Language of document : ECLI:EU:C:2018:237

Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

JULIANE KOKOTT

της 12ης Απριλίου 2018 (1)

Υπόθεση C4/17 P

Τσεχική Δημοκρατία

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Αίτηση αναιρέσεως – ΕΓΤΕ – Αποκλεισμός ορισμένων δαπανών από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν από την Τσεχική Δημοκρατία – Προστασία των αμπελώνων από θηράματα και πτηνά – Ασφάλεια δικαίου – Προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης – Δικαίωμα ακροάσεως»






I.      Εισαγωγή

1.        Η κρίση της προκειμένης αιτήσεως αναιρέσεως επιφυλάσσει αρκετές δυσχέρειες για το Δικαστήριο οι οποίες οφείλονται στους διαδίκους. Αφενός, οι ενέργειες της Επιτροπής που οδήγησαν στην εν λόγω διαφορά δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνάδουν με τους κανόνες της χρηστής διοικήσεως ακόμη και αν εξετασθούν κατά τον ευνοϊκότερο δυνατό τρόπο. Αφετέρου, ούτε η Τσεχική Δημοκρατία επιχείρησε να άρει εγκαίρως τυχόν ανακολουθίες και αμφιβολίες, αλλά επιδιώκει έως σήμερα να επωφεληθεί από τα σφάλματα της Επιτροπής. Επιπλέον, το εν λόγω κράτος μέλος παραλείπει σχεδόν να προβάλει τα επιχειρήματα που μπορούν όντως να οδηγήσουν, εν τέλει, σε επιτυχή έκβαση.

2.        Επί της ουσίας, τίθεται το ζήτημα αν η προστασία των αμπελώνων από θηράματα και πτηνά συνιστά μια μορφή αναδιαρθρώσεως και μετατροπής αμπελώνων και ιδίως βελτίωση των τεχνικών διαχειρίσεως των αμπελώνων. Τούτο συνδέεται και με το αν η Επιτροπή οφείλει να αντιταχθεί σε τέτοιο μέτρο κατά την πρώτη υποβολή του προγράμματος στηρίξεως, εφόσον εκτιμά ότι το μέτρο δεν μπορεί να γίνει δεκτό.

3.        Η εξεταζόμενη διαφορά ανάγεται στην πολιτική της Ένωσης για την προώθηση της αμπελουργίας με βάση τον κανονισμό 479/2008 (2). Κατά τον κανονισμό αυτόν, τα κράτη μέλη μπορούσαν να προωθούν μόνο συγκεκριμένα, αποκλειστικά καθοριζόμενα, μέτρα και τα επιδιωκόμενα μέτρα ενισχύσεως έπρεπε να προβλέπονται στο πλαίσιο σχετικού προγράμματος στηρίξεως. Τα κράτη μέλη υπέβαλλαν το εν λόγω πρόγραμμα στην Επιτροπή η οποία είχε τη δυνατότητα να προβάλει αντιρρήσεις εντός προθεσμίας τριών μηνών.

II.    Το νομικό πλαίσιο

4.        Το νομικό πλαίσιο χαρακτηρίζεται από ορισμένο βαθμό πολυπλοκότητας, καθώς και από τις συνεχείς τροποποιήσεις των κρίσιμων διατάξεων.

1.      Τα καθεστώτα στηρίξεως

5.        Το άρθρο 5 του κανονισμού 479/2008 ρύθμιζε την υποβολή των προγραμμάτων στηρίξεως για την αμπελουργία στην Επιτροπή:

«1.      Κάθε κράτος μέλος παραγωγός που αναφέρεται στο παράρτημα II υποβάλλει στην Επιτροπή, για πρώτη φορά στις 30 Ιουνίου 2008 το αργότερο, σχέδιο πενταετούς προγράμματος στήριξης που περιλαμβάνει μέτρα σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο.

[…]

2. Τα προγράμματα στήριξης αρχίζουν να ισχύουν τρεις μήνες μετά την υποβολή τους στην Επιτροπή.

Ωστόσο, εάν το υποβληθέν πρόγραμμα στήριξης δεν πληροί τους όρους του παρόντος κεφαλαίου, η Επιτροπή ενημερώνει σχετικά το κράτος μέλος. Στην περίπτωση αυτήν, το κράτος μέλος υποβάλλει αναθεωρημένο πρόγραμμα στήριξης στην Επιτροπή. Το αναθεωρημένο πρόγραμμα στήριξης αρχίζει να ισχύει δύο μήνες από την κοινοποίησή του, εκτός αν παραμένει μη συμβατό, οπότε εφαρμόζεται το παρόν εδάφιο.

3.      […]»

6.        Το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 479/2008 προέβλεπε ως επιλέξιμο μέτρο, στο στοιχείο γʹ, την «αναδιάρθρωση και μετατροπή των αμπελώνων, σύμφωνα με το άρθρο 11». Το άρθρο 11 όριζε τα μέτρα αυτά ως εξής:

«1.      Στόχος των μέτρων της αναδιάρθρωσης και μετατροπής των αμπελώνων είναι η αύξηση της ανταγωνιστικότητας των αμπελουργών.

2.      […]

3.      Η στήριξη για αναδιάρθρωση και μετατροπή των αμπελώνων μπορεί να καλύπτει μόνον μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες δράσεις:

α)      μετατροπή ποικιλίας, συμπεριλαμβανομένου του επανεμβολιασμού·

β)      επαναφύτευση αμπελώνων·

γ)      βελτιώσεις των τεχνικών διαχείρισης των αμπελώνων.

Δεν καλύπτεται η κανονική ανανέωση των αμπελώνων που φθάνουν το τέλος της φυσικής τους ζωής.

4.      […]»

7.        Το άρθρο 11, παράγραφος 2, του προγενέστερα ισχύοντος κανονισμού (ΕΚ) 1493/1999 (3) περιείχε και την ακόλουθη διάταξη όσον αφορά τον σκοπό της αναδιαρθρώσεως και μετατροπής, η οποία όμως δεν περιλαμβάνεται πλέον στον κανονισμό 479/2008:

«Στόχος του καθεστώτος είναι η προσαρμογή της παραγωγής στη ζήτηση της αγοράς.»

8.        Με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 202/2013 (4), η Επιτροπή εισήγαγε στο άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΚ) 555/2008 (5) την εξής διάταξη:

«Οι ακόλουθες εργασίες δεν είναι επιλέξιμες:

[…]

β)      προστασία έναντι ζημιών από θηράματα, πτηνά ή χαλάζι·

[…]»

9.        Βάσει του άρθρου 114 του κανονισμού 479/2008, το επίδικο μέτρο ενισχύσεως συνιστούσε παρέμβαση για τη ρύθμιση των αγορών γεωργικών προϊόντων κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 1290/2005 (6). Η τελευταία αυτή διάταξη ρύθμιζε ορισμένες δαπάνες του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων (στο εξής: ΕΓΤΕ) και δεν περιέχεται πλέον στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1306/2013 (7).

2.      Τα καθεστώτα ελέγχου

10.      Κατά το άρθρο 52, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1306/2013 (πρώην άρθρο 31 του κανονισμού 1290/2005), η Επιτροπή δύναται να αποκλείσει, εκ των υστέρων, ορισμένες δαπάνες από τη χρηματοδότηση:

«Όταν διαπιστώσει ότι οι δαπάνες που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 και στο άρθρο 5 δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με την ενωσιακή νομοθεσία [...] η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των ποσών που πρέπει να αποκλειστούν από την ενωσιακή χρηματοδότηση. [...]»

11.      Το άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΚ) 885/2006 (8) ορίζει τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται πριν από μια απόφαση της Επιτροπής περί αποκλεισμού ορισμένων ποσών:

«1.      Εάν, ως αποτέλεσμα έρευνας, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι δαπάνες δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες, κοινοποιεί τα πορίσματά της στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και υποδεικνύει τα απαραίτητα διορθωτικά μέτρα προκειμένου να διασφαλιστεί η μελλοντική συμμόρφωση με τους εν λόγω κανόνες.

Η κοινοποίηση περιέχει παραπομπή στο παρόν άρθρο. Το κράτος μέλος απαντά εντός δύο μηνών από την παραλαβή της κοινοποίησης και η Επιτροπή δύναται να τροποποιήσει τη θέση της αναλόγως. Σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, η Επιτροπή είναι δυνατόν να χορηγήσει παράταση της προθεσμίας απάντησης.

Μετά την εκπνοή του χρονικού διαστήματος εντός του οποίου πρέπει να δοθεί απάντηση, η Επιτροπή συγκαλεί διμερή συνάντηση και αμφότερα τα μέρη καταβάλλουν προσπάθειες προκειμένου να καταλήξουν σε συμφωνία σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν, καθώς και σχετικά με την εκτίμηση της σοβαρότητας της παράβασης και της οικονομικής ζημίας που προκλήθηκε στον κοινοτικό προϋπολογισμό.

2.      Εντός δύο μηνών από την ημερομηνία παραλαβής των πρακτικών της διμερούς συνάντησης που προβλέπεται στην παράγραφο 1 τρίτο εδάφιο, το κράτος μέλος κοινοποιεί τις πληροφορίες που ζητήθηκαν κατά τη συνάντηση ή όσες άλλες πληροφορίες θεωρεί χρήσιμες για την εν εξελίξει εξέταση.

Σε αιτιολογημένες περιπτώσεις η Επιτροπή δύναται, κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος κράτους μέλους, να επιτρέψει παράταση του χρονικού διαστήματος που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο. Το αίτημα απευθύνεται στην Επιτροπή πριν από την εκπνοή του εν λόγω διαστήματος.

Μετά από την εκπνοή του διαστήματος που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η Επιτροπή κοινοποιεί επισήμως τα συμπεράσματά της στο κράτος μέλος, βάσει των πληροφοριών που έλαβε στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθάρισης ως προς τη συμμόρφωση. Στην κοινοποίηση αξιολογούνται οι δαπάνες τις οποίες η Επιτροπή προβλέπει να αποκλείσει από την κοινοτική χρηματοδότηση βάσει του άρθρου 31 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1290/2005 και γίνεται παραπομπή στο άρθρο 16 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού.

3.      Το κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με τα διορθωτικά μέτρα που έχει λάβει προκειμένου να διασφαλίσει τη συμμόρφωση με τους κοινοτικούς κανόνες και την πραγματική ημερομηνία εφαρμογής τους.

Η Επιτροπή, εφόσον εξετάσει τις εκθέσεις που συντάσσει το όργανο συμβιβασμού σύμφωνα με το Κεφάλαιο 3 του παρόντος κανονισμού, θεσπίζει, εφόσον κριθεί σκόπιμο, μία ή περισσότερες αποφάσεις βάσει του άρθρου 31 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1290/2005, προκειμένου να αποκλείσει από την κοινοτική χρηματοδότηση δαπάνες που χαρακτηρίζονται από μη συμμόρφωση με τους κοινοτικούς κανόνες, έως ότου το κράτος μέλος εφαρμόσει αποτελεσματικά τα διορθωτικά μέτρα.

[…]»

12.      Τα άρθρα 12 έως 16 του κανονισμού 885/2006 περιέχουν διατάξεις σχετικά με διαδικασία συμβιβασμού στο πλαίσιο της οποίας το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και η Επιτροπή πρέπει να αναζητήσουν μια αμοιβαία αποδεκτή λύση.

13.      Από την 1η Ιανουαρίου 2015, ο κανονισμός 885/2006 αντικαταστάθηκε από τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 908/2014 (9) ο οποίος περιέχει παρόμοιες διατάξεις.

III. Το ιστορικό της διαφοράς

14.      Με βάση την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 20ής Οκτωβρίου 2016, Τσεχική Δημοκρατία κατά Επιτροπής (T‑141/15, EU:T:2016:621, σκέψεις 1 έως 17, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), το ιστορικό της διαφοράς είναι, κατ’ ουσίαν, το εξής.

15.      Στις 9 Ιουλίου 2008 η Τσεχική Δημοκρατία υπέβαλε στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 479/2008, το σχέδιο ενός προγράμματος στηρίξεως για τα οικονομικά έτη 2009 έως 2014. Στα μέτρα που περιλάμβανε το εν λόγω σχέδιο συγκαταλέγονταν και μέτρα για την προστασία των αμπελώνων από θηράματα και πτηνά, τα οποία έπρεπε να υλοποιηθούν είτε με μηχανικά μέσα, δηλαδή με περίφραξη των αμπελώνων ή διάφορους απωθητικούς μηχανισμούς είτε, εναλλακτικά, με δραστικά μέσα που στηρίζονται στον ανθρώπινο παράγοντα για την απώθηση των θηραμάτων και των πτηνών.

16.      Με έγγραφο της 8ης Οκτωβρίου 2008, η Επιτροπή προέβαλε αντιρρήσεις ως προς το ανωτέρω σχέδιο σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 479/2008. Ωστόσο, οι αντιρρήσεις της Επιτροπής δεν αφορούσαν το επίμαχο μέτρο προστασίας. Η Τσεχική Δημοκρατία αναθεώρησε το σχέδιο υπό το φως των αντιρρήσεων της Επιτροπής και υπέβαλε νέο σχέδιο στην Επιτροπή στις 12 Φεβρουαρίου 2009. Το δεύτερο σχέδιο περιείχε επίσης το ίδιο μέτρο προστασίας χωρίς καμία τροποποίηση. Η Επιτροπή δεν προέβαλε περαιτέρω αντιρρήσεις εντός της δίμηνης προθεσμίας, δηλαδή έως τις 12 Απριλίου 2009.

17.      Εντούτοις, στις 20 Φεβρουαρίου 2009, η Επιτροπή απέστειλε στην Τσεχική Δημοκρατία κοινοποίηση βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 885/2006 σχετικά με έρευνα η οποία διενεργήθηκε, υπό τον αριθμό υποθέσεως VT/VI/2009/101/CZ, προκειμένου να ελεγχθεί αν τα μέτρα που έλαβε η Τσεχική Δημοκρατία για την αναδιάρθρωση και τη μετατροπή των αμπελώνων ήταν σύμφωνα με τους όρους χορηγήσεως ενισχύσεων σε αυτόν τον τομέα όσον αφορά προηγούμενο οικονομικό έτος και συγκεκριμένα το οικονομικό έτος 2007/2008. Η εν λόγω κοινοποίηση επισημαίνει, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«Το αποτέλεσμα αυτό όμως αποσαφηνίζει ότι οι εργασίες αναδιαρθρώσεως περιορίζονται ουσιαστικά στην προστασία των υφιστάμενων αμπελώνων από τα ζώα χωρίς περαιτέρω παρεμβάσεις. Υπό το πρίσμα αυτό, τίθεται ζήτημα τηρήσεως του άρθρου 11, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1493/1999, κατά το οποίο ο στόχος του καθεστώτος είναι η προσαρμογή της παραγωγής στη ζήτηση της αγοράς. Εάν η αναδιάρθρωση στην Τσεχική Δημοκρατία περιορίζεται μόνο στην προστασία των υφιστάμενων αμπελώνων από τα ζώα, οι σχετικές δαπάνες δεν είναι επιλέξιμες prima facie,δεδομένου ότι δεν έχουν σχέση με τις προβλεπόμενες απαιτήσεις του κανονισμού.»

18.      Στο ίδιο έγγραφο, η Επιτροπή δήλωσε ότι οι τσεχικές αρχές «πρέπει να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα για τη διόρθωση των ελλείψεων και των περιπτώσεων μη συμμορφώσεως».

19.      Με επιστολή της 22ας Σεπτεμβρίου 2009, η Επιτροπή γνωστοποίησε την πρόθεσή της να διενεργήσει περαιτέρω έρευνα υπό τον αριθμό υποθέσεως VT/VI/2009/004/CZ. Η έρευνα θα αφορούσε την αναδιάρθρωση και μετατροπή των αμπελώνων στην Τσεχική Δημοκρατία κατά το οικονομικό έτος 2008/2009.

20.      Σε κοινοποίηση της 22ας Μαρτίου 2010 βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 885/2006, η Επιτροπή διαπίστωσε, στο πλαίσιο έρευνας σε σχέση με την υπόθεση VT/VI/2009/004/CZ, τα εξής:

«Κατά τον επιτόπιο έλεγχο γεννήθηκαν αμφιβολίες στην ομάδα ελέγχου σχετικά με το αν είναι επιλέξιμη η ενεργητική και παθητική προστασία κατά των πτηνών και της άγριας πανίδας στο πλαίσιο της αναδιαρθρώσεως και μετατροπής.»

21.      Επιπλέον, στο ίδιο έγγραφο, η Επιτροπή ενημέρωσε την Τσεχική Δημοκρατία ότι «η ενεργητική και παθητική προστασία κατά των πτηνών και της άγριας πανίδας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως νέο μέτρο το οποίο θα βελτιώσει τη διαχείριση των αμπελώνων σε τέτοιον βαθμό, ώστε να προσαρμοσθεί η παραγωγή στη ζήτηση της αγοράς». Τέλος, στην κοινοποίηση επισημαίνεται ότι «ο κανονισμός αριθ. 1493/99 ορίζει σαφώς ότι ο σκοπός των [μέτρων αναδιαρθρώσεως] συνίσταται στην προσαρμογή της παραγωγής στη ζήτηση της αγοράς».

22.      Στις 31 Ιανουαρίου 2011 η Επιτροπή διαβίβασε στην Τσεχική Δημοκρατία τα πρακτικά διμερούς συναντήσεως η οποία πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 885/2006 μεταξύ εκπροσώπων της Τσεχικής Δημοκρατίας και των υπηρεσιών της Επιτροπής στις 13 Δεκεμβρίου 2010 και είχε ως αντικείμενο τις δύο προαναφερθείσες έρευνες.

23.      Στα πρακτικά, η Επιτροπή υποστήριξε ότι οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν στην Τσεχική Δημοκρατία στο πλαίσιο του επίμαχου μέτρου προστασίας δεν συνιστούσαν επιλέξιμες δαπάνες και ζήτησε από την Τσεχική Δημοκρατία να προσδιορίσει το ακριβές ποσό των δαπανών που δηλώθηκαν κατά τα οικονομικά έτη 2008 έως 2010. Στα πρακτικά αυτά, η Επιτροπή επικαλέσθηκε επίσης τον σκοπό των μέτρων αναδιαρθρώσεως και μετατροπής των αμπελώνων με βάση τον κανονισμό 1493/1999, δηλαδή την προσαρμογή της παραγωγής στη ζήτηση της αγοράς.

24.      Επιπλέον, από την 31η Ιανουαρίου 2011, έγινε παραπομπή στις δύο προαναφερθείσες έρευνες κατά την έναρξη της αλληλογραφίας της Επιτροπής στην παρούσα υπόθεση.

25.      Στις 3 Δεκεμβρίου 2012 η Επιτροπή απέστειλε στην Τσεχική Δημοκρατία κοινοποίηση βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, και του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 885/2006. Στην κοινοποίηση αυτή, η Επιτροπή ενίσχυσε και διευκρίνισε την άποψή της ότι οι μορφές ενεργητικής και παθητικής προστασίας των αμπελώνων που προβλέπει η Τσεχική Δημοκρατία δεν καλύπτονται από την έννοια της αναδιαρθρώσεως και μετατροπής κατά το άρθρο 11 του κανονισμού 1493/1999 και το άρθρο 11 του κανονισμού 479/2008. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή πρότεινε δημοσιονομική διόρθωση ύψους 52 347 157,43 τσεχικών κορωνών (CZK) και 11 984 289,94 ευρώ για τα οικονομικά έτη 2007 έως 2010, εκ των οποίων τα έτη 2007 και 2008 εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1493/1999 και τα λοιπά έτη στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 479/2008.

26.      Κατόπιν αιτήσεως της Τσεχικής Δημοκρατίας της 17ης Ιανουαρίου 2013, το όργανο συμβιβασμού συνεδρίασε στις 19 Ιουνίου 2013 και στις 2 Ιουλίου 2013 δημοσίευσε τελική έκθεση για τη διαδικασία συμβιβασμού με αριθμό 13/CZ/552. Στην εν λόγω έκθεση, το όργανο συμβιβασμού συνέστησε στην Επιτροπή να μην προτείνει δημοσιονομικές διορθώσεις για τις δαπάνες στο πλαίσιο του συνολικού προγράμματος ενισχύσεως που αφορά την περίοδο 2009-2014 και να επανεξετάσει την προτεινόμενη δημοσιονομική διόρθωση.

27.      Με έγγραφο της 22ας Απριλίου 2014, η Επιτροπή γνωστοποίησε στην Τσεχική Δημοκρατία την τελική της γνώμη μετά την υποβολή της εκθέσεως του οργάνου συμβιβασμού. Στο έγγραφο αυτό, η Επιτροπή επανέλαβε την άποψή της ότι το επίμαχο μέτρο προστασίας δεν μπορεί να γίνει δεκτό στο πλαίσιο του προγράμματος αναδιαρθρώσεως και μετατροπής αμπελώνων.

28.      Όσον αφορά τα οικονομικά έτη 2007 έως 2009, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η Τσεχική Δημοκρατία ευλόγως μπορούσε να θεωρήσει ως επιλέξιμο το εν λόγω μέτρο προστασίας, διότι η Επιτροπή δεν προέβαλε αντιρρήσεις επ’ αυτού όταν εξέτασε το σχέδιο του προγράμματος ενισχύσεων. Κατά την Επιτροπή όμως, μετά τη λήψη του εγγράφου της 22ας Μαρτίου 2010, η Τσεχική Δημοκρατία δεν μπορούσε να τρέφει πλέον βάσιμες προσδοκίες προς την κατεύθυνση αυτή. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή εκτίμησε ως δικαιολογημένη τη δημοσιονομική διόρθωση για όλες τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν μετά τις 22 Μαρτίου 2010. Ακολούθως, πρότεινε δημοσιονομική διόρθωση για τα οικονομικά έτη 2010 έως 2012 συνολικού ύψους 2 123 199,04 ευρώ.

29.      Τέλος, η Επιτροπή εξέδωσε, με βάση το άρθρο 52 του κανονισμού 1306/2013, την εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2015/103 της 16ης Ιανουαρίου 2015 (στο εξής: προσβαλλόμενη εκτελεστική απόφαση) διά της οποίας αποκλείονται από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορισμένες δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του ΕΓΤΕ και στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) (10).

30.      Με την προσβαλλόμενη εκτελεστική απόφαση, η Επιτροπή απέρριψε τη χρηματοδότηση από το ΕΓΤΕ των δαπανών, συνολικού ύψους 2 123 199,04 ευρώ, που πραγματοποίησε η Τσεχική Δημοκρατία για το εν λόγω μέτρο προστασίας στο πλαίσιο της αναδιαρθρώσεως και μετατροπής των αμπελώνων για τα έτη 2010 έως 2012.

31.      Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της Τσεχικής Δημοκρατίας κατά της προσβαλλομένης εκτελεστικής αποφάσεως.

IV.    Αιτήματα

32.      Η Τσεχική Δημοκρατία άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, με δικόγραφο της 4ης Ιανουαρίου 2017, και ζητεί από το Δικαστήριο:

1)      να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·

2)      να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση στον βαθμό που αυτή αποκλείει από τη χρηματοδότηση δαπάνες της Τσεχικής Δημοκρατίας συνολικού ποσού 2 123 199,04 ευρώ, και

3)      να καταδικάσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

33.      Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:

1)      να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και

2)      να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.

34.      Οι διάδικοι κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις και τις ανέπτυξαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 1ης Μαρτίου 2018.

V.      Νομική εκτίμηση

35.      Η Τσεχική Δημοκρατία προβάλλει τρεις λόγους αναιρέσεως. Με τον πρώτο λόγο υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει ως αποτέλεσμα την παράβαση του άρθρου 11 του κανονισμού 479/2008, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλει την παράβαση του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού σε συνδυασμό με την παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, ενώ με τον τρίτο λόγο ζητεί να ληφθούν υπόψη διαδικαστικά σφάλματα στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας.

1.      Επί του παραδεκτού και της ερμηνείας του πρώτου λόγου αναιρέσεως

36.      Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Τσεχική Δημοκρατία βάλλει κατά των εκτιμήσεων του Γενικού Δικαστηρίου στις σκέψεις 83 έως 90, όπου διαπιστώνεται ότι τα επίδικα μέτρα δεν συνάδουν με το άρθρο 11 του κανονισμού 479/2008. Αυτός ο λόγος αναιρέσεως, εάν εξεταζόταν μεμονωμένα, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν αφορά την εκτίμηση αντίστοιχου λόγου ακυρώσεως εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου.

37.      Πράγματι, σε περίπτωση αιτήσεως αναιρέσεως, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται στον έλεγχο της νομικής κρίσεως στον πρώτο βαθμό. Εάν επιτρεπόταν σε διάδικο να προβάλει για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου λόγο αναιρέσεως ή αμυντικό ισχυρισμό που δεν είχε προβάλει ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, όσον αφορά το μέτρο που προσβλήθηκε ενώπιον αυτού, τούτο θα σήμαινε ότι ο εν λόγω διάδικος θα είχε τη δυνατότητα να υποβάλει στην κρίση του Δικαστηρίου, του οποίου η αρμοδιότητα είναι περιορισμένη κατ’ αναίρεση, διαφορά με ευρύτερο περιεχόμενο από τη διαφορά που εκδίκασε το Γενικό Δικαστήριο (11).

38.      Αντιθέτως προς την άποψη της Τσεχικής Δημοκρατίας, το παραδεκτό τέτοιου ισχυρισμού δεν προκύπτει ούτε από την απόφαση επί των υποθέσεων C‑231/11 P έως C‑233/11 P (12). Πιο συγκεκριμένα, στην περίπτωση εκείνη, ο νέος λόγος αναιρέσεως που προβλήθηκε κατά της επιχειρηματολογίας που είχε αναπτυχθεί στον πρώτο βαθμό αφορούσε τις εκτιμήσεις στις οποίες είχε προβεί το Γενικό Δικαστήριο ασκώντας την πλήρη δικαιοδοσία του κατά την εξέταση κυρώσεως σε υπόθεση ανταγωνισμού. Το Γενικό Δικαστήριο, λοιπόν, είχε ήδη διευρύνει το αντικείμενο της διαφοράς και, ως εκ τούτου, οι σχετικές αντιρρήσεις μπορούσαν να προβληθούν παραδεκτώς με την αίτηση αναιρέσεως.

39.      Πάντως, η Τσεχική Δημοκρατία είχε υποστηρίξει όντως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, στο πλαίσιο αιτιάσεως περί παραβιάσεως της αρχής της ασφάλειας δικαίου, ότι τα επίδικα μέτρα πληρούσαν τις προϋποθέσεις επιλεξιμότητας με βάση το άρθρο 11 του κανονισμού 479/2008 (13).

40.      Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο προέβη στις προσβαλλόμενες εκτιμήσεις σχετικά με το άρθρο 11 του κανονισμού 479/2008 και στήριξε επί αυτών την τελική του κρίση.

41.      Βεβαίως, η Τσεχική Δημοκρατία δήλωσε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ότι δεν εξετάζει το ζήτημα της συμβατότητας του επίδικου μέτρου με το άρθρο 11 του κανονισμού 479/2008, αλλά η σχετική επιχειρηματολογία απορρέει από το γενικό πλαίσιο και συγκεκριμένα από το γεγονός ότι προέβαλε, κατ’ ουσίαν, παράβαση του άρθρου 5, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού. Στον ίδιο συλλογισμό, άλλωστε, η Τσεχική Δημοκρατία επανέλαβε ότι το μέτρο ήταν σύμφωνο με το άρθρο 11 (14).

42.      Επομένως, η Τσεχική Δημοκρατία έχει δικαίωμα να βάλει, με την αίτηση αναιρέσεως, κατά των συγκεκριμένων σκέψεων της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

43.      Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι η Τσεχική Δημοκρατία δύναται με την επιχειρηματολογία αυτή, στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως, να βάλει απευθείας κατά της διαπιστώσεως της Επιτροπής ότι τα επίδικα μέτρα ενισχύσεως δεν συνάδουν με το άρθρο 11 του κανονισμού 479/2008, στην οποία στηρίζεται η προσβαλλόμενη εκτελεστική απόφαση. Πιο συγκεκριμένα, αυτό θα συνιστούσε νέο λόγο ακυρώσεως κατά της εκτελεστικής αποφάσεως σε σύγκριση με την προσφυγή που ασκήθηκε στον πρώτο βαθμό. Ωστόσο, στο στάδιο της αναιρετικής διαδικασίας δεν μπορούν να προβληθούν νέοι λόγοι ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, αλλά μόνον λόγοι αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

44.      Αντιθέτως, η κριτική αυτή επί της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου μπορεί να έχει αποτέλεσμα μόνο σε σχέση με τη νομική εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου. Το Γενικό Δικαστήριο ανέπτυξε τις προσβαλλόμενες εκτιμήσεις του περί του άρθρου 11 του κανονισμού 479/2008 στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος, ομοίως με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, αφορούσε παράβαση του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού, σε συνδυασμό με παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.

45.      Συνεπώς, είναι εύλογο οι δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως της Τσεχικής Δημοκρατίας να εξετασθούν από κοινού και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως να εξετασθεί σε συνδυασμό με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως.

2.      Επί του πρώτου και του δεύτερου λόγου αναιρέσεως

46.      Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η Τσεχική Δημοκρατία προβάλλει παράβαση του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 479/2008 (σχετικά, υπό ενότητα 1) σε συνδυασμό με παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου (σχετικά, υπό ενότητα 2) και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (σχετικά, υπό ενότητα 3). Συναφώς, η επιχειρηματολογία σχετικά με το άρθρο 11 παρατίθεται στο δεύτερο σκέλος αυτού του λόγου αναιρέσεως, το οποίο αφορά την αρχή της ασφάλειας δικαίου.

1.      Επί του πρώτου σκέλους του δεύτερου λόγου αναιρέσεως – άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 479/2008

47.      Η Τσεχική Δημοκρατία επικαλείται το ότι, μετά την υποβολή του προγράμματος στηρίξεως, η Επιτροπή δεν προέβαλε καμία αντίρρηση ως προς τα επίδικα μέτρα ενισχύσεως σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 479/2008. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή ενέκρινε τα εν λόγω μέτρα και δεν μπορεί να τα απορρίψει εκ των υστέρων.

48.      Το Γενικό Δικαστήριο εξετάζει το επιχείρημα αυτό στις σκέψεις 29 έως 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Διαπιστώνει ότι ο αποκλεισμός της ενισχύσεως στηρίζεται στο άρθρο 52 του κανονισμού 1306/2013 και ότι το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 479/2008 δεν αποκλείει την εν λόγω κρίση. Το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν προέβαλε, αρχικώς, αντιρρήσεις δεν θα μπορούσε να εκληφθεί ως έγκριση του μέτρου ή να αποτελέσει αμάχητο τεκμήριο ότι το μέτρο πληροί τις προϋποθέσεις επιλεξιμότητας.

49.      Στο πλαίσιο αυτό, λοιπόν, δεν υφίσταται κανένα νομικό σφάλμα.

50.      Το επιχείρημα της Τσεχικής Δημοκρατίας συνίσταται στο ότι η αρμοδιότητα της Επιτροπής να αποκλείει εκ των υστέρων ορισμένα μέτρα από την ενωσιακή χρηματοδότηση, δυνάμει του άρθρου 52 του κανονισμού 1306/2013, δεν ισχύει για μέτρα τα οποία υπόκεινται σε προκαταρκτικό έλεγχο όπως αυτόν που προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 479/2008.

51.      Όπως επισημαίνει το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 31 έως 46 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η άποψη αυτή δεν στηρίζεται στο γράμμα των εφαρμοστέων διατάξεων. Το άρθρο 5, παράγραφος 2, ή άλλες διατάξεις του κανονισμού 479/2008 δεν αποκλείουν τον μεταγενέστερο έλεγχο, ούτε η αρμοδιότητα που απορρέει από το άρθρο 52 του κανονισμού 1306/2013 περιορίζεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο σε σχέση με τα μέτρα που έχουν ελεγχθεί σε προηγούμενο στάδιο.

52.      Ασφαλώς, εάν η Επιτροπή δεν προβάλλει εγκαίρως αντιρρήσεις, τα προγράμματα στηρίξεως αρχίζουν να ισχύουν δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 479/2008. Τούτο όμως, αντιθέτως προς την άποψη της Τσεχικής Δημοκρατίας, δεν σημαίνει ότι αποκλείεται ο μεταγενέστερος έλεγχος της συμφωνίας των μέτρων προς τους σκοπούς της ρυθμίσεως με την οποία χορηγείται η ενίσχυση.

53.      Με βάση το άρθρο 114 του κανονισμού 479/2008, μάλιστα, το επίδικο μέτρο ενισχύσεως συνιστά παρέμβαση για τη ρύθμιση των αγορών γεωργικών προϊόντων κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1290/2005. Η τελευταία αυτή διάταξη ρύθμιζε ορισμένες δαπάνες του ΕΓΤΕ και περιεχόταν στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1306/2013 κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης εκτελεστικής αποφάσεως της Επιτροπής. Εάν οι δαπάνες αυτές δεν έχουν πραγματοποιηθεί σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης, η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις, δυνάμει του άρθρου 52 του κανονισμού 1306/2013, για τον καθορισμό των ποσών που πρέπει να αποκλειστούν από την ενωσιακή χρηματοδότηση.

54.      Το συνολικό πλαίσιο των κανόνων αυτών συνηγορεί επίσης υπέρ της ερμηνείας του Γενικού Δικαστηρίου. Κατά πάγια νομολογία, τα ευρωπαϊκά γεωργικά ταμεία χρηματοδοτούν μόνον τις παρεμβάσεις που πραγματοποιούνται σύμφωνα με τους κανόνες της Ένωσης στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών (15). Επιπλέον, η Επιτροπή ορθώς επισημαίνει ότι κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 479/2008, τα προγράμματα στηρίξεως πρέπει να είναι συμβατά με το δίκαιο της Ένωσης.

55.      Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν θα μπορούσε να «νομιμοποιήσει» μονομερώς δαπάνες οι οποίες δεν είναι συμβατές ούτε με τους προγενέστερους κανόνες περί ενισχύσεως από την Ένωση που είχαν θεσπισθεί από το Συμβούλιο ούτε με τους αντίστοιχους κανόνες που ισχύουν σήμερα και έχουν θεσπισθεί από κοινού από το Συμβούλιο και από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Όπως ορθώς τονίζει η Επιτροπή, το Γενικό Δικαστήριο έχει δεχθεί ακόμη και τον αποκλεισμό από την ενωσιακή χρηματοδότηση μέτρων τα οποία, προηγουμένως, είχαν εγκριθεί ρητώς από την Επιτροπή (16). Τούτο πρέπει να ισχύει κατά μείζονα λόγο για μέτρα ενισχύσεως τα οποία υπόκεινταν μεν σε προκαταρκτικό έλεγχο από την Επιτροπή, αλλά τέθηκαν σε εφαρμογή εφόσον η Επιτροπή δεν προέβαλε σχετικές αντιρρήσεις.

56.      Συναφώς, πρέπει να ληφθούν υπόψη και τα πρακτικά προβλήματα που συνδέονται με τον προκαταρκτικό έλεγχο, ενδεχομένως, εκτενών και περίπλοκων προγραμμάτων στηρίξεως ο οποίος περιορίζεται σε τρεις ή και σε δύο μήνες στο δεύτερο στάδιο. Βεβαίως, η Τσεχική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το τσεχικό πρόγραμμα είχε πολύ περιορισμένη έκταση και περιέγραφε με σαφήνεια την επίδικη ενίσχυση, αλλά πρέπει να γίνει δεκτό ότι άλλα προγράμματα στηρίξεως είναι πολύ εκτενέστερα και πιο περίπλοκα. Σε περίπτωση που τέτοια προγράμματα «κρύβουν» παράτυπα μέτρα ενισχύσεως, η αποτυχία της Επιτροπής να τα εντοπίσει αμέσως δεν είναι δυνατόν να συνεπάγεται ότι οι πόροι των γεωργικών ταμείων πρέπει να χρησιμοποιηθούν αντιθέτως προς τους κανόνες επιλεξιμότητας.

57.      Ασφαλώς, η Τσεχική Δημοκρατία θέτει το εύλογο ερώτημα σχετικά με το ποια είναι η λειτουργία του προκαταρκτικού ελέγχου, εάν η Επιτροπή δύναται να αποκλείσει εκ των υστέρων από τη χρηματοδότηση μέτρα τα οποία αρχικώς δεν είχε αμφισβητήσει. Η απάντηση όμως είναι προφανής: τέτοιος προκαταρκτικός έλεγχος μετριάζει, τουλάχιστον, τον κίνδυνο ενισχύσεως μέτρων που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις επιλεξιμότητας. Επίσης, όπως θα αναλυθεί στη συνέχεια (17), ο έλεγχος αυτός μπορεί, υπό ορισμένες περιστάσεις, να θεμελιώσει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη.

58.      Εξάλλου, ο προκαταρκτικός έλεγχος καθιστά υπεύθυνη και την Επιτροπή για τη συμβατότητα των μέτρων ενισχύσεως με τους όρους επιλεξιμότητας. Θεωρητικώς, τουλάχιστον, η Επιτροπή θα μπορούσε να υποχρεωθεί σε καταβολή αποζημιώσεως, εάν διαπιστώνονταν σοβαρές παραλείψεις στο στάδιο του προκαταρκτικού ελέγχου.

59.      Επομένως, το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, καθόσον η αποτυχία της Επιτροπής να προβάλει αντιρρήσεις για ορισμένα μέτρα ενισχύσεως σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 479/2008 δεν αποκλείει τον εκ των υστέρων αποκλεισμό των μέτρων αυτών δυνάμει του άρθρου 52 του κανονισμού 1306/2013.

2.      Επί του δεύτερου σκέλους του δεύτερου λόγου αναιρέσεως σε συνδυασμό με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως – ασφάλεια δικαίου

60.      Με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, η Τσεχική Δημοκρατία προβάλλει παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου.

61.      Στο μέτρο που η Τσεχική Δημοκρατία υποστηρίζει εκ νέου το ότι η αποτυχία της Επιτροπής να προβάλει αντιρρήσεις κατά τον προκαταρκτικό έλεγχο συνεπάγεται δεσμευτική έγκριση των επίδικων μέτρων που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί εκ των υστέρων, επιβάλλεται η παραπομπή στις προεκτεθείσες επισημάνσεις επί του πρώτου σκέλους του δεύτερου λόγου αναιρέσεως: ο προκαταρκτικός έλεγχος δεν παράγει τέτοιο αποτέλεσμα.

62.      Το συμπέρασμα αυτό δεν μεταβάλλεται ούτε λόγω του μη δεσμευτικού χαρακτήρα των ανακοινώσεων της Επιτροπής. Πιο συγκεκριμένα, ο αποκλεισμός του μέτρου από τη χρηματοδότηση δεν επέρχεται με το πρώτο έγγραφο της Επιτροπής, αλλά με την προσβαλλόμενη εκτελεστική απόφαση. Οι αμφιβολίες και οι αντιρρήσεις που είχε γνωστοποιήσει προηγουμένως η Επιτροπή αποτελούσαν μόνον προειδοποιήσεις ότι επίκειται τέτοια απόφαση. Τούτο δεν συνιστά παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου. Αντιθέτως, πρόκειται –καταρχήν– για εφαρμογή της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας με το κράτος μέλος (άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ)

63.      Όπως και στον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Τσεχική Δημοκρατία επικαλείται και στο δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως το γεγονός ότι τα επίδικα μέτρα ήταν σύμφωνα με τα καθεστώτα ενισχύσεως.

64.      Το επιχείρημα τούτο προκαλεί έκπληξη σε σχέση με την αρχή της ασφάλειας δικαίου, διότι η αρχή αυτή χρησιμοποιείται συνήθως ως επιχείρημα υπέρ της διατηρήσεως μιας νομικής καταστάσεως, αλλά όχι ως αυτοτελές επιχείρημα κατά αποφάσεως όπως η προσβαλλόμενη εκτελεστική απόφαση. Ωστόσο και η προκειμένη περίπτωση αφορά, εν τέλει, τη διατήρηση μιας καταστάσεως, ήτοι της επιλεξιμότητας των επίδικων μέτρων.

65.      Η αρχή της ασφάλειας δικαίου επιτάσσει το εκάστοτε καθεστώς να παρέχει στους ενδιαφερόμενους τη δυνατότητα να γνωρίζουν με ακρίβεια την έκταση των υποχρεώσεων που τους επιβάλλει, ιδίως όταν προβλέπονται οικονομικές επιπτώσεις (18). Επομένως, σε περίπτωση διορθώσεως κατά τον χρόνο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΕ, η Επιτροπή δεν δύναται να στηριχθεί σε ερμηνεία η οποία δεν είναι υποχρεωτική εφόσον παρεκκλίνει από τη συνήθη έννοια των χρησιμοποιούμενων όρων (19). Κατά μείζονα λόγο, μάλιστα, δεν μπορεί να χαρακτηρίσει ως μη επιλέξιμο ένα μέτρο το οποίο στην πραγματικότητα πληροί τις προϋποθέσεις επιλεξιμότητας. Η ασφάλεια δικαίου, δηλαδή, συνίσταται επίσης στην ύπαρξη εμπιστοσύνης όσον αφορά την τήρηση του δικαίου.

66.      Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη εκτελεστική απόφαση συνάδει με την αρχή της ασφάλειας δικαίου, εάν τα αποκλεισθέντα μέτρα δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις επιλεξιμότητας. Αντιθέτως, εάν τα μέτρα ήταν συμβατά με τους κανόνες επιλεξιμότητας, η προσβαλλόμενη εκτελεστική απόφαση θα αντέβαινε τόσο στη νομική της βάση όσο και στην αρχή της ασφάλειας δικαίου.

67.      Τούτο αποτελεί, τρόπον τινά, την άλλη όψη των αρχών που αποκλείουν την άποψη της Τσεχικής Δημοκρατίας σχετικά με τα αποτελέσματα που παράγει η σιγή της Επιτροπής κατά τη διαδικασία προκαταρκτικού ελέγχου με βάση το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 479/2008. Το ότι η Επιτροπή δύναται να προβεί σε διόρθωση παρά την αρχική σιγή της, έχει ως σκοπό να επιβάλει τη συμμόρφωση προς τα καθεστώτα ενισχύσεως.

68.      Στη σκέψη 83 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι το γράμμα του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 1493/1999 και του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 479/2008 είναι σαφές ότι δεν καλύπτει μέτρα, όπως το επίδικο εν προκειμένω, που σκοπούν στην προστασία των αμπελώνων έναντι ζημιών που προκαλούνται από ζώα ή πτηνά.

69.      Αντιθέτως προς την άποψη της Επιτροπής, η ανωτέρω διαπίστωση δεν συνιστά obiter dictum, αλλά βασικό επιχείρημα του Γενικού Δικαστηρίου. Εάν είχε παραλειφθεί η εν λόγω διαπίστωση, η Τσεχική Δημοκρατία θα μπορούσε να προβάλει αιτίαση περί ελλιπούς αιτιολογίας, διότι το Γενικό Δικαστήριο δεν θα είχε απαντήσει σε σχετικό επιχείρημά της.

70.      Ωστόσο, η διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου πάσχει πλάνη περί το δίκαιο.

71.      Πιο συγκεκριμένα, η Τσεχική Δημοκρατία ορθώς αντιτείνει ότι τέτοια μέτρα προστασίας μπορούν να αποτελούν βελτιώσεις των τεχνικών διαχειρίσεως των αμπελώνων, τουλάχιστον κατά το γράμμα του άρθρου 11, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, του αντίστοιχου κανονισμού. Πράγματι, εάν δεν προϋπήρχαν τέτοια μέτρα προστασίας, η εισαγωγή τους βελτιώνει αναμφίβολα τις τεχνικές διαχειρίσεως των αμπελώνων.

72.      Οι γενικοί όροι «αναδιάρθρωση και μετατροπή των αμπελώνων» για τα εν λόγω μέτρα δεν μεταβάλλουν την κατάσταση. Βεβαίως, θα μπορούσαν να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι οι αμπελώνες πρέπει να υποβληθούν σε διαρθρωτική μετατροπή, αλλά, αφενός, τα μέτρα για την προστασία από ζημίες που προκαλούν θηράματα και πτηνά δεν αποκλείεται να είναι διαρθρωτικού χαρακτήρα και, αφετέρου, η κατηγορία των βελτιώσεων των τεχνικών διαχειρίσεως των αμπελώνων κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, συνηγορεί υπέρ μιας ευρείας ερμηνείας που περιλαμβάνει επίσης μεθοδολογικές μεταβολές, εφόσον αυτές καλύπτουν μόνον τη διαχείριση των αμπελώνων.

73.      Ο αποκλεισμός αυτών των μέτρων προστασίας από το πλαίσιο ενισχύσεων της Ένωσης μπορεί να στηριχθεί, το πολύ, στον σκοπό του συγκεκριμένου τύπου ενισχύσεως.

74.      Στη σκέψη 89 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει, συναφώς, ότι δεν είναι προφανές ότι το επίδικο μέτρο θα προωθούσε την προσαρμογή της παραγωγής στη ζήτηση της αγοράς ή ότι θα αύξανε την ανταγωνιστικότητα των οινοπαραγωγών.

75.      Η διαπίστωση αυτή φαίνεται εύλογη όσον αφορά την προσαρμογή στη ζήτηση της αγοράς, επί της οποίας παρέλκει η κρίση στο πλαίσιο της προκειμένης διαδικασίας, αλλά δεν είναι πειστική σε σχέση με την ανταγωνιστικότητα.

76.      Δηλαδή, η μείωση των ζημιών που προκαλούνται από θηράματα και πτηνά αυξάνει την ανταγωνιστικότητα των οινοπαραγωγών, όπως ορθώς υποστηρίζει η Τσεχική Δημοκρατία.

77.      Η προσαρμογή στη ζήτηση της αγοράς αποτελούσε τον σκοπό του καθεστώτος ενισχύσεως βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 1493/1999 που ίσχυε πριν από το επίδικο καθεστώς ενισχύσεως. Εντούτοις, με το κρίσιμο εν προκειμένω άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 479/2008, ο σκοπός κατέστη γενικότερος. Συγκεκριμένα, επιδιωκόταν πλέον η αύξηση της ανταγωνιστικότητας.

78.      Αντιθέτως προς την άποψη της Επιτροπής, ούτε από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 479/2008 προκύπτει ότι το νέο καθεστώς πρέπει να αντικατοπτρίζει το περιεχόμενο του παλαιού καθεστώτος. Απεναντίας, στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη γίνεται λόγος για μια ριζική τροποποίηση η οποία σκοπεί ιδίως στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των οινοπαραγωγών. Σε σχέση με τα μέτρα αναδιαρθρώσεως και μετατροπής όμως δεν υπάρχει πλέον καμία μνεία στην προσαρμογή της παραγωγής στη ζήτηση της αγοράς.

79.      Ωστόσο, η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι τα μέτρα για την αναδιάρθρωση ή τη μετατροπή των αμπελώνων δεν πρέπει να εξυπηρετούν τη διατήρηση των υφιστάμενων διαρθρώσεων παραγωγής, αλλά να επιδιώκουν μια ποιοτική εξέλιξη.

80.      Τούτο το επιχείρημα είναι μεν πειστικό, αλλά δεν αποδεικνύει ότι τα μέτρα για τη μείωση των ζημιών από θηράματα και πτηνά δεν μπορούν να συμβάλουν προς αυτήν την κατεύθυνση. Βεβαίως, η Επιτροπή τονίζει, συναφώς, ότι ομοιώματα εκφοβισμού πτηνών και άλλα παρόμοια μέτρα έχουν χρησιμοποιηθεί επί μακρόν, αλλά αυτό δεν αποκλείει το ότι η τσεχική ενίσχυση επιδιώκει βελτιώσεις σε σύγκριση με τις προϋπάρχουσες πρακτικές. Υπέρ αυτού, άλλωστε, συνηγορεί και το τσεχικό επιχείρημα, το οποίο δεν αμφισβητήθηκε, ότι ο όγκος παραγωγής σχεδόν τριπλασιάστηκε μετά την εφαρμογή της ενισχύσεως, γεγονός που αποτελεί ένδειξη βελτιώσεως των μεθόδων παραγωγής.

81.      Αντιθέτως, η Επιτροπή δεν τεκμηρίωσε, ιδίως, κατά την έκδοση της προσβαλλομένης εκτελεστικής αποφάσεως, αλλά και στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας, ότι τα συγκεκριμένα μέτρα τα οποία αφορούσε η ενίσχυση συνέβαλαν μόνο στην εξακολούθηση της εφαρμογής υφιστάμενων πρακτικών.

82.      Επίσης, η παρατήρηση της Επιτροπής ότι το άρθρο 14, του κανονισμού 479/2008 επιτρέπει τη στήριξη για την προστασία από θηράματα και πτηνά δεν οδηγεί σε διαφορετικό συμπέρασμα –το αντίθετο μάλιστα. Αυτό μαρτυρά, δηλαδή, ότι ο νομοθέτης είχε τη βούληση, καταρχήν, να στηρίξει την αποκατάσταση τέτοιων ζημιών. Επομένως, δεν είναι εύλογο να αποκλεισθούν τα επίδικα μέτρα ενισχύσεως από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 11.

83.      Κατά συνέπεια, το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτό και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί.

3.      Επί του τρίτου σκέλους του δεύτερου λόγου αναιρέσεως

84.      Κατόπιν του ανωτέρω συμπεράσματος, δεν έχει πλέον σημασία το τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως. Εντούτοις, θα το εξετάσω επικουρικώς, για την περίπτωση που το Δικαστήριο δεν δεχθεί την πρότασή μου και αποφανθεί ότι τα μέτρα δεν ήταν επιλέξιμα.

85.      Με το επιχείρημα αυτό, η Τσεχική Δημοκρατία βάλλει κατά των εκτιμήσεων του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης στις σκέψεις 96 έως 100 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

86.      Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο τονίζει στη σκέψη 96 ότι η Επιτροπή δεν παρέσχε στην Τσεχική Δημοκρατία συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις. Κατά τη σκέψη 97, μάλιστα, τέτοιες διαβεβαιώσεις αποκλείονταν, διότι η σιγή κατά τον προκαταρκτικό έλεγχο δεν συνιστά απόφαση της Επιτροπής σχετικά με τη συνδρομή των προϋποθέσεων επιλεξιμότητας.

87.      Οι εν λόγω εκτιμήσεις του Γενικού Δικαστηρίου στηρίζονται στην πάγια νομολογία βάσει της οποίας, την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης μπορεί να επικαλεσθεί οποιοσδήποτε έχει σχηματίσει βάσιμες προσδοκίες λόγω συγκεκριμένων διαβεβαιώσεων που του παρασχέθηκαν από διοικητικές αρχές (20).

88.      Πάντως, η απουσία αντιρρήσεων εκ μέρους της Επιτροπής στο πλαίσιο της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 479/2008, κατόπιν προσεκτικότερης εξετάσεως υπό το πρίσμα του άρθρου 11, προσεγγίζει ιδιαιτέρως τον χαρακτήρα τέτοιας διαβεβαιώσεως.

89.      Ακόμη και αν το Δικαστήριο δεν συμφωνήσει με τη δική μου ερμηνεία του άρθρου 11 του κανονισμού 479/2008, τουλάχιστον δεν αποκλείεται, με βάση τη διάταξη αυτή, να γίνει δεκτό ότι τα επίδικα μέτρα ενισχύσεως πληρούν τις προϋποθέσεις επιλεξιμότητας. Τούτο επιβεβαιώνει και ο εκτελεστικός κανονισμός 202/2013 της 8ης Μαρτίου 2013, όπου η Επιτροπή θεώρησε, προφανώς, ότι είναι αναγκαίο να διευκρινίσει, πρώτη φορά ρητώς, ότι τα μέτρα για την προστασία έναντι ζημιών από θηράματα, πτηνά ή χαλάζι δεν είναι επιλέξιμα.

90.      Λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων αυτών περιστάσεων, η μη προβολή αντιρρήσεων στο πλαίσιο προκαταρκτικού ελέγχου πρέπει να θεωρηθεί, κατ’ εξαίρεση, όχι μόνον ως σιγή σχετικά με το θέμα της επιλεξιμότητας, αλλά και ως έγκριση των μέτρων ενισχύσεως.

91.      Υπέρ της ερμηνείας αυτής συνηγορεί και το επιχείρημα της Τσεχικής Δημοκρατίας, το οποίο δεν αμφισβητήθηκε, ότι το πρόγραμμα στηρίξεως κάλυπτε μόνον οκτώ σελίδες και στο πλαίσιο αυτό το επίδικο μέτρο περιγραφόταν με σαφήνεια. Η Επιτροπή, λοιπόν, είχε αναμφίβολα τη δυνατότητα να προβάλει εγκαίρως τις αντιρρήσεις της και να απαλλάξει όλους τους εμπλεκόμενους από την εκδίκαση της παρούσας διαφοράς.

92.      Οι λοιπές δηλώσεις της Επιτροπής έως τις 3 Δεκεμβρίου 2012 είναι ως επί το πλείστον αμφιλεγόμενες και καθιστούν δυνατή, τουλάχιστον, την εκτίμηση ότι τα επίδικα μέτρα ήταν συμβατά με τους ισχύοντες κανόνες επιλεξιμότητας.

93.      Πρώτον, από την κοινοποίηση της 20ής Φεβρουαρίου 2009 προκύπτει ότι η Επιτροπή αμφέβαλε ήδη σχετικά με τη συμβατότητα των επίμαχων μέτρων με τους κανόνες επιλεξιμότητας, όταν της υποβλήθηκε για δεύτερη φορά προς έλεγχο το πρόγραμμα στηρίξεως. Ωστόσο, δεν προέβαλε καμία αντίρρηση. Επομένως, ήταν εύλογο να θεωρηθεί ότι οι αμφιβολίες αυτές είτε είχαν διαλυθεί κατά τη λήξη της σχετικής προθεσμίας είτε αφορούσαν μόνον τις περιόδους ενισχύσεων του παρελθόντος.

94.      Πιο συγκεκριμένα, δεύτερον, η εν λόγω κοινοποίηση, η κοινοποίηση της 22ας Μαρτίου 2010 και τα πρακτικά της 31ης Ιανουαρίου 2011 στηρίζονται αποκλειστικώς στον προϊσχύσαντα κανονισμό 1493/1999. Όπως επισημάνθηκε ανωτέρω (21) όμως το προηγούμενο αυτό καθεστώς διαφέρει σημαντικά από το καθεστώς που θεσπίζει ο κανονισμός 479/2008 ως προς τον σκοπό της ενισχύσεως.

95.      Η Επιτροπή επικαλείται τον κανονισμό 479/2008, πρώτη φορά, στην κοινοποίηση της 3ης Δεκεμβρίου 2012. Εντούτοις, κατά τον χρόνο εκείνο, η επίδικη ενίσχυση είχε ήδη εφαρμοσθεί, καθόσον η Επιτροπή απέκλεισε το σχετικό μέτρο από τη χρηματοδότηση μόνον κατά τα έτη 2010 έως 2012.

96.      Παρά τις σοβαρές αυτές πλημμέλειες σε επίπεδο επικοινωνίας εκ μέρους της Επιτροπής, φρονώ ότι η ενδεχόμενη εμπιστοσύνη της Τσεχικής Δημοκρατίας ως προς την επιλεξιμότητα των επίδικων μέτρων δύναται να προστατευθεί ως δικαιολογημένη το αργότερο έως την κοινοποίηση της 20ής Φεβρουαρίου 2009.

97.      Ασφαλώς, μπορεί να υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες οι αντιφατικές δηλώσεις της Επιτροπής στο πλαίσιο ενός ασαφούς νομικού καθεστώτος ενδέχεται να δημιουργήσουν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη. Ωστόσο, κράτος μέλος που χρησιμοποιεί τις ενισχύσεις της Ένωσης, έχει αυξημένο καθήκον επιμέλειας. Συνεπώς, ακόμη και μικρές αμφιβολίες ως προς την επιλεξιμότητα ορισμένων μέτρων επιβάλλουν την υποβολή διευκρινιστικών ερωτημάτων προς την Επιτροπή. Τέτοιες αμφιβολίες θα έπρεπε να γεννηθούν, τουλάχιστον, μετά την κοινοποίηση της Επιτροπής της 20ής Φεβρουαρίου 2009.

98.      Η επιχειρηματολογία της Τσεχικής Δημοκρατίας όσον αφορά τον μη δεσμευτικό χαρακτήρα της εν λόγω κοινοποιήσεως δεν μεταβάλλει την κατάσταση. Πιο συγκεκριμένα, η προστασία τυχόν δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν εξαρτάται από τον δεσμευτικό χαρακτήρα. Αντιθέτως, κάθε πληροφορία που δημιουργεί αμφιβολίες αποκλείει την εν λόγω προστασία.

99.      Εάν το Δικαστήριο εξετάσει το τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, θα πρέπει να το απορρίψει.

3.      Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως – η διαδικασία που προηγήθηκε της προσβαλλομένης εκτελεστικής αποφάσεως

100. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, τον οποίο θα εξετάσω επίσης μόνον επικουρικώς, η Τσεχική Δημοκρατία βάλλει κατά των διαπιστώσεων του Γενικού Δικαστηρίου επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως που προβλήθηκε στον πρώτο βαθμό. Συναφώς, τίθεται το ζήτημα ότι η Επιτροπή διενήργησε μεν έρευνες για τα οικονομικά έτη 2007/2008 και 2008/2009 και έλαβε υπόψη τις παρατηρήσεις της Τσεχικής Δημοκρατίας επί των αποτελεσμάτων των ερευνών, αλλά η προσβαλλόμενη εκτελεστική απόφαση μειώνει τις δαπάνες που αναγνωρίζονται για τα έτη 2010 έως 2012. Η Τσεχική Δημοκρατία δεν μπόρεσε να εκθέσει δεόντως τις απόψεις της επ’ αυτού.

101. Στις σκέψεις 110 έως 114 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε στο γεγονός ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ήδη ότι οσάκις οι πλημμέλειες που δικαιολογούν την εφαρμογή δημοσιονομικής διορθώσεως εξακολουθούν να υφίστανται και μετά την ημερομηνία της γραπτής ανακοινώσεως των αποτελεσμάτων των εξακριβώσεων, η Επιτροπή έχει δικαίωμα και μάλιστα υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη την κατάσταση αυτή κατά τον καθορισμό της περιόδου την οποία αφορά η εν λόγω δημοσιονομική διόρθωση (22).

102. Η αιτιολογία του Γενικού Δικαστηρίου είναι εκτενής, αλλά δεν τονίζει εν τέλει το καθοριστικό στοιχείο: όταν η Επιτροπή επεκτείνει, πέραν του χρονικού πλαισίου σχετικής έρευνας, την περίοδο την οποία αφορά μια δημοσιονομική διόρθωση για τον λόγο ότι τα μη επιλέξιμα μέτρα εξακολουθούν να υφίστανται, έχει παρασχεθεί, καταρχήν, ήδη στο κράτος μέλος η δυνατότητα να υποβάλει δεόντως, στο πλαίσιο της έρευνας, τις παρατηρήσεις του σχετικά με το αν το επίμαχο μέτρο πληροί τις προϋποθέσεις επιλεξιμότητας.

103. Βεβαίως, η Τσεχική Δημοκρατία ορθώς αντιτείνει ότι η προσβαλλόμενη εκτελεστική απόφαση δεν προβλέπει μείωση της χρηματοδοτήσεως για την περίοδο της έρευνας, αλλά καλύπτει εντελώς διαφορετική, μεταγενέστερη περίοδο, αντί για τα υπό εξέταση έτη. Ωστόσο, συνάγει το εσφαλμένο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή αναγνώρισε τη νομιμότητα των μέτρων ενισχύσεως κατά τα προηγούμενα έτη και ότι, ως εκ τούτου, δεν αρκούν πλέον οι υποβληθείσες παρατηρήσεις.

104. Στην πραγματικότητα, από το έγγραφο της 22ας Απριλίου 2014 προκύπτει ότι η Επιτροπή αναγνώρισε ότι υφίσταται όντως δικαιολογημένη εμπιστοσύνη της Τσεχικής Δημοκρατίας όσον αφορά την προηγούμενη χρονική περίοδο. Η Επιτροπή όμως επέμεινε στην άποψή της ότι τα μέτρα ενισχύσεως δεν συνάδουν με τους κανόνες επιλεξιμότητας.

105. Επομένως, το αντεπιχείρημα της Τσεχικής Δημοκρατίας πρέπει να απορριφθεί.

106. Περαιτέρω, η Τσεχική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ότι, εν τω μεταξύ, μεταβλήθηκε η νομική βάση της εξεταζομένης ενισχύσεως. Αυτή η νομική βάση όμως είχε επισημανθεί στην κοινοποίηση της 3ης Δεκεμβρίου 2012. Στη συνέχεια η Τσεχική Δημοκρατία είχε τη δυνατότητα να λάβει θέση επί της απόψεως της Επιτροπής στο πλαίσιο της διαδικασίας συμβιβασμού.

107. Επιπλέον, η Τσεχική Δημοκρατία διατείνεται ότι πληροφορήθηκε, πρώτη φορά, μετά την υποβολή της εκθέσεως του οργάνου συμβιβασμού, στην κοινοποίηση της 22ας Απριλίου 2014, ότι η Επιτροπή αναγνωρίζει μεν, καταρχήν, τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ως προς τη νομιμότητα των μέτρων ενισχύσεως, αλλά η εμπιστοσύνη αυτή έπαυσε να υφίσταται λόγω της κοινοποιήσεως της 22ας Μαρτίου 2010. Υποστηρίζει, λοιπόν, ότι δεν είχε τη δυνατότητα να απαντήσει επί τούτου.

108. Ούτε αυτό το επιχείρημα είναι πειστικό. Όπως προκύπτει, ιδίως, από την έκθεση του οργάνου συμβιβασμού (23), η Τσεχική Δημοκρατία είχε επικαλεσθεί ήδη την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης πριν από το έγγραφο της 22ας Απριλίου 2014 και, επομένως, έπρεπε να εκτιμήσει ποιες κοινοποιήσεις της Επιτροπής μπορούσαν να κλονίσουν την εμπιστοσύνη αυτή. Κατά συνέπεια, είχε ήδη τη δυνατότητα να διατυπώσει τις απόψεις της για τα ζητήματα αυτά ενώπιον της Επιτροπής. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, μετά τη σχετική κοινοποίηση της Επιτροπής μεσολάβησαν αρκετοί μήνες κατά τη διάρκεια των οποίων η Τσεχική Δημοκρατία μπορούσε να απαντήσει στο εν λόγω έγγραφο πριν εκδώσει η Επιτροπή, εν τέλει, την προσβαλλόμενη εκτελεστική απόφαση.

109. Εξάλλου, η αρχική αναγνώριση της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ευνοεί την Τσεχική Δημοκρατία. Προηγουμένως, η Επιτροπή επιδίωκε να αποκλείσει σαφώς μεγαλύτερα ποσά από τη χρηματοδότηση. Ευνοϊκή μεταχείριση όμως η οποία οφείλεται στην επιχειρηματολογία του ωφελούμενου δεν απαιτεί, κατά κανόνα, περαιτέρω διαβουλεύσεις.

110. Στη σκέψη 115 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, επιπλέον, ότι η εν λόγω επέκταση της διορθώσεως δεν προϋποθέτει τήρηση των διαδικαστικών διατάξεων του άρθρου 11, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 885/2006.

111. Συναφώς, πρέπει να τονισθεί ότι οι διαδικαστικοί κανόνες που προβλέπονται στον κανονισμό 885/2006, τους οποίους επικαλείται η Τσεχική Δημοκρατία, δεν ίσχυαν κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης εκτελεστικής αποφάσεως, ήτοι στις 16 Ιανουαρίου 2015. Η Επιτροπή τους είχε καταργήσει ήδη με ισχύ από την 31η Δεκεμβρίου 2014 (24). Αντίστοιχες διατάξεις περιείχε, κατά τον κρίσιμο για την προκειμένη υπόθεση χρόνο, το άρθρο 34 του εκτελεστικού κανονισμού 908/2014.

112. Οι διατάξεις αυτές, πάντως, όπως και το άρθρο 11 του κανονισμού 885/2006, δεν απαιτούν, κατ’ ανάγκη, από την Επιτροπή να διενεργήσει συμπληρωματικές έρευνες, προκειμένου να προβεί σε περικοπές της χρηματοδοτήσεως. Μόνον τέτοιες συμπληρωματικές έρευνες προϋποθέτουν τις ειδικές διαδικασίες διαβουλεύσεως, την παράλειψη των οποίων επικρίνει η Τσεχική Δημοκρατία.

113. Συνεπώς, εάν το Δικαστήριο εξετάσει τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, πρέπει να τον απορρίψει στο σύνολό του.

VI.    Επί της προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου

114. Κατά το άρθρο 61, παράγραφος 1, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, σε περίπτωση αναιρέσεως της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου, το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί οριστικώς επί της διαφοράς, εφόσον αυτή είναι ώριμη προς εκδίκαση, ή να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο για να αποφανθεί επ’ αυτής.

115. Εν προκειμένω, η υπόθεση είναι ώριμη προς εκδίκαση. Πιο συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τους λόγους που εκτίθενται ανωτέρω, στα σημεία 63 έως 83, η προσφυγή πρέπει να γίνει δεκτή και η προσβαλλόμενη εκτελεστική απόφαση πρέπει να ακυρωθεί.

VII. Επί των δικαστικών εξόδων

116. Κατά το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι βάσιμη και το Δικαστήριο κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά, αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων. Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική δίκη δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

117. Δεδομένου ότι η Τσεχική Δημοκρατία νίκησε και έχει υποβάλει σχετικό αίτημα, η Επιτροπή πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.

VIII. Πρόταση

118. Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:

1)      Αναιρεί την απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2016, Τσεχική Δημοκρατία κατά Επιτροπής (T‑141/15, EU:T:2016:621).

2)      Ακυρώνει την εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2015/103 της Επιτροπής, της 16ης Ιανουαρίου 2015, για τον αποκλεισμό από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) και στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ), στον βαθμό που αυτή αποκλείει από τη χρηματοδότηση δαπάνες της Τσεχικής Δημοκρατίας συνολικού ποσού 2 123 199,04 ευρώ.

3)      Καταδικάζει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.


2      Κανονισμός (ΕΚ) 479/2008 του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2008, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1493/1999, (ΕΚ) αριθ. 1782/2003, (ΕΚ) αριθ. 1290/2005, (ΕΚ) αριθ. 3/2008 και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 2392/86 και (ΕΚ) αριθ. 1493/1999 (ΕΕ 2008, L 148, σ. 1).


3      Κανονισμός του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς (ΕΕ 1999, L 179, σ. 1).


4      Εκτελεστικός κανονισμός της Επιτροπής, της 8ης Μαρτίου 2013, σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 555/2008 όσον αφορά την υποβολή προγραμμάτων στήριξης στον αμπελοοινικό τομέα και το εμπόριο με τρίτες χώρες (ΕΕ 2013, L 67, σ. 10).


5      Κανονισμός της Επιτροπής, της 27ης Ιουνίου 2008, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 479/2008 του Συμβουλίου για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς όσον αφορά τα προγράμματα στήριξης, τις συναλλαγές με τρίτες χώρες, το δυναμικό παραγωγής και τους ελέγχους στον αμπελοοινικό τομέα (ΕΕ 2008, L 170, σ. 1).


6      Κανονισμός του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 2005, για τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ 2005, L 209, σ. 1).


7      Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με τη χρηματοδότηση, τη διαχείριση και την παρακολούθηση της κοινής γεωργικής πολιτικής και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 352/78, (ΕΚ) αριθ. 165/94, (ΕΚ) αριθ. 2799/98, (ΕΚ) αριθ. 814/2000, (ΕΚ) αριθ. 1290/2005 και (ΕΚ) αριθ. 485/2008 του Συμβουλίου (ΕΕ 2013, L 347, σ. 549).


8      Κανονισμός της Επιτροπής, της 21ης Ιουνίου 2006, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1290/2005 του Συμβουλίου σχετικά με τη διαπίστευση των οργανισμών πληρωμών και άλλων οργανισμών και την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΕ και του ΕΓΤΑΑ (ΕΕ 2006, L 171, σ. 90), όπως τροποποιήθηκε με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 375/2012 της Επιτροπής, της 2ας Μαΐου 2012, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 885/2006 (ΕΕ 2012, L 118, σ. 4).


9      Εκτελεστικός κανονισμός της Επιτροπής, της 6ης Αυγούστου 2014, για τη θέσπιση κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τους οργανισμούς πληρωμών και άλλους οργανισμούς, τη δημοσιονομική διαχείριση, την εκκαθάριση λογαριασμών, τους κανόνες σχετικά με τους ελέγχους, τις εγγυήσεις και τη διαφάνεια (ΕΕ 2014, L 255, σ. 59).


10      ΕΕ 2015, L 16, σ. 33.


11      Αποφάσεις της 1ης Ιουνίου 1994, Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ. (C‑136/92 P, EU:C:1994:211, σκέψη 59), της 1ης Φεβρουαρίου 2007, Sison κατά Συμβουλίου (C‑266/05 P, EU:C:2007:75, σκέψη 95), και της 16ης Νοεμβρίου 2017, Ludwig-Bölkow-Systemtechnik κατά Επιτροπής (C‑250/16 P, EU:C:2017:871, σκέψη 29). Βλ., επίσης, άρθρο 170, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας.


12      Απόφαση της 10ης Απριλίου 2014, Επιτροπή κ.λπ. κατά Siemens Österreich κ.λπ. (C‑231/11 P έως C‑233/11 P, EU:C:2014:256, σκέψη 102).


13      Σημείο 63 του δικογράφου της προσφυγής.


14      Σημείο 10 του υπομνήματος απαντήσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.


15      Αποφάσεις της 7ης Φεβρουαρίου 1979, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (11/76, EU:C:1979:28, σκέψη 8), της 10ης Νοεμβρίου 1993, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (C‑48/91, EU:C:1993:871, σκέψη 14), της 6ης Μαρτίου 2001, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (C‑278/98, EU:C:2001:124, σκέψη 38), της 24ης Φεβρουαρίου 2005, Ελλάδα κατά Επιτροπής (C‑300/02, EU:C:2005:103, σκέψη 32), και της 6ης Νοεμβρίου 2014, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (C‑610/13 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:2349, σκέψη 59).


16      Αποφάσεις της 30ής Σεπτεμβρίου 2009, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (T‑55/07, EU:T:2009:371, σκέψη 97), και της 25ης Φεβρουαρίου 2015, Πολωνία κατά Επιτροπής (T‑257/13, EU:T:2015:111, σκέψη 53). Η τελευταία επιβεβαιώθηκε εμμέσως με απόφαση της 7ης Ιουλίου 2016, Πολωνία κατά Επιτροπής (C‑210/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:529, σκέψη 43). Βλ. επίσης την εκκρεμή υπόθεση C‑120/17, Ministru kabinets (ΕΕ 2017, C 168, σ. 23).


17      Βλ., κατωτέρω, σημεία 84 επ.


18      Αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1987, Δανία κατά Επιτροπής (348/85, EU:C:1987:552, σκέψη 19), και της 21ης Ιουνίου 2007, ROM-projecten (C‑158/06, EU:C:2007:370, σκέψεις 25 και 26).


19      Αποφάσεις της 27ης Ιανουαρίου 1988, Δανία κατά Επιτροπής (349/85, EU:C:1988:34, σκέψη 16), καθώς και της 1ης Οκτωβρίου 1998, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής (C‑209/96, EU:C:1998:448, σκέψη 35), Γαλλία κατά Επιτροπής (C‑232/96, EU:C:1998:449, σκέψη 37), Δανία κατά Επιτροπής (C‑233/96, EU:C:1998:450, σκέψη 38), Ιρλανδία κατά Επιτροπής (C‑238/96, EU:C:1998:451, σκέψη 81) και Ιταλία κατά Επιτροπής (C‑242/96, EU:C:1998:452, σκέψη 29).


20      Βλ., παραδείγματος χάρη, αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 1987, Delauche κατά Επιτροπής (111/86, EU:C:1987:562, σκέψη 24), της 18ης Ιουλίου 2007, ΕΥΑ κατά Καρατζόγλου (C‑213/06 P, EU:C:2007:453, σκέψη 33), και της 9ης Νοεμβρίου 2017, LS Customs Services (C‑46/16, EU:C:2017:839, σκέψη 35).


21      Σημεία 74 έως 77.


22      Απόφαση της 9ης Ιανουαρίου 2003, Ελλάδα κατά Επιτροπής (C‑157/00, EU:C:2003:5, σκέψη 45).


23      Παράρτημα Α.11 της προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.


24      Άρθρο 44, στοιχείο γʹ, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 907/2014 της Επιτροπής, της 11ης Μαρτίου 2014, για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, όσον αφορά τους οργανισμούς πληρωμών και άλλους οργανισμούς, τη δημοσιονομική διαχείριση, την εκκαθάριση λογαριασμών, τις εγγυήσεις και τη χρήση του ευρώ (ΕΕ 2014, L 255, σ. 18).