Language of document : ECLI:EU:T:2018:320

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο πενταμελές τμήμα)

της 31ης Μαΐου 2018 (*)

«Θεσμικό δίκαιο – Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο – Εσωτερικός κανονισμός του Κοινοβουλίου – Συμπεριφορά θίγουσα το κύρος του Κοινοβουλίου και την απρόσκοπτη λειτουργία των κοινοβουλευτικών εργασιών – Πειθαρχικές κυρώσεις συνιστάμενες σε απώλεια του δικαιώματος αποζημιώσεως διαμονής και σε προσωρινή αναστολή της συμμετοχής στο σύνολο των δραστηριοτήτων του Κοινοβουλίου – Ελευθερία εκφράσεως – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Πλάνη περί το δίκαιο»

Στην υπόθεση T‑770/16,

Janusz Korwin-Mikke, κάτοικος Józefów (Πολωνία), εκπροσωπούμενος από την M. Cherchi και τον A. Daoût, δικηγόρους,

προσφεύγων‑ενάγων,

κατά

Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενου από τον S. Alonso de León και την S. Seyr,

καθού‑εναγομένου,

με αντικείμενο, αφενός, αίτημα βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ για την ακύρωση της αποφάσεως του Προέδρου του Κοινοβουλίου της 5ης Ιουλίου 2016 και της αποφάσεως του Προεδρείου του Κοινοβουλίου της 1ης Αυγούστου 2016 με τις οποίες επιβλήθηκε στον προσφεύγοντα-ενάγοντα η κύρωση της απώλειας του δικαιώματος αποζημιώσεως διαμονής για χρονικό διάστημα δέκα ημερών και της προσωρινής αναστολής της συμμετοχής του στο σύνολο των δραστηριοτήτων του Κοινοβουλίου για χρονικό διάστημα πέντε συνεχών ημερών, και, αφετέρου, αίτημα βάσει του άρθρου 268 ΣΛΕΕ για την αποκατάσταση της ζημίας που ο προσφεύγων-ενάγων ισχυρίζεται ότι υπέστη εξαιτίας των εν λόγω αποφάσεων,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο πενταμελές τμήμα),

συγκείμενο από τους G. Berardis, πρόεδρο, Σ. Παπασάββα (εισηγητή), D. Spielmann, Z. Csehi και O. Spineanu-Matei, δικαστές,

γραμματέας: G. Predonzani, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 29ης Νοεμβρίου 2017,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

 Ιστορικό της διαφοράς

1        Ο προσφεύγων-ενάγων [στο εξής: προσφεύγων], Janusz Korwin-Mikke, είναι βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

2        Κατά τη συνεδρίαση της ολομέλειας της 7ης Ιουνίου 2016 (στο εξής: ολομέλεια της 7ης Ιουνίου 2016), με αντικείμενο «Το παρόν στάδιο των εξωτερικών πτυχών του ευρωπαϊκού προγράμματος για τη μετανάστευση: για μια νέα σύμπραξη για τη μετανάστευση», ο προσφεύγων δήλωσε στα πολωνικά τα εξής:

«Το πρόβλημα δεν οφείλεται στο γεγονός ότι μας κατακλύζουν οι πρόσφυγες, αλλά στο γεγονός ότι πρόκειται για ακατάλληλους πρόσφυγες. Δεν επιθυμούν να εργαστούν στη Bayerische Motorwerke ούτε στην Aldi. Τους υποσχέθηκαν σημαντικά επιδόματα και επιθυμούν να λάβουν σημαντικά επιδόματα. Ήδη μια φορά, [αναφέρθηκα σε αυτούς], κάτι το οποίο μου κόστισε 3 000 ευρώ, αλλά ένας Κονγκολέζος διπλωμάτης είπε ότι η Ευρώπη έχει κατακλυσθεί από τον αφρικανικό βούρκο. Επομένως, μπορούμε να είμαστε περήφανοι διότι απαλλάξαμε ένα τμήμα της Αφρικής από τον βούρκο αυτόν, αλλά το καθήκον μας είναι να συνετίσουμε τους ανθρώπους αυτούς. Ε, λοιπόν, κανένα μέσο δεν είναι καλύτερο από την πείνα για να τους βάλει συνετίσει. Πρέπει να σταματήσουμε να τους καταβάλλουμε επιδόματα και απλώς να τους αναγκάσουμε να εργαστούν. Δεδομένου δε ότι το παράδειγμα είναι ο καλύτερος δάσκαλος, πρέπει να τους δώσουμε το παράδειγμα και να σταματήσουμε να καταβάλλουμε τα επιδόματα και σε εμάς τους ίδιους, διότι αποθαρρύνουμε και τους δικούς μας ανθρώπους.»

3        Κατόπιν των δηλώσεων αυτών, η αντιπρόεδρος του Κοινοβουλίου που διηύθυνε τις συζητήσεις κάλεσε τον προσφεύγοντα να «απευθύνεται με σεβασμό στη Συνέλευση». Αμέσως μετά, μια βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σήκωσε γαλάζια κάρτα και ζήτησε από τον προσφεύγοντα να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία προς επίρρωση των ισχυρισμών του.

4        Απαντώντας στην επερώτηση αυτή, ο προσφεύγων δήλωσε τα εξής:

«[...] η Αμερική επίσης αποτέλεσε αντικείμενο εκμεταλλεύσεως αλλά γνωρίζει εξαιρετική ανάπτυξη. Αντιθέτως, παραπέμπω απλώς στη γνώμη διπλωμάτη από το Κονγκό –χώρα η οποία κάτι γνωρίζει για τη μετανάστευση από την Αφρική. Εγώ γνωρίζω ένα πράγμα: όταν πληρώνονται οι άνθρωποι για να μην κάνουν τίποτα, αποθαρρύνονται. Πρέπει να καταργηθούν όλα τα επιδόματα. Οι άνθρωποι πρέπει να ζουν από την εργασία, όχι από τα επιδόματα».

5        Αργότερα, ο προσφεύγων έλαβε εκ νέου τον λόγο για να διευκρινίσει τη μετάφραση στα αγγλικά μιας λέξεως που χρησιμοποίησε κατά την παρέμβασή του.

6        Στις 8 Ιουνίου 2016, ο προσφεύγων κλήθηκε από τον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου σε ακρόαση, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 14 Ιουνίου 2016.

7        Με ηλεκτρονική επιστολή της 9ης Ιουνίου 2016, ο προσφεύγων διαβίβασε στην αντιπρόεδρο του Κοινοβουλίου που διηύθυνε τις επίμαχες συζητήσεις ταινία η οποία κυκλοφόρησε στον ιστότοπο Youtube και κατά τη διάρκεια της οποίας ακούγονται οι δηλώσεις του Κονγκολέζου διπλωμάτη, στον οποίο αναφέρθηκε κατά την παρέμβασή του της 7ης Ιουνίου 2016.

8        Με απόφαση της 5ης Ιουλίου 2016 (στο εξής: απόφαση του Προέδρου), ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου επέβαλε στον προσφεύγοντα τις κυρώσεις της απώλειας του δικαιώματος αποζημιώσεως διαμονής για χρονικό διάστημα δέκα ημερών και προσωρινής αναστολής της συμμετοχής του στο σύνολο των δραστηριοτήτων του Κοινοβουλίου για χρονικό διάστημα πέντε συνεχών ημερών, χωρίς να θίγεται η άσκηση του δικαιώματος ψήφου στην ολομέλεια.

9        Στις 18 Ιουλίου 2016, ο προσφεύγων άσκησε προσφυγή‑αγωγή [στο εξής: προσφυγή] ενώπιον του Προεδρείου του Κοινοβουλίου κατά της αποφάσεως του Προέδρου, με αίτημα να ακυρωθούν οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν σε βάρος του καθώς και να ζητήσει ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου δημόσια συγγνώμη ενώπιον του Κοινοβουλίου, επειδή χρησιμοποίησε προσβλητικές φράσεις για τον προσφεύγοντα.

10      Με απόφαση της 1ης Αυγούστου 2016 (στο εξής: απόφαση του Προεδρείου), η οποία κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα στις 2 Σεπτεμβρίου 2016, το Προεδρείο του Κοινοβουλίου επικύρωσε τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν στον προσφεύγοντα με την απόφαση του Προέδρου.

 Διαδικασία

11      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 2 Νοεμβρίου 2016, ο προσφεύγων άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.

12      Κατόπιν προτάσεως του έκτου τμήματος, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 28 του Κανονισμού Διαδικασίας του, να παραπέμψει την υπόθεση ενώπιον πενταμελούς τμήματος.

13      Κατόπιν προτάσεως του εισηγητή δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο (έκτο πενταμελές τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία και, στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας που προβλέπονται στο άρθρο 89 του Κανονισμού Διαδικασίας, κάλεσε το Κοινοβούλιο να καταθέσει ορισμένα έγγραφα και τους διαδίκους να απαντήσουν σε ορισμένες γραπτές ερωτήσεις. Οι διάδικοι ανταποκρίθηκαν εμπροθέσμως.

14      Οι διάδικοι ανέπτυξαν τις απόψεις τους και απάντησαν στις προφορικές ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 29ης Νοεμβρίου 2017.

 Αιτήματα των διαδίκων

15      Ο προσφεύγων ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει την απόφαση του Προέδρου·

–        να ακυρώσει την απόφαση του Προεδρείου·

–        να διατάξει την αποκατάσταση της χρηματοοικονομικής ζημίας και την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη ο προσφεύγων λόγω των αποφάσεων του Προέδρου και του Προεδρείου, οι οποίες εκτιμώνται σε 13 060 ευρώ·

–        να καταδικάσει το Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα.

16      Το Κοινοβούλιο ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει το αίτημα περί ακυρώσεως της αποφάσεως του Προέδρου ως απαράδεκτο·

–        να απορρίψει το αίτημα περί ακυρώσεως της αποφάσεως του Προεδρείου ως αβάσιμο·

–        να απορρίψει το αίτημα αποζημιώσεως εν μέρει ως απαράδεκτο και εν μέρει ως αβάσιμο·

–        να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.

17      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο προσφεύγων δήλωσε ότι παραιτείται από το πρώτο εκ των αιτημάτων του, καθόσον φρονεί ότι η απόφαση του Προέδρου αντικαταστάθηκε από την απόφαση του Προεδρείου, η οποία συνιστά την τελική θέση του Κοινοβουλίου, στοιχείο που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.

 Σκεπτικό

 Επίτωναιτημάτωνακυρώσεως

18      Προς στήριξη του ακυρωτικού αιτήματος, ο προσφεύγων προβάλλει τέσσερις λόγους ακυρώσεως. Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως αντλείται από παράβαση του άρθρου 166 του εσωτερικού κανονισμού του Κοινοβουλίου (στο εξής: εσωτερικός κανονισμός), από παραβίαση της ελευθερίας εκφράσεως και παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως. Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως αντλείται από παράβαση του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ), από παραβίαση της γενικής αρχής της αμεροληψίας και παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως. Ο τρίτος λόγος ακυρώσεως αντλείται από παράβαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και παράβαση του άρθρου 166, παράγραφος 1, του εσωτερικού κανονισμού. Ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως αντλείται από παραβίαση των αρχών της αναλογικότητας και non bis in idem, καθώς και από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.

 Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως που αντλείται από παράβαση του άρθρου 166 του εσωτερικού κανονισμού, παραβίαση της ελευθερίας εκφράσεως και παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως

19      Επισημαίνεται, εκ προοιμίου, ότι, με τον υπό εξέταση λόγο ακυρώσεως, που χωρίζεται σε τρία σκέλη, ο προσφεύγων επικαλείται, κατ’ ουσίαν, εκτός από παραβίαση της ελευθερίας εκφράσεως, παράβαση του άρθρου 166 του εσωτερικού κανονισμού, καθόσον, αφενός, το Κοινοβούλιο δεν απέδειξε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής και, αφετέρου, η εν λόγω απόφαση δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Τούτο, εξάλλου, αυτό επιβεβαιώθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, στοιχείο που καταχωρίσθηκε.

20      Πρέπει να εξετασθεί, κατ’ αρχάς, το τρίτο σκέλος και, στη συνέχεια, από κοινού, το πρώτο και το δεύτερο σκέλος.

–       Επί του τρίτου σκέλους, που αντλείται από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως

21      Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η απόφαση του Προεδρείου δεν τηρεί την υποχρέωση αιτιολογήσεως, στο μέτρο που, πρώτον, δεν αναφέρει ενδεχόμενες επιπτώσεις στον Τύπο ή αντιδράσεις σε πολιτικό επίπεδο, δεύτερον, δεν διαπιστώνει ότι οι δηλώσεις του αποτέλεσαν υποκίνηση μίσους και, τρίτον, δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι τα εν λόγω είχαν διατυπωθεί αρχικά από Κονγκολέζο διπλωμάτη. Επιπλέον, η αιτιολογία της επίμαχης αποφάσεως δεν του παρέχει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του κατά πόσο διατάραξε κατά τρόπο εξαιρετικά σοβαρό τη συνεδρίαση της ολομέλειας της 7ης Ιουνίου 2016 ούτε ποιες αρχές του άρθρου 11 του εσωτερικού κανονισμού παραβιάσθηκαν.

22      Το Κοινοβούλιο αμφισβητεί την ορθότητα των επιχειρημάτων αυτών.

23      Πρέπει να υπομνησθεί ότι η υποχρέωση αιτιολογήσεως αποτελεί ουσιώδη τύπο που πρέπει να διακρίνεται από το ζήτημα του βασίμου της αιτιολογίας, δεδομένου ότι αυτό αφορά την ουσιαστική νομιμότητα της επίμαχης πράξεως (βλ. απόφαση της 22ας Μαΐου 2012, Internationaler Hilfsfonds κατά Επιτροπής, T-300/10, EU:T:2012:247, σκέψη 180 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Πράγματι, η αιτιολογία αποφάσεως συνίσταται στη ρητή παράθεση του σκεπτικού στο οποίο στηρίζεται η απόφαση αυτή. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να είναι επαρκής, έστω και αν παραθέτει εσφαλμένο σκεπτικό (βλ. διάταξη της 12ης Ιουλίου 2012, Dover κατά Κοινοβουλίου, C-278/11 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:457, σκέψη 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

24      Εξάλλου, η αιτιολογία δεν απαιτείται να προσδιορίζει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία, καθόσον το ζήτημα αν η αιτιολογία πράξεως πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 296 ΣΛΕΕ πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα όχι μόνον τη διατύπωσή της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται, καθώς και το σύνολο των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα (βλ. απόφαση της 22ας Μαΐου 2012, Internationaler Hilfsfonds κατά Επιτροπής, T‑300/10, EU:T:2012:247, σκέψη 181 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

25      Εν προκειμένω, η απόφαση του Προεδρείου περιλαμβάνει τρία τμήματα. Στο πρώτο τμήμα (σημεία 1 έως 27 της αποφάσεως) εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων επιβλήθηκαν οι επίμαχες κυρώσεις, οι προηγούμενες δηλώσεις του προσφεύγοντος που είχαν ήδη αποτελέσει το αντικείμενο κυρώσεων και η διαδικασία εσωτερικής προσφυγής που άσκησε ο προσφεύγων κατά της αποφάσεως του Προέδρου. Το δεύτερο τμήμα (σημεία 28 έως 37 της αποφάσεως) αποσκοπεί στο να αποδειχθεί ότι η συμπεριφορά του προσφεύγοντος συνιστά παράβαση του άρθρου 11 του εσωτερικού κανονισμού. Τέλος, το τρίτο τμήμα (σημεία 38 έως 45 της αποφάσεως) περιέχει νομική εκτίμηση περί του άρθρου 166 του εσωτερικού κανονισμού.

26      Ειδικότερα, στα σημεία 28 έως 31 της αποφάσεώς του, το Προεδρείο του Κοινοβουλίου, αφού υπενθύμισε, αφενός, το γράμμα του άρθρου 11, παράγραφοι 2 και 3, του εσωτερικού κανονισμού και, αφετέρου, το περιεχόμενο του δικαιώματος της ελευθερίας λόγου και εκφράσεως, επισήμανε ότι το δικαίωμα αυτό μπορεί να περιοριστεί εάν προσβάλλει άλλα δικαιώματα, «ιδίως αν θίγει ή προσβάλλει άλλα πρόσωπα» ή «για τη διασφάλιση της προστασίας των δικαιωμάτων ή της υπολήψεως άλλων προσώπων». Έτσι, στο σημείο 32 της εν λόγω αποφάσεως, το Προεδρείο του Κοινοβουλίου επισήμανε ότι η αρχή της ελευθερίας του λόγου, που διασφαλίζεται για το σύνολο των βουλευτών του Κοινοβουλίου δεν είχε εφαρμογή «στο προσβλητικό, υβριστικό ή επιδεικνύον έλλειψη σεβασμού γλωσσικό ύφος» ή «στη συμπεριφορά που θίγει το κύρος του Κοινοβουλίου και συνιστά προσβολή των θεμελιωδών αξιών και αρχών της Ένωσης».

27      Όσον αφορά τη συμπεριφορά που προσάπτεται στον προσφεύγοντα, οι επικρίσεις που διατύπωσε το Κοινοβούλιο με την απόφαση του Προεδρείου αφορούσαν το «εκ προθέσεως προσβλητικό και προκλητικό γλωσσικό ύφος […], όχι μόνο έναντι των προσώπων αφρικανικής καταγωγής, αλλά και έναντι ολόκληρου του Κοινοβουλίου» (σημείο 33)· «[τ]ην πρακτική της παράθεσης δηλώσεων άλλων προσώπων […] η οποία χρησιμοποιείται συνειδητά […] με την πρόθεση εκφράσεως της προσωπικής γνώμης» (σημείο 34)· τον «καταφανώς προσβλητικό για τους αποδέκτες χαρακτήρα» της «ιδέας να εξαναγκασθούν οι άνθρωποι σε εργασία λόγω της πείνας», η οποία «θίγει το κύρος του Κοινοβουλίου […] και συνιστά προσβολή των θεμελιωδών αξιών και αρχών της Ένωσης» (σημείο 36) και, τέλος, τη «συμπεριφορά» του προσφεύγοντος, η οποία «στοιχειοθετ[ούσε] την παράβαση του άρθ[ρου] 11, [παράγραφος] 2[,] του [εσωτερικού] [κ]ανονισμού, διότι δεν επιδείκνυε τον αμοιβαίο σεβασμό, προσέβαλλε τις αξίες και αρχές που κατοχυρώνονται στις θεμελιώδεις πράξεις της Έ[νωσης] και έθιγε, ιδίως, το κύρος του Κοινοβουλίου» (σημείο 37).

28      Επομένως, με την επιφύλαξη του ελέγχου του βασίμου που θα διενεργηθεί στο πλαίσιο της εξετάσεως του πρώτου και του δεύτερου σκέλους του λόγου αυτού, η απόφαση του Προεδρείου περιλαμβάνει αιτιολογία σύμφωνη με τις επιταγές του άρθρου 296 ΣΛΕE.

29      Συνεπώς, το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

–       Επί του πρώτου και του δεύτερου σκέλους που αντλούνται, αντιστοίχως, από παραβίαση της ελευθερίας εκφράσεως και παράβαση του άρθρου 166 του εσωτερικού κανονισμού

30      Ο προσφεύγων διατείνεται, κατ’ ουσίαν, ότι το Κοινοβούλιο δεν απέδειξε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την εφαρμογή του άρθρου 166 του εσωτερικού κανονισμού και ότι του επιβλήθηκε, επομένως, πειθαρχική κύρωση κατά παραβίαση της ενισχυμένης ελευθερίας εκφράσεως που διαθέτει ως βουλευτής, κατά πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΔΔΑ).

31      Συναφώς, υποστηρίζει, πρώτον, ότι η απόφαση του Προεδρείου ενέχει πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον δεν λαμβάνει αρκούντως υπόψη το ότι οι δηλώσεις του του, στις οποίες προέβη εντός του πλαισίου της ασκήσεως των κοινοβουλευτικών του καθηκόντων εντός του Κοινοβουλίου, συνιστούσαν στοιχεία του πολιτικού του λόγου.

32      Δεύτερον, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η απόφαση του Προεδρείου δεν καταδεικνύει ότι τα σχόλιά του προκάλεσαν πράγματι σοβαρή διατάραξη της συνεδριάσεως της ολομέλειας της 7ης Ιουνίου 2016 ή των εργασιών του Κοινοβουλίου κατά παράβαση του άρθρου 11 του εσωτερικού κανονισμού, ούτως ώστε να θεωρηθεί ότι πράγματι συνέτρεχαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 166 του εν λόγω κανονισμού.

33      Τρίτον, ο προσφεύγων διατείνεται ότι από την αιτιολογία της αποφάσεως του Προεδρείου συνάγεται ότι του επιβλήθηκε κύρωση για δηλώσεις που έκανε στο περιθώριο της συνεδριάσεως της ολομέλειας της 7ης Ιουνίου 2016 ή στο πλαίσιο της ασκήσεως των δικαιωμάτων του άμυνας, οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 166 του εσωτερικού κανονισμού.

34      Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει, κατ’ αρχάς, ότι το κύρος της αποφάσεως του Προεδρείου πρέπει να εξετασθεί αποκλειστικά υπό το πρίσμα των θεμελιωδών δικαιωμάτων που διασφαλίζει ο Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) και, ειδικότερα, υπό το πρίσμα του άρθρου 11 αυτού, το οποίο κατοχυρώνει την ελευθερία εκφράσεως, και της ερμηνείας του από το δικαιοδοτικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η νομολογία του ΕΔΔΑ, την οποία επικαλείται ο προσφεύγων, δεν μπορεί, κατά συνέπεια, να τύχει εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση, αλλά θα μπορούσε, κατά το μέγιστο, να αποτελέσει πηγή εμπνεύσεως. Ακόμη και αν τούτο γίνει δεκτό, δεν θα είχε ως συνέπεια η ελευθερία λόγου του προσφεύγοντος να είναι απεριόριστη.

35      Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει, στη συνέχεια, ότι, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων που προβλέπουν τα άρθρα 166 και 167 του εσωτερικού κανονισμού, ο Πρόεδρός του και, ενδεχομένως, το Προεδρείο του, διαθέτουν ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως. Ο έλεγχος του Γενικού Δικαστηρίου θα πρέπει, επομένως, να περιορίζεται στην εξέταση του κατά πόσον η άσκηση της εξουσίας αυτής ενέχει ή όχι πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως ή κατάχρηση εξουσίας και του κατά πόσον τηρήθηκαν οι διαδικαστικές εγγυήσεις.

36      Τέλος, το Κοινοβούλιο διατείνεται ότι, αντίθετα προς τα επιχειρήματα που προβάλλει ο προσφεύγων, η απόφαση του Προεδρείου δεν εκδόθηκε κατά παραβίαση της ελευθερίας του εκφράσεως και συνάδει προς το άρθρο 11, παράγραφοι 2 και 3, και προς το άρθρο 166 του εσωτερικού κανονισμού. Επιπλέον, εκτιμά ότι η επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος δεν έχει έρεισμα στα πραγματικά περιστατικά, στο μέτρο που η εν λόγω απόφαση έλαβε πράγματι υπόψη το ότι οι δηλώσεις του έγιναν στο πλαίσιο της ασκήσεως των κοινοβουλευτικών του καθηκόντων.

37      Πρέπει, εκ προοιμίου, να διαπιστωθεί ότι το Κοινοβούλιο δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη σημασία της ΕΣΔΑ και της νομολογίας του ΕΔΔΑ για την υπό κρίση υπόθεση, ενόψει της εξετάσεως της παραβάσεως του άρθρου 166 του εσωτερικού κανονισμού.

38      Πράγματι, μολονότι είναι ακριβές ότι η ΕΣΔΑ δεν συνιστά, ενόσω η Ένωση δεν έχει προσχωρήσει ακόμη σε αυτή, νομική πράξη τυπικώς ενταγμένη στην έννομη τάξη της Ένωσης (αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 2013, Åkerberg Fransson, C-617/10, EU:C:2013:105, σκέψη 44, και της 3ης Σεπτεμβρίου 2015, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Επιτροπής, C-398/13 P, EU:C:2015:535, σκέψη 45) και ότι, κατά συνέπεια, το κύρος πράξεως του παραγώγου δικαίου της Ένωσης πρέπει να εξεταστεί μόνον υπό το πρίσμα των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στον Χάρτη (απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2016, N., C‑601/15 PPU, EU:C:2016:84, σκέψη 46), επιβάλλεται να υπομνησθεί, αφενός, ότι, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 3, ΣΕΕ, τα θεμελιώδη δικαιώματα που αναγνωρίζει η ΕΣΔΑ αποτελούν τμήμα του δικαίου της Ένωσης ως γενικές αρχές και, αφετέρου, ότι από το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη προκύπτει ότι στα περιεχόμενα στον Χάρτη δικαιώματα που αντιστοιχούν σε δικαιώματα τα οποία διασφαλίζονται από την ΕΣΔΑ πρέπει να αναγνωρίζονται η ίδια έννοια και η ίδια εμβέλεια με εκείνες που τους αποδίδει η ΕΣΔΑ. Κατά τις επεξηγήσεις σχετικά με τη διάταξη αυτή, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και το άρθρο 52, παράγραφος 7, του Χάρτη, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ενόψει της ερμηνείας της, η έννοια και η εμβέλεια των κατοχυρωμένων δικαιωμάτων καθορίζονται όχι μόνον από τις διατάξεις της ΕΣΔΑ, αλλά και, ιδίως, από τη νομολογία του ΕΔΔΑ (βλ. απόφαση της 30ής Ιουνίου 2016, Toma και Biroul Executorului Judecătoresc Horațiu-Vasile Cruduleci, C-205/15, EU:C:2016:499, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Επιπλέον, από τις εν λόγω επεξηγήσεις προκύπτει ότι το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη αποσκοπεί στη διασφάλιση της αναγκαίας συνοχής μεταξύ των δικαιωμάτων που περιλαμβάνονται στον Χάρτη και των δικαιωμάτων που αντιστοιχούν στα δικαιώματα που διασφαλίζει η ΕΣΔΑ, χωρίς αυτό να θίγει την αυτονομία του δικαίου της Ένωσης και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (απόφαση της 28ης Ιουλίου 2016, JZ, C-294/16 PPU, EU:C:2016:610, σκέψη 50). Επιπλέον, πρέπει να τονιστεί ότι η ισοδυναμία αυτή μεταξύ των ελευθεριών που εγγυάται ο Χάρτης και αυτών που διασφαλίζει η ΕΣΔΑ έχει διατυπωθεί ρητώς όσον αφορά την ελευθερία εκφράσεως (απόφαση της 4ης Μαΐου 2016, Philip Morris Brands κ.λπ., C-547/14, EU:C:2016:325, σκέψη 147).

39      Όσον αφορά, ειδικότερα, την ελευθερία εκφράσεως, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι κατέχει εξέχουσα θέση στις δημοκρατικές κοινωνίες και ότι συνιστά, για τον λόγο αυτόν, θεμελιώδες δικαίωμα το οποίο κατοχυρώνεται, ιδίως, στο άρθρο 11 του Χάρτη, στο άρθρο 10 της ΕΣΔΑ και στο άρθρο 19 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, στις 16 Δεκεμβρίου 1966 (βλ., σχετικώς, απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2011, Patriciello, C-163/10, EU:C:2011:543, σκέψη 31).

40      Πρέπει να υπομνησθεί, συναφώς, ότι από τη νομολογία του ΕΔΔΑ προκύπτει ότι, υπό την επιφύλαξη του άρθρου 10, παράγραφος 2, της ΕΣΔΑ, η ελευθερία εκφράσεως ισχύει όχι μόνο για τις πληροφορίες ή για τις ιδέες που γίνονται ευμενώς δεκτές ή θεωρούνται ανώδυνες ή αδιάφορες, αλλά και γι’ αυτές που σκανδαλίζουν, ενοχλούν ή ανησυχούν το κράτος ή οποιαδήποτε μερίδα του πληθυσμού. Αυτό απαιτούν η πολυφωνία, η ανεκτικότητα και το ανοικτό πνεύμα, χωρίς τα οποία δεν υφίσταται δημοκρατική κοινωνία (απόφαση του ΕΔΔΑ της 7ης Δεκεμβρίου 1976, Handyside κατά Ηνωμένου Βασιλείου, CE:ECHR:1976:1207JUD000549372, § 49).

41      Το δικαίωμα στην ελευθερία εκφράσεως δεν συνιστά, πάντως, απόλυτο προνόμιο, η δε άσκησή του μπορεί να υπόκειται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, σε περιορισμούς.

42      Πάντως, λαμβανομένης υπόψη της θεμελιώδους σημασίας της ελευθερίας εκφράσεως, οι περιορισμοί της πρέπει να εκτιμώνται συσταλτικά και, όπως προκύπτει τόσο από το άρθρο 10, παράγραφος 2, της ΕΣΔΑ όσο και από το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, οι επεμβάσεις στην ελευθερία εκφράσεως επιτρέπονται μόνον εφόσον πληρούν την εξής τριπλή προϋπόθεση. Πρώτον, ο επίμαχος περιορισμός πρέπει να «προβλέπεται από τον νόμο». Με άλλα λόγια, το θεσμικό όργανο της Ένωσης που λαμβάνει μέτρα τα οποία ενδέχεται να περιορίσουν την ελευθερία εκφράσεως ενός προσώπου πρέπει να διαθέτει, προς τούτο, νομική βάση. Δεύτερον, ο επίμαχος περιορισμός πρέπει να εξυπηρετεί σκοπό γενικού συμφέροντος που να αναγνωρίζεται από την Ένωση. Τρίτον, ο επίμαχος περιορισμός δεν πρέπει να είναι υπέρμετρος, πράγμα που σημαίνει, αφενός, ότι πρέπει να είναι αναγκαίος και ανάλογος προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και, αφετέρου, ότι δεν πρέπει να θίγεται η ουσία της σχετικής ελευθερίας (βλ., σχετικώς, απόφαση της 15ης Ιουνίου 2017, Kiselev κατά Συμβουλίου, T-262/15, EU:T:2017:392, σκέψεις 69 και 84 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

43      Πρέπει ακόμη να διευκρινιστεί ότι μια επέμβαση ή ένας περιορισμός στην ελευθερία εκφράσεως μπορεί να θεωρηθεί ότι «προβλέπεται από τον νόμο» μόνον εάν ο κανόνας είναι διατυπωμένος με επαρκή ακρίβεια ώστε να είναι προβλέψιμος όσον αφορά τις συνέπειές του και να παρέχει στον αποδέκτη τη δυνατότητα να καθορίσει τη συμπεριφορά του (βλ., σχετικώς, απόφαση του ΕΔΔΑ της 17ης Φεβρουαρίου 2004, Maestri κατά Ιταλίας, CE:ECHR:2004:0217JUD003974898, § 30).

44      Πρέπει, εξάλλου, να τονιστεί ότι, σε μια δημοκρατία, το κοινοβούλιο ή τα παρεμφερή όργανα είναι φορείς απαραίτητοι για τον πολιτικό διάλογο. Κατά συνέπεια, ο περιορισμός της ελευθερίας εκφράσεως η οποία ασκείται στο πλαίσιο των οργάνων αυτών μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο για επιτακτικούς λόγους (απόφαση του ΕΔΔΑ της 17ης Δεκεμβρίου 2002, A. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, CE:ECHR:2002:1217JUD003537397, § 79).

45      Επιπλέον, όπως παγίως τονίζεται στη νομολογία του ΕΔΔΑ, η ελευθερία εκφράσεως των βουλευτών έχει ιδιαίτερη σημασία. Πράγματι, η, πολύτιμη για τον καθένα, ελευθερία της εκφράσεως είναι όλως ιδιαιτέρως πολύτιμη για τον εκλεγμένο εκπρόσωπο του λαού, ο οποίος εκπροσωπεί τους ψηφοφόρους του, εκφράζει τις ανησυχίες τους και προασπίζει τα συμφέροντά τους. Κατά συνέπεια, περιορισμοί της ελευθερίας εκφράσεως βουλευτή της αντιπολιτεύσεως, όπως ο προσφεύγων, επιβάλλουν στον δικαστή να ασκήσει λίαν αυστηρό έλεγχο (απόφαση του ΕΔΔΑ της 23ης Απριλίου 1992, Castells κατά Ισπανίας, CE:ECHR:1992:0423JUD001179885, § 42).

46      Προσήκει, επομένως, να κριθεί ότι η ελευθερία εκφράσεως των βουλευτών επιτάσσει την παροχή ενισχυμένης προστασίας, λαμβανομένης υπόψη της θεμελιώδους σημασίας που έχει το κοινοβούλιο σε μία δημοκρατική κοινωνία.

47      Ωστόσο, ενώ επισημαίνει ότι σε κάθε δήλωση που γίνεται εντός κοινοβουλίου απαιτείται να παρέχεται υψηλός βαθμός προστασίας, το ΕΔΔΑ δέχθηκε προσφάτως, λαμβανομένου υπόψη του στενού συνδέσμου μεταξύ του όντως δημοκρατικού χαρακτήρα ενός πολιτικού καθεστώτος και της λειτουργίας του κοινοβουλίου, ότι η άσκηση της ελευθερίας εκφράσεως εντός του κοινοβουλίου πρέπει ενίοτε να υποχωρεί ενώπιον των εννόμων συμφερόντων που συνίστανται στην προστασία της απρόσκοπτης λειτουργίας των κοινοβουλευτικών δραστηριοτήτων και των δικαιωμάτων των άλλων βουλευτών (απόφαση του ΕΔΔΑ της 17ης Μαΐου 2016, Karácsony κ.λπ. κατά Ουγγαρίας, CE:ECHR:2016:0517JUD 004246113, § 138 έως 141).

48      Επιβάλλεται να επισημανθεί ότι το ΕΔΔΑ, αφενός, συνέδεσε τη δυνατότητα κοινοβουλίου να επιβάλλει κυρώσεις λόγω της συμπεριφοράς μέλους του με την ανάγκη να μεριμνά για την απρόσκοπτη διεξαγωγή των κοινοβουλευτικών εργασιών και, αφετέρου, αναγνώρισε στα κοινοβούλια ευρεία αυτονομία για να ρυθμίζουν τον τρόπο, τον χρόνο και τον τόπο που επιλέγουν οι βουλευτές για τις παρεμβάσεις τους (κατά συνέπεια, ο έλεγχος που ασκεί το ΕΔΔΑ είναι περιορισμένος), πλην όμως, αντιθέτως, αναγνώρισε λίαν περιορισμένη ευχέρεια ως προς τον έλεγχο του περιεχομένου των λόγων των βουλευτών (κατά συνέπεια, ο έλεγχος που ασκεί το ΕΔΔΑ είναι πιο αυστηρός). Στη νομολογία του, το ΕΔΔΑ κάνει συναφώς λόγο μόνο «για ορισμένη δόση ρυθμίσεως […] αναγκαία για την παρεμπόδιση μέσων εκφράσεως όπως άμεση ή έμμεση προτροπή σε βία» (απόφαση του ΕΔΔΑ της 17ης Μαΐου 2016, Karácsony κ.λπ. κατά Ουγγαρίας, CE:ECHR:2016:0517JUD004246113, § 140).

49      Επομένως, αφενός, ένας εσωτερικός κανονισμός κοινοβουλίου δεν θα μπορούσε να προβλέπει τη δυνατότητα επιβολής κυρώσεων λόγω των δηλώσεων των βουλευτών παρά μόνο στην περίπτωση κατά την οποία αυτές θίγουν την απρόσκοπτη λειτουργία του Κοινοβουλίου ή συνιστούν σοβαρό κίνδυνο για την κοινωνία, όπως οι προτροπές σε βία ή σε ρατσιστικό μίσος.

50      Αφετέρου, η εξουσία που αναγνωρίζεται στα κοινοβούλια να επιβάλλουν πειθαρχικές κυρώσεις για να διασφαλίσουν την απρόσκοπτη άσκηση των δραστηριοτήτων τους ή την προστασία ορισμένων θεμελιωδών δικαιωμάτων, αρχών ή ελευθεριών θα πρέπει να συμβιβάζεται με την ανάγκη διασφαλίσεως της ελευθερίας εκφράσεως των βουλευτών.

51      Κατά συνέπεια, λαμβανομένων υπόψη της ιδιαίτερης σημασίας που έχει η ελευθερία εκφράσεως των βουλευτών και των αυστηρών ορίων εντός των οποίων μπορούν να επιβληθούν περιορισμοί στην ελευθερία αυτή, σύμφωνα με τις αρχές που αντλούνται από τη νομολογία του ΕΔΔΑ στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να εξεταστεί αν, επιβάλλοντας την επίμαχη πειθαρχική κύρωση, το Κοινοβούλιο τήρησε τις προϋποθέσεις του άρθρου 166, παράγραφος 1, του εσωτερικού κανονισμού του.

52      Εν προκειμένω, ο εσωτερικός κανονισμός, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών και εφαρμόστηκε από το Προεδρείο του Κοινοβουλίου, προβλέπει, στο τέταρτο κεφάλαιο του τίτλου VII που επιγράφεται «Μέτρα σε περίπτωση μη τήρησης των κανόνων συμπεριφοράς που ισχύουν για τους βουλευτές», άμεσα μέτρα, τα οποία μπορούν να ληφθούν από τον πρόεδρο της συνεδριάσεως για να αποκαταστήσει την τάξη (άρθρο 165 του εσωτερικού κανονισμού) και πειθαρχικές κυρώσεις, οι οποίες μπορούν να επιβληθούν από τον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου σε κάποιο βουλευτή (άρθρο 166 του εσωτερικού κανονισμού).

53      Δυνάμει του άρθρου 166, παράγραφος 1, του εσωτερικού κανονισμού, το οποίο εφαρμόσθηκε εν προκειμένω, ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου λαμβάνει αιτιολογημένη απόφαση και επιβάλλει την κατάλληλη κύρωση «[σ]ε περίπτωση σοβαρής διατάραξης της τάξης ή των εργασιών του Κοινοβουλίου κατά παράβαση των αρχών του άρθρου 11 […]».

54      Πάντως, επιβάλλεται να τονιστεί ότι το γράμμα του άρθρου 166, παράγραφος 1, του εσωτερικού κανονισμού διαφέρει ανάλογα με τη γλωσσική εκδοχή του εν λόγω κανονισμού. Έτσι, σε αντιδιαστολή προς το γαλλικό κείμενο της διατάξεως αυτής, το οποίο προσκόμισε το Κοινοβούλιο κατόπιν αιτήσεως του Γενικού Δικαστηρίου και παρατέθηκε στη σκέψη 53 ανωτέρω και στο σημείο 38 της αποφάσεως του Προεδρείου, καθώς και τα κείμενα στη γερμανική, την ιταλική, την ισπανική, την ολλανδική και την ελληνική γλώσσα, το αγγλικό κείμενο δεν αναφέρει τη διατάραξη «των εργασιών» ή «της δραστηριότητας» του Κοινοβουλίου, αλλά χρησιμοποιεί την έκφραση «disruption of Parliament». Κατά το Κοινοβούλιο, η έκφραση αυτή δεν αφορά μόνο τις κοινοβουλευτικές εργασίες, εντός του ημικυκλίου, αλλά περιγράφει περίπτωση ευρύτερη της συνεδριάσεως, η οποία περιλαμβάνει και τις επιπτώσεις στο κύρος ή την υπόληψή του ως θεσμικού οργάνου.

55      Συναφώς, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η ανάγκη ομοιόμορφης ερμηνείας μιας διατάξεως επιτάσσει, σε περίπτωση αποκλίσεως μεταξύ των κειμένων τους στις διάφορες γλώσσες, να ερμηνεύονται οι διατάξεις αυτές σε συνάρτηση με το πλαίσιο και τον σκοπό των ρυθμίσεων στις οποίες ανήκουν (βλ., σχετικώς, απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 2016, Bayer CropScience και Stichting De Bijenstichting, C-442/14, EU:C:2016:890, σκέψη 84 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

56      Επομένως, δεν μπορεί να δεκτή η προσέγγιση που υιοθέτησε το Κοινοβούλιο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το αγγλικό κείμενο του άρθρου 166 του εσωτερικού κανονισμού για την ερμηνεία της βουλήσεως του νομοθέτη και του συνόλου των γλωσσικών εκδοχών.

57      Πράγματι, λαμβανομένων υπόψη του πλαισίου και του σκοπού του, το άρθρο 166 του εσωτερικού κανονισμού αφορά την περίπτωση προσβολής της απρόσκοπτης λειτουργίας του Κοινοβουλίου ή της ευταξίας των κοινοβουλευτικών εργασιών και τείνει, κατά συνέπεια, στον κολασμό της συμπεριφοράς βουλευτή που συμμετέχει στη συνεδρίαση ή στις κοινοβουλευτικές εργασίες η οποία δύναται να παρακωλύσει ουσιωδώς τη διεξαγωγή τους. Η ερμηνεία αυτή αντιστοιχεί, εξάλλου, όπως υπομνήσθηκε στις σκέψεις 48 έως 50 ανωτέρω, στον σκοπό που επιδιώκεται γενικώς από τον πειθαρχικό κανονισμό ενός κοινοβουλίου, του οποίου τον νόμιμο χαρακτήρα έχει αναγνωρίσει το ΕΔΔΑ (βλ., σχετικώς, απόφαση του ΕΔΔΑ της 17ης Μαΐου 2016, Karácsony κ.λπ. κατά Ουγγαρίας, CE:ECHR:2016:0517JUD004246113, § 138 έως 140).

58      Εξάλλου, πρέπει να επισημανθεί ότι από το γράμμα του άρθρου 166 του εσωτερικού κανονισμού προκύπτει ότι κυρώσεις μπορούν να επιβληθούν σε δύο περιπτώσεις, συγκεκριμένα δε είτε σε περίπτωση «σοβαρής διατάραξης της τάξης […] κατά παράβαση των αρχών του άρθρου 11» είτε σε περίπτωση «διατάραξης των εργασιών του Κοινοβουλίου κατά παράβαση των αρχών του άρθρου 11 […]».

59      Επιβάλλεται, συναφώς, η διαπίστωση ότι ούτε από την απόφαση του Προεδρείου ούτε από τα υπομνήματα των διαδίκων προκύπτει ότι οι δηλώσεις του προσφεύγοντος ενώπιον του Κοινοβουλίου κατά τη συνεδρίαση της ολομέλειας της 7ης Ιουνίου 2016 προκάλεσαν οποιαδήποτε διατάραξη της εν λόγω συνεδριάσεως, υπό την έννοια της πρώτης εναλλακτικής δυνατότητας που καλύπτει το άρθρο 166, παράγραφος 1, του εσωτερικού κανονισμού. Η εν λόγω απόφαση αναφέρει απλώς ότι, κατόπιν της ομιλίας του προσφεύγοντος, η Αντιπρόεδρος του Κοινοβουλίου που διηύθυνε τις συζητήσεις τον ανακάλεσε στην τάξη και, στη συνέχεια, μία βουλευτής κατέφυγε στη διαδικασία –απολύτως συνηθισμένη και ουδόλως ενδεικτική οποιασδήποτε διαταράξεως της συνεδριάσεως– της «γαλάζιας κάρτας» για να ζητήσει από τον προσφεύγοντα να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία προς στήριξη των ισχυρισμών του.

60      Επιπλέον, τόσο στο πλαίσιο των απαντήσεών του στις γραπτές ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου όσο και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το Κοινοβούλιο επιβεβαίωσε ότι δεν προκλήθηκε καμία εξαιρετικά σοβαρή διατάραξη της συνεδριάσεως ή των εργασιών του, κατά τη συνεδρίαση της ολομέλειας της 7ης Ιουνίου 2016 και στο πλαίσιο των σχετικών συζητήσεων, κατόπιν της παρεμβάσεως του προσφεύγοντος. Πάντως, το Κοινοβούλιο επισήμανε ότι η περίπτωση του προσφεύγοντος ενέπιπτε οπωσδήποτε στη δεύτερη εναλλακτική περίπτωση του άρθρου 166, παράγραφος 1, του εσωτερικού κανονισμού, δηλαδή στη «διατάραξη των εργασιών», η οποία ήταν άμεση συνέπεια της παραβιάσεως των αρχών του άρθρου 11 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο θέτει τους κανόνες συμπεριφοράς για τους βουλευτές. Συναφώς, το Κοινοβούλιο ισχυρίσθηκε ότι η «διατάραξη» η οποία δικαιολόγησε την επιβολή των πειθαρχικών κυρώσεων στον προσφεύγοντα εκδηλώθηκε εκτός συνεδριάσεως, μέσω της προσβολής του κύρους και της φήμης του ως θεσμικού οργάνου. Το Κοινοβούλιο διευκρίνισε, επιπλέον, ότι η διατάραξη των εργασιών που προβλέπει το άρθρο 166, παράγραφος 1, του εσωτερικού κανονισμού δεν περιοριζόταν στις συζητήσεις ή στις εργασίες στο ημικύκλιό του, αλλά ότι έπρεπε να της αποδοθεί ευρύτερη έννοια, καταλαμβάνουσα το Κοινοβούλιο στο σύνολό του, το κύρος του, τη φήμη του και, κατά συνέπεια, τη λειτουργία του.

61      Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να ευδοκιμήσει.

62      Πράγματι, πρώτον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο ισχυρισμός του Κοινοβουλίου, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι η περίπτωση του προσφεύγοντος εμπίπτει στη δεύτερη εναλλακτική περίπτωση που καλύπτει το άρθρο 166, παράγραφος 1, του εσωτερικού κανονισμού, δηλαδή στη διατάραξη των εργασιών του Κοινοβουλίου, δεν προκύπτει από την απόφαση του Προεδρείου, η οποία δεν παρέχει διευκρινίσεις ως προς την ειδική παράβαση που έγινε δεκτή εν προκειμένω, μεταξύ αυτών που καλύπτει η εν λόγω διάταξη. Εξάλλου, στο σημείο 40 της εν λόγω αποφάσεως, κρίνεται ότι υπήρξε παραβίαση των αρχών του άρθρου 11 του εν λόγω κανονισμού και, συνακολούθως, ότι υπήρξε εξαιρετικά σοβαρή διατάραξη της συνεδριάσεως ή των εργασιών του Κοινοβουλίου. Αρκεί, όμως, να υπομνησθεί, συναφώς, ότι το άρθρο 166 του εσωτερικού κανονισμού, και όχι το άρθρο 11 αυτού, είναι η διάταξη που διευκρινίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να επιβληθεί κύρωση σε βουλευτή. Πράγματι, το άρθρο 11 του εν λόγω κανονισμού περιλαμβάνει κανόνες που υπενθυμίζουν τις αρχές και τις αξίες τις οποίες πρέπει να τηρούν οι βουλευτές ως προς τη συμπεριφορά τους, διευκρινίζοντας, απλώς, ότι η μη τήρηση των κανόνων αυτών δύναται να έχει ως αποτέλεσμα την εφαρμογή μέτρων, κατά τα άρθρα 165, 166 και 167 του εν λόγω κανονισμού. Επομένως, το συμπέρασμα που συνάγεται στο σημείο 40 της αποφάσεως του Προεδρείου ότι η παραβίαση των αρχών του άρθρου 11 του κανονισμού αυτού συνεπάγεται ipso facto τη διαπίστωση «εξαιρετικά σοβαρής διαταράξεως της συνεδριάσεως ή των εργασιών του Κοινοβουλίου» ουδόλως απορρέει από την εν λόγω διάταξη.

63      Δεύτερον, όσον αφορά την προϋπόθεση σχετικά με τη διατάραξη των εργασιών του Κοινοβουλίου, πρέπει να επισημανθεί ότι, μολονότι το άρθρο 166, παράγραφος 1, του εσωτερικού κανονισμού παραπέμπει στις αρχές του άρθρου 11 του ιδίου κανονισμού, ενδεχόμενη γραμματική ερμηνεία της πρώτης από τις διατάξεις αυτές θα είχε ως συνέπεια να θεωρηθεί ότι η παραβίαση των εν λόγω αρχών δεν συνιστά αυτοτελή λόγο παραβάσεως, αλλά πρόσθετη προϋπόθεση, αναγκαία για τη δυνατότητα επιβολής κυρώσεως λόγω σοβαρής διαταράξεως των κοινοβουλευτικών εργασιών, στοιχείο το οποίο το Κοινοβούλιο επιβεβαίωσε, άλλωστε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Επομένως, η παραβίαση των αρχών του άρθρου 11 του εσωτερικού κανονισμού, ακόμη και αν θεωρηθεί αποδεδειγμένη, δεν μπορεί, αφεαυτής, να κολασθεί ως τέτοια, αλλά μόνον εφόσον συνοδεύεται από σοβαρή διατάραξη των εργασιών του Κοινοβουλίου, στοιχείο που επίσης επιβεβαίωσε το Κοινοβούλιο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

64      Τρίτον, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς του Κοινοβουλίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η διατάραξη των εργασιών του Κοινοβουλίου κατά το άρθρο 166, παράγραφος 1, του εσωτερικού κανονισμού, η οποία εκδηλώθηκε εκτός του ημικυκλίου, λόγω των συνεπειών που είχαν οι δηλώσεις του προσφεύγοντος εκτός Κοινοβουλίου, δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως προσβολή του κύρους ή της φήμης του ως θεσμικού οργάνου. Εξάλλου, η απόφαση του Προεδρείου δεν παρέχει καμία ένδειξη συναφώς και δεν περιέχει καμία εκτίμηση σχετικά με τα κριτήρια που οδήγησαν το Προεδρείο του Κοινοβουλίου στη διαπίστωση υποτιθέμενης προσβολής της υπολήψεως του Κοινοβουλίου. Περαιτέρω, ελλείψει ορισμού αντικειμενικών κριτηρίων για την εκτίμηση της υπάρξεως τέτοιας προσβολής και λαμβανομένου υπόψη του αόριστου, τουλάχιστον, χαρακτήρα της έννοιας του «κύρους του Κοινοβουλίου» ή της προσβολής του, καθώς και του σημαντικού περιθωρίου εκτιμήσεως που διαθέτει το Κοινοβούλιο στον τομέα αυτόν, η ερμηνεία αυτή θα είχε ως συνέπεια τον αυθαίρετο περιορισμό της ελευθερίας εκφράσεως των βουλευτών.

65      Επιπροσθέτως, πρέπει να επισημανθεί ότι το άρθρο 11, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του εσωτερικού κανονισμού αφορά τη «συμπεριφορά» των βουλευτών και προβλέπει ότι αυτή πρέπει να σέβεται ορισμένες υποχρεώσεις, δηλαδή να εμπνέεται από τον αμοιβαίο σεβασμό, να στηρίζεται στις αξίες και αρχές της Ένωσης, να διαφυλάσσει το κύρος του Κοινοβουλίου, να μη παρεμποδίζει την απρόσκοπτη λειτουργία των κοινοβουλευτικών εργασιών ή την τήρηση της τάξεως στις εγκαταστάσεις του Κοινοβουλίου. Ομοίως, το άρθρο 166, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού αφορά και τη συμπεριφορά των βουλευτών και προβλέπει ότι, κατά την αξιολόγησή της, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο ειδικός, επαναλαμβανόμενος ή διαρκής χαρακτήρας της, και η σοβαρότητά της, επί τη βάσει του παραρτήματος XV των κατευθυντηρίων γραμμών που έχουν προσαρτηθεί στον εν λόγω κανονισμό. Αντιθέτως, οι δηλώσεις, οι λόγοι ή οι αγορεύσεις δεν μνημονεύονται και, κατά συνέπεια, δεν μπορούν να αποτελέσουν, αυτά καθεαυτά, το αντικείμενο μέτρου κυρώσεως.

66      Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από το άρθρο 11, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του εσωτερικού κανονισμού, κατά το οποίο «[η] εφαρμογή του παρόντος άρθρου δεν μπορεί να επηρεάζει κατά την άλλα την ένταση των κοινοβουλευτικών συζητήσεων ή την ελευθερία λόγου των βουλευτών». Επιπλέον, η εν λόγω ερμηνεία του άρθρου 11, παράγραφος 2, του εν ως άνω κανονισμού ενισχύεται από την πρόσφατη τροποποίηση του εσωτερικού κανονισμού του Κοινοβουλίου, που τέθηκε σε ισχύ στις 16 Ιανουαρίου 2017 και αποσκοπεί στη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής των πειθαρχικών κυρώσεων. Πράγματι, στο νέο άρθρο 11, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του εσωτερικού κανονισμού προστέθηκε η ρητή απαγόρευση κάθε συκοφαντικής, ρατσιστικής ή ξενοφοβικής δηλώσεως ή συμπεριφοράς. Επιπλέον, η παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του άρθρου 11 του εσωτερικού κανονισμού που κατέστη άρθρο 11, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού, τροποποιήθηκε επίσης και προβλέπει εφεξής ότι «[η] εφαρμογή του παρόντος άρθρου δεν μπορεί να επηρεάζει κατά την άλλα την ένταση των κοινοβουλευτικών συζητήσεων ή την ελευθερία λόγου των βουλευτών». Επομένως, στην υπό κρίση υπόθεση, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι οι δηλώσεις στο πλαίσιο των κοινοβουλευτικών καθηκόντων μπορούν να εξομοιωθούν με συμπεριφορά και ότι στοιχειοθέτησαν, ως εκ τούτου, παραβίαση των αρχών του άρθρου 11, παράγραφος 2, του εσωτερικού κανονισμού, όπως αυτός εφαρμόστηκε κατά τον χρόνο των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών, δεν μπορούσαν να αποτελέσουν το αντικείμενο κυρώσεως ελλείψει εξαιρετικά σοβαρής παρεμποδίσεως ή διαταράξεως των εργασιών του Κοινοβουλίου.

67      Άλλωστε, η διάκριση που καθιερώνει το σημείο 1 του παραρτήματος XV των κατευθυντηρίων γραμμών στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 166, παράγραφος 2, του εσωτερικού κανονισμού (βλ. σκέψη 65 ανωτέρω) μεταξύ, αφενός, των συμπεριφορών οπτικού χαρακτήρα οι οποίες μπορούν να γίνουν ανεκτές υπό ορισμένες συνθήκες και, αφετέρου, «αυτών που διαταράσσουν ενεργά την κοινοβουλευτική δραστηριότητα», δεν παρέχει τη δυνατότητα να θεωρηθεί ότι τα σχόλια που διατυπώθηκαν στο πλαίσιο κοινοβουλευτικής συνεδριάσεως μπορούν να συμπεριληφθούν στην ως άνω τελευταία κατηγορία συμπεριφορών και, ως εκ τούτου, να κολασθούν, ελλείψει διαπιστώσεως εξαιρετικά σοβαρής διαταράξεως των εργασιών του Κοινοβουλίου.

68      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προηγουμένων σκέψεων, καθώς και της ιδιαίτερης σημασίας που έχει η ελευθερία εκφράσεως των βουλευτών και των αυστηρών ορίων εντός των οποίων μπορούν να της επιβληθούν περιορισμοί, των οποίων έγινε μνεία στις σκέψεις 37 έως 50 ανωτέρω, τα άρθρα 11 και 166 του εσωτερικού κανονισμού, όπως εφαρμόζονται στην υπό κρίση υπόθεση, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν παρέχουν τη δυνατότητα επιβολής κυρώσεως σε βουλευτή εξαιτίας σχολίων που διατύπωσε στο πλαίσιο των κοινοβουλευτικών καθηκόντων του. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι τα σχόλια αυτά μπορούν να εξομοιωθούν με τη συμπεριφορά του βουλευτή, δεν ήταν δυνατόν να αποτελέσουν το αντικείμενο κυρώσεων, λαμβανομένης υπόψη της ελλείψεως εξαιρετικά σοβαρής διαταράξεως της τάξεως ή των εργασιών του Κοινοβουλίου, κατά παράβαση του άρθρου 11 του εσωτερικού κανονισμού.

69      Yπό τις συνθήκες αυτές και παρά τον ιδιαιτέρως προσβλητικό χαρακτήρα των όρων που χρησιμοποίησε ο προσφεύγων κατά την παρέμβασή του στη συνεδρίαση της ολομέλειας της 7ης Ιουνίου 2017, το Κοινοβούλιο δεν μπορούσε, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, να του επιβάλει πειθαρχική κύρωση επί τη βάσει του άρθρου 166, παράγραφος 1, του εσωτερικού κανονισμού του. Εξάλλου, το Κοινοβούλιο δεν μπορεί να υποστηρίξει λυσιτελώς, όπως το έπραξε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι αυτό για το οποίο επέβαλε την κύρωση στην πραγματικότητα ήταν το γλωσσικό ύφος που χρησιμοποίησε ο προσφεύγων κατά την ομιλία του και όχι το περιεχόμενό της, λαμβανομένης, ιδίως, υπόψη της διατυπώσεως των σημείων 34 και 36 της αποφάσεως του Προεδρείου, τα οποία αναφέρονται στην «πρόθεση [του προσφεύγοντος] να εκφράσει την προσωπική του γνώμη» ή στην «ιδέα» που εξέφρασε ο προσφεύγων.

70      Επιπλέον, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η διατάραξη των εργασιών δεν περιοριζόταν stricto sensu εντός του ημικυκλίου, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η μνεία της «τάξεως [κατά τη συνεδρίαση]» («séance») στο άρθρο 166, παράγραφος 1, του εσωτερικού κανονισμού νοείται μόνον υπό το πρίσμα της πρώτης εναλλακτικής, δηλαδή της σοβαρής διαταράξεως, ερμηνεία τόσο ευρεία όσο αυτή που υποστηρίζει το Κοινοβούλιο δεν μπορεί να ευδοκιμήσει για τους λόγους που εκτέθηκαν στη σκέψη 64 ανωτέρω.

71      Από τις προηγούμενες σκέψεις συνάγεται ότι ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η απόφανση επί των επιχειρημάτων του προσφεύγοντος ότι του επιβλήθηκε κύρωση και για τις δηλώσεις του στο περιθώριο της συνεδριάσεως της ολομέλειας της 7ης Ιουνίου 2016 ή στο πλαίσιο της ασκήσεως των δικαιωμάτων του άμυνας.

72      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προηγουμένων σκέψεων, πρέπει να γίνει δεκτό το δεύτερο αίτημα και να ακυρωθεί η απόφαση του Προεδρείου, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων που προβλήθηκαν προς στήριξη του ακυρωτικού αιτήματος. Υπό τις συνθήκες αυτές, παρέλκει η απόφανση ως προς τη λήψη του μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας που ζήτησε ο προσφεύγων και αφορούσε τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως.

 Επί τουαιτήματοςαποζημιώσεως

73      Προς στήριξη του αιτήματος αποζημιώσεως, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η ακύρωση της αποφάσεως του Προεδρείου δεν θα του παράσχει τη δυνατότητα αποκαταστάσεως του συνόλου των ζημιών που υπέστη. Έτσι, ζητεί, αφενός, την αποκατάσταση της οικονομικής ζημίας που απορρέει από την απώλεια του δικαιώματος αποζημιώσεως διαμονής, η οποία ανέρχεται σε 3 060 ευρώ. Αφετέρου, ζητεί να υποχρεωθεί το Κοινοβούλιο στην καταβολή ποσού 10 000 ευρώ σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη λόγω της αναστολής της συμμετοχής του στις δραστηριότητες του Κοινοβουλίου καθώς και από την προσβολή της τιμής και της υπολήψεώς του.

74      Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι το αίτημα αποκαταστάσεως της οικονομικής ζημίας είναι απαράδεκτο. Άλλωστε, θεωρεί ότι η ακύρωση της αποφάσεως του Προεδρείου συνιστά επαρκή ικανοποίηση για την ηθική βλάβη του προσφεύγοντος. Επικουρικώς, εκτιμά ότι ποσό της τάξεως των 1 000 ευρώ κατ’ ανώτατο όριο είναι επαρκές.

75      Εν προκειμένω, όσον αφορά, πρώτον, το αίτημα αποκαταστάσεως της οικονομικής ζημίας που απορρέει από την απώλεια του δικαιώματος της αποζημιώσεως διαμονής, αρκεί να επισημανθεί ότι ο προσφεύγων δεν εξηγεί τους λόγους για τους οποίους, ακόμη και στην περίπτωση ακυρώσεως της αποφάσεως του Προεδρείου, το γεγονός ότι ήδη υπέστη την επίμαχη κύρωση δεν θα του παράσχει τη δυνατότητα αποκαταστάσεως του συνόλου της ζημίας του, κατά μείζονα λόγο διότι ζητεί απλώς την καταβολή του ποσού που αντιστοιχεί στην αποζημίωση που θα είχε λάβει ελλείψει της επιβληθείσας κυρώσεως, δηλαδή 3 060 ευρώ. Πάντως, λαμβανομένης υπόψη της ακυρώσεως της αποφάσεως του Προεδρείου και σύμφωνα με το άρθρο 266 ΣΛΕΕ, στο Κοινοβούλιο απόκειται να λάβει τα μέτρα που απαιτεί η εκτέλεση της παρούσας αποφάσεως, στοιχείο που συνεπάγεται καταβολή των ποσών που αντιστοιχούν στην αποζημίωση διαμονής της οποίας ανεστάλη η καταβολή.

76      Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα αποκαταστάσεως της οικονομικής ζημίας.

77      Όσον αφορά, δεύτερον, το αίτημα ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης που ισχυρίζεται ότι υπέστη ο προσφεύγων, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η ακύρωση παράνομης πράξεως μπορεί να συνιστά, αυτή καθεαυτή, πρόσφορη και, κατ’ αρχήν, επαρκή αποζημίωση κάθε ηθικής βλάβης που προκάλεσε ενδεχομένως η πράξη αυτή (αποφάσεις της 9ης Ιουλίου 1987, Hochbaum και Rawes κατά Επιτροπής, 44/85, 77/85, 294/85 και 295/85, EU:C:1987:348, σκέψη 22, και της 9ης Νοεμβρίου 2004, Montalto κατά Συμβουλίου, T-116/03, EU:T:2004:325, σκέψη 127), εκτός εάν ο προσφεύγων αποδείξει ότι υπέστη ηθική βλάβη ανεξάρτητη της παρανομίας στην οποία στηρίζεται η ακύρωση και μη δυνάμενη να αποκατασταθεί πλήρως με την ακύρωση αυτή (βλ. απόφαση της 25ης Ιουνίου 2015, EE κατά Επιτροπής, F‑55/14, EU:F:2015:66, σκέψη 46 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

78      Εν προκειμένω, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η απόφαση του Προέδρου και η απόφαση του Προεδρείου εκδόθηκαν υπό συνθήκες που προκάλεσαν στον προσφεύγοντα ηθική βλάβη ανεξαρτήτως της ακυρωθείσας πράξεως. Κατά συνέπεια, το αίτημα ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης πρέπει να απορριφθεί.

 Επί των δικαστικών εξόδων

79      Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων, κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του. Εν προκειμένω, στο μέτρο που μόνο το ακυρωτικό αίτημα έγινε δεκτό, κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο πενταμελές τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Ακυρώνει την απόφαση του Προεδρείου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 1ης Αυγούστου 2016.

2)      Απορρίπτει το αίτημα αποζημιώσεως.

3)      Ο Janusz Korwin-Mikke και το Κοινοβούλιο φέρουν έκαστος τα δικαστικά έξοδά του.

BerardisΠαπασάββαςSpielmann

CsehiSpineanu-Matei

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 31 Μαΐου 2018.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.