Language of document : ECLI:EU:C:2018:478

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)

της 21ης Ιουνίου 2018 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις – Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 – Διεθνής δικαιοδοσία επί διαφορών από ατομικές συμβάσεις εργασίας – Άρθρο 20, παράγραφος 2 – Εργοδότης ο οποίος ενάγεται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο οποίο έχει την κατοικία του – Ανταγωγή του εργοδότη – Καθορισμός του έχοντος διεθνή δικαιοδοσία δικαστηρίου»

Στην υπόθεση C-1/17,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Corte d’appello di Torino (εφετείο Τορίνο, Ιταλία) με απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2016, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 2 Ιανουαρίου 2017, στο πλαίσιο της δίκης

Petronas Lubricants Italy SpA

κατά

Livio Guida,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),

συγκείμενο από τους L. Bay Larsen, πρόεδρο τμήματος, J. Malenovský, M. Safjan (εισηγητή), D. Šváby και Μ. Βηλαρά, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: Y. Bot

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η Petronas Lubricants Italy SpA, εκπροσωπούμενη από τους L. Failla, G. Crespi και A. Valentini, avvocati,

–        ο L. Guida, εκπροσωπούμενος από τον U. Oliva και την C. Germano, avvocati,

–        η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την G. Palmieri επικουρούμενη από τον P. Pucciariello, avvocato dello Stato,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις M. Heller και F. Moro,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 7ης Μαρτίου 2018,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 20, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2001, L 12, σ. 1).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Livio Guida, κατοίκου Πολωνίας, και του πρώην εργοδότη του, της Petronas Lubricants Italy SpA (στο εξής: PL Italy), εταιρίας ιταλικού δικαίου με έδρα την Ιταλία, σχετικά με την απόλυση του L. Guida από την εταιρία αυτή.

 Το νομικό πλαίσιο

3        Οι αιτιολογικές σκέψεις 11, 12, 13 και 15 του κανονισμού 44/2001 έχουν ως εξής:

«(11)      Οι κανόνες δικαιοδοσίας πρέπει να παρουσιάζουν υψηλό βαθμό προβλεψιμότητας και να βασίζονται στην αρχή της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου και η δωσιδικία αυτή πρέπει να ισχύει πάντοτε, εκτός από μερικές συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου το επίδικο αντικείμενο ή η αυτονομία των μερών δικαιολογεί άλλο συνδετικό παράγοντα. Η κατοικία των νομικών προσώπων πρέπει να καθορίζεται αυτοτελώς ώστε να αυξάνεται η διαφάνεια των κοινών κανόνων και να αποφεύγονται οι συγκρούσεις δικαιοδοσίας.

(12)      Η δωσιδικία της κατοικίας του εναγομένου πρέπει να συμπληρωθεί από εναλλακτικές δωσιδικίες που θα ισχύουν λόγω του στενού συνδέσμου μεταξύ του δικαστηρίου και της διαφοράς ή για τη διευκόλυνση του έργου της δικαιοσύνης.

(13)      Στις συμβάσεις ασφάλισης, καταναλωτών και [εργασίας] είναι σκόπιμο να προστατεύεται ο αδύναμος διάδικος με ευνοϊκότερους για τα συμφέροντά του κανόνες δικαιοδοσίας.

[…]

(15)      Για λόγους αρμονικής απονομής της δικαιοσύνης θα πρέπει να ελαχιστοποιηθεί η πιθανότητα παράλληλης εκδίκασης μιας υπόθεσης και να αποφεύγεται η έκδοση ασυμβιβάστων αποφάσεων σε δύο κράτη μέλη. Πρέπει να προβλεφθεί σαφής και αποτελεσματικός μηχανισμός για την επίλυση των περιπτώσεων εκκρεμοδικίας και συνάφειας και για την αποφυγή προβλημάτων που απορρέουν από τις διαφοροποιήσεις στα κράτη μέλη ως προς την ημερομηνία κατά την οποία μια υπόθεση θεωρείται ότι εκκρεμεί. Για τους σκοπούς του ανά χείρας κανονισμού πρέπει να καθοριστεί η ημερομηνία αυτή αυτοτελώς.»

4        Δυνάμει του άρθρου 6, σημείο 3, του ως άνω κανονισμού, που περιλαμβάνεται στο τιτλοφορούμενο «Ειδικές δικαιοδοσίες» τμήμα 2 του κεφαλαίου II του κανονισμού αυτού, πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί «αν πρόκειται για ανταγωγή που απορρέει από την ίδια σύμβαση ή τα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται η κύρια αγωγή, ενώπιον του δικαστηρίου όπου είναι εκκρεμής η αγωγή αυτή».

5        Το τμήμα 5 του κεφαλαίου II του εν λόγω κανονισμού, που αποτελείται από τα άρθρα 18 έως 21, προβλέπει τους κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας οι οποίοι αφορούν τις ατομικές συμβάσεις εργασίας.

6        Το άρθρο 18, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού ορίζει τα εξής:

«Ως προς διαφορές από ατομικές συμβάσεις εργασίας η διεθνής δικαιοδοσία καθορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος τμήματος, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 4 και του άρθρου 5 σημείο 5.»

7        Το άρθρο 19 του κανονισμού 44/2001 προβλέπει τα εξής:

«Εργοδότης που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί:

1)      ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους όπου έχει την κατοικία του ή

2)      σε άλλο κράτος μέλος:

α)      ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου όπου ο εργαζόμενος συνήθως εκτελεί την εργασία του ή των δικαστηρίων του τελευταίου τόπου όπου συνήθως εκτελούσε την εργασία του ή

β)      αν ο εργαζόμενος δεν εκτελεί ή δεν εκτελούσε συνήθως την εργασία του στην ίδια πάντα χώρα, ενώπιον των δικαστηρίων στην περιφέρεια του οποίου είναι ή ήταν εγκατεστημένη η επιχείρηση που τον προσέλαβε.»

8        Το άρθρο 20 του ως άνω κανονισμού έχει ως εξής:

«1.      Ο εργοδότης μπορεί να ασκήσει αγωγή μόνο ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ο εργαζόμενος έχει την κατοικία του.

2.      Οι διατάξεις του παρόντος τμήματος δεν θίγουν το δικαίωμα κατάθεσης ανταγωγής ενώπιον του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η κύρια αγωγή σύμφωνα με το παρόν τμήμα.»

9        Το άρθρο 21 του εν λόγω κανονισμού έχει ως εξής:

«Παρέκκλιση από τις διατάξεις του παρόντος τμήματος είναι δυνατή μόνο με συμφωνία παρέκτασης δικαιοδοσίας:

1)      η οποία είναι μεταγενέστερη από τη γένεση της διαφοράς ή

2)      η οποία επιτρέπει στον εργαζόμενο να προσφύγει σε άλλα δικαστήρια εκτός από αυτά που προβλέπονται στο παρόν τμήμα.»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

10      Ο L. Guida προσελήφθη το 1982 από την PL Italy και το 1996 αποσπάστηκε στην κατεχόμενη από την PL Italy σε ποσοστό 100 % συνδεδεμένη πολωνική επιχείρηση Petronas Lubricants Poland sp. z o.o. (στο εξής: PL Poland), στην οποία άσκησε καθήκοντα γενικού διευθυντή, με καθεστώς διαχειριστή από το έτος 1998. Το 2001 συνήψε με την PL Poland παράλληλη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, διεπόμενη από το πολωνικό δίκαιο, η οποία παρατάθηκε με πολλές διαδοχικές ανανεώσεις, εκ των οποίων η τελευταία έληγε στις 30 Απριλίου 2016. Με δύο επιστολές της 17ης και της 29ης Απριλίου 2014, του κοινοποιήθηκαν διάφορες πειθαρχικές αιτιάσεις. Μεταξύ άλλων, προσαπτόταν στον L. Guida ότι είχε επανειλημμένως ζητήσει και λάβει από την PL Poland την επιστροφή δήθεν δαπανών επαγγελματικών μετακινήσεων οι οποίες, στην πραγματικότητα, αφορούσαν περιόδους κατά τις οποίες αυτός ευρισκόταν σε άδεια, ότι είχε παραπλανήσει την PL Italy όσον αφορά την εκκαθάριση των ποσών που προορίζονταν να εξασφαλίσουν την καθαρή αξία της αμοιβής που έλαβε σε πολωνικά ζλότι για τα έτη 2012 και 2013, ανακοινώνοντας στην PL Italy συναλλαγματική ισοτιμία μεταξύ πολωνικού ζλότι και ευρώ ευνοϊκότερη από την επίσημη συναλλαγματική ισοτιμία, και ότι είχε αχρεωστήτως εισπράξει από την PL Poland, σε ετήσια βάση, αποζημίωση για τις άδειες που δεν είχε λάβει μεταξύ των ετών 2008 και 2014.

11      Με επιστολή της 28ης Μαΐου 2014, ο L. Guida απολύθηκε από την PL Italy για υποτιθέμενη εύλογη αιτία. Με άλλη επιστολή της ίδιας ημέρας, του γνωστοποιήθηκε η λύση της σχέσεως εργασίας με την PL Poland.

12      Στις 31 Ιουλίου 2014, ο L. Guida ενήγαγε την PL Italy ενώπιον του Tribunale di Torino (πρωτοδικείου Τορίνο, Ιταλία), ζητώντας να αναγνωρισθεί ο αδικαιολόγητος και, εν πάση περιπτώσει, παράνομος χαρακτήρας της απολύσεώς του και να υποχρεωθεί η PL Italy να καταβάλει τις σχετικές αποζημιώσεις τις οποίες προβλέπει το ιταλικό δίκαιο καθώς και να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη την οποία είχε υποστεί λόγω του προσβλητικού χαρακτήρα της απολύσεώς του. Συναφώς, ο L. Guida υποστήριξε ότι οι εις βάρος του πειθαρχικές αιτιάσεις είχαν προβληθεί καθυστερημένα και ήταν γενικόλογες, οι δε πράξεις που του προσάπτονταν δεν είχαν τελεσθεί.

13      Στις 5 Δεκεμβρίου 2014, η PL Italy παραστάθηκε στη διαδικασία ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου και ζήτησε την απόρριψη των αιτημάτων του L. Guida. Η εταιρία αυτή ζήτησε ανταγωγικώς να υποχρεωθεί ο L. Guida να αποδώσει το ποσό των 143 816,29 ευρώ που είχε αχρεωστήτως λάβει ως επιστροφή δαπανών μετακινήσεως, ως αποζημιώσεις για μη ληφθείσες άδειες και ως υπερβάλλον ποσό το οποίο είχε λάβει λόγω της εφαρμογής εσφαλμένων συναλλαγματικών ισοτιμιών μεταξύ πολωνικού ζλότι και ευρώ, διευκρινίζοντας ότι η PL Poland τής είχε εκχωρήσει τις απαιτήσεις αυτές με πράξη της 3ης Δεκεμβρίου 2014.

14      Ο L. Guida υποστήριξε ότι, δυνάμει του άρθρου 20, παράγραφοι 1 και 2, και του άρθρου 6, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001, τα ιταλικά δικαστήρια δεν είχαν διεθνή δικαιοδοσία να εκδικάσουν την ανταγωγή της PL Italy.

15      Με απόφαση που εκδόθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 2015, το Tribunale di Torino (πρωτοδικείο Τορίνο) υποχρέωσε την PL Italy να καταβάλει στον L. Guida το ποσό των 100 000 ευρώ προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που είχε υποστεί λόγω του προσβλητικού χαρακτήρα της απολύσεώς του, απέρριψε την αγωγή κατά τα λοιπά και διαπίστωσε ότι δεν είχε διεθνή δικαιοδοσία να εκδικάσει την ανταγωγή της PL Italy, κρίνοντας ότι διεθνή δικαιοδοσία προς τούτο είχαν τα πολωνικά δικαστήρια.

16      Συναφώς, το δικαστήριο αυτό διαπίστωσε ότι ο L. Guida είχε αποδείξει βάσει εγγράφων ότι είχε την κατοικία του στην Πολωνία.

17      Το εν λόγω δικαστήριο εκτίμησε πάντως ότι ναι μεν το άρθρο 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 44/2001 προβλέπει παρέκκλιση από την υποχρέωση των εργοδοτών να ασκούν τις αγωγές κατά των εργαζομένων τους στο κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου οι εργαζόμενοι αυτοί έχουν την κατοικία τους, πλην όμως η παρέκκλιση αυτή εφαρμόζεται μόνον όταν ο εργοδότης προτίθεται να προβάλει απαιτήσεις που γεννήθηκαν στη δική του νομική σφαίρα και, αντιθέτως, δεν ισχύει όταν ο εργοδότης προβάλλει απαιτήσεις οι οποίες δεν ανήκαν αρχικώς στον ίδιο και τις οποίες απέκτησε μέσω συμβάσεως σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο.

18      Η PL Italy εφεσίβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, του Corte d’appello di Torino (εφετείου Τορίνο, Ιταλία), ζητώντας να εξαφανιστεί η απόφαση που την υποχρέωνε σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης και επαναφέροντας την ανταγωγή της.

19      Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται κατά πόσον, λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 44/2001, εργοδότης που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και έχει εναχθεί από πρώην υπάλληλό του ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους αυτού σύμφωνα με το άρθρο 19 του ως άνω κανονισμού έχει τη δυνατότητα να ασκήσει ανταγωγή κατά του ως άνω υπαλλήλου ενώπιον του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η αγωγή.

20      Για την περίπτωση που μια τέτοια δυνατότητα θα μπορούσε να συναχθεί από το άρθρο 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 44/2001, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν η ως άνω διάταξη προσδίδει διεθνή δικαιοδοσία στο δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η αγωγή ακόμη και στην περίπτωση που, αφενός, η ανταγωγή του εργοδότη έχει ως αντικείμενο απαίτηση εκχωρηθείσα από άλλο πρόσωπο, το οποίο, δυνάμει παράλληλης συμβάσεως εργασίας, είναι επίσης εργοδότης του ίδιου υπαλλήλου, και, αφετέρου, η ανταγωγή στηρίζεται σε σύμβαση εκχωρήσεως απαιτήσεως συναφθείσα μεταξύ του εναχθέντος εργοδότη και του αρχικού δικαιούχου της απαιτήσεως σε ημερομηνία μεταγενέστερη της ασκήσεως της αγωγής από τον υπάλληλο.

21      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Corte d’appello di Torino (εφετείο Τορίνο) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Παρέχει το άρθρο 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 44/2001 σε εργοδότη που έχει την κατοικία του στο έδαφος [κράτους μέλους] και έχει εναχθεί από πρώην υπάλληλό του ενώπιον δικαστηρίου του κράτους μέλους κατοικίας του εργοδότη (κατά το άρθρο 19 του κανονισμού αυτού) τη δυνατότητα να ασκήσει ανταγωγή κατά του εργαζομένου ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η κύρια αγωγή;

2)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, θεμελιώνει το άρθρο 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 44/2001 τη διεθνή δικαιοδοσία του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η κύρια αγωγή ακόμη και στην περίπτωση που η ανταγωγή δεν έχει ως αντικείμενο απαίτηση της οποίας αρχικός δικαιούχος ήταν ο εργοδότης, αλλά απαίτηση της οποίας αρχικός δικαιούχος ήταν άλλο πρόσωπο (το οποίο είναι ταυτόχρονα εργοδότης του ίδιου εργαζομένου δυνάμει παράλληλης συμβάσεως εργασίας), βασίζεται δε η ανταγωγή σε σύμβαση εκχωρήσεως απαιτήσεως συναφθείσα, μεταξύ του εργοδότη και του προσώπου που ήταν αρχικά δικαιούχος της απαιτήσεως, σε ημερομηνία μεταγενέστερη της ασκήσεως της κύριας αγωγής από τον εργαζόμενο;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

22      Με τα προδικαστικά του ερωτήματα, τα οποία πρέπει να συνεξετασθούν, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 44/2001 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι παρέχει στον εργοδότη το δικαίωμα να ασκήσει, ενώπιον του δικαστηρίου που έχει νομίμως επιληφθεί της αγωγής εργαζομένου, ανταγωγή στηριζόμενη σε σύμβαση εκχωρήσεως απαιτήσεως η οποία συνήφθη μεταξύ του εργοδότη και του αρχικού δικαιούχου της απαιτήσεως σε ημερομηνία μεταγενέστερη της ασκήσεως της αγωγής αυτής.

23      Συναφώς, υπενθυμίζεται αφενός ότι, όσον αφορά τις διαφορές από συμβάσεις εργασίας, το τμήμα 5 του κεφαλαίου II του κανονισμού 44/2001 προβλέπει μια σειρά κανόνων οι οποίοι, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 13 του ως άνω κανονισμού, αποβλέπουν στην προστασία του ασθενέστερου συμβαλλομένου με ευνοϊκότερους για τα συμφέροντά του κανόνες δικαιοδοσίας (απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2017, Nogueira κ.λπ., C-168/16 και C-169/16, EU:C:2017:688, σκέψη 49).

24      Ειδικότερα, οι κανόνες αυτοί παρέχουν στον εργαζόμενο τη δυνατότητα να ενάγει τον εργοδότη του ενώπιον του δικαστηρίου την έδρα του οποίου θεωρεί εγγύτερη προς το κέντρο των συμφερόντων του, αναγνωρίζοντάς του την ευχέρεια να προσφεύγει ενώπιον δικαστηρίου του κράτους μέλους της κατοικίας του εργοδότη ή του τόπου στον οποίο ο εργαζόμενος εκτελεί συνήθως την εργασία του ή ακόμη, όταν η εργασία αυτή δεν εκτελείται στην ίδια πάντα χώρα, ενώπιον δικαστηρίου του τόπου στον οποίο είναι εγκατεστημένη η επιχείρηση που προσέλαβε τον εργαζόμενο. Οι διατάξεις του εν λόγω τμήματος περιορίζουν επίσης τη δυνατότητα επιλογής forum από τον εργοδότη που ενάγει τον εργαζόμενο καθώς και τη δυνατότητα παρεκκλίσεως από τους κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας τους οποίους θεσπίζει ο εν λόγω κανονισμός (απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2017, Nogueira κ.λπ., C-168/16 και C-169/16, EU:C:2017:688, σκέψη 50).

25      Αφετέρου, οι διατάξεις του τμήματος 5 του κεφαλαίου II του κανονισμού 44/2001 έχουν όχι μόνον ειδικό, αλλά και εξαντλητικό χαρακτήρα (απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2017, Nogueira κ.λπ., C-168/16 και C-169/16, EU:C:2017:688, σκέψη 51).

26      Όσον αφορά τις ανταγωγές, ο κανόνας του άρθρου 6, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 ενσωματώθηκε στο άρθρο 20, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού (απόφαση της 22ας Μαΐου 2008, Glaxosmithkline και Laboratoires Glaxosmithkline, C-462/06, EU:C:2008:299, σκέψη 22).

27      Πάντως, από αυτό καθεαυτό το γράμμα του άρθρου 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 44/2001 προκύπτει ότι η χρήση από τον εργαζόμενο των ευνοϊκότερων για τα συμφέροντά του κανόνων δικαιοδοσίας δεν πρέπει να θίγει το δικαίωμα ασκήσεως ανταγωγής ενώπιον του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η αγωγή.

28      Συνεπώς, εφόσον η επιλογή από τον εργαζόμενο του δικαστηρίου που έχει διεθνή δικαιοδοσία να εξετάσει την αγωγή του γίνεται σεβαστή, ο σκοπός να ευνοηθεί ο εργαζόμενος αυτός επιτυγχάνεται και δεν πρέπει να περιορίζεται η δυνατότητα η αγωγή αυτή να εξετασθεί από κοινού με ανταγωγή κατά την έννοια του άρθρου 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 44/2001.

29      Όσον αφορά την έννοια της «ανταγωγής», η οποία δεν ορίζεται στο άρθρο 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 44/2001, πρέπει, δεδομένων των όσων υπομνήσθηκαν στη σκέψη 26 της παρούσας αποφάσεως, να ληφθεί υπόψη η έννοια της «ανταγωγής» του άρθρου 6, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001, όπως αυτή έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο. Ειδικότερα, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, χάριν της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, η ειδική δωσιδικία της ανταγωγής καθιστά δυνατή για τους διαδίκους την επίλυση, με την ίδια διαδικασία και από το ίδιο δικαστήριο, όλων των μεταξύ τους διαφορών από κοινή αιτία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, αποφεύγεται το ενδεχόμενο πολλαπλών και περιττών δικών (απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 2016, Kostanjevec, C-185/15, EU:C:2016:763, σκέψη 37).

30      Μια τέτοια κοινή αιτία της αγωγής και της ανταγωγής μπορεί να ανάγεται σε σύμβαση ή, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 42 των προτάσεών του, σε πραγματική κατάσταση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη.

31      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι ο L. Guida είχε συνάψει σύμβαση εργασίας με την PL Italy, στην οποία ανήκε κατά 100 % η PL Poland, πριν συνάψει με την PL Poland ειδική «παράλληλη» σύμβαση εργασίας, επί της οποίας η PL Italy στηρίζει την ανταγωγή της. Έστω και αν η κινηθείσα από τον L. Guida δίκη αφορά την αρχική σύμβαση, η απόλυσή του από την PL Italy, το κύρος της οποίας ο L. Guida προσβάλλει στο πλαίσιο της δίκης αυτής, έχει ως αιτία τις ίδιες πράξεις με εκείνες επί των οποίων θεμελιώνεται η ανταγωγή της PL Italy.

32      Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να θεωρηθεί ότι οι εκατέρωθεν αξιώσεις του L. Guida και της PL Italy έχουν κοινή αιτία, κατά την έννοια της παρατιθέμενης στη σκέψη 29 της παρούσας αποφάσεως νομολογίας, και ότι, ως εκ τούτου, το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η αγωγή έχει διεθνή δικαιοδοσία να εξετάσει την ανταγωγή.

33      Τέλος, δεδομένου ότι ο εργοδότης δεν γνωρίζει εκ των προτέρων το δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η αγωγή του εργαζομένου, το γεγονός ότι ο εργοδότης δεν απέκτησε τις απαιτήσεις επί των οποίων στηρίζεται η ανταγωγή παρά μόνο μετά την άσκηση της αγωγής ενώπιον του δικαστηρίου αυτού δεν μπορεί να ασκεί επιρροή.

34      Από το σύνολο των ανωτέρω προκύπτει ότι το άρθρο 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 44/2001 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, σε μια περίπτωση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, παρέχει στον εργοδότη το δικαίωμα να ασκήσει, ενώπιον του δικαστηρίου που έχει νομίμως επιληφθεί της αγωγής εργαζομένου, ανταγωγή στηριζόμενη σε σύμβαση εκχωρήσεως απαιτήσεως η οποία συνήφθη μεταξύ του εργοδότη και του αρχικού δικαιούχου της απαιτήσεως σε ημερομηνία μεταγενέστερη της ασκήσεως της αγωγής αυτής.

 Επί των δικαστικών εξόδων

35      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 20, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, σε μια περίπτωση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, παρέχει στον εργοδότη το δικαίωμα να ασκήσει, ενώπιον του δικαστηρίου που έχει νομίμως επιληφθεί της αγωγής εργαζομένου, ανταγωγή στηριζόμενη σε σύμβαση εκχωρήσεως απαιτήσεως η οποία συνήφθη μεταξύ του εργοδότη και του αρχικού δικαιούχου της απαιτήσεως σε ημερομηνία μεταγενέστερη της ασκήσεως της αγωγής αυτής.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.