Language of document : ECLI:EU:C:2018:67

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 7ης Φεβρουαρίου 2018 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Οδηγία (ΕΕ) 2015/2366 – Υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά – Άρθρο 35, παράγραφος 1 – Απαιτήσεις περί προσβάσεως των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ή έχουν καταχωρισθεί στα συστήματα πληρωμών – Άρθρο 35, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο βʹ – Μη δυνατότητα εφαρμογής των απαιτήσεων αυτών στα συστήματα πληρωμών που συνίστανται αποκλειστικά από παρόχους υπηρεσιών πληρωμών που ανήκουν σε όμιλο – Δυνατότητα εφαρμογής των εν λόγω απαιτήσεων στα τριμερή συστήματα καρτών πληρωμής που έχουν συνάψει συμφωνίες από κοινού προωθήσεως εμπορικού σήματος ή πρακτορείας – Κύρος»

Στην υπόθεση C-643/16,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το High Court of Justice (England & Wales), Queen’s Bench Division (Administrative Court) [ανώτερο δικαστήριο (Αγγλία και Ουαλία), τμήμα αστικών, εμπορικών και διοικητικών διαφορών (διοικητικές διαφορές), Ηνωμένο Βασίλειο] με απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2016, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 12 Δεκεμβρίου 2016, στο πλαίσιο της δίκης

The Queen, κατόπιν αιτήσεως της:

American Express Company,

κατά

The Lords Commissioners of Her Majesty’s Treasury,

παρισταμένων των:

Diners Club International Limited,

MasterCard Europe SA,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους R. Silva de Lapuerta, πρόεδρο τμήματος, C. G. Fernlund, J.‑C. Bonichot, S. Rodin και E. Regan (εισηγητή), δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Campos Sánchez-Bordona

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η American Express Company, εκπροσωπούμενη από τον J. Turner, QC, τον J. Holmes, QC, την L. John, barrister, καθώς και τις I. Taylor και H. Ware, solicitors,

–        η MasterCard Europe SA, εκπροσωπούμενη από τους P. Harrison και S. Kinsella, solicitors, καθώς και από τους S. Pitt και J. Bedford, advocates,

–        η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον D. Robertson, επικουρούμενο από τον G. Facenna, QC,

–        το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από τους R. van de Westelaken και A. Tamás,

–        το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από τους J. Bauerschmidt και I. Gurov καθώς και από την E. Moro,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις Ε. Τσερέπα-Lacombe και J. Samnadda,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 35 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015, σχετικά με υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των οδηγιών 2002/65/ΕΚ, 2009/110/ΕΚ και 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) 1093/2010 και την κατάργηση της οδηγίας 2007/64/ΕΚ (ΕΕ 2015, L 337, σ. 35).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της American Express Company και των Lords Commissioners of Her Majesty’s Treasury (Λόρδων επιτρόπων του Δημόσιου Ταμείου, Ηνωμένο Βασίλειο, στο εξής: εθνική αρχή), με αντικείμενο τις προϋποθέσεις εφαρμογής στα τριμερή συστήματα καρτών πληρωμής των κανόνων που διέπουν την πρόσβαση στα συστήματα πληρωμών των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών οι οποίοι έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ή έχουν καταχωρισθεί στα μητρώα.

 Το νομικό πλαίσιο

 Ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/751

3        Το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/751 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2015, σχετικά με τις διατραπεζικές προμήθειες για πράξεις πληρωμών με κάρτες (ΕΕ 2015, L 123, σ. 1), που επιγράφεται «Ορισμοί», έχει ως εξής:

«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι ορισμοί:

[…]

17)      ως “τετραμερές σύστημα καρτών πληρωμής” νοείται σύστημα καρτών πληρωμής στο οποίο οι πράξεις πληρωμών με κάρτα πραγματοποιούνται από τον λογαριασμό πληρωμών ενός πληρωτή στον λογαριασμό πληρωμών δικαιούχου πληρωμής μέσω της διαμεσολάβησης του συστήματος, ενός εκδότη (από την πλευρά του πληρωτή) και ενός αποδέκτη (από την πλευρά του δικαιούχου πληρωμής)·

[…]

30)      ως “εμπορικό σήμα πληρωμής” νοείται κάθε υλική ή ψηφιακή επωνυμία, όρος, σήμα, σύμβολο ή συνδυασμός τους, που μπορούν να δηλώνουν βάσει ποιου συστήματος καρτών πληρωμής πραγματοποιούνται οι πράξεις πληρωμών με κάρτα·

[…]

32)      με τον όρο “από κοινού προώθηση σήματος” νοείται ότι περιλαμβάνεται τουλάχιστον ένα εμπορικό σήμα πληρωμών και τουλάχιστον ένα εμπορικό σήμα που δεν αφορά πληρωμές στο ίδιο μέσο πληρωμής με κάρτα·

[…]».

 Η οδηγία 2015/2366

4        Οι αιτιολογικές σκέψεις 2, 6, 49, 50 και 52 της οδηγίας 2015/2366 έχουν ως εξής:

«(2)      Το αναθεωρημένο νομικό πλαίσιο της Ένωσης για τις υπηρεσίες πληρωμών συμπληρώνεται με τον [κανονισμό 2015/751]. […]

[…]

(6)      Θα πρέπει να θεσπιστούν νέοι κανόνες, με σκοπό να καλύψουν τα ρυθμιστικά κενά, ενώ ταυτόχρονα θα παρέχουν μεγαλύτερη νομική σαφήνεια και θα διασφαλίζουν τη συνεπή εφαρμογή του νομοθετικού πλαισίου σε ολόκληρη την Ένωση. […]

[…]

(49)      Έχει ουσιαστική σημασία για κάθε πάροχο υπηρεσιών πληρωμών να μπορεί να έχει πρόσβαση στις υπηρεσίες των τεχνικών υποδομών των συστημάτων πληρωμών. Ωστόσο, η πρόσβαση αυτή θα πρέπει να υπόκειται σε κατάλληλες απαιτήσεις για την εξασφάλιση της ακεραιότητας και της σταθερότητας αυτών των συστημάτων. Κάθε πάροχος υπηρεσιών πληρωμών που ζητεί να συμμετάσχει σε σύστημα πληρωμών πρέπει να φέρει τον κίνδυνο της δικής του επιλογής συστήματος και να αποδεικνύει στο σύστημα πληρωμών ότι οι εσωτερικές του ρυθμίσεις επαρκούν για την αντιμετώπιση κάθε κινδύνου. Τα εν λόγω συστήματα πληρωμών περιλαμβάνουν κατά κανόνα τα τετραμερή συστήματα πιστωτικών καρτών καθώς και τα μείζονα συστήματα διεκπεραίωσης μεταφορών πιστώσεων και άμεσων χρεώσεων. Για να διασφαλίζεται σε ολόκληρη την Ένωση η ισότιμη μεταχείριση των διαφορετικών κατηγοριών των αδειοδοτημένων παροχών υπηρεσιών πληρωμών, σύμφωνα με τους όρους της αδειοδότησής τους, είναι αναγκαίο να αποσαφηνισθούν οι κανόνες πρόσβασης στα συστήματα πληρωμών.

(50)      Θα πρέπει να προβλέπεται ισότιμη μεταχείριση των αδειοδοτημένων ιδρυμάτων πληρωμών και πιστωτικών ιδρυμάτων, προκειμένου κάθε πάροχος υπηρεσιών πληρωμών που συμμετέχει στον ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά να μπορεί να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες τεχνικής υποδομής των συστημάτων πληρωμών υπό τους ίδιους όρους. Είναι σκόπιμο να προβλεφθεί μια διαφορά μεταχείρισης μεταξύ των αδειοδοτημένων παρόχων υπηρεσιών πληρωμών και των ωφελουμένων από την εξαίρεση δυνάμει της παρούσας οδηγίας, καθώς και από την εξαίρεση δυνάμει του άρθρου 3 της οδηγίας [2009/110/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για την ανάληψη, άσκηση και προληπτική εποπτεία της δραστηριότητας ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος, την τροποποίηση των οδηγιών 2005/60/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ και την κατάργηση της οδηγίας 2000/46/ΕΚ (ΕΕ 2009, L 267, σ. 7)], λόγω των διαφορών του σχετικού πλαισίου προληπτικής εποπτείας στο οποίο υπόκεινται. Εν πάση περιπτώσει, διαφορές τιμών θα πρέπει να επιτρέπονται μόνον όταν το δικαιολογούν οι διαφορές κόστους των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών. […]

[…]

(52)      Οι διατάξεις που σχετίζονται με την πρόσβαση στα συστήματα πληρωμών δεν θα πρέπει να ισχύουν για τα συστήματα που δημιουργούνται και λειτουργούνται από έναν και μόνο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών. Τα συστήματα αυτά μπορούν να λειτουργούν είτε σε άμεσο ανταγωνισμό με τα συστήματα πληρωμών είτε, συνηθέστερα, σε έναν εξειδικευμένο χώρο της αγοράς που δεν καλύπτεται επαρκώς από συστήματα πληρωμών. Τα συστήματα αυτά περιλαμβάνουν τα τριμερή συστήματα, όπως τα τριμερή συστήματα πιστωτικών καρτών, στον βαθμό που δεν λειτουργούν ποτέ ως εν τοις πράγμασι τετραμερή συστήματα καρτών, στηριζόμενα για παράδειγμα σε κατόχους άδειας, αντιπροσώπους ή εταίρους του ίδιου εμπορικού σήματος. Επίσης, αυτά τα συστήματα περιλαμβάνουν συνήθως υπηρεσίες πληρωμών που προσφέρονται από παρόχους υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών, όπου ο φορέας εκμετάλλευσης του συστήματος είναι ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών και για τον πληρωτή και για το δικαιούχο, καθώς και εσωτερικά συστήματα τραπεζικών ομίλων. Για να τονωθεί ο ανταγωνισμός που μπορούν να κάνουν αυτά τα κλειστά συστήματα πληρωμών στα καθιερωμένα συνήθη συστήματα πληρωμών, δεν θα ήταν σκόπιμο να παρέχεται σε τρίτους πρόσβαση στα εν λόγω κλειστά συστήματα πληρωμών. […]»

5        Το άρθρο 1 της οδηγίας 2015/2366, με τίτλο «Αντικείμενο», που περιέχεται στον τίτλο I της οδηγίας αυτής, ο οποίος επιγράφεται «Αντικείμενο, πεδίο εφαρμογής και ορισμοί», προβλέπει, στην παράγραφο 1, τα εξής:

«Η παρούσα οδηγία θεσπίζει τους κανόνες σύμφωνα με τους οποίους τα κράτη μέλη διακρίνουν τις ακόλουθες έξι κατηγορίες παρόχων υπηρεσιών πληρωμών:

α)      πιστωτικά ιδρύματα όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου[, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 648/2012 (ΕΕ 2013, L 176, σ. 1)], περιλαμβανομένων των υποκαταστημάτων τους όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 17, του εν λόγω κανονισμού, όταν τα εν λόγω υποκαταστήματα βρίσκονται στην Ένωση, είτε η έδρα τους βρίσκεται εντός της Ένωσης είτε, σύμφωνα με το άρθρο 47 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ 2013, L 176, σ. 338)] και με το εθνικό δίκαιο, εκτός της Ένωσης·

β)      ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 1, της οδηγίας [2009/110] περιλαμβανομένων, σύμφωνα με το άρθρο 8 της εν λόγω οδηγίας και το εθνικό δίκαιο, των υποκαταστημάτων τους, όταν τα εν λόγω υποκαταστήματα βρίσκονται στην Ένωση και η έδρα τους βρίσκεται εκτός της Ένωσης, και μόνο στον βαθμό που οι υπηρεσίες πληρωμών τις οποίες προσφέρουν τα εν λόγω υποκαταστήματα συνδέονται με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος·

γ)      γραφεία ταχυδρομικών επιταγών τα οποία εξουσιοδοτούνται βάσει της εθνικής νομοθεσίας να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών·

δ)      ιδρύματα πληρωμών·

ε)      η [Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ)] και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες όταν δεν ενεργούν υπό την ιδιότητά τους ως νομισματικές ή άλλες δημόσιες αρχές·

στ)      τα κράτη μέλη ή οι περιφερειακές ή τοπικές αρχές τους όταν δεν ενεργούν υπό την ιδιότητά τους ως δημόσιες αρχές.»

6        Το άρθρο 4 της οδηγίας 2015/2366, με τίτλο «Ορισμοί», έχει ως εξής:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

[…]

3)      “υπηρεσίες πληρωμών”: μία ή περισσότερες από τις επιχειρηματικές δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα Ι·

4)      “ιδρύματα πληρωμών”: τα νομικά πρόσωπα που έχουν λάβει άδεια, σύμφωνα με το άρθρο 11, να παρέχουν και να εκτελούν υπηρεσίες πληρωμών σε ολόκληρη την Ένωση·

[…]

7)      “σύστημα πληρωμών ”: σύστημα μεταφοράς χρηματικών ποσών το οποίο διέπεται από επίσημες τυποποιημένες διαδικασίες και κοινούς κανόνες για την επεξεργασία, τοn συμψηφισμό ή/και τοn διακανονισμό πράξεων πληρωμών·

[…]

11)      “πάροχος υπηρεσιών πληρωμών”: μία από τις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, ή φυσικό ή νομικό πρόσωπο που τυγχάνει εξαίρεσης δυνάμει του άρθρου 32 ή 33·

[…]

38)      “αντιπρόσωπος”: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες πληρωμών εξ ονόματος ενός ιδρύματος πληρωμών.

[…]

40)      “όμιλος”: σύνολο επιχειρήσεων που συνδέονται μεταξύ τους κατά την έννοια του άρθρου 22, παράγραφος 1, 2 ή 7, της οδηγίας [2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και συναφείς εκθέσεις επιχειρήσεων ορισμένων μορφών, την τροποποίηση της οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2013, L 182, σ. 19)] ή επιχειρήσεων που ορίζονται στα άρθρα 4, 5, 6 και 7 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 241/2014 της Επιτροπής[, της 7ης Ιανουαρίου 2014, για τη συμπλήρωση του κανονισμού 575/2013 όσον αφορά τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για ιδρύματα (ΕΕ 2014, L 74, σ. 8)] οι οποίες συνδέονται μεταξύ τους κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 1, ή του άρθρου 113, παράγραφος 6 ή παράγραφος 7, του κανονισμού [575/2013]·

[…]

47)      “εμπορικό σήμα πληρωμής”: κάθε υλική ή ψηφιακή επωνυμία, όρος, σήμα, σύμβολο ή συνδυασμός τους, που μπορεί να δηλώνει βάσει ποιου συστήματος πληρωμών με κάρτα πραγματοποιούνται οι πράξεις πληρωμής με κάρτα·

[…]».

7        Το άρθρο 11 της οδηγίας 2015/2366, που επιγράφεται «Χορήγηση άδειας λειτουργίας», περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο 1, που επιγράφεται «Ιδρύματα πληρωμών», του τίτλου II της οδηγίας 2015/2366, το οποίο επιγράφεται «Πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών». Το άρθρο αυτό ορίζει, στην παράγραφο 1, τα εξής:

«Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις, εκτός όσων αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ, βʹ, γʹ, εʹ και στʹ, και εκτός των φυσικών ή νομικών προσώπων που έτυχαν της εξαίρεσης των άρθρων 32 ή 33, οι οποίες σκοπεύουν να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών, να λάβουν άδεια ως ιδρύματα πληρωμών πριν αρχίσουν την παροχή των υπηρεσιών πληρωμών. […]»

8        Το άρθρο 35 της οδηγίας αυτής, που επιγράφεται «Πρόσβαση στα συστήματα πληρωμών», περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο 2 αυτού του τίτλου II, το οποίο επιγράφεται «Κοινές διατάξεις». Το άρθρο αυτό ορίζει τα ακόλουθα:

«1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι κανόνες που διέπουν την πρόσβαση στα συστήματα πληρωμών των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ή καταχωρισθεί στα μητρώα και οι οποίοι είναι νομικά πρόσωπα, να είναι αντικειμενικοί, αμερόληπτοι και αναλογικοί, και να μην κωλύουν, πέραν του αναγκαίου, την πρόσβαση για την πρόληψη ορισμένων κινδύνων, όπως ο κίνδυνος διακανονισμού, ο λειτουργικός κίνδυνος και ο επιχειρηματικός κίνδυνος, και την προστασία της χρηματοοικονομικής και λειτουργικής σταθερότητας του συστήματος πληρωμών.

Τα συστήματα πληρωμών δεν επιβάλλουν στους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών, στους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών ή σε άλλα συστήματα πληρωμών καμία από τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)      περιοριστικούς κανόνες για την ουσιαστική συμμετοχή σε άλλα συστήματα πληρωμών·

β)      κανόνες που θεσπίζουν διακρίσεις μεταξύ των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ή μεταξύ των καταχωρισμένων παρόχων υπηρεσιών πληρωμών όσον αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους καθώς και τα παρεχόμενα πλεονεκτήματα·

γ)      περιορισμούς βάσει του νομικού καθεστώτος.

2.      Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται:

[…]

β)      στα συστήματα πληρωμών που συνίστανται αποκλειστικά από παρόχους υπηρεσιών πληρωμών που ανήκουν σε όμιλο.

[…]»

9        Το παράρτημα I της οδηγίας 2015/2366, που επιγράφεται «Υπηρεσίες πληρωμών», απαριθμεί τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο άρθρο 4, σημείο 3, της οδηγίας αυτής και θεωρούνται για τον λόγο αυτόν «υπηρεσίες πληρωμών» κατά την έννοια της εν λόγω οδηγίας.

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

10      Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι η American Express είναι διεθνής εταιρία παροχής υπηρεσιών η οποία παρέχει, με τη στήριξη των ενοποιημένων θυγατρικών της, υπηρεσίες πληρωμών, ταξιδίων, συναλλάγματος και πλατφόρμας τακτικών πελατών, στους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις. Ασκεί επίσης δραστηριότητες εκδόσεως και αποδοχής καρτών σε ολόκληρο τον κόσμο, περιλαμβανομένης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η American Express εκμεταλλεύεται, με τις θυγατρικές της, το σύστημα καρτών πληρωμής American Express (στο εξής: σύστημα Amex), το οποίο είναι ένα τριμερές σύστημα καρτών πληρωμής. Το σύστημα αυτό συνήψε ορισμένες συμφωνίες από κοινού προωθήσεως εμπορικού σήματος και παροχής υπηρεσιών εντός της Ένωσης, πράγμα που θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια, αναλόγως της απαντήσεως την οποία θα δώσει το Δικαστήριο επί του ζητήματος της ερμηνείας του άρθρου 35, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2015/2366, να υπόκειται στις υποχρεώσεις περί προσβάσεως, τις οποίες προβλέπει το άρθρο 35, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.

11      Η εθνική αρχή διευθύνει το Her Majesty’s Treasury (Δημόσιο Ταμείο, Ηνωμένο Βασίλειο). Αυτό έχει την τελική ευθύνη για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που φέρει το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας όσον αφορά την εφαρμογή, την εκτέλεση και τη με οποιονδήποτε άλλον τρόπο υλοποίηση της οδηγίας 2015/2366.

12      Η American Express ζήτησε από το αιτούν δικαστήριο να της χορηγηθεί η άδεια να ασκήσει προσφυγή περί ελέγχου της νομιμότητας (judicial review) «της προθέσεως και/ή [της] υποχρεώσεως της [εθνικής αρχής] να εφαρμόσει, να εκτελέσει και να υλοποιήσει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο το άρθρο 35, παράγραφος 1, [της οδηγίας 2015/2366] στον βαθμό που προβλέπει την προϋπόθεση της από κοινού προωθήσεως σήματος και/ή της πρακτορείας». Το δικαστήριο αυτό χορήγησε την ζητηθείσα άδεια.

13      Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς το κατά πόσον το άρθρο 35, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2015/2366 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ένα τριμερές σύστημα καρτών πληρωμής που έχει συνάψει συμφωνίες από κοινού προωθήσεως εμπορικού σήματος ή πρακτορείας απαλλάσσεται από τις απαιτήσεις περί προσβάσεως που προβλέπει το άρθρο 35, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής. Ειδικότερα, κατά το δικαστήριο αυτό, η αιτιολογική σκέψη 52 της εν λόγω οδηγίας δεν παρέχει τη δυνατότητα σαφούς απαντήσεως στο ερώτημα αυτό.

14      Περαιτέρω, κατά το δικαστήριο αυτό, στην περίπτωση που το Δικαστήριο αποφανθεί ότι οι απαιτήσεις αυτές εφαρμόζονται επί των τριμερών συστημάτων καρτών πληρωμής που έχουν συνάψει συμφωνίες από κοινού προωθήσεως εμπορικού σήματος ή πρακτορείας, τότε απαιτείται να εξετασθεί το επιχείρημα που προέβαλε η American Express και κατά το οποίο το άρθρο 35, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/2366 είναι ανίσχυρο ελλείψει αιτιολογίας, λόγω πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως και λόγω παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας.

15      Υπό τις συνθήκες αυτές, το High Court of Justice (England & Wales), Queen’s Bench Division (Administrative Court) [ανώτερο δικαστήριο (Αγγλία και Ουαλία), τμήμα αστικού, εμπορικού και διοικητικού δικαίου (διοικητικές διαφορές), Ηνωμένο Βασίλειο] αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Μήπως σύστημα πληρωμών, επί του οποίου η κατά το άρθρο 35, παράγραφος 1, της οδηγίας [2015/2366] υποχρέωση σχετικά με την πρόσβαση κανονικά δεν έχει εφαρμογή βάσει του άρθρου 35, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας [αυτής], υπόκειται στην υποχρέωση αυτή (i) αν έχει συνάψει συμφωνίες για την από κοινού προώθηση εμπορικού σήματος με εταίρους οι οποίοι δεν παρέχουν οι ίδιοι υπηρεσίες πληρωμών εντός αυτού του συστήματος όσον αφορά τα φέροντα πλείονα σήματα προϊόντα και/ή (ii) αν χρησιμοποιεί αντιπρόσωπο ο οποίος ενεργεί για λογαριασμό του κατά την παροχή υπηρεσιών πληρωμών;

2)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, είναι το άρθρο 35, παράγραφος 1, της ανωτέρω οδηγίας ανίσχυρο κατά το μέρος που ορίζει ότι συστήματα πληρωμών με τέτοιες συμφωνίες υπόκεινται στην υποχρέωση σχετικά με την πρόσβαση, λόγω:

α)      ελλείψεως αιτιολογίας, συμφώνως προς το άρθρο 296 ΣΛΕΕ,

β)      πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως και/ή

γ)      παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του παραδεκτού της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως

16      Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστηρίζουν ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτη στο σύνολό της για τον λόγο, πρώτον, ότι δεν υφίσταται πραγματική διαφορά μεταξύ των διαδίκων της κύριας δίκης, δεύτερον, ότι το εθνικό δικαστήριο δεν παρέχει τα κατ’ ελάχιστον αναγκαία στοιχεία στη διάταξη περί παραπομπής καθότι δεν εκθέτει τα κρίσιμα πραγματικά στοιχεία ούτε τους λόγους για τους οποίους διατηρεί αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία και το κύρος των επίμαχων στο πλαίσιο της κύριας δίκης διατάξεων και, τρίτον, ότι η άσκηση στην κύρια δίκη της προσφυγής περί ελέγχου της νομιμότητας της «προθέσεως και/ή [της] υποχρεώσεως» της εθνικής αρχής να εφαρμόσει ή να υλοποιήσει τις διατάξεις αυτές συνιστά μέσο καταστρατηγήσεως του συστήματος ένδικων βοηθημάτων που έχει θεσπιστεί με τη Συνθήκη ΛΕΕ, υπό περιστάσεις όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη.

17      Πρέπει να υπομνησθεί ευθύς εξαρχής ότι απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της εκδοθησόμενης δικαστικής αποφάσεως, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Κατά συνέπεια, εφόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία ή το κύρος κανόνα δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο υποχρεούται κατ’ αρχήν να αποφανθεί (απόφαση της 16ης Ιουνίου 2015, Gauweiler κ.λπ., C-62/14, EU:C:2015:400, σκέψη 24).

18      Συνεπώς, υπέρ των ερωτημάτων που άπτονται του δικαίου της Ένωσης συντρέχει τεκμήριο λυσιτέλειας. Άρνηση του Δικαστηρίου να απαντήσει σε προδικαστικό ερώτημα που έχει υποβληθεί από εθνικό δικαστήριο είναι δυνατή μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι η ζητούμενη ερμηνεία ή κρίση επί του κύρους του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή ακόμη όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία τα οποία είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα (απόφαση της 16ης Ιουνίου 2015, Gauweiler κ.λπ., C-62/14, EU:C:2015:400, σκέψη 25).

19      Όσον αφορά, πρώτον, το υποστατό της διαφοράς της κύριας δίκης, επισημαίνεται ότι, με την προσφυγή της, η American Express ζητεί από το αιτούν δικαστήριο τον έλεγχο της νομιμότητας της «προθέσεως και/ή [της] υποχρεώσεως» της εθνικής αρχής να εφαρμόσει ή να υλοποιήσει τις επίμαχες διατάξεις. Συναφώς, από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι οι διάδικοι της κύριας δίκης ερίζουν ως προς το βάσιμο της προσφυγής. Δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο καλείται να επιλύσει τη διαφωνία αυτή και ότι εκτιμά ότι υφίσταται πραγματική διένεξη μεταξύ των διάδικων της κύριας δίκης ως προς την ερμηνεία και το κύρος των οικείων διατάξεων της οδηγίας αυτής, δεν είναι πρόδηλον ότι η διαφορά της κύριας δίκης δεν είναι πραγματική [βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 10ης Δεκεμβρίου 2002, British American Tobacco (Investments) και Imperial Tobacco, C-491/01, EU:C:2002:741, σκέψεις 36 και 38, καθώς και της 4ης Μαΐου 2016, Pillbox 38, C-477/14, EU:C:2016:324, σκέψη 17].

20      Κατά τα λοιπά, τα επιχειρήματα προς απόδειξη του τεχνητού χαρακτήρα της διαφοράς της κύριας δίκης που στηρίζονται στο γεγονός ότι δεν υφίσταται καμία πράξη ή ούτε κάποια παράλειψη εθνικής διοικητικής αρχής δυνάμενη να αποτελέσει αντικείμενο αιτήσεως ελέγχου της νομιμότητας ερείδονται επί της αμφισβητήσεως του παραδεκτού της προσφυγής που ασκήθηκε στο πλαίσιο της κύριας δίκης και επί της εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών στην οποία προέβη το αιτούν δικαστήριο για να εφαρμόσει τα κριτήρια που καθορίζει το εθνικό δίκαιο. Όμως, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο ούτε να θέσει εν αμφιβόλω την εκτίμηση αυτή, η οποία εμπίπτει, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου, ούτε να ερευνήσει εάν η απόφαση περί παραπομπής ελήφθη συμφώνως προς τους οργανωτικούς και δικονομικούς κανόνες του εθνικού δικαίου. Τα επιχειρήματα αυτά δεν αρκούν, κατά συνέπεια, για να ανατρέψουν το τεκμήριο λυσιτέλειας που αναφέρθηκε στη σκέψη 18 της παρούσας αποφάσεως (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 16ης Ιουνίου 2015, Gauweiler κ.λπ., C-62/14, EU:C:2015:400, σκέψη 26).

21      Δεύτερον, όσον αφορά το επιχείρημα ότι το αιτούν δικαστήριο δεν εξέθεσε ούτε τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά ούτε τους λόγους για τους οποίους διατηρεί αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία και το κύρος των επίμαχων στην κύρια δίκη διατάξεων, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, κατά το άρθρο 94, στοιχείο αʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως πρέπει να περιέχει «συνοπτική έκθεση του αντικειμένου της διαφοράς, καθώς και των σχετικών διαπιστωθέντων από το αιτούν δικαστήριο πραγματικών περιστατικών ή, τουλάχιστον, έκθεση των πραγματικών στοιχείων στα οποία στηρίζονται τα ερωτήματα».

22      Συναφώς, αρκεί το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης καθώς και τα εντεύθεν κύρια διακυβεύματα για την έννομη τάξη της Ένωσης να απορρέουν από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, ώστε να παρέχεται στα κράτη μέλη και τους λοιπούς ενδιαφερομένους η δυνατότητα να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να μετάσχουν αποτελεσματικά στην ενώπιόν του διαδικασία (απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2009, Liga Portuguesa de Futebol Profissional και Bwin International, C-42/07, EU:C:2009:519, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

23      Εν προκειμένω, από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι το σύστημα Amex αποτελείται αποκλειστικώς από παρόχους υπηρεσιών πληρωμών που ανήκουν σε όμιλο, κατά την έννοια του άρθρου 35, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2015/2366, και μπορεί επομένως να εμπίπτει στην εξαίρεση που προβλέπει η διάταξη αυτή. Όμως, από τη διάταξη αυτή συνάγεται επίσης ότι το σύστημα Amex έχει συνάψει συμφωνίες από κοινού προωθήσεως εμπορικού σήματος και παροχής υπηρεσιών εντός της Ένωσης οι οποίες, υπό την επιφύλαξη του ερμηνευτικού ερωτήματος που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο, θα μπορούσαν να του στερήσουν το ευεργέτημα της εν λόγω διατάξεως, οπότε στην περίπτωση αυτή θα υπόκειται στις απαιτήσεις περί προσβάσεως τις οποίες προβλέπει το άρθρο 35, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.

24      Συνεπώς, η διάταξη περί παραπομπής εκθέτει, συνοπτικώς, πλην όμως επακριβώς, την αφετηρία και τη φύση της διαφοράς της κύριας δίκης, της οποίας η έκβαση φρονεί ότι εξαρτάται από την ερμηνεία και το κύρος των διατάξεων αυτών. Συνεπώς, το αιτούν δικαστήριο προσδιόρισε επαρκώς το πραγματικό και νομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η αίτηση ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης έτσι ώστε να καταστήσει δυνατή την εκ μέρους του Δικαστηρίου χρήσιμη απάντηση στην εν λόγω αίτηση (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 7ης Ιουλίου 2016, Genentech, C-567/14, EU:C:2016:526, σκέψη 27).

25      Όσον αφορά, αφετέρου, το ζήτημα εάν το αιτούν δικαστήριο εξέθεσε επαρκώς τους λόγους για τους οποίους διατηρεί αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία και το κύρος των επίμαχων στο πλαίσιο της κύριας δίκης διατάξεων, υπογραμμίζεται ότι το πνεύμα συνεργασίας το οποίο πρέπει να πρυτανεύει στη λειτουργία του συστήματος της προδικαστικής παραπομπής επιτάσσει πράγματι να εκθέτει το αιτούν δικαστήριο, στην απόφασή του περί παραπομπής, για ποιους συγκεκριμένους λόγους εκτιμά ότι είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς η απάντηση στα ερωτήματά του σχετικά με την ερμηνεία ή το κύρος ορισμένων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης (βλ., στο ίδιο πνεύμα, απόφαση της 4ης Μαΐου 2016, Pillbox 38, C-477/14, EU:C:2016:324, σκέψη 24 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

26      Επομένως, είναι σημαντικό να παραθέτει το εθνικό δικαστήριο ειδικότερα τους συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους ζητεί διευκρινίσεις ως προς την ερμηνεία ή το κύρος ορισμένων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης και να εκθέτει τους λόγους ανισχύρου οι οποίοι, συνεπακόλουθα, εκτιμά ότι μπορούν να γίνουν δεκτοί. Η απαίτηση αυτή απορρέει και από το άρθρο 94, στοιχείο γʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας (βλ., στο ίδιο πνεύμα, απόφαση της 4ης Μαΐου 2016, Pillbox 38, C-477/14, EU:C:2016:324, σκέψη 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

27      Εν προκειμένω, στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, το αιτούν δικαστήριο επισήμανε, αναπαράγοντας ένα μέρος των επιχειρημάτων που προέβαλαν συναφώς η American Express και η MasterCard Europe SA, ότι η ερμηνεία ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 2015/2366 ήταν αβέβαιη. Ομοίως, επισήμανε ότι το Δικαστήριο ενδεχομένως να πρέπει, αναλόγως της ερμηνείας που θα δεχθεί σε σχέση με τις διατάξεις αυτές, να αποφανθεί επί των λόγων ανισχύρου τους οποίους επικαλέσθηκε η American Express.

28      Εντεύθεν συνάγεται ότι το αιτούν δικαστήριο φρονεί όχι μόνον ότι τα επιχειρήματα τα οποία προέβαλαν οι διάδικοι της κύριας δίκης εγείρουν ζητήματα ερμηνείας στα οποία είναι αβέβαιη η απάντηση, αλλά και ότι οι λόγοι ανισχύρου που επικαλέσθηκε η American Express και επαναλαμβάνονται στη διάταξη περί παραπομπής είναι πιθανό να γίνουν δεκτοί.

29      Όσον αφορά, τρίτον, το επιχείρημα ότι η ασκηθείσα στο πλαίσιο της κύριας δίκης προσφυγή περί ελέγχου της νομιμότητας της «προθέσεως και/ή [της] υποχρεώσεως» της εθνικής αρχής να εφαρμόσει ή να υλοποιήσει την οδηγία 2015/2366 συνιστά μέσο καταστρατηγήσεως του συστήματος ένδικων βοηθημάτων που έχει θεσπίσει η Συνθήκη ΛΕΕ υπό περιστάσεις όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη, και δη της περιστάσεως ότι ουδέν μέτρο ελήφθη από την αρχή αυτήν κατά του συστήματος Amex και ότι η εν λόγω αρχή απλώς υποστήριξε ότι δεν αντιτίθεται στην άσκηση της προσφυγής της κύριας δίκης, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει παραδεκτές αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως που αφορούσαν την ερμηνεία και/ή το κύρος πράξεων του παραγώγου δικαίου που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο τέτοιων προσφυγών περί ελέγχου της νομιμότητας, ιδίως στις υποθέσεις επί των οποίων εξεδόθησαν οι αποφάσεις της 10ης Δεκεμβρίου 2002, British American Tobacco (Investments) και Imperial Tobacco (C-491/01, EU:C:2002:741), της 3ης Ιουνίου 2008, Intertanko κ.λπ. (C-308/06, EU:C:2008:312), της 8ης Ιουλίου 2010, Afton Chemical (C-343/09, EU:C:2010:419), της 4ης Μαΐου 2016, Pillbox 38 (C-477/14, EU:C:2016:324), καθώς και της 4ης Μαΐου 2016, Philip Morris Brands κ.λπ. (C-547/14, EU:C:2016:325).

30      Εξάλλου, η δυνατότητα των ιδιωτών να επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων το ανίσχυρο πράξεως γενικής ισχύος της Ένωσης δεν εξαρτάται από την προϋπόθεση η εν λόγω πράξη να έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο μέτρων εφαρμογής βάσει του εθνικού δικαίου. Αρκεί συναφώς να εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου πραγματική διαφορά, στο πλαίσιο της οποίας να ανακύπτει παρεμπιπτόντως το ζήτημα του κύρους της εν λόγω πράξεως. Η προϋπόθεση αυτή πληρούται στην περίπτωση της διαφοράς της κύριας δίκης, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 14, 19, 20, 27 και 28 της παρούσας αποφάσεως [βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 10ης Δεκεμβρίου 2002, British American Tobacco (Investments) και Imperial Tobacco (C-491/01, EU:C:2002:741, σκέψη 40), της 16ης Ιουνίου 2015, Gauweiler κ.λπ. (C-62/14, EU:C:2015:400, σκέψη 29), της 4ης Μαΐου 2016, Pillbox 38 (C-477/14, EU:C:2016:324, σκέψη 19), καθώς και της 4ης Μαΐου 2016, Philip Morris Brands κ.λπ. (C-547/14, EU:C:2016:325, σκέψη 35)].

31      Υπό τις συνθήκες αυτές, σκοπός της προσφυγής στην κύρια δίκη δεν φαίνεται να ήταν η καταστρατήγηση του συστήματος των ένδικων βοηθημάτων το οποίο έχει θεσπιστεί με τη Συνθήκη ΛΕΕ.

32      Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι παραδεκτή.

 Επί του πρώτου ερωτήματος

33      Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, εάν το άρθρο 35, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2015/2366 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ένα τριμερές σύστημα καρτών πληρωμής που έχει συνάψει συμφωνία από κοινού προωθήσεως εμπορικού σήματος με εταίρο του ίδιου εμπορικού σήματος, ο οποίος δεν παρέχει ο ίδιος υπηρεσίες πληρωμών εντός του εν λόγω συστήματος όσον αφορά τα φέροντα πλείονα σήματα προϊόντα, ή που στηρίζεται σε αντιπρόσωπο για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών, στερείται του ευεργετήματος της εξαιρέσεως που προβλέπει η εν λόγω διάταξη και, ως εκ τούτου, υπόκειται στις απαιτήσεις του άρθρου 35, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.

34      Θα πρέπει να παρατηρηθεί, ευθύς εξαρχής, ότι, δυνάμει του άρθρου 35, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2015/2366, «[τ]α κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι κανόνες που διέπουν την πρόσβαση στα συστήματα πληρωμών των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ή καταχωρισθεί στα μητρώα και οι οποίοι είναι νομικά πρόσωπα, να είναι αντικειμενικοί, αμερόληπτοι και αναλογικοί, και να μην κωλύουν, πέραν του αναγκαίου, την πρόσβαση για την πρόληψη ορισμένων κινδύνων, όπως ο κίνδυνος διακανονισμού, ο λειτουργικός κίνδυνος και ο επιχειρηματικός κίνδυνος, και την προστασία της χρηματοοικονομικής και λειτουργικής σταθερότητας του συστήματος πληρωμών». Το άρθρο 35, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας αυτής ορίζει εξάλλου τις απαιτήσεις τις οποίες επ’ ουδενί μπορούν να επιβάλλουν τα συστήματα πληρωμών στους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών, στους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών ή σε άλλα συστήματα πληρωμών.

35      Το άρθρο 35, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2015/2366 ορίζει ότι το άρθρο 35, παράγραφος 1, δεν εφαρμόζεται «στα συστήματα πληρωμών που συνίστανται αποκλειστικά από παρόχους υπηρεσιών πληρωμών που ανήκουν σε όμιλο». Η έννοια του «ομίλου» ορίζεται στο άρθρο 4, σημείο 40, της οδηγίας αυτής ως ένα «σύνολο επιχειρήσεων που συνδέονται μεταξύ τους κατά την έννοια του άρθρου 22, παράγραφος 1, 2 ή 7, της οδηγίας [2013/34] ή επιχειρήσεων όπως ορίζονται στα άρθρα 4, 5, 6 και 7 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού [241/2014], οι οποίες συνδέονται μεταξύ τους κατά την έννοια του άρθρου 10 παράγραφος 1, ή του άρθρου 113 παράγραφος 6 ή παράγραφος 7, του κανονισμού [575/2013]».

36      Όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 23 της παρούσας αποφάσεως, δεν αμφισβητείται ότι ένα τριμερές σύστημα καρτών πληρωμής όπως είναι το σύστημα Amex συνίσταται αποκλειστικά από παρόχους υπηρεσιών πληρωμών που ανήκουν σε όμιλο, κατά την έννοια της προηγούμενης σκέψεως.

37      Εντεύθεν συνάγεται ότι, κατ’ αρχήν, ένα τέτοιο τριμερές σύστημα καρτών πληρωμής δεν υπόκειται στις περί προσβάσεως απαιτήσεις που προβλέπει το άρθρο 35, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/2366, εκτός και εάν παρεμβάλλει κάποιον τρίτο στη λειτουργία του οπότε παύει πλέον να θεωρείται ότι συνίσταται αποκλειστικά από παρόχους υπηρεσιών πληρωμών που ανήκουν σε όμιλο, κατά την έννοια του άρθρου 35, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο βʹ, της οδηγίας αυτής.

38      Εν προκειμένω, η American Express υποστηρίζει ότι το άρθρο 35, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2015/2366 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το γεγονός και μόνον ότι ένα τριμερές σύστημα καρτών πληρωμής έχει συνάψει συμφωνίες από κοινού προωθήσεως εμπορικού σήματος και πρακτορείας δεν έχει ως συνέπεια την υπαγωγή στις περί προσβάσεως απαιτήσεις. Συγκεκριμένα, όσον αφορά τις συμφωνίες από κοινού προωθήσεως εμπορικού σήματος στο πλαίσιο των οποίων ο εταίρος του ίδιου εμπορικού σήματος δεν παρέχει καμία υπηρεσία πληρωμών, το σύστημα εξακολουθεί να είναι ο μόνος εκδότης καρτών και ο μόνος αποδέκτης πράξεων οι οποίες πραγματοποιούνται μέσω της χρήσεως των καρτών αυτών. Ομοίως, η χρήση αντιπροσώπου για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών δεν μεταβάλλει την ταυτότητα του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών σε ένα σύστημα καρτών πληρωμής. Ως εκ τούτου, μόνο στην περίπτωση που ένα τριμερές σύστημα καρτών πληρωμής αδειοδοτεί έναν ακόμη πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εντός του συστήματος αυτού πρέπει να εφαρμόζονται οι απαιτήσεις περί προσβάσεως στο εν λόγω σύστημα.

39      Αντιθέτως, η MasterCard Europe υποστηρίζει ότι το γεγονός και μόνον ότι ένα τριμερές σύστημα καρτών πληρωμής στηρίζεται σε εταίρο του ίδιου εμπορικού σήματος ή σε αντιπρόσωπο έχει ως συνέπεια να υπόκειται στις περί προσβάσεως απαιτήσεις, δεδομένου ότι, στην περίπτωση αυτή, το σύστημα αυτό δεν μπορεί πλέον να θεωρείται ότι εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 35, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2015/2366.

40      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, προκειμένου να ερμηνευθεί διάταξη του δικαίου της Ένωσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2017, Επιτροπή κατά Γερμανίας, C-616/15, EU:C:2017:721, σκέψη 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

41      Εν πρώτοις, από το γράμμα του άρθρου 35, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2015/2366 προκύπτει ότι η συμμετοχή, στο ίδιο σύστημα πληρωμών, παρόχων υπηρεσιών πληρωμών που δεν ανήκουν στον ίδιο όμιλο έχει ως συνέπεια να στερείται το σύστημα αυτό του ευεργετήματος της εξαιρέσεως που προβλέπει η διάταξη αυτή και, ως εκ τούτου, να υπόκειται στις περί προσβάσεως απαιτήσεις του άρθρου 35, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.

42      Από το άρθρο 4, σημείο 11, της οδηγίας 2015/2366 προκύπτει ότι ως πάροχος υπηρεσιών πληρωμών νοείται «μία από τις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, ή φυσικό ή νομικό πρόσωπο που τυγχάνει εξαίρεσης δυνάμει του άρθρου 32 ή 33 [της οδηγίας αυτής]». Το εν λόγω άρθρο 1, παράγραφος 1, διακρίνει έξι κατηγορίες παρόχων υπηρεσιών πληρωμών, ήτοι ορισμένα πιστωτικά ιδρύματα, τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 1, της οδηγίας 2009/110, τα γραφεία ταχυδρομικών επιταγών τα οποία εξουσιοδοτούνται βάσει του εθνικού δικαίου να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών, τα ιδρύματα πληρωμών, η ΕΚΤ και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες όταν δεν ενεργούν υπό την ιδιότητά τους ως νομισματικές ή άλλες δημόσιες αρχές, καθώς και τα κράτη μέλη ή οι περιφερειακές ή τοπικές αρχές τους όταν δεν ενεργούν υπό την ιδιότητα των δημόσιων αρχών. Εξάλλου, τα άρθρα 32 και 33 προβλέπουν εξαιρέσεις για τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που παρέχουν ορισμένες υπηρεσίες πληρωμών.

43      Όσον αφορά το κατά πόσον ένας εταίρος του ίδιου εμπορικού σήματος ή ένας αντιπρόσωπος εμπίπτει στην έννοια του «παρόχου υπηρεσιών πληρωμών» όπως αυτή υπομνήσθηκε στην προηγούμενη σκέψη, είναι αληθές, όσον αφορά, πρώτον, τον όρο «από κοινού προώθηση σήματος», ότι αυτός δεν ορίζεται στην οδηγία 2015/2366. Εντούτοις, από την αιτιολογική σκέψη 2 της οδηγίας αυτής προκύπτει ότι το αναθεωρημένο νομικό πλαίσιο της Ένωσης για τις υπηρεσίες πληρωμών, σε σχέση με το οποίο εκδόθηκε η εν λόγω οδηγία, συμπληρώθηκε με τον κανονισμό 2015/751. Περαιτέρω, από την αιτιολογική σκέψη 6 της ιδίας αυτής οδηγίας προκύπτει ότι πρόθεση του νομοθέτη της Ένωσης ήταν να διασφαλισθεί η συνεπής εφαρμογή του νομοθετικού πλαισίου που αφορά τις υπηρεσίες πληρωμών σε ολόκληρη την Ένωση.

44      Όμως, κατά το άρθρο 2, σημείο 32, του κανονισμού 2015/751, με τον όρο «από κοινού προώθηση σήματος» νοείται ότι «περιλαμβάνεται τουλάχιστον ένα εμπορικό σήμα πληρωμών και τουλάχιστον ένα εμπορικό σήμα που δεν αφορά πληρωμές στο ίδιο μέσο πληρωμής με κάρτα». Ο δε όρος «εμπορικό σήμα πληρωμής» ορίζεται, τόσο στο άρθρο 2, σημείο 30, του κανονισμού αυτού όσο και στο άρθρο 4, σημείο 47, της οδηγίας 2015/2366, ως «κάθε υλική ή ψηφιακή επωνυμία, όρος, σήμα, σύμβολο ή συνδυασμός τους, που μπορούν να δηλώνουν βάσει ποιου συστήματος καρτών πληρωμής πραγματοποιούνται οι πράξεις πληρωμών με κάρτα».

45      Όσον αφορά, δεύτερον, τον όρο «αντιπρόσωπος», αυτός ορίζεται στο άρθρο 4, σημείο 38, της οδηγίας 2015/2366 ως «το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες πληρωμών εξ ονόματος ενός ιδρύματος πληρωμών». Όπως προκύπτει από τη σκέψη 42 της παρούσας αποφάσεως, τα ιδρύματα πληρωμών αποτελούν μία από τις έξι κατηγορίες παρόχων υπηρεσιών πληρωμών που απαριθμούνται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.

46      Συνεπώς, από τους σχετικούς ορισμούς των όρων «από κοινού προώθηση σήματος» και «αντιπρόσωπος» δεν συνάγεται ότι ένας εταίρος του ίδιου εμπορικού σήματος ή ένας αντιπρόσωπος είναι κατ’ ανάγκην πάροχος υπηρεσιών πληρωμών, κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 11, της οδηγίας 2015/2366.

47      Επιβάλλεται, επομένως, η διαπίστωση ότι δεν συνάγεται ρητώς από το γράμμα του άρθρου 35, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2015/2366 ότι το γεγονός ότι ένα σύστημα πληρωμών που συνίσταται αποκλειστικά από παρόχους υπηρεσιών πληρωμών ανήκοντες σε όμιλο στηρίζεται σε εταίρο του ίδιου εμπορικού σήματος ή σε αντιπρόσωπο έχει κατ’ ανάγκην ως συνέπεια να στερείται το εν λόγω σύστημα του ευεργετήματος της εξαιρέσεως που προβλέπει η διάταξη αυτή. Εν προκειμένω, εάν πρόθεση του νομοθέτη της Ένωσης ήταν να περιορίσει το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως ώστε να επιτύχει το αποτέλεσμα αυτό, θα μπορούσε να το προβλέψει ρητώς (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 19ης Μαρτίου 2009, Επιτροπή κατά Ιταλίας, C-275/07, EU:C:2009:169, σκέψη 99).

48      Δεύτερον, όσον αφορά το πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται το άρθρο 35, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2015/2366, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 35 της οδηγίας αυτής έχει ως αντικείμενο, όπως προκύπτει από την παράγραφο 1, πρώτο εδάφιο, να ρυθμίσει, μεταξύ άλλων, τους κανόνες που διέπουν την πρόσβαση στα συστήματα πληρωμών των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ή έχουν καταχωρισθεί στα μητρώα. Όμως, συμβιβάζεται με έναν τέτοιο σκοπό η ερμηνεία του εν λόγω άρθρου 35, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο βʹ, κατά την οποία τριμερές σύστημα καρτών πληρωμής που επιλέγει να ανοίξει παρεμβάλλοντας στη λειτουργία του έναν πάροχο υπηρεσιών πληρωμών ο οποίος δεν ανήκει στον όμιλο υπόκειται στις περί προσβάσεως απαιτήσεις του άρθρου 35, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.

49      Βεβαίως, η αιτιολογική σκέψη 52 της οδηγίας 2015/2366 προβλέπει ότι τα συστήματα που δημιουργούνται και λειτουργούνται από έναν και μόνον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών «περιλαμβάνουν τα τριμερή συστήματα, όπως τα τριμερή συστήματα πιστωτικών καρτών, στον βαθμό που δεν λειτουργούν ποτέ ως εν τοις πράγμασι τετραμερή συστήματα καρτών, στηριζόμενα για παράδειγμα σε κατόχους άδειας, αντιπροσώπους ή εταίρους του ίδιου εμπορικού σήματος».

50      Εντούτοις, εν αντιθέσει προς όσα υποστηρίζει η MasterCard Europe, η αιτιολογική αυτή σκέψη δεν μπορεί να δικαιολογήσει την ερμηνεία κατά την οποία οποιαδήποτε σύμβαση περί από κοινού προωθήσεως σήματος ή περί πρακτορείας που συνάπτεται από τριμερές σύστημα καρτών πληρωμής έχει κατ’ ανάγκην ως συνέπεια να μην εμπίπτει πλέον το σύστημα αυτό στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 35, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2015/2366.

51      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι μια αιτιολογική σκέψη πράξεως του παραγώγου δικαίου της Ένωσης, μολονότι είναι δυνατόν να φωτίσει την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί σε έναν κανόνα δικαίου, δεν μπορεί να αποτελέσει από μόνη της τέτοιον κανόνα (βλ., στο ίδιο πνεύμα, απόφαση της 13ης Ιουλίου 1989, Casa Fleischhandel, 215/88, EU:C:1989:331, σκέψη 31).

52      Εν πάση περιπτώσει, όπως υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, η Επιτροπή, κανένα στοιχείο στην αιτιολογική σκέψη 52 της οδηγίας 2015/2366, αλλά ούτε και στις λοιπές διατάξεις της οδηγίας αυτής, δεν αντίκειται στην ερμηνεία του άρθρου 35, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο βʹ, αυτής υπό την έννοια ότι, στην περίπτωση που ένα σύστημα καρτών πληρωμής στηρίζεται σε εταίρο του ίδιου εμπορικού σήματος ή σε αντιπρόσωπο, πρέπει κατ’ ανάγκην ο εταίρος του ίδιου εμπορικού σήματος ή ο αντιπρόσωπος να είναι πάροχος υπηρεσιών πληρωμών ή άλλως να μπορεί να εξομοιωθεί ο ρόλος που επιτελεί στο πλαίσιο του συστήματος αυτού με τη δραστηριότητα ενός τέτοιου παρόχου, ώστε το εν λόγω σύστημα να μη θεωρείται πλέον ότι συνίσταται αποκλειστικά από παρόχους υπηρεσιών πληρωμών που ανήκουν σε όμιλο, κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως.

53      Πράγματι, πρέπει να παρατηρηθεί, αφενός, ότι η αιτιολογική σκέψη 52 της οδηγίας αυτής προβλέπει, στην πρώτη περίοδό της, ότι οι διατάξεις που σχετίζονται με την πρόσβαση στα συστήματα πληρωμών δεν θα πρέπει να ισχύουν για τα συστήματα πληρωμών «που δημιουργούνται και λειτουργούνται από έναν και μόνο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών», δίδοντας τοιουτοτρόπως έμφαση στον αριθμό των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών που εμπλέκονται στη λειτουργία του οικείου συστήματος.

54      Αφετέρου, μολονότι από την εν λόγω αιτιολογική σκέψη προκύπτει ότι συστήματα καρτών στηριζόμενα σε εταίρους του ίδιου εμπορικού σήματος ή σε αντιπροσώπους μπορούν να θεωρηθούν ότι λειτουργούν ως εν τοις πράγμασι τετραμερή συστήματα καρτών, εντούτοις πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι ως τετραμερές σύστημα καρτών πληρωμής ορίζεται στο άρθρο 2, σημείο 17, του κανονισμού 2015/751 ένα σύστημα «στο οποίο οι πράξεις πληρωμών με κάρτα πραγματοποιούνται από τον λογαριασμό πληρωμών ενός πληρωτή στον λογαριασμό πληρωμών δικαιούχου πληρωμής μέσω της διαμεσολάβησης του συστήματος, ενός εκδότη (από την πλευρά του πληρωτή) και ενός αποδέκτη (από την πλευρά του δικαιούχου πληρωμής)».

55      Κατά συνέπεια, και λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων στη σκέψη 43 της παρούσας αποφάσεως, ένα κλασικό τετραμερές σύστημα καρτών πληρωμής κατά την έννοια της οδηγίας 2015/2366 χαρακτηρίζεται από την παρουσία διαφόρων παρόχων υπηρεσιών πληρωμών, οι οποίοι αναλαμβάνουν τις υπηρεσίες «αποδέκτη» και «εκδότη» στο πλαίσιο πράξεων πληρωμών με κάρτα.

56      Επιβάλλεται, επομένως, η διαπίστωση ότι, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, τα παρατιθέμενα στην αιτιολογική σκέψη 52 της οδηγίας 2015/2366 παραδείγματα των περιπτώσεων στις οποίες τα τριμερή συστήματα καρτών πληρωμής συνάπτουν συμφωνίες με αντιπροσώπους ή με εταίρους του ίδιου εμπορικού σήματος είναι απλώς ενδεικτικά του τρόπου με τον οποίον μπορούν τα συστήματα αυτά να οργανώνουν τις λειτουργικές σχέσεις τους κατά τρόπον ώστε να δύνανται να συμπεριφέρονται, στην πράξη, ως τετραμερή συστήματα καρτών πληρωμών χάριν της εφαρμογής των περί προσβάσεως απαιτήσεων της οδηγίας αυτής.

57      Τρίτον, όσον αφορά τους σκοπούς που επιδιώκονται με την οδηγία 2015/2366, στην οποία περιλαμβάνονται οι επίμαχες στο πλαίσιο της κύριας δίκης διατάξεις, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά την αιτιολογική σκέψη 49 της οδηγίας αυτής, «[έ]χει ουσιαστική σημασία για κάθε πάροχο υπηρεσιών πληρωμών να μπορεί να έχει πρόσβαση στις υπηρεσίες των τεχνικών υποδομών των συστημάτων πληρωμών» και ότι, «[γ]ια να διασφαλίζεται σε ολόκληρη την Ένωση η ισότιμη μεταχείριση των διαφορετικών κατηγοριών των αδειοδοτημένων παροχών υπηρεσιών πληρωμών, σύμφωνα με τους όρους της αδειοδότησής τους, είναι αναγκαίο να αποσαφηνισθούν οι κανόνες πρόσβασης στα συστήματα πληρωμών».

58      Ομοίως, η αιτιολογική σκέψη 50 της οδηγίας 2015/2366 τονίζει ότι «[θ]α πρέπει να προβλέπεται ισότιμη μεταχείριση των αδειοδοτημένων ιδρυμάτων πληρωμών και πιστωτικών ιδρυμάτων, προκειμένου κάθε πάροχος υπηρεσιών πληρωμών που συμμετέχει στον ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά να μπορεί να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες τεχνικής υποδομής των συστημάτων πληρωμών υπό τους ίδιους όρους». Η αιτιολογική αυτή σκέψη προσθέτει ότι «[ε]ίναι σκόπιμο να προβλεφθεί μια διαφορά μεταχείρισης μεταξύ των αδειοδοτημένων παρόχων υπηρεσιών πληρωμών και των ωφελουμένων από την εξαίρεση δυνάμει της [οδηγίας αυτής] καθώς και από την εξαίρεση δυνάμει του άρθρου 3 της οδηγίας [2009/110], λόγω των διαφορών του σχετικού πλαισίου προληπτικής εποπτείας στο οποίο υπόκεινται».

59      Τέλος, η αιτιολογική σκέψη 52 της οδηγίας 2015/2366 αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι, προκειμένου να τονωθεί ο ανταγωνισμός που μπορούν να κάνουν αυτά τα κλειστά συστήματα πληρωμών, όπως είναι τα τριμερή συστήματα καρτών πληρωμής που δεν λειτουργούν ποτέ ως εν τοις πράγμασι τετραμερή συστήματα καρτών, στα καθιερωμένα συνήθη συστήματα πληρωμών, δεν θα ήταν σκόπιμο να παρέχεται σε τρίτους πρόσβαση στα εν λόγω κλειστά συστήματα πληρωμών.

60      Από τις εκτιμήσεις που εκτίθενται στις σκέψεις 57 έως 59 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι το άρθρο 35 της οδηγίας 2015/2366 σκοπεί να διασφαλίσει ότι, κατ’ αρχήν, κάθε πάροχος υπηρεσιών πληρωμών μπορεί να έχει πρόσβαση στις υπηρεσίες των τεχνικών υποδομών των συστημάτων πληρωμών για να διασφαλίζεται σε ολόκληρη την Ένωση η ισότιμη μεταχείριση των διαφορετικών κατηγοριών παρόχων υπηρεσιών πληρωμών. Πράγματι, όπως προκύπτει επίσης από τις εκτιμήσεις αυτές, πρόθεση του νομοθέτη της Ένωσης ήταν να διασφαλίσει ότι κάθε πάροχος υπηρεσιών πληρωμών θα μπορεί να έχει πρόσβαση στις υπηρεσίες αυτές υπό τις ίδιες προϋποθέσεις προκειμένου να διατηρείται πραγματικός ανταγωνισμός στις αγορές πληρωμών.

61      Εν προκειμένω, από τις ίδιες εκτιμήσεις, ιδίως από αυτές που εκτίθενται στις σκέψεις 58 και 59 της παρούσας αποφάσεως, προκύπτει ότι, μολονότι, κατ’ αρχήν, οι περί προσβάσεως απαιτήσεις του άρθρου 35, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/2366 πρέπει να παρέχουν τη δυνατότητα σε κάθε πάροχο υπηρεσιών πληρωμών να έχει πρόσβαση, υπό τις προϋποθέσεις που τάσσει, στα συστήματα πληρωμών, πρόθεση του νομοθέτη της Ένωσης ήταν επίσης να προβλέψει διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών οσάκις οι μεταξύ τους διαφορές το δικαιολογούν.

62      Ειδικότερα, όσον αφορά τα κλειστά τριμερή συστήματα πληρωμών, από τη σκέψη 59 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης έκρινε σκόπιμο να τα εξαιρέσει από τις απαιτήσεις περί προσβάσεως προκειμένου να τονώσει τον ανταγωνισμό μεταξύ συστημάτων πληρωμών. Εντούτοις, όπως προκύπτει, ιδίως, από τις σκέψεις 54 έως 56 της παρούσας αποφάσεως, οσάκις ένα σύστημα καρτών πληρωμής αποφασίζει να ανοίξει, παρεμβάλλοντας έναν εξωτερικό σε σχέση με τον όμιλο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, η λειτουργία του ομοιάζει προς αυτήν ενός κλασικού τετραμερούς συστήματος πληρωμών, με αποτέλεσμα η ανάγκη τονώσεως του ανταγωνισμού την οποία δημιουργεί στην αγορά να μη δικαιολογεί πλέον την εξαίρεσή του από τις απαιτήσεις περί προσβάσεως.

63      Πράγματι, θα μπορούσε να είναι δυσχερής η επίτευξη των σκοπών της οδηγίας 2015/2366, ιδίως του σκοπού του άρθρου της 35, παράγραφος 1, ο οποία συνίσταται στη διασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού κατά την παροχή υπηρεσιών πληρωμών, εάν ένα τριμερές σύστημα καρτών πληρωμής στηριζόμενο σε τρίτον που έχει την ιδιότητα του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 11, της οδηγίας αυτής, ή του οποίου ο ρόλος μπορεί να εξομοιωθεί προς έναν τέτοιο πάροχο, δεν υπέκειτο στις απαιτήσεις περί προσβάσεως των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών στα συστήματα πληρωμών, τις οποίες προβλέπει το άρθρο 35, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.

64      Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι αυτού του είδους οι απαιτήσεις ισχύουν για τριμερές σύστημα καρτών πληρωμής που έχει συνάψει συμφωνία από κοινού προωθήσεως εμπορικού σήματος, κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 32, του κανονισμού 2015/751, οσάκις ο εταίρος του ίδιου εμπορικού σήματος είναι πάροχος υπηρεσιών πληρωμών, κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 11, της οδηγίας 2015/2366, και τούτο παρά το γεγονός ότι ο εν λόγω εταίρος δεν παρέχει ο ίδιος, στο πλαίσιο της συμφωνίας αυτής, καμία υπηρεσία πληρωμών όσον αφορά τα φέροντα πλείονα σήματα προϊόντα.

65      Ομοίως, οσάκις ένα τριμερές σύστημα καρτών πληρωμής έχει συνάψει συμφωνία με αντιπρόσωπο, κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 38, της οδηγίας 2015/2366, οι περί προσβάσεως απαιτήσεις ισχύουν κατ’ ανάγκην για το σύστημα αυτό. Πράγματι, δεδομένου ότι, όπως υπενθυμίζεται στη σκέψη 45 της παρούσας αποφάσεως, ως αντιπρόσωπος ορίζεται στο άρθρο 4, σημείο 38, της οδηγίας αυτής ότι είναι «το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες πληρωμών εξ ονόματος ενός ιδρύματος πληρωμών», και παρά το γεγονός επομένως ότι ένας αντιπρόσωπος δεν είναι κατ’ ανάγκην ο ίδιος πάροχος υπηρεσιών πληρωμών, ο ρόλος του πρέπει να εξομοιωθεί σε όλες τις περιπτώσεις, λαμβανομένης υπόψη της φύσεώς του, προς αυτόν ενός παρόχου υπηρεσιών πληρωμών.

66      Η ερμηνεία αυτή δεν ανατρέπεται από το επιχείρημα της MasterCard Europe ότι οι περιπτώσεις στις οποίες ένα τριμερές σύστημα καρτών πληρωμής υπόκειται στις περί προσβάσεως απαιτήσεις θα πρέπει να είναι οι ίδιες με αυτές στις οποίες ένα τέτοιο σύστημα υπόκειται στις υποχρεώσεις σχετικά με τις διατραπεζικές προμήθειες δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 5, και του άρθρου 2, σημείο 18, του κανονισμού 2015/751, του οποίου το περιεχόμενο και το κύρος αποτέλεσαν το αντικείμενο των προδικαστικών ερωτημάτων στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η σημερινή απόφαση American Express (C-304/16).

67      Συναφώς, αρκεί να σημειωθεί, αφενός, ότι τόσο το γράμμα του άρθρου 1, παράγραφος 5, όσο και του άρθρου 2, σημείο 18, του κανονισμού 2015/751, τα οποία αφορούν, μεταξύ άλλων, τις περιπτώσεις στις οποίες τα τριμερή συστήματα καρτών πληρωμής πρέπει να θεωρούνται ως τετραμερή συστήματα καρτών πληρωμών για την εφαρμογή των υποχρεώσεων που προβλέπει ο κανονισμός αυτός, περιλαμβανομένων των υποχρεώσεων σχετικά με το ανώτατο επίπεδο των διατραπεζικών προμηθειών, διαφέρει, από πολλές απόψεις, από το γράμμα του άρθρου 35, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2015/2366.

68      Αφετέρου, μολονότι είναι αληθές ότι οι σκοποί τους οποίους αφορούν οι δύο κατηγορίες απαιτήσεων, οι οποίες μνημονεύονται στη σκέψη 66 της παρούσας αποφάσεως, αλληλεπικαλύπτονται στον βαθμό που αμφότερες σκοπούν, μεταξύ άλλων, να διασφαλίσουν την ισότιμη μεταχείριση μεταξύ ανταγωνιστών και τον πραγματικό ανταγωνισμό στις αγορές πληρωμών, εντούτοις τόσο η φύση των δύο αυτών κατηγοριών απαιτήσεων όσο και η νομοθετική πράξη στην οποία εκάστη εξ αυτών εντάσσεται είναι διαφορετικές.

69      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, η απάντηση που προσήκει στο πρώτο ερώτημα είναι ότι το άρθρο 35, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2015/2366 έχει την έννοια ότι τριμερές σύστημα καρτών πληρωμής που έχει συνάψει συμφωνία από κοινού προωθήσεως εμπορικού σήματος με εταίρο του ίδιου εμπορικού σήματος δεν στερείται του ευεργετήματος της εξαιρέσεως που προβλέπει η διάταξη αυτή και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στις απαιτήσεις του άρθρου 35, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής στην περίπτωση που ο εταίρος αυτός του ίδιου εμπορικού σήματος δεν είναι πάροχος υπηρεσιών πληρωμών και δεν παρέχει υπηρεσίες πληρωμών εντός του συστήματος αυτού όσον αφορά τα φέροντα πλείονα σήματα προϊόντα. Αντιθέτως, τριμερές σύστημα καρτών πληρωμής που στηρίζεται σε αντιπρόσωπο για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών στερείται του ευεργετήματος της εξαιρέσεως αυτής και, ως εκ τούτου, υπόκειται στις απαιτήσεις του εν λόγω άρθρου 35, παράγραφος 1.

 Επί του δευτέρου ερωτήματος

70      Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, εάν το άρθρο 35 της οδηγίας 2015/2366 είναι ανίσχυρο, στον βαθμό που προβλέπει ορισμένες απαιτήσεις περί προσβάσεως οι οποίες ισχύουν για ένα τριμερές σύστημα καρτών πληρωμής που έχει συνάψει συμφωνία από κοινού προωθήσεως εμπορικού σήματος με εταίρο του ίδιου εμπορικού σήματος ο οποίος δεν παρέχει, ο ίδιος, υπηρεσίες πληρωμών εντός του εν λόγω συστήματος όσον αφορά τα φέροντα πλείονα σήματα προϊόντα, ή που στηρίζεται σε αντιπρόσωπο για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών.

71      Πρέπει ευθύς εξαρχής να παρατηρηθεί ότι η ερμηνεία του άρθρου 35, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2015/2366, όπως αυτή εκτέθηκε στη σκέψη 69 της παρούσας αποφάσεως, δεν αντιστοιχεί πλήρως, όσον αφορά τις συμβάσεις από κοινού προωθήσεως σήματος, προς αυτήν βάσει της οποίας το αιτούν δικαστήριο θέτει το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα.

72      Έτσι, λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το δεύτερο ερώτημα πρέπει να απαντηθεί μόνο στον βαθμό που με αυτό ζητείται να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 35 της οδηγίας 2015/2366 είναι ανίσχυρο εκ του λόγου ότι οι απαιτήσεις που προβλέπει η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού ισχύουν για ένα τριμερές σύστημα καρτών πληρωμής που στηρίζεται σε αντιπρόσωπο για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών.

 Επί της υπάρξεως παραβάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως

73      Όσον αφορά την υποχρέωση αιτιολογήσεως, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, μολονότι από την επιβαλλόμενη από το άρθρο 296, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ αιτιολογία πράξεως της Ένωσης πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική του εκδότη της οικείας πράξεως, ώστε οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν το ληφθέν μέτρο και το Δικαστήριο να μπορεί να ασκήσει τον έλεγχό του, εντούτοις δεν απαιτείται η αιτιολογία να διευκρινίζει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία. Επιπλέον, η τήρηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση όχι μόνο με το γράμμα της πράξεως, αλλά και με το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται, καθώς και με το σύνολο των νομικών κανόνων που διέπουν το σχετικό θέμα (απόφαση της 16ης Ιουνίου 2015, Gauweiler κ.λπ., C‑62/14, EU:C:2015:400, σκέψη 70 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

74      Περαιτέρω, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι, αν η γενικής ισχύος πράξη αποκαλύπτει το ουσιώδες του επιδιωκόμενου από το θεσμικό όργανο σκοπού, θα ήταν υπερβολικό να απαιτηθεί ειδική αιτιολογία για καθεμία από τις τεχνικές επιλογές στις οποίες προέβη (απόφαση της 3ης Μαρτίου 2016, Ισπανία κατά Επιτροπής, C-26/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:132, σκέψη 31 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

75      Εν προκειμένω, από τις αιτιολογικές σκέψεις 49, 50 και 52 της οδηγίας 2015/2366 προκύπτει με επαρκή σαφήνεια η λογική στην οποία στηρίζεται η εφαρμογή των απαιτήσεων που προβλέπει το άρθρο 35, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής στα τριμερή συστήματα καρτών πληρωμής διά της παρεμβολής ενός εξωτερικού σε σχέση με τον όμιλο παρόχου υπηρεσιών πληρωμών στη λειτουργία του συστήματος ή ενός τρίτου του οποίου ο ρόλος μπορεί να εξομοιωθεί προς έναν τέτοιον πάροχο. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τη σκέψη 60 της παρούσας αποφάσεως, από αυτές τις αιτιολογικές σκέψεις προκύπτει ότι το εν λόγω άρθρο 35 σκοπεί να διασφαλίσει ότι, κατ’ αρχήν, κάθε πάροχος υπηρεσιών πληρωμών μπορεί να έχει πρόσβαση στις υπηρεσίες των τεχνικών υποδομών των συστημάτων πληρωμών για να διασφαλίζεται σε ολόκληρη την Ένωση η ισότιμη μεταχείριση των διαφορετικών κατηγοριών παρόχων υπηρεσιών πληρωμών και, έτσι, να διατηρείται ο ουσιαστικός ανταγωνισμός στις αγορές πληρωμών.

76      Περαιτέρω, από τις ίδιες αιτιολογικές σκέψεις προκύπτει ότι, μολονότι, κατ’ αρχήν, οι περί προσβάσεως απαιτήσεις πρέπει να δίνουν τη δυνατότητα σε κάθε πάροχο υπηρεσιών πληρωμών να έχει πρόσβαση, υπό τις προϋποθέσεις που τάσσει η οδηγία 2015/2366, στις υπηρεσίες των τεχνικών υποδομών των συστημάτων πληρωμών, πρόθεση του νομοθέτη της Ένωσης ήταν επίσης να προβλέψει τη διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών οσάκις οι μεταξύ τους διαφορές το δικαιολογούν. Έτσι, μολονότι ο νομοθέτης της Ένωσης έκρινε σκόπιμο να εξαιρέσει τα κλειστά τριμερή συστήματα καρτών πληρωμής από αυτές τις απαιτήσεις περί προσβάσεως προκειμένου να τονώσει τον ανταγωνισμό μεταξύ των συστημάτων πληρωμών, εντούτοις έκρινε ότι, στην περίπτωση που ένα τριμερές σύστημα καρτών πληρωμής αποφασίσει να ανοίξει, διά της παρεμβολής ενός εξωτερικού σε σχέση με τον όμιλο παρόχου υπηρεσιών πληρωμών ή ενός τρίτου, όπως είναι ένας αντιπρόσωπος, του οποίου ο ρόλος μπορεί να εξομοιωθεί προς αυτόν ενός τέτοιου παρόχου, η λειτουργία του συστήματος αυτού ομοιάζει προς αυτήν ενός κλασικού τετραμερούς συστήματος και, ως εκ τούτου, η ανάγκη τονώσεως του εν λόγω ανταγωνισμού δεν δικαιολογεί πλέον την εξαίρεσή του από τις εν λόγω απαιτήσεις περί προσβάσεως.

77      Επιπλέον, από την αιτιολογική σκέψη 52 της οδηγίας 2015/2366 προκύπτουν οι διαφορές οι οποίες υφίστανται μεταξύ των αποκλειστικών κλειστών τριμερών συστημάτων καρτών πληρωμής και των καθιερωμένων συνήθων συστημάτων πληρωμών, διαφορές οι οποίες εξηγούν τον λόγο για τον οποίον η εφαρμογή στα τριμερή συστήματα καρτών πληρωμής των απαιτήσεων περί προσβάσεως είναι δικαιολογημένη μόνον οσάκις η λειτουργία των συστημάτων αυτών έχει ως συνέπεια να τα εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 35, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο βʹ, της οδηγίας αυτής.

78      Συνεπώς, οι διατάξεις της οδηγίας 2015/2366 οι οποίες μνημονεύονται στη σκέψη 75 της παρούσας αποφάσεως εκθέτουν τη συνολική κατάσταση η οποία οδήγησε τον νομοθέτη της Ένωσης να αποφασίσει ότι τα τριμερή συστήματα καρτών πληρωμής που έχουν συνάψει συμβάσεις πρακτορείας υπόκεινται στις απαιτήσεις περί προσβάσεως που προβλέπει το άρθρο 35, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, καθώς και τους γενικούς σκοπούς στην επίτευξη των οποίων σκοπεί η απόφαση αυτή, και παρέχουν έτσι τη δυνατότητα τόσο στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν την εν λόγω απόφαση όσο και στο Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του, σύμφωνα με τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 73 της παρούσας αποφάσεως.

79      Υπό τις συνθήκες αυτές, σύμφωνα με τη νομολογία που παρατίθεται στις σκέψεις 73 και 74 της παρούσας αποφάσεως, ο νομοθέτης της Ένωσης δεν ήταν υποχρεωμένος να εκθέσει στην οδηγία 2015/2366, με συγκεκριμένο τρόπο, τους λόγους για τους οποίους, σε εκάστη των εν λόγω περιπτώσεων, ένα τριμερές σύστημα καρτών πληρωμής πρέπει να υπόκειται στις περί προσβάσεως απαιτήσεις.

80      Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η οδηγία 2015/2366 πάσχει συναφώς έλλειψη αιτιολογίας συνεπαγόμενη το ανίσχυρο του άρθρου 35.

 Επί της υπάρξεως πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως

81      Από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως συνάγεται ότι το κύρος του άρθρου 35 της οδηγίας 2015/2366 αμφισβητείται στη διαφορά της κύριας δίκης για τον λόγο ότι πάσχει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, στον βαθμό που οι περί προσβάσεως απαιτήσεις τις οποίες προβλέπει η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού εφαρμόζονται στα τριμερή συστήματα καρτών πληρωμής που έχουν συνάψει συμφωνίες πρακτορείας, δεδομένου ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν μπορούσε ευλόγως να θεσπίσει διάταξη με αυτό το περιεχόμενο.

82      Εντούτοις, δεν προκύπτει από τα στοιχεία που προσκομίσθηκαν στο Δικαστήριο στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας ότι, για τον λόγο αυτόν, ο νομοθέτης της Ένωσης υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως όσον αφορά το άρθρο 35 της οδηγίας 2015/2366.

83      Ειδικότερα, κανένα από τα στοιχεία που προσκομίσθηκαν στο Δικαστήριο δεν αποδεικνύει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης υπέπεσε σε πλάνη εκτιμώντας ότι η υπαγωγή ενός τέτοιου συστήματος στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 35, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/2366 συμβάλλει στην επίτευξη των σκοπών που υπενθυμίζονται στις σκέψεις 57 έως 63 της παρούσας αποφάσεως.

 Επί της υπάρξεως παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας

84      Πρέπει να υπομνησθεί ότι η αρχή της αναλογικότητας απαιτεί, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι πράξεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης να είναι πρόσφορες για την επίτευξη των νομίμως επιδιωκομένων από την οικεία ρύθμιση σκοπών και να μην υπερβαίνουν το αναγκαίο για την επίτευξη των σκοπών αυτών μέτρο (απόφαση της 16ης Ιουνίου 2015, Gauweiler κ.λπ., C-62/14, EU:C:2015:400, σκέψη 67 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

85      Όσον αφορά τον δικαστικό έλεγχο της τηρήσεως των προϋποθέσεων αυτών, το Δικαστήριο αναγνώρισε στον νομοθέτη της Ένωσης, στο πλαίσιο ασκήσεως των αρμοδιοτήτων του, ευρεία εξουσία εκτιμήσεως στους τομείς στους οποίους καλείται να προβεί σε σύνθετες αξιολογήσεις και εκτιμήσεις και σε επιλογές τόσο πολιτικής όσο και οικονομικής ή κοινωνικής φύσεως. Έτσι, το ζήτημα δεν είναι αν το μέτρο που θεσπίστηκε στον τομέα αυτό είναι το μόνο ή το καλύτερο δυνατό, καθόσον η νομιμότητα ενός τέτοιου μέτρου μπορεί να επηρεαστεί μόνον όταν αυτό είναι προδήλως ακατάλληλο σε σχέση προς τον επιδιωκόμενο από τα αρμόδια θεσμικά όργανα σκοπό (απόφαση της 8ης Ιουνίου 2010, Vodafone κ.λπ., C-58/08, EU:C:2010:321, σκέψη 52 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

86      Εν προκειμένω, από κανένα στοιχείο που προσκομίσθηκε στο Δικαστήριο δεν αποδεικνύεται ότι το άρθρο 35 της οδηγίας 2015/2366 δεν είναι πρόσφορο για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με αυτό θεμιτών σκοπών, όπως αυτοί εκτίθενται στις σκέψεις 57 έως 62 της παρούσας αποφάσεως.

87      Αντιθέτως, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 63 και 65 της παρούσας αποφάσεως, θα μπορούσε να είναι δυσχερής η επίτευξη των σκοπών της οδηγίας 2015/2366, ιδίως του σκοπού του άρθρου της 35 ο οποίος συνίσταται στη διασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού κατά την παροχή υπηρεσιών πληρωμών, εάν ένα τριμερές σύστημα καρτών πληρωμής που στηρίζεται σε αντιπρόσωπο δεν υπέκειτο στις περί προσβάσεως απαιτήσεις, δεν ήταν προδήλως απρόσφορη, υπό το πρίσμα των σκοπών αυτών, η υπαγωγή και του εν λόγω συστήματος στις απαιτήσεις αυτές.

88      Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι από την εξέταση του δεύτερου ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο δυνάμενο να θίξει το κύρος του άρθρου 35 της οδηγίας 2015/2366.

 Επί των δικαστικών εξόδων

89      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Το άρθρο 35, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο βʹ, της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015, σχετικά με τις υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των οδηγιών 2002/65/ΕΚ, 2009/110/ΕΚ και 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) 1093/2010 και την κατάργηση της οδηγίας 2007/64/ΕΚ, έχει την έννοια ότι τριμερές σύστημα καρτών πληρωμής που έχει συνάψει συμφωνία από κοινού προωθήσεως εμπορικού σήματος με εταίρο του ίδιου εμπορικού σήματος δεν στερείται του ευεργετήματος της εξαιρέσεως που προβλέπει η διάταξη αυτή και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στις απαιτήσεις του άρθρου 35, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής στην περίπτωση που ο εταίρος αυτός του ίδιου εμπορικού σήματος δεν είναι πάροχος υπηρεσιών πληρωμών και δεν παρέχει υπηρεσίες πληρωμών εντός του συστήματος αυτού όσον αφορά τα φέροντα πλείονα σήματα προϊόντα. Αντιθέτως, ένα τριμερές σύστημα καρτών πληρωμής που στηρίζεται σε αντιπρόσωπο για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών στερείται του ευεργετήματος της εξαιρέσεως αυτής και, ως εκ τούτου, υπόκειται στις απαιτήσεις του εν λόγω άρθρου 35, παράγραφος 1.

2)      Από την εξέταση του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο δυνάμενο να θίξει το κύρος του άρθρου 35 της οδηγίας 2015/2366.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.