Language of document : ECLI:EU:C:2018:64

Προσωρινό κείμενο

ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

MACIEJ SZPUNAR

της 6ης Φεβρουαρίου 2018 (1)

Υπόθεση C‑163/16

Christian Louboutin,

Christian Louboutin SAS

κατά

Van Haren Schoenen BV

[αίτηση του rechtbank Den Haag (πρωτοδικείου Χάγης, Κάτω Χώρες)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Επανάληψη της προφορικής διαδικασίας – Προδικαστική παραπομπή – Σήματα – Απαράδεκτο της καταχωρίσεως ή ακυρότητα – Σχήμα – Έννοια – Τρισδιάστατα χαρακτηριστικά των προϊόντων – Χρώμα»






I.      Εισαγωγή

1.        Στην παρούσα υπόθεση, το rechtbank Den Haag (πρωτοδικείο Χάγης, Κάτω Χώρες) καλεί το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της ερμηνείας του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο iii, της οδηγίας 2008/95/ΕΚ (2).

2.        Στις 28 Φεβρουαρίου 2017, το Δικαστήριο αποφάσισε να παραπεμφθεί η υπόθεση ενώπιον του ενάτου τμήματος. Η υπόθεση συζητήθηκε στο ακροατήριο στις 6 Απριλίου 2017. Στις 22 Ιουνίου 2017 ανέπτυξα τις πρώτες προτάσεις μου επί της υποθέσεως.

3.        Στις 13 Σεπτεμβρίου 2017, το ένατο τμήμα, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 60, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, αποφάσισε να αναπέμψει την υπόθεση στο Δικαστήριο, προκειμένου αυτή να ανατεθεί σε μεγαλύτερο σχηματισμό. Στη συνέχεια το Δικαστήριο ανέθεσε την υπόθεση στο τμήμα μείζονος συνθέσεως.

4.        Με τη διάταξη της 12ης Οκτωβρίου 2017, Louboutin και Christian Louboutin (C‑163/16, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2017:765), το Δικαστήριο αποφάσισε την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας και κάλεσε τους ενδιαφερομένους να μετάσχουν σε νέα επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

II.    Το νομικό πλαίσιο

1.      Το δίκαιο της Ένωσης

5.        Το άρθρο 3 της οδηγίας 2008/95, με τίτλο «Λόγοι απαραδέκτου ή ακυρότητας», ορίζει, στην παράγραφο 1, στοιχεία βʹ και εʹ, σημείο iii, τα εξής:

«1.      Δεν καταχωρίζονται ή, εάν έχουν καταχωρισθεί, είναι δυνατόν να κηρυχθούν άκυρα:

[…]

β)      τα σήματα που στερούνται διακριτικού χαρακτήρα·

[…]

ε)      τα σήματα που αποτελούνται αποκλειστικώς:

[...]

iii)      από το σχήμα που προσδίδει ουσιαστική αξία στο προϊόν·

[...]».

2.      Η Σύμβαση Μπενελούξ

6.        Τα δίκαιο των σημάτων στις Κάτω Χώρες διέπεται από τη Σύμβαση Μπενελούξ περί διανοητικής ιδιοκτησίας (εμπορικά σήματα και σχέδια ή υποδείγματα), η οποία υπογράφηκε στη Χάγη στις 25 Φεβρουαρίου 2005 από το Βασίλειο του Βελγίου, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών (στο εξής: Σύμβαση Μπενελούξ).

7.        Το άρθρο 2.1 της Συμβάσεως Μπενελούξ, με τον τίτλο «Σημεία δυνάμενα να αποτελέσουν σήμα Μπενελούξ», ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι «[ε]ντούτοις, δεν μπορούν να θεωρηθούν σήματα τα σημεία που αποτελούνται αποκλειστικώς από το σχήμα το οποίο επιβάλλει η ίδια η φύση του προϊόντος, το οποίο προσδίδει ουσιαστική αξία στο προϊόν ή το οποίο είναι απαραίτητο για την επίτευξη ενός τεχνικού αποτελέσματος».

III. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

8.        Ανταποκρινόμενοι στην πρόσκληση που απευθύνθηκε στους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής ʹΕνωσης ενδιαφερομένους, ο Christian Louboutin και η εταιρία Louboutin SAS (στο εξής, από κοινού: C. Louboutin και εταιρία Louboutin), η Van Haren Schoenen BV (στο εξής: Van Haren), η Γερμανική, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 14ης Νοεμβρίου 2017 (3). Στο στάδιο αυτό της διαδικασίας, οι ενδιαφερόμενοι είχαν για δεύτερη φορά την ευκαιρία να παρουσιάσουν τις προφορικές παρατηρήσεις τους επί του προδικαστικού ερωτήματος που έχει ως εξής: «[π]εριορίζεται ο όρος “σχήμα” κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο iii, της οδηγίας [2008/95], στα τρισδιάστατα χαρακτηριστικά του προϊόντος, όπως είναι τα (τρισδιάστατα) περιγράμματα, οι διαστάσεις και ο όγκος του, ή μπορούν να ληφθούν υπόψη επίσης άλλα (μη τρισδιάστατα) χαρακτηριστικά του προϊόντος, όπως είναι το χρώμα;».

IV.    Ανάλυση

1.      Υπενθύμιση της ερμηνείας την οποία προέκρινα στις πρώτες προτάσεις μου και αντικείμενο των ανά χείρας προτάσεων

9.        Στις πρώτες προτάσεις μου, πραγματοποίησα ανάλυση βάσει της οποίας συμπέρανα ότι σημείο το οποίο συνδυάζει το χρώμα και το σχήμα μπορεί να υπόκειται στην απαγόρευση την οποία προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο iii, της οδηγίας 2008/95 (4).

10.      Κατά συνέπεια, πρότεινα στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο iii, της οδηγίας 2008/95 έχει την έννοια ότι δύναται να έχει εφαρμογή σε σημείο που αποτελείται από το σχήμα του προϊόντος και που διεκδικεί προστασία για ορισμένο χρώμα.

11.      Στα σημεία 28 έως 41 των πρώτων προτάσεών μου, επικουρικώς, εξέθεσα τις σκέψεις μου για τον χαρακτηρισμό του επίδικου σήματος. Διαπίστωσα ότι το επίδικο σήμα θα πρέπει να εξομοιωθεί μάλλον με σημείο που αποτελείται από το σχήμα του προϊόντος και που διεκδικεί προστασία για χρώμα σε σχέση με το σχήμα αυτό, παρά με σήμα που συνίσταται σε ορισμένο χρώμα αυτό καθεαυτό.

12.      Πάντως, όπως επισήμανα στο σημείο 31 των πρώτων προτάσεών μου, εκτιμώ ότι ο χαρακτηρισμός του επίδικου σήματος αποτελεί πραγματική εκτίμηση η οποία απόκειται, εν προκειμένω, στο αιτούν δικαστήριο.

13.      Το ίδιο ισχύει όσον αφορά την απάντηση στο ερώτημα αν το κόκκινο χρώμα της σόλας προσδίδει ουσιαστική αξία στο προϊόν. Φρονώ ότι η θέση του αιτούντος δικαστηρίου είναι σαφής επί του σημείου αυτού και ότι τούτο εκκινεί από την παραδοχή ότι στο ερώτημα αυτό προσήκει καταφατική απάντηση.

14.      Πάντως, στα σημεία 70 έως 72 των πρώτων προτάσεών μου, επισήμανα, στην απάντηση που πρότεινα να δοθεί στο προδικαστικό ερώτημα, ότι η ανάλυση που αποσκοπεί να διαπιστωθεί αν πρόκειται για σχήμα το οποίο προσδίδει ουσιαστική αξία στο προϊόν κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο iii, της οδηγίας 2008/95 –και, επομένως, αν η διάταξη αυτή εφαρμόζεται ή όχι εν προκειμένω– αφορά αποκλειστικώς την εγγενή αξία του σχήματος και δεν πρέπει να λαμβάνει υπόψη την ελκυστικότητα του προϊόντος λόγω της φήμης του σήματος ή του δικαιούχου του. Με βάση την παραδοχή αυτή, διατύπωσα το δεύτερο τμήμα της προτάσεως απαντήσεως στο προδικαστικό ερώτημα ως εξής: «Η έννοια του όρου σχήμα που “προσδίδει ουσιαστική αξία” στο προϊόν, κατά την εν λόγω διάταξη, αφορά αποκλειστικά την εγγενή αξία του σχήματος και αποκλείει τη συνεκτίμηση της φήμης του σήματος ή του δικαιούχου του».

15.      Στις ανά χείρας προτάσεις, θα εξετάσω τα ζητήματα που ανέκυψαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 14ης Νοεμβρίου 2017, ούτως ώστε η ανάλυση που περιέχεται στις πρώτες προτάσεις μου να συμπληρωθεί από εκτιμήσεις επί των διαφόρων απόψεων των ενδιαφερομένων.

16.      Στο πνεύμα αυτό, θα αναπτύξω καταρχάς τις σκέψεις μου όσον αφορά τον χαρακτηρισμό του επίδικου σήματος λαμβανομένων υπόψη των θέσεων που εξέθεσαν οι ενδιαφερόμενοι κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 14ης Νοεμβρίου 2017. Θα εξετάσω στη συνέχεια τις συνέπειες του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2017/1431 (5), ο οποίος αφορά, ιδίως, την έννοια του «σήματος θέσεως», για τη διαλαμβανόμενη στις πρώτες προτάσεις μου ανάλυση όσον αφορά τον χαρακτηρισμό του επίδικου σήματος. Κατόπιν, θα διατυπώσω συμπληρωματικές παρατηρήσεις σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο iii, της οδηγίας 2008/95, στο πλαίσιο, αφενός, της σχέσεως μεταξύ της οδηγίας αυτής και της οδηγίας (ΕE) 2015/2436 (6) και, αφετέρου, της ratio του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο iii, της οδηγίας 2008/95. Τέλος, θα εξετάσω τις συνέπειες της λύσεως που είχα απορρίψει με τις πρώτες προτάσεις μου, υπέρ της οποίας όμως τάχθηκαν πολλοί ενδιαφερόμενοι κατά τη δεύτερη επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι δηλαδή το συμφέρον να παραμένει ελεύθερη η χρήση ορισμένων χαρακτηριστικών των προϊόντων μπορεί να λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο του ελέγχου του διακριτικού χαρακτήρα.

2.      Συμπληρωματικές σκέψεις για τον χαρακτηρισμό του επίδικου σήματος

17.      Στις πρώτες προτάσεις μου, όπως μόλις υπενθύμισα προηγουμένως εν συντομία, έτεινα να χαρακτηρίσω το επίδικο σήμα μάλλον ως σημείο που αποτελείται από το σχήμα του προϊόντος και που διεκδικεί προστασία για χρώμα σε σχέση με το σχήμα αυτό, παρά ως χρωματικό σήμα (7).

18.      Αφού άκουσα τους ενδιαφερομένους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 14ης Νοεμβρίου 2017, κλίνω ακόμη λιγότερο υπέρ του να χαρακτηρίσω το επίδικο σήμα ως σήμα αποτελούμενο από χρώμα αυτό καθεαυτό.

19.      Απαντώντας σε ερώτηση του Δικαστηρίου που τέθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 14ης Νοεμβρίου 2017, ο C. Louboutin και η εταιρία Louboutin υποστήριξαν ότι το επίδικο σήμα είναι σημείο το οποίο θα μπορούσε να περιγραφεί ως εξής: αφενός, η σόλα οριοθετείται στον χώρο από γραμμές οι οποίες καθιστούν δυνατό τον σχεδιασμό της και τούτο οριοθετείται από το κόκκινο χρώμα και, αφετέρου, η σόλα έχει σχήμα που αντιστοιχεί στην οριοθέτηση του κόκκινου χρώματος στον χώρο. Συνεπώς, κατά τον δικαιούχο του επίδικου σήματος, το χρώμα είναι εκείνο που οριοθετεί το σχήμα και –πράγμα που θεωρώ ως φυσική συνέπεια της πρώτης αυτής διαπιστώσεως– το σχήμα αυτό αντιστοιχεί στην οριοθέτηση του χρώματος στον χώρο.

20.      Επομένως, εκτιμώ ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, δεν πρόκειται για σχήμα απολύτως αφηρημένο ή για σχήμα του οποίου η σημασία είναι αμελητέα, πράγμα που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη διαπίστωση ότι το επίδικο σήμα διεκδικεί προστασία για ορισμένο χρώμα αυτό καθεαυτό, χωρίς καμία οριοθέτηση στον χώρο. Είναι άνευ σημασίας το γεγονός ότι το σχήμα της σόλας μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με τα διάφορα μοντέλα υποδημάτων. Πρόκειται πάντοτε όχι για άλλο τμήμα του υποδήματος, αλλά για σχήμα σόλας. Στο πλαίσιο αυτό, δεν πρέπει να παροράται, αφενός, η αρχή ότι το σήμα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως σύνολο και, αφετέρου, ότι η προστασία της οποίας τυγχάνει ο δικαιούχος του σήματος αφορά όχι μόνο τα σημεία που είναι πανομοιότυπα με το σημείο που αποτελεί το αντικείμενο της αιτήσεως καταχωρίσεως, αλλά και εκείνα που είναι παρόμοια προς το σημείο αυτό.

21.      Επιπλέον, αμφιβάλλω για το κατά πόσον το κόκκινο χρώμα μπορεί να εκπληρώσει την ουσιώδη λειτουργία του σήματος και να προσδιορίσει τον δικαιούχο του όταν το χρώμα αυτό χρησιμοποιείται εκτός του ιδιαίτερου πλαισίου του, δηλαδή ανεξαρτήτως του σχήματος της σόλας. Εν πάση περιπτώσει, δεν θεωρώ ότι τέτοιο αποτέλεσμα επιδίωκε ο δικαιούχος καταθέτοντας την αίτηση καταχωρίσεως του επίδικου σήματος.

22.      Εν κατακλείδι, δεδομένων των εκτιμήσεων που διαλαμβάνονται στα σημεία 29 έως 41 των πρώτων προτάσεών μου καθώς και των ανωτέρω εκτιμήσεων, φρονώ ότι το επίδικο σήμα θα πρέπει να εξομοιωθεί μάλλον με σημείο που αποτελείται από το σχήμα του προϊόντος και που διεκδικεί προστασία για χρώμα σε σχέση με το σχήμα αυτό, παρά με σήμα που αποτελείται από χρώμα αυτό καθεαυτό.

3.      Συμπληρωματικές σκέψεις για τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2008/95 στα σημεία που αποτελούνται από το σχήμα του προϊόντος και από ορισμένο χρώμα

1.      Συνέπειες του χαρακτηρισμού σήματος ως «σήματος θέσεως», κατά την έννοια του εκτελεστικού κανονισμού 2017/1431, για τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο iii, της οδηγίας 2008/95

23.      Στο σημείο 32 των πρώτων προτάσεών μου, παρατήρησα ότι ούτε η οδηγία 2008/95 ούτε η νομολογία του Δικαστηρίου προσδίδουν έννομες συνέπειες στον χαρακτηρισμό σήματος ως «σήματος θέσεως». Η Γερμανική Κυβέρνηση συμφώνησε με την άποψη αυτή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 14ης Νοεμβρίου 2017. Επιπλέον, όπως ανέφερα επίσης στο σημείο 32 των πρώτων προτάσεών μου, ο χαρακτηρισμός ως «σήματος θέσεως» δεν εμποδίζει αφεαυτού να κριθεί ότι το ίδιο σήμα αποτελείται από το σχήμα του προϊόντος και, κατά συνέπεια, ότι μπορεί να υπόκειται στην απαγόρευση του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο iii, της οδηγίας 2008/95, δεδομένου ότι η τελευταία αυτή κατηγορία, δηλαδή τα σήματα που αποτελούνται από το σχήμα του προϊόντος, περιλαμβάνει και τα σημεία που απεικονίζουν τμήμα ή στοιχείο του οικείου προϊόντος.

24.      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 14ης Νοεμβρίου 2017, ο C. Louboutin και η εταιρία Louboutin υποστήριξαν ότι το άρθρο 3, παράγραφος 3, στοιχείο δʹ, του εκτελεστικού κανονισμού 2017/1431 ορίζει το σήμα θέσεως υποδεικνύοντας τον τρόπο με τον οποίο αυτό πρέπει να αναπαρίσταται επί του προϊόντος. Κατά τον C. Louboutin και την εταιρία Louboutin, το επίδικο σήμα πληροί τα κριτήρια που θέτει ο ορισμός αυτός.

25.      Στο ίδιο πνεύμα, συμφωνώντας με την άποψη που υποστήριξαν πλείονες ενδιαφερόμενοι πριν από την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, η Γερμανική, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου καθώς και η Επιτροπή προέβαλαν, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 14ης Νοεμβρίου 2017, ότι το επίδικο σήμα πρέπει να χαρακτηριστεί ως σήμα θέσεως. Μόνον η Γαλλική Κυβέρνηση αναφέρθηκε ρητώς στον εκτελεστικό κανονισμό 2017/1431.

26.      Πάντως, τα επιχειρήματα που αντλούνται από τον εκτελεστικό κανονισμό 2017/1431 δεν μπορούν, κατ’ εμέ, να θέσουν εν αμφιβόλω την ορθότητα των εκτιμήσεων που υπενθύμισα στο σημείο 23 των ανά χείρας προτάσεων (8).

27.      O εκτελεστικός κανονισμός 2017/1431 εφαρμόζεται από 1ης Οκτωβρίου 2017 και συμπληρώνει το σύστημα των σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο στηρίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) 207/2009 (9), ο οποίος αντικαταστάθηκε, από 1ης Οκτωβρίου 2017, από τον κανονισμό (ΕE) 2017/1001 (10). Στο μεσοδιάστημα, ο κανονισμός 207/2009 τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕE) 2015/2424 (11), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 23 Μαρτίου 2016. Το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο iii, του κανονισμού 207/2009, το οποίο επαναλαμβάνει το κείμενο του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο iii, της οδηγίας 2008/95, τροποποιήθηκε υπό την έννοια ότι τα σημεία που συνίστανται αποκλειστικώς από το «σχήμα, ή άλλο χαρακτηριστικό, που προσδίδει ουσιαστική αξία στο προϊόν» (12) δεν γίνονται δεκτά για καταχώριση (13).

28.      Επομένως, το άρθρο 3, παράγραφος 3, στοιχείο δʹ, του εκτελεστικού κανονισμού 2017/1431, το οποίο αφορά το «σήμα θέσεως», εντάχθηκε στο σύστημα των σημάτων της Ένωσης το οποίο σε προγενέστερο χρονικό σημείο δέχθηκε ότι δεν είναι απαραίτητο να αποτελείται το σημείο από το «σχήμα» για να εμπίπτει στον λόγο απαραδέκτου ή ακυρότητας που αντιστοιχεί στον λόγο του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο iii, της οδηγίας 2008/95.

29.      Συνεπώς, το άρθρο 3, παράγραφος 3, στοιχείο δʹ, του εκτελεστικού κανονισμού 2017/1431 δεν έχει προβλεφθεί ως «ορισμός» του είδους σήματος το οποίο, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να εμπίπτει στον λόγο απαραδέκτου ή ακυρότητας που αντιστοιχεί στον λόγο του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο iii, της οδηγίας 2008/95. Πράγματι, είναι πλέον σαφές ότι, στο σύστημα των σημάτων της Ένωσης, η διάκριση μεταξύ του «σχήματος» και των «λοιπών χαρακτηριστικών» δεν ασκεί επιρροή στο πλαίσιο του ως άνω λόγου απαραδέκτου ή ακυρότητας.

30.      Για τον ίδιο λόγο, το άρθρο 3, παράγραφος 3, στοιχείο δʹ, του εκτελεστικού κανονισμού 2017/1431 δεν καθιστά δυνατόν να υποστηριχθεί ότι, σε κάθε περίπτωση, ένα σήμα θέσεως είναι εντελώς ανεξάρτητο από το σχήμα του προϊόντος, ιδίως όταν πρόκειται για σημείο που αναπαριστά ένα τμήμα ή στοιχείο του οικείου προϊόντος.

31.      Είναι αληθές ότι ο εκτελεστικός κανονισμός 2017/1431 διακρίνει μεταξύ, αφενός, του «σήματος θέσεως», το οποίο ρυθμίζεται στο άρθρο 3, παράγραφος 3, στοιχείο δʹ, και, αφετέρου, του «σήματος τρισδιάστατου σχήματος» και του «σήματος χρώματος», τα οποία ρυθμίζονται, αντιστοίχως, στο άρθρο 3, παράγραφος 3, στοιχεία γʹ και στʹ, του κανονισμού αυτού.

32.      Κατόπιν των ανωτέρω, παρατηρώ ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο iii, της οδηγίας 2008/95 δεν αφορά τα «σήματα τρισδιάστατου σχήματος», αλλά τα σημεία που αποτελούνται αποκλειστικώς από το σχήμα το οποίο προσδίδει ουσιαστική αξία στο προϊόν (14).

33.      Εξάλλου, το άρθρο 3, παράγραφος 3, του εκτελεστικού κανονισμού 2017/1431 δεν περιέχει ούτε τον εξαντλητικό κατάλογο των ειδών σημάτων που μπορούν να καταχωρισθούν ούτε τους ορισμούς των ειδών σημάτων τα οποία μνημονεύει η διάταξη αυτή. Αφενός, το άρθρο 3, παράγραφος 4, του κανονισμού αυτού προβλέπει τη δυνατότητα υποβολής αιτήσεως καταχωρίσεως για σήμα το οποίο «δεν ανήκει στα είδη που παρατίθενται στην παράγραφο 3» του άρθρου αυτού. Αφετέρου, η ως άνω παράγραφος 3 ορίζει αποκλειστικώς τον τρόπο με τον οποίο ένα σήμα πρέπει να αναπαρίσταται «στις περιπτώσεις που η αίτηση αφορά οποιοδήποτε είδος σήματος από τα αναφερόμενα στα στοιχεία α) έως ι)», του εκτελεστικού κανονισμού 2017/1431. Πράγματι, φρονώ ότι το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού περιορίζεται στο να αποσαφηνίσει τον τρόπο με τον οποίο τα πλέον χρησιμοποιούμενα είδη σημάτων πρέπει να αναπαρίστανται στη διαδικασία καταχωρίσεως. Επομένως, τα σημεία που αποτελούν υβρίδια πλειόνων ειδών σημάτων από τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 3, παράγραφος 3, του εκτελεστικού κανονισμού 2017/1431 είναι σύμφωνα προς το σύστημα των σημάτων της Ένωσης. Στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζω ότι το γεγονός ότι το επίδικο σήμα καταχωρίσθηκε ως εικονιστικό σήμα δεν εμποδίζει τον χαρακτηρισμό του ως «σήματος που αποτελείται από το σχήμα του προϊόντος».

34.      Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, καθώς και των εκτιμήσεων που διαλαμβάνονται στο σημείο 32 των πρώτων προτάσεών μου, φρονώ ότι η εισαγωγή της έννοιας του «σήματος θέσεως» του άρθρου 3, παράγραφος 3, στοιχείο δʹ, του εκτελεστικού κανονισμού 2017/1431 στο σύστημα του δικαίου της Ένωσης δεν μπορεί να σχετικοποιήσει τις εκτιμήσεις τις οποίες διατύπωσα σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο iii, της οδηγίας 2008/95 σε σημείο που αποτελείται από το σχήμα του προϊόντος και που διεκδικεί προστασία για ορισμένο χρώμα.

2.      Πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο iii, της οδηγίας 2008/95 σε σχέση με το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο iii, της οδηγίας 2015/2436

35.      Η οδηγία 2008/95 θα αντικατασταθεί από την οδηγία 2015/2436, της οποίας η προθεσμία μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο λήγει στις 14 Ιανουαρίου 2019. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο iii, της οδηγίας 2015/2436, το οποίο αντιστοιχεί στον λόγο απαραδέκτου ή ακυρότητας του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο iii, της οδηγίας 2008/95, αναφέρεται στα σημεία που αποτελούνται αποκλειστικώς «από το σχήμα ή άλλο χαρακτηριστικό του προϊόντος που προσδίδει ουσιαστική αξία στο προϊόν».

36.      Στις πρώτες προτάσεις μου, διερωτήθηκα αν το γεγονός ότι ο νομοθέτης δεν θεώρησε απαραίτητο να προβλέψει μεταβατικές διατάξεις παρέχουσες τη δυνατότητα επιλύσεως των δυνητικών συγκρούσεων μεταξύ των δύο διαδοχικών οδηγιών μπορούσε να δείχνει ότι αυτός θεωρούσε ότι το νομικό καθεστώς για τα σημεία αυτά παρέμενε το ίδιο στο πλαίσιο των δύο αυτών οδηγιών (15).

37.      Κατά την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η απουσία αυτή μεταβατικών διατάξεων δεν καθιστά δυνατή την άντληση συμπεράσματος όσον αφορά το αναδρομικό αποτέλεσμα. Η κυβέρνηση αυτή παρατήρησε ότι δεν υπήρχαν μεταβατικές διατάξεις όσον αφορά τις διατάξεις που τροποποιούν άλλες πτυχές του δικαίου των σημάτων, ιδίως το άρθρο 14 της οδηγίας 2015/2436, το οποίο περιορίζει στα φυσικά πρόσωπα την υπεράσπιση του ονόματος και παρέχει σε πρόσωπο τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί το όνομά του και τη διεύθυνσή του χωρίς να προσβάλλει το σήμα, ενώ, δυνάμει του άρθρου 6 της οδηγίας 2008/95, η υπεράσπιση αυτή είναι δυνατή και για τα νομικά πρόσωπα.

38.      Πάντως, δεν θεωρώ ότι δικαιολογείται πλήρως η εξομοίωση των τροποποιήσεων που επήλθαν στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2008/95 προς εκείνες που αφορούν την υπεράσπιση του ιδίου ονόματος, η οποία ρυθμίζεται στο άρθρο 6 της οδηγίας 2008/95 και στο άρθρο 14 της οδηγίας 2015/2436.

39.      Η υπεράσπιση του ιδίου ονόματος συνιστά περιορισμό των αποκλειστικών δικαιωμάτων του δικαιούχου του σήματος, ο οποίος έχει το δικαίωμα να απαγορεύει στους τρίτους να χρησιμοποιούν σημείο πανομοιότυπο προς το σήμα. Στην πραγματικότητα, οι τροποποιήσεις τις οποίες εισήγαγε η οδηγία 2015/2436 δεν περιορίζουν τα δικαιώματα του δικαιούχου του σήματος. Απεναντίας, η οδηγία αυτή ενισχύει το μονοπώλιο του δικαιούχου του σήματος και ταυτοχρόνως περιορίζει τα δικαιώματα των τρίτων, κατά τρόπον ώστε οι επιχειρήσεις και οι εταιρίες να μην μπορούν πλέον να επικαλεστούν την υπεράσπιση του ονόματός τους.

40.      Εν πάση περιπτώσει, η διακύμανση αυτή των αποτελεσμάτων του σήματος δεν μπορεί να διαταράξει το κύρος του ίδιου του σήματος. Το απόθεμα των σημάτων που συγκροτείται από αυτά που έχουν ήδη καταχωριστεί καθώς και από αυτά που μπορούν ακόμη να καταχωριστούν παραμένει επομένως άθικτο τόσο υπό το προηγούμενο όσο και υπό το νέο καθεστώς. Ελάχιστη σημασία έχει το καθεστώς υπό το οποίο καταχωρίζεται ένα σήμα· το νέο καθεστώς θα αλλάξει μόνο την κατάσταση των τρίτων οι οποίοι δεν είναι φυσικά πρόσωπα.

41.      Πάντως, η λογική αυτή δυσχερώς θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε σχέση με τους λόγους απαραδέκτου ή ακυρότητας του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2008/95. Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να εξεταστούν οι συνέπειες που θα έχει η τροποποίηση του περιεχομένου του λόγου απαραδέκτου ή ακυρότητας για το δίκαιο των σημάτων της Ένωσης κατά την εκπνοή της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας 2015/2436 στο εσωτερικό δίκαιο. Θα είναι δυνατόν να ληφθούν προληπτικά μέτρα ενόψει του πλήθους αιτήσεων για κήρυξη της ακυρότητας των σημάτων μετά την ημερομηνία εκπνοής της προθεσμίας μεταφοράς της νέας οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο; Ακόμη, εάν θεωρηθεί ότι τα καταχωρισμένα υπό το παλαιό καθεστώς σήματα δεν είναι δυνατόν να καταλαμβάνονται από τις απαγορεύσεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2015/2436 που αντιστοιχούν στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2008/95, ενδέχεται να σημειωθεί μαζική κατάθεση σημάτων πριν από την ημερομηνία αυτή;

42.      Ανεξάρτητα από τις σκέψεις αυτές, είμαι της γνώμης ότι η απουσία μεταβατικών διατάξεων στην οδηγία 2015/2436 συνιστά αποκλειστικώς ένδειξη υπέρ της ερμηνείας του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο iii, της οδηγίας 2008/95 υπό την έννοια ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται στα σημεία που αποτελούνται από το σχήμα του προϊόντος και διεκδικούν προστασία για ορισμένο χρώμα. Η ratio ιδίως της διατάξεως αυτής συνιστά το κύριο επιχείρημα της αναλύσεώς μου (16).

3.      Hratio του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο iii, της οδηγίας 2008/95

43.      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, πολλοί ενδιαφερόμενοι πραγματεύθηκαν τη ratio του λόγου απαραδέκτου ή ακυρότητας του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο iii, της οδηγίας 2008/95.

44.      Η Γερμανική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου καθώς και η Van Haren υποστήριξαν ότι η διάταξη αυτή εμποδίζει την καταχρηστική χρήση των σημάτων που μπορεί να καταλήξει στη δημιουργία αντίθετων προς τον ανταγωνισμό μονοπωλίων.

45.      Έτσι, η Γερμανική Κυβέρνηση προκρίνει την άποψη ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2008/95 εμποδίζει τη μονοπώληση των σχημάτων του προϊόντος τα οποία –λόγω των χαρακτηριστικών τους– πρέπει να παραμένουν διαρκώς ελεύθερα για να αφήνεται η χρήση τους ανοικτή σε όλους τους επιχειρηματίες της αγοράς. Πάντως, η κυβέρνηση αυτή φαίνεται να θεωρεί ότι τα αισθητικά χαρακτηριστικά, τα οποία αφορά το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο iii, της οδηγίας 2008/95, έχουν ιδιαίτερη δυναμική υπό την έννοια ότι η ελκυστικότητά τους μπορεί να κυμαίνεται ανάλογα με τη μόδα.

46.      Στο ίδιο πνεύμα, ο C. Louboutin και η εταιρία Louboutin φαίνεται να υποστηρίζουν ότι, στον αισθητικό τομέα, δεν είναι αναγκαίο να διατηρείται η διαθεσιμότητα των ουσιωδών χαρακτηριστικών του προϊόντος κατά τρόπο διαρκή δυνάμει του δικαίου των σημάτων, διότι τα χαρακτηριστικά αυτά δεν έχουν, από οικονομικής απόψεως, διάρκεια ζωής αρκούντως μακρά ώστε να δικαιολογείται τέτοια προστασία.

47.      Αντιλαμβάνομαι ότι δεν στερείται ερείσματος η θέση την οποία προέβαλαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ο C. Louboutin και η εταιρία Louboutin και η Γερμανική Κυβέρνηση, ότι δηλαδή η ελκυστικότητα των αισθητικών χαρακτηριστικών έχει ιδιαίτερη δυναμική, εφόσον τα χαρακτηριστικά τα οποία αναζητεί και εκτιμά το κοινό είναι πιθανό να εναλλάσσονται ανάλογα με τη μόδα. Αυτή η εγγενής δυναμική των χαρακτηριστικών που προσδίδουν ουσιαστική αξία στο προϊόν δεν εμποδίζει, κατ’ εμέ, να ερμηνευθεί το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο iii, της οδηγίας 2008/95 υπό την έννοια ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται στην περίπτωση ενός σημείου που αποτελείται από το σχήμα του προϊόντος και διεκδικεί προστασία για ορισμένο χρώμα.

48.      Στις προτάσεις μου στην υπόθεση Hauck(17), επισήμανα ότι η εκτίμηση του ζητήματος αν το επίμαχο σχήμα «προσδίδει ουσιαστική αξία στο προϊόν», για παράδειγμα μέσω των αισθητικών χαρακτηριστικών του, συνεπάγεται την ανάγκη να ληφθεί υπόψη η αντίληψη του μέσου καταναλωτή. Πάντως, ο τρόπος με τον οποίο το επίμαχο σχήμα γίνεται αντιληπτό από τον μέσο καταναλωτή δεν αποτελεί αποφασιστικό κριτήριο για την εκτίμηση αυτή. Για να επιτευχθεί ο σκοπός που επιδιώκεται με το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο iii, της οδηγίας 2008/95, δηλαδή να διασφαλιστεί ότι τα σχήματα που ελκύουν το κοινό παραμένουν στη διάθεση των επιχειρηματιών της αγοράς, πρέπει να ληφθεί υπόψη τόσον ο τρόπος με τον οποίο το οικείο κοινό αντιλαμβάνεται το επίμαχο σημείο όσο και οι οικονομικές συνέπειες που απορρέουν από το γεγονός ότι το σημείο αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικώς από μία και μόνον επιχείρηση.

49.      Επικουρικώς, διερωτώμαι μήπως –αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζουν ο C. Louboutin και η εταιρία Louboutin– η σημασία της αντιλήψεως του κοινού στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο iii, της οδηγίας 2008/95 θα συνηγορούσε υπέρ της τελεολογικής ερμηνείας της διατάξεως αυτής. Στην περίπτωση αυτή, μια ελαστικότερη ερμηνεία της κατά το άρθρο αυτό έννοιας του «σχήματος» θα υπερίσχυε της γραμματικής ερμηνείας.

50.      Το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημεία i και ii, της οδηγίας 2008/95 αφορά προκαθορισμένα κατά πάγιο τρόπο χαρακτηριστικά τα οποία απορρέουν από τη φύση αυτού καθεαυτό του προϊόντος, εφόσον, αντιστοίχως, «[επιβάλλονται από την] ίδια [τ]η φύση του προϊόντος» ή είναι «απαραίτητ[α] για την επίτευξη ενός τεχνικού αποτελέσματος». Κατά συνέπεια, όσον αφορά, ιδίως, τη δεύτερη κατηγορία χαρακτηριστικών, παρατηρώ ότι ο τρόπος με τον οποίο το κοινό αντιλαμβάνεται τα προϊόντα δεν μπορεί να αλλάξει αυτή την πραγματική κατάσταση, ακόμη και αν είναι δυνατόν να επιτευχθεί τεχνικό αποτέλεσμα με άλλα σχήματα (18).

51.      Το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο iii, της οδηγίας 2008/95 παρέχει τη δυνατότητα να μην καταχωριστεί ένα σήμα ή να κηρυχθεί άκυρο εφόσον τα χαρακτηριστικά του προσδίδουν ουσιαστική αξία στο προϊόν. Επομένως, η διάταξη αυτή παρέχει τη δυνατότητα να διασφαλιστεί ότι ένα χαρακτηριστικό παραμένει διαθέσιμο για όλους τους επιχειρηματίες της αγοράς κατά τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία το χαρακτηριστικό αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την αξία του προϊόντος. Από τη στιγμή που τούτο παύει να ισχύει –ιδίως, όπως διατείνονται ορισμένοι ενδιαφερόμενοι, διότι οι προτιμήσεις του κοινού έχουν αλλάξει και το εν λόγω χαρακτηριστικό δεν αναζητείται και δεν εκτιμάται πλέον από το κοινό– το επίμαχο σήμα δεν μπορεί πλέον να υπόκειται στην απαγόρευση του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο iii, της οδηγίας 2008/95.

52.      Στην περίπτωση αυτή, έπεται ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο iii, της οδηγίας 2008/95, σε αντίθεση με τους λόγους απαραδέκτου ή ακυρότητας του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημεία i και ii, της οδηγίας αυτής, αφορά τα χαρακτηριστικά που εξαρτώνται από εξωγενείς παράγοντες.

53.      Επομένως, αν η απάντηση στο ερώτημα ποια είναι τα χαρακτηριστικά που προσδίδουν «την ουσιαστική αξία στο προϊόν» εξηρτάτο από εξωγενείς παράγοντες, ιδίως από την αντίληψη του κοινού, θα ήταν ασυνεπές, στην περίπτωση σημείου που έλκει την ιδιαίτερη προσοχή του κοινού, να αποκλείεται η δυνατότητα εφαρμογής της διατάξεως αυτής σε σημείο που αποτελείται από το σχήμα του προϊόντος και που διεκδικεί προστασία για ορισμένο χρώμα. Πράγματι, αυτό που έχει σημασία για την αντίληψη του κοινού δεν είναι η διάκριση μεταξύ σημάτων τρισδιάστατου σχήματος, χρώματος ή θέσεως, αλλά ο προσδιορισμός της προελεύσεως του προϊόντος βάσει της συνολικής εντυπώσεως ενός σημείου.

54.      Επιπλέον, το γεγονός ότι τα χαρακτηριστικά που προσδίδουν ουσιαστική αξία στο προϊόν καθορίζονται εν μέρει από την αντίληψη του κοινού δεν παρέχει, κατ’ εμέ, τη δυνατότητα να ληφθεί υπόψη η φήμη του σήματος ή του δικαιούχου του κατά την εκτίμηση του ζητήματος αν το επίμαχο σχήμα «προσδίδει ουσιαστική αξία στο προϊόν» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο iii, της οδηγίας 2008/95 (19). Πράγματι, εάν γινόταν δεκτό ότι η έννοια του «σχήματος [που προσδίδει] ουσιαστική αξία στο προϊόν» καθορίζεται, έστω και εν μέρει, από τα χαρακτηριστικά που γίνονται αντιληπτά ως ελκυστικά από το κοινό, θα έπρεπε τότε οπωσδήποτε να αποκλειστούν τα χαρακτηριστικά που συνδέονται με τη φήμη του σήματος ή του δικαιούχου του, προκειμένου να αποτραπεί το ενδεχόμενο να αποδίδεται η ελκυστικότητα που δημιουργεί η φήμη αυτή σε σχήμα το οποίο, αυτό καθεαυτό, δεν θα ήταν ελκυστικό. Άλλως, ο λόγος απαραδέκτου ή ακυρότητας του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο iii, της οδηγίας 2008/95 θα μπορούσε να ερμηνευθεί κατά τρόπο ευρύτατο και ακατάλληλο σε σχέση με τον σκοπό του, ο οποίος υπενθυμίζεται στο σημείο 48 των ανά χείρας προτάσεων.

55.      Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, εκτιμώ ότι η παραπομπή στην αντίληψη του κοινού ως παράγοντα ο οποίος, μεταξύ άλλων παραγόντων, καθορίζει τα χαρακτηριστικά που προσδίδουν ουσιαστική αξία στο προϊόν συνηγορεί υπέρ της ερμηνείας του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο iii, της οδηγίας 2008/95 υπό την έννοια ότι η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή στα σημεία που αποτελούνται από το σχήμα του προϊόντος και που διεκδικούν προστασία για χρώμα σε σχέση με το σχήμα αυτό.

4.      Χαρακτηρισμός του επίδικου σήματος υπό το πρίσμα του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2008/95

56.      Με τις πρώτες προτάσεις μου, εξέτασα δύο προσεγγίσεις στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως.

57.      Η πρώτη προσέγγιση συνίσταται στο να θεωρηθεί ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2008/95 θα μπορούσε να ερμηνευθεί διασταλτικά. Η δεύτερη συνίσταται στο να ληφθεί υπόψη το συμφέρον, στο πλαίσιο της εξετάσεως του κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της ως άνω οδηγίας διακριτικού χαρακτήρα ενός σημείου, να παραμένει ελεύθερη η χρήση ορισμένων σημείων για όλα τα σημεία που συμπίπτουν με στοιχείο του οικείου προϊόντος ή ακόμη και για άλλες κατηγορίες σημείων με περιορισμένη διαθεσιμότητα.

58.      Ενώ στις πρώτες προτάσεις μου εξέφρασα την προτίμησή μου για την πρώτη προσέγγιση, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Γερμανική, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου καθώς και η Επιτροπή φάνηκε ότι τάσσονταν υπέρ της δεύτερης προσεγγίσεως. Παρατηρώ ότι οι ως άνω ενδιαφερόμενοι ομοφώνως εκκινούν από την παραδοχή ότι το επίδικο σήμα πρέπει να θεωρηθεί ως σήμα θέσεως που δεν καλύπτεται από το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο iii, της οδηγίας 2008/95.

59.      Στο πλαίσιο ακριβώς αυτό θα διευρύνω τις πρώτες προτάσεις μου. Οι συμπληρωματικές αυτές παρατηρήσεις θα μπορούσαν να φανούν χρήσιμες στο αιτούν δικαστήριο στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο θα έκρινε με τη μελλοντική απόφασή του ότι, εν προκειμένω, το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο iii, της οδηγίας 2008/95 δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Εν πάση περιπτώσει, είμαι πεπεισμένος ότι η σε βάθος εξέταση θα μπορέσει να καταστήσει δυνατή την εκ μέρους του Δικαστηρίου εκτίμηση όλων των πτυχών του επίμαχου στην υπό κρίση υπόθεση ζητήματος.

60.      Στα σημεία 45 και 46 των πρώτων προτάσεών μου, εξέφρασα τη γνώμη ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου, ιδίως από την απόφαση Libertel (20), προκύπτει ότι στο πλαίσιο της αναλύσεως του διακριτικού χαρακτήρα ενός σημείου που αποτελείται από χρώμα αυτό καθεαυτό πρέπει να εκτιμηθεί μήπως η καταχώρισή του αντίκειται στο γενικό συμφέρον το οποίο επιτάσσει να μην περιορίζεται αδικαιολόγητα η διαθεσιμότητα των χρωμάτων για τους λοιπούς επιχειρηματίες που προσφέρουν ομοειδή προϊόντα ή υπηρεσίες. Εκκινώντας από την παραδοχή αυτή, κατέληξα ότι, όταν πρόκειται για σημεία που συμπίπτουν με την όψη του προϊόντος, η καταχώρισή τους πρέπει να εκτιμάται βάσει της ίδιας συλλογιστικής με εκείνη στην οποία στηρίζεται το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2008/95.

61.      Με την απόφαση Libertel (21), το Δικαστήριο στήριξε τη θέση του όσον αφορά την εκτίμηση του διακριτικού χαρακτήρα των σημάτων χρώματος στην παραδοχή ότι ο αριθμός χρωμάτων που μπορεί να διακρίνει το κοινό είναι περιορισμένος λόγω του ότι το κοινό σπανίως έχει τη δυνατότητα να συγκρίνει ευθέως προϊόντα με διαφορετικές αποχρώσεις (22).

62.      Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο όσον αφορά σήματα που χαρακτηρίζονται ως σήματα θέσεως ως προς τα οποία η προστασία του δικαίου των σημάτων διεκδικείται για ορισμένο χρώμα. Φρονώ μάλιστα ότι ο αριθμός χρωμάτων που θα μπορούσε πράγματι να χρησιμοποιηθεί σε σόλα υποδήματος για να προσδιορίσει την προέλευσή του είναι ακόμη πιο περιορισμένος, εφόσον οι αποχρώσεις του μαύρου, του γκρι και του καφέ συστηματικώς στερούνται στην πράξη διακριτικού χαρακτήρα λόγω της συχνής χρήσεώς τους από τους επιχειρηματίες της αγοράς.

63.      Στο πλαίσιο αυτό, παρατηρώ ότι, κατά την εκτίμηση του διακριτικού χαρακτήρα ενός σημείου, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και η νομολογία σχετικά με τα τρισδιάστατα σημεία κατά την οποία, στο μέτρο που οι μέσοι καταναλωτές δεν έχουν τη συνήθεια να εικάζουν την εμπορική προέλευση των προϊόντων στηριζόμενοι σε σημεία τα οποία συμπίπτουν με την όψη των προϊόντων αυτών, τα σημεία αυτά είναι διακριτικά μόνον εάν αποκλίνουν σημαντικά από τα γενικώς ή συνήθως ισχύοντα στον κλάδο (23).

64.      Συναφώς, υπενθυμίζω ότι, με τη διάταξη που εξέδωσε στην υπόθεση X Technology Swiss κατά ΓΕΕΑ (24), το Δικαστήριο δεν δέχθηκε σκέλος λόγου που προέβαλε ο αναιρεσείων, ο οποίος φρονούσε ότι κακώς, στο πλαίσιο της διαδικασίας προσφυγής σχετικά με την καταχώριση σήματος που διακρινόταν από πορτοκαλί χρωματισμό υπό μορφή επικαλύμματος που κάλυπτε τη μύτη του κάθε προϊόντος καλτσοποιίας, το Γενικό Δικαστήριο δεν είχε προβεί σε διάκριση μεταξύ των τρισδιάστατων σημάτων και των σημάτων θέσεως στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του διακριτικού χαρακτήρα του σήματος. Στο πλαίσιο ακριβώς αυτό, το Δικαστήριο δεν απέρριψε τις εκτιμήσεις του Γενικού Δικαστηρίου ότι το καθοριστικό κριτήριο για να διαπιστωθεί εάν ένα σημείο έχει ή όχι διακριτικό χαρακτήρα δεν είναι ο χαρακτηρισμός του ως εικονιστικού, τρισδιάστατου ή άλλου είδους σήματος, αλλά το κατά πόσον συμπίπτει ή όχι με την όψη του οικείου προϊόντος. Επομένως, σημείο που διεκδικεί προστασία για χρώμα, το οποίο συμπίπτει με την όψη του οικείου προϊόντος, είναι διακριτικό μόνον εάν το σημείο αυτό αποκλίνει σημαντικά από τα γενικώς ή συνήθως ισχύοντα στον επίμαχο κλάδο.

65.      Τέλος, σημειώνω ότι, σε αντίθεση με τον λόγο απαραδέκτου ή ακυρότητας τον οποίο προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο iii, της οδηγίας 2008/95, ο λόγος του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας αυτής, εξεταζόμενος σε συνδυασμό με το άρθρο 3, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας, είναι δεκτικός παρεκκλίσεως εφόσον το σημείο έχει αποκτήσει διακριτικό χαρακτήρα κατόπιν φυσιολογικής διαδικασίας εξοικειώσεως του ενδιαφερομένου κοινού. Επομένως, το γενικό συμφέρον να μην περιορίζεται η διαθεσιμότητα ενός χαρακτηριστικού το οποίο αναζητεί και εκτιμά το κοινό για τους άλλους επιχειρηματίες της αγοράς, επί του οποίου ερείδεται το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο iii, της οδηγίας 2008/95, δεν μπορεί να διασφαλίζεται εις το διηνεκές δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας αυτής.

66.      Υπό το πρίσμα των εκτιμήσεων αυτών, έπεται ότι, στο πλαίσιο της αναλύσεως του διακριτικού χαρακτήρα σημείου το οποίο συμπίπτει με την όψη του οικείου προϊόντος, πρέπει να εκτιμηθεί μήπως η καταχώρισή του αντίκειται στο γενικό συμφέρον το οποίο επιτάσσει να μην περιορίζεται αδικαιολόγητα η διαθεσιμότητα των χαρακτηριστικών τα οποία απεικονίζει το σημείο αυτό για τους λοιπούς επιχειρηματίες που προσφέρουν ομοειδή προϊόντα ή υπηρεσίες. Πάντως, το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2008/95 δεν μπορεί να επιτελέσει πλήρως τη λειτουργία του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο iii, της οδηγίας αυτής, εφόσον είναι δυνατή η παρέκκλιση από την πρώτη διάταξη τηρουμένων των όρων του άρθρου 3, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας.

V.      Πρόταση

67.      Βάσει των ανωτέρω καθώς και της αναλύσεως την οποία διεξήγαγα στις πρώτες προτάσεις μου, εμμένω στην απάντηση την οποία πρότεινα για το προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το rechtbank Den Haag (πρωτοδικείο Χάγης, Κάτω Χώρες) και η οποία είχε ως εξής:

Το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο iii, της οδηγίας 2008/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων, έχει την έννοια ότι δύναται να έχει εφαρμογή σε σημείο που αποτελείται από το σχήμα του προϊόντος και που διεκδικεί προστασία για συγκεκριμένο χρώμα. Η έννοια του όρου «σχήμα που προσδίδει ουσιαστική αξία» στο προϊόν, κατά την εν λόγω διάταξη, αφορά αποκλειστικά την εγγενή αξία του σχήματος και αποκλείει τη συνεκτίμηση της φήμης του σήματος ή του δικαιούχου του.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2      Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 2008, L 299, σ. 25).


3      Επισημαίνω ότι η Γαλλική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, αντιθέτως προς τους λοιπούς ενδιαφερομένους, δεν συμμετείχαν στην πρώτη επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 6 Απριλίου 2017.


4      Βλ. σημεία 49 έως 66 των πρώτων προτάσεών μου. Επικουρικώς, δεν θεωρώ ότι η ερμηνεία αυτή μπορεί να τεθεί εν αμφιβόλω από τη συλλογιστική της σκέψεως 24 της αποφάσεως της 10ης Ιουλίου 2014, Apple (C‑421/13, EU:C:2014:2070), η οποία αφορά την αίτηση καταχωρίσεως σημείου που απεικονίζει τη διαρρύθμιση χώρου πωλήσεων. Οι λόγοι απαραδέκτου ή ακυρότητας που προβλέπονται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο iii, της οδηγίας 2008/95 αφορούν σημεία που αποτελούνται από σχήμα και –κατά την ερμηνεία που προέκρινα στις πρώτες προτάσεις μου– από άλλα χαρακτηριστικά «του προϊόντος» [όσον αφορά τη σχέση μεταξύ του σχήματος και του προϊόντος, βλ. απόφαση της 8ης Απριλίου 2003, Linde κ.λπ. (C‑53/01 έως C‑55/01, EU:C:2003:206, σκέψη 43)]. Η διαρρύθμιση χώρου πωλήσεων συνιστά όχι το προϊόν αυτό καθεαυτό, αλλά –κατά τις σκέψεις που εκθέτω στο σημείο 107 των προτάσεών μου στην υπόθεση Hauck (C‑205/13, EU:C:2014:322)– σημείο που δηλώνει, με υλικό μέσο, τις συνθήκες υπό τις οποίες παρέχεται η επίμαχη υπηρεσία. Επομένως, φρονώ ότι –για να επαναλάβω τη διατύπωση της αποφάσεως της 10ης Ιουλίου 2014, Apple (C‑421/13, EU:C:2014:2070)– το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2008/95 δεν ασκούσε, στη συγκεκριμένη υπόθεση, επιρροή, διότι δεν επρόκειτο για σημείο αποτελούμενο από σχήμα ή άλλο χαρακτηριστικό του προϊόντος, αλλά για σημείο που δήλωνε τις συνθήκες αυτές.


5      Εκτελεστικός κανονισμός της Επιτροπής, της 18ης Μαΐου 2017, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής ορισμένων διατάξεων του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2017, L 205, σ. 39).


6      Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2015, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 2015, L 336, σ. 1).


7      Βλ. σημεία 29 έως 41 των πρώτων προτάσεών μου.


8      Ο εκτελεστικός κανονισμός 2017/1431 αφορά τα σήματα της Ένωσης και επομένως δεν μπορεί να εφαρμοστεί ευθέως εν προκειμένω. Εντούτοις, δεδομένου ότι ο νομοθέτης της Ένωσης μεριμνά για τη συμπληρωματικότητα μεταξύ του συστήματος των σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των συστημάτων των εθνικών σημάτων, ο κανονισμός αυτός θα μπορούσε να υποδηλώνει την κατεύθυνση προς την οποία θα πρέπει να προσανατολίζεται η ερμηνεία των διατάξεων των οδηγιών που αφορούν τα εθνικά συστήματα.


9      Κανονισμός του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EE 2009, L 78, σ. 1).


10      Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2017, L 154, σ. 1).


11      Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2015, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου για το κοινοτικό σήμα και του κανονισμού (ΕΚ) 2868/95 της Επιτροπής περί της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου για το κοινοτικό σήμα, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 2869/95 της Επιτροπής σχετικά με τα πληρωτέα τέλη προς το Γραφείο Εναρμόνισης στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΕΕ 2015, L 341, σ. 21).


12      Η υπογράμμιση δική μου.


13      Πανομοιότυπη διάταξη περιλαμβάνεται και στον κανονισμό 2017/1001 και στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο iii, της οδηγίας 2015/2436, η οποία θα αντικαταστήσει την οδηγία 2008/95. Βλ. σημεία 5 και 61 έως 64 των πρώτων προτάσεών μου.


14      Επί της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο iii, της οδηγίας 2008/95 στα σήματα που αντιστοιχούν στην περιγραφή αυτή, βλ. σημεία 57 έως 60 των πρώτων προτάσεών μου.


15      Βλ. σημείο 64 των πρώτων προτάσεών μου.


16      Βλ. σημεία 53 έως 58 των πρώτων προτάσεών μου.


17      C‑205/13, EU:C:2014:322, σημεία 89 έως 92.


18      Βλ. απόφαση της 18ης Ιουνίου 2002, Philips (C‑299/99, EU:C:2002:377, σκέψη 83).


19      Βλ. σημεία 70 έως 72 των πρώτων προτάσεών μου. Βλ. επίσης, υπό την έννοια αυτή, Οδηγίες σχετικά με την πρακτική στον τομέα των σημάτων, Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέρος B: Έλεγχος, Τμήμα 4: Απόλυτοι λόγοι απαραδέκτου, εκδοχή της 23ης Μαρτίου 2016, τηλεφορτώσιμες στην ιστοσελίδα https://euipo.europa.eu/tunnel-web/secure/webdav/guest/document_library/contentPdfs/law_and_practice/decisions_president/ex16-1_fr.pdf, σ. 86 [2.5.4 Σχήμα ή άλλο χαρακτηριστικό που προσδίδει ουσιαστική αξία στο προϊόν: «[…] Η έννοια της “αξίας” δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως “φήμη”, δεδομένου ότι η εφαρμογή του απόλυτου αυτού λόγου απαραδέκτου δικαιολογείται αποκλειστικώς από το αποτέλεσμα στην αξία την οποία προσθέτει στα προϊόντα το σχήμα ή το άλλο χαρακτηριστικό και όχι από άλλους παράγοντες, όπως η φήμη του λεκτικού σήματος που χρησιμοποιείται και για τον προσδιορισμό των επίμαχων προϊόντων (βλ. συναφώς απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2013, R 2520/2011‑5, § 19)»]. Βλ. επίσης Kur, A., Too Pretty to Protect? Trade Mark Law and the Enigma of Aesthetic Functionality, Drexl, J., Hilty, R.M., Godt, L., κ.λπ., Larcier, Βρυξέλλες, 2009, σ. 153.


20      Απόφαση της 6ης Μαΐου 2003 (C‑104/01, EU:C:2003:244, σκέψεις 53 και 54).


21      Απόφαση της 6ης Μαΐου 2003 (C‑104/01, EU:C:2003:244, σκέψη 47).


22      Βλ. απόφαση της 6ης Μαΐου 2003, Libertel (C‑104/01, EU:C:2003:244, σκέψη 47).


23      Βλ. αποφάσεις της 7ης Οκτωβρίου 2004, Mag Instrument κατά ΓΕΕΑ (C‑136/02 P, EU:C:2004:592, σκέψεις 30 και 31), και της 12ης Ιανουαρίου 2006, Deutsche SiSi-Werke κατά ΓΕΕΑ (C‑173/04 P, EU:C:2006:20, σκέψεις 28 και 31).


24      Διάταξη της 16ης Μαΐου 2011 (C‑429/10 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:307).