Language of document : ECLI:EU:C:2018:63

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)

της 6ης Φεβρουαρίου 2018 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Διακινούμενοι εργαζόμενοι – Κοινωνική ασφάλιση – Εφαρμοστέα νομοθεσία – Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 – Άρθρο 14, σημείο 1, στοιχείο αʹ – Αποσπασμένοι εργαζόμενοι – Κανονισμός (ΕΟΚ) 574/72 – Άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ – Πιστοποιητικό E 101 – Αποδεικτική ισχύς – Πιστοποιητικό που αποκτήθηκε ή χρησιμοποιήθηκε με δόλιο τρόπο»

Στην υπόθεση C‑359/16,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Hof van Cassatie (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, Βέλγιο) με απόφαση της 7ης Ιουνίου 2016, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 24 Ιουνίου 2016, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης κατά

Ömer Altun,

Abubekir Altun,

Sedrettin Maksutogullari,

Yunus Altun,

Absa NV,

M. Sedat BVBA,

Alnur BVBA,

παρισταμένου του:

Openbaar Ministerie,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),

συγκείμενο από τους K. Lenaerts, Πρόεδρο, A. Tizzano, Αντιπρόεδρο, R. Silva de Lapuerta, M. Ilešič, J. L. da Cruz Vilaça, A. Rosas και C. Vajda, προέδρους τμήματος, C. Toader, M. Safjan, D. Šváby, M. Berger, A. Prechal και E. Regan (εισηγητή), δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: H. Saugmandsgaard Øe

γραμματέας: C. Strömholm, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζήτησης της 20ής Ιουνίου 2017,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        οι Ömer Altun, Abubekir Altun, Sedrettin Maksutogullari, Yunus Altun, καθώς και οι Absa NV, M. Sedat BVBA και Alnur BVBA, εκπροσωπούμενοι από τους H. Van Bavel, D. Demuynck, E. Matthys, N. Alkis, S. Renette, P. Wytinck και E. Baeyens, advocaten,

–        η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις M. Jacobs και L. Van den Broeck, επικουρούμενες και από τον P. Paepe, advocaat,

–        η Ιρλανδία, εκπροσωπούμενη από τον A. Joyce και την G. Hodge, επικουρούμενους από τον C. Toland, SC,

–        η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον D. Colas και την C. David,

–        η Ουγγρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους M. Z. Fehér και G. Koós, καθώς και από την E. E. Sebestyén,

–        η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna, καθώς και από τις A. Siwek και D. Lutostańska,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους D. Martin και M. van Beek,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 9ης Νοεμβρίου 2017,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής απόφασης αφορά την ερμηνεία του άρθρου 14, σημείο 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996 (ΕΕ 1997, L 28, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 631/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004 (ΕΕ 2004, L 100, σ. 1) (στο εξής: κανονισμός 1408/71), καθώς και του άρθρου 11, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό 118/97 (στο εξής: κανονισμός 574/72).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας που κινήθηκε κατά των Ömer Altun, Abubekir Altun, Sedrettin Maksutogullari και Yunus Altun, καθώς και κατά των Absa NV, M. Sedat BVBA και Alnur BVBA, με αντικείμενο την απόσπαση Βούλγαρων εργαζομένων στο Βέλγιο.

 Το νομικό πλαίσιο

 Ο κανονισμός 1408/71

3        Τα άρθρα 13 και 14 του κανονισμού 1408/71 περιλαμβάνονταν στον τίτλο ΙΙ του κανονισμού, που είχε την επικεφαλίδα «Προσδιορισμός της εφαρμοστέας νομοθεσίας».

4        Το άρθρο 13 του κανονισμού αυτού όριζε:

«1.      Με την επιφύλαξη των άρθρων 14γ και 14στ, τα πρόσωπα για τα οποία ισχύει ο παρών κανονισμός υπόκεινται στη νομοθεσία ενός μόνου κράτους μέλους. Η νομοθεσία αυτή προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος τίτλου.

2.      Υπό την επιφύλαξη των άρθρων 14 έως 17:

α)      το πρόσωπο που ασκεί μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος κράτους μέλους υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους αυτού, ακόμη και αν κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους ή αν η επιχείρηση ή ο εργοδότης που το απασχολεί έχει την έδρα της ή την κατοικία του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους·

[…]».

5        Το άρθρο 14 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ειδικοί κανόνες που ισχύουν για τα πρόσωπα που ασκούν μισθωτή δραστηριότητα εκτός από τους ναυτικούς», όριζε:

«Ο κανόνας του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, ισχύει, με την επιφύλαξη των ακόλουθων εξαιρέσεων και ειδικών περιπτώσεων:

1)      α)      το πρόσωπο που ασκεί μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος ενός κράτους μέλους σε επιχείρηση, στην οποία κανονικά υπάγεται και η οποία τον αποσπά στο έδαφος άλλου κράτους μέλους προς εκτέλεση εργασίας για λογαριασμό της, εξακολουθεί να υπόκειται στη νομοθεσία του πρώτου κράτους μέλους, υπό τον όρο ότι η προβλεπόμενη διάρκεια της εργασίας αυτής δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες και ότι δεν αποστέλλεται σε αντικατάσταση άλλου προσώπου του οποίου έληξε η περίοδος αποσπάσεως·

[…]».

6        Κατά το άρθρο 80, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού:

«Η διοικητική επιτροπή για την κοινωνική ασφάλιση των διακινουμένων εργαζομένων, καλουμένη στο εξής “διοικητική επιτροπή”, η οποία υπάγεται στην Επιτροπή αποτελείται από έναν κυβερνητικό αντιπρόσωπο κάθε κράτους μέλους, ο οποίος επικουρείται, εφόσον είναι ανάγκη, από τεχνικούς συμβούλους […]».

7        Δυνάμει του άρθρου 81, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1408/71, η διοικητική επιτροπή είχε το καθήκον να χειρίζεται όλα τα διοικητικά θέματα ή τα θέματα ερμηνείας που απέρρεαν από τις διατάξεις του κανονισμού αυτού.

8        Το άρθρο 84α, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού προέβλεπε:

«Σε περίπτωση δυσκολιών ερμηνείας ή εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, που ενδέχεται να διακυβεύσουν τα δικαιώματα προσώπου που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του, ο φορέας του αρμόδιου κράτους ή του κράτους κατοικίας του ενδιαφερομένου έρχεται σε επαφή με τον φορέα ή τους φορείς του άλλου κράτους μέλους ή των άλλων κρατών μελών. Εφόσον δεν υπάρξει λύση εντός ευλόγου διαστήματος, οι οικείες αρχές μπορούν να ζητούν την παρέμβαση της διοικητικής επιτροπής.»

9        Ο κανονισμός 1408/71 καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε, από 1ης Μαΐου 2010, από τον κανονισμό (ΕΚ) 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ 2004, L 166, σ. 1).

10      Το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1408/71 αντικαταστάθηκε, κατ’ ουσίαν, από το άρθρο 11, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 883/2004, το οποίο ορίζει ότι, «[μ]ε την επιφύλαξη των άρθρων 12 έως 16, το πρόσωπο που ασκεί μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα σε κράτος μέλος, υπάγεται στη νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους».

11      Το άρθρο 14, σημείο 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1408/71 αντικαταστάθηκε, κατ’ ουσίαν, από το άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004, το οποίο ορίζει ότι «[τ]ο πρόσωπο που ασκεί μισθωτή δραστηριότητα σε κράτος μέλος για λογαριασμό εργοδότη ο οποίος ασκεί κανονικά τις δραστηριότητές του εκεί και το οποίο έχει αποσπασθεί από τον εργοδότη του σε άλλο κράτος μέλος προκειμένου να εκτελέσει εργασία για λογαριασμό του εργοδότη του, εξακολουθεί να υπάγεται στη νομοθεσία του πρώτου κράτους μέλους, υπό τον όρο ότι η προβλεπόμενη διάρκεια της εργασίας δεν υπερβαίνει τους είκοσι τέσσερις μήνες και ότι το πρόσωπο αυτό δεν έχει αποσταλεί σε αντικατάσταση άλλου προσώπου».

 Ο κανονισμός 574/72

12      Ο τίτλος III του κανονισμού 574/72, με τίτλο «Εφαρμογή των διατάξεων του κανονισμού περί προσδιορισμού της εφαρμοστέας νομοθεσίας», καθόριζε, μεταξύ άλλων, τις λεπτομέρειες εφαρμογής των άρθρων 13 και 14 του κανονισμού 1408/71.

13      Ειδικότερα, η παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του άρθρου 11 του κανονισμού 574/72, σχετικά με τις διατυπώσεις σε περίπτωση απόσπασης μισθωτού, όριζε ότι, στις περιπτώσεις που προβλέπονταν, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 14, σημείο 1, του κανονισμού 1408/71, ο φορέας που οριζόταν από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους του οποίου η νομοθεσία παρέμενε εφαρμοστέα ήταν υποχρεωμένος να εκδώσει πιστοποιητικό, το λεγόμενο «πιστοποιητικό E 101», το οποίο βεβαίωνε ότι ο μισθωτός εξακολουθούσε να υπάγεται στη νομοθεσία αυτή και προσδιόριζε μέχρι ποιας ημερομηνίας.

14      Ο κανονισμός 574/72 καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε, από 1ης Μαΐου 2010, από τον κανονισμό (ΕΚ) 987/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για [τον] καθορισμό της διαδικασίας εφαρμογής του κανονισμού 883/2004 (ΕΕ 2009, L 284, σ. 1).

15      Κατά το άρθρο 5 του κανονισμού 987/2009:

«1.      Τα έγγραφα που εκδίδονται από το φορέα κράτους μέλους και τα οποία βεβαιώνουν την κατάσταση ενός προσώπου για τους σκοπούς της εφαρμογής του βασικού κανονισμού και του κανονισμού εφαρμογής, καθώς και τα δικαιολογητικά βάσει των οποίων εκδόθηκαν τα έγγραφα, ισχύουν υποχρεωτικά για τους φορείς των άλλων κρατών μελών, εφόσον τα εν λόγω έγγραφα ή δικαιολογητικά δεν ανακαλούνται ή δεν κηρύσσονται άκυρα από το κράτος μέλος στο οποίο εκδόθηκαν.

2.      Σε περίπτωση αμφιβολίας περί την εγκυρότητα ενός εγγράφου ή την ακρίβεια των γεγονότων επί των οποίων θεμελιώνονται τα στοιχεία που περιέχονται σε αυτό, ο φορέας του κράτους μέλους που λαμβάνει το έγγραφο απευθύνεται στο φορέα που το εξέδωσε για να του ζητήσει τις αναγκαίες διευκρινίσεις και, ανάλογα με την περίπτωση, την ανάκληση του εν λόγω εγγράφου. Ο εκδίδων φορέας επανεξετάζει τους λόγους έκδοσης του εγγράφου και, ανάλογα με την περίπτωση, το ανακαλεί.

3.      Σύμφωνα με την παράγραφο 2, όταν υπάρχει αμφιβολία για τις πληροφορίες που έχουν παράσχει οι ενδιαφερόμενοι, την εγκυρότητα ενός εγγράφου ή αποδεικτικού στοιχείου ή την ακρίβεια των γεγονότων επί των οποίων βασίζονται οι ισχυρισμοί που περιέχει, ο φορέας του τόπου διαμονής ή κατοικίας, κατ’ αίτηση του αρμόδιου φορέα, προβαίνει στην αναγκαία επαλήθευση αυτών των πληροφοριών ή εγγράφων, εφόσον είναι δυνατή η διενέργειά της.

4.      Εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ των σχετικών φορέων, το θέμα μπορεί να τεθεί ενώπιον της διοικητικής επιτροπής από τις αρμόδιες αρχές, αφού παρέλθει ένας μήνας από την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος του φορέα που έλαβε το έγγραφο. Η διοικητική επιτροπή επιδιώκει να συμβιβάσει τις διισταμένες απόψεις εντός έξι μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία επελήφθη του θέματος.»

16      Το άρθρο 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 987/2009, το οποίο, κατ’ ουσίαν, αντικατέστησε το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 574/72, ορίζει ότι, «μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου ή του εργοδότη, ο αρμόδιος φορέας του κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου είναι εφαρμοστέα δυνάμει διατάξεως του τίτλου ΙΙ του βασικού κανονισμού, βεβαιώνει ότι αυτή η νομοθεσία είναι εφαρμοστέα και αναφέρει, αν συντρέχει σχετική περίπτωση, έως ποια ημερομηνία και υπό ποιους όρους». Η βεβαίωση αυτή παρέχεται υπό τη μορφή του λεγόμενου «πιστοποιητικού A 1».

 Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

17      Η Sociale Inspectie (κοινωνική επιθεώρηση, Βέλγιο) διενήργησε έρευνα σχετικά με την απασχόληση του προσωπικού της Absa, εταιρίας βελγικού δικαίου δραστηριοποιούμενης στον οικοδομικό τομέα στο Βέλγιο.

18      Από την έρευνα αυτή προέκυψε ότι, από το 2008, η Absa δεν απασχολούσε σχεδόν καθόλου προσωπικό και ανέθετε όλες τις πραγματοποιούμενες εντός των εργοταξίων της εργασίες καθ’ υπεργολαβία σε βουλγαρικές επιχειρήσεις, οι οποίες αποσπούσαν εργαζομένους στο Βέλγιο. Αποκαλύφθηκε επίσης ότι η απασχόληση αποσπασμένων εργαζομένων δεν δηλωνόταν στον φορέα ο οποίος είναι επιφορτισμένος στο Βέλγιο με την είσπραξη των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, ως σχετική δε αιτιολογία προβαλλόταν ότι οι εργαζόμενοι αυτοί διέθεταν πιστοποιητικά Ε 101 ή Α 1 χορηγηθέντα από τον φορέα που έχει ορίσει η αρμόδια αρχή της Βουλγαρίας κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 574/72.

19      Κατά τη δικαστική έρευνα που διεξήχθη στη Βουλγαρία στο πλαίσιο αίτησης για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων την οποία υπέβαλε Βέλγος ανακριτής διαπιστώθηκε ότι οι ανωτέρω βουλγαρικές επιχειρήσεις δεν ασκούσαν σημαντική δραστηριότητα στη Βουλγαρία.

20      Βάσει των αποτελεσμάτων της έρευνας αυτής, η βελγική κοινωνική επιθεώρηση απηύθυνε στις 12 Νοεμβρίου 2012 αιτιολογημένη αίτηση στον φορέα που ορίζεται από την αρμόδια αρχή της Βουλγαρίας, ζητώντας την επανεξέταση ή την ανάκληση των πιστοποιητικών E 101 ή Α 1 τα οποία είχαν χορηγηθεί στους αποσπασμένους εργαζομένους της κύριας δίκης.

21      Όπως προκύπτει από τις παρατηρήσεις της Βελγικής Κυβέρνησης, στις 9 Απριλίου 2013, κατόπιν υπομνηστικού εγγράφου που απέστειλε η βελγική κοινωνική επιθεώρηση, ο αρμόδιος βουλγαρικός φορέας απάντησε στην αίτηση αυτή ανακεφαλαιώνοντας απλώς τα εκδοθέντα πιστοποιητικά E 101 ή Α 1, με επισήμανση της διάρκειας ισχύος τους, και διευκρινίζοντας ότι, κατά τον χρόνο χορήγησης των επίμαχων πιστοποιητικών, οι διάφορες βουλγαρικές επιχειρήσεις πληρούσαν από διοικητικής απόψεως τις προϋποθέσεις απόσπασης. Αντιθέτως, η απάντηση αυτή δεν έλαβε υπόψη τις διαπιστώσεις περί τα πραγματικά περιστατικά στις οποίες είχαν καταλήξει οι βελγικές αρχές.

22      Οι βελγικές αρχές άσκησαν ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων της κύριας δίκης, υπό την ιδιότητά τους ως εργοδότη, προστηθέντος ή εντολοδόχου, πρώτον, διότι απασχόλησαν ή επέτρεψαν να απασχοληθούν αλλοδαποί οι οποίοι δεν διαθέτουν άδεια διαμονής στο Βέλγιο άνω των τριών μηνών ή δεν μπορούν να εγκατασταθούν στο κράτος αυτό χωρίς προηγούμενη άδεια διαμονής για εργασία, δεύτερον, διότι παρέλειψαν κατά την ανάληψη εργασίας από τους εργαζομένους να υποβάλουν την εκ του νόμου απαιτούμενη δήλωση στον οργανισμό ο οποίος είναι αρμόδιος για την είσπραξη των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης και, τρίτον, διότι παρέλειψαν να υπαγάγουν τους εν λόγω εργαζομένους στο Rijksdienst voor Sociale Zekerheid (Εθνικό Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Βέλγιο).

23      Με απόφαση της 27ης Ιουνίου 2014, το correctionele rechtbank Limburg, afdeling Hasselt (πλημμελειοδικείο Λιμβούργου, τμήμα Hasselt, Βέλγιο) απάλλαξε τους κατηγορουμένους από τις κατηγορίες που είχε απαγγείλει εναντίον τους η Openbaar Ministerie (εισαγγελική αρχή, Βέλγιο) με το σκεπτικό ότι «η απασχόληση των Βούλγαρων εργαζομένων καλυπτόταν πλήρως από τα έντυπα E 101/A 1, τα οποία μέχρι τότε χορηγούνταν τακτικώς και νομοτύπως».

24      Η εισαγγελική αρχή άσκησε έφεση κατά της απόφασης αυτής.

25      Με απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, το Hof van beroep te Antwerpen (εφετείο Αμβέρσας, Βέλγιο) καταδίκασε τους κατηγορούμενους της κύριας δίκης. Μολονότι το δικαστήριο αυτό διαπίστωσε ότι είχε χορηγηθεί πιστοποιητικό E 101 ή Α 1 σε καθέναν από τους αποσπασμένους εργαζόμενους περί των οποίων γίνεται λόγος και ότι οι βελγικές αρχές δεν είχαν εξαντλήσει τη διαδικασία που προβλέπεται σε περίπτωση αμφισβήτησης του κύρους των πιστοποιητικών, εντούτοις εκτίμησε ότι δεν δεσμεύεται από τις περιστάσεις αυτές, καθόσον τα επίμαχα πιστοποιητικά είχαν αποκτηθεί με δόλιο τρόπο.

26      Στις 10 Σεπτεμβρίου 2015, οι κατηγορούμενοι της κύριας δίκης άσκησαν αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής.

27      Διατυπώνοντας επιφυλάξεις ως προς την ερμηνεία του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 574/72, το Hof van Cassatie (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, Βέλγιο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Δύναται ένα πιστοποιητικό Ε 101 το οποίο χορηγήθηκε βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού [574/72], όπως είχε εφαρμογή πριν από την κατάργησή του από το άρθρο 96, παράγραφος 1, του κανονισμού [987/2009], να ακυρωθεί ή να μη ληφθεί υπόψη από δικαστή άλλον από αυτόν του κράτους μέλους αποστολής, στην περίπτωση που τα τεθέντα στην κρίση του πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν τη διαπίστωση ότι το πιστοποιητικό αποκτήθηκε ή χρησιμοποιήθηκε με δόλιο τρόπο;»

 Επί του προδικαστικού ερωτήματος

28      Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν το άρθρο 14, σημείο 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1408/71 και το άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 574/72 έχουν την έννοια ότι, στην περίπτωση κατά την οποία ένας εργαζόμενος απασχολούμενος από επιχείρηση εγκατεστημένη στο έδαφος κράτους μέλους έχει αποσπασθεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, δικαστήριο του τελευταίου αυτού κράτους μέλους μπορεί να μη λάβει υπόψη πιστοποιητικό E 101 εκδοθέν δυνάμει της δεύτερης αυτής διάταξης, εφόσον από τα υποβληθέντα στην κρίση του πραγματικά περιστατικά δύναται να συναχθεί ότι το εν λόγω πιστοποιητικό εκδόθηκε ή χρησιμοποιήθηκε με δόλιο τρόπο.

29      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι οι διατάξεις του τίτλου ΙΙ του κανονισμού 1408/71, στις οποίες περιλαμβάνεται το άρθρο 14 του κανονισμού αυτού, συνιστούν, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, πλήρες και ενιαίο σύστημα κανόνων σύγκρουσης νόμων, σκοπός του οποίου είναι η υπαγωγή των εργαζομένων που διακινούνται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης ενός μόνον κράτους μέλους, ώστε να αποφεύγονται η σώρευση εφαρμοστέων εθνικών νομοθεσιών και οι εξ αυτής δυνάμενες να προκύψουν περιπλοκές (αποφάσεις της 10ης Φεβρουαρίου 2000, FTS, C‑202/97, EU:C:2000:75, σκέψη 20 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 4ης Οκτωβρίου 2012, Format Urządzenia i Montaże Przemysłowe, C‑115/11, EU:C:2012:606, σκέψη 29 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

30      Προς τούτο, το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1408/71 θέτει τη γενική αρχή κατά την οποία ο εργαζόμενος υπόκειται, όσον αφορά την κοινωνική ασφάλιση, στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου απασχολείται (απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2012, Format Urządzenia i Montaże Przemysłowe, C‑115/11, EU:C:2012:606, σκέψη 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

31      Εντούτοις, η αρχή αυτή διατυπώνεται «με την επιφύλαξη των άρθρων 14 έως 17» του κανονισμού 1408/71. Πράγματι, σε ορισμένες ιδιαίτερες περιπτώσεις, η ανεπιφύλακτη εφαρμογή του γενικού κανόνα του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού αυτού θα ενείχε τον κίνδυνο να μην αποτρέψει, αλλά, αντιθέτως, να δημιουργήσει, τόσο για τον εργαζόμενο όσο και για τον εργοδότη και τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, διοικητικές περιπλοκές δυνάμενες να έχουν ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση άσκησης του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων που αφορά ο εν λόγω κανονισμός (απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2012, Format Urządzenia i Montaże Przemysłowe, C‑115/11, EU:C:2012:606, σκέψη 31 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Ειδικοί κανόνες για τέτοιου είδους περιπτώσεις προβλέπονται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 14 του κανονισμού 1408/71.

32      Το άρθρο 14, σημείο 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1408/71 έχει ως σκοπό, μεταξύ άλλων, την προαγωγή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών προς όφελος των επιχειρήσεων που κάνουν χρήση αυτής αποστέλλοντας εργαζομένους σε κράτη μέλη διαφορετικά εκείνου εντός του οποίου είναι εγκαταστημένες. Πράγματι, η εν λόγω διάταξη σκοπεί στην υπερπήδηση των εμποδίων που είναι δυνατό να δυσχεραίνουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων και εξίσου στη διευκόλυνση της οικονομικής αλληλοδιείσδυσης διά της αποφυγής διοικητικών περιπλοκών, ειδικότερα, όσον αφορά τους εργαζομένους και τις επιχειρήσεις (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2000, FTS, C‑202/97, EU:C:2000:75, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

33      Προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο μια εγκαταστημένη στο έδαφος κράτους μέλους επιχείρηση να υποχρεωθεί να ασφαλίσει τους εργαζομένους της, οι οποίοι κανονικά υπάγονται στην κοινωνικοασφαλιστική νομοθεσία του κράτους μέλους αυτού, στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης άλλου κράτους μέλους όπου αυτοί έχουν αποσταλεί για την εκτέλεση εργασιών περιορισμένης χρονικής διάρκειας, το άρθρο 14, σημείο 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1408/71 επιτρέπει στην επιχείρηση να εξακολουθήσει να έχει τους εργαζομένους της ασφαλισμένους στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης του πρώτου κράτους μέλους (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2000, FTS, C‑202/97, EU:C:2000:75, σκέψη 29 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

34      Ωστόσο, η εφαρμογή της διάταξης αυτής εξαρτάται από την τήρηση των ακόλουθων δύο προϋποθέσεων. Σύμφωνα με την πρώτη προϋπόθεση, η οποία αφορά τον αναγκαίο σύνδεσμο μεταξύ, αφενός, της επιχείρησης που προβαίνει στην απόσπαση του εργαζομένου σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο στο οποίο είναι εγκατεστημένη και, αφετέρου, του εν λόγω αποσπασμένου εργαζόμενου, απαιτείται η διατήρηση οργανικού συνδέσμου μεταξύ της επιχείρησης αυτής και του εργαζόμενου κατά την περίοδο της απόσπασής του. Σύμφωνα με τη δεύτερη προϋπόθεση, η οποία αφορά τη σχέση που υφίσταται μεταξύ της εν λόγω επιχείρησης και του κράτους μέλους όπου αυτή είναι εγκαταστημένη, απαιτείται η τελευταία αυτή επιχείρηση να ασκεί συνήθως σημαντικές δραστηριότητες στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2000, FTS, C‑202/97, EU:C:2000:75, σκέψεις 21 έως 24, 30, 33 και 40 έως 45).

35      Στο πλαίσιο αυτό, σκοπός του πιστοποιητικού E 101, όπως και της ρύθμισης ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 14, σημείο 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1408/71, είναι η διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2006, Herbosch Kiere, C‑2/05, EU:C:2006:69, σκέψη 20 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

36      Με το εν λόγω πιστοποιητικό, ο αρμόδιος φορέας του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένη η επιχείρηση που απασχολεί τους συγκεκριμένους εργαζομένους δηλώνει ότι θα εξακολουθήσει να εφαρμόζεται επί των εργαζομένων αυτών το δικό του σύστημα κοινωνικής ασφάλισης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, δυνάμει της αρχής κατά την οποία οι εργαζόμενοι οφείλουν να είναι ασφαλισμένοι σε ένα μόνο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, το πιστοποιητικό αυτό συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ότι δεν μπορεί να εφαρμόζεται το σύστημα άλλου κράτους μέλους (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 26ης Ιανουαρίου 2006, Herbosch Kiere, C‑2/05, EU:C:2006:69, σκέψη 21, και της 27ης Απριλίου 2017, A-Rosa Flussschiff, C‑620/15, EU:C:2017:309, σκέψη 38).

37      Συναφώς, επισημαίνεται ότι η αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, επιβάλλει στον φορέα έκδοσης του πιστοποιητικού να προβαίνει σε ορθή εκτίμηση των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών όταν πρόκειται για την εφαρμογή των κανόνων προσδιορισμού της εφαρμοστέας νομοθεσίας σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης, και, ως εκ τούτου, να εγγυάται την ακρίβεια των περιλαμβανομένων στο πιστοποιητικό Ε 101 στοιχείων (απόφαση της 27ης Απριλίου 2017, A‑Rosa Flussschiff, C‑620/15, EU:C:2017:309, σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

38      Όσον αφορά τον αρμόδιο φορέα του κράτους μέλους εντός του οποίου πραγματοποιείται η εργασία, από τις υποχρεώσεις συνεργασίας που απορρέουν από το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ προκύπτει επίσης ότι οι υποχρεώσεις αυτές δεν θα τηρούνταν –και οι στόχοι των άρθρων 14, σημείο 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1408/71 και 11, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 574/72 θα καταστρατηγούνταν– αν ο φορέας του εν λόγω κράτους μέλους θεωρούσε ότι δεν δεσμεύεται από τα στοιχεία που διαλαμβάνει το πιστοποιητικό Ε 101 και υπήγε και τους εργαζομένους αυτούς στο δικό του σύστημα κοινωνικής ασφάλισης (βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 30ής Μαρτίου 2000, Banks κ.λπ., C‑178/97, EU:C:2000:169, σκέψη 39, καθώς και της 27ης Απριλίου 2017, A‑Rosa Flussschiff, C‑620/15, EU:C:2017:309, σκέψη 40).

39      Κατά συνέπεια, το πιστοποιητικό Ε 101, στο μέτρο που δημιουργεί ένα τεκμήριο νομιμότητας όσον αφορά την υπαγωγή του ενδιαφερόμενου εργαζομένου στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης του κράτους μέλους όπου είναι εγκαταστημένη η επιχείρηση που τον απασχολεί, δεσμεύει, κατ’ αρχήν, τον αρμόδιο φορέα του κράτους μέλους εντός του οποίου παρέχει την εργασία του ο συγκεκριμένος εργαζόμενος (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 27ης Απριλίου 2017, A‑Rosa Flussschiff, C‑620/15, EU:C:2017:309, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

40      Πράγματι, η αρχή της καλόπιστης συνεργασίας συνδέεται επίσης με την αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης.

41      Επομένως, για όσο διάστημα το πιστοποιητικό E 101 δεν ανακαλείται ή δεν κηρύσσεται ανίσχυρο, ο αρμόδιος φορέας του κράτους μέλους εντός του οποίου ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του οφείλει να λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι ο εργαζόμενος υπόκειται ήδη στην κοινωνικοασφαλιστική νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκαταστημένη η επιχείρηση που τον απασχολεί, με αποτέλεσμα ο φορέας αυτός να μην μπορεί να τον υπαγάγει στο δικό του σύστημα κοινωνικής ασφάλισης (απόφαση της 27ης Απριλίου 2017, A‑Rosa Flussschiff, C‑620/15, EU:C:2017:309, σκέψη 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

42      Πρέπει εντούτοις να υπομνησθεί ότι, όπως προκύπτει από την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, κάθε φορέας κράτους μέλους οφείλει να προβαίνει σε επιμελή εξέταση της εφαρμογής του δικού του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Η ίδια αρχή συνεπάγεται επίσης ότι οι φορείς των άλλων κρατών μελών έχουν νόμιμη προσδοκία ότι κάθε κράτος μέλος έχει συμμορφωθεί με την υποχρέωσή του αυτή (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 3ης Μαρτίου 2016, Επιτροπή κατά Μάλτας, C‑12/14, EU:C:2016:135, σκέψη 37).

43      Επομένως, εναπόκειται στον αρμόδιο φορέα του κράτους μέλους ο οποίος εξέδωσε το πιστοποιητικό E 101 να επανεξετάσει το βάσιμο της χορήγησής του και, ανάλογα με την περίπτωση, να ανακαλέσει το πιστοποιητικό αυτό, όταν ο αρμόδιος φορέας του κράτους μέλους εντός του οποίου παρέχει την εργασία του ο εργαζόμενος εκφράζει αμφιβολίες ως προς την ακρίβεια των πραγματικών περιστατικών στα οποία στηρίζεται το εν λόγω πιστοποιητικό και, συνακόλουθα, ως προς την ακρίβεια των περιλαμβανομένων σε αυτό στοιχείων, ιδίως για τον λόγο ότι αυτά δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του άρθρου 14, σημείο 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1408/71 (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 27ης Απριλίου 2017, A-Rosa Flussschiff, C‑620/15, EU:C:2017:309, σκέψη 44 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

44      Δυνάμει του άρθρου 84α, παράγραφος 3, του κανονισμού 1408/71, στην περίπτωση που οι εμπλεκόμενοι φορείς δεν συμφωνούν, ιδίως, ως προς την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών μιας συγκεκριμένης κατάστασης και, κατά συνέπεια, ως προς το ζήτημα αν η κατάσταση αυτή εμπίπτει στο άρθρο 14, σημείο 1, στοιχείο αʹ, του εν λόγω κανονισμού έχουν την ευχέρεια να προσφύγουν συναφώς στη διοικητική επιτροπή του άρθρου 80 του κανονισμού αυτού (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 27ης Απριλίου 2017, A‑Rosa Flussschiff, C‑620/15, EU:C:2017:309, σκέψη 45 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

45      Αν η επιτροπή αυτή δεν κατορθώσει να συμβιβάσει τις απόψεις των αρμοδίων φορέων σχετικά με την εφαρμοστέα στη συγκεκριμένη περίπτωση νομοθεσία, το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου παρέχει την εργασία του ο εν λόγω εργαζόμενος έχει, πάντως, τη δυνατότητα, και τούτο υπό την επιφύλαξη των μέσων έννομης προστασίας που ενδεχομένως υφίστανται στο κράτος μέλος του φορέα έκδοσης του πιστοποιητικού, να κινήσει διαδικασία λόγω παράβασης, σύμφωνα με το άρθρο 259 ΣΛΕΕ, προκειμένου να καταστεί δυνατό στο Δικαστήριο να εξετάσει, στο πλαίσιο μιας τέτοιας διαδικασίας, το ζήτημα της νομοθεσίας που πρέπει να εφαρμοστεί στον εν λόγω εργαζόμενο και, ως εκ τούτου, την ακρίβεια των στοιχείων που περιλαμβάνονται στο πιστοποιητικό E 101 (απόφαση της 27ης Απριλίου 2017, A-Rosa Flussschiff, C‑620/15, EU:C:2017:309, σκέψη 46 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

46      Επομένως, σε περίπτωση ακόμη και πρόδηλου σφάλματος εκτίμησης ως προς τις προϋποθέσεις εφαρμογής των κανονισμών 1408/71 και 574/72, και ακόμη και όταν διαπιστώνεται ότι οι συνθήκες άσκησης της δραστηριότητας των συγκεκριμένων εργαζομένων προδήλως δεν εμπίπτουν στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της διάταξης βάσει της οποίας χορηγήθηκε το πιστοποιητικό E 101, η ακολουθητέα διαδικασία για την επίλυση τυχόν διαφορών μεταξύ των φορέων των ενδιαφερομένων κρατών μελών σχετικά με το κύρος ή την ακρίβεια ενός πιστοποιητικού E 101 πρέπει να τηρείται (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 27ης Απριλίου 2017, A-Rosa Flussschiff, C‑620/15, EU:C:2017:309, σκέψεις 52 και 53).

47      Ο νυν ισχύων κανονισμός 987/2009 ενσωμάτωσε τη νομολογία του Δικαστηρίου, θεσπίζοντας τον δεσμευτικό χαρακτήρα του πιστοποιητικού E 101 και την αποκλειστική αρμοδιότητα του φορέα που το εκδίδει να εκτιμά το κύρος του εν λόγω πιστοποιητικού, και υιοθετώντας ρητώς την εν λόγω διαδικασία ως μέσο επίλυσης των διαφορών τόσο ως προς την ακρίβεια των εγγράφων που εκδόθηκαν από τον αρμόδιο φορέα κράτους μέλους όσο και ως προς τον καθορισμό της εφαρμοστέας στον συγκεκριμένο εργαζόμενο νομοθεσίας (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 27ης Απριλίου 2017, A-Rosa Flussschiff, C‑620/15, EU:C:2017:309, σκέψη 59).

48      Εντούτοις, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι εκτιμήσεις αυτές δεν πρέπει να έχουν ως αποτέλεσμα τη δυνατότητα των πολιτών να επικαλούνται τους κανόνες δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης δολίως ή καταχρηστικώς (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 2ας Μαΐου 1996, Paletta, C‑206/94, EU:C:1996:182, σκέψη 24· της 21ης Φεβρουαρίου 2006, Halifax κ.λπ., C‑255/02, EU:C:2006:121, σκέψη 68· της 12ης Σεπτεμβρίου 2006, Cadbury Schweppes και Cadbury Schweppes Overseas, C‑196/04, EU:C:2006:544, σκέψη 35, καθώς και της 28ης Ιουλίου 2016, Kratzer, C‑423/15, EU:C:2016:604, σκέψη 37).

49      Η αρχή που εκφράζεται με αυτή τη νομολογία, σύμφωνα με την οποία η απάτη και η κατάχρηση δικαιώματος απαγορεύονται, συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, ο σεβασμός της οποίας επιβάλλεται στους πολίτες. Συγκεκριμένα, η εφαρμογή της κανονιστικής ρύθμισης της Ένωσης δεν μπορεί να εκτείνεται μέχρι τέτοιου σημείου ώστε να καταλαμβάνει πράξεις οι οποίες διενεργούνται με σκοπό τη δόλια ή καταχρηστική κτήση των πλεονεκτημάτων που προβλέπει το δίκαιο της Ένωσης (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 5ης Ιουλίου 2007, Kofoed, C‑321/05, EU:C:2007:408, σκέψη 38, και της 22ας Νοεμβρίου 2017, Cussens κ.λπ., C‑251/16, EU:C:2017:881, σκέψη 27).

50      Η διαπίστωση απάτης στηρίζεται ειδικότερα σε δέσμη συγκλινόντων στοιχείων τα οποία αποδεικνύουν τη συνδρομή ενός αντικειμενικού και ενός υποκειμενικού στοιχείου.

51      Αφενός, το αντικειμενικό στοιχείο συνίσταται στο γεγονός ότι δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη χορήγηση και τη χρήση του πιστοποιητικού E 101, οι οποίες προβλέπονται στον τίτλο II του κανονισμού 1408/71 και υπενθυμίζονται με τη σκέψη 34 της παρούσας απόφασης.

52      Αφετέρου, το υποκειμενικό στοιχείο αντιστοιχεί στην πρόθεση των ενδιαφερομένων να παρακάμψουν ή να αποφύγουν την εφαρμογή των προϋποθέσεων έκδοσης του εν λόγω πιστοποιητικού, προκειμένου να αποκτήσουν το εξ αυτού απορρέον πλεονέκτημα.

53      Συνεπώς, η απόκτηση πιστοποιητικού E 101 με δόλιο τρόπο μπορεί να οφείλεται είτε σε εκούσια ενέργεια, όπως είναι η εσφαλμένη παρουσίαση της πραγματικής κατάστασης του αποσπασμένου εργαζόμενου ή της επιχείρησης που αποσπά τον εργαζόμενο, είτε σε εκούσια παράλειψη, όπως είναι η απόκρυψη κρίσιμης πληροφορίας, με πρόθεση να παρακαμφθούν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 14, σημείο 1, στοιχείο α ʹ, του κανονισμού 1408/71.

54      Υπό τις συνθήκες αυτές, εφόσον, στο πλαίσιο του διαλόγου που προβλέπεται από το άρθρο 84α, παράγραφος 3, του κανονισμού 1408/71, ο φορέας του κράτους μέλους στο οποίο έχουν αποσπαστεί οι εργαζόμενοι υποβάλλει στον φορέα έκδοσης των πιστοποιητικών E 101 συγκεκριμένα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι τα πιστοποιητικά αυτά έχουν αποκτηθεί με δόλιο τρόπο, εναπόκειται στον δεύτερο αυτό φορέα, δυνάμει της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας, να επανεξετάσει, υπό το πρίσμα των στοιχείων αυτών, το βάσιμο της έκδοσης των εν λόγω πιστοποιητικών και, κατά περίπτωση, να ανακαλέσει τα πιστοποιητικά, όπως προκύπτει από τη νομολογία που υπομνήσθηκε με τη σκέψη 43 της παρούσας απόφασης.

55      Σε περίπτωση που ο τελευταίος αυτός φορέας δεν προβεί στην επανεξέταση εντός εύλογης προθεσμίας, τα ως άνω στοιχεία πρέπει να μπορούν να προβληθούν στο πλαίσιο δικαστικής διαδικασίας με την οποία ζητείται από τον δικαστή του κράτους μέλους στο οποίο ο εργαζόμενος έχει αποσπασθεί να μη λάβει υπόψη τα επίμαχα πιστοποιητικά.

56      Παρά ταύτα, τα πρόσωπα για τα οποία υπάρχουν υπόνοιες, στο πλαίσιο μιας τέτοιας διαδικασίας, ότι έχουν απασχολήσει αποσπασμένους εργαζόμενους με πιστοποιητικά τα οποία φέρεται να αποκτήθηκαν με δόλιο τρόπο πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να αντικρούσουν τα στοιχεία στα οποία στηρίζεται η εν λόγω διαδικασία, τηρουμένων των εγγυήσεων που απορρέουν από το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, πριν ο εθνικός δικαστής αποφασίσει, ενδεχομένως, να μη λάβει υπόψη τα εν λόγω πιστοποιητικά και πριν αποφανθεί σχετικά με την ευθύνη των προσώπων αυτών δυνάμει του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου.

57      Στην υπόθεση της κύριας δίκης, όπως συνάγεται από τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, από την έρευνα που διενήργησε η βελγική κοινωνική επιθεώρηση στη Βουλγαρία προέκυψε ότι οι βουλγαρικές επιχειρήσεις που προέβησαν στην απόσπαση των εργαζομένων της κύριας δίκης δεν ασκούσαν σημαντική δραστηριότητα στη Βουλγαρία.

58      Από τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο προκύπτει επίσης ότι τα επίμαχα στην κύρια δίκη πιστοποιητικά αποκτήθηκαν με δόλιο τρόπο, μέσω παρουσίασης των πραγματικών περιστατικών μη ανταποκρινόμενης στην πραγματικότητα, τούτο δε με σκοπό να παρακαμφθούν οι προϋποθέσεις από τις οποίες η νομοθεσία της Ένωσης εξαρτά την απόσπαση των εργαζομένων.

59      Εξάλλου, όπως επισημάνθηκε με τη σκέψη 21 της παρούσας απόφασης, από τις παρατηρήσεις της Βελγικής Κυβέρνησης προκύπτει, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει βάσει των πραγματικών περιστατικών που διαπιστώθηκαν στο πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας, ότι ο αρμόδιος βουλγαρικός φορέας, στον οποίο υποβλήθηκε αίτηση επανεξέτασης και ανάκλησης των επίμαχων στην κύρια δίκη πιστοποιητικών υπό το πρίσμα των αποτελεσμάτων της έρευνας που αναφέρεται στη σκέψη 57 της παρούσας απόφασης, παρέλειψε να λάβει υπόψη τα εν λόγω αποτελέσματα κατά την επανεξέταση του βασίμου της έκδοσης των πιστοποιητικών αυτών.

60      Σε περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης, το εθνικό δικαστήριο μπορεί να μη λάβει υπόψη τα οικεία πιστοποιητικά E 101, απόκειται δε στο ίδιο αυτό δικαστήριο να διαπιστώσει αν τα πρόσωπα για τα οποία υπάρχουν υπόνοιες ότι έχουν απασχολήσει αποσπασμένους εργαζόμενους με πιστοποιητικά τα οποία αποκτήθηκαν με δόλιο τρόπο μπορεί να φέρουν ευθύνη, βάσει του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου.

61      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο υποβληθέν ερώτημα είναι ότι το άρθρο 14, σημείο 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1408/71 και το άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 574/72 έχουν την έννοια ότι, όταν ο φορέας του κράτους μέλους στο οποίο έχουν αποσπαστεί οι εργαζόμενοι υποβάλλει στον φορέα έκδοσης πιστοποιητικών E 101 αίτημα επανεξέτασης και ανάκλησης των πιστοποιητικών υπό το φως συγκεκριμένων στοιχείων που συνελέγησαν στο πλαίσιο δικαστικής έρευνας από την οποία κατέστη δυνατόν να διαπιστωθεί ότι τα πιστοποιητικά αποκτήθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν με δόλιο τρόπο, και ο εκδίδων φορέας παραλείπει να λάβει υπόψη τα στοιχεία αυτά κατά την επανεξέταση του βασίμου της έκδοσης των πιστοποιητικών, ο εθνικός δικαστής μπορεί, στο πλαίσιο διαδικασίας κινηθείσας κατά των προσώπων για τα οποία υπάρχουν υπόνοιες ότι έχουν απασχολήσει αποσπασμένους εργαζόμενους με τέτοια πιστοποιητικά, να μη λάβει υπόψη τα πιστοποιητικά αν, βάσει των ανωτέρω στοιχείων και τηρουμένων των εγγυήσεων οι οποίες απορρέουν από το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και των οποίων πρέπει να τύχουν αυτά τα πρόσωπα, διαπιστώνει την ύπαρξη τέτοιας απάτης.

 Επί των δικαστικών εξόδων

62      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφαίνεται:

Το άρθρο 14, σημείο 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 631/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, και το άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό 118/97, έχουν την έννοια ότι, όταν ο φορέας του κράτους μέλους στο οποίο έχουν αποσπαστεί οι εργαζόμενοι υποβάλλει στον φορέα έκδοσης πιστοποιητικών E 101 αίτημα επανεξέτασης και ανάκλησης των πιστοποιητικών υπό το φως συγκεκριμένων στοιχείων που συνελέγησαν στο πλαίσιο δικαστικής έρευνας από την οποία κατέστη δυνατόν να διαπιστωθεί ότι τα πιστοποιητικά αποκτήθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν με δόλιο τρόπο, και ο εκδίδων φορέας παραλείπει να λάβει υπόψη τα στοιχεία αυτά κατά την επανεξέταση του βασίμου της έκδοσης των πιστοποιητικών, ο εθνικός δικαστής μπορεί, στο πλαίσιο διαδικασίας κινηθείσας κατά των προσώπων για τα οποία υπάρχουν υπόνοιεςότι έχουν απασχολήσει αποσπασμένους εργαζόμενους με τέτοια πιστοποιητικά, να μη λάβει υπόψη τα πιστοποιητικά αν, βάσει των ανωτέρω στοιχείων και τηρουμένων των εγγυήσεων οι οποίες απορρέουν από το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και των οποίων πρέπει να τύχουν αυτά τα πρόσωπα, διαπιστώνει την ύπαρξη τέτοιας απάτης.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.