και επι(ή προ)φυλακτική (13). Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η αρχή της προφυλάξεως γίνεται πρωτίστως αντιληπτή υπό την έννοια ότι επιτρέπει σε διαφορετικούς φορείς, όπως είναι τα κράτη μέλη, η Επιτροπή ή οι επιχειρήσεις, να λαμβάνουν προσωρινάμέτρα διαχειρίσεως κινδύνων, χωρίς να οφείλουν να αναμένουν να αποδειχθεί πλήρως ότι οι προβαλλόμενοι κίνδυνοι είναι υπαρκτοί και σοβαροί (14). Σε τομείς εναρμονισμένους στο πλαίσιο της νομοθεσίας της Ένωσης, τα μέτρα αυτά πρέπει να λαμβάνονται βάσει διατάξεων του παράγωγου δικαίου που συνιστούν ειδική έκφραση της αρχής αυτής, όπως για παράδειγμα συμβαίνει με τις ρήτρες διασφαλίσεως (15), ή άλλων διατάξεων που αφορούν τη διαχείριση νέων πληροφοριών σχετικά με τους κινδύνους που συνεπάγεται ορισμένο προϊόν στην [ανθρώπινη] υγεία ή στο περιβάλλον (16). Ελλείψει εναρμονίσεως, η αρχή της προφυλάξεως μπορεί να προβληθεί αυτοτελώς, προκειμένου να δικαιολογηθεί η λήψη περιοριστικών μέτρων. Τα μέτρα αυτά πρέπει, παρά ταύτα, να είναι συμβατά με τις γενικότερες υποχρεώσεις που υπέχουν τα κράτη μέλη από το δίκαιο της Ένωσης, και ιδίως με τις απορρέουσες από τα άρθρα 34 και 36 ΣΛΕΕ (17).

49.      Ωστόσο, τέτοια προσωρινά μέτρα διαχειρίσεως κινδύνου μπορούν να ληφθούν μόνο εάν πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, «[μ]ια σωστή [εφαρμογή] της αρχής της προφυλάξεως προϋποθέτει, πρώτον, τον προσδιορισμό των δυνητικώς αρνητικών για την υγεία συνεπειών [των σχετικών ουσιών ή των τροφών] και, δεύτερον, μια συνολική εκτίμηση του κινδύνου για την υγεία βάσει των πλέον αξιόπιστων διαθέσιμων επιστημονικών δεδομένων και πρόσφατων αποτελεσμάτων της διεθνούς έρευνας» (18). Με άλλα λόγια, οι δύο αυτές προϋποθέσεις σημαίνουν ότι μέτρα προστασίας «δεν μπορούν να αιτιολογηθούν βάσιμα με μια καθαρά υποθετική προσέγγιση του κινδύνου, στηριζόμενη σε απλές υποθέσεις που από επιστημονικής απόψεως δεν έχουν ακόμη εξακριβωθεί. Αντιθέτως, τέτοια μέτρα προστασίας, παρά τον προσωρινό χαρακτήρα τους και ακόμη και αν έχουν προληπτικό χαρακτήρα, δύνανται να ληφθούν μόνον αν στηρίζονται σε όσο το δυνατόν πλήρη αξιολόγηση των κινδύνων, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, που δείχνουν ότι τα μέτρα αυτά είναι επιβεβλημένα» (19).

50.      Εξάλλου, «οσάκις αποδεικνύεται αδύνατο να προσδιοριστεί με βεβαιότητα η ύπαρξη ή η έκταση του προβαλλόμενου κινδύνου λόγω της ανεπαρκούς, [α]τελούς ή ανακριβούς φύσεως των αποτελεσμάτων των μελετών, αλλά η πιθανότητα προκλήσεως πραγματικής βλάβης στη δημόσια υγεία εξακολουθεί να υπάρχει στην υποθετική περίπτωση της επελεύσεως του κινδύνου αυτού, η αρχή της προφυλάξεως δικαιολογεί τη λήψη περιοριστικών μέτρων […]» (20).

51.      Εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές, είναι δυνατόν να ληφθούν αντικειμενικά και αναλογικά προστατευτικά μέτρα που να μην εισάγουν διακρίσεις.

52.      Ασφαλώς, στην πράξη, το πού ακριβώς τίθεται το όριο πέραν του οποίου μπορούν να ληφθούν προληπτικά ή προσωρινά μέτρα δυνάμει της αρχής της προφυλάξεως μπορεί να ποικίλλει, ιδίως ανάλογα με το ποια ακριβώς διατύπωση χρησιμοποιείται στην αντίστοιχη ρύθμιση του παράγωγου δικαίου (21).

53.      Σε τελική ανάλυση, σε όλες αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να συντρέχουν ορισμένοι διακριτοί κίνδυνοι οι οποίοι να τεκμηριώνονται επιστημονικά (22). Σε αντίθεση με τα μόνιμα μέτρα, οι ελάχιστες προϋποθέσεις για την εφαρμογή της αρχής της προφυλάξεως με τη μορφή προσωρινών μέτρων είναι ασφαλώς λιγότερο αυστηρές. Πρέπει, ωστόσο, να υπάρχουν κάποια σαφή δεδομένα σχετικά με τον προβαλλόμενο κίνδυνο ο οποίος πρέπει να τεκμηριώνεται με βάση ένα ελάχιστο σύνολο επιστημονικών δεδομένων προερχόμενων από έναν ελάχιστο αριθμό διαφορετικών και αξιόπιστων εθνικών ή διεθνών ανεξάρτητων πηγών. Ο απλός φόβος για πιθανούς κινδύνους από κάποιο νέο πράγμα ή ένας αόριστα και γενικά προβαλλόμενος «κίνδυνος κινδύνου», κάθε φορά που είναι αδύνατη μια κατηγορηματική διαπίστωση ότι το νέο αυτό πράγμα είναι ασφαλές, δεν επαρκεί για την επίκληση της αρχής της προφυλάξεως.

54.      Κατόπιν αυτών των διευκρινίσεων, στρέφομαι τώρα στο πρώτο ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο, σχετικά με το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για τους ΓΤΟ και της εξαιρέσεως της μεταλλαξιογενέσεως.

2.      Το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για τους ΓΤΟ και της εξαιρέσεως της μεταλλαξιογενέσεως

55.      Είμαι της γνώμης ότι το πρώτο ερώτημα έχει ουσιαστικά δύο σκέλη. Πρώτον, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για τους ΓΤΟ: ποιοι οργανισμοί εμπίπτουν στον ορισμό του ΓΤΟ κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2; Δεύτερον, διερωτάται για το πεδίο εφαρμογής της ίδιας της εξαιρέσεως της μεταλλαξιογενέσεως, η οποία περιλαμβάνεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το παράρτημα I B της οδηγίας για τους ΓΤΟ: καταλαμβάνει η εξαίρεση αυτή όλους τους οργανισμούς που προκύπτουν με μεταλλαξιογένεση, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που προκύπτουν με τη χρήση νέων τεχνικών μεταλλαξιογενέσεως οι οποίες εφαρμόζονται μετά την έκδοση της οδηγίας για τους ΓΤΟ; Ή αφορά μόνο την υποκατηγορία των οργανισμών που προέκυψαν με τη χρήση συγκεκριμένων τεχνικών, δηλαδή εκείνων που εφαρμόζονταν πριν από την έκδοση της οδηγίας για τους ΓΤΟ;

56.      Φρονώ ότι, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας για τους ΓΤΟ, οι οργανισμοί που προκύπτουν με μεταλλαξιογένεση είναι ΓΤΟ υπό την έννοια της οδηγίας για τους ΓΤΟ (α). Ωστόσο, στο μέτρο που η διαδικασία της μεταλλαξιογενέσεως δεν ενέχει χρήση μορίων ανασυνδυασμένου νουκλεϊκού οξέος ή άλλων ΓΤΟ, εκτός αυτών που παράγονται με μία ή περισσότερες από τις τεχνικές που απαριθμούνται στο παράρτημα I B, δεν ισχύουν ως προς τους συγκεκριμένους οργανισμούς οι υποχρεώσεις τις οποίες επιβάλλει η οδηγία για τους ΓΤΟ με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας για τους ΓΤΟ σε συνδυασμό με το παράρτημά της I B (β).

 α)      Μεταλλαξιογένεση και ΓΤΟ

57.      Βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας για τους ΓΤΟ, ως ΓΤΟ νοείται «οργανισμός, εξαιρουμένων των ανθρώπινων όντων, του οποίου το γενετικό υλικό έχει τροποποιηθεί κατά τρόπο που δεν συμβαίνει φυσιολογικά με τη σύζευξη ή/και το φυσιολογικό ανασυνδυασμό». Η διάταξη αυτή προσθέτει στη συνέχεια ότι «[σ]ύμφωνα με τον ορισμό αυτό: α) η γενετική τροποποίηση επιτυγχάνεται τουλάχιστον με τη χρησιμοποίηση των τεχνικών του παραρτήματος I Α, μέρος 1· β) οι τεχνικές του παραρτήματος I Α, μέρος 2 δεν θεωρείται ότι οδηγούν σε γενετική τροποποίηση».

58.      Ως εκ τούτου, εκτός από τη γενική προϋπόθεση, προστίθενται δύο κατάλογοι που συμπληρώνουν τον βασικό αυτό ορισμό: ένας «θετικός» κατάλογος του παραρτήματος I Α, μέρος 1, και ένας «αρνητικός» κατάλογος του παραρτήματος I Α, μέρος 2.

59.      Ο «θετικός κατάλογος» αναφέρεται σε τεχνικές οι οποίες, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, συνεπάγονται την εισαγωγή ξένου γενετικού υλικού στον οργανισμό δέκτη. Φαίνεται, επομένως, ότι οργανισμοί που προκύπτουν με διαγένεση, όπως αυτή ορίστηκε ανωτέρω (23), ενδέχεται να καλύπτονται από αυτόν τον κατάλογο.

60.      Η περίπτωση της μεταλλαξιογενέσεως δεν είναι τόσο σαφής. Κρίνοντας, ωστόσο, με βάση τον ορισμό του άρθρου 2, παράγραφος 2, και μόνον, δεν βλέπω κανένα λόγο γιατί οι οργανισμοί που προκύπτουν με τη μέθοδο αυτή, εφόσον πληρούν τα ουσιαστικά κριτήρια του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας για τους ΓΤΟ, να μην εμπίπτουν στον ως άνω ορισμό. Το γράμμα, η εσωτερική λογική και το όλο πλαίσιο της οδηγίας για τους ΓΤΟ υποστηρίζουν ένα τέτοιο συμπέρασμα.

61.      Πρώτον, το άρθρο 2, παράγραφος 2, σαφώς δεν επιβάλλει την εισαγωγή ξένου DNA σε οργανισμό, προκειμένου αυτός να χαρακτηρίζεται ως ΓΤΟ. Αναφέρει απλώς ότι το γενετικό υλικό έχει τροποποιηθεί κατά τρόπο που δεν συμβαίνει φυσιολογικά. Η αόριστη αυτή διατύπωση σημαίνει ότι οργανισμοί που προκύπτουν με μεθόδους διαφορετικές από τη διαγένεση μπορούν να συμπεριλαμβάνονται στον ορισμό του ΓΤΟ. Ειδικότερα, όσον αφορά τη μεταλλαξιογένεση, από το γράμμα του άρθρου 3 και του παραρτήματος I B της οδηγίας για τους ΓΤΟ προκύπτει ότι, κατ’ αρχήν, μπορεί να χαρακτηριστεί εξίσου ως «τεχνική γενετικής τροποποιήσεως».

62.      Δεύτερον, το γεγονός ότι η μεταλλαξιογένεση εξαιρείται από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την οδηγία για τους ΓΤΟ υποδηλώνει ότι οι οργανισμοί που προκύπτουν με τη μέθοδο αυτή μπορούν να θεωρηθούν ΓΤΟ. Συνεπώς, συντάσσομαι επ’ αυτού με την Επιτροπή και θεωρώ ότι θα ήταν παράλογο να εξαιρούνται ορισμένοι οργανισμοί από την εφαρμογή της οδηγίας, αν οι οργανισμοί αυτοί δεν μπορούσαν ευθύς εξαρχής να χαρακτηριστούν ως ΓΤΟ. Οι οργανισμοί που εξ ορισμού αποκλείονται δεν χρειάζεται να εξαιρεθούν.

63.      Τρίτον, υπό το πρίσμα του ευρύτερου νομοθετικού πλαισίου, εάν ο νομοθέτης της Ένωσης είχε όντως τη βούληση να αποκλείσει από τον ορισμό των ΓΤΟ τους οργανισμούς που προκύπτουν με μεταλλαξιογένεση, θα μπορούσε να προβλέψει ρητώς μια τέτοια εξαίρεση στο επίπεδο του ορισμού αυτού καθεαυτόν, όπως έπραξε σε άλλες πράξεις του παράγωγου δικαίου σχετικά με τους ΓΤΟ (24).

64.      Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι οργανισμός που προκύπτει με μεταλλαξιογένεση μπορεί να συνιστά ΓΤΟ κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, εφόσον πληροί τα ουσιαστικά κριτήρια που θέτει η διάταξη αυτή.

65.      Εν προκειμένω, χωρίς να επιθυμώ να διατυπώσω ορισμούς τους οποίους δεν δίνει η ίδια η οδηγία για τους ΓΤΟ, αλλά απλώς να αποτυπώσω με σαφήνεια τη λογική σχέση μεταξύ των εννοιών που χρησιμοποιούνται στην οδηγία για τους ΓΤΟ, επισημαίνω τρεις μεταβλητές, όπως αυτές περιγράφηκαν με χρήσιμο τρόπο από την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Πρόκειται για την έννοια της μεταλλαξιογενέσεως· τον ορισμό του ΓΤΟ σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2· και την εξαίρεση του άρθρου 3, παράγραφος 1, και του παραρτήματος I B. Με βάση τις συγκεκριμένες μεταβλητές τρία λογικά ενδεχόμενα είναι πιθανά, αναλόγως της τεχνικής που εφαρμόζεται ακριβώς για τη δημιουργία του αντίστοιχου οργανισμού.

66.      Πρώτον, ενδέχεται να υπάρχουν οργανισμοί οι οποίοι προκύπτουν μεν με μεταλλαξιογένεση, δεν συνιστούν όμως ΓΤΟ κατά την έννοια της οδηγίας για τους ΓΤΟ διότι δεν πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 2, παράγραφος 2. Δεύτερον, είναι πιθανό να υπάρχουν οργανισμοί που και προκύπτουν με μεταλλαξιογένεση και πληρούν τα κριτήρια. Ως εκ τούτου, πρόκειται για ΓΤΟ κατά την έννοια της οδηγίας, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση ότι εμπίπτουν στην εξαίρεση του άρθρου 3, παράγραφος 1, και του παραρτήματος I B, εξαιρούνται από τις υποχρεώσεις που ορίζει η εν λόγω οδηγία. Τρίτον, είναι δυνατό να υπάρχουν οργανισμοί οι οποίοι προκύπτουν με μεταλλαξιογένεση και πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 2, παράγραφος 2, αλλά όχι τις προϋποθέσεις για εξαίρεσή τους βάσει του παραρτήματος I B. Ο τρίτος τύπος οργανισμών καλύπτεται πλήρως από την οδηγία για τους ΓΤΟ.

67.      Εν συντομία, συνάγεται ότι ο χαρακτηρισμός ενός οργανισμού ως ΓΤΟ εξαρτάται αποκλειστικώς από το αν (δεν) πληροί τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας για τους ΓΤΟ. Το γεγονός ότι ο οργανισμός αυτός θα μπορούσε στη συνέχεια να εξαιρεθεί δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας για τους ΓΤΟ σε συνδυασμό με το παράρτημά της I B, ουδόλως επηρεάζει τον νομικό χαρακτηρισμό του ως ΓΤΟ: οι οργανισμοί αυτοί παραμένουν ΓΤΟ κατά την έννοια της οδηγίας.

 β)      Το πεδίο εφαρμογής της εξαιρέσεως της μεταλλαξιογενέσεως

68.      Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας για τους ΓΤΟ ορίζει ότι η οδηγία δεν εφαρμόζεται σε οργανισμούς που προκύπτουν με τις τεχνικές γενετικής τροποποιήσεως του παραρτήματος I Β. Το παράρτημα I B απαριθμεί, στο πρώτο σημείο, τη «μεταλλαξιογένεση». Με δεδομένο ότι δεν υπάρχει νομοθετικός ορισμός της μεταλλαξιογενέσεως στην οδηγία, το δεύτερο σκέλος του πρώτου ερωτήματος που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο αφορά, κατ’ ουσίαν, το αν ως «μεταλλαξιογένεση» πρέπει να νοούνται όλες οι τεχνικές μεταλλαξιογενέσεως ή μόνο ορισμένες από αυτές. Και εάν μόνο ορισμένες, τότε ποιες;

69.      Ως προς το πεδίο εφαρμογής της εξαιρέσεως της μεταλλαξιογενέσεως, οι συμμετέχοντες στη διαδικασία, με τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν στο Δικαστήριο, εξέφρασαν αποκλίνουσες απόψεις.

70.      Στο ένα άκρο του φάσματος, οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης θεωρούν ότι η εξαίρεση της μεταλλαξιογενέσεως θα πρέπει να ερμηνεύεται βάσει των συνθηκών που ίσχυαν το 2001, όταν εκδόθηκε η οδηγία για τους ΓΤΟ. Ως εκ τούτου, μόνον οι τεχνικές μεταλλαξιογενέσεως που συστηματικά εφαρμόζονταν κατά τον χρόνο εκδόσεως της οδηγίας για τους ΓΤΟ εμπίπτουν στην εξαίρεση της μεταλλαξιογενέσεως, δηλαδή η in vivo τυχαία μεταλλαξιογένεση, σε αντίθεση με οποιεσδήποτε άλλες τεχνικές, είτε πρόκειται για τυχαία in vitro είτε, κατά μείζονα λόγο, για κατευθυνόμενη μεταλλαξιογένεση.

71.      Στο άλλο άκρο του φάσματος, η Ελληνική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζουν ότι δεν πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ των διάφορων ειδών μεταλλαξιογενέσεως. Όλες οι τεχνολογικές εξελίξεις μετά την έκδοση της οδηγίας για τους ΓΤΟ πρέπει να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εξαιρέσεως της μεταλλαξιογενέσεως, δεδομένου ότι το 2001 σαφώς μπορούσε να προβλεφθεί ότι η επιστημονική πρόοδος που σχετίζεται με τη μεταλλαξιογένεση δεν θα σταματούσε εκεί.

72.      Τα λοιπά ενδιαφερόμενα μέρη που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο βρίσκονται μεταξύ των ανωτέρω θέσεων, αν και ίσως πλησιέστερα προς εκείνη της Ελληνικής Κυβερνήσεως και της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου.

73.      Η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι εξαιρούνται όλες οι τεχνικές μεταλλαξιογενέσεως που παραδοσιακά εφαρμόζονταν κατά την έκδοση της οδηγίας για τους ΓΤΟ. Οι νέες τεχνικές θα πρέπει να εξετάζονται κατά περίπτωση προκειμένου να διαπιστώνεται αν και κατά πόσον μπορούν να εμπίπτουν στην εξαίρεση της μεταλλαξιογενέσεως.

74.      Η Γαλλική Κυβέρνηση και η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζουν μια παρόμοια προσέγγιση, εστιάζοντας ωστόσο ειδικότερα στο ζήτημα της ασφάλειας. Ισχυρίζονται ότι μόνο οι οργανισμοί που προκύπτουν με τεχνικές οι οποίες είναι εξίσου ασφαλείς με τις παραδοσιακές τεχνικές πρέπει να εξαιρούνται. Η Γαλλική Κυβέρνηση θεωρεί, ειδικότερα, ότι το πεδίο εφαρμογής της εξαιρέσεως της μεταλλαξιογενέσεως πρέπει να καθορίζεται με γνώμονα την αρχή της προφυλάξεως.

75.      Η Σουηδική Κυβέρνηση υπογραμμίζει επίσης την παράμετρο της ασφάλειας, καταλήγοντας, ωστόσο, σε συμπεράσματα αντίθετα προς αυτά της Γαλλικής και της Ολλανδικής Κυβερνήσεως. Μολονότι θεωρεί ότι η κατευθυνόμενη μεταλλαξιογένεση δεν παράγει ΓΤΟ κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας για τους ΓΤΟ, φρονεί ότι μια τέτοια τεχνική εξαιρείται παρά ταύτα, επειδή παρουσιάζει ακόμη λιγότερους κινδύνους από ό,τι η συμβατική μεταλλαξιογένεση και είναι παρόμοια με τις αυθόρμητες μεταλλάξεις που συμβαίνουν φυσιολογικά. Οι οργανισμοί που προκύπτουν με την εισαγωγή ξένου DNA (που περιλαμβάνει τη χρήση μορίων ανασυνδυασμένου νουκλεϊκού οξέος) εντούτοις εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας διότι δεν συνιστούν μεταλλαξιογένεση.

76.      Η Επιτροπή (25) παρατηρεί ότι από τη δεκαετία του 1960, όταν χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά η συμβατική μεταλλαξιογένεση, δεν αναφέρθηκαν ιδιαίτερα προβλήματα. Δεν υπάρχει πραγματική διαφορά μεταξύ in vitro και in vivo μεταλλαξιογενέσεως. Η μεταλλαξιογένεση in vitro είχε μάλιστα εφαρμοστεί πριν από την έκδοση της οδηγίας για τους ΓΤΟ και, σε μικρότερο βαθμό, πριν ακόμη και από την προϊσχύουσα αυτής οδηγία (26).

77.      Το γεγονός ότι έχει χρησιμοποιηθεί ο γενικός όρος «μεταλλαξιογένεση» στο παράρτημα I B σημαίνει ότι, βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας για τους ΓΤΟ, μπορεί να εξαιρούνται εξίσου οι νέες τεχνικές. Δεν είναι δυνατόν, το 2001, ο νομοθέτης της Ένωσης να μην είχε λάβει υπόψη την τεχνολογική πρόοδο. Πρέπει λοιπόν να συναχθεί ότι σκοπός του ήταν να συμπεριλάβει στην εξαίρεση όλες τις τεχνικές μεταλλαξιογενέσεως. Ως εκ τούτου, ο νομοθέτης της Ένωσης σκοπίμως διατήρησε τη γενική ονομασία, αλλά πρόσθεσε την απαγόρευση χρήσεως μορίων ανασυνδυασμένου νουκλεϊκού οξέος προκειμένου να περιορίσει το εύρος των τεχνικών που ευνοούνται από την εξαίρεση.

78.      Κατά την άποψη της Επιτροπής, θα πρέπει να διεξάγεται ανάλυση κατά περίπτωση προκειμένου να διαπιστώνεται κάθε φορά εάν οι οργανισμοί που προκύπτουν με μεταλλαξιογένεση μπορούν να εξαιρεθούν λαμβανομένων υπόψη των διαφορετικών διαδικασιών που χρησιμοποιούνται για την τροποποίηση του γενετικού υλικού, συμπεριλαμβανομένης της πιθανής χρήσεως μορίων ανασυνδυασμένου νουκλεϊκού οξέος ή μη εξαιρούμενων ΓΤΟ. Οι οργανισμοί που προκύπτουν με συμβατική μεταλλαξιογένεση (συμπεριλαμβανομένης της in vitro) και με νέες τεχνικές εξαιρούνται, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούν τις προϋποθέσεις του παραρτήματος I B.

79.      Συμφωνώ με την Επιτροπή ότι μία μόνο κρίσιμη διάκριση υπάρχει και πρέπει να γίνει προκειμένου να αποσαφηνιστεί το πεδίο εφαρμογής της εξαιρέσεως της μεταλλαξιογενέσεως: η επιφύλαξη που τίθεται στο παράρτημα I B, δηλαδή κατά πόσον η τεχνική μεταλλαξιογενέσεως περιλαμβάνει «τη χρήση μορίων ανασυνδυασμένου νουκλεϊκού οξέος ή [ΓΤΟ] εκτός αυτών που παράγονται […] από […] μεταλλαξιογένεση [ή] σύντηξη φυτικών κυττάρων […] οργανισμών οι οποίοι μπορούν να ανταλλάξουν γενετικό υλικό με παραδοσιακές μεθόδους αναπαραγωγής» (στο εξής: επιφύλαξη του παραρτήματος I B) (1). Καμία περαιτέρω διάκριση δεν θα έπρεπε –ούτε και θα μπορούσε– να γίνει δικαστικώς (2).

1)      Η επιφύλαξη του παραρτήματος I B

80.      Η επιφύλαξη του παραρτήματος I B προστέθηκε το 2001. Πριν από αυτήν, η προϊσχύουσα οδηγία 90/220 εξαιρούσε τους οργανισμούς που προέκυπταν με μεταλλαξιογένεση υπό τη μοναδική προϋπόθεση ότι «δεν συνεπάγοντα[ν] τη χρήση ΓΤΟ ως δεκτών ή γονικών οργανισμών» (27).

81.      Όπως παρατήρησε η Επιτροπή, ο νομοθέτης της Ένωσης σκοπίμως αποφάσισε να μη διακρίνει μεταξύ των τεχνικών κατά τον προσδιορισμό του πεδίου εφαρμογής της εξαιρέσεως της μεταλλαξιογενέσεως. Την ίδια στιγμή, περιόρισε στην πράξη την εξαίρεση, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι διαρκείς τεχνολογικές εξελίξεις, με την προσθήκη της επιφυλάξεως ως προς τη χρήση μορίων ανασυνδυασμένου νουκλεϊκού οξέος. Η επιφύλαξη αυτή θεωρήθηκε ότι αρκεί, ώστε να λαμβάνεται επαρκώς υπόψη η εμφάνιση νέων τεχνικών μεταλλαξιογενέσεως.

82.      Επομένως, και αποκλειστικώς στο επίπεδο του γράμματος, είναι ήδη αρκετά σαφές ότι θα ήταν αναληθές να υποστηριχθεί ότι υπό το καθεστώς της οδηγίας για τους ΓΤΟ ισχύει μια κατηγορηματική και ανεπιφύλακτη εξαίρεση για όλες τις τεχνικές μεταλλαξιογενέσεως. Το αντίθετο: η επιφύλαξη του παραρτήματος I B ισοδυναμεί με σημαντικό περιορισμό.

83.      Η συστηματική ερμηνεία της οδηγίας για τους ΓΤΟ επιβεβαιώνει τη σημασία της συγκεκριμένης προσθήκης του 2001. Η χρήση μορίων ανασυνδυασμένου νουκλεϊκού οξέος χαρακτηρίζεται πράγματι ρητώς στο παράρτημα I Α, μέρος 1, ως τεχνική γενετικής τροποποιήσεως από αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ –ο θετικός κατάλογος. Η χρήση τέτοιων μορίων μπορεί να οδηγήσει ακόμη και στην ανατροπή του τεκμηρίου ότι οι τεχνικές που απαριθμούνται στο παράρτημα I Α, μέρος 2 (δηλαδή in vitro γονιμοποίηση, διαδικασίες που απαντούν στη φύση και πρόκληση πολυπλοειδίας), δεν θεωρείται ότι οδηγούν σε γενετική τροποποίηση.

84.      Έπεται εξ αυτών ότι οι τεχνικές μεταλλαξιογενέσεως που πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 2, παράγραφος 2, εξαιρούνται από τις υποχρεώσεις της οδηγίας για τους ΓΤΟ, υπό την προϋπόθεση ότι δεν ενέχουν χρήση μορίων ανασυνδυασμένου νουκλεϊκού οξέος ή άλλων ΓΤΟ, εκτός αυτών που παράγονται με μεταλλαξιογένεση ή σύντηξη φυτικών κυττάρων οργανισμών οι οποίοι μπορούν να ανταλλάξουν γενετικό υλικό με παραδοσιακές μεθόδους αναπαραγωγής. Σε περίπτωση κατά την οποία δεν πληρούται αυτή η τελευταία προϋπόθεση του παραρτήματος I B, τότε ισχύουν όλες οι υποχρεώσεις που προβλέπει η οδηγία.

85.      Συμπερασματικώς, ίσως είναι χρήσιμο να αναφερθεί επικουρικώς ένα ακόμη σημείο. Δεν αμφισβητείται ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται σε ορθή μεταφορά όλων των διατάξεων μιας οδηγίας, συμπεριλαμβανομένων των παραρτημάτων της (28). Παρ’ όλο που δεν αποτελεί άμεσο αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης, φαίνεται ότι το (επίδικο σε εθνικό επίπεδο) άρθρο D. 531‑2 του κώδικα περιβάλλοντος εξακολουθεί να είναι διατυπωμένο όπως ακριβώς το παράρτημα το οποίο περιεχόταν στην προγενέστερη οδηγία 90/220 και αντιστοιχεί στο παράρτημα Ι Β. Το συγκεκριμένο εθνικό μέτρο μεταφοράς δεν φαίνεται να αντικατοπτρίζει την ισχύουσα από το 2001 επιφύλαξη του παραρτήματος I B. Εναπόκειται, ωστόσο, αποκλειστικώς στο αιτούν δικαστήριο να διαπιστώσει αν πράγματι συμβαίνει αυτό και, σε καταφατική περίπτωση, ποια συμπεράσματα μπορούν να συναχθούν από μια τέτοια διαπίστωση όσον αφορά την ορθότητα μεταφοράς της οδηγίας για τους ΓΤΟ στο εθνικό δίκαιο.

2)      Είναι αναγκαίες επιπλέον διακρίσεις;

86.      Πέραν εκείνης που προκύπτει από το παράρτημα I B, είναι άραγε σκόπιμο να γίνουν περαιτέρω διακρίσεις μεταξύ των τεχνικών μεταλλαξιογενέσεως;

87.      Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης, η Γαλλική και η Ολλανδική Κυβέρνηση και, τρόπον τίνα, η Σουηδική Κυβέρνηση υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι οι τεχνικές μεταλλαξιογενέσεως πρέπει να διακρίνονται ανάλογα με τον βαθμό ασφαλείας τους. Συγκεκριμένα, οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης και η Γαλλική Κυβέρνηση προτείνουν να ερμηνεύεται το πεδίο εφαρμογής της εξαιρέσεως της μεταλλαξιογενέσεως υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψεως 17 της οδηγίας για τους ΓΤΟ και της αρχής της προφυλάξεως. Κατά την άποψή τους, τούτο σημαίνει ότι πρέπει, μέσω της ερμηνείας, το πεδίο εφαρμογής της εξαιρέσεως της μεταλλαξιογενέσεως να περιορίζεται ώστε να καλύπτει αποκλειστικώς τις «δοκιμασμένες» και ως εκ τούτου ασφαλείς τεχνικές, κατά το 2001.

88.      Το συγκεκριμένο επιχείρημα έχει δύο πτυχές, από χρονικής απόψεως. Χάριν ευκολίας, κρίνεται σκόπιμο να διατηρείται η διάκρισή τους: πρώτον, και σε αντίθεση προς το γράμμα της διατάξεως, υποστηρίζεται ότι η βούληση του νομοθέτη της Ένωσης ήταν να απαλλάξει μόνο τις ασφαλείς τεχνικές που υπήρχαν το 2001. Δεύτερον, ακόμη και αν αυτό δεν ίσχυε τότε, τα ζητήματα ασφάλειας που ανέκυψαν μετά την ημερομηνία αυτή θα πρέπει de facto να οδηγήσουν σήμερα, 17 περίπου χρόνια αργότερα, στο ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή το 2018 να εμπίπτουν στο πεδίο εξαιρέσεως της μεταλλαξιογενέσεως μόνο οι τεχνικές που ήταν γνωστές και χρησιμοποιούνταν το 2001.

89.      Διαφωνώ και με τις δύο προτάσεις. Θεωρώ ότι ο νομοθέτης του 2001 σαφώς εννοούσε αυτό που έγραφε (i). Για πολλούς λόγους, τόσο συνταγματικούς όσο και πρακτικούς, ο ρόλος του Δικαστηρίου ασφαλώς δεν είναι να αναδιατυπώνει νομολογιακώς τους ορισμούς και τις κατηγορίες που διαλαμβάνονται σε μια τόσο τεχνική και σύνθετη ρύθμιση του παράγωγου δικαίου (ii).

i)      Η βούληση του νομοθέτη

90.      Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης και πολλοί από τους λοιπούς μετέχοντες στη διαδικασία βασίστηκαν σε μεγάλο βαθμό στην αιτιολογική σκέψη 17 προκειμένου να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι ο νομοθέτης της Ένωσης είχε την πρόθεση να εξαιρέσει μόνο τις τεχνικές ασφαλούς μεταλλαξιογενέσεως.

91.      Δεν συμφωνώ με την άποψη αυτή. Το ως άνω συμπέρασμα δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στο γράμμα ούτε στο ιστορικό πλαίσιο ούτε στην εσωτερική λογική της οδηγίας για τους ΓΤΟ.

92.      Πρώτον, ανατρέχοντας στο γράμμα, η αιτιολογική σκέψη 17 διαλαμβάνει ότι «[η] παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται για οργανισμούς που προκύπτουν με ορισμένες τεχνικές γενετικής τροποποίησης οι οποίες από μακρού χρησιμοποιούνται κατά παράδοση και με ασφάλεια σε ορισμένες εφαρμογές». Στην αιτιολογική σκέψη δεν μνημονεύεται ρητώς η μεταλλαξιογένεση. Βεβαίως, ανάλογα με το πόσο ευρύς ορισμός δίνεται στην έννοια της «γενετικής τροποποιήσεως», είναι πιθανόν να συμπεριλαμβάνεται η μεταλλαξιογένεση (τουλάχιστον όσον αφορά ορισμένους τύπους της) σε αυτή την ευρύτερη έννοια. Ωστόσο, η αιτιολογική σκέψη 17 σαφώς δεν στοχεύει ειδικώς στη μεταλλαξιογένεση, και για τον λόγο αυτό δεν δικαιολογείται η άποψη ότι η συγκεκριμένη εξαίρεση θεσπίστηκε υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψεως 17.

93.      Επιπροσθέτως, ούτε το άρθρο 3 ούτε το παράρτημα I B (τα οποία θεσπίζουν την εξαίρεση της μεταλλαξιογενέσεως) αναφέρονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο στην αιτιολογική σκέψη 17, αναπαράγοντας, για παράδειγμα, το περιεχόμενό της ή χρησιμοποιώντας τις κατηγορίες της. Καμία από τις διατάξεις αυτές δεν εξαρτά ούτε δικαιολογεί την εξαίρεση βάσει του ότι «από μακρού χρησιμοποιούνται […] με ασφάλεια» οι εξαιρούμενοι οργανισμοί. Έτσι, το κείμενο της αιτιολογικής σκέψεως 17 δεν βρίσκει σαφή αντανάκλαση στις κατηγορίες και τους ορισμούς που παρέχει η οδηγία για τους ΓΤΟ.

94.      Δεύτερον, και ίσως ακόμη πιο σημαντικό, το ιστορικό υπόβαθρο της συγκεκριμένης αιτιολογικής σκέψεως και της εξαιρέσεως της μεταλλαξιογενέσεως καταδεικνύει με σαφήνεια ότι η αιτιολογική σκέψη 17 απλά δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 1, και του παραρτήματος I B. Ανατρέχοντας στις προπαρασκευαστικές εργασίες για την οδηγία 90/220, η οποία προηγήθηκε της οδηγίας για τους ΓΤΟ, η αιτιολογική σκέψη 17 συντάχθηκε και προστέθηκε από την Επιτροπή πριν συζητηθεί η εξαίρεση της μεταλλαξιογενέσεως κατά τα επόμενα στάδια της νομοθετικής διαδικασίας (29). Με άλλα λόγια, η εξαίρεση εισήχθη αργότερα και ανεξάρτητα από την αιτιολογική σκέψη 17.

95.      Τρίτον, με βάση την όλη οικονομία της οδηγίας για τους ΓΤΟ, προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν είχε τη βούληση να διαιρέσει την κατηγορία της μεταλλαξιογενέσεως με βάση την ακριβή τεχνική που χρησιμοποιείται και τον τεκμαιρόμενο βαθμό ασφάλειάς της. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή υπογράμμισε ότι η αιτιολογική σκέψη 17 αποτελεί απλή δήλωση, ενώ το Συμβούλιο επιβεβαίωσε ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν είχε την πρόθεση να ρυθμίσει τις τεχνικές μεταλλαξιογενέσεως, ανεξάρτητα από την ασφάλειά τους.

96.      Επιπλέον, εντός της οδηγίας για τους ΓΤΟ, ο νομοθέτης της Ένωσης προέβη ήδη σε ορισμένες διακρίσεις μεταξύ των διαφορετικών μεθόδων στα παραρτήματα I Α και I B. Επομένως, ευλόγως δύναται να υποτεθεί ότι οι διακρίσεις που επιθυμούσε να επιφέρει ο νομοθέτης της Ένωσης έγιναν πράγματι ρητώς. Με αυτά τα δεδομένα, είναι δύσκολο να υποστηριχθεί ότι εκτός από τις συγκεκριμένες σαφείς διακρίσεις, ο νομοθέτης της Ένωσης ήθελε επίσης να προσθέσει ένα νέο στρώμα πολυπλοκότητας σε ολόκληρη τη δομή προβλέποντας περαιτέρω σιωπηρή διάκριση μεταξύ των διαφορετικών τεχνικών μεταλλαξιογενέσεως με βάση ένα νομοτυπικά άγραφο κριτήριο ασφαλείας.

97.      Επομένως, δεν διατηρώ καμία αμφιβολία ότι το 2001 αυτό το οποίο έγραψε ο νομοθέτης απηχεί ακριβώς αυτό που εννοούσε: οργανισμοί που προκύπτουν με τεχνικές μεταλλαξιογενέσεως εξαιρούνται από τις υποχρεώσεις που καθορίζονται στην οδηγία για τους ΓΤΟ, εκτός αν εμπίπτουν στην επιφύλαξη του παραρτήματος I B.

ii)    Στατική ή δυναμική ερμηνεία;

98.      Πέραν του επιχειρήματός τους σχετικά με το τι εννοούσε ο νομοθέτης της Ένωσης το 2001, οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης υποστηρίζουν ουσιαστικά ότι εν έτει 2018 η εξαίρεση της μεταλλαξιογενέσεως πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα των πραγματικών συνθηκών που επικρατούσαν το 2001. Ως εκ τούτου, μόνον οι ασφαλείς τεχνικές που συστηματικά χρησιμοποιούνταν κατά τον χρόνο εκδόσεως της οδηγίας για τους ΓΤΟ εμπίπτουν στη συγκεκριμένη εξαίρεση. Ο δεδηλωμένος λόγος μιας τέτοιας ερμηνείας είναι η αρχή της προφυλάξεως.

99.      Δεν συμφωνώ.

100. Γενικότερα, η ερμηνεία του δικαίου, και ειδικότερα των αόριστων εννοιών που περιέχονται στον νόμο, πρέπει να είναι δυναμική. Πρέπει να αλληλεπιδρά με την κοινωνική εξέλιξη, τόσο σε επίπεδο τεχνικής όσο και σχέσεων. Με την πάροδο του χρόνου, οι ηθικοί χαρακτηρισμοί εξελίσσονται: το 1818 ως «εξευτελιστική μεταχείριση» νοούνταν πιθανότατα κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που σημαίνει ο όρος το 2018. Το ίδιο ισχύει και για τους πιο τεχνικούς ορισμούς, όπως για το τι εστί «όχημα» ή «μέσο επικοινωνίας». Η θέση ότι η ερμηνεία τέτοιου είδους εννοιών πρέπει να «παγώσει» στις πραγματικές ή κοινωνικές συνθήκες που επικρατούσαν όταν οι έννοιες αυτές αναδείχθηκαν σε νομοτυπικά στοιχεία θα αποτελούσε μια όλως «καταγωγική» προσέγγιση της ερμηνείας του δικαίου, η οποία είναι μάλλον σπάνια στην από δω πλευρά του Ατλαντικού.

101. Ειδικότερα, εν προκειμένω, η γενική κατηγορία υπό την ονομασία «μεταλλαξιογένεση» είναι λογικό να περιλαμβάνει όλες εκείνες τις τεχνικές οι οποίες, κατά την κρίσιμη για τις ανάγκες της συγκεκριμένης υπόθεσης χρονική στιγμή, θεωρούνται ότι εντάσσονται στην κατηγορία αυτή, συμπεριλαμβανομένων τυχόν νέων τεχνικών.

102. Στο πλαίσιο αυτό, η αρχή της προφυλάξεως την οποία επικαλούνται οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης είναι προφανές ότι εκλαμβάνεται ως μια εσωτερική παρέκκλιση από τη γενική αρχή της δυναμικής ερμηνείας του νόμου. Αυτό που προτείνουν, κατά τα φαινόμενα, είναι ένα «πάγωμα στον χρόνο» για όσους τομείς ή ζητήματα καλύπτονται από την αρχή της προφυλάξεως.

103. Αφήνοντας, προς στιγμή, κατά μέρος το ερώτημα αν μπορεί καν να γίνει εν προκειμένω επίκληση της αρχής της προφυλάξεως βάσει των εγγράφων και των στοιχείων που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο (30), θεωρώ ότι στο πεδίο της νομικής ερμηνείας η αρχή της προφυλάξεως είναι πιθανό να έχει διαφορετικό ρόλο. Όπως συμβαίνει και σε άλλες περιπτώσεις νομικής ερμηνείας, η αρχή αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ερμηνεία αόριστων εννοιών ή κατηγοριών για τις οποίες υπάρχουν αμφιβολίες ως προς το νόημά τους μέσα στα ευλόγως αποδεκτά σημασιολογικά όρια του γραπτού κειμένου –ενώ διατυπώνονται πολλές (εξίσου εύλογες) ερμηνευτικές επιλογές. Ωστόσο, δεν μπορεί να οδηγήσει στην «επανασυγγραφή» (31) των διατάξεων του νόμου κατά τρόπο που να αντιβαίνει στο γράμμα τους, τουτέστιν contra legem (32).

104. Αυτό είναι, εν περιλήψει, το συνταγματικό πρόβλημα το οποίο εμφανίζουν τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης. Εκείνο που οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης, κατ’ ουσίαν, ζητούν δεν είναι μια ερμηνεία της οδηγίας για τους ΓΤΟ αλλά μια δικαστική επανασυγγραφή της, και πιο συγκεκριμένα την αναδιατύπωση του πεδίου εφαρμογής της εξαιρέσεως του άρθρου 3, παράγραφος 1, και του παραρτήματος I B, παραβιάζοντας το γράμμα του νόμου και επιδιώκοντας τη διά της δικαστικής οδού ένταξη κατηγοριών οι οποίες είναι σαφές ότι δεν προβλέπονται από τη νομοθεσία αυτή καθεαυτήν.

105. Τούτο με τη σειρά του αποκαλύπτει μια σειρά πρακτικών προβλημάτων που απορρέουν από τη θέση των προσφευγουσών της κύριας δίκης, τα οποία απλά αναδεικνύουν περαιτέρω γιατί μια τέτοια εκτίμηση πρέπει να διενεργείται από τον έμπειρο νομοθέτη και όχι από τα δικαστήρια. Αντί συμπεράσματος κρίνεται σκόπιμο να αναφερθεί ένα τέτοιο πρακτικό πρόβλημα: το κριτήριο που προτείνουν οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης για την εν λόγω δικαστική επανασυγγραφή των ισχυόντων κανόνων ήταν να περιλαμβάνονται στο αναδιαμορφωμένο παράρτημα I B μόνο οι τεχνικές που ήταν ασφαλείς και είχαν ήδη χρησιμοποιηθεί συστηματικά το 2001. Ωστόσο, πώς θα μπορούσαν να καθοριστούν με ακρίβεια τέτοιες τεχνικές; Θα μπορούσαν πράγματι να κατονομαστούν; Τι συμβαίνει με τις τεχνικές που υπήρχαν το 2001, ήταν ασφαλείς αλλά χρησιμοποιήθηκαν μόνο σε επιλεγμένα εργαστήρια (και όχι συστηματικά); Τι θα συμβεί αν μια τεχνική που υπήρχε το 2001 τροποποιήθηκε ελαφρώς το 2005 αλλά η έρευνα που είχε προβλέψει την τροποποίηση ή επέκταση αυτή είχε ήδη ολοκληρωθεί από τη δεκαετία του 1980; Τι γίνεται με μια τεχνική που υπήρχε και χρησιμοποιήθηκε συστηματικά το 2001, θεωρήθηκε ότι ήταν ασφαλής τότε αλλά μόνο αργότερα διαπιστώθηκε ότι δεν ήταν απολύτως ασφαλής; Παρεμπιπτόντως, θα μπορούσαν αυτές οι μεταγενέστερες εξελίξεις να λαμβάνονται υπόψη σε έναν κόσμο όπου μόνο η γνώση που υπήρχε κατά την έκδοση του νόμου έπρεπε να έχει σημασία για την ερμηνεία του;

106. Μερικές φορές λέγεται, και πιθανότατα όχι ακριβώς ως φιλοφρόνηση, ότι όταν συναντιούνται δύο δικηγόροι σε ένα δωμάτιο τότε προκύπτουν τρεις διαφορετικές νομικές απόψεις. Εντούτοις, είναι μάλλον βέβαιο ότι, αντιμέτωποι με κριτήρια που θα είχαν θεσπισθεί με τέτοιον τρόπο, το ίδιο θα συνέβαινε σίγουρα και με τους (βιο) επιστήμονες, για να μην αναφέρουμε τους εθνικούς ρυθμιστικούς φορείς από τους οποίους θα ζητούνταν να εφαρμόσουν τέτοια κριτήρια.

107. Ως εκ τούτου, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο πρώτο ερώτημα ως εξής:

–        υπό την προϋπόθεση ότι πληρούν τα ουσιαστικά κριτήρια του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/18, οι οργανισμοί που προκύπτουν με μεταλλαξιογένεση συνιστούν γενετικώς τροποποιημένους οργανισμούς κατά την έννοια της οδηγίας αυτής·

–        η εξαίρεση την οποία προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/18, σε συνδυασμό με το παράρτημά της I B, καλύπτει όλους τους οργανισμούς που προκύπτουν με οποιαδήποτε τεχνική μεταλλαξιογενέσεως, ανεξάρτητα από τη χρήση τους κατά την ημερομηνία εκδόσεως της οδηγίας αυτής, υπό την προϋπόθεση ότι δεν περιλαμβάνουν τη χρήση μορίων ανασυνδυασμένου νουκλεϊκού οξέος ή γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών, εκτός αυτών που παράγονται με μία ή περισσότερες από τις μεθόδους που απαριθμούνται στο παράρτημα I B.

2.      Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος

108. Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί κατά πόσον η οδηγία για τους ΓΤΟ συνιστά μέτρο πλήρους ή μερικής εναρμονίσεως όσον αφορά τους οργανισμούς που προκύπτουν με μεταλλαξιογένεση. Ο ειδικότερος σκοπός του ερωτήματος αυτού είναι να εξακριβωθεί αν τα κράτη μέλη μπορούν είτε να θεσπίσουν (εθνικούς) κανόνες σχετικά με τη μεταλλαξιογένεση, παρά το γεγονός ότι η μεταλλαξιογένεση εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής των υποχρεώσεων που προβλέπονται από την οδηγία, ή/και αν μπορούν, ενόψει της μεταφοράς της οδηγίας για τους ΓΤΟ στην εσωτερική έννομη τάξη, να προβλέψουν ότι ισχύουν και ως προς τη μεταλλαξιογένεση οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται με την οδηγία.

109. Με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η Επιτροπή υποστήριξε ότι το ερώτημα αυτό είναι απαράδεκτο. Διαφωνώ και ευθύς αμέσως θα εξηγήσω τον λόγο γιατί θεωρώ ότι το συγκεκριμένο ερώτημα είναι παραδεκτό και, στη συνέχεια, γιατί τα κράτη μέλη είναι κατ’ αρχήν ελεύθερα να ρυθμίζουν τους οργανισμούς που προκύπτουν μέσω μεταλλαξιογενέσεως.

110. Όσον αφορά το παραδεκτό, η Επιτροπή θεωρεί το τρίτο ερώτημα υποθετικό. Με την προσφυγή που ασκήθηκε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου αμφισβητείται η νομιμότητα του άρθρου D. 531‑2 του κώδικα περιβάλλοντος στο μέτρο που η διάταξη αυτή εξαιρεί τους οργανισμούς που προκύπτουν με μεταλλαξιογένεση από τις υποχρεώσεις οι οποίες απορρέουν από τα εθνικά μέτρα μεταφοράς της οδηγίας για τους ΓΤΟ. Σύμφωνα με την Επιτροπή, οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης δεν επιδιώκουν να κηρυχθεί η εν λόγω εθνική διάταξη άκυρη, καθόσον αυτό θα υπερέβαινε τις απαιτήσεις της οδηγίας επιβάλλοντας υποχρεώσεις που δεν προβλέπει. Στο πλαίσιο αυτό, το ζήτημα του κατά πόσον τα κράτη μέλη έχουν περιθώρια να ρυθμίζουν τη μεταλλαξιογένεση είναι υποθετικό.

111. Δεν συμμερίζομαι την άποψη αυτή. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι αιτήσεις προδικαστικών αποφάσεων που υποβάλλουν τα εθνικά δικαστήρια τεκμαίρεται ότι είναι λυσιτελείς (33). Στην υπό κρίση υπόθεση, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι το τεκμήριο αυτό έχει ανατραπεί: το ακριβώς αντίθετο μάλιστα.

112. Στην υπόθεση της κύριας δίκης, οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης ζήτησαν από το αιτούν δικαστήριο να επιβάλει προσωρινή αναστολή για τις ποικιλίες που προκύπτουν με μεταλλαξιογένεση και έχουν καταστεί ανθεκτικές στα ζιζανιοκτόνα. Μολονότι δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να κρίνει αν το αιτούν δικαστήριο διαθέτει την αναγκαία εξουσία για τη λήψη τέτοιων μέτρων, το τρίτο ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο φαίνεται λυσιτελές προκειμένου να καθοριστεί αν τα κράτη μέλη μπορούν πράγματι να υπερβούν την οδηγία για τους ΓΤΟ και να αποφασίσουν να επιβάλουν, ως προς τους οργανισμούς που προκύπτουν με μεταλλαξιογένεση, είτε τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την οδηγία είτε αμιγώς εθνικούς κανόνες.

113. Η ύπαρξη και η έκταση της ελευθερίας που διαθέτουν τα κράτη μέλη εξαρτάται από τον βαθμό εναρμονίσεως ενός συγκεκριμένου τομέα, όπως αυτός διασφαλίζεται από μια οδηγία. Σε περίπτωση πλήρους εναρμονίσεως ενός τομέα του δικαίου, δεν επιτρέπεται στα κράτη μέλη να ρυθμίζουν τον τομέα αυτό, καθόσον τα ενωσιακά μέτρα τον ρυθμίζουν ήδη πλήρως. Τα κράτη μέλη δεν διαθέτουν πλέον ουσιαστική αυτονομία και διακριτική ευχέρεια να λάβουν γενικά μέτρα (34). Το περιθώριο της διακριτικής ευχέρειάς τους ταυτίζεται με το περιθώριο που τους αφήνει το αντίστοιχο μέτρο εναρμονίσεως. Σε περίπτωση μερικής εναρμονίσεως, τα κράτη μέλη εξακολουθούν να είναι ελεύθερα να λαμβάνουν γενικά μέτρα, εφόσον συμμορφώνονται γενικώς προς τις απαιτήσεις του πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης (35).

114. Από την άποψη αυτή, και χωρίς ασφαλώς να προκαταλαμβάνεται η εσωτερική κατανομή αρμοδιοτήτων εντός του κράτους μέλους, μπορώ να αντιληφθώ τον λόγο για τον οποίο ένα εθνικό δικαστήριο θα υπέβαλλε ένα τέτοιο ερώτημα. Επομένως, το τρίτο ερώτημα είναι παραδεκτό.

115. Όσον αφορά την ουσία του ερωτήματος αυτού, έγκειται στο ποια επιλογή έκανε ο νομοθέτης της Ένωσης όσον αφορά τη μεταλλαξιογένεση. Υπάρχουν δύο τρόποι με τους οποίους θα μπορούσε να ερμηνευθεί η εξαίρεση της μεταλλαξιογενέσεως του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας για τους ΓΤΟ και του παραρτήματός της I B.

116. Αφενός, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι, όσον αφορά τη μεταλλαξιογένεση, ο νομοθέτης της Ένωσης όντως προέβη σε νομοθετική επιλογή. Εκτίμησε και, με βάση την εκτίμηση αυτή, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι όλες οι τεχνικές μεταλλαξιογενέσεως πρέπει να εξαιρεθούν επειδή είναι ασφαλείς. Αν ίσχυε κάτι τέτοιο, ο νομοθέτης της Ένωσης όχι μόνο θα εξαιρούσε τη μεταλλαξιογένεση από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την οδηγία, αλλά λογικά θα απαγόρευε επίσης στα κράτη μέλη να ρυθμίζουν σε εθνικό επίπεδο τους οργανισμούς που έχουν προκύψει μέσω αυτής της μεθόδου. Στην περίπτωση αυτή, ο νομοθέτης της Ένωσης θα έμοιαζε με αρχιτέκτονα ο οποίος, αφού αποφάσισε να έχει έναν χώρο με το όνομα «μεταλλαξιογένεση» στο σπίτι του, αποφάσισε επίσης να τον κρατήσει άδειο.

117. Αφετέρου, θα μπορούσε επίσης να υποστηριχθεί ότι, εισάγοντας την εξαίρεση της μεταλλαξιογενέσεως, ο νομοθέτης της Ένωσης δεν προέβη σε καμία δήλωση σχετικά με την ασφάλειά της. Η εξαίρεση υποδήλωνε απλώς ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν επιθυμούσε να ρυθμίσει το ζήτημα αυτό σε επίπεδο Ένωσης. Τούτο συνεπάγεται ότι ο εν λόγω χώρος παραμένει κενός και, υπό τον όρο ότι τα κράτη μέλη σέβονται τις γενικές υποχρεώσεις τους που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης, μπορούν να νομοθετούν όσον αφορά τους οργανισμούς που προκύπτουν με μεταλλαξιογένεση. Στην περίπτωση αυτή, ο αρχιτέκτονας αποφάσισε ουσιαστικά να αφήσει τον χώρο που ονομάζεται «μεταλλαξιογένεση» έξω από το σπίτι του.

118. Είμαι της γνώμης ότι ο δεύτερος τρόπος κατανοήσεως της εξαιρέσεως της μεταλλαξιογενέσεως είναι ο ορθός.

119. Πρώτον, όπως προεκτέθηκε, δεν υπάρχει σαφές έρεισμα στο γράμμα ή στο ιστορικό θεσπίσεως της οδηγίας για τους ΓΤΟ για να υποστηριχθεί η άποψη ότι η εξαίρεση της μεταλλαξιογενέσεως εισήχθη ειδικώς επειδή ο νομοθέτης της Ένωσης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι όλες οι τεχνικές της μεταλλαξιογενέσεως ήταν ασφαλείς (36). Έτσι, δεν υπάρχει κανένα ίχνος οποιασδήποτε ρητής νομοθετικής εκτιμήσεως που να έγινε επί του συγκεκριμένου θέματος.

120. Δεύτερον, σε ένα πιο αφηρημένο επίπεδο, όπως ορθώς επισήμανε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δύσκολα μπορεί να γίνει δεκτό ότι ένας λογικός νομοθέτης θα είχε ποτέ τη βούληση να δηλώσει, συλλήβδην και για το μέλλον, ότι κάτι είναι σε τέτοιο βαθμό ασφαλές που δεν χρειάζεται να ρυθμιστεί καθόλου, είτε σε επίπεδο Ένωσης είτε σε επίπεδο κράτους μέλους.

121. Τρίτον, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το Συμβούλιο επιβεβαίωσε ότι, καθόσον διαφαίνεται, λαμβάνοντας υπόψη τη διαθέσιμη σποραδική γραπτή τεκμηρίωση εκείνης της περιόδου, το Συμβούλιο (το όργανο το οποίο κατά τη νομοθετική διαδικασία εισήγαγε πράγματι την εξαίρεση της μεταλλαξιογενέσεως στο κείμενο (37)) δεν είχε καμία πρόθεση να δηλώσει ότι όλες οι τεχνικές μεταλλαξιογενέσεως ήταν ασφαλείς.

122. Τέλος, όλως επικουρικώς αλλά σε πλήρη συμφωνία με την ανωτέρω περιγραφείσα δυναμική προσέγγιση της νομικής ερμηνείας (38), θα μπορούσε εξίσου να προστεθεί ότι τυχόν απαγόρευση στα κράτη μέλη να νομοθετούν στη βάση ενός αμάχητου τεκμηρίου ασφάλειας της μεταλλαξιογενέσεως δύσκολα θα μπορούσε να συμβιβαστεί με τις τελευταίες εξελίξεις όσον αφορά τη νομοθεσία για τους ΓΤΟ στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σήμερα, η οδηγία (ΕΕ) 2015/412 (39) επιτρέπει ουσιαστικά στα κράτη μέλη να απαγορεύουν την ελευθέρωση ή τη διάθεση στην αγορά προϊόντων που εμπίπτουν στη οδηγία για τους ΓΤΟ. Τούτο φαίνεται να υποδηλώνει μια επανεθνικοποίηση, σε κάποιον βαθμό, των αρμοδιοτήτων στον τομέα των ΓΤΟ. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, το να εξαιρείται η μεταλλαξιογένεση από μια τάση που ισχύει για τους ΓΤΟ γενικά θα προκαλούσε έκπληξη.

123. Υπό το φως των ανωτέρω, θεωρώ ότι τα κράτη μέλη έχουν την αρμοδιότητα να ρυθμίζουν τους οργανισμούς που προκύπτουν μέσω μεταλλαξιογενέσεως, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούν τις γενικές υποχρεώσεις που υπέχουν από το δίκαιο της Ένωσης, είτε αυτές πηγάζουν από το παράγωγο δίκαιο είτε από τους κανόνες του πρωτογενούς δικαίου, όπως είναι τα άρθρα 34 και 36 ΣΛΕΕ.

124. Κατά συνέπεια, στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα προτείνω να δοθεί η ακόλουθη απάντηση: η οδηγία 2001/18 δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν μέτρα ρυθμίσεως της μεταλλαξιογενέσεως υπό τον όρο ότι, στο πλαίσιο αυτό, τηρούν τις γενικότερες υποχρεώσεις που υπέχουν από το δίκαιο της Ένωσης.

 Γ.      Επί του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος

125. Το τέταρτο ερώτημα αφορά το κύρος της εξαιρέσεως της μεταλλαξιογενέσεως την οποία προβλέπει η οδηγία για τους ΓΤΟ. Βασίζεται στην προκείμενη ότι, αν δεν είναι δυνατή η αποτελεσματική εφαρμογή της αρχής της προφυλάξεως για την ερμηνεία της εν λόγω εξαιρέσεως κατά τρόπο που να είναι συμβατός με την αρχή αυτή, τότε θα μπορούσε να γίνει επίκληση της ίδιας αυτής αρχής προκειμένου να αμφισβητηθεί το κύρος της οδηγίας όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής της εξαιρέσεως.

126. Στη διάταξη περί παραπομπής, το αιτούν δικαστήριο διακρίνει μεταξύ των τεχνικών μεταλλαξιογενέσεως αναλόγως του αν προηγούνται ή έπονται της εκδόσεως της οδηγίας για τους ΓΤΟ. Όσον αφορά τις προγενέστερες τεχνικές, το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι ο λόγος ακυρώσεως που αντλείται από παραβίαση της αρχής της προφυλάξεως κατά την ημερομηνία εκδόσεως της οδηγίαςγια τους ΓΤΟ μπορεί να απορριφθεί καθώς για πολλές δεκαετίες χρησιμοποιήθηκαν συμβατικές μέθοδοι τυχαίας μεταλλαξιογενέσεως χωρίς να εντοπιστούν συγκεκριμένοι κίνδυνοι για το περιβάλλον ή την υγεία. Όσον αφορά τις μεταγενέστερες τεχνικές, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, μετά την έκδοση της οδηγίας, προέκυψαν νέες ποικιλίες ανθεκτικές στα ζιζανιοκτόνα ως αποτέλεσμα των τεχνικών τυχαίας μεταλλαξιογενέσεως in vitro και των τεχνικών κατευθυνόμενης μεταλλαξιογενέσεως. Η ανάπτυξη νέων τεχνικών επιτρέπει την αύξηση της παραγωγής τροποποιήσεων κληρονομήσιμου γενετικού υλικού σε ποσοστό δυσανάλογο προς τις τροποποιήσεις που ενδέχεται να συμβούν φυσιολογικά ή τυχαία.

127. Κατά το αιτούν δικαστήριο, προς το παρόν υφίσταται επιστημονική αβεβαιότητα ως προς τον αντίκτυπο των νέων τεχνικών και τους πιθανούς κινδύνους που μπορεί να ανακύψουν για το περιβάλλον και την υγεία των ανθρώπων και των ζώων. Δεν υπήρξε καμία εκτίμηση κινδύνου πριν από τη διάθεση στην αγορά μη διαγονιδιακών ποικιλιών ούτε οποιαδήποτε παρακολούθηση και ανιχνευσιμότητα μετά τη διάθεση στην αγορά. Όσον αφορά τις ανθεκτικές σε ζιζανιοκτόνα ποικιλίες, οι μόνες εκτιμήσεις που πραγματοποιήθηκαν διενεργήθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας εγκρίσεως για την κυκλοφορία στην αγορά.

128. Επιπλέον, κατά το αιτούν δικαστήριο, επειδή ακριβώς δεν έχει προηγηθεί εκτίμηση ούτε ακολουθεί παρακολούθηση, ενδέχεται να υπάρχουν κίνδυνοι οι οποίοι προκύπτουν από τα ακούσια αποτελέσματα της χρησιμοποιούμενης τεχνικής γενετικής τροποποιήσεως ή από τα χαρακτηριστικά του φυτού που μπορεί να προκύψει. Οι κίνδυνοι αυτοί αφορούν τις επιπτώσεις στο περιβάλλον και στην υγεία ανθρώπων και ζώων εκ της καλλιέργειας γενετικώς τροποποιημένων ποικιλιών ανθεκτικών σε ζιζανιοκτόνο. Εν μέρει είναι παρόμοιοι με αυτούς που θα μπορούσαν να προέλθουν από σπόρους παραγόμενους με διαγένεση. Κατά το μέτρο που η άμεση τροποποίηση του γονιδιώματος θα προκαλούσε τα ίδια αποτελέσματα με την εισαγωγή ξένου γονιδίου, ο κίνδυνος βλάβης μπορεί να προέλθει από τις ιδιότητες του φυτού που προκύπτει κατ’ αυτόν τον τρόπο.

129. Επομένως, λαμβανομένης υπόψη της εμφανίσεως νέων ποικιλιών φυτών που προκύπτουν με νέες τεχνικές μεταλλαξιογενέσεως και της αδυναμίας να προσδιοριστεί με βεβαιότητα η ύπαρξη και η έκταση των εντεύθεν κινδύνων, το κύρος της οδηγίας για τους ΓΤΟ θα μπορούσε να αμφισβητηθεί υπό το πρίσμα της αρχής της προφυλάξεως –κατά το μέτρο που η πιθανότητα πραγματικών βλαβών διατηρείται στην περίπτωση επελεύσεως των επικαλούμενων κινδύνων.

130. Επισημαίνω, ευθύς εξ αρχής, ότι, μολονότι ενδέχεται να υφίστανται εύλογες αμφιβολίες ως προς ορισμένες από τις διαπιστώσεις του αιτούντος δικαστηρίου, εντούτοις δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να υπεισέλθει σε συζητήσεις σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά. Ωστόσο, θα ήθελα να επισημάνω ένα βασικό στοιχείο που φαίνεται ότι διαπνέει τη διάταξη περί παραπομπής (εξίσου δε και τις παρατηρήσεις των προσφευγουσών της κύριας δίκης). Υποστηρίζεται ότι, επειδή οι οργανισμοί που προκύπτουν με μεταλλαξιογένεση δεν υπόκεινται ούτε σε προηγούμενη εκτίμηση ούτε σε παρακολούθηση, συντρέχει κίνδυνος, οπότε χωρεί επίκληση της αρχής της προφυλάξεως. Με άλλα λόγια, η έλλειψη παρακολουθήσεως σε συνδυασμό με την απουσία τεκμηριωμένων επιστημονικών δεδομένων που να αποδεικνύουν ότι οι οργανισμοί που προκύπτουν με μεταλλαξιογένεση είναι ασφαλείς θεωρείται ότι ισοδυναμούν με παραβίαση της αρχής της προφυλάξεως, γεγονός που δυνητικώς δικαιολογεί την ακύρωση των άρθρων 2 και 3 της οδηγίας για τους ΓΤΟ και των παραρτημάτων της I A και I B.

1.      Γνώμονας ελέγχου του κύρους: «Στατική ερμηνεία αριθ. 2»;

131. Προτού στραφώ στην αυτή καθεαυτήν εκτίμηση κύρους όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, πρέπει να αποσαφηνιστεί το κρίσιμο χρονικό σημείο για την εκτίμηση αυτή. Το Δικαστήριο καλείται να εκτιμήσει το κύρος των άρθρων 2 και 3 της οδηγίας για τους ΓΤΟ μαζί με τα παραρτήματά της I Α και I B υπό τις τρέχουσες συνθήκες, δηλαδή υπό το φως των τελευταίων εξελίξεων όσον αφορά τη μεταλλαξιογένεση.

132. Κατά πάγια νομολογία ωστόσο το κύρος μιας πράξεως παράγωγου δικαίου κρίνεται, κατ’ αρχήν, σε συνάρτηση με τα πραγματικά στοιχεία και τις περιστάσεις που υφίσταντο κατά τον χρόνο εκδόσεως της πράξεως. Μόνο κατ’ εξαίρεση μπορεί να κρίνεται υπό το φως στοιχείων μεταγενέστερων της εκδόσεώς της (40).

133. Φρονώ ότι το αξίωμα αυτό, το οποίο επικαλούνται τόσο η Επιτροπή όσο και το Συμβούλιο στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, απαιτεί βελτιώσεις όσον αφορά το είδος της προσβαλλομένης πράξεως και τους λόγους της προσβολής.

134. Λαμβάνοντας υπόψη το είδος της προσβαλλόμενης ενωσιακής πράξεως, είναι πιθανό να υπάρχει διαφορετική προσέγγιση όσον αφορά την αξιολόγηση ατομικών (διοικητικών αποφάσεων) και νομοθετικών μέτρων. Τα ατομικά μέτρα ανατρέχουν εκ φύσεως κυρίως στο παρελθόν: καθορίζουν δικαιώματα και υποχρεώσεις ενός δεδομένου συνόλου προσώπων σε σχέση με ένα συγκεκριμένο χρονικό σημείο. Ο καθορισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων κατ’ αυτόν τον τρόπο ασφαλώς θα έχει σημασία και για το μέλλον. Ωστόσο, καθοριστική σημασία για την απόφαση αυτή είχαν τα πραγματικά και νομικά περιστατικά που υφίσταντο κατά τον χρόνο εκδόσεώς της. Αντιθέτως, τα κατεξοχήν νομοθετικά μέτρα είναι από τη φύση τους στραμμένα κυρίως στο μέλλον: αποσκοπούν στη ρύθμιση ενός απεριόριστου αριθμού καταστάσεων που θα προκύψουν στο εξής. Για τα νομοθετικά μέτρα, η μεταγενέστερη εξέλιξη των δεδομένων και της κοινωνίας έχει μεγαλύτερη σημασία (41).

135. Τούτο σχετίζεται με τους λόγους της προσβολής, οι οποίοι έχουν ιδιαίτερη σημασία όσον αφορά τα νομοθετικά μέτρα. Όπως εύκολα γίνεται αντιληπτό για την υπό κρίση υπόθεση, οι λόγοι αυτοί μπορούν να αφορούν: (i) τα πραγματικά περιστατικά ή τους λόγους που ο νομοθέτης της Ένωσης όφειλε να λάβει υπόψη του κατά τον χρόνο εκδόσεως της πράξεως· και/ή (ii) τα πραγματικά περιστατικά ή τους λόγους που προέκυψαν μετά τη στιγμή αυτή.

136. Η κρισιολογούμενη προσβολή ανήκει, κατά βάση, στη δεύτερη κατηγορία. Στο πλαίσιο αυτής, ασφαλώς δεν υποστηρίζεται ότι ο νομοθέτης της Ένωσης έπρεπε να διαθέτει μαντικές ικανότητες και να έχει προβλέψει το μέλλον ήδη από το 2001. Όσον αφορά τις νομοθετικές επιλογές που έγιναν το 2001, τα πραγματικά και νομικά δεδομένα του 2001 αποτελούν φυσικά γνώμονα ελέγχου.

137. Ο λόγος της προσβολής είναι ελαφρώς διαφορετικός: αυτό το οποίο υποστηρίζεται ουσιαστικά είναι ότι ο νομοθέτης της Ένωσης παρέλειψε να αντιδράσει μετά την έκδοση του μέτρου σε μια νέα, σημαντική, τεχνική και επιστημονική εξέλιξη τροποποιώντας ή προσαρμόζοντας το μέτρο. Ωστόσο, αν ενώπιον ενός τέτοιου ισχυρισμού επιβεβαιώνεται η πάγια θέση ότι το κύρος μιας «πράξεως παράγωγου δικαίου κρίνεται, κατ’ αρχήν, σε συνάρτηση με τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που υφίστανται κατά τον χρόνο εκδόσεως της πράξεως», τότε οποιαδήποτε τυχόν μεταγενέστερη εξέλιξη δεν θα ασκεί επιρροή όσον αφορά το κύρος της πράξεως της Ένωσης.

138. Θεωρώ εσφαλμένη μια τέτοια προσέγγιση. Λογικά, η δυναμική προσέγγιση του δικαίου είναι ένα νόμισμα με δύο όψεις: αν επιτρέπεται η τεχνική ή κοινωνική εξέλιξη να τροφοδοτεί την ερμηνεία αόριστων εννοιών και κατηγοριών (42), τότε οι ίδιοι αυτοί παράγοντες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και στο πλαίσιο του μεταγενέστερου δικαστικού ελέγχου κύρους μιας πράξεως.

139. Φρονώ ότι υπάρχει συνταγματική υποχρέωση η νομοθεσία να συμβαδίζει με την εποχή της, υπό την έννοια ότι πρέπει να ανταποκρίνεται στις τεχνικές και κοινωνικές προκλήσεις, και, εφόσον, παρίσταται ανάγκη λόγω κάποιας τελευταίας εξελίξεως, να επικαιροποιείται. Όπως το είχε θέσει, με διαύγεια, ο γενικός εισαγγελέας J. Mischo (43) και όπως έχει, στο πνεύμα αυτό, ειπωθεί και στο πλαίσιο διαφορετικής υποθέσεως (44): ο νομοθέτης είναι υποχρεωμένος να επικαιροποιεί, σε εύλογο βαθμό, τη νομοθεσία του. Τούτο δεν σημαίνει απαραίτητα, σε μια έννομη τάξη δοτής αρμοδιότητας, ότι υφίσταται καθήκον νομοθετήσεως, καθήκον να οριοθετείται διαρκώς το νέο έδαφος. Ωστόσο, είναι σαφές ότι υπάρχει καθήκον το ήδη οριοθετημένο έδαφος να καλλιεργείται και να φροντίζεται διαρκώς (45).

140. Επομένως, το ακριβές περιεχόμενο μιας τέτοιας προσβολής κατά του κύρους πράξεως δεν έγκειται στην «παράλειψη να ληφθεί υπόψη κάποιο στοιχείο κατά τον χρόνο εκδόσεως της αρχικής πράξεως» αλλά, στην πραγματικότητα, στην «παράλειψη επικαιροποιήσεως της πράξεως αυτής κατόπιν εκδόσεώς της». Η παραβίαση ενός τέτοιου καθήκοντος θα μπορούσε, σε ακραίες περιπτώσεις ελλείψεως ανταποκρίσεως σε τεχνικές ή κοινωνικές μεταβολές, να οδηγήσει πιθανώς σε κήρυξη ακυρότητας των ειδικών νομοθετικών διατάξεων λόγω αδράνειας, δηλαδή λόγω μη τροποποιήσεως. Θα ήθελα να υπογραμμίσω τον όλως εξαιρετικό χαρακτήρα ενός τέτοιου βήματος, το οποίο θα μπορούσε να εξεταστεί μόνο σε περιπτώσεις πρόδηλης και ανυπέρβλητης ασυμφωνίας μεταξύ νέας πραγματικότητας και πραγματικά παρωχημένης νομοθεσίας.

141. Το καθήκον του νομοθέτη για επικαιροποίηση είναι, κατά τη γνώμη μου, γενικό. Ωστόσο, δεν είναι το ίδιο επιτακτικό σε όλους τους πιθανούς ρυθμιστικούς τομείς. Η ειδική σημασία και αξία της αρχής της προφυλάξεως έγκειται στο ότι στους τομείς και στα ζητήματα που καλύπτει η συγκεκριμένη αρχή το καθήκον αυτό καθίσταται πιο επιτακτικό. Στους ευαίσθητους τομείς που διέπονται από την αρχή αυτή, απαιτείται επιπρόσθετη προσοχή και επαγρύπνηση, γεγονός που σημαίνει την ανάγκη για ανά τακτά χρονικά διαστήματα επικαιροποίηση και επανεξέταση των ρυθμίσεων εκ μέρους του νομοθέτη.

142. Ως εκ τούτου, σε απάντηση των θέσεων που διατύπωσαν το Συμβούλιο και η Επιτροπή, δεν συμφωνώ με την άποψη ότι το κύρος ενός νομοθετικού μέτρου της Ένωσης, κατά μείζονα λόγο όταν πρόκειται για νομοθεσία γενικής φύσεως η οποία πρόκειται να εφαρμοστεί στο μέλλον, πρέπει να κρίνεται αποκλειστικώς με βάση τα πραγματικά περιστατικά και τις γνώσεις που επικρατούσαν κατά τον χρόνο λήψεως του συγκεκριμένου μέτρου. Αν η αιτίαση που προβάλλεται κατά του κύρους ενός τέτοιου μέτρου στηρίζεται στο γεγονός ότι δεν λήφθηκαν υπόψη γεγονότα ή περιστάσεις που ήταν ήδη γνωστά κατά τον χρόνο εκδόσεως του, τότε πρόκειται για έναν καταγωγικό τύπο ελέγχου, με βάση τις συνθήκες εκδόσεως όπως αυτές στιγμιαία έχουν «απαθανατιστεί». Υπάρχει, ωστόσο, ένας διαφορετικός λόγος για να προσβληθεί δυνητικώς το κύρος του μέτρου, τον οποίο περιέγραψα στην ενότητα αυτή. Στην περίπτωση αυτή, το βάρος μετατοπίζεται εξ ορισμού στις παρούσες συνθήκες: δικαστικός έλεγχος του αν τηρείται το καθήκον να επικαιροποιείται σε εύλογα πλαίσια η νομοθεσία, με ιδιαίτερη έμφαση στην αρχή της προφυλάξεως, το οποίο αναπόφευκτα σημαίνει ότι ο έλεγχος αυτός γίνεται εκ των υστέρων.

2.      Η υπό κρίση υπόθεση

143. Στην υπό κρίση υπόθεση, δεν βλέπω κανένα λόγο απορρέοντα από το γενικό καθήκον επικαιροποιήσεως της νομοθεσίας, ενισχυμένο εν προκειμένω από την αρχή της προφυλάξεως, που θα μπορούσε να θίξει το κύρος της εξαιρέσεως της μεταλλαξιογενέσεως που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας για τους ΓΤΟ και το παράρτημά της I B.

144. Πρώτον, δεν μπορεί να προσαφθεί στον νομοθέτη της Ένωσης ότι δεν άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια στον τομέα των ΓΤΟ, είτε γενικά είτε συγκεκριμένα όσον αφορά την εξαίρεση της μεταλλαξιογενέσεως. Η οδηγία για τους ΓΤΟ και ο κανονισμός στον τομέα αυτό συζητήθηκαν κανονικά και επικαιροποιήθηκαν. Όχι μόνον είναι η ίδια η οδηγία για τους ΓΤΟ του 2001 αποτέλεσμα τροποποιήσεως της προϊσχύουσας οδηγίας 90/220, αλλά τροποποιήθηκε και αυτή με τη σειρά της το 2008 (46). Μετά το 2015, το σύστημα τροποποιήθηκε και πάλι επιτρέποντας στα κράτη μέλη να απαγορεύουν την καλλιέργεια ΓΤΟ στην επικράτειά τους για διάφορους λόγους (47). Επιπλέον, η οδηγία για τους ΓΤΟ προβλέπει τη δική της προσαρμογή, απαιτώντας βάσει του άρθρου 27 την προσαρμογή ορισμένων παραρτημάτων λόγω της τεχνικής προόδου που έχει σημειωθεί εν τω μεταξύ, αν και όχι των παραρτημάτων I Α ή I B.

145. Η εξαίρεση της μεταλλαξιογενέσεως έχει επίσης τροποποιηθεί τακτικά, όπως το 2001, όταν περιορίστηκε η επιφύλαξη του παραρτήματος Ι Β, προσθέτοντας την προϋπόθεση ότι η μεταλλαξιογένεση εξαιρείται μόνο εάν δεν συνεπάγεται τη χρήση μορίων ανασυνδυασμένου νουκλεϊκού οξέος ή ΓΤΟ εκτός αυτών που παράγονται με μία ή περισσότερες από τις τεχνικές που παρατίθενται στο παράρτημα I B (48). Ως εκ τούτου, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο νομοθέτης της Ένωσης παρέλειψε να ενημερώσει τη σχετική νομοθεσία.

146. Δεύτερον, όσον αφορά την επίκληση της αρχής της προφυλάξεως, με βάση τα στοιχεία που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο, φαίνεται ότι υπάρχει αρκετά περιορισμένη γνώση των συγκεκριμένων κινδύνων για την υγεία ή το περιβάλλον στην προκειμένη περίπτωση.

147. Θα μπορούσε να υπομνησθεί (49) ότι το Δικαστήριο έχει ήδη διατυπώσει εναργώς ότι μέτρα προστασίας «δεν μπορούν να αιτιολογηθούν βάσιμα με μια καθαρά υποθετική προσέγγιση του κινδύνου, στηριζόμενη σε απλές υποθέσεις που από επιστημονικής απόψεως δεν έχουν ακόμη εξακριβωθεί. Αντιθέτως, τέτοια μέτρα προστασίας, παρά τον προσωρινό χαρακτήρα τους και ακόμη και αν έχουν προληπτικό χαρακτήρα, δύνανται να ληφθούν μόνον αν στηρίζονται σε όσο το δυνατόν πλήρη αξιολόγηση των κινδύνων, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, που δείχνουν ότι τα μέτρα αυτά είναι επιβεβλημένα» (50).

148. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, σύμφωνα με την αρχή της προφυλάξεως, «αβεβαιότητα ως προς τον κίνδυνο» δεν σημαίνει απλά γενικές αμφιβολίες. Συγκεκριμένοι κίνδυνοι για την ανθρώπινη υγεία ή το περιβάλλον πρέπει να προσδιορίζονται, να τεκμηριώνονται με βάση έναν ελάχιστο αριθμό σοβαρών και ανεξάρτητων επιστημονικών ερευνών. Ο φόβος κινδύνου ή ο «κίνδυνος κινδύνου» δεν αρκούν.

149. Επ’ αυτού, ο ρόλος του Δικαστηρίου είναι εγγενώς περιορισμένος. Ασφαλώς δεν απόκειται στο Δικαστήριο να συγκρίνει και να εξετάζει τα επιστημονικά επιχειρήματα. Αυτό είναι καθήκον του νομοθέτη της Ένωσης ή του εκτελεστικού οργάνου. Μολονότι αναγνωρίζονται και γίνονται σεβαστές οι διαφορετικές ευαισθησίες και ανησυχίες που εγείρει το ευρύτερο ζήτημα των ΓΤΟ, από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο ουδόλως αποδεικνύεται, κατά την άποψή μου, ότι υφίσταται εν προκειμένω σαφής διάσταση μεταξύ εφαρμοστέας νομοθεσίας και επιστημονικής γνώσης, διάσταση η οποία θα μπορούσε, στις ακραίες περιπτώσεις που περιγράφονται ανωτέρω, να προκαλέσει παρέμβαση του Δικαστηρίου (51).

150. Τρίτον, όπως προκύπτει από την απάντηση στο τρίτο ερώτημα (52), οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την οδηγία για τους ΓΤΟ δεν ισχύουν για μεταλλαξιογένεση (ορισμένων μορφών). Ωστόσο, η εξαίρεση της μεταλλαξιογενέσεως δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να θεσπίζουν μέτρα που ρυθμίζουν τον συγκεκριμένο υποτομέα. Κατά μείζονα λόγο, τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν προσωρινά μέτρα προστασίας βάσει της αρχής της προφυλάξεως ή των σχετικών κανόνων της εθνικής νομοθεσίας.

151. Το τρίτο αυτό στοιχείο είναι πολύ σημαντικό: διαφορετικός βαθμός ευθύνης τήρησης του καθήκοντος για νομοθετική επικαιροποίηση είναι φυσικό να υπάρχει μεταξύ τομέων αποκλειστικής αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εκείνων όπου και τα κράτη μέλη έχουν επίσης το δικαίωμα να νομοθετούν. Στην πρώτη περίπτωση είναι σαφές ότι υφίσταται ένα τέτοιο καθήκον: οσάκις διεκδικείται η αποκλειστικότητα μιας συγκεκριμένης δραστηριότητας, η δραστηριότητα αυτή πρέπει να ασκείται πραγματικά, υπό την προϋπόθεση ότι είναι αναγκαία. Αντιστρόφως, το καθήκον αυτό είναι πολύ πιο αδύναμο ή ακόμη και ανύπαρκτο, όταν οποιοδήποτε από τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορεί να την ασκεί για τον εαυτό του.

152. Για τους λόγους αυτούς, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ότι από την εξέταση του τέταρτου προδικαστικού ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος των άρθρων 2 και 3 της οδηγίας για τους ΓΤΟ και των παραρτημάτων της I A και I B.

 Δ.      Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος

153. Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί κατά πόσον η εξαίρεση του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας για τους ΓΤΟ και του παραρτήματός της I B, ισχύει επίσης στο πλαίσιο της οδηγίας 2002/53. Ο λόγος για τον οποίο τίθεται το ερώτημα αυτό πηγάζει από το γεγονός ότι στο άρθρο 4, παράγραφος 4, της οδηγίας 2002/53 γίνεται παραπομπή στους ορισμούς των ΓΤΟ που διαλαμβάνονται αποκλειστικώς στο άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 90/220 (η οποία ίσχυε πριν από την οδηγία για τους ΓΤΟ), χωρίς να γίνεται αναφορά στην εξαίρεση της μεταλλαξιογενέσεως του άρθρου 3, παράγραφος 1. Εξάλλου, η οδηγία 2002/53 δεν διατυπώνει εξαίρεση όσον αφορά τη μεταλλαξιογένεση αυτή καθεαυτήν.

154. Φρονώ ότι η οδηγία 2002/53 πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της εξαιρέσεως της μεταλλαξιογενέσεως που περιέχεται στην οδηγία για τους ΓΤΟ, ώστε να αποκλείεται η έμμεση εφαρμογή της οδηγίας ΓΤΟ στις ποικιλίες των καλλιεργούμενων φυτικών ειδών που προκύπτουν με μεταλλαξιογένεση. Θα παρουσιάσω πρώτα τα αποτελέσματα που θα προέκυπταν από μια αμιγώς γραμματική ερμηνεία της οδηγίας 2002/53, προτού εξηγήσω γιατί η οδηγία 2002/53 πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με την οδηγία για τους ΓΤΟ.

155. Η οδηγία 2002/53 θεσπίζει τις γενικές υποχρεώσεις που ισχύουν για τις ποικιλίες των καλλιεργούμενων φυτικών ειδών: πρέπει, ιδίως, να υποβάλλονται σε επίσημες εξετάσεις προτού εγκριθούν προς υπαγωγή στον κοινό κατάλογο των καλλιεργούμενων φυτικών ειδών. Την ίδια στιγμή, όπως προκύπτει από το άρθρο 4, παράγραφος 4, της οδηγίας 2002/53, η εν λόγω οδηγία περιέχει ειδικές υποχρεώσεις για τις ποικιλίες των καλλιεργούμενων φυτικών ειδών που είναι γενετικώς τροποποιημένες κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφοι 1 και 2, της προγενέστερης οδηγίας 90/220, δηλαδή της οδηγίας που ίσχυε πριν από την οδηγία για τους ΓΤΟ. Ειδικότερα, το άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2002/53 απαιτεί να διενεργείται εκτίμηση του περιβαλλοντικού κινδύνου όμοια με εκείνη που ορίζεται στην οδηγία 90/220.

156. Ωστόσο, στην οδηγία 2002/53 δεν γίνεται καμία αναφορά σε εξαίρεση που θα ίσχυε για τους οργανισμούς που προκύπτουν με μεταλλαξιογένεση. Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης ισχυρίζονται ότι οι ποικιλίες που έχουν προκύψει με μεταλλαξιογένεση είναι γενετικώς τροποποιημένες ποικιλίες σύμφωνα με την οδηγία 2002/53 και ότι πρέπει να υπόκεινται, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, σε «εκτίμηση του περιβαλλοντικού κινδύνου όμοια» με εκείνη που προβλέπεται στην οδηγία για τους ΓΤΟ.

157. Εκ πρώτης όψεως, το συμπέρασμα που συνάγουν οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης βάσει του γράμματος της διατάξεως είναι ορθό. Συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε ανωτέρω (53) ότι οργανισμοί που προκύπτουν με μεταλλαξιογένεση ενδέχεται να συνιστούν ΓΤΟ κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας για τους ΓΤΟ, εφόσον πληρούν τα ουσιαστικά κριτήρια που τίθενται με τη διάταξη αυτή. Ως εκ τούτου, για τους οργανισμούς αυτούς πρέπει να διενεργείται επίσης και η αυστηρότερη εκτίμηση κινδύνου που επιβάλλει το άρθρο 7, παράγραφος 4, της οδηγίας 2002/53.

158. Ωστόσο, η αμιγώς γραμματική ερμηνεία της οδηγίας 2002/53 δύσκολα μπορεί να γίνει αποδεκτή. Και τούτο διότι θα οδηγούσε στο παράδοξο, από συστηματικής απόψεως, αποτέλεσμα ορισμένες υποχρεώσεις της οδηγίας για τους ΓΤΟ (όπως είναι η όμοια εκτίμηση περιβαλλοντικού κινδύνου) να εφαρμόζονται έμμεσα στους οργανισμούς που εξαιρούνται από οποιαδήποτε υποχρέωση απορρέουσα από την οδηγία για τους ΓΤΟ.

159. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι η οδηγία 2002/53 πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της οδηγίας για τους ΓΤΟ, ώστε, αν και γενετικώς τροποποιημένες ποικιλίες, οι οργανισμοί που προκύπτουν με μεταλλαξιογένεση να εξαιρούνται από τις ειδικές υποχρεώσεις που προβλέπει η οδηγία 2002/53.

160. Δύο συστηματικής φύσεως επιχειρήματα υποστηρίζουν μια ερμηνεία της οδηγίας 2002/53 σύμφωνα με την οδηγία για τους ΓΤΟ.

161. Πρώτον, η οδηγία 2002/53 πρέπει να παρουσιάζει εσωτερική συνέπεια. Επομένως, το άρθρο 4, παράγραφος 4, πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με το άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της ίδιας οδηγίας. Όπως προβλήθηκε κυρίως από τη Γαλλική Κυβέρνηση, θα ήταν ασύμβατο να επιβάλλονται οι ίδιες υποχρεώσεις, όσον αφορά την εκτίμηση του περιβαλλοντικού κινδύνου, στις γενετικώς τροποποιημένες ποικιλίες βάσει της οδηγίας 2002/53 ενώ εξαιρούνται ρητώς από αυτές δυνάμει της οδηγίας για τους ΓΤΟ. Συνεπώς, η εξαίρεση της μεταλλαξιογενέσεως πρέπει να εφαρμόζεται εξίσου και στο πλαίσιο της οδηγίας 2002/53.

162. Δεύτερον, πρέπει επίσης να διαπιστώνεται εξωτερική συνοχή μεταξύ οδηγίας 2002/53 και μέσων παραγώγου δικαίου που ρυθμίζουν τους ΓΤΟ. Σε αντίθεση με την οδηγία για τους ΓΤΟ και άλλα μέτρα δευτερογενούς νομοθεσίας που εξαιρούν ρητώς τη μεταλλαξιογένεση από το πεδίο εφαρμογής τους (54), η οδηγία 2002/53 δεν αφορά πρωτίστως ΓΤΟ. Ρυθμίζει γενικώς τις ποικιλίες καλλιεργούμενων φυτικών ειδών. Είναι βέβαιο ότι δεν αποσκοπεί κατ’ αρχάς στη ρύθμιση των ΓΤΟ αλλά αγγίζει απλώς και όλως παρεμπιπτόντως τον τομέα αυτό προκειμένου να τονίσει την ιδιαιτερότητά τους και το γεγονός ότι ρυθμίζονται από ειδικούς κανόνες που υπερισχύουν των γενικών.

163. Επομένως, η οδηγία 2002/53 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως lex specialis όσον αφορά την οδηγία για τους ΓΤΟ. Το αντίθετο μάλλον. Η οδηγία 2002/53 είναι lex generalis που εφαρμόζεται σε ένα πλήθος από ποικιλίες καλλιεργούμενων φυτικών ειδών, συμπεριλαμβανομένων των γενετικώς τροποποιημένων ποικιλιών. Δύσκολα θα μπορούσε να γίνει κατανοητό πώς προϊόντα που εξαιρούνται από τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στην εξειδικευμένη και ειδική νομοθεσία για τους γενετικώς τροποποιημένους οργανισμούς πρέπει να συμμορφώνονται προς ισοδύναμες ουσιαστικές υποχρεώσεις βάσει νομοθετικής πράξεως της Ένωσης που πρωτίστως διέπει έναν διαφορετικό τομέα και μόνο παρεμπιπτόντως αφορά τους ΓΤΟ.

164. Για τον ίδιο λόγο, δεν πρέπει να συναχθεί κάποιο ακραίο συμπέρασμα από το γεγονός ότι η οδηγία 2002/53, αντίθετα προς τους προαναφερθέντες κανόνες του παράγωγου δικαίου που ρυθμίζουν τους ΓΤΟ, δεν αποκλείει ρητώς τους οργανισμούς που προκύπτουν με μεταλλαξιογένεση από τον ορισμό των γενετικώς τροποποιημένων ποικιλιών σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 4, της ως άνω οδηγίας. Και πάλι, η εν λόγω οδηγία δεν διέπει κατά κύριο λόγο τους ΓΤΟ. Περιέχει γενικές κυρίως υποχρεώσεις εξετάσεως που ισχύουν και για τους οργανισμούς που προκύπτουν με μεταλλαξιογένεση, όχι ως γενετικώς τροποποιημένες ποικιλίες αλλά ως υποσύνολο ποικιλιών καλλιεργούμενων φυτικών ειδών.

165. Κατόπιν των ανωτέρω, θεωρώ αναγκαίο να ερμηνεύεται η οδηγία 2002/53 λαμβάνοντας υπόψη το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για τους ΓΤΟ ώστε η εξαίρεση που προβλέπει η οδηγία για τους ΓΤΟ να ισχύει εξίσου για την οδηγία 2002/53. Ούτως, οι οργανισμοί που προκύπτουν με μεταλλαξιογένεση υπόκεινται στις γενικές υποχρεώσεις που ορίζονται στην οδηγία 2002/53, οι οποίες ισχύουν για όλες τις ποικιλίες των καλλιεργούμενων φυτικών ειδών που περιλαμβάνονται στον κοινό κατάλογο. Ωστόσο, δεν υπόκεινται στις ειδικές υποχρεώσεις που έχουν καθοριστεί για τις γενετικώς τροποποιημένες ποικιλίες.

166. Μια τελική παρατήρηση είναι ενδεχομένως σκόπιμη, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τους ισχυρισμούς που διατυπώνονται κατ’ επανάληψη στο πλαίσιο της παρούσας δίκης ότι οι οργανισμοί που προκύπτουν με μεταλλαξιογένεση δεν εμπίπτουν σε κανέναν έλεγχο και εποπτεία. Πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, οι οργανισμοί που προκύπτουν με μεταλλαξιογένεση, ακόμη και εκείνοι που δεν εμπίπτουν στην επιφύλαξη του παραρτήματος I B και επομένως δεν διέπονται από την οδηγία για τους ΓΤΟ, είναι δυνατό, όπου ενδείκνυται, να υπόκεινται στις υποχρεώσεις που απορρέουν από άλλες διατάξεις παράγωγου δικαίου, όπως είναι η νομοθεσία της Ένωσης για τους σπόρους (55) ή η νομοθεσία για τα φυτοφάρμακα (56). Επομένως, είναι σαφές ότι υποχρεώσεις που απορρέουν από πολλές άλλες πράξεις δευτερογενούς νομοθεσίας της Ένωσης μπορούν να ισχύουν και για τους οργανισμούς που προκύπτουν με μεταλλαξιογένεση, πέραν εκείνων που απορρέουν από την οδηγία 2002/53.

167. Ως εκ τούτου, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο υποβληθέν δεύτερο προδικαστικό ερώτημα: η οδηγία 2002/53 πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι εξαιρεί τις ποικιλίες που προκύπτουν με μεταλλαξιογένεση από τις ειδικές υποχρεώσεις που προβλέπονται σε αυτήν για την αποδοχή γενετικώς τροποποιημένων ποικιλιών στον κοινό κατάλογο των καλλιεργούμενων φυτικών ειδών.

V.      Πρόταση

168. Με βάση τις ανωτέρω παρατηρήσεις, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στα υποβληθέντα από το Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας, Γαλλία) προδικαστικά ερωτήματα την ακόλουθη απάντηση:

1)      Υπό την προϋπόθεση ότι πληρούν τα ουσιαστικά κριτήρια του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, για τη σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον και την κατάργηση της οδηγίας 90/220/ΕΟΚ του Συμβουλίου, οι οργανισμοί που προκύπτουν με μεταλλαξιογένεση συνιστούν γενετικώς τροποποιημένους οργανισμούς κατά την έννοια της οδηγίας αυτής·

Η εξαίρεση την οποία προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/18 σε συνδυασμό με το παράρτημά της I B, καλύπτει όλους τους οργανισμούς που προκύπτουν με οποιαδήποτε τεχνική μεταλλαξιογενέσεως, ανεξάρτητα από τη χρήση τους κατά την ημερομηνία εκδόσεως της οδηγίας αυτής, υπό την προϋπόθεση ότι δεν γίνεται χρήση μορίων ανασυνδυασμένου νουκλεϊκού οξέος ή άλλων γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών, εκτός εκείνων που παράγονται με μία ή περισσότερες από τις μεθόδους που απαριθμούνται στο παράρτημα I B.

2)      Η οδηγία 2002/53/ΕΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, περί του κοινού καταλόγου ποικιλιών καλλιεργούμενων φυτικών ειδών, πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι εξαιρεί τις ποικιλίες που προκύπτουν με μεταλλαξιογένεση από τις προβλεπόμενες στην εν λόγω οδηγία ειδικές υποχρεώσεις για την εγγραφή γενετικώς τροποποιημένων ποικιλιών στον κοινό κατάλογο των καλλιεργούμενων φυτικών ειδών.

3)      Η οδηγία 2001/18 δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν μέτρα ρυθμίσεως της μεταλλαξιογενέσεως υπό τον όρο ότι, στο πλαίσιο αυτό, τηρούν τις γενικότερες υποχρεώσεις που υπέχουν από το δίκαιο της Ένωσης.

4)      Από την εξέταση του τέταρτου προδικαστικού ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος των άρθρων 2 και 3 της οδηγίας 2001/18 και των παραρτημάτων της I A και I B.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.


2      Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, για τη σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον και την κατάργηση της οδηγίας 90/220/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2001, L 106, σ. 1).


3      Οδηγία του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002 (ΕΕ 2002, L 193, σ. 1).


4      Οδηγία του Συμβουλίου, της 23ηςΑπριλίου 1990, για την σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον (ΕΕ 1990, L 117, σ. 15).


5      Réseau Semences Paysannes· les Amis de la Terre France· Collectif Vigilance OGM et Pesticides 16· Vigilance OG2M· CSFV 49· OGM dangers· Vigilance OGM 33· και Fédération Nature & Progrès.


6      Παρατίθεται ανωτέρω στο σημείο 22.


7      Αναφορικά με την εφαρμογή, κατά το παρελθόν, άλλων αρχών της γαλλικής έννομης τάξεως, βλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, Arcelor Atlantique et Lorraine κ.λπ. (C‑127/07, EU:C:2008:728).


8      Υπό αυτή την έννοια, εμπίπτει κατά τα φαινόμενα στην κατηγορία περιπτώσεων στην οποία αναφέρθηκε το Δικαστήριο με την απόφαση της 22ας Ιουνίου 2010, Melki και Abdeli(C‑188/10 και C‑189/10, EU:C:2010:363, σκέψεις 54 έως 56).


9      Επ’ αυτού, το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι «το εύρος του πεδίου εφαρμογής της αρχής της προφυλάξεως, η οποία κατοχυρώνεται με το άρθρο 191, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, διασφαλίζει την αποτελεσματική προστασία της συγκεκριμένης συνταγματικής αρχής, την παραβίαση της οποίας επικαλούνται οι προσφεύγουσες [της κύριας δίκης]».


10      Το παράρτημα I A, μέρος 1, απαριθμεί, όλως ενδεικτικώς, τρεις διαφορετικές τεχνικές οι οποίες ενέχουν, όλες με κάποιον τρόπο, τεχνητή εισαγωγή, με τη βοήθεια μη φυσικών μεθόδων, κληρονομήσιμου υλικού σε οργανισμό ξενιστή.


11      Η ODM συνίσταται στην εισαγωγή σε κύτταρα μικρής αλληλουχίας DNA η οποία θα προκαλέσει στο κύτταρο μετάλλαξη ίδια με αυτήν που προκαλεί το ολιγονουκλεοτίδιο.


12      Η SDN1 χρησιμοποιεί διαφορετικούς τύπους πρωτεϊνών (νουκλεάσες δακτύλων ψευδαργύρου, TALEN, CRISPR/Cas9) ικανών να διασπάσουν ή να αλλάξουν το DNΑ.


13      Για μια διεξοδική ανάλυση της νομολογίας των δικαστηρίων της Ένωσης, βλ., ενδεικτικώς, Da Cruz Vilaça, J. L., «The Precautionary Principle in EC Law», σε EU Law and Integration: Twenty Years of Judicial Application of EU Law, Hart Publishing, 2014, σ. 321 έως 354.


14      Βλ., στο πλαίσιο της εξάρσεως της ΣΕΒ (σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών), απόφαση της 5ης Μαΐου 1998, National Farmers’ Union κ.λπ. (C‑157/96, EU:C:1998:191, σκέψη 63).


15      Βλ., ενδεικτικώς, άρθρο 23 της οδηγίας για τους ΓΤΟ και άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΚ) 258/97 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Ιανουαρίου 1997, σχετικά με τα νέα τρόφιμα και τα νέα συστατικά τροφίμων (ΕΕ 1997, L 43, σ. 1). Όσον αφορά τη θέση ότι η ρήτρα διασφαλίσεως ή ασφάλειας πρέπει να νοείται ως ειδική έκφραση της αρχής της προφυλάξεως, βλ. ιδίως απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2003, Monsanto Agricoltura Italia κ.λπ. (C‑236/01, EU:C:2003:431, σκέψη 110).


16      Βλ., ενδεικτικώς, άρθρα 8 και 20 της οδηγίας για τους ΓΤΟ [και, όσον αφορά την προϊσχύουσα οδηγία, απόφαση της 21ης Μαρτίου 2000, Greenpeace France κ.λπ.(C‑6/99, EU:C:2000:148, σκέψη 44)]· ή το άρθρο 16, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/29/ΕΚ του Συμβουλίου, της 8ης Μαΐου 2000, περί μέτρων κατά της εισαγωγής στην Κοινότητα οργανισμών επιβλαβών για τα φυτά ή τα φυτικά προϊόντα και κατά της εξάπλωσής τους στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ 2000, L 169, σ. 1). Σε σχέση με την τελευταία, βλ. απόφαση της 9ης Ιουνίου 2016, Pesce κ.λπ. (C‑78/16 και C‑79/16, EU:C:2016:428).


17      Βλ., ενδεικτικώς, αποφάσεις της 23ης Σεπτεμβρίου 2003, Επιτροπή κατά Δανίας (C‑192/01, EU:C:2003:492, σκέψεις 42 έως 54)· της 28ης Ιανουαρίου 2010, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑333/08, EU:C:2010:44, σκέψεις 85 έως 93), και της 19ης Ιανουαρίου 2017, Queisser Pharma (C‑282/15, EU:C:2017:26, σκέψεις 45 έως 47).


18      Βλ., ενδεικτικώς, αποφάσεις της 2ας Δεκεμβρίου 2004, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (C‑41/02, EU:C:2004:762, σκέψη 53)· της 28ης Ιανουαρίου 2010, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑333/08, EU:C:2010:44, σκέψη 92), και της 19ης Ιανουαρίου 2017, Queisser Pharma (C‑282/15, EU:C:2017:26, σκέψη 56).


19      Βλ., ενδεικτικώς, αποφάσεις της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, Monsanto κ.λπ. (C‑58/10 έως C‑68/10, EU:C:2011:553, σκέψη 77), και της 13ης Σεπτεμβρίου 2017, Fidenato κ.λπ. (C‑111/16, EU:C:2017:676, σκέψη 51).


20      Βλ., ενδεικτικώς, αποφάσεις της 2ας Δεκεμβρίου 2004, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (C‑41/02, EU:C:2004:762, σκέψη 54)· της 28ης Ιανουαρίου 2010, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑333/08, EU:C:2010:44, σκέψη 93), και της 19ης Ιανουαρίου 2017, Queisser Pharma (C‑282/15, EU:C:2017:26, σκέψη 57).


21      Για μια συγκριτική εξέταση του άρθρου 7 του κανονισμού (ΕΚ) 178/2002του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων (ΕΕ 2002, L 31, σ. 1), και του άρθρου 34 του κανονισμού (ΕΚ) 1829/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, για τα γενετικώς τροποποιημένα τρόφιμα και ζωοτροφές (ΕΕ 2003, L 268, σ. 1), βλ., ενδεικτικώς, τιςπροτάσεις μου στην υπόθεση Fidenato (C‑111/16, EU:C:2017:248).


22      Βλ., επίσης, τις προτάσεις μου στην υπόθεση Queisser Pharma (C‑282/15, EU:C:2016:589, σημεία 53 και 54).


23      Βλ., ανωτέρω, σημείο 43 των παρουσών προτάσεων.


24      Βλ., ιδίως, άρθρο 2, παράγραφος 5, του κανονισμού 1829/2003 και άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1946/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2003, για τις διασυνοριακές διακινήσεις γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών (ΕΕ 2003, L 287, σ. 1).


25      Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο υπέβαλαν παρατηρήσεις αποκλειστικώς όσον αφορά το κύρος της οδηγίας για τους ΓΤΟ.


26      Οδηγία 90/220.


27      Παράρτημα I B της οδηγίας 90/220.


28      Επ’ αυτού, βλ., ενδεικτικώς, αποφάσεις της 23ης Απριλίου 2009, Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑287/07, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2009:245, σκέψεις 71 έως 80), και της 27ης Οκτωβρίου 2011, Επιτροπή κατά Πολωνίας (C‑311/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:702, σκέψεις 64 και 69).


29      Το περιεχόμενο της αιτιολογικής σκέψεως 17 εντοπίζεται ήδη, έστω με ελαφρώς διαφορετικούς όρους, στην έβδομη αιτιολογική σκέψη της αρχικής προτάσεως της Επιτροπής, η οποία τελικώς οδήγησε στην οδηγία 90/220 (COM(88) 160 τελικό). Ωστόσο, καθόσον διαφαίνεται, η εξαίρεση της μεταλλαξιογενέσεως ενσωματώθηκε στο τελικό κείμενο της εν λόγω οδηγίας από το Συμβούλιο, ενδεχομένως και υπό την επιρροή της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, η οποία για πρώτη φορά ανέφερε την έννοια της μεταλλαξιογενέσεως και την ανάγκη εξαιρέσεως (βλ. γνωμοδότηση ΕΟΚΕ 89/C 23/15, ΕΕ C 23/45 της 30ής Ιανουαρίου 1989, σημείο 2.2.2).


30      Βλ. γενικώς, ανωτέρω, σημεία 48 έως 53 των παρουσών προτάσεων και περαιτέρω σημεία 146 έως 148 κατωτέρω.


31      Ωστόσο, το ζήτημα αν και σε ποιο βαθμό τα θέματα ερμηνείας (και της αδυναμίας να επιτευχθεί ικανοποιητική ερμηνεία εντός των ορίων του κειμένου της επίμαχης διατάξεως) μπορούν να εγείρουν ζήτημα κύρους θα εξεταστεί κατωτέρω στο πλαίσιο του τέταρτου ερωτήματος (σημεία 130 έως 141 των παρουσών προτάσεων).


32      Βλ., ενδεικτικώς, κατ’ αναλογίαν εφαρμογή όσον αφορά τα όρια της σύμφωνης ερμηνείας, αποφάσεις της 15ης Απριλίου 2008, Impact (C‑268/06, EU:C:2008:223, σκέψεις 100 και 101) ή της 15ης Ιανουαρίου 2014, Association de médiation sociale (C‑176/12, EU:C:2014:2, σκέψη 39).


33      Βλ., ενδεικτικώς, αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 2015, Târșia(C‑69/14, EU:C:2015:662, σκέψη 12), και της 27ης Ιουνίου 2017, Congregación de Escuelas Pías Provincia Betania (C‑74/16, EU:C:2017:496, σκέψη 25).


34      Επ’ αυτού, βλ., ενδεικτικώς, αποφάσεις της 25ης Μαρτίου 1999, Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑112/97, EU:C:1999:168, σκέψεις 55 έως 58), και της 8ης Μαΐου 2003, ATRAL (C‑14/02, EU:C:2003:265, σκέψεις 44 έως 45).


35      Βλ., ενδεικτικώς, απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, Gysbrechts και Santurel Inter(C‑205/07, EU:C:2008:730, σκέψεις 34 επ.). Για έμμεση αναφορά, βλ. επίσης απόφαση της 30ής Μαΐου 2013, F. (C‑168/13 PPU, EU:C:2013:358).


36      Βλ., ανωτέρω, σημεία 90 έως 97. Χάριν σαφήνειας, θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι η δήλωση αυτή ουδόλως υπονοεί ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν έλαβε υπόψη του την ασφάλεια ή την επιστήμη κατά τη θέσπιση της ίδιας της οδηγίας για τους ΓΤΟ. Η διαπίστωσή μου είναι πολύ πιο συγκεκριμένη και περιορισμένη, τουτέστιν ότι δεν υπάρχει συναφώς καμία ειδική και ρητή σχέση μεταξύ της αιτιολογικής σκέψεως 17 και του άρθρου 3, παράγραφος 1, και του παραρτήματος Ι B.


37      Βλ. Ανωτέρω, υποσημείωση 29.


38      Βλ., ανωτέρω, σημείο 100.


39      Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2015, για την τροποποίηση της οδηγίας 2001/18/ΕΚ όσον αφορά τη δυνατότητα που παρέχεται στα κράτη μέλη να περιορίζουν ή να απαγορεύουν την καλλιέργεια γενετικά τροποποιημένων οργανισμών (ΓΤΟ) στην επικράτειά τους (ΕΕ 2015, L 68, σ. 1).


40      «Όσον αφορά τη δυνατότητα επικλήσεως νέων στοιχείων, που συνέτρεξαν μετά την έκδοση κοινοτικής πράξεως, προκειμένου να αμφισβητηθεί η νομιμότητά της, πρέπει να υπενθυμισθεί ότι, εν πάση περιπτώσει, η νομιμότητα μιας πράξεως πρέπει να κρίνεται σε συνάρτηση με τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που υφίσταντο κατά τον χρόνο εκδόσεώς της» –βλ. αποφάσεις της 7ης Φεβρουαρίου 1979, Γαλλία κατά Επιτροπής (15/76 και 16/76, EU:C:1979:29, σκέψη 7), και της 22ας Οκτωβρίου 2002, National Farmers’ Union (C‑241/01, EU:C:2002:604, σκέψη 37). Ωστόσο, «το κύρος μιας πράξεως μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να κριθεί σε σχέση με νέα στοιχεία συντρέξαντα μετά την έκδοσή της» –βλ. αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 1997, SAM Schiffahrt και Stapf (C‑248/95 και C 249/95, EU:C:1997:377, σκέψη 47), και της 1ης Οκτωβρίου 2009, Gaz de France – Berliner Investissement (C‑247/08, EU:C:2009:600, σκέψη 50).


41      Στην απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 2002, National Farmers’ Union (C‑241/01, EU:C:2002:604, σκέψη 38), το Δικαστήριο δέχθηκε μόνο τη δυνατότητα προσφυγής κατά παραλείψεως σε περίπτωση που η Επιτροπή δεν έλαβε νέα διοικητική απόφαση στο πλαίσιο των έκτακτων μέτρων που ελήφθησαν κατά τη διάρκεια της κρίσης της ΣΕΒ. Ωστόσο, η μη (ενδεχομένως αναγκαία) επικαιροποίηση της γενικής νομοθεσίας είναι κάτι εντελώς διαφορετικό.


42      Βλ., ανωτέρω, σημείο 100.


43      Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα J. Mischo στην υπόθεση National Farmers’ Union (C‑241/01, EU:C:2002:415, σημείο 51), όπου αναφέρεται ότι «στο δίκαιο, τίποτε δεν παραμένει αμετάβλητο και ότι, ιδίως, κάτι που είναι δικαιολογημένο σήμερα μπορεί να μην είναι στο μέλλον, με συνέπεια το καθήκον κάθε νομοθέτη να συνίσταται, αφενός, στο να εξακριβώνει, αν όχι διαρκώς, τουλάχιστον περιοδικά, ότι οι κανόνες που θέσπισε ανταποκρίνονται ακόμη στις κοινωνικές ανάγκες και, αφετέρου, να τροποποιεί ή και να καταργεί κανόνες που δεν είναι πλέον δικαιολογημένοι και οι οποίοι δεν είναι πλέον κατάλληλοι στο νέο πλαίσιο εντός του οποίου πρέπει να παράγουν τα αποτελέσματά τους».


44      Στις προτάσεις μου στην υπόθεση Lidl (C‑134/15, EU:C:2016:169, σημείο 90), διατύπωσα τη γνώμη ότι «η ευρεία διακριτική ευχέρεια που τα θεσμικά όργανα της Ένωσης διαθέτουν σε ορισμένους τομείς, κατά την άποψή μου δεν μπορεί να νοείται ως χρονικά απεριόριστη “λευκή επιταγή”, όπου ρυθμιστικές επιλογές του παρελθόντος σχετικές με την οργάνωση αγοράς μπορούν να θεωρούνται μόνιμος και επαρκής δικαιολογητικός λόγος για τη διαρκή εφαρμογή τους σε μια αγορά και σε ένα κοινωνικό πλαίσιο που έχουν μεταβληθεί σημαντικά. Για να το πω μεταφορικά, ο νομοθέτης μοιάζει πολύ με δασοκόμο, ο οποίος τακτικά πρέπει να μεριμνά για την κατάσταση του νομοθετικού δάσους. Πρέπει όχι μόνο να συνεχίζει να φυτεύει νέα δένδρα, αλλά επίσης, σε τακτά χρονικά διαστήματα, να αραιώνει το δάσος και να κόβει τα νεκρά κλαριά. Αν δεν το πράξει, δεν θα πρέπει να τον εκπλήξει το ότι κάποιος άλλος μπορεί να υποχρεωθεί να επέμβει».


45      Βλ., στο ίδιο πνεύμα, απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 2006, Agrarproduktion Staebelow (C‑504/04, EU:C:2006:30, σκέψη 40).


46      Οδηγία 2008/27/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2008, για την τροποποίηση της οδηγίας 2001/18/ΕΚ για τη σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον, όσον αφορά τις εκτελεστικές αρμοδιότητες που ανατίθενται στην Επιτροπή (ΕΕ 2008, L 81, σ. 45).


47      Οδηγία 2015/412.


48      Βλ., ανωτέρω, σημεία 81 έως 82.


49      Όπως περιγράφηκε ανωτέρω στα σημεία 48 έως 53.


50      Βλ., ενδεικτικώς, αποφάσεις της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, Monsanto κ.λπ. (C‑58/10 έως C‑68/10, EU:C:2011:553, σκέψη 77), και της 13ης Σεπτεμβρίου 2017, Fidenato κ.λπ.(C‑111/16, EU:C:2017:676, σκέψη 51). Η υπογράμμιση δική μου.


51      Βλ. επίσης, ανωτέρω, σημεία 139 έως 142.


52      Βλ., ανωτέρω, σημεία 108 έως 124.


53      Βλ., ανωτέρω, σημεία 57 έως 67.


54      Βλ. άρθρο 2, παράγραφος 5, του κανονισμού 1829/2003 και άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 1946/2003.


55      Οδηγία 98/95/ΕΚ του Συμβουλίου, της 14ης Δεκεμβρίου 1998, για την τροποποίηση, στα πλαίσια της ενοποίησης της εσωτερικής αγοράς, των γενετικώς τροποποιημένων φυτικών ποικιλιών και των φυτικών γενετικών πόρων, των οδηγιών 66/400/ΕΟΚ, 66/401/ΕΟΚ, 66/402/ΕΟΚ, 66/403/ΕΟΚ, 69/208/ΕΟΚ, 70/457/ΕΟΚ και 70/458/ΕΟΚ που αφορούν, αντίστοιχα, την εμπορία σπόρων προς σπορά τεύτλων, κτηνοτροφικών φυτών, σιτηρών, γεωμήλων, ελαιούχων και κλωστικών φυτών, κηπευτικών και τον κοινό κατάλογο ποικιλιών των καλλιεργούμενων φυτικών ειδών (ΕΕ 1999, L 25, σ. 1).


56      Κανονισμός (ΕΚ) 396/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Φεβρουαρίου 2005, για τα ανώτατα όρια καταλοίπων φυτοφαρμάκων μέσα ή πάνω στα τρόφιμα και τις ζωοτροφές φυτικής και ζωικής προέλευσης και για την τροποποίηση της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2005, L 70, σ. 1)· Κανονισμός (ΕΚ) 1107/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, σχετικά με τη διάθεση φυτοπροστατευτικών προϊόντων στην αγορά και την κατάργηση των οδηγιών 79/117/ΕΟΚ και 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2009, L 309, σ. 1).