Language of document : ECLI:EU:C:2018:398

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ένατο τμήμα)

της 6ης Ιουνίου 2018 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις – Διαδικασία αφερεγγυότητας – Κανονισμός (ΕΚ) 1346/2000 – Άρθρο 15 – Αποτελέσματα της διαδικασίας αφερεγγυότητας επί των εκκρεμών δικών με αντικείμενο πράγμα ή δικαίωμα της πτωχευτικής περιουσίας – Έννοια της “εκκρεμούς δίκης” – Διαδικασία επί της ουσίας για την αναγνώριση οφειλής»

Στην υπόθεση C-250/17,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Supremo Tribunal de Justiça (Ανώτατο Δικαστήριο, Πορτογαλία) με απόφαση της 26ης Απριλίου 2017, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 12 Μαΐου 2017, στο πλαίσιο της δίκης

Virgílio Tarragó da Silveira

κατά

Massa Insolvente da Espírito Santo Financial Group, SA

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα),

συγκείμενο από τους C. Vajda, πρόεδρο τμήματος, E. Juhász και K. Jürimäe (εισηγήτρια), δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Bobek

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        ο Virgílio Tarragó da Silveira, εκπροσωπούμενος από τους P. de Almeida, L. Mesquita και E. Viveiros, advogados,

–        η Massa Insolvente da Espírito Santo Financial Group SA, εκπροσωπούμενη από τους N. Líbano Monteiro και F. da Cunha Matos, καθώς και την S. Estima Martins, advogados,

–        η Πορτογαλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους L. Inez Fernandes, M. Figueiredo και P. Lacerda,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις M. Afonso και M. Heller, καθώς και από τον M. Wilderspin,

κατόπιν της απόφασης που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        H αίτηση προδικαστικής απόφασης αφορά την ερμηνεία του άρθρου 15 του κανονισμού (ΕΚ) 1346/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας (ΕΕ 2000, L 160, σ. 1).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Virgílio Tarragó da Silveira και της Massa Insolvente da Espírito Santo Financial Group SA, με αντικείμενο την καταβολή ποσού που οφειλόταν ως αμοιβή για τις υπηρεσίες που ο V. Tarragó da Silveira παρέσχε στην Espírito Santo Financial Group SA, πριν αυτή κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης, καθώς και την καταβολή αποζημίωσης για τη ζημία που προκλήθηκε εξαιτίας της μη εκτέλεσης της σύμβασης παροχής υπηρεσιών.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

3        Οι αιτιολογικές σκέψεις 8, 23 και 24 του κανονισμού 1346/2000 αναφέρουν τα εξής:

«(8)      Για να επιτευχθεί ο στόχος της βελτίωσης και της επιτάχυνσης των διαδικασιών αφερεγγυότητας που έχουν διασυνοριακές επιπτώσεις, επιβάλλεται οι διατάξεις για τη δικαιοδοσία, την αναγνώριση και το εφαρμοστέο δίκαιο στον τομέα αυτό να συμπεριληφθούν σε κοινοτική νομοθετική πράξη δεσμευτική και άμεσα εφαρμόσιμη στα κράτη μέλη.

[…]

(23)      Ο παρών κανονισμός, στα θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του, θα πρέπει να καθορίζει ενιαίους κανόνες για τη σύγκρουση των νομοθεσιών οι οποίοι να αντικαθιστούν, στα πλαίσια του πεδίου εφαρμογής τους, τις εθνικές διατάξεις ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Εκτός εάν υπάρχει αντίθετη διάταξη, θα πρέπει να εφαρμόζεται η νομοθεσία του κράτους μέλους έναρξης της διαδικασίας (“lex concursus”). Ο κανόνας αυτός για τη σύγκρουση των νομοθεσιών θα πρέπει να εφαρμόζεται τόσο στην κύρια διαδικασία όσο και στις τοπικές διαδικασίες. Ο lex concursus καθορίζει όλα τα αποτελέσματα της διαδικασίας αφερεγγυότητας, τόσο τα διαδικαστικά όσο και τα ουσιαστικά, επί των ενεχόμενων προσώπων και έννομων σχέσεων. Ο κανόνας αυτός διέπει όλους τους όρους έναρξης, διεξαγωγής και περάτωσης της διαδικασίας αφερεγγυότητας

(24)      Η αυτόματη αναγνώριση μιας διαδικασίας αφερεγγυότητας στην οποία εφαρμόζεται κανονικά το δίκαιο του κράτους έναρξης της διαδικασίας, μπορεί να έρχεται σε αντίθεση με τους κανόνες δυνάμει των οποίων διεξάγονται κανονικά οι συναλλαγές στα άλλα κράτη μέλη. Για να προστατευθούν οι έννομες προσδοκίες και η ασφάλεια των συναλλαγών στα άλλα κράτη μέλη εκτός αυτού της έναρξης της διαδικασίας, θα πρέπει να προβλεφθούν ορισμένες εξαιρέσεις από το γενικό κανόνα.»

4        Το άρθρο 4, παράγραφος 1 και παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, του κανονισμού αυτού προβλέπει τα εξής:

«1.      Εάν ο παρών κανονισμός δεν ορίζει άλλως, δίκαιο εφαρμοστέο στη διαδικασία αφερεγγυότητας και στα αποτελέσματά της είναι το δίκαιο του κράτους μέλους έναρξης της διαδικασίας, κατωτέρω καλουμένου “κράτος έναρξης”.

2.      Το δίκαιο του κράτους έναρξης ρυθμίζει τις προϋποθέσεις έναρξης, τη διεξαγωγή και την περάτωση της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Βάσει του δικαίου αυτού, ορίζονται συγκεκριμένα:

[…]

στ)      τα αποτελέσματα της διαδικασίας αφερεγγυότητας επί των ατομικών διώξεων εκ μέρους πιστωτών, εκτός αν υφίσταται εκκρεμοδικία,

[…]».

5        Το άρθρο 15 του εν λόγω κανονισμού ορίζει τα ακόλουθα:

«Τα αποτελέσματα της διαδικασίας αφερεγγυότητας επί εκκρεμούς δίκης με αντικείμενο πράγμα ή δικαίωμα της πτωχευτικής περιουσίας, διέπονται αποκλειστικά από το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο υφίσταται η εκκρεμοδικία.»

6        Το άρθρο 16, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του ίδιου κανονισμού προβλέπει τα εξής:

«Η κήρυξη της έναρξης μιας διαδικασίας αφερεγγυότητας από τα κατ’ άρθρο 3 αρμόδια δικαστήρια κράτους μέλους, αναγνωρίζεται στο έδαφος όλων των άλλων κρατών μελών μόλις αρχίσει να παράγει τα αποτελέσματά της στο κράτος έναρξης.»

 Το πορτογαλικό δίκαιο

7        Το άρθρο 277, στοιχείο e, του Código do Processo Civil (κώδικα πολιτικής δικονομίας) ορίζει τα ακόλουθα:

«Η δίκη καταργείται σε περίπτωση:

[…]

e)      εξάλειψης του εννόμου συμφέροντος.»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

8        Στις 25 Ιουλίου 2008, ο V. Tarragó da Silveira, κάτοικος Λονδίνου (Ηνωμένο Βασίλειο), άσκησε ενώπιον του Tribunal de Comarca de Lisboa (πρωτοδικείου Λισσαβώνας, Πορτογαλία) αγωγή κατά της εδρεύουσας στο Λουξεμβούργο Espírito Santo Financial Group με αίτημα την είσπραξη οφειλής από σύμβαση παροχής υπηρεσιών.

9        Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αυτής, στις 10 Οκτωβρίου 2014, η Espírito Santo Financial Group κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης από το tribunal d’arrondissement de Luxembourg (πρωτοδικείο Λουξεμβούργου, Λουξεμβούργο). Από την ημερομηνία αυτή, ως εναγόμενη στην εν λόγω δίκη υπεισήλθε επομένως η πτωχευτική περιουσία της Espírito Santo Financial Group, εκπροσωπούμενη από τον λουξεμβουργιανό σύνδικο της πτώχευσης τον οποίο όρισε το ανωτέρω δικαστήριο.

10      Με διάταξη της 1ης Ιουνίου 2015, το Tribunal de Comarca de Lisboa (πρωτοδικείο Λισσαβώνας) αποφάσισε, βάσει του άρθρου 277, στοιχείο e, του κώδικα πολιτικής δικονομίας και της υπ’ αριθ. 1/2014 απόφασης του Supremo Tribunal de Justiça (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Πορτογαλία) προς ενοποίηση της νομολογίας, της 8ης Μαΐου 2013, να καταργήσει τη δίκη, κρίνοντας ότι είχε εν προκειμένω εφαρμογή το άρθρο 15 του κανονισμού 1346/2000, δεδομένης της κινηθείσας στο Λουξεμβούργο διαδικασίας αφερεγγυότητας.

11      Ο V. Tarragó da Silveira άσκησε έφεση κατά της ανωτέρω διάταξης ενώπιον του Tribunal da Relação de Lisboa (εφετείου Λισσαβώνας, Πορτογαλία), το οποίο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με απόφαση της 7ης Ιουλίου 2016.

12      Ο V. Tarragó da Silveira άσκησε αναίρεση κατά της απόφασης αυτής ενώπιον του Supremo Tribunal de Justiça (Ανωτάτου Δικαστηρίου). Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, υποστηρίζει ότι το άρθρο 15 του κανονισμού 1346/2000 εφαρμόζεται μόνο σε εκκρεμείς δίκες με αντικείμενο συγκεκριμένο πράγμα ή δικαίωμα και ότι οι δίκες με αντικείμενο χρηματικές απαιτήσεις δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού. Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, τα αποτελέσματα της κινηθείσας στο Λουξεμβούργο διαδικασίας αφερεγγυότητας επί της εκκρεμούς ενώπιον των πορτογαλικών δικαστηρίων διαδικασίας πρέπει, κατ’ εφαρμογήν του γενικού κανόνα σύγκρουσης νόμων του άρθρου 4 του εν λόγω κανονισμού, να διέπονται από το δίκαιο του κράτους μέλους εκείνου όπου κινήθηκε η διαδικασία αυτή, εν προκειμένω το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου. Όμως, σε αντίθεση προς το πορτογαλικό δίκαιο, το δίκαιο του Λουξεμβούργου δεν προβλέπει κατάργηση της εκκρεμούς δίκης.

13      Ο σύνδικος της πτώχευσης της Espírito Santo Financial Group υποστηρίζει ότι το άρθρο 15 του κανονισμού 1346/2000 εφαρμόζεται σε κάθε διαδικασία η οποία εκκρεμεί ενώπιον δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους από εκείνο εντός του οποίου κινήθηκε η διαδικασία αφερεγγυότητας, και η οποία έχει ως αντικείμενο πράγματα ή δικαιώματα, συγκεκριμένα ή μη, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά περιλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία.

14      Δεδομένων των αποκλινουσών αυτών απόψεων, το αιτούν δικαστήριο εκφράζει αμφιβολίες ως προς το περιεχόμενο του άρθρου 15 του κανονισμού 1346/2000.

15      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Supremo Tribunal de Justiça (Ανώτατο Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Έχει το άρθρο 15 του [κανονισμού 1346/2000] την έννοια ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του εκκρεμής ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας ζητείται να καταδικαστεί ο οφειλέτης να εκπληρώσει την υποχρέωση καταβολής του οφειλόμενου δυνάμει συμβάσεως παροχής υπηρεσιών ποσού και να καταβάλει χρηματική αποζημίωση λόγω μη εκπληρώσεως της υποχρεώσεως αυτής, λαμβανομένου υπόψη ότι: α) ο οφειλέτης έχει κηρυχθεί αφερέγγυος στο πλαίσιο διαδικασίας κινηθείσας ενώπιον δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους και β) η κήρυξη της αφερεγγυότητας καταλαμβάνει το σύνολο της περιουσίας του οφειλέτη;»

 Επί του προδικαστικού ερωτήματος

16      Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί κατά πόσον το άρθρο 15 του κανονισμού 1346/2000 έχει την έννοια ότι εφαρμόζεται σε εκκρεμή ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους διαφορά στο πλαίσιο της οποίας ζητείται να υποχρεωθεί ένας οφειλέτης να καταβάλει οφειλόμενο βάσει σύμβασης παροχής υπηρεσιών χρηματικό ποσό, καθώς και χρηματική αποζημίωση λόγω μη εκπλήρωσης της ίδιας συμβατικής ενοχής, σε περίπτωση που ο οφειλέτης αυτός έχει κηρυχθεί αφερέγγυος στο πλαίσιο διαδικασίας αφερεγγυότητας κινηθείσας σε άλλο κράτος μέλος, η δε κήρυξη της αφερεγγυότητας καταλαμβάνει το σύνολο της περιουσίας του.

17      Κατά το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1346/2000, στη διαδικασία κήρυξης αφερεγγυότητας και στις έννομες συνέπειές της εφαρμόζεται, εφόσον ο κανονισμός δεν ορίζει άλλως, το δίκαιο του κράτους μέλους εντός του οποίου κινείται η διαδικασία αφερεγγυότητας. Το άρθρο αυτό καθιερώνει επομένως τον γενικό κανόνα σύγκρουσης νόμων που εφαρμόζεται στις διασυνοριακές διαδικασίες αφερεγγυότητας καθώς και στα αποτελέσματά τους.

18      Κατ’ εξαίρεση από τον κανόνα αυτόν, το άρθρο 15 του κανονισμού αυτού προβλέπει ότι τα αποτελέσματα της διαδικασίας αφερεγγυότητας επί εκκρεμούς δίκης με αντικείμενο πράγμα ή δικαίωμα της πτωχευτικής περιουσίας διέπονται αποκλειστικά από το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο υφίσταται η εκκρεμοδικία.

19      Το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν, όπως υποστηρίζει ο V. Tarragó da Silveira, η φράση «πράγμα ή δικαίωμα της πτωχευτικής περιουσίας» περιορίζει το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 15 του κανονισμού 1346/2000 μόνον στις εκκρεμείς δίκες που αφορούν συγκεκριμένο πράγμα ή δικαίωμα. Με άλλες λέξεις, αν το άρθρο αυτό εφαρμόζεται μόνο στις εκκρεμείς δίκες σε σχέση με συγκεκριμένο δικαίωμα του οποίου ο οφειλέτης είναι φορέας ή με συγκεκριμένο πράγμα το οποίου αυτός είναι κύριος. Τούτο δεν συμβαίνει ωστόσο σε περίπτωση δίκης με αντικείμενο την καταβολή χρηματικού ποσού βάσει συμβατικής ενοχής.

20      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η χρησιμοποιούμενη σε μία από τις γλωσσικές αποδόσεις διατύπωση διάταξης του δικαίου της Ένωσης δεν πρέπει να αποτελεί τη μοναδική βάση για την ερμηνεία της διάταξης αυτής ούτε μπορεί να της αναγνωρισθεί υπεροχή έναντι των λοιπών γλωσσικών αποδόσεων. Πράγματι, οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται με ομοιόμορφο τρόπο υπό το πρίσμα των αποδόσεών τους σε όλες τις γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ., συναφώς, απόφαση της 28ης Ιουλίου 2016, JZ, C-294/16 PPU, EU:C:2016:610, σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

21      Συναφώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι διάφορες γλωσσικές αποδόσεις της διάταξης αυτής δεν είναι ταυτόσημες. Συγκεκριμένα στις αποδόσεις, μεταξύ άλλων, στην αγγλική, στη γαλλική και στην ιταλική γλώσσα, χρησιμοποιούνται αντιστοίχως οι εκφράσεις «an asset or a right of which the debtor has been divested», «un bien ou un droit dont le débiteur est dessaisi» και «un bene o a un diritto del quale il debitore è spossessato». Αντιθέτως, στις αποδόσεις, μεταξύ άλλων, στην ισπανική, στην τσεχική, στη δανική και στη γερμανική γλώσσα, χρησιμοποιούνται αντιστοίχως οι εκφράσεις «un bien o un derecho de la masa», «majetku nebo práva náležejícího do majetkové podstaty», «et aktiv eller en rettighed i massen» και «einen Gegenstand oder ein Recht der Masse».

22      Λαμβανομένων υπόψη της νομολογίας που παρατίθεται στη σκέψη 20 της παρούσας απόφασης, καθώς και των αποκλίσεων που προκύπτουν από τις διάφορες γλωσσικές αποδόσεις του άρθρου 15 του κανονισμού 1346/2000, η ερμηνεία του άρθρου αυτού δεν είναι δυνατόν να βασισθεί αποκλειστικά στο γράμμα του.

23      Το γράμμα του άρθρου αυτού δεν είναι μεν σαφές, το πλαίσιο και οι σκοποί του, ωστόσο, επιβάλλουν να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το πεδίο εφαρμογής του δεν είναι δυνατόν να περιορίζεται μόνο στις εκκρεμείς δίκες που αφορούν συγκεκριμένο πράγμα ή δικαίωμα της πτωχευτικής περιουσίας.

24      Πρώτον, όσον αφορά το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται, το άρθρο 15 του κανονισμού 1346/2000 πρέπει, αφενός, να ερμηνευθεί σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, του ίδιου κανονισμού, το οποίο διακρίνει τις «εκκρεμείς δίκες» από τις λοιπές ατομικές διώξεις (απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2016, ENEFI, C-212/15, EU:C:2016:841, σκέψη 32). Πλην όμως, η τελευταία αυτή διάταξη ουδόλως υποδηλώνει ότι εκκρεμής δίκη, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, πρέπει να αφορά συγκεκριμένο πράγμα ή δικαίωμα. Η χρήση της γενικής έκφρασης «εκκρεμής δίκη» επιβεβαιώνει, αντιθέτως, ότι το άρθρο 15 του κανονισμού 1346/2000 εφαρμόζεται σε εκκρεμείς δίκες που αφορούν όχι αποκλειστικά ένα συγκεκριμένο δικαίωμα ή πράγμα, αλλά, γενικότερα, ένα πράγμα ή ένα δικαίωμα που περιλαμβάνεται στην πτωχευτική περιουσία.

25      Αφετέρου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα πράγματα ή τα δικαιώματα «της πτωχευτικής περιουσίας», κατά την έννοια του άρθρου 15 του κανονισμού 1346/2000, είναι εκείνα που αφαιρούνται από τον οφειλέτη εξαιτίας της κίνησης της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Όμως, κατά το άρθρο 16, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, η κήρυξη της έναρξης διαδικασίας αφερεγγυότητας αναγνωρίζεται στο έδαφος όλων των άλλων κρατών μελών μόλις αρχίσει να παράγει τα αποτελέσματά της στο κράτος έναρξης. Συνεπώς, ο όρος «πράγμα ή δικαίωμα της πτωχευτικής περιουσίας» αναφέρεται όχι αποκλειστικά σε συγκεκριμένα πράγματα ή δικαιώματα του οφειλέτη, αλλά, μάλλον, στην πτωχευτική περιουσία του οφειλέτη που προκύπτει από την κίνηση της διαδικασίας αφερεγγυότητας.

26      Δεύτερον, όσον αφορά τους σκοπούς του κανονισμού 1346/2000, πρέπει να επισημανθεί ότι θα αντέβαινε στον σκοπό που επιδιώκει ο κανονισμός αυτός, όπως αυτός προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 8 και συνίσταται στη βελτίωση και την επιτάχυνση των διαδικασιών αφερεγγυότητας που έχουν διασυνοριακές επιπτώσεις, να υποχρεούται το επιληφθέν της υπόθεσης δικαστήριο, όσον αφορά τις ένδικες διαδικασίες που αφορούν χρηματική απαίτηση, να εφαρμόζει, διαρκούσης της δίκης, αλλοδαπό κανόνα δικαίου με μοναδικό σκοπό να προσδιορισθούν τα αποτελέσματα που έχει επί της δίκης αυτής η κίνηση διαδικασίας αφερεγγυότητας εντός άλλου κράτους μέλους. Τούτο θα ενείχε τον κίνδυνο να καθυστερήσει η εκ μέρους του δικαστηρίου αυτού έκδοση απόφασης για τη διαπίστωση και τον καθορισμό του ποσού τυχόν οφειλής και, ενδεχομένως, τον κίνδυνο να παρακωλυθεί ο πιστωτής να αναγγείλει εγκαίρως την απαίτησή του προς συμπερίληψή της στο παθητικό της πτωχευτικής περιουσίας που διαμορφώνεται στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας αφερεγγυότητας.

27      Σύμφωνα με τον σκοπό που μνημονεύθηκε στην προηγούμενη σκέψη, η δοθείσα στη σκέψη 23 της παρούσας απόφασης ερμηνεία του άρθρου 15 του κανονισμού 1346/2000 παρέχει επομένως στο δικαστήριο που επιλαμβάνεται μιας διαφοράς τη δυνατότητα να προσδιορίσει, βάσει του εθνικού του δικαίου, τα αποτελέσματα που έχει επί της εν λόγω διαφοράς η κίνηση της διαδικασίας αφερεγγυότητας.

28      Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 15 του κανονισμού 1346/2000 δεν είναι δυνατόν να περιορίζεται μόνο στις εκκρεμείς διαδικασίες με αντικείμενο συγκεκριμένο πράγμα ή δικαίωμα της πτωχευτικής περιουσίας.

29      Εντούτοις, πρέπει να διευκρινιστεί ότι το άρθρο αυτό δεν είναι δυνατόν να εφαρμόζεται αδιακρίτως σε όλες τις εκκρεμείς δίκες με αντικείμενο πράγμα ή δικαίωμα που περιλαμβάνεται στην πτωχευτική περιουσία.

30      Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, θα ήταν αντιφατικό να ερμηνεύεται το άρθρο 15 του κανονισμού 1346/2000 υπό την έννοια ότι αφορά επίσης και τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης, όπερ θα σήμαινε ότι τα αποτελέσματα της έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας θα διέπονταν από το δίκαιο του κράτους μέλους όπου εκκρεμεί μια τέτοια διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, ενώ, παράλληλα, το άρθρο 20, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, επιβάλλοντας ρητώς την απόδοση στον σύνδικο οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου αποκτηθέντος «μέσω αναγκαστικής εκτελέσεως», θα στερούσε από το προαναφερθέν άρθρο 15 την πρακτική του αποτελεσματικότητα (απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2016, ENEFI, C-212/15, EU:C:2016:841, σκέψη 34).

31      Επιπλέον, ο κανονισμός 1346/2000 στηρίζεται στην αρχή ότι οι ατομικές διώξεις μέσω της κίνησης και της διεξαγωγής διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης, ενόσω εκκρεμεί η διαδικασία αφερεγγυότητας εις βάρος του οφειλέτη, προσκρούουν στην επιταγή της ίσης μεταχείρισης των πιστωτών, η οποία διαπνέει, mutatis mutandis, κάθε διαδικασία αφερεγγυότητας (απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2016, ENEFI, C-212/15, EU:C:2016:841, σκέψη 33).

32      Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 15 του κανονισμού 1346/2000 (απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2016, ENEFI, C-212/15, EU:C:2016:841, σκέψη 35).

33      Αντιθέτως, αναγνωριστικές αγωγές για χρηματικές απαιτήσεις οι οποίες περιορίζονται στον καθορισμό των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων του οφειλέτη, χωρίς να περιλαμβάνουν καταψηφιστικό αίτημα, και οι οποίες δεν ενέχουν επομένως τον κίνδυνο, σε αντίθεση προς τις ατομικές διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης, να παραβιασθεί η αρχή της ίσης μεταχείρισης των πιστωτών, καθώς και να διακυβευθεί η συλλογική περάτωση της διαδικασίας αφερεγγυότητας, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του προμνησθέντος άρθρου 15.

34      Επομένως, προτού εφαρμόσει το άρθρο 15 του κανονισμού 1346/2000, το αιτούν δικαστήριο οφείλει να εξακριβώσει αν η αγωγή του V. Tarragó da Silveira συνιστά αγωγή επί της ουσίας, με αντικείμενο ακριβώς την καταβολή οφειλής, και κατά πόσον, ως τέτοια, διακρίνεται από τη διαδικασία που αποσκοπεί στην αναγκαστική είσπραξη της οφειλής αυτής.

35      Βάσει των προεκτεθέντων, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 15 του κανονισμού 1346/2000 έχει την έννοια ότι εφαρμόζεται σε εκκρεμή ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους δίκη στο πλαίσιο της οποίας ζητείται να υποχρεωθεί ένας οφειλέτης να καταβάλει οφειλόμενο βάσει σύμβασης παροχής υπηρεσιών χρηματικό ποσό, καθώς και χρηματική αποζημίωση λόγω μη εκπλήρωσης της ίδιας συμβατικής ενοχής, σε περίπτωση που ο οφειλέτης αυτός έχει κηρυχθεί αφερέγγυος στο πλαίσιο διαδικασίας αφερεγγυότητας κινηθείσας σε άλλο κράτος μέλος, η δε κήρυξη της αφερεγγυότητας καταλαμβάνει το σύνολο της περιουσίας του.

 Επί των δικαστικών εξόδων

36      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (ένατο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΚ) 1346/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας, έχει την έννοια ότι εφαρμόζεται σε εκκρεμή ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους δίκη στο πλαίσιο της οποίας ζητείται να υποχρεωθεί ένας οφειλέτης να καταβάλει οφειλόμενο βάσει σύμβασης παροχής υπηρεσιών χρηματικό ποσό, καθώς και χρηματική αποζημίωση λόγω μη εκπλήρωσης της ίδιας συμβατικής ενοχής, σε περίπτωση που ο οφειλέτης αυτός έχει κηρυχθεί αφερέγγυος στο πλαίσιο διαδικασίας αφερεγγυότητας κινηθείσας σε άλλο κράτος μέλος, η δε κήρυξη της αφερεγγυότητας καταλαμβάνει το σύνολο της περιουσίας του.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η πορτογαλική.