Language of document : ECLI:EU:T:2018:196

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έβδομο τμήμα)

της 19ηςΑπριλίου 2018 (*)

«Ντάμπινγκ – Εισαγωγές ποδηλάτων που αποστέλλονται από την Καμπότζη, το Πακιστάν και τις Φιλιππίνες – Επέκταση στις εισαγωγές αυτές του οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ που επιβλήθηκε στις εισαγωγές ποδηλάτων καταγωγής Κίνας – Κανονισμός (ΕΕ) 2015/776 – Καταστρατήγηση – Μεταφόρτωση – Άρθρο 13, παράγραφοι 1 και 2, και άρθρο 18, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1225/2009 [νυν άρθρο 13, παράγραφοι 1 και 2, και άρθρο 18, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1036]»

Στην υπόθεση T‑462/15,

Asia Leader International (Cambodia) Co.Ltd, με έδρα το Tai Seng SEZ (Καμπότζη), εκπροσωπούμενη από τους A. Bochon, δικηγόρο, και R. MacLean, solicitor,

προσφεύγουσα,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους J.-F. Brakeland, M. França και την A. Demeneix,

καθής,

με αντικείμενο προσφυγή, βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, ακυρώσεως του άρθρου 1, παράγραφοι 1 και 3, του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/776 της Επιτροπής, της 18ης Μαΐου 2015, με τον οποίο ο οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ που επιβλήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 502/2013 του Συμβουλίου στις εισαγωγές ποδηλάτων καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας επεκτείνεται στις εισαγωγές ποδηλάτων που αποστέλλονται από την Καμπότζη, το Πακιστάν και τις Φιλιππίνες είτε έχουν δηλωθεί ως καταγωγής Καμπότζης, Πακιστάν και Φιλιππινών είτε όχι (ΕΕ 2015, L 122, σ. 4), στο μέτρο που αφορά την προσφεύγουσα,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα),

συγκείμενο από την V. Tomljenović, πρόεδρο, την Α. Μαρκουλλή και τον A. Kornezov (εισηγητής), δικαστές,

γραμματέας: C. Heeren, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 9ης Νοεμβρίου 2017,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση (1) (2)

 Ιστορικό της διαφοράς

1        Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2474/93, της 8ης Σεπτεμβρίου 1993, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές στην Κοινότητα ποδηλάτων καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και για την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ (ΕΕ 1993, L 228, σ. 1), το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επέβαλε οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ ύψους 30,6 % στις εισαγωγές ποδηλάτων καταγωγής Κίνας.

2        Κατόπιν επανεξετάσεως ενόψει λήξεως της ισχύος των μέτρων σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) 384/96 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ 1996, L 56, σ. 1) [ο οποίος αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 1225/2009, της 30ής Νοεμβρίου 2009, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ 2009, L 343, σ. 51, διορθωτικό στην ΕΕ 2010, L 7, σ. 22, στο εξής: βασικός κανονισμός), ο οποίος με τη σειρά του αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/1036 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2016, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2016, L 176, σ. 21)], ειδικότερα δε σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 384/96 (νυν άρθρο 11, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού), το Συμβούλιο, με τον κανονισμό (ΕΚ) 1524/2000, της 10ης Ιουλίου 2000, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ποδηλάτων, καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (ΕΕ 2000, L 175, σ. 39), αποφάσισε να διατηρήσει τον προαναφερθέντα δασμό αντιντάμπινγκ.

3        Κατόπιν ενδιάμεσης επανεξετάσεως δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 384/96 (νυν άρθρο 11, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού), το Συμβούλιο, με τον κανονισμό (ΕΚ) 1095/2005, της 12ης Ιουλίου 2005, για την επιβολή οριστικού δασμού στις εισαγωγές ποδηλάτων καταγωγής Βιετνάμ και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1524/2000 (ΕΕ 2005, L 183, σ. 1), αύξησε τον δασμό αντιντάμπινγκ επί των εισαγωγών ποδηλάτων καταγωγής Κίνας σε 48,5 %.

4        Κατόπιν επανεξετάσεως ενόψει λήξεως της ισχύος των μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 384/96, το Συμβούλιο, με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 990/2011, της 3ης Οκτωβρίου 2011, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ποδηλάτων καταγωγής Κίνας (ΕΕ 2011, L 261, σ. 2), αποφάσισε να διατηρήσει τον ισχύοντα δασμό αντιντάμπινγκ ύψους 48,5 %.

5        Τον Μάιο του 2013, κατόπιν ενδιάμεσης επανεξετάσεως δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού (νυν άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 2016/1036), το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΕ) 502/2013, της 29ης Μαΐου 2013, για την τροποποίηση του εκτελεστικού κανονισμού 990/2011 (ΕΕ 2013, L 153, σ. 17), και αποφάσισε να διατηρήσει τον ισχύοντα δασμό αντιντάμπινγκ ύψους 48,5 %, εξαιρουμένων των ποδηλάτων που εξήγαν τρεις επιχειρήσεις, για τις οποίες ορίστηκαν ατομικοί δασμολογικοί συντελεστές.

6        Κατόπιν έρευνας για πιθανή καταστρατήγηση βάσει του άρθρου 13 του βασικού κανονισμού (νυν άρθρο 13 του κανονισμού 2016/1036), το Συμβούλιο εξέδωσε τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 501/2013, της 29ης Μαΐου 2013, για την επέκταση του οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ που επιβλήθηκε με τον εκτελεστικό κανονισμό 990/2011 στις εισαγωγές ποδηλάτων που αποστέλλονται από την Ινδονησία, τη Μαλαισία, τη Σρι Λάνκα και την Τυνησία, είτε έχουν δηλωθεί ως καταγωγής Ινδονησίας, Μαλαισίας, Σρι Λάνκα και Τυνησίας ή όχι (ΕΕ 2013, L 153, σ. 1).

7        Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, κατόπιν υποβολής νέας καταγγελίας το 2014, η οποία αφορούσε αυτή τη φορά ενδεχόμενη καταστρατήγηση των δασμών αντιντάμπινγκ στην οποία εμπλέκονταν παραγωγοί-εξαγωγείς ποδηλάτων εγκατεστημένοι στην Καμπότζη, στο Πακιστάν και στις Φιλιππίνες, εξέδωσε τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 938/2014, της 2ας Σεπτεμβρίου 2014, για την έναρξη έρευνας όσον αφορά την πιθανή καταστρατήγηση των μέτρων αντιντάμπινγκ που επιβλήθηκαν με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 502/2013 του Συμβουλίου στις εισαγωγές ποδηλάτων καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας μέσω εισαγωγών ποδηλάτων που αποστέλλονται από την Καμπότζη, το Πακιστάν και τις Φιλιππίνες, είτε δηλώνονται ως καταγωγής Καμπότζης, Πακιστάν και Φιλιππινών είτε όχι, και για την υπαγωγή των εν λόγω εισαγωγών σε καταγραφή (ΕΕ 2014, L 263, σ. 5, διορθωτικό στην ΕΕ 2014, L 341, σ. 31). Κατά την πορεία της έρευνας αυτής, η οποία αφορούσε την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 2011 έως τις 31 Αυγούστου 2014, η προσφεύγουσα, Asia Leader International (Cambodia) Co. Ltd, έλαβε από την Επιτροπή ένα «[έ]ντυπο για τις εταιρίες που ζητούν απαλλαγή από ενδεχόμενη επέκταση των δασμών» (στο εξής: έντυπο), το οποίο συμπλήρωσε και απέστειλε στις 10 Οκτωβρίου 2014.

8        Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η προσφεύγουσα είναι μονοπρόσωπη εταιρία περιορισμένης ευθύνης που ιδρύθηκε κατά το δίκαιο της Καμπότζης τον Μάιο του 2013 και ανήκει εξ ολοκλήρου στην Cronus International Co. Ltd, εταιρία εδρεύουσα στο Χονγκ Κονγκ η οποία ανήκει κατά 100 % σε κινέζικη εταιρία κατασκευής ποδηλάτων, την Guangzhou Cronus Bicycle Fashion Sports Co. Ltd. Η εν λόγω εταιρία Cronus International Co. Ltd ανήκει επίσης κατά 100 % στην κινέζικη εταιρία Guangzhou Cronus Bicycles Co. Ltd, κατασκευάστρια ποδηλάτων, πλαισίων και βαμμένων πλαισίων συνδεδεμένη με άλλη κινέζικη εταιρία κατασκευής ποδηλάτων, τη Shine Wheel Bicycle Co. Ltd που έπαυσε να λειτουργεί την 1η Ιουνίου 2014. Καθόσον η προσφεύγουσα δεν είχε διευκρινίσει, στους πίνακες D 5 και D 6 που επισύναψε στο έντυπο, ότι ήταν συνδεδεμένη κα με τη Shine Wheel Bicycle, υπέβαλε στοιχεία σχετικά με τον συγκεκριμένο προμηθευτή για πρώτη φορά στις 27 Οκτωβρίου 2014, δηλαδή απαντώντας σε αίτημα της Επιτροπής, της 16ης Οκτωβρίου 2014, για την παροχή συμπληρωματικών πληροφοριών.

9        Η προσφεύγουσα διευκρινίζει ότι, σε σχέση με την ημερομηνία ιδρύσεώς της και ενάρξεως των δραστηριοτήτων της τον Ιανουάριο του 2014, τα στοιχεία που παρέσχε στο έντυπο και στους συνημμένους σ’ αυτό πίνακες αφορούσαν περισσότερο την περίοδο από 1ης Σεπτεμβρίου 2013 έως 31 Αυγούστου 2014 (στο εξής: περίοδος αναφοράς) παρά την περίοδο έρευνας (βλ. σκέψη 7 ανωτέρω). Από το έντυπο προκύπτει ότι η προσφεύγουσα όρισε τη δραστηριότητά της ως παραγωγή και πώληση ποδηλάτων και πλαισίων ποδηλάτων, ειδικότερα για μικρές παραγγελίες με το σήμα Cronus.

10      Στον πίνακα F 2, ο οποίος επισυνάπτεται στο έντυπο και απαριθμεί όλες τις αγορές ημιτελών προϊόντων που έχει πραγματοποιήσει ο αιτών την απαλλαγή, η προσφεύγουσα δήλωσε ως σχεδόν αποκλειστικό προμηθευτή την εταιρία «Shine Wheel Bicycle Co. Ltd (Guangzhou)», παράλληλα με μια βιετναμέζικη εταιρία για τη βαφή των πλαισίων και μια άλλη κινέζικη εταιρία.

11      Στο πλαίσιο της απαντήσεώς της με ημερομηνία 27 Οκτωβρίου 2014, η προσφεύγουσα υπέβαλε έναν αναθεωρημένο πίνακα F 2. Η Shine Wheel Bicycle εμφανίζεται στον πίνακα αυτό ως συνδεδεμένη με την προσφεύγουσα εταιρία, της οποίας οι πωλήσεις προς την προσφεύγουσα κατά την περίοδο αναφοράς αντιπροσώπευαν την πλειονότητα των αγορών της προσφεύγουσας κατά την περίοδο αυτή. Η Guangzhou Cronus Bicycles εμφανίζεται, επίσης, στον εν λόγω πίνακα ως συνδεδεμένη με την προσφεύγουσα εταιρία για ορισμένες συναλλαγές κατά την περίοδο αναφοράς.

12      Η έρευνα παρέσχε στην Επιτροπή τη δυνατότητα να προσδιορίσει έξι εταιρίες που εξήγαγαν ποδήλατα από την Καμπότζη. Μία εξ αυτών εγκατέλειψε το κράτος αυτό και εγκαταστάθηκε στο Πακιστάν στα τέλη του έτους 2013, ενώ οι άλλες πέντε κατασκευάστριες ποδηλάτων που αντιπροσώπευαν το 94 % των εισαγωγών της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το κράτος αυτό για τον συγκεκριμένο τύπο προϊόντος συνεργάστηκαν και υπέβαλαν αίτηση απαλλαγής.

13      Η Επιτροπή εξέτασε τα στοιχεία που είχαν υποβάλει οι ως άνω πέντε εταιρίες στις οποίες συγκαταλέγεται και η προσφεύγουσα. Στις 11 Νοεμβρίου 2014 η Επιτροπή ενημέρωσε την προσφεύγουσα για την πρόθεσή της να πραγματοποιήσει επιτόπιο έλεγχο. Ο έλεγχος αυτός πραγματοποιήθηκε στις 8 και 9 Δεκεμβρίου 2014, στις εγκαταστάσεις της προσφεύγουσας στο Tai Seng (Καμπότζη).

14      Μετά τον εν λόγω επιτόπιο έλεγχο και ελέγχους με αντικείμενο τις τέσσερεις άλλες συνεργαζόμενες κατασκευάστριες εταιρίες, η Επιτροπή έκρινε ότι τρεις εταιρίες δικαιούνταν απαλλαγής κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 13, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού (νυν άρθρο 13, παράγραφος 4, του κανονισμού 2016/1036), ενώ αντιθέτως δύο, μεταξύ των οποίων και η προσφεύγουσα, δεν είχαν το δικαίωμα αυτό.

15      Κατά τον έλεγχο αυτό, η Επιτροπή επισήμανε διάφορες ανωμαλίες, άκουσε τις συμπληρωματικές εξηγήσεις που παρέσχε συναφώς η προσφεύγουσα και εξέτασε τα προσκομισθέντα από αυτή στοιχεία.

16      Καταρχάς, παρατήρησε ότι η προσφεύγουσα δεν διέθετε λογισμικό για την τήρηση λογιστικών βιβλίων, τα οποία τηρούσε σε αρχεία τύπου Excel. Είχε δε αρχίσει να συντάσσει λεπτομερείς εκθέσεις παραγωγής μόλις από τον Οκτώβριο του 2014.

17      Περαιτέρω, κατά την Επιτροπή, από το έντυπο και τους συνημμένους σ’ αυτό πίνακες προέκυπτε ότι η προσφεύγουσα άρχισε να κατασκευάζει ποδήλατα μόλις από την 1η Ιανουαρίου 2014, στα εργαστήριά της συγκολλήσεως και βαφής, και ότι, στην αρχή της περιόδου αυτής, δεν κατασκεύαζε πλαίσια. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή διερωτάται σχετικά με την προέλευση των 1 099 ποδηλάτων που εξήχθησαν στην Ένωση (εν προκειμένω στην Ελλάδα) στις 27 Ιανουαρίου 2014, τα οποία περιγράφονταν στο τιμολόγιο CI‑15295‑PM που εξέδωσε η προσφεύγουσα ως εξής: 380 ποδήλατα με πλαίσιο αλουμινίου 26 ιντσών, 240 ποδήλατα με χαλύβδινο πλαίσιο 26 ιντσών επίσης, 120 ποδήλατα με χαλύβδινο πλαίσιο 24 ιντσών, 119 ποδήλατα με χαλύβδινο πλαίσιο το επονομαζόμενο «hi‑ten 700C», 130 ποδήλατα με πτυσσόμενο χαλύβδινο πλαίσιο 20 ιντσών και 120 ποδήλατα με χαλύβδινο πλαίσιο 20 ιντσών. Ερωτηθείσα για τις περιστάσεις σχετικά με την εξαγωγή αυτή, η προσφεύγουσα προσκόμισε το τιμολόγιο KYD‑CN‑F01, με ημερομηνία 17 Ιανουαρίου 2014, από το οποίο προέκυπτε ότι είχε αγοράσει 1 098 χαλύβδινα πλαίσια ποδηλάτου 26 ιντσών από τη βιετναμέζικη εταιρία Kim Y Dinh Trading Service One Member Co. Ltd. Επισημαίνοντας ότι η εταιρία αυτή δεν ήταν η ίδια κατασκευάστρια ποδηλάτων και πλαισίων ποδηλάτων, αλλά απλώς και μόνον έμπορος, η Επιτροπή εξέφρασε επίσης την έκπληξή της για το γεγονός ότι είχαν αγορασθεί μόνο χαλύβδινα πλαίσια ποδηλάτου, ενώ το τιμολόγιο CI‑15295‑PM αφορούσε την πώληση 380 ποδηλάτων αλουμινίου και ότι το μέγεθος των εν λόγω πλαισίων (26 ιντσών) αντιστοιχούσε μόνον εν μέρει στο μέγεθος των ποδηλάτων που εξήχθησαν στην Ένωση.

18      Η προσφεύγουσα κλήθηκε να εξηγήσει τις αντιφάσεις αυτές και προσκόμισε, κατά τον επιτόπιο ελέγχο, ένα πιστοποιητικό καταγωγής «τύπου Α» το οποίο είχε εκδοθεί από το Υπουργείο Εμπορίου του Βιετνάμ στο όνομα του εν λόγω εμπόρου για τα πλαίσια ποδηλάτου που αναγράφονταν στο τιμολόγιο KYD‑CN‑F01. Η Επιτροπή διαπίστωσε, εντούτοις, ότι και το συγκεκριμένο πιστοποιητικό καταγωγής ανέφερε μόνο χαλύβδινα πλαίσια, ενώ η εκτιθέμενη στη σκέψη 17 ανωτέρω εξαγωγή προς την Ένωση αφορούσε και πλαίσια αλουμινίου, κάτι το οποίο ακολούθως παραδέχθηκε η προσφεύγουσα επισημαίνοντας ότι εσφαλμένως το εν λόγω πιστοποιητικό ανέφερε μόνο χαλύβδινα πλαίσια. Περαιτέρω, η προσφεύγουσα δεν μπόρεσε να προσκομίσει κανένα πιστοποιητικό καταγωγής «τύπου Α» στο όνομά της για τα ποδήλατα που εξήχθησαν στην Ένωση, για τα οποία είχε εκδοθεί το τιμολόγιο CI‑15295‑PM.

19      Η Επιτροπή έκρινε, συνεπώς, ότι, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δεν είχε η ίδια κατασκευάσει πλαίσια ποδηλάτου κατά την έναρξη των δραστηριοτήτων της, η μόνη δυνατή εξήγηση ήταν ότι τα επίμαχα ποδήλατα δεν είχαν συναρμολογηθεί από την προσφεύγουσα, αλλά είχαν απλώς μεταφορτωθεί προερχόμενα από κινέζικες συνδεδεμένες με αυτήν εταιρίες.

20      Επιπροσθέτως, η Επιτροπή επισήμανε, κατά τον επιτόπιο έλεγχο, υποτιθέμενες ανακολουθίες και την αναξιοπιστία ορισμένων στοιχείων που περιέχονταν στο έντυπο. Κατά το όργανο αυτό, ορισμένες δηλωθείσες κατασκευαστικές δαπάνες δεν αντιστοιχούσαν σε προστιθέμενη αξία των μερών που τοποθετούνταν κατά τη συναρμολόγηση ή την ολοκλήρωση της κατασκευής και είχαν προστεθεί τεχνητώς με σκοπό την πλήρωση των δύο ορίων που προβλέπονταν στο άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του βασικού κανονισμού [νυν άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2016/1036]. Επομένως, ορισμένες αποδιδόμενες στην κατασκευή των πλαισίων ποδηλάτων δαπάνες (αποσβέσεις, μισθώματα, κόστος ηλεκτρικής ενέργειας) δεν αντιστοιχούσαν στην ποσότητα των κατασκευασμένων ποδηλάτων, η δε κατανάλωση των χρωμάτων που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή αυτή ήταν υπερεκτιμημένη σε σχέση με τα στοιχεία των πραγματικών κατασκευαστών ποδηλάτων και οι εργασιακές δαπάνες ήταν επίσης πολύ υψηλές σε σχέση με την ποσότητα των κατασκευασμένων πλαισίων ποδηλάτων και των συναρμολογημένων ποδηλάτων, πάντα σε σύγκριση με τους μισθούς που κατέβαλλαν οι πραγματικοί κατασκευαστές. Η Επιτροπή αναπροσάρμοσε, συνεπώς, σ’ αυτή τη βάση τις δαπάνες κατασκευής της προσφεύγουσας και συνήγαγε το συμπέρασμα ότι, αφενός, τα προερχόμενα από την Κίνα μέρη ποδηλάτου αντιπροσώπευαν άνω του 60 % της συνολικής αξίας των μερών του συναρμολογούμενου προϊόντος (77 %) και ότι, αφετέρου, η προστιθέμενη αξία των μερών που τοποθετούνταν κατά την εργασία της συναρμολογήσεως ήταν κατώτερη του 25 % (2 %).

21      Στις 13 Μαρτίου 2015 η Επιτροπή κοινοποίησε στην προσφεύγουσα τα πορίσματά της σχετικά, πρώτον, με την ύπαρξη πρακτικών καταστρατηγήσεως στην Καμπότζη (γενικά πορίσματα) και, δεύτερον, με τον ρόλο που διαδραμάτισε η προσφεύγουσα στις πρακτικές αυτές (ειδικά πορίσματα).

22      Απαντώντας στην κοινοποίηση αυτή, η προσφεύγουσα προέβαλε, στις 31 Μαρτίου 2015, ορισμένες αντιρρήσεις εγγράφως και κατά τη διάρκεια ακροάσεως. Πρώτον, αμφισβήτησε μεταξύ άλλων το πόρισμα ότι εμπλεκόταν σε πρακτικές μεταφορτώσεως. Συναφώς, υποστήριξε ότι, όπως προέκυπτε από τα στοιχεία που είχαν συλλεχθεί κατά τον επιτόπιο έλεγχο, η πιο εύλογη εξήγηση ήταν ότι τα επίμαχα πλαίσια ποδηλάτων ήταν καταγωγής Βιετνάμ. Προσκόμισε δε ένα συμπληρωματικό δικαιολογητικό έγγραφο σε σχέση με το τιμολόγιο CI‑15295‑PM προκειμένου να αποδείξει τη βιετναμέζικη καταγωγή των πλαισίων ποδηλάτων. Η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι συνεπώς έχει προσκομίσει, μεταξύ άλλων, το τιμολόγιο αγοράς του χάλυβα και του αλουμινίου που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή των πλαισίων ποδηλάτου, το τιμολόγιο της βιετναμέζικης εταιρίας που μετέτρεψε τον χάλυβα σε πλαίσια, το τιμολόγιο των προμηθευτών των πλαισίων ποδηλάτων με κωδικό αναφοράς KYD‑CN‑F01, της 17ης Ιανουαρίου 2014, τον κατάλογο συσκευασίας των εν λόγω πλαισίων με την ίδια ημερομηνία και απόδειξη διακανονισμού του τιμολογίου αυτού καθώς και αναγραφή της συνολικής ποσότητας των παραδοθέντων πλαισίων ποδηλάτων (περίπου τρεις τόνοι) που αντιστοιχούσε στα στοιχεία του πίνακα F 2. Η προσφεύγουσα εξήγησε την αναγραφή ενός λιγότερου πλαισίου ποδηλάτου σε σχέση με τον αριθμό των εξαχθέντων ποδηλάτων (1 098 έναντι 1 099) για τον λόγο ότι είχε λάβει ένα πλαίσιο ποδηλάτου ως δείγμα από τον προμηθευτή της. Δεύτερον, αμφισβήτησε τις εκ μέρους της Επιτροπής αναπροσαρμογές των κατασκευαστικών δαπανών της για τον υπολογισμό του ορίου του 25 % της προστιθέμενης αξίας, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του βασικού κανονισμού.

23      Στις 18 Μαΐου 2015 η Επιτροπή εξέδωσε τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2015/776, με τον οποίο ο οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ που επιβλήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 502/2013 του Συμβουλίου στις εισαγωγές ποδηλάτων καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας επεκτείνεται στις εισαγωγές ποδηλάτων που αποστέλλονται από την Καμπότζη, το Πακιστάν και τις Φιλιππίνες είτε έχουν δηλωθεί ως καταγωγής Καμπότζης, Πακιστάν και Φιλιππινών είτε όχι (ΕΕ 2015, L 122, σ. 4, στο εξής: προσβαλλόμενος κανονισμός).

24      Η Επιτροπή διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, στις αιτιολογικές σκέψεις 69, 71, 73 και 74 του προσβαλλόμενου κανονισμού τα εξής:

«69      Μία από τις πέντε συνεργαζόμενες εταιρείες δεν μπόρεσε να αντιστοιχίσει τα στοιχεία σχετικά με το είδος των πλαισίων που αγοράστηκαν από την Κίνα με τα στοιχεία για το είδος ποδηλάτων που πωλήθηκαν στην Ένωση, ενώ η εταιρεία δεν κατασκεύαζε πλαίσια κατά την εν λόγω περίοδο. Ως εκ τούτου, συνήχθη το συμπέρασμα ότι τα ποδήλατα είχαν μεταφορτωθεί.

[…]

71      Υπενθυμίζεται ότι, κατά την επιτόπια επαλήθευση, οι πληροφορίες που παρασχέθηκαν από την εταιρεία δεν επέτρεψαν στην Επιτροπή να συμβιβάσει το είδος των πλαισίων που αγοράστηκαν με τους τύπους ποδηλάτων που εξάγονται στην Ένωση, καθώς η εταιρεία έδειξε αγορές πλαισίων από χάλυβα, ενώ εξήγαγε ποδήλατα με σκελετό από χάλυβα και αλουμίνιο διαφόρων μεγεθών. Αυτό θα σήμαινε ότι τα εξαγόμενα ποδήλατα δεν συναρμολογούνται στην Καμπότζη. Επιπλέον, τα μόνα στοιχεία που υποβλήθηκαν κατά την επιτόπια επαλήθευση από την εταιρεία προκειμένου να αποδείξει την καταγωγή των εν λόγω πλαισίων ήταν το έντυπο Α/πιστοποιητικό καταγωγής που εξέδωσαν οι βιετναμέζικες αρχές στο όνομα ενός βιετναμέζου εμπόρου. Μετά την κοινοποίηση, η εταιρεία ισχυρίστηκε ότι το έντυπο τύπου Α/πιστοποιητικό καταγωγής κακώς αναφέρει ότι όλα τα πλαίσια ήταν από χάλυβα, ενώ στην πραγματικότητα ήταν και από αλουμίνιο. Τα νέα έγγραφα που υπέβαλε η εταιρεία μετά την κοινοποίηση, στα βιετναμέζικα και στα κινεζικά με περιορισμένη μετάφραση στα αγγλικά, περιέχουν αρκετές ανακολουθίες (η ποσότητα των πλαισίων που αγοράστηκε δεν μπορούσε να συμβιβαστεί με τον αριθμό ποδηλάτων που εξάγονται όπως καθορίστηκαν κατά την επιτόπια επαλήθευση· ένα έγγραφο υποβλήθηκε ως τιμολόγιο, αλλά δεν περιλαμβάνει καμία τιμή· δεν υποβλήθηκαν αποδεικτικά στοιχεία για τα υπόλοιπα στάδια κατασκευής των πλαισίων, όπως η κοπή, μορφοποίηση, διάτρηση και βαφή). Τα νέα αυτά έγγραφα ήταν, συνεπώς, ελλιπή και ανεπαρκή προκειμένου να αποδειχθεί ότι τα εν λόγω πλαίσια παρήχθησαν στο Βιετνάμ.

[…]

73      Επιπλέον, η εταιρεία δεν ήταν σε θέση να παράσχει το έντυπο Α/πιστοποιητικό καταγωγής από το Υπουργείο Εμπορίου στην Καμπότζη για τα εν λόγω ποδήλατα. Ως εκ τούτου, και ελλείψει άλλων διαθέσιμων πληροφοριών, συνάγεται το συμπέρασμα ότι τα εν λόγω μέρη κατάγονται από την Κίνα. […]

74      Ως εκ τούτου, βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που απαριθμούνται ανωτέρω, η ύπαρξη πρακτικών μεταφόρτωσης στην Καμπότζη κατά την έννοια του άρθρου 13 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού επιβεβαιώνεται.»

25      Η Επιτροπή απέρριψε επίσης, στις αιτιολογικές σκέψεις 80 επ. του προσβαλλόμενου κανονισμού, τις αντιρρήσεις της προσφεύγουσας όσον αφορά τις αναπροσαρμογές των κατασκευαστικών δαπανών για τον υπολογισμό του ορίου του 25 % της προστιθέμενης αξίας, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του βασικού κανονισμού.

26      Η Επιτροπή απέρριψε, ως εκ τούτου, την αίτηση απαλλαγής που είχε υποβάλει η προσφεύγουσα (αιτιολογική σκέψη 161 του προσβαλλόμενου κανονισμού). Αποφάσισε δε, στο άρθρο 1 του προσβαλλόμενου κανονισμού, την επέκταση του οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ ύψους 48,5 % που ίσχυε για τις εισαγωγές ποδηλάτων καταγωγής Κίνας και διαλαμβάνεται στη σκέψη 3 ανωτέρω, στις εισαγωγές ποδηλάτων που αποστέλλονται μεταξύ άλλων από την Καμπότζη, χωρίς να συμπεριλάβει την προσφεύγουσα μεταξύ των απαλλασσόμενων του δασμού εταιριών. Κατά την παράγραφο 3 του εν λόγω άρθρου, «[ο] δασμός που επεκτείνεται με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου εισπράττεται για τις εισαγωγές που αποστέλλονται από την Καμπότζη, το Πακιστάν και τις Φιλιππίνες, είτε δηλώνονται ως καταγωγής Καμπότζης, Πακιστάν και Φιλιππινών είτε όχι, οι οποίες καταγράφονται σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 938/2014, με το άρθρο 13 παράγραφος 3 και με το άρθρο 14 παράγραφος 5 του [βασικού κανονισμού], με εξαίρεση τα προϊόντα που παράγονται από τις εταιρείες οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 1».

 Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

27      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 11 Αυγούστου 2015, η προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.

[παραλειπόμενα]

42      Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 9ης Νοεμβρίου 2017.

43      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η προσφεύγουσα και η Επιτροπή υπέβαλαν ορισμένες παρατηρήσεις επί της εκθέσεως ακροατηρίου, οι οποίες περιελήφθησαν στα πρακτικά της συνεδριάσεως.

 Σκεπτικό

[παραλειπόμενα]

 Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως που στηρίζεται σε παράβαση του άρθρου 13, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού λόγω «πρόδηλης νομικής και πραγματικής πλάνης εκτιμήσεως», στην οποία υπέπεσε η Επιτροπή όσον αφορά τη διαπίστωση καταστρατηγήσεως και τη φύση των διαθέσιμων στοιχείων

45      Στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η διαπίστωση πρακτικής μεταφορτώσεως είναι εσφαλμένη, καθώς και οι έννομες συνέπειες που επάγεται η εν λόγω διαπίστωση. Κατά την άποψή της, τα συγκεκριμένα ποδήλατα κατασκευάστηκαν από πλαίσια και υλικά βιετναμέζικης καταγωγής, καθόσον η Επιτροπή δεν διέθετε κανένα αποδεικτικό στοιχείο περί του αντιθέτου. Ούτε ο βασικός κανονισμός ούτε η νομολογία της παρέχουν τη δυνατότητα αυτόματης συναγωγής του συμπεράσματος ότι υπάρχει πρακτική μεταφορτώσεως. Η προσφεύγουσα εκτιμά ότι απέδειξε επαρκώς κατά νόμον τη βιετναμέζικη καταγωγή των μερών, με τη βοήθεια αποδεικτικών στοιχείων τα οποία δεν είχε τη δυνατότητα να μη λάβει υπόψη η Επιτροπή, όπως έπραξε. Διευκρινίζει ότι επί του τιμολογίου CI‑15295‑PM αναγράφονται οι ειδικοί κωδικοί αναφοράς κάθε μοντέλου και ότι τούτο καθιστά δυνατό τον προσδιορισμό του υλικού που συνθέτει το πλαίσιο. Προσθέτει δε ότι έχει προσκομίσει τα συμπληρωματικά έγγραφα που αναφέρονται στη σκέψη 22 ανωτέρω. Επισημαίνει ότι αμφισβητεί, επίσης, τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή αξιολόγησε το πιστοποιητικό καταγωγής «τύπου Α» που εξέδωσαν οι βιετναμέζικες αρχές, διότι σ’ αυτό αναγράφονται ο αριθμός τιμολογίου του προμηθευτή, η ημερομηνία του τιμολογίου αυτού, ο αριθμός των σχετικών μονάδων, η μικτή ποσότητα του φορτίου και ότι το φορτίο αυτό ελέγχθηκε κατά τη διέλευση των συνόρων που χωρίζουν το Βιετνάμ από την Καμπότζη. Εσφαλμένη ήταν, συνεπώς, μόνον η περιεχόμενη στο εν λόγω πιστοποιητικό αναφορά σε «χαλύβδινα πλαίσια ποδηλάτου» η οποία, όπως έχει ήδη εξηγήσει η προσφεύγουσα, συνιστούσε εκ παραδρομής λάθος του προμηθευτή.

46      Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι η μόνη ανακολουθία που υπήρχε στα προσκομισθέντα εκ μέρους της αποδεικτικά στοιχεία αφορούσε τη διαφορετική περιγραφή των ποδηλάτων στο τιμολόγιο CI‑15295‑PM, των πλαισίων που αποτελούσαν αντικείμενο του τιμολογίου αγοράς KYD‑CN‑F01 και του πιστοποιητικού καταγωγής «τύπου Α», ενώ όλα τα υπόλοιπα στοιχεία καταδείκνυαν ότι είχε αγοράσει τα πλαίσια ποδηλάτου από το Βιετνάμ. Η ανάλυση της Επιτροπής απέδιδε, συνεπώς, ευθύνη για πρακτικές μεταφορτώσεως σε κάθε μη Κινέζο κατασκευαστή που είχε σχέσεις με Κινέζους κατασκευαστές ποδηλάτων, ανεξαρτήτως των πραγματικών περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως.

47      Η Επιτροπή υπέπεσε, συνεπώς, σε «νομική και πραγματική» πλάνη εκτιμήσεως, κατά την εφαρμογή του άρθρου 13, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού.

48      Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη του πρώτου λόγου ακυρώσεως.

 Εισαγωγικές παρατηρήσεις

[παραλειπόμενα]

53      Κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, η ύπαρξη καταστρατηγήσεως των μέτρων αντιντάμπινγκ διαπιστώνεται όταν πληρούνται τέσσερεις προϋποθέσεις. Πρώτον, πρέπει να υπάρχει μεταβολή του τρόπου διεξαγωγής των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ τρίτης χώρας και της Ένωσης ή μεταξύ των εταιριών της χώρας που υπόκειται στα μέτρα και της Ένωσης. Δεύτερον, η μεταβολή αυτή πρέπει να απορρέει από μια πρακτική, διαδικασία ή εργασία, για την οποία δεν υφίσταται ικανός αποχρών λόγος ή άλλη οικονομική δικαιολογία, πλην της επιβολής του δασμού. Τρίτον, πρέπει να υφίστανται στοιχεία περί του ότι ζημιώνεται η βιομηχανία της Ένωσης ή ότι εξουδετερώνονται οι επανορθωτικές συνέπειες του δασμού αντιντάμπινγκ. Τέταρτον, πρέπει να υφίστανται αποδεικτικά στοιχεία της υπάρξεως ντάμπινγκ (αποφάσεις της 26ης Ιανουαρίου 2017, Maxcom κατά Chin Haur Indonesia, C‑247/15 P, C‑253/15 P και C‑259/15 P, EU:C:2017:61, σκέψη 55, και της 26ης Ιανουαρίου 2017, Maxcom κατά City Cycle Industries, C‑248/15 P, C‑254/15 P και C‑260/15 P, EU:C:2017:62, σκέψη 57).

54      Από το γράμμα και την οικονομία του άρθρου 13 του βασικού κανονισμού προκύπτει ότι, προκειμένου να αποδειχθεί η ύπαρξη καταστρατηγήσεως, τα οικεία θεσμικά όργανα οφείλουν να προβαίνουν σε σφαιρική ανάλυση ως προς την τρίτη χώρα την οποία αφορά η έρευνα σχετικά με καταστρατήγηση στο σύνολό της. Αντιθέτως, δεν απόκειται σε αυτά, προκειμένου να αποδείξουν την εν λόγω καταστρατήγηση, να προβαίνουν σε ανάλυση της καταστάσεως κάθε μεμονωμένου παραγωγού-εξαγωγέα, καθώς η ανάλυση αυτή βαρύνει τους εν λόγω μεμονωμένους παραγωγούς-εξαγωγείς στο πλαίσιο των αιτήσεων που υποβάλλονται βάσει του άρθρου 13, παράγραφος 4, του κανονισμού αυτού (αποφάσεις της 26ης Ιανουαρίου 2017, Maxcom κατά Chin Haur Indonesia, C‑247/15 P, C‑253/15 P και C‑259/15 P, EU:C:2017:61, σκέψη 57, και της 26ης Ιανουαρίου 2017, Maxcom κατά City Cycle Industries, C‑248/15 P, C‑254/15 P και C‑260/15 P, EU:C:2017:62, σκέψη 59).

55      Ειδικότερα, βάσει του άρθρου 13, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, η ύπαρξη καταστρατηγήσεως των μέτρων αντιντάμπινγκ διαπιστώνεται από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης συνολικά για την εν λόγω τρίτη χώρα, ενώ σε κάθε μεμονωμένο παραγωγό-εξαγωγέα απόκειται να αποδείξει ότι η ειδική κατάσταση υπό την οποία τελεί δικαιολογεί να του χορηγηθεί απαλλαγή δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 4, του κανονισμού αυτού (αποφάσεις της 26ης Ιανουαρίου 2017, Maxcom κατά Chin Haur Indonesia, C‑247/15 P, C‑253/15 P και C‑259/15 P, EU:C:2017:61, σκέψη 59, και της 26ης Ιανουαρίου 2017, Maxcom κατά City Cycle Industries, C‑248/15 P, C‑254/15 P και C‑260/15 P, EU:C:2017:62, σκέψη 61).

56      Εξάλλου, όπως υπενθύμισε ο γενικός εισαγγελέας P. Mengozzi με τις προτάσεις του στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Maxcom κ.λπ. κατά Chin Haur Indonesia (C‑247/15 P, C‑253/15 P και C‑259/15 P, EU:C:2016:712, σημεία 7 και 67), το άρθρο 13, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του βασικού κανονισμού (νυν άρθρο 13, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, του κανονισμού 2016/1036) απαριθμεί ενδεικτικά τις πρακτικές, διαδικασίες ή εργασίες για τις οποίες γίνεται λόγος στο πρώτο εδάφιο και οι οποίες περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, «την αποστολή του προϊόντος που υπόκειται στα μέτρα μέσω τρίτων χωρών» και, «υπό τις περιστάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2, τη συναρμολόγηση μερών από δράση συναρμολόγησης στην [Ένωση] ή σε τρίτη χώρα». Όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή στην απάντηση που έδωσε στις 13 Οκτωβρίου 2017 σε μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας της 22ας Σεπτεμβρίου 2017 (βλ. σκέψεις 38 και 39 ανωτέρω), οι διάφορες πρακτικές καταστρατηγήσεως που περιλαμβάνονται στο εν λόγω άρθρο 13, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, απαριθμούνται ενδεικτικώς, όπως καταδεικνύεται από τη χρήση της φράσεως «μεταξύ άλλων».

57      Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι αρκεί να αποδειχθεί ένα μόνον είδος πρακτικής καταστρατηγήσεως προκειμένου να συντρέχει η δεύτερη προϋπόθεση που εκτίθεται στη σκέψη 53 ανωτέρω, τούτο όμως δεν εμποδίζει τα οικεία θεσμικά όργανα να διαπιστώσουν και άλλου είδους πρακτικές καταστρατηγήσεως, εφόσον εκτιμούν ότι συντρέχει τέτοια περίπτωση.

 Εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση

58      Από τον προσβαλλόμενο κανονισμό προκύπτει ότι η Επιτροπή εξέτασε τις τέσσερεις προϋποθέσεις που εκτίθενται στη σκέψη 53 ανωτέρω ως προς την Καμπότζη, αφενός, πριν δεχθεί την ατομική αίτηση απαλλαγής που υπέβαλαν οι τρεις από τις πέντε συνεργαζόμενες εταιρίες της Καμπότζης και, αφετέρου, πριν απορρίψει την αίτηση απαλλαγής των άλλων δύο εταιριών στις οποίες συγκαταλέγεται και η προσφεύγουσα.

59      Καταρχάς, όσον αφορά την πρώτη, την τρίτη και την τέταρτη προϋπόθεση, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις αυτές, κάτι το οποίο δεν αμφισβητεί η προσφεύγουσα.

60      Στη συνέχεια, όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή την ύπαρξη πρακτικών καταστρατηγήσεως στην Καμπότζη, δηλαδή πρακτικών, διαδικασιών ή εργασιών για τις οποίες δεν υφίσταται ικανός αποχρών λόγος ή άλλη οικονομική δικαιολογία, πλην της επιβολής του δασμού, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι υπήρχαν τόσο πρακτικές μεταφορτώσεως όσο και διαδικασίες συσκευασίας που δεν πληρούσαν τα κριτήρια του άρθρου 13, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού.

61      Βεβαίως, από τις αιτιολογικές σκέψεις 69 έως 74 του προσβαλλόμενου κανονισμού προκύπτει ότι η διαπίστωση της υπάρξεως πρακτικών μεταφορτώσεως στην Καμπότζη στηρίζεται μόνο στην ατομική κατάσταση της προσφεύγουσας. Εντούτοις πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η Επιτροπή επισήμανε, επίσης, ότι υπήρχαν στην Καμπότζη πρακτικές συναρμολογήσεως οι οποίες δεν πληρούσαν τα κριτήρια του άρθρου 13, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού όσον αφορά δύο εταιρίες της Καμπότζης, μεταξύ των οποίων και η προσφεύγουσα, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 75 έως 88 του προσβαλλόμενου κανονισμού.

62      Συνεπώς, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι η προσφεύγουσα δεν εμπλέκεται σε πρακτικές μεταφορτώσεως, πράγμα το οποίο θα απέκλειε την ύπαρξη τέτοιων πρακτικών στην Καμπότζη, η διαπίστωση πρακτικών καταστρατηγήσεως εντός του κράτους αυτού θα εξακολουθούσε να ισχύει βάσει των λόγων που εκτίθενται στον προσβαλλόμενο κανονισμό σχετικά με τις διαδικασίες συναρμολογήσεως που δεν πληρούσαν τα κριτήρια του άρθρου 13, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, τουλάχιστον όσον αφορά την άλλη εταιρία της Καμπότζης, ως προς την οποία όμως οι σχετικές διαπιστώσεις που περιλαμβάνονται στον προσβαλλόμενο κανονισμό δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας διαφοράς.

63      Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως δεν μπορεί, συνεπώς, να αναιρέσει τη διαπίστωση που περιλαμβάνεται στον προσβαλλόμενο κανονισμό περί υπάρξεως πρακτικών καταστρατηγήσεως στην Καμπότζη κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού.

64      Πρέπει τώρα να εξεταστεί εάν ο πρώτος λόγος ακυρώσεως είναι βάσιμος στο μέτρο που έχει ως σκοπό να αποδείξει ότι η προσφεύγουσα δεν ενεπλάκη σε πρακτικές μεταφορτώσεως.

65      Συναφώς, από τον προσβαλλόμενο κανονισμό προκύπτει ότι η Επιτροπή απέρριψε την αίτηση απαλλαγής της προσφεύγουσας λόγω των υφιστάμενων πρακτικών μεταφορτώσεως αλλά και των διαδικασιών συναρμολογήσεως που δεν πληρούσαν τα κριτήρια του άρθρου 13, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού.

66      Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, όπως προκύπτει από τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 55 ανωτέρω, σε κάθε μεμονωμένο παραγωγό-εξαγωγέα απόκειται να αποδείξει ότι η ειδική κατάσταση υπό την οποία τελεί δικαιολογεί να του χορηγηθεί απαλλαγή δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού. Κατά το γράμμα της διατάξεως αυτής, οι αιτήσεις απαλλαγής πρέπει να είναι «δεόντως τεκμηριωμένες με αποδεικτικά στοιχεία» και, όταν οι πρακτικές, διαδικασίες ή εργασίες που συνιστούν καταστρατήγηση λαμβάνουν χώρα εκτός της Ένωσης, να παρέχουν στους ενδιαφερόμενους τη δυνατότητα να «αποδείξουν ότι δεν είναι συνδεδεμένοι με παραγωγούς οι οποίοι υπόκεινται στα μέτρα» και ότι «δεν εφαρμόζουν πρακτικές καταστρατήγησης όπως ορίζεται στις παραγράφους 1 και 2 του [εν λόγω] άρθρου».

67      Συνεπώς, εάν ο αιτών απαλλαγή αδυνατεί να αποδείξει ότι η ειδική κατάσταση υπό την οποία τελεί δικαιολογεί τη χορήγηση της εν λόγω απαλλαγής, για παράδειγμα λόγω της υπάρξεως στοιχείων που αποδεικνύουν πρακτικές μεταφορτώσεως, ορθώς η Επιτροπή αρνείται να χορηγήσει την απαλλαγή αυτή.

68      Εν προκειμένω, πρώτον, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι τον Ιανουάριο του 2014 η προσφεύγουσα μόλις είχε αρχίσει να ασκεί τις κατασκευαστικές δραστηριότητές της και ότι η ίδια δεν είχε κατασκευάσει τα πλαίσια των ποδηλάτων που εξήγαγε στην Ένωση στις 27 Ιανουαρίου 2014, τα οποία αποτελούν αντικείμενο του τιμολογίου CI‑15295‑PM, πράγμα το οποίο δεν αμφισβητεί η προσφεύγουσα.

69      Δεύτερον, η Επιτροπή διαπίστωσε δύο ειδών ανακολουθίες βάσει συγκρίσεως του τιμολογίου CI‑15295‑PM, το οποίο περιείχε τον αριθμό και τον τύπο των ποδηλάτων που εξήχθησαν στην Ένωση στις 27 Ιανουαρίου 2014, με το τιμολόγιο αγοράς των πλαισίων ποδηλάτου που φέρεται να χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή των ποδηλάτων που εξήχθησαν στην Ένωση με κωδικό αναφοράς KYD‑CN‑F01. Αφενός, κατά το τιμολόγιο KYD‑CN‑F01, τα πλαίσια που αγοράσθηκαν από Βιετναμέζο έμπορο ήταν χαλύβδινα ενώ, κατά το τιμολόγιο CI‑15295‑PM, ορισμένα από τα ποδήλατα που εξήχθησαν στην Ένωση είχαν χαλύβδινα πλαίσια ενώ άλλα εξ αυτών έφεραν πλαίσια αλουμινίου. Αφετέρου, ενώ το τιμολόγιο KYD‑CN‑F01 αναγράφει ότι πρόκειται για πλαίσια ποδηλάτου 26 ιντσών, τα ποδήλατα που πωλήθηκαν στην Ένωση και αποτελούν αντικείμενο του τιμολογίου CI‑15295‑PM είχαν τρία διαφορετικά μεγέθη, δηλαδή ήταν 26, 24 και 20 ιντσών. Η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί την ύπαρξη αυτών των ανακολουθιών.

70      Τρίτον, η πρώτη ανακολουθία παρατηρείται και στο πιστοποιητικό καταγωγής «τύπου A» που εξέδωσαν οι βιετναμέζικες αρχές για τα εν λόγω πλαίσια ποδηλάτου, στο μέτρο που και το εν λόγω πιστοποιητικό αφορά μόνο χαλύβδινα πλαίσια.

71      Επιβάλλεται, συνεπώς, η διαπίστωση ότι τα στοιχεία που προσκόμισε η προσφεύγουσα δεν είναι ικανά να καταδείξουν ότι αυτή είχε τη δυνατότητα να κατασκευάσει τα ποδήλατα που εξήχθησαν στην Ένωση και αποτελούν αντικείμενο του τιμολογίου CI‑15295‑PM από πλαίσια ποδηλάτου τα οποία, όπως υποστηρίζει, αγόρασε στο Βιετνάμ.

72      Η προσφεύγουσα επιχειρεί να εξηγήσει τις ως άνω διαπιστωθείσες ανακολουθίες ως εκ παραδρομής «λάθος» του Βιετναμέζου προμηθευτή. Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί όμως να γίνει δεκτό.

73      Πράγματι πρέπει να επισημανθεί ότι οι εν λόγω ανακολουθίες αφορούν τόσο το υλικό όσο και το μέγεθος των πλαισίων που αποτελούν τα βασικά χαρακτηριστικά κάθε ποδηλάτου, τα οποία καθορίζουν τον τύπο και την ποιότητα του ποδηλάτου καθώς και την τιμή του. Δεν δύναται, συνεπώς, να γίνει δεκτό ότι τόσο σημαντικές αποκλίσεις μπορούν να δικαιολογηθούν από εκ παραδρομής «λάθος» του προμηθευτή, κατά μείζονα δε λόγο διότι το υποτιθέμενο «λάθος» είναι πολλαπλό, καθόσον δεν αφορά μόνον το υλικό (χάλυβα ή αλουμίνιο) αλλά και τρία διαφορετικά μεγέθη πλαισίου.

74      Περαιτέρω, ορισμένα έγγραφα και στοιχεία που προσκόμισε η προσφεύγουσα μετά την κοινοποίηση των πορισμάτων της Επιτροπής και κατά τη διάρκεια της παρούσας διαδικασίας εγείρουν επίσης αμφιβολίες σχετικά με τις περιστάσεις που αφορούν την εξαγωγή προς την Ένωση των αναγραφόμενων στο τιμολόγιο CI‑15295‑PM ποδηλάτων.

75      Συγκεκριμένα, πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει, όπως και η Επιτροπή, ότι το τιμολόγιο CI‑15295‑PM, το οποίο προσκομίστηκε, εξετάστηκε και φωτοτυπήθηκε κατά τον επιτόπιο έλεγχο και το οποίο περιλαμβάνεται στο παράρτημα B 5, δεν συνάδει με το τιμολόγιο που προσκόμισε η προσφεύγουσα στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας στο παράρτημα A 11 (σ. 200). Το ίδιο ισχύει και για τον κατάλογο συσκευασίας που περιλαμβάνεται στο ίδιο παράρτημα A 11 (σ. 201),ο οποίος δεν είναι ακριβές αντίγραφο του καταλόγου που προσκομίστηκε κατά τον επιτόπιο έλεγχο.

76      Δεύτερον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι οι τελωνειακές αρχές έλεγξαν το επίμαχο φορτίο πλαισίων ποδηλάτου κατά τη διέλευσή του από τα σύνορα μεταξύ Βιετνάμ και Καμπότζης. Δεν μπορεί όμως να γίνει δεκτό ότι οι εν λόγω αρχές δεν αντιλήφθηκαν ότι το συγκεκριμένο φορτίο δεν αντιστοιχούσε στην αναγραφόμενη επί του πιστοποιητικού καταγωγής «τύπου Α» αλλά και επί του τιμολογίου KYD‑CN‑F01 περιγραφή των επίμαχων προϊόντων, κατά μείζονα δε λόγο διότι οι επίμαχες ανακολουθίες αφορούν βασικά χαρακτηριστικά των μερών αυτών και συγκεκριμένα το υλικό των πλαισίων και το μέγεθός τους.

77      Τρίτον, πρέπει να γίνει δεκτό, όπως επισήμανε η Επιτροπή, ότι το δελτίο παραγγελίας που προσκόμισε η προσφεύγουσα απαντώντας στην κοινοποίηση των πορισμάτων (βλ. παράρτημα A 12, σ. 231) δεν αναγράφει τιμή, πράγμα το οποίο γεννά αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία του. Η προσφεύγουσα εξηγεί, συναφώς, ότι η έλλειψη τιμής οφείλεται στο γεγονός ότι, κατά τον χρόνο εκδόσεως του εν λόγω δελτίου παραγγελίας, τελούσε ακόμη σε διαπραγματεύσεις με τον Βιετναμέζο προμηθευτή της σχετικά με την τελική τιμή (σημείο 43 του υπομνήματος απαντήσεως). Εντούτοις, η προσφεύγουσα δηλώνει παράλληλα ότι επέλεξε τον συγκεκριμένο προμηθευτή ακριβώς λόγω του ότι της πρότεινε «τη χαμηλότερη τιμή» (σημείο 45 του υπομνήματος απαντήσεως). Οι εξηγήσεις αυτές φαίνεται ότι είναι αντιφατικές.

78      Τέταρτον, η Επιτροπή διαπίστωσε, στην αιτιολογική σκέψη 71 του προσβαλλόμενου κανονισμού, ότι «δεν [είχαν υποβληθεί] αποδεικτικά στοιχεία για τα υπόλοιπα στάδια κατασκευής των πλαισίων, όπως η κοπή, μορφοποίηση, διάτρηση και βαφή)». Μολονότι, στο δικόγραφο της προσφυγής, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι τα αγορασθέντα πλαίσια μετατράπηκαν στο εργοστάσιό της σε ολοκληρωμένα ποδήλατα έτοιμα προς εξαγωγή, εντούτοις δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό στοιχείο σχετικά με τα διάφορα στάδια κατασκευής των επίμαχων πλαισίων. Ερωτηθείσα σχετικώς κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα επιβεβαίωσε ότι δεν έχει προσκομίσει τέτοιου είδους αποδείξεις, όπως επισήμανε η Επιτροπή στην αιτιολογική σκέψη 71 του προσβαλλόμενου κανονισμού.

79      Πέμπτον, δεν αμφισβητείται ότι η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε κανένα πιστοποιητικό καταγωγής «τύπου Α» για τα ποδήλατα που εξήγαγε στην Ένωση και αποτελούν αντικείμενο του τιμολογίου CI‑15295‑PM.

80      Υπό τις περιστάσεις αυτές πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή μπορούσε να συμπεράνει, χωρίς να υποπέσει σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, ότι, λαμβανομένης υπόψη της καταστάσεως του εργοστασίου της προσφεύγουσας τον Ιανουάριο του 2014, της ελλείψεως οιουδήποτε αποδεικτικού στοιχείου σχετικά με τα άλλα στάδια κατασκευής των πλαισίων ποδηλάτου και ελλείψει οιασδήποτε άλλης εύλογης εξηγήσεως, τα 1 099 ποδήλατα που εξήχθησαν στην Ελλάδα αποτέλεσαν αντικείμενο μεταφορτώσεως από την Κίνα, καθόσον δεν ήταν δυνατό να συναρμολογηθούν από πλαίσια ποδηλάτου τα οποία δεν αντιστοιχούσαν στα βασικά χαρακτηριστικά τους.

81      Συναφώς, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να προσάψει στην Επιτροπή ότι συμπέρανε «αυτομάτως» ότι τα ποδήλατα που εξήχθησαν στην Ένωση και αφορούν το τιμολόγιο CI‑15295‑PM αποτέλεσαν αντικείμενο μεταφορτώσεως από την Κίνα.

82      Πράγματι, κατά τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 55 ανωτέρω, σε κάθε μεμονωμένο παραγωγό-εξαγωγέα απόκειται να αποδείξει ότι η ειδική κατάσταση υπό την οποία τελεί δικαιολογεί να του χορηγηθεί απαλλαγή δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού. Κατόπιν των προεκτεθέντων στις σκέψεις 68 έως 80 ανωτέρω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι κατασκεύασε τα εν λόγω ποδήλατα από πλαίσια καταγωγής Βιετνάμ.

83      Επιπροσθέτως, από την αιτιολογική σκέψη 72 του προσβαλλόμενου κανονισμού και από τα στοιχεία που περιέλαβε η προσφεύγουσα στον πίνακα F 2 προκύπτει ότι αυτή εισήγαγε, κατά την περίοδο αναφοράς, την πλειονότητα των μερών ποδηλάτου από Κινέζους κατασκευαστές ποδηλάτων και μερών ποδηλάτων με τους οποίους είχε κεφαλαιακούς δεσμούς (βλ. σκέψη 11 ανωτέρω). Υπό τις περιστάσεις αυτές και ελλείψει οιασδήποτε άλλης εύλογης εξηγήσεως που να στηρίζεται σε αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία, η Επιτροπή μπορούσε να συμπεράνει, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο, ότι τα ποδήλατα που εξήχθησαν στην Ένωση και αποτελούν αντικείμενο του τιμολογίου CI‑15295‑PM είχαν μεταφορτωθεί από την Κίνα.

84      Η διαπίστωση αυτή αρκεί για να αποδειχθεί ότι η προσφεύγουσα δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 13, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού και ότι, συνεπώς, η Επιτροπή ορθώς απέρριψε την αίτηση απαλλαγής.

85      Πράγματι, αφενός, όπως προκύπτει από τη σκέψη 57 ανωτέρω, ένα μόνον είδος πρακτικής καταστρατηγήσεως αρκεί για να αποδειχθεί ότι ο αιτών απαλλαγή εφαρμόζει τέτοιες πρακτικές κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.

86      Αφετέρου, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η επίμαχη μεταφόρτωση αφορά μόνον την εξαγωγή στην Ένωση των 1 099 ποδηλάτων που αποτελούν αντικείμενο του τιμολογίου CI‑15295‑PM, όπως επιβεβαίωσαν οι διάδικοι με τις απαντήσεις τους στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεων της διαδικασίας. Εντούτοις, το άρθρο 13, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού επιβάλλει στον ενδιαφερόμενο παραγωγό την υποχρέωση να αποδείξει ότι «δεν εφαρμόζει πρακτικές καταστρατήγησης». Η διάταξη αυτή δεν θέτει ούτε ποσοτικούς όρους ούτε ποιοτικές απαιτήσεις όσον αφορά τις πρακτικές αυτές. Δεν απαιτεί, μεταξύ άλλων, τη διαπίστωση των εν λόγω πρακτικών σε σχέση με κάθε εξαγωγή προς την Ένωση κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς.

87      Περαιτέρω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, εν προκειμένω, η εξαγωγή αυτή, η οποία δεν ήταν διόλου αμελητέα, αντιπροσωπεύει, όπως επισήμανε η Επιτροπή, το 18 % του συνολικού όγκου των εξαγωγών της προσφεύγουσας προς την Ένωση κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς.

88      Συνεπώς, καθόσον η Επιτροπή ορθώς διαπίστωσε ότι η προσφεύγουσα εφάρμοσε την εν λόγω πρακτική μεταφορτώσεως, έστω και όσον αφορά μόνον την εξαγωγή που διαλαμβάνεται στη σκέψη 86 ανωτέρω, μπορούσε να απορρίψει την αίτηση απαλλαγής χωρίς να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο. Ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

[παραλειπόμενα]

99      Εκ του συνόλου των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

 Επί των δικαστικών εξόδων

100    Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

101    Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με σχετικό αίτημα της Επιτροπής.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή.

2)      Καταδικάζειτην Asia Leader International (Cambodia) Co. Ltd στα δικαστικά έξοδα.

Tomljenović

Μαρκουλλή

Kornezov

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 19 Απριλίου 2018.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.


1      Παρατίθενται μόνον οι σκέψεις των οποίων η δημοσίευση κρίνεται σκόπιμη από το Γενικό Δικαστήριο.


2      Παρατίθενται μόνον οι σκέψεις των οποίων η δημοσίευση κρίνεται σκόπιμη από το Γενικό Δικαστήριο. Όσον αφορά τις παραλειπόμενες σκέψεις, γίνεται παραπομπή στην απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της ..., .../... (T-..., EU:...).