Language of document : ECLI:EU:T:2018:263

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)

της 8ης Μαΐου 2018 (*)

«REACH – Αξιολόγηση των φακέλων – Έλεγχος της συμμορφώσεως των καταχωρίσεων – Έλεγχος των υποβαλλομένων πληροφοριών και εν συνεχεία παρακολούθηση της αξιολογήσεως των φακέλων – Δήλωση μη συμμορφώσεως – Αρμοδιότητα του Γενικού Δικαστηρίου – Προσφυγή ακυρώσεως – Πράξη υποκείμενη σε προσφυγή – Άμεσος και ατομικός επηρεασμός – Παραδεκτό – Νομική βάση – Άρθρα 41, 42 και 126 του κανονισμού (ΕΚ) 1907/2006»

Στην υπόθεση T-283/15,

Esso Raffinage, με έδρα την Courbevoie (Γαλλία), εκπροσωπούμενη από τον M. Navin-Jones, solicitor,

προσφεύγουσα,

κατά

Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων (ECHA), εκπροσωπούμενου από τους C. Jacquet, C. Schultheiss, W. Broere και την M. Heikkilä,

καθού,

υποστηριζόμενου από

την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τον T. Henze,

από

τη Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τους D. Colas και J. Traband,

και

το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενο από τις M. de Ree, M. Bulterman και M. Noort,

παρεμβαίνοντες,

με αντικείμενο προσφυγή δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ με αίτημα την ακύρωση του εγγράφου του ECHA της 1ης Απριλίου 2015 το οποίο απευθύνεται προς το Υπουργείο Οικολογίας, Βιώσιμης Αναπτύξεως, Μεταφορών και Στεγάσεως της Γαλλίας και επιγράφεται «Δήλωση μη συμμορφώσεως κατόπιν αποφάσεως αξιολογήσεως των φακέλων βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 1907/2006»,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους Δ. Γρατσία, πρόεδρο, A. Dittrich (εισηγητή) και P. G. Xuereb, δικαστές,

γραμματέας: C. Heeren, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 19ης Σεπτεμβρίου 2017,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

 Ιστορικό της διαφοράς

1        Η προσφεύγουσα, Esso Raffinage, εταιρία γαλλικού δικαίου, παράγει και εμπορεύεται μια ορισμένη ουσία για την οποία υπέβαλε, στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Χημικών Προϊόντων (ECHA), φάκελο καταχωρίσεως σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων (Reach) και για την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/45/ΕΚ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 793/93 του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) 1488/94 της Επιτροπής καθώς και της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών 91/155/ΕΟΚ, 93/67/ΕΟΚ, 93/105/ΕΚ και 2000/21/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ 2006, L 396, σ. 1, διορθωτικό ΕΕ 2007, L 136, σ. 3).

2        Στις 17 Νοεμβρίου 2010, η προσφεύγουσα επικαιροποίησε τον φάκελό της καταχωρίσεως για την ουσία που είχε καταχωρισθεί στην ποσοτική κατηγορία άνω των 1 000 τόνων ετησίως.

3        Στις 9 Ιουλίου 2010, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 41, παράγραφος 1, του κανονισμού 1907/2006, ο ECHA άρχισε την αξιολόγηση του φακέλου καταχωρίσεως της προσφεύγουσας.

4        Στις 28 Ιουνίου 2011, συμφώνως προς το άρθρο 50, παράγραφος 1, του κανονισμού 1907/2006, ο ECHA κοινοποίησε στην προσφεύγουσα σχέδιο αποφάσεως το οποίο είχε συνταχθεί βάσει του άρθρου 41, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού. Με αυτό το σχέδιο αποφάσεως ζητήθηκε από την προσφεύγουσα να προσκομίσει μελέτη τοξικότητας της καταχωρισμένης ουσίας για την προγεννητική ανάπτυξη ενός ζωικού είδους.

5        Αφού διαβίβασε τις παρατηρήσεις της επί του σχεδίου αποφάσεως στις 28 Ιουλίου 2011, η προσφεύγουσα επικαιροποίησε, στις 6 Σεπτεμβρίου 2011, τον φάκελο καταχωρίσεως ούτως ώστε να διορθώσει ορισμένα μη συμμορφούμενα σημεία τα οποία είχαν επισημανθεί από τον ECHA.

6        Στις 14 Ιουνίου 2012, συμφώνως προς το άρθρο 51, παράγραφος 1, του κανονισμού 1907/2006, ο ECHA κοινοποίησε το σχέδιο αποφάσεως στις αρχές ελέγχου των κρατών μελών που ήσαν επιφορτισμένες με την εφαρμογή του κανονισμού 1907/2006 και τις κάλεσε να προτείνουν τροποποιήσεις επί τη βάσει του άρθρου 51, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού.

7        Στις 18 Ιουλίου 2012, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 51, παράγραφος 5, του κανονισμού 1907/2006, ο ECHA διαβίβασε ένα αναθεωρημένο σχέδιο αποφάσεως στην προσφεύγουσα. Προτάσεις τροποποιήσεων προερχόμενες από διάφορα κράτη μέλη είχαν επισυναφθεί στο αναθεωρημένο σχέδιο αποφάσεως. Στην πρότασή του, το Βασίλειο της Δανίας συνέστησε να ζητηθεί από την προσφεύγουσα να προσκομίσει μια συμπληρωματική μελέτη, ήτοι μια μελέτη τοξικότητας της καταχωρισμένης ουσίας για την προγεννητική ανάπτυξη ενός δευτέρου είδους. Κατά το κράτος μέλος αυτό, η δεύτερη αυτή μελέτη αποτελούσε «τυπική απαίτηση πληροφοριών», κατά την έννοια του σημείου 8.7.2 του παραρτήματος X του κανονισμού 1907/2006.

8        Η προσφεύγουσα δεν διατύπωσε παρατηρήσεις επ’ αυτής της προτάσεως τροποποιήσεως.

9        Στις 30 Ιουλίου 2012, συμφώνως προς το άρθρο 51, παράγραφος 4, του κανονισμού 1907/2006, το αναθεωρημένο σχέδιο αποφάσεως απεστάλη στην επιτροπή των κρατών μελών.

10      Κατά την 25η συνεδρίασή της, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 19 έως τις 21 Σεπτεμβρίου 2012, η επιτροπή των κρατών μελών κατέληξε σε ομόφωνη συμφωνία ως προς το αναθεωρημένο σχέδιο αποφάσεως, περιλαμβανομένης της προτάσεως του Βασιλείου της Δανίας σε σχέση με τη μελέτη τοξικότητας της καταχωρισμένης ουσίας για την προγεννητική ανάπτυξη ενός δευτέρου είδους. Η προσφεύγουσα ήταν παρούσα κατά τη συνεδρίαση αυτή. Κατά τη δημόσια συνεδρίαση, τα μέλη της επιτροπής και η προσφεύγουσα συζήτησαν το αίτημα περί εκπονήσεως μελέτης τοξικότητας για την προγεννητική ανάπτυξη ενός δευτέρου είδους.

11      Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της 25ης συνεδριάσεως της επιτροπής των κρατών μελών, κατά τη δημόσια συνεδρίαση, η προσφεύγουσα υποστήριξε ότι, ιδίως λόγω της περιορισμένης χρήσεως της συγκεκριμένης ουσίας, δεν ήσαν δικαιολογημένες άλλες δοκιμές για την ουσία αυτή. Ειδικότερα, τυχόν μελέτη της τοξικότητάς της για την προγεννητική ανάπτυξη ενός δευτέρου είδους δεν ήταν, κατ’ αυτήν, αναγκαία. Τα μέλη της επιτροπής των κρατών μελών επισήμαναν στην προσφεύγουσα ότι έσφαλε ως προς την ερμηνεία του κανονισμού 1907/2006 σε σχέση με την ανάγκη υποβολής πληροφοριών προερχόμενων από μελέτη τοξικότητας για την προγεννητική ανάπτυξη ενός δευτέρου είδους.

12      Στις 6 Νοεμβρίου 2012, ο ECHA δημοσίευσε και κοινοποίησε στην προσφεύγουσα απόφαση στηριζόμενη στο άρθρο 41, παράγραφος 3, του κανονισμού 1907/2006 (στο εξής: απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2012). Στην απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2012, ο ECHA διαπίστωνε την έλλειψη συμμορφώσεως του φακέλου καταχωρίσεως με τον κανονισμό 1907/2006 και έτασσε στην προσφεύγουσα προθεσμία έως τις 6 Νοεμβρίου 2013 προκειμένου να προσκομίσει πληροφορίες σχετικά με δέκα διαφορετικά στοιχεία, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν μια «μελέτη τοξικότητας για την προγεννητική ανάπτυξη των κουνελιών, στοματική οδός» και μια «δοκιμή μακροπρόθεσμης τοξικότητας για τους οργανισμούς που διαβιούν στα ιζήματα».

13      Όπως προκύπτει από την απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2012, ο ECHA φρονούσε ότι οι πληροφορίες αυτές απαιτούνταν προκειμένου να τηρηθούν οι «τυπικές απαιτήσεις πληροφοριών», κατά τα οριζόμενα, αφενός, όσον αφορά την πρώτη μελέτη, στο σημείο 8.7.2 του παραρτήματος X του κανονισμού 1907/2006 και, αφετέρου, όσον αφορά τη δοκιμή στους οργανισμούς που διαβιούν στα ιζήματα, στο σημείο 9.5.1 του παραρτήματος X του ίδιου κανονισμού.

14      Η προσφεύγουσα δεν άσκησε προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως της 6ης Νοεμβρίου 2012.

15      Με επιστολή της 12ης Δεκεμβρίου 2012, το Υπουργείο Οικολογίας, Βιώσιμης Αναπτύξεως, Μεταφορών και Στεγάσεως (στο εξής: γαλλικό Υπουργείο Οικολογίας), που είναι η αρμόδια αρχή ελέγχου στη Γαλλία για την καταχώριση, την αξιολόγηση και την αδειοδότηση των χημικών ουσιών, καθώς και τους περιορισμούς που ισχύουν για αυτές τις ουσίες, διαβίβασε επίσης την απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2012 στην προσφεύγουσα. Στο πλαίσιο της διαβιβάσεως αυτής, το γαλλικό Υπουργείο Οικολογίας εφιστούσε την προσοχή της προσφεύγουσας στο γεγονός ότι «τυχόν παράλειψη απαντήσεως εκ μέρους [της προσφεύγουσας] θα συνιστούσε παράβαση των υποχρεώσεων του κανονισμού [1907/2006] η οποία επισύρει κατά τον κώδικα περιβάλλοντος διοικητικές και ποινικές κυρώσεις».

16      Σε απάντηση της αποφάσεως της 6ης Νοεμβρίου 2012, η προσφεύγουσα επέλεξε, στις 6 Νοεμβρίου 2013, να μην προσκομίσει όλες τις πληροφορίες που είχαν ζητηθεί από τον ECHA με την απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2012. Αντιθέτως, όσον αφορά τις δύο μελέτες που μνημονεύονται στη σκέψη 12 ανωτέρω, κατάθεσε στον φάκελο καταχωρίσεως ένα έγγραφο 103 σελίδων το οποίο αποτελούσε, κατ’ αυτήν, ένα σύνολο αποδεικτικών στοιχείων κατά την έννοια του σημείου 1.2 του παραρτήματος XI του κανονισμού 1907/2006. Κατά την προσφεύγουσα, οι πληροφορίες που παρέχονταν με το έγγραφο αυτό δεν είχαν απαιτήσει τη διενέργεια δοκιμών σε ζώα και δεν είχαν γνωστοποιηθεί στον ECHA πριν από την έκδοση της αποφάσεως της 6ης Νοεμβρίου 2012. Ειδικότερα, ο σκοπός του εγγράφου αυτού ήταν να αποδείξει ότι η εκπόνηση μελέτης τοξικότητας της καταχωρισμένης ουσίας για την προγεννητική ανάπτυξη ενός δευτέρου είδους δεν ήταν αναγκαία.

17      Την 1η Απριλίου 2015, ο ECHA απηύθυνε στο γαλλικό Υπουργείο Οικολογίας, με κοινοποίηση αντιγράφου στην προσφεύγουσα, ένα έγγραφο που έχει συνταχθεί στην αγγλική και το οποίο επιγραφόταν «Δήλωση μη συμμορφώσεως κατόπιν αποφάσεως αξιολογήσεως του φακέλου βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 1907/2006» (στο εξής: έγγραφο της 1ης Απριλίου 2015).

18      Στο έγγραφο της 1ης Απριλίου 2015 επισυνάφθηκε έγγραφο επίσης της 1ης Απριλίου 2015, που επιγραφόταν «Παράρτημα στη δήλωση μη συμμορφώσεως κατόπιν αποφάσεως αξιολογήσεως του φακέλου βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 1907/2006». Το έγγραφο αυτό εξέθετε τα συμπεράσματα του ECHA και τους λόγους για τους οποίους θεωρούσε ότι η τελευταία επικαιροποίηση, από την προσφεύγουσα, του φακέλου καταχωρίσεως δεν ήταν αποδεκτή (το έγγραφο της 1ης Απριλίου 2015 και το παράρτημά του, στο εξής από κοινού: προσβαλλόμενη πράξη).

19      Το έγγραφο της 1ης Απριλίου 2015 έχει ως εξής:

«Ελσίνκι, 1η Απριλίου 2015

Στην γαλλική αρχή που είναι αρμόδια στα ζητήματα του REACH […]

Αριθμός ανακοινώσεως: […]

Αριθμός υποβολής κατόπιν γενομένης αξιολογήσεως: […]

Ημερομηνία της υποβολής κατόπιν γενομένης αξιολογήσεως: 6 Νοεμβρίου 2013

Δήλωση μη συμμορφώσεως κατόπιν αποφάσεως αξιολογήσεως του φακέλου βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 1907/2006

Συμφώνως προς το άρθρο 41, παράγραφος 3, του κανονισμού 1907/2006 (κανονισμού REACH), ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Χημικών Προϊόντων (ECHA) προέβη σε έλεγχο συμμορφώσεως σε σχέση με τον φάκελο για την [καταχωρισμένη ουσία]. Ο ECHA εξέδωσε την απόφαση [της 6ης Νοεμβρίου 2012], που προσαρτάται στο παρόν έγγραφο, συμφώνως προς τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 50 και 51 του κανονισμού REACH.

Η απόφαση αυτή έταξε προθεσμία στην προσφεύγουσα προκειμένου να υποβάλει στον ECHA τις ζητηθείσες με την απόφαση αυτή πληροφορίες υπό τη μορφή επικαιροποιήσεως του φακέλου έως τις 6 Νοεμβρίου 2013. Μια επικαιροποιημένη μορφή του φακέλου διαβιβάστηκε στις 6 Νοεμβρίου 2013 (αριθμός υποβολής: […]).

Ο ECHA εξέτασε τις πληροφορίες που κατατέθηκαν στον επικαιροποιημένο φάκελο. Εν κατακλείδι, ο επικαιροποιημένος φάκελος καταχωρίσεως δεν περιέχει το σύνολο των πληροφοριών που ζητήθηκαν με την απόφαση του ECHA. Επισυνάπτεται ειδική ανάλυση των λόγων του συμπεράσματος αυτού (παράρτημα). Άλλες πληροφορίες πέραν του επικαιροποιημένου φακέλου κατατέθηκαν από τον καταχωρίζοντα σε απάντηση της αποφάσεως και επισυνάπτονται.

Επί της βάσεως αυτής, ο ECHA διαπιστώνει:

–        ο καταχωρίζων δεν τήρησε τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την [απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2012],

–        ο φάκελος καταχωρίσεως δεν συμμορφώνεται προς το άρθρο 5 του κανονισμού REACH,

–        ο καταχωρίζων παραβιάζει το άρθρο 41, παράγραφος 4, του κανονισμού REACH.

Η μη τήρηση της αποφάσεως του ECHA και του κανονισμού REACH μπορεί να επισύρει την εφαρμογή μέτρων αναγκαστικής εκτελέσεως από τις αρχές των κρατών μελών, όπως προβλέπει το άρθρο 126 του κανονισμού REACH.

Επ’ αυτού, παρακαλείσθε επομένως να λάβετε τα εκτελεστικά μέτρα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά σας για την εκτέλεση της αποφάσεως του ECHA.

Ο ECHA εκτιμά ότι η αλληλογραφία σχετικά με τη μη συμμόρφωση με την απόφαση του ECHA θα εξακολουθήσει μεταξύ του καταχωρίζοντα και των γαλλικών αρχών εωσότου η υπόθεση διευθετηθεί. Όταν ο καταχωρίζων επικαιροποιήσει την καταχώρισή του σε απάντηση της αποφάσεως, θα πρέπει να ενημερώσει συναφώς τις γαλλικές αρχές.

Ο ECHA αναμένει την αντίδρασή σας σχετικά με τη λήψη εθνικών μέτρων στην περίπτωση αυτή της μη συμμορφώσεως.

Εγκρίνεται από […], Διευθύντρια αξιολογήσεων,

Παραρτήματα: […]

CC: Ο καταχωρίζων [via REACH IT]».

 Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

20      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 29 Μαΐου 2015, η προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.

21      Με χωριστό έγγραφο, που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου εν είδει παραρτήματος στο δικόγραφο, η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτηση εμπιστευτικής μεταχειρίσεως ορισμένων πληροφοριών που αναφέρονταν στο δικόγραφο και στα παραρτήματά του, ιδίως της συνθέσεως της καταχωρισμένης ουσίας και του αριθμού της καταχωρίσεως. Δεδομένου ότι ο ECHA δεν αντιτάχθηκε στην εμπιστευτική μεταχείριση των πληροφοριών αυτών εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η αίτηση αυτή έγινε δεκτή συμφώνως προς τον Κανονισμό Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου.

22      Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 5 Νοεμβρίου 2015, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ζήτησαν να παρέμβουν υπέρ του ECHA. Με διατάξεις του Γενικού Δικαστηρίου της 7ης Ιουνίου 2016, ο πρόεδρος του πέμπτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου, αφού άκουσε τους κύριους διαδίκους, επέτρεψε τις παρεμβάσεις αυτές.

23      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 24 Νοεμβρίου 2015, η Γαλλική Δημοκρατία ζήτησε επίσης να παρέμβει υπέρ του ECHA. Με διάταξη της 7ης Ιουνίου 2016, ο πρόεδρος του πέμπτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου, αφού άκουσε τους κύριους διαδίκους, επέτρεψε την εν λόγω παρέμβαση βάσει του άρθρου 116, παράγραφος 6, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου της 2ας Μαΐου 1991.

24      Το υπόμνημα αντικρούσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 26 Νοεμβρίου 2015.

25      Το υπόμνημα απαντήσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 21 Φεβρουαρίου 2016.

26      Το υπόμνημα ανταπαντήσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 15 Ιουνίου 2016.

27      Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών κατέθεσαν τα υπομνήματά τους και οι κύριοι διάδικοι κατέθεσαν τις παρατηρήσεις τους επ’ αυτών εντός των ταχθεισών προθεσμιών.

28      Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να κρίνει την προσφυγή παραδεκτή και βάσιμη·

–        να ακυρώσει την προσβαλλόμενη πράξη·

–        να διατάξει την παραπομπή της υποθέσεως ενώπιον του εκτελεστικού διευθυντή του ECHA, διευκρινίζοντας ότι οποιαδήποτε νέα απόφαση του ECHA σχετικά με τον φάκελο REACH αξιολογήσεως του φακέλου καταχωρίσεως της προσφεύγουσας για την καταχωρισμένη ουσία θα πρέπει να λάβει υπόψη τους λόγους ακυρώσεως της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου και οποιαδήποτε σχετική και επικαιροποιημένη πληροφορία·

–        να καταδικάσει τον ECHA στα δικαστικά έξοδα·

–        να διατάξει οποιοδήποτε άλλο μέτρο απαιτείται για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.

29      Ο ECHA ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή·

–        να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.

30      Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή και να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.

31      Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη κα να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.

32      Η Γαλλική Δημοκρατία ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη.

 Σκεπτικό

 Επί της αρμοδιότητας του Γενικού Δικαστηρίου

33      Κατά την προσφεύγουσα, δεν υπάρχει δικαίωμα προσφυγής κατά της προσβαλλομένης πράξεως ενώπιον του Συμβουλίου Προσφυγών του ECHA είτε δυνάμει του άρθρου 91 του κανονισμού 1907/2006 είτε δυνάμει οποιασδήποτε άλλης διατάξεως. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο να επιληφθεί της παρούσας προσφυγής συμφώνως προς το άρθρο 94 του κανονισμού 1907/2006.

34      Εισαγωγικώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 94, παράγραφος 1, του κανονισμού 1907/2006, «[π]ροσφυγή μπορεί να ασκηθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου ή του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο [263 ΣΛΕΕ], κατά απόφασης του Συμβουλίου Προσφυγών ή, όταν δεν υπάρχει δικαίωμα προσφυγής στο Συμβούλιο Προσφυγών, κατά απόφασης του [ECHA]».

35      Συναφώς, το άρθρο 91, παράγραφος 1, του κανονισμού 1907/2006 προβλέπει ότι «[π]ροσφυγή είναι δυνατόν να ασκείται κατά αποφάσεων του [ECHA] που λαμβάνονται σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 20, το άρθρο 27, παράγραφος 6, το άρθρο 30, παράγραφοι 2 και 3, και το άρθρο 51 [του κανονισμού 1907/2006]» ενώπιον του Συμβουλίου Προσφυγών.

36      Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη πράξη δεν καταρτίσθηκε βάσει του άρθρου 91, παράγραφος 1, του κανονισμού 1907/2006. Ειδικότερα, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν καταρτίσθηκε κατόπιν της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 51 του κανονισμού 1907/2006.

37      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το Γενικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο για την εκδίκαση της υπό κρίση προσφυγής, δυνάμει του άρθρου 94, παράγραφος 1, του κανονισμού 1907/2006.

 Επί του παραδεκτού του τρίτου και του πέμπτου αιτήματος

38      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το Γενικό Δικαστήριο ρώτησε την προσφεύγουσα εάν, λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 266 ΣΛΕΕ, έκρινε σκόπιμο να εμμείνει στο τρίτο και το πέμπτο αίτημά της. Κατ’ ουσίαν, η προσφεύγουσα απάντησε ότι, σε περίπτωση που τα αιτήματα αυτά είναι «απαράδεκτα», θα μπορούσε να τα αποσύρει. Αντιθέτως, στην περίπτωση που θα μπορούσαν να θεωρηθούν «παραδεκτά», θα ενέμενε σε αυτά. Οι παρατηρήσεις αυτές είναι ασαφείς, καθώς δεν παρέχουν τη δυνατότητα να διαπιστωθεί εάν η προσφεύγουσα όντως απέσυρε το τρίτο και το πέμπτο αίτημά της. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει επίσης να εξεταστούν.

39      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, συμφώνως προς το άρθρο 266, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, το θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης του οποίου η πράξη κηρύσσεται άκυρη οφείλει να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως των δικαστηρίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε περίπτωση που γίνει δεκτό το πρώτο και το δεύτερο αίτημα, εναπόκειται στον ECHA να συναγάγει τις συνέπειες του διατακτικού και του σκεπτικού της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου. Συνεπώς, δεν εναπόκειται στο Γενικό Δικαστήριο να απευθύνει διαταγές στον ECHA, όπως αυτές που μνημονεύονται στο τρίτο και το πέμπτο αίτημα της προσφεύγουσας. Επομένως, τα αιτήματα αυτά πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτα.

 Επί του παραδεκτού του πρώτου και του δευτέρου αιτήματος

 Επί της δυνατότητας ασκήσεως προσφυγής κατά της προσβαλλομένης πράξεως

40      Ο ECHA, υποστηριζόμενος από τους παρεμβαίνοντες, υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν συνιστά πράξη υποκείμενη σε προσφυγή ακυρώσεως και ότι, ως εκ τούτου, η υπό κρίση προσφυγή είναι απαράδεκτη.

41      Εν πρώτοις, κατά τον ECHA, με την κατάρτιση των «δηλώσεων μη συμμορφώσεως» στην οποία προέβη, η πρόθεσή του ουδέποτε ήταν να καταστούν οι δηλώσεις αυτές δεσμευτικά έγγραφα για τις αρμόδιες αρχές ελέγχου ή για τους οικείους καταχωρίζοντες. Από τον Νοέμβριο του 2012, ο ECHA είχε καταρτίσει «δηλώσεις μη συμμορφώσεως» οι οποίες του παρείχαν τη δυνατότητα να παρουσιάσει την άποψή του σε σχέση με το κατά πόσον οι αποφάσεις αξιολογήσεως των φακέλων καταχωρίσεως είχαν τηρηθεί από τους καταχωρίζοντες. Η πρακτική που συνίσταται στην αποστολή «δηλώσεων μη συμμορφώσεως» στα κράτη μέλη έχει ως σκοπό να παρασχεθούν τεχνικές και επιστημονικές γνώμες μη παράγουσες δεσμευτικά αποτελέσματα, προκειμένου τα κράτη μέλη να μπορέσουν να εφαρμόσουν τα δικά τους μέτρα ελέγχου. Το γεγονός ότι, κατά τον χρόνο καταρτίσεως της προσβαλλομένης πράξεως, ο ECHA επιθυμούσε απλώς να παράσχει στο γαλλικό Υπουργείο Οικολογίας μια τεχνική και επιστημονική γνώμη μη παράγουσα δεσμευτικά αποτελέσματα επιβεβαιώνεται από ένα ενημερωτικό δελτίο που δημοσιεύθηκε από τον ECHA στην ιστοσελίδα του τον Οκτώβριο του 2013 και που επιγράφεται «Παρακολούθηση των αποφάσεων αξιολογήσεως των φακέλων» (Follow up to dossier evaluation decisions). Κατά το έγγραφο αυτό, μια «δήλωση μη συμμορφώσεως κατόπιν αποφάσεως αξιολογήσεως των φακέλων βάσει του κανονισμού 1907/2006» δεν είναι, κατ’ ουσίαν, παρά ένα έγγραφο που περιέχει την αξιολόγηση της γραμματείας του ECHA η οποία απευθύνεται σε κράτος μέλος με την επισήμανση ότι ένας καταχωρίζων δεν απάντησε σε αίτημα παροχής πληροφοριών εντός της ταχθείσας προθεσμίας.

42      Δεύτερον, ο ECHA, υποστηριζόμενος ρητώς επ’ αυτού από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και από τη Γαλλική Δημοκρατία, τονίζει το γεγονός, μη αμφισβητούμενο εξάλλου από την προσφεύγουσα, ότι συμφώνησε με τις αρχές ελέγχου των κρατών μελών έναν μηχανισμό για τη διαχείριση των καταστάσεων στις οποίες ο ECHA φρονεί ότι ο καταχωρίζων δεν προσκόμισε, εντός της προθεσμίας του άρθρου 41, παράγραφος 4, του κανονισμού 1907/2006, τις πληροφορίες που ζητούνταν στην απόφαση περί ελέγχου της συμμορφώσεως. Ειδικότερα, το φόρουμ ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με τον έλεγχο εφαρμογής, που συστάθηκε δυνάμει του άρθρου 76, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, και του άρθρου 86 του κανονισμού 1907/2006, ζήτησε από τον ECHA να ενημερώνει τα κράτη μέλη, ατύπως, σχετικά με τις επικαιροποιήσεις των φακέλων καταχωρίσεως οι οποίες έχουν ληφθεί σε απάντηση αποφάσεως σχετικά με έλεγχο συμμορφώσεως, καθώς και σχετικά με την επιστημονική άποψη του ECHA για τις καταστάσεις στις οποίες ο φάκελος εξακολουθεί, κατ’ αυτόν, να μην είναι σύμφωνος προς τις διατάξεις του κανονισμού 1907/2006. Το σύστημα αυτό της άτυπης συνεργασίας μεταξύ του ECHA και των κρατών μελών αποσκοπούσε στην εφαρμογή των σχετικών με τον έλεγχο της συμμορφώσεως αποφάσεων και άφηνε ελεύθερα τα κράτη μέλη να λαμβάνουν άλλη θέση από αυτήν που είχε εκφράσει ο ECHA σε «δήλωση μη συμμορφώσεως». Συναφώς, πιο συγκεκριμένα, τόσο ο ECHA όσο και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και η Γαλλική Δημοκρατία εμμένουν κατ’ ουσίαν στο γεγονός ότι η εφαρμογή αποφάσεως σχετικά με έλεγχο συμμορφώσεως εμπίπτει στην αρμοδιότητα του οικείου κράτους μέλους, πράγμα που συνεπάγεται ότι τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να προβαίνουν ή όχι στη λήψη μέτρων, εάν θεωρούν, κατόπιν ελέγχου, ότι από τον φάκελο μπορούν να συναχθούν τα ελλείποντα στοιχεία, εν αντιθέσει προς όσα διαπίστωσε ενδεχομένως ο ECHA στη «δήλωση μη συμμορφώσεως». Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να λαμβάνουν ή να μη λαμβάνουν υπόψη τους μια πράξη όπως είναι η προσβαλλόμενη πράξη.

43      Τρίτον, αιτιολογώντας την προσβαλλόμενη πράξη, ο ECHA δεν διατύπωσε μια τελική θέση επί της «εναλλακτικής τεκμηριώσεως» την οποία είχε προσκομίσει η προσφεύγουσα. Κατά τον ECHA, κατά το στάδιο εκτελέσεως μιας αποφάσεως όπως αυτή της 6ης Νοεμβρίου 2012, υπάρχει επικοινωνία μεταξύ των εθνικών αρχών ελέγχου και του καταχωρίζοντος προκειμένου να εξετασθούν τα ζητήματα και οι παραβάσεις που επισημαίνονται σε «δήλωση μη συμμορφώσεως». Κατά την άποψη του ECHA, είναι πιθανόν, κατόπιν τέτοιων συζητήσεων, να προσκομισθούν άλλες πληροφορίες από τον καταχωρίζοντα, οι οποίες να είναι επαρκείς και σύμφωνες προς τις απαιτήσεις που απορρέουν από μια απόφαση όπως αυτή της 6ης Νοεμβρίου 2012. Συνεπώς, η προσβαλλόμενη πράξη όχι μόνον δεν συνιστά την οριστική θέση του ECHA επί της «εναλλακτικής τεκμηριώσεως» που παρέσχε η προσφεύγουσα στις 6 Νοεμβρίου 2013, αλλά αποτελεί απλή γνώμη που υπενθύμιζε στη γαλλική αρχή ελέγχου ότι έπρεπε να λάβει μια τελική απόφαση σε σχέση με την εκτέλεση της αποφάσεως της 6ης Νοεμβρίου 2012.

44      Τέταρτον, κατά την άποψη του ECHA, ούτε από την εξέταση της προσβαλλομένης πράξεως υπό το φως των κριτηρίων που έχει αναπτύξει η νομολογία επί των λεγόμενων «επιβεβαιωτικών πράξεων» μπορεί να συναχθεί εν προκειμένω ότι η προσβαλλόμενη πράξη συνιστά πράξη υποκείμενη σε προσφυγή. Συναφώς, ο ECHA υπενθυμίζει τη θέση που διατύπωσε κάποιο από τα Συμβούλιά του Προσφυγών στην απόφαση της 29ης Ιουλίου 2015 (υπόθεση A‑019-2013) επί προσφυγής ασκηθείσας από τη Solutia Europe SPRL/BVBA κατά «δηλώσεως μη συμμορφώσεως» που είχε παρεμφερές περιεχόμενο με αυτό της προσβαλλομένης πράξεως (στο εξής: υπόθεση Solutia). Στηριζόμενο στη νομολογία των δικαστηρίων της Ένωσης σχετικά με τον έλεγχο των επιβεβαιωτικών πράξεων, το Συμβούλιο Προσφυγών έκρινε στην απόφαση αυτή ότι, δεδομένου ότι οι πληροφορίες που παρασχέθηκαν από τον καταχωρίζοντα στην εν λόγω υπόθεση ήσαν ουσιώδεις και νέες, ο ECHA έπρεπε να λάβει απόφαση βάσει του άρθρου 42, παράγραφος 1, του κανονισμού 1907/2006, και δη συμφώνως προς τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 41, 50 και 51 του κανονισμού αυτού. Υπό το πρίσμα αυτό, το Συμβούλιο Προσφυγών του ECHA έκρινε ότι η αξιολόγηση που περιεχόταν σε «δήλωση μη συμμορφώσεως» ισοδυναμούσε στην πραγματικότητα με απόφαση εκδοθείσα βάσει του άρθρου 42 του κανονισμού 1907/2006.

45      Εάν εφαρμοζόταν, εν προκειμένω, η εξίσωση στην οποία προέβη το Συμβούλιο Προσφυγών του ECHA στην υπόθεση Solutia, η προσβαλλόμενη πράξη θα εμφανιζόταν ως αμιγώς επιβεβαιωτική πράξη της αποφάσεως της 6ης Νοεμβρίου 2012. Πράγματι, στις 6 Νοεμβρίου 2013, η προσφεύγουσα υπέβαλε μια προσαρμογή βάσει του παραρτήματος XI του κανονισμού 1907/2006 η οποία στηρίχθηκε σε πληροφορίες οι οποίες δεν ήσαν ούτε νέες ούτε ουσιώδεις.

46      Όσον αφορά την υπόθεση Solutia, τόσο η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας όσο και η Γαλλική Δημοκρατία θεωρούν ότι το Συμβούλιο Προσφυγών του ECHA υπέπεσε σε πλάνη εφαρμόζοντας, επί των «δηλώσεων μη συμμορφώσεως», τη νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με τις επιβεβαιωτικές πράξεις.

47      Ειδικότερα, κατά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η υποβολή, από καταχωρίζοντα, πληροφοριών κατόπιν αποφάσεως όπως αυτή της 6ης Νοεμβρίου 2012 δεν αφορά παρά μόνον την εκτέλεση του αιτήματος περί επιβολής της υποχρεώσεως διαβιβάσεως πρόσθετων πληροφοριών οι οποίες περιέχονται σε μια τέτοια απόφαση, το οποίο δεν δύναται να θεωρηθεί ως αίτημα που σκοπεί να την αμφισβητήσει. Κατά τη Γαλλική Δημοκρατία, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι μια «δήλωση μη συμμορφώσεως» επιβεβαιώνει ένα αίτημα παροχής πρόσθετων πληροφοριών το οποίο απευθύνει ο ECHA υπό την έννοια ότι με αυτό κατ’ ουσίαν ζητούνται εκ νέου οι πρόσθετες αυτές πληροφορίες. Πράγματι, μια «δήλωση μη συμμορφώσεως» απευθύνεται στην αρμόδια εθνική αρχή με μόνο σκοπό να ενημερώσει την αρχή αυτή ότι ο καταχωρίζων δεν ανταποκρίθηκε στο αίτημα παροχής πρόσθετων πληροφοριών, προκειμένου αυτή να συναγάγει τις συνέπειες που θεωρεί ότι πρέπει να συναγάγει, εν ανάγκη ασκώντας τις εξουσίες της περί επιβολής κυρώσεων.

48      Η προσφεύγουσα αμφισβητεί τα επιχειρήματα του ECHA, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας.

49      Εισαγωγικώς, όσον αφορά το ζήτημα εάν η προσβαλλόμενη πράξη αποτελεί πράξη δυνάμενη να προσβληθεί, πρέπει να υπομνησθεί ότι χαρακτηρίζονται ως πράξεις δεκτικές προσφυγής, κατά την έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, όλες οι διατάξεις που θεσπίζονται από τα θεσμικά όργανα, ανεξαρτήτως του τύπου που έχουν περιβληθεί, και οι οποίες σκοπούν να παράγουν καθ’ εαυτές δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα (αποφάσεις της 31ης Μαρτίου 1971, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, 22/70, EU:C:1971:32, σκέψη 42, της 2ας Μαρτίου 1994, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, C-316/91, EU:C:1994:76, σκέψη 8, και της 13ης Οκτωβρίου 2011, Deutsche Post και Γερμανία κατά Επιτροπής, C‑463/10 P και C-475/10 P, EU:C:2011:656, σκέψη 36).

50      Αντιθέτως, εκφεύγει του προβλεπομένου στο άρθρο 263 ΣΛΕΕ δικαστικού ελέγχου κάθε πράξη η οποία δεν παράγει άμεσα, αυτοτελή και δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα, όπως οι προπαρασκευαστικές πράξεις, οι επιβεβαιωτικές πράξεις και οι πράξεις αμιγούς εκτελέσεως, οι απλές συστάσεις και γνώμες, καθώς επίσης και, κατ’ αρχήν, οι εσωτερικές οδηγίες [διάταξη της 14ης Μαΐου 2012, Sepracor Pharmaceuticals (Ιρλανδία) κατά Επιτροπής, C-477/11 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:292, σκέψη 52· βλ. επίσης, στο ίδιο πνεύμα, απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2006, Reynolds Tobacco κ.λπ. κατά Επιτροπής, C-131/03 P, EU:C:2006:541, σκέψη 55 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].

51      Το κατά πόσον μια πράξη δύναται να παραγάγει έννομα αποτελέσματα και, ως εκ τούτου, να προσβληθεί με προσφυγή ακυρώσεως βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ πρέπει να εκτιμάται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, όπως είναι το περιεχόμενο της πράξεως αυτής, λαμβανομένων, ενδεχομένως, υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου αυτή εκδόθηκε καθώς και των εξουσιών του θεσμικού οργάνου που την εξέδωσε (βλ. απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 2014, Ουγγαρία κατά Επιτροπής, C-31/13 P, EU:C:2014:70, σκέψη 55 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Η εκτίμηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης πράξεως συνίσταται στην εξέταση της ουσίας (απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1981, IBM κατά Επιτροπής, 60/81, EU:C:1981:264, σκέψη 9), συνεκτιμωμένης της διατυπώσεώς της (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση της 20ής Μαρτίου 1997, Γαλλία κατά Επιτροπής, C‑57/95, EU:C:1997:164, σκέψεις 9 έως 23). Είναι δυνατό να λαμβάνονται επίσης υπόψη υποκειμενικά κριτήρια, όπως είναι η βούληση του συντάκτη της εν λόγω πράξεως (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 2008, Αθηναϊκή Τεχνική κατά Επιτροπής, C-521/06 P, EU:C:2008:422, σκέψη 42, και της 26ης Ιανουαρίου 2010, Internationaler Hilfsfonds κατά Επιτροπής, C‑362/08 P, EU:C:2010:40, σκέψη 52).

52      Ακριβώς υπό το πρίσμα των αρχών αυτών πρέπει να διαπιστωθεί εάν η προσβαλλόμενη πράξη υπόκειται σε προσφυγή ακυρώσεως.

53      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1907/2006, κάθε παρασκευαστής ή εισαγωγέας μιας ουσίας, είτε υπό καθαρή μορφή είτε σε ένα ή περισσότερα μείγματα, σε ποσότητες 1 τόνου ή μεγαλύτερες ετησίως, υποχρεούται, εάν δεν ορίζεται άλλως, να υποβάλει αίτηση καταχωρίσεως στον ECHA. Κατά το άρθρο 10 του ιδίου κανονισμού, κάθε καταχώριση περιλαμβάνει έναν τεχνικό φάκελο και μια έκθεση χημικής ασφάλειας. Η ίδια αυτή διάταξη ορίζει τις κατηγορίες πληροφοριών τις οποίες πρέπει να περιέχουν ο τεχνικός φάκελος και η εν λόγω έκθεση.

54      Περαιτέρω, δυνάμει του άρθρου 41, παράγραφος 1, του κανονισμού 1907/2006, στο πλαίσιο της αξιολογήσεως των φακέλων καταχωρίσεως, ο ECHA ελέγχει τη συμμόρφωση των καταχωρίσεων. Στο πλαίσιο αυτό, ο ECHA μπορεί να εξετάζει οποιαδήποτε καταχώριση για να επαληθεύει εάν οι προϋποθέσεις, μεταξύ άλλων, σχετικά με τις πληροφορίες των τεχνικών φακέλων, τις προσαρμογές των τυπικών απαιτήσεων πληροφοριών και την αξιολόγηση της χημικής ασφάλειας τηρούν τους κανόνες οι οποίοι τις διέπουν. Προς τούτο, ο ECHA υποχρεούται, δυνάμει του άρθρου 41, παράγραφος 5, του κανονισμού 1907/2006, να επιλέγει προς έλεγχο ένα ελάχιστο ποσοστό των φακέλων, δίδοντας προτεραιότητα στους φακέλους που έχουν τα χαρακτηριστικά που περιγράφει η διάταξη αυτή.

55      Έτσι, κατά το άρθρο 41, παράγραφος 3, του κανονισμού 1907/2006, ο ECHA μπορεί να καταρτίσει σχέδιο αποφάσεως με το οποίο να καλεί τον ή τους καταχωρίζοντες να υποβάλλουν τις τυχόν πληροφορίες που απαιτούνται για τη συμμόρφωση της καταχωρίσεως με τις σχετικές απαιτήσεις πληροφοριών. Κατά την ίδια αυτή διάταξη, η τελική επί του θέματος απόφαση, η οποία πρέπει επίσης να ορίζει τις κατάλληλες προθεσμίες για την υποβολή των πληροφοριών, λαμβάνεται συμφώνως προς τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 50 και 51 του κανονισμού 1907/2006.

56      Το άρθρο 41, παράγραφος 4, του κανονισμού 1907/2006 προβλέπει ότι ο καταχωρίζων υποβάλλει στον ECHA τις απαιτούμενες πληροφορίες εντός της ταχθείσας προθεσμίας.

57      Όσον αφορά την συνέχεια της διαδικασίας, το άρθρο 42, παράγραφος 1, του κανονισμού 1907/2006 προβλέπει ότι ο ECHA εξετάζει κάθε πληροφορία που υποβάλλεται μετά την απόφαση που λαμβάνεται δυνάμει του άρθρου 41 του ιδίου κανονισμού και ότι καταρτίζει τα κατάλληλα σχέδια αποφάσεων, εάν απαιτείται, συμφώνως προς την τελευταία αυτή διάταξη.

58      Μετά την ολοκλήρωση της αξιολογήσεως του φακέλου, ο ECHA κοινοποιεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών τις πληροφορίες που έχει λάβει και τα τυχόν σχετικά συμπεράσματα. Τα δεδομένα αυτά χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς της αξιολογήσεως των ουσιών, του προσδιορισμού των ουσιών που πρέπει να περιληφθούν στο παράρτημα XIV του κανονισμού 1907/2006 και της ενδεχόμενης κινήσεως διαδικασίας περί επιβολής περιορισμών σε συγκεκριμένη ουσία (άρθρο 42, παράγραφος 2, του κανονισμού 1907/2006).

59      Περαιτέρω, το άρθρο 126 του κανονισμού 1907/2006 επιβάλλει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν τις διατάξεις σχετικά με τις κυρώσεις που επιβάλλονται για την παράβαση των διατάξεων του εν λόγω κανονισμού και να λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο για να εξασφαλίζουν την εφαρμογή τους.

60      Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, πρώτον, ότι ο ECHA είναι ο μόνος αρμόδιος να αρχίσει τον έλεγχο της συμμορφώσεως φακέλου καταχωρίσεως. Ο έλεγχος αυτός ενδέχεται να οδηγήσει στην έκδοση πολλών αποφάσεων. Πράγματι, εάν ο ECHA φρονεί ότι ο ελεγχόμενος φάκελος δεν συμμορφώνεται με τις σχετικές απαιτήσεις πληροφοριών, οφείλει να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 41, παράγραφος 3, του κανονισμού 1907/2006. Συναφώς, η παραπομπή από τη διάταξη αυτή στο άρθρο 51 του κανονισμού 1907/2001, ως προς τη διαδικασία εκδόσεως της αποφάσεως που επισημοποιεί την υποχρέωση συμμορφώσεως του φακέλου καταχωρίσεως, συνεπάγεται ότι η απόφαση αυτή λαμβάνεται από τον ECHA, εάν τα κράτη μέλη καταλήξουν σε ομόφωνη απόφαση για το σχέδιο, και από την Επιτροπή, εάν τα κράτη μέλη δεν καταλήξουν σε μια τέτοια απόφαση (άρθρο 51, παράγραφοι 6 και 7, του κανονισμού 1907/2006). Όποιος και εάν είναι ο συντάκτης της αποφάσεως αυτής, εναπόκειται, υπό τη νυν ισχύουσα διατύπωση του κανονισμού 1907/2006, εκ νέου στον ECHA, στο πλαίσιο της αρμοδιότητας που του απονέμει ρητώς το άρθρο 42, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, να εξετάσει οποιαδήποτε πληροφορία διαβιβάζεται σε εκτέλεσή της και να καταρτίσει, εφόσον παρίσταται ανάγκη, οποιαδήποτε νέα απόφαση κρίνεται κατάλληλη.

61      Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, δεύτερον και ως συνεπεία, ότι, εν αντιθέσει προς όσα προβάλλουν ο ECHA και οι παρεμβαίνοντες, το άρθρο 126 του κανονισμού 1907/2006 (βλ. σκέψη 59 ανωτέρω) δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εναπόκειται στα κράτη μέλη να προβαίνουν στην εκτίμηση περί του εάν ο καταχωρίζων συμμορφώθηκε προς τις επιβληθείσες υποχρεώσεις δυνάμει μιας πρώτης αποφάσεως που τον υποχρέωνε να προβεί σε συμμόρφωση του φακέλου καταχωρίσεως. Πράγματι, μια τέτοια ερμηνεία θα αναιρούσε το άρθρο 42, παράγραφος 1, του κανονισμού 1907/2006 που προβλέπει ότι εναπόκειται στον ECHA να εξετάσει οποιαδήποτε πληροφορία διαβιβάζεται κατόπιν αποφάσεως ληφθείσας κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 41 του ιδίου κανονισμού. Η τελευταία αυτή διάταξη απηχεί την πραγματικότητα και δη το γεγονός ότι ο έλεγχος της συμμορφώσεως των καταχωρίσεων στο πλαίσιο της αξιολογήσεως των φακέλων συνιστά μια ενιαία διαδικασία που μπορεί να περιλαμβάνει την έκδοση αποφάσεως με την οποία να υποχρεώνεται ο καταχωρίζων να προβεί σε συμμόρφωση του εν λόγω φακέλου. Το άρθρο 126 του κανονισμού 1907/2006, σε συνδυασμό με το άρθρο 42, παράγραφος 1, του ιδίου κανονισμού, συνεπάγεται, στο πλαίσιο αυτό, ότι εναπόκειται στα κράτη μέλη να επιβάλουν τις κατάλληλες κυρώσεις στους καταχωρίζοντες σε σχέση με τους οποίους διαπιστώθηκε, συμφώνως προς την τελευταία αυτή διάταξη, ότι παρέβησαν τις υποχρεώσεις τους. Πρέπει να προστεθεί συναφώς ότι, ακόμη και εάν, όπως προβάλλουν ο ECHA και οι παρεμβαίνοντες, ένας καταχωρίζων μπορεί να προβεί σε συμμόρφωση του φακέλου του μετά την έκδοση αποφάσεως με την οποία διαπιστώνεται έλλειψη συμμορφώσεως δυνάμει του άρθρου 42, παράγραφος 1, του κανονισμού 1907/2006, η λειτουργία που επιτελούν τα κράτη μέλη, στο πλαίσιο του άρθρου 126 του ιδίου κανονισμού, συνίσταται στο να αξιολογούν εάν πρέπει, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων εκάστης περιπτώσεως, να επιβάλουν αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις, για την περίοδο κατά την οποία ο εν λόγω καταχωρίζων δεν είχε συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που υπείχε από το άρθρο 41, παράγραφος 4, του κανονισμού 1907/2006.

62      Λαμβανομένου υπόψη του ότι ο έλεγχος που πραγματοποιείται από τον ECHA, κατόπιν μιας πρώτης αποφάσεως που διατάσσει τον καταχωρίζοντα να προβεί σε συμμόρφωση του φακέλου, δεν είναι παρά η συνέχεια μίας και της αυτής διαδικασίας, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, εάν ο εν λόγω καταχωρίζων παραλείψει τελείως να προσκομίσει τη ζητηθείσα πληροφορία, ουδεμία νέα εκτίμηση της συμμορφώσεως του φακέλου και, επομένως, ουδεμία νέα απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 42, παράγραφος 1, του κανονισμού 1907/2006, απαιτείται. Αντιθέτως, οσάκις, σε απάντηση της αποφάσεως που τον διατάσσει να προβεί σε συμμόρφωση του φακέλου καταχωρίσεως, ο καταχωρίζων κάνει χρήση της προβλεπόμενης στο παράρτημα XI του κανονισμού 1907/2006 δυνατότητας προσαρμογής του τυπικού συστήματος δοκιμών και οσάκις η υποβολή των σχετικών με τις δοκιμές αυτές στοιχείων δεν στερούνται προδήλως σοβαρότητας υπό το πρίσμα των απαιτήσεων του παραρτήματος αυτού και, επομένως, δεν συνιστούν κατάχρηση διαδικασίας, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως προβλέπει το εν λόγω παράρτημα XI, ο ECHA προβαίνει σε αξιολόγηση των προσαρμογών αυτών. Εξάλλου, από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η εν λόγω αξιολόγηση πρέπει να πραγματοποιείται στο πλαίσιο του άρθρου 42, παράγραφος 1, του κανονισμού 1907/2006, το οποίο παραπέμπει στο άρθρο 41 του ιδίου κανονισμού ως προς τις λεπτομέρειες για τη λήψη αποφάσεως.

63      Συναφώς, πρέπει να προστεθεί ότι ο ECHA αξιολογεί τη συμμόρφωση των εν λόγω προσαρμογών προς τους όρους που προβλέπει το παράρτημα XI του κανονισμού 1907/2006 ανεξαρτήτως του εάν οι εν λόγω προσαρμογές στηρίζονται σε νέα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά τα οποία ήταν άγνωστα κατά τον χρόνο κατά τον οποίον ελήφθη μια πρώτη απόφαση περί συμμορφώσεως του φακέλου συμφώνως προς το άρθρο 41, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού. Πράγματι, από το άρθρο 13, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1907/2006 συνάγεται ότι ο σκοπός του περιορισμού των δοκιμών στα σπονδυλωτά ζώα και του αριθμού των χρησιμοποιούμενων ζώων στο πλαίσιο τέτοιων δοκιμών δικαιολογεί την προσφυγή σε εναλλακτικές μεθόδους σε σχέση με αυτές που προβλέπονται, ως τυπικές πληροφορίες, στα παραρτήματα VII έως X του κανονισμού 1907/2006, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι απαιτήσεις που ορίζει το παράρτημά του XI και ότι οι προτεινόμενες προσαρμογές επιδιώκουν όντως την επίτευξη του σκοπού του περιορισμού του είδους αυτού των δοκιμών. Πρέπει να τονιστεί, συναφώς, ότι το παράρτημα XI του κανονισμού 1907/2006 δεν διακρίνει ανάλογα με το εάν η προσαρμογή που προτείνεται σε εκτέλεση μιας πρώτης αποφάσεως περί συμμορφώσεως του φακέλου στηρίζεται σε στοιχεία τα οποία ήταν ή μπορούσαν να είναι γνωστά ή όχι στον καταχωρίζοντα κατά τον χρόνο κατά τον οποίο εκδόθηκε η απόφαση αυτή. Στο πλαίσιο αυτό, η σιωπή του κανονισμού 1907/2006 ως προς το κατά πόσον πρέπει να είναι νέα τα επιστημονικά στοιχεία στα οποία στηρίζονται οι προτεινόμενες προσαρμογές σε απάντηση μιας πρώτης αποφάσεως περί συμμορφώσεως του φακέλου, ούτως ώστε να είναι υποχρεωμένος ο ECHA να τα εξετάσει, συνεπάγεται ότι, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του δικαίου, ο ECHA οφείλει να προβαίνει στην αξιολόγησή τους, όπως απαιτείται από το άρθρο 42, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, ανεξαρτήτως του εάν τα στοιχεία αυτά είναι νέα ή όχι.

64      Εν προκειμένω, πρώτον, ο ECHA εκθέτει στην προσβαλλόμενη πράξη ότι ανέλυσε τις πληροφορίες οι οποίες υποβλήθηκαν στον επικαιροποιημένο φάκελο μετά την έκδοση της αποφάσεως της 6ης Νοεμβρίου 2012. Δεύτερον, κατόπιν της αναλύσεως αυτής, διαπιστώνει ότι ο φάκελος δεν περιέχει όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες. Οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η εκτίμηση αυτή εκτίθενται στο παράρτημα του εγγράφου της 1ης Απριλίου 2015. Τρίτον, για τους λόγους αυτούς, ο ECHA «δηλώνει» ότι η προσφεύγουσα δεν τήρησε τις γενικές υποχρεώσεις τις οποίες υπέχει από την απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2012, ότι ο φάκελος καταχωρίσεως δεν συμμορφώνεται προς το άρθρο 5 του κανονισμού 1907/2006 και, τέλος, ότι η προσφεύγουσα παρέβη το άρθρο 41, παράγραφος 4, του κανονισμού αυτού. Αφού διαπίστωσε την παράβαση της αποφάσεως της 6ης Νοεμβρίου 2012 και του κανονισμού 1907/2006, ο ECHA κάλεσε τη Γαλλική Δημοκρατία να ασκήσει την εκτελεστική της αρμοδιότητα δυνάμει του άρθρου 126 του κανονισμού 1907/2006 (βλ. σκέψη 19 ανωτέρω).

65      Όσον αφορά τους λόγους στους οποίους στηρίζονται οι εκτιμήσεις και τα συμπεράσματα του ECHA που εκτίθενται στη σκέψη 64 ανωτέρω, από την προσβαλλόμενη πράξη, ιδίως από το παράρτημα του εγγράφου της 1ης Απριλίου 2015, συνάγεται ότι οι υποβληθείσες πληροφορίες κατόπιν της αποφάσεως της 6ης Νοεμβρίου 2012 κρίθηκαν ως συμμορφούμενες όσον αφορά οκτώ στοιχεία. Αντιθέτως, οι πληροφορίες που υποβλήθηκαν σε απάντηση του αιτήματος εκπονήσεως μελέτης τοξικότητας για την προγεννητική ανάπτυξη των κουνελιών, στοματική οδός, και δοκιμής μακροπρόθεσμης τοξικότητας για τους οργανισμούς που διαβιούν στα ιζήματα (βλ. σκέψη 12 ανωτέρω), κρίθηκαν από τον ECHA ως μη συμμορφούμενες.

66      Ειδικότερα, όσον αφορά την προταθείσα από την προσφεύγουσα προσαρμογή σε σχέση με τη μελέτη τοξικότητας για την προγεννητική ανάπτυξη των κουνελιών, στοματική οδός, ο ECHA κατέληξε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία, οι συγκρίσεις και τα σχετικά με την έκθεση στοιχεία των οποίων έγινε επίκληση δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις των σημείων 1.2, 1.5 και 3.2 του παραρτήματος XI του κανονισμού 1907/2006. Ομοίως, ο ECHA κατέληξε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία στηριζόταν η προταθείσα προσαρμογή σε σχέση με τη δοκιμή της μακροπρόθεσμης τοξικότητας για τους οργανισμούς που διαβιούν στα ιζήματα ήταν άσχετες, στην πραγματικότητα, με τις ζητηθείσες με την απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2012 πληροφορίες.

67      Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα αποτελέσματα της προσβαλλομένης πράξεως βαίνουν πέραν μιας απλής ανακοινώσεως πληροφοριών στο γαλλικό Υπουργείο Οικολογίας. Η προσβαλλόμενη πράξη υπερβαίνει μια απλή τεχνική γνώμη ή μια απλή, εμπεριστατωμένη ως προς τα πραγματικά περιστατικά, αναφορά των λόγων για τους οποίους ο καταχωρίζων δεν τήρησε τις υποχρεώσεις του βάσει του κανονισμού 1907/2006.

68      Πράγματι, η προσβαλλόμενη πράξη, ιδίως η τρίτη παράγραφος του εγγράφου της 1ης Απριλίου 2015 και το παράρτημά της, συνιστά οριστική αξιολόγηση της τεκμηριώσεως που υποβλήθηκε από την προσφεύγουσα βάσει του άρθρου 13 και του παραρτήματος XI του κανονισμού 1907/2006.

69      Έτσι, ο ECHA εξέθεσε, κατά τρόπο επιτακτικό και οριστικό, τους λόγους για τους οποίους εκτιμούσε ότι οι πληροφορίες αυτές δεν επαρκούσαν προκειμένου να τηρηθούν οι απαιτήσεις που απέρρεαν από την απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2012. Είναι σαφές, από την ανάγνωση της τετάρτης παραγράφου του εγγράφου της 1ης Απριλίου 2015, ότι ο ECHA διαπίστωσε παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 41, παράγραφος 4, του κανονισμού 1907/2006. Η αντικειμενική σημασία της τέταρτης παραγράφου του εγγράφου της 1ης Απριλίου 2015 δεν είναι άλλη από αυτήν μιας πράξεως παράγουσας δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα επί της νομικής καταστάσεως της προσφεύγουσας.

70      Επιπλέον, από το έκτο έως και το όγδοο εδάφιο του εγγράφου της 1ης Απριλίου 2015 συνάγεται ότι ο ECHA ζητεί από την αρμόδια γαλλική αρχή να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την επιβολή και την εφαρμογή των κυρώσεων συμφώνως προς το άρθρο 126 του κανονισμού 1907/2006. Έτσι, στις αναπτύξεις του επί των πιθανών νομικών συνεπειών των φερομένων ανεπαρκειών της «εναλλακτικής τεκμηριώσεως» της 6ης Νοεμβρίου 2013, ο ECHA αναφέρθηκε στη νομική κατάσταση της προσφεύγουσας. Επιπλέον, βάσει της διατυπώσεως που χρησιμοποιήθηκε στην προσβαλλόμενη πράξη και λαμβανομένης υπόψη της επί του θέματος κατανομής αρμοδιοτήτων, όπως αυτή εκτίθεται στις σκέψεις 54 έως 61 ανωτέρω, πρέπει να θεωρηθεί ότι το έγγραφο αυτό περιέχει διαπιστώσεις και συμπεράσματα από τα οποία η αρμόδια γαλλική αρχή δεν θα μπορούσε να παρεκκλίνει εκτός εάν συνέτρεχε κάποιος ιδιαίτερος λόγος στηριζόμενος σε νέα στοιχεία, ήτοι σε στοιχεία που δεν είχαν ληφθεί υπόψη από τον ECHA στο πλαίσιο της παρακολουθήσεως που προβλέπει το άρθρο 42, παράγραφος 1, του κανονισμού 1907/2006.

71      Περαιτέρω, ούτε από το γράμμα ούτε από τη φύση των αιτιολογιών για τις προσαρμογές οι οποίες κρίθηκαν μη συμμορφούμενες προς τους κανόνες του παραρτήματος XI του κανονισμού 1907/2006 προκύπτει ότι ο ECHA έκρινε ότι τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας στερούνταν προδήλως σοβαρότητας υπό το πρίσμα τω απαιτήσεων του εν λόγω παραρτήματος και ότι συνιστούσαν επομένως κατάχρηση διαδικασίας.

72      Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου της, η προσβαλλόμενη πράξη αντιστοιχεί σε απόφαση την οποία ο ECHA όφειλε να καταρτίσει δυνάμει του άρθρου 42, παράγραφος 1, του κανονισμού 1907/2006, η δε απόφαση αυτή έπρεπε να εκδοθεί βάσει του άρθρου 41, παράγραφος 3, του ιδίου κανονισμού. Η προσβαλλόμενη πράξη πρέπει, συνεπώς, να θεωρηθεί ως παράγουσα δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα, τόσο έναντι της προσφεύγουσας όσο και έναντι της Γαλλικής Δημοκρατίας, και ως αποτελούσα, εκ του γεγονότος αυτού, πράξη υποκείμενη σε προσφυγή ακυρώσεως.

73      Τα λοιπά επιχειρήματα του ECHA και των παρεμβαινόντων δεν ανατρέπουν τη διαπίστωση αυτή.

74      Εν πρώτοις, όσον αφορά το επιχείρημα του ECHA ότι δεν είχε την πρόθεση να εκδώσει ένα έγγραφο το οποίο να παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα (βλ. σκέψη 41 ανωτέρω), πρέπει να σημειωθεί ότι όντως μια τέτοια πρόθεση δεν προκύπτει από την προσβαλλόμενη πράξη. Επιπλέον, ούτε το έγγραφο που επιγράφεται «Παρακολούθηση των αποφάσεων αξιολογήσεως των φακέλων» (Follow up to dossier evaluation decisions) το οποίο ο ECHA δημοσίευσε στην ιστοσελίδα του τον Οκτώβριο του 2013 περιέχει στοιχεία προς στήριξη της απόψεως ότι μια πράξη όπως είναι η προσβαλλόμενη, ήτοι μια «δήλωση μη συμμορφώσεως», θα μπορούσε να έχει δεσμευτικό χαρακτήρα.

75      Εντούτοις, δεν μπορεί να συναχθεί από τις απλές αυτές διαπιστώσεις ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα. Πράγματι, το κριτήριο που συνδέεται με την πρόθεση της αρχής από την οποία προέρχεται η προσβαλλόμενη πράξη δεν είναι παρά ένα δευτερεύον κριτήριο το οποίο δεν υπερισχύει της εξετάσεως των αντικειμενικών κριτηρίων που μνημονεύονται στη σκέψη 51 ανωτέρω, και δη της ουσίας της προσβαλλομένης πράξεως.

76      Δεύτερον, το επιχείρημα του ECHA ότι, αφενός, η προσβαλλόμενη πράξη καταρτίσθηκε στο πλαίσιο του μηχανισμού άτυπης συνεργασίας με τα κράτη μέλη με σκοπό την εφαρμογή των αποφάσεων που αφορούν τον έλεγχο συμμορφώσεως και ότι, αφετέρου, κατ’ ουσίαν, η προσβαλλόμενη πράξη λαμβάνει υπόψη το ότι, κατά το στάδιο της εφαρμογής μιας αποφάσεως όπως αυτή της 6ης Νοεμβρίου 2012, οι αρμόδιες αρχές ελέγχου είναι ελεύθερες να αποφασίσουν την τύχη των πληροφοριών τις οποίες υπέβαλε ο καταχωρίζων σε απάντηση αποφάσεως επί ελέγχου συμμορφώσεως, δεν είναι πειστικό.

77      Πράγματι, ο άτυπος χαρακτήρας του μηχανισμού συνεργασίας μεταξύ του ECHA και των εθνικών αρχών ελέγχου, όπως προελέχθη στη σκέψη 42, δεν αναιρεί την κατανομή αρμοδιοτήτων στην οποία προβαίνει ο κανονισμός 1907/2006, όπως αυτή εκτίθεται στις σκέψεις 54 έως 61 ανωτέρω.

78      Αντιθέτως, τυχόν ερμηνεία του συστήματος που καθιερώνει ο κανονισμός 1907/2006 υπό την έννοια ότι αφήνει μόνο στις εθνικές αρχές την ευθύνη να εκτιμήσουν εάν ο καταχωρίζων ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις που του είχαν επιβληθεί με απόφαση του ECHA εκδοθείσα βάσει του άρθρου 41 του κανονισμού αυτού θα ισοδυναμούσε με κατάργηση ενός σημαντικού τμήματος του οικοδομήματος για την ύπαρξη του οποίου υπάρχει η ρητή βούληση του νομοθέτη της Ένωσης.

79      Κατά συνέπεια, οι αρμοδιότητες των εθνικών αρχών, που προβλέπει το άρθρο 126 του κανονισμού 1907/2006, αφορούν, υπό περιστάσεις όπως αυτές της προκειμένης υποθέσεως, τα σταδία που έπονται της εκ μέρους του ECHA διαπιστώσεως περιπτώσεως μη συμμορφώσεως προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 41, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού.

80      Τρίτον, το επιχείρημα του ECHA ότι, αιτιολογώντας την προσβαλλόμενη πράξη, δεν είχε την πρόθεση να διατυπώσει μια τελική θέση επί της «εναλλακτικής τεκμηριώσεως» που είχε προσκομίσει η προσφεύγουσα (βλ. σκέψη 42 ανωτέρω) πρέπει να απορριφθεί για τους εκτιθέμενους στις σκέψεις 53 έως 72 λόγους.

81      Τέταρτον, ούτε το επιχείρημα του ECHA ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι «επιβεβαιωτική πράξη» μπορεί να ευδοκιμήσει.

82      Πράγματι, από την προσβαλλόμενη πράξη, ιδίως δε από τις σελίδες 3 έως 6 και 10 έως 12 του εγγράφου της 1ης Απριλίου 2015, προκύπτει ότι ο ECHA εξέτασε επί της ουσίας τα στοιχεία και τα επιχειρήματα τα οποία η προσφεύγουσα προέβαλε σε απάντηση της αποφάσεως της 6ης Νοεμβρίου 2012 και ότι εξέθεσε σε αυτό τις εκτιμήσεις και τις διαπιστώσεις του. Από τη σύγκριση με τους λόγους που παρατίθενται στις σελίδες 6 και 10 της αποφάσεως της 6ης Νοεμβρίου 2012 προκύπτει ότι οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης πράξεως δεν συνιστούν επανάληψη των εκτιμήσεων επί των οποίων εδράζεται η τελευταία αυτή απόφαση, αλλά μια εμπεριστατωμένη νέα αιτιολογία η οποία εξετάζει επί της ουσίας τα στοιχεία και τα επιχειρήματα που οποία επικαλέστηκε η προσφεύγουσα σε απάντηση της αποφάσεως της 6ης Νοεμβρίου 2012. Η περίσταση αυτή αποκλείει τη δυνατότητα χαρακτηρισμού της προσβαλλομένης πράξεως ως επιβεβαιωτικής της αποφάσεως της 6ης Νοεμβρίου 2012.

83      Υπό τις συνθήκες αυτές, τα λοιπά επιχειρήματα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας ως προς την εφαρμογή, από το Συμβούλιο Προσφυγών, της νομολογίας Solutia σχετικά με τις επιβεβαιωτικές πράξεις (βλ. σκέψεις 46 και 47 ανωτέρω) πρέπει να επίσης να απορριφθούν.

 Επί της ενεργητικής νομιμοποιήσεως της προσφεύγουσας

84      Τόσο κατά την άποψη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας όσο και κατά την άποψη της Γαλλικής Δημοκρατίας, η προσφεύγουσα δεν νομιμοποιείται ενεργητικώς προς άσκηση προσφυγής κατά της προσβαλλομένης πράξεως, διότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν την αφορά άμεσα κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Ειδικότερα, κατά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η αρμόδια γαλλική αρχή ελέγχου διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως σε σχέση με το ζήτημα κατά πόσον και με ποιον τρόπο απόφαση εκδοθείσα βάσει του άρθρου 41, παράγραφος 3, του κανονισμού 1907/2006 πρέπει να εκτελεστεί. Εξάλλου, τα εκτελεστικά μέτρα ερείδονται αποκλειστικώς επί διατάξεων του εθνικού δικαίου, οπότε η εκτέλεση δεν διέπεται από διατάξεις της Ένωσης. Κατά τη Γαλλική Δημοκρατία, η επίμαχη «δήλωση μη συμμορφώσεως» αφήνει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως στην αρμόδια εθνική αρχή. Από το γράμμα του εγγράφου της 1ης Απριλίου 2015 προκύπτει ότι οι αιτιάσεις της μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο μέτρων καταναγκαστικού χαρακτήρα και ότι η εθνική αρχή εξακολουθεί να είναι η μόνη έχουσα την αποκλειστική επί του θέματος αρμοδιότητα. Επιπλέον, το ίδιο το άρθρο 126 του κανονισμού 1907/2006 αφήνει ευρύτατο περιθώριο εκτιμήσεως στα κράτη μέλη προκειμένου να καθορίσουν τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παραβάσεως των διατάξεων του κανονισμού και να λάβουν κάθε αναγκαίο μέτρο για να εξασφαλίσουν την εφαρμογή τους.

85      Η προσφεύγουσα αμφισβητεί τα επιχειρήματα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας.

86      Εισαγωγικώς, πρέπει να υπομνησθεί συναφώς ότι, κατά το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί, υπό τις προϋποθέσεις του πρώτου και του δευτέρου εδαφίου του άρθρου αυτού, να ασκήσει προσφυγή κατά των πράξεων των οποίων είναι αποδέκτης ή που το αφορούν άμεσα και ατομικά, καθώς και κατά των κανονιστικών πράξεων που το αφορούν άμεσα και δεν συνεπάγονται τη λήψη εκτελεστικών μέτρων.

87      Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προσβαλλόμενη πράξη έχει ως μόνον αποδέκτη το γαλλικό Υπουργείο Οικολογίας, ενώ στην προσφεύγουσα απεστάλη απλώς αντίγραφό της.

88      Συναφώς και προς απάντηση του επιχειρήματος της προσφεύγουσας ότι αποδέκτης της προσβαλλομένης πράξεως είναι η ίδια, πρέπει να τονιστεί ότι η έννοια του αποδέκτη της πράξεως πρέπει να νοείται από τυπικής απόψεως, ως αφορώσα το πρόσωπο που αναφέρεται στην πράξη αυτή ως αποδέκτης της (απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2016, SACBO κατά Επιτροπής και INEA, C‑281/14 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:46, σκέψη 34).

89      Το γεγονός ότι ο ECHA διαβίβασε αντίγραφο της προσβαλλομένης πράξεως στην προσφεύγουσα δεν ανατρέπει το συμπέρασμα αυτό. Πράγματι, το γεγονός ότι το περιεχόμενο μιας πράξεως μπορεί να αφορά και κάποιο άλλο πρόσωπο πέρα από αυτό το οποίο είναι αποδέκτης της από τυπικής απόψεως μπορεί, βεβαίως, να προσδώσει στο πρόσωπο αυτό ενεργητική νομιμοποίηση εάν αποδείξει ιδίως ότι, λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου της, η πράξη αυτή το αφορά μεν άμεσα, όχι όμως ως αποδέκτη της πράξεως (απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2016, SACBO κατά Επιτροπής και INEA, C-281/14 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:46, σκέψη 34).

90      Υπό τις συνθήκες αυτές, το πρώτο και το δεύτερο αίτημα δεν είναι παραδεκτά, βάσει του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, παρά μόνον εάν η προσβαλλόμενη πράξη αφορά άμεσα και ατομικά την προσφεύγουσα ή εάν αφορά άμεσα την προσφεύγουσα και εάν η πράξη αυτή συνιστά κανονιστική πράξη η οποία δεν συνεπάγεται τη λήψη εκτελεστικών μέτρων.

91      Όσον αφορά τον άμεσο επηρεασμό της προσφεύγουσας, πρέπει να υπομνησθεί ότι η προϋπόθεση να επηρεάζεται ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο άμεσα από την απόφαση που αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής, όπως τούτο προβλέπεται από το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, απαιτεί να πληρούνται σωρευτικώς δύο κριτήρια, ήτοι το προσβαλλόμενο μέτρο πρέπει, αφενός, να παράγει άμεσα αποτελέσματα επί της νομικής καταστάσεως του ιδιώτη και, αφετέρου, να μην αφήνει εξουσία εκτιμήσεως στους αποδέκτες του που είναι επιφορτισμένοι με την εφαρμογή του, διότι έχει καθαρώς αυτόματο χαρακτήρα και απορρέει αποκλειστικά από τη ρύθμιση της Ένωσης, χωρίς εφαρμογή άλλων παρεμβαλλομένων κανόνων (διάταξη της 6ης Μαρτίου 2014, Northern Ireland Department of Agriculture and Rural Development κατά Επιτροπής, C-248/12 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:137, σκέψη 21).

92      Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις εκτιμήσεις που εκτίθενται στις σκέψεις 62 έως 73 ανωτέρω, η προσβαλλόμενη πράξη επηρεάζει την νομική κατάσταση της προσφεύγουσας στον βαθμό που παραθέτει την αξιολόγηση του ECHA περί της συμμορφώσεως του φακέλου καταχωρίσεως λαμβανομένων υπόψη των πληροφοριών που υποβλήθηκαν από την προσφεύγουσα σε απάντηση μιας πρώτης αποφάσεως, που ελήφθη συμφώνως προς το άρθρο 41, παράγραφος 3, του κανονισμού 1907/2006, ήτοι της αποφάσεως της 6ης Νοεμβρίου 2012.

93      Σε αντίθεση προς όσα προβάλλουν η Γαλλική Δημοκρατία και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το περιθώριο εκτιμήσεως που έχουν τα κράτη μέλη στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 126 του κανονισμού 1907/2006 αφορά τη φύση και την έκταση των ενδεχομένων κυρώσεων που πρέπει να επιβληθούν λόγω μη συμμορφώσεως του φακέλου καταχωρίσεως και, κατά συνέπεια, λόγω της παραβάσεως των υποχρεώσεων που απορρέουν από την απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2012 και του άρθρου 41, παράγραφος 4, του κανονισμού 1907/2006. Αυτό το περιθώριο εκτιμήσεως δεν αφορά επομένως αυτήν καθαυτήν τη διαπίστωση περί μη συμμορφώσεως.

94      Στο πλαίσιο αυτό, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 61 ανωτέρω, η συμμόρφωση του φακέλου καταχωρίσεως κατόπιν της εκδόσεως αποφάσεως που διαπιστώνει τη μη συμμόρφωση βάσει του άρθρου 42, παράγραφος 1, του κανονισμού 1907/2006 δεν αναιρεί το γεγονός ότι δεν υφίστατο συμμόρφωση του εν λόγω φακέλου κατά την περίοδο αυτή, οπότε το οικείο κράτος μέλος μπορεί να ασκήσει τις αρμοδιότητές του δυνάμει του άρθρου 126 του κανονισμού 1907/2006 σε σχέση με την περίοδο αυτή.

95      Όσον αφορά το ζήτημα αν η προσβαλλόμενη πράξη αφορά ατομικά την προσφεύγουσα, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά τη νομολογία, πρόσωπα άλλα από τους αποδέκτες μιας αποφάσεως δεν μπορούν να ισχυρισθούν ότι η απόφαση τα αφορά ατομικά παρά μόνον αν η απόφαση αυτή τα θίγει λόγω ορισμένων ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών τους ή λόγω μιας πραγματικής καταστάσεως η οποία τα διακρίνει έναντι κάθε άλλου προσώπου και, ως εκ τούτου, τα εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη (απόφαση της 15ης Ιουλίου 1963, Plaumann κατά Επιτροπής, 25/62, EU:C:1963:17, σ. 223).

96      Στον βαθμό που η προσβαλλόμενη πράξη αποτελεί την αξιολόγηση του ECHA σε σχέση με τα στοιχεία που κατατέθηκαν από την προσφεύγουσα στις 6 Νοεμβρίου 2013 για την επικαιροποίηση του φακέλου καταχωρίσεως που αφορούσε την καταχωρισμένη ουσία κατόπιν της αποφάσεως της 3ης Νοεμβρίου 2012, η οποία απευθυνόταν στην προσφεύγουσα, την αφορά ατομικά. Το γεγονός ότι στην προσφεύγουσα απεστάλη αντίγραφο της προσβαλλομένης πράξεως επιβεβαιώνει το συμπέρασμα αυτό.

97      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προσβαλλόμενη πράξη επηρεάζει την προσφεύγουσα άμεσα και ατομικά, οπότε αυτή διαθέτει ενεργητική νομιμοποίηση προς άσκηση προσφυγής κατά της προσβαλλομένης πράξεως.

98      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το πρώτο και το δεύτερο αίτημα είναι παραδεκτά.

 Επί της ουσίας

99      Η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας διαρθρώνεται σε οκτώ σκέλη.

100    Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη πράξη θεσπίστηκε ultra vires, διότι ο ECHA επί ουδεμίας νομικής βάσεως μπορεί να στηριχθεί προκειμένου να καταρτίζει, να συγκεντρώνει, να εκδίδει ή να αποστέλλει «δηλώσεις μη συμμορφώσεως» όπως η προσβαλλόμενη πράξη. Επιπλέον, εάν ήθελε θεωρηθεί ότι η προσβαλλόμενη πράξη μπορούσε να έχει νομική βάση, όπως είναι το άρθρο 42, παράγραφος 1, του κανονισμού 1907/2006, τότε έχει καταρτισθεί κατά παράβαση των διαδικαστικών απαιτήσεων των άρθρων 41 και 51 του κανονισμού 1907/2006. Ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος ακυρώσεως της προσφυγής αφορούν, αντιστοίχως, παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Με τον τέταρτο έως και τον όγδοο λόγο, η προσφεύγουσα επικαλείται προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως και των δικαιωμάτων άμυνας, παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως, παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, προσβολή του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, καθώς και παράβαση των διατάξεων που αφορούν τη νομιμότητα του αιτήματος προσκομίσεως μελέτης τοξικότητας της καταχωρισμένης ουσίας για την προγεννητική ανάπτυξη.

101    Πρέπει να εξετασθεί κατ’ αρχάς ο πρώτος λόγος ακυρώσεως, ο οποίος διαρθρώνεται σε δύο σκέλη.

102    Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη πράξη θεσπίστηκε ultra vires, καθόσον ο ECHA επί ουδεμίας νομικής βάσεως μπορεί να στηριχθεί προκειμένου να καταρτίζει, να συγκεντρώνει, να εκδίδει ή να αποστέλλει «δηλώσεις μη συμμορφώσεως». Ειδικότερα, το άρθρο 42, παράγραφος 1, του κανονισμού 1907/2006 δεν επιτρέπει την έκδοση εγγράφου περιέχοντος «δήλωση μη συμμορφώσεως» υπό τύπον επίσημης αποφάσεως σκοπούσας να υποχρεώσει την αρμόδια γαλλική αρχή να ενεργήσει. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν συνιστά κατάλληλη απόφαση υπό το πρίσμα του άρθρου 42, παράγραφος 1, του κανονισμού 1907/2006.

103    Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, εάν θεωρηθεί ότι υπάρχει νομική βάση για την προσβαλλόμενη πράξη, η έκδοση μιας τέτοιας πράξεως από τον ECHA δεν θα μπορούσε να στηριχθεί, στην καλύτερη περίπτωση, παρά μόνο στο άρθρο 42, παράγραφος 1, του κανονισμού 1907/2006. Κατά την προσφεύγουσα, εάν ο ECHA ήθελε να επικαλεσθεί τη διάταξη αυτή ως παρέχουσα «εξουσιοδότηση για την έκδοση νομικά δεσμευτικής πράξεως» ή ως νομική βάση της προσβαλλόμενης πράξεως, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η εκτίμηση του κύρους των αιτιολογιών που παρατίθενται σε απάντηση αποφάσεως διατάσσουσας την εκπόνηση μελέτης είναι δυνατή μόνο στο πλαίσιο ενός νέου ελέγχου συμμορφώσεως κατά τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 41 του κανονισμού 1907/2006. Η προσβαλλόμενη πράξη έχει επομένως καταρτισθεί κατά παράβαση των διαδικαστικών απαιτήσεων των άρθρων 41 και 51 του κανονισμού 1907/2006.

104    Ο ECHA και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αμφισβητούν τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.

105    Πρώτον, ο ECHA φρονεί ότι δεν θα πρέπει να υποχρεώνεται να κινεί εκ νέου την ίδια διαδικασία λήψεως αποφάσεως που προβλέπεται στα άρθρα 41 και 51 του κανονισμού 1907/2006 για προσαρμογές οι οποίες όχι μόνον είναι άκυρες, αλλά στηρίζονται επίσης σε πληροφορίες οι οποίες ήταν ήδη διαθέσιμες πριν από την αρχική διαδικασία ελέγχου συμμορφώσεως. Στην αντίθετη περίπτωση, τούτο θα σήμαινε ότι οι καταχωρίζοντες μπορούν να υποβάλλουν διαρκώς στοιχεία προκειμένου να προσαρμόζουν τις πληροφορίες τις οποίες απαιτεί η απόφαση επί ελέγχου συμμορφώσεως. Ο καταχωρίζων θα μπορούσε αθεμίτωςνα αναβάλλει την υποβολή πληροφοριών τις οποίες κανονικά θα έπρεπε να έχει ήδη παράσχει κατά την αρχική καταχώριση, διότι, ενόσω ο καταχωρίζων υποβάλλει κάποια προσαρμογή, ο έλεγχος εφαρμογής είναι ανέφικτος. Υπό τις περιστάσεις αυτές, ο ECHA θα ήταν υποχρεωμένος να μην απαιτήσει από τα κράτη μέλη την εκτέλεση αποφάσεως επί ελέγχου συμμορφώσεως και να κινεί εκ νέου κάθε φορά τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 41, 50 και 51 του κανονισμού 1907/2006. Τούτο θα αποτελούσε την «κερκόπορτα» για παρελκυστικές τακτικές εκ μέρους των καταχωριζόντων μέχρι του σημείου να δημιουργηθεί, όπως φοβάται ο ECHA, ένας «ατέρμων βρόχος νέων αποφάσεων» ή ένας «φαύλος κύκλος αξιολογήσεων και προσαρμογών» κατά το στάδιο της παρακολουθήσεως στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 42 του κανονισμού 1907/2006. Από την πλευρά της, η εθνική αρχή ελέγχου θα τελούσε σε αδυναμία να προβεί στην εκτέλεση αποφάσεως σχετικά με τον έλεγχο συμμορφώσεως, διότι κάθε διαδικασία η οποία θα κινούνταν συναφώς θα μπορούσε να ανασταλεί μέχρις ότου ο ECHA λάβει απόφαση ως προς τις νέες πληροφορίες ή προσαρμογές που έχει υποβάλει ο καταχωρίζων. Έτσι, η διαδικασία αξιολογήσεως θα παρέμενε εκκρεμής εις το διηνεκές, το δε στάδιο του τερματισμού της διαδικασίας αξιολογήσεως που προβλέπει το άρθρο 42, παράγραφος 2, του κανονισμού 1907/2006 ουδέποτε θα ολοκληρωνόταν.

106    Δεύτερον, ο ECHA υπενθυμίζει ότι, εφαρμόζοντας κατ’ αναλογίαν την προσέγγιση που ακολουθείται από τη νομολογία των δικαστηρίων της Ένωσης σε σχέση με τις επιβεβαιωτικές αποφάσεις, κάποιο από τα Συμβούλια Προσφυγών αποφάσισε στην υπόθεση Solutia ότι, παρουσία νέων πληροφοριών που υποβλήθηκαν από καταχωρίζοντα και λαμβανομένης υπόψη της επιστημονικής αξιολογήσεως, έπρεπε να θεωρηθεί ότι μια πράξη όπως η προσβαλλόμενη επέχει θέση αποφάσεως εκδοθείσας βάσει του άρθρου 42, παράγραφος 1, του κανονισμού 1907/2006 η οποία δεν επιβεβαιώνει την αρχική απόφαση σχετικά με τον έλεγχο συμμορφώσεως. Η απόφαση πρέπει να εκδίδεται συμφώνως προς τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 41, 50 και 51 του κανονισμού 1907/2006 και υπόκειται σε προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου Προσφυγών, συμφώνως προς το άρθρο 91 του κανονισμού 1907/2006. Εν προκειμένω, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα υπέβαλε, σε απάντηση αποφάσεως του ECHA, τεκμηρίωση διαφορετική από τις ζητηθείσες μελέτες, έπρεπε να διαπιστωθεί εάν η εν λόγω «εναλλακτική τεκμηρίωση» στηρίζεται σε «νέα ουσιώδη» στοιχεία. Πάντως, κατά τον ECHA, η προταθείσα από την προσφεύγουσα στις 6 Νοεμβρίου 2013 «εναλλακτική τεκμηρίωση» περιείχε πληροφορίες οι οποίες δεν ήταν ούτε νέες ούτε ουσιώδεις. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεδομένου ότι η επικαιροποίηση της 6ης Νοεμβρίου 2013 δεν περιείχε νέες ουσιώδεις πληροφορίες, η προσβαλλόμενη πράξη αποτελεί, κατά τον ECHA, επιβεβαιωτική πράξη.

107    Εισαγωγικώς, επιβάλλεται η παραπομπή στις εκτιμήσεις που εκτίθενται στις σκέψεις 54 έως 62 ανωτέρω και οι οποίες αφορούν την κατανομή αρμοδιοτήτων στο πεδίο της αξιολογήσεως των φακέλων καταχωρίσεως όπως αυτή προβλέπεται από τον κανονισμό 1907/2006.

108    Από την κατανομή αρμοδιοτήτων στο πεδίο της αξιολογήσεως των φακέλων προκύπτει ότι ο ECHA πραγματοποιεί την αξιολόγηση αυτή κατά τις διαδικασίες που προβλέπονται στα άρθρα 41 και 42 του κανονισμού 1907/2006. Ο ECHA οφείλει να τηρεί τις διαδικασίες αυτές κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του χωρίς να μπορεί να εξέλθει του νομικού αυτού πλαισίου ενεργώντας με άλλον τρόπο και όχι με τη λήψη της αποφάσεως που προβλέπεται από τα άρθρα 41 και 42 του κανονισμού 1907/2006. Συναφώς, κρίθηκε στη σκέψη 72 ανωτέρω ότι, λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου της, η προσβαλλόμενη πράξη ισοδυναμούσε με απόφαση την οποία ο ECHA έπρεπε να καταρτίσει δυνάμει του άρθρου 42, παράγραφος 1, του κανονισμού 1907/2006, και η οποία έπρεπε να ληφθεί τελικά συμφώνως προς το άρθρο 41, παράγραφος 3, του ιδίου κανονισμού.

109    Κατά τα λοιπά, λαμβανομένου υπόψη, πρώτον, ότι το άρθρο 41, παράγραφος 3, του κανονισμού 1907/2006 προβλέπει την έκδοση αποφάσεως κατά τη διαδικασία που περιγράφεται στο άρθρο 51 του κανονισμού 1907/2006 και, δεύτερον, ότι η διαδικασία αυτή δεν ακολουθήθηκε εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο ECHA άσκησε τις αρμοδιότητές του χωρίς να τηρήσει τις σχετικές διαδικασίες.

110    Κανένα από τα επιχειρήματα που προέβαλε ο ECHA ή οι παρεμβαίνοντες δεν ανατρέπει το συμπέρασμα αυτό.

111    Πρώτον, το επιχείρημα του ECHA το οποίο στηρίζεται στην ανάγκη να αποφευχθεί ένα σύστημα στο πλαίσιο του οποίου κάθε «εναλλακτική τεκμηρίωση» θα πρέπει να εξετάζεται ακολουθώντας την «επαχθή διαδικασία» που προβλέπεται στα άρθρα 41, 50 και 51 του κανονισμού 1907/2006, δεδομένου ότι ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια ατέρμονη διαδικασία νέων αποφάσεων που θα παρέλυε την εφαρμογή των αποφάσεων του ECHA, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει.

112    Συναφώς, αφενός, όπως προκύπτει από τη σκέψη 62 ανωτέρω, μια πρόταση προσαρμογής στηριζόμενη στο παράρτημα XI του κανονισμού 1907/2006 υπέρ της οποίας προβάλλονται στοιχεία που προδήλως στερούνται σοβαρότητας υπό το πρίσμα των απαιτήσεων του παραρτήματος αυτού και τα οποία καθιστούν με τον τρόπο αυτόν προφανή την απόπειρα καταχρήσεως διαδικασίας ισοδυναμεί με παντελή απουσία απαντήσεως στην πρώτη απόφαση που διατάσσει τον καταχωρίζοντα να προβεί σε συμμόρφωση του φάκελου καταχωρίσεως. Δεδομένου ότι το άρθρο 42, παράγραφος 1, του κανονισμού 1907/2006 δεν προβλέπει ότι ο ECHA καταρτίζει, στο πλαίσιο της παρακολουθήσεως της αξιολογήσεως των φακέλων καταχωρίσεως, απόφαση σε όλες τις περιπτώσεις, αλλά «εάν απαιτείται», επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, στην περίπτωση αυτή, ο ECHA είναι σε θέση να διαπιστώσει τη μη συμμόρφωση του φακέλου μέσω μιας απλής ενημερώσεως του οικείου κράτους μέλους και του ενδιαφερομένου.

113    Ωστόσο, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 71 ανωτέρω, ούτε από το γράμμα ούτε από τη φύση των αιτιολογιών για τις προσαρμογές οι οποίες κρίθηκαν μη συμμορφούμενες προς τους κανόνες του παραρτήματος XI του κανονισμού 1907/2006 συνάγεται ότι ο ECHA έκρινε ότι τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας στερούνταν προδήλως σοβαρότητας και ότι επομένως καθιστούσαν προφανή την ύπαρξη καταχρήσεως διαδικασίας.

114    Αφετέρου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 41, παράγραφος 4, του κανονισμού 1907/2006, σε περίπτωση εκδόσεως αποφάσεως, βάσει του άρθρου 42, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, με την οποία διαπιστώνεται η μη συμμόρφωση ενός φακέλου καταχωρίσεως, η έλλειψη αυτή συμμορφώσεως αφορά, τουλάχιστον, το τέλος της προθεσμίας που παρασχέθηκε με την πρώτη απόφαση περί συμμορφώσεως η οποία εκδόθηκε βάσει του άρθρου 41, παράγραφος 3, του ιδίου κανονισμού. Ως εκ τούτου, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 61 ανωτέρω, σε μια τέτοια περίπτωση, εναπόκειται στο οικείο κράτος μέλος να ασκήσει την εξουσία η οποία του ανήκει αποκλειστικά δυνάμει του άρθρου 126 του κανονισμού 1907/2006 για την περίοδο κατά την οποία δεν υπάρχει συμμόρφωση του φακέλου καταχωρίσεως.

115    Τέλος, το επιχείρημα του ECHA το οποίο αντλείται από τις συνέπειες της αναλογικής εφαρμογής της νομολογίας επί των επιβεβαιωτικών πράξεων και από το γεγονός ότι οι πληροφορίες που παρασχέθηκαν από την προσφεύγουσα στις 6 Νοεμβρίου 2013 δεν ήταν ούτε νέες ούτε ουσιώδεις πρέπει να απορριφθεί για τους λόγους που εκτίθενται στη σκέψη 84 ανωτέρω.

116    Εξάλλου, στην προσβαλλόμενη πράξη, ο ECHA περιορίστηκε να επαληθεύσει τις πληροφορίες τις οποίες υπέβαλε η προσφεύγουσα στις 6 Νοεμβρίου 2013, χωρίς να αναφέρει εάν επρόκειτο για νέες και ουσιώδεις πληροφορίες ή όχι. Ο ECHA δεν μπορεί λυσιτελώς να επικαλεσθεί, στο πλαίσιο της διαφοράς αυτής, επιχειρήματα επί των οποίων δεν στήριξε την αξιολόγηση η οποία προηγήθηκε της αποστολής της προσβαλλομένης πράξεως.

117    Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο πρώτος λόγος ακυρώσεως είναι βάσιμος και ότι, ως εκ τούτου, η προσφυγή πρέπει να γίνει δεκτή, χωρίς να απαιτείται η εξέταση των λοιπών λόγων ακυρώσεως που προέβαλε η προσφεύγουσα.

 Επί των δικαστικών εξόδων

118    Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων, κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του. Εν προκειμένω, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε ως προς το τρίτο και το πέμπτο αίτημά της, η προσφεύγουσα και ο ECHA πρέπει να φέρουν έκαστος τα δικαστικά έξοδά του.

119    Κατά το άρθρο 138, παράγραφοι 1 και 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα κράτη μέλη και τα συμβαλλόμενα στη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ) κράτη, πέραν των κρατών μελών, που παρεμβαίνουν στη δίκη, φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους. Οι διατάξεις αυτές πρέπει να εφαρμοσθούν επί της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της Γαλλικής Δημοκρατίας και του Βασιλείου των Κάτω Χωρών.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Ακυρώνει το έγγραφο του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων (ECHA) της 1ης Απριλίου 2015, που απευθύνεται προς το γαλλικό Υπουργείο Οικολογίας, Βιώσιμης Αναπτύξεως, Μεταφορών και Στεγάσεως και επιγράφεται «Δήλωση μη συμμορφώσεως κατόπιν αποφάσεως αξιολογήσεως των φακέλων βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 1907/2006», συμπεριλαμβανομένου του παραρτήματός του.

2)      Η EssoRaffinage και ο ECHA φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.

3)      Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Γαλλική Δημοκρατία και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.

Γρατσίας

Dittrich

Xuereb

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 8 Μαΐου 2018.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.