Language of document : ECLI:EU:C:2018:525

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)

της 4ης Ιουλίου 2018 (*)

«Παράβαση κράτους μέλους – Περιβάλλον – Υγειονομική ταφή αποβλήτων – Οδηγία 1999/31/ΕΚ – Υφιστάμενοι χώροι υγειονομικής ταφής – Άρθρο 14 – Οριστική απόφαση σχετικά με τη συνέχιση ή μη της λειτουργίας – Άρθρο 13 – Διαδικασία παύσης της λειτουργίας – Απόφαση του Δικαστηρίου διαπιστώνουσα παράβαση – Μη εκτέλεση – Άρθρο 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ – Χρηματικές κυρώσεις – Χρηματική ποινή και κατ’ αποκοπήν ποσό»

Στην υπόθεση C‑626/16,

με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ λόγω παραβάσεως, ασκηθείσα στις 30 Νοεμβρίου 2016,

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την E. Sanfrutos Cano και τον A. Tokár,

προσφεύγουσα,

κατά

Σλοβακικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από την B. Ricziová,

καθής,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),

συγκείμενο από τους T. von Danwitz, πρόεδρο τμήματος, C. Vajda, E. Juhász (εισηγητή), K. Jürimäe και Κ. Λυκούργο, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: J. Kokott

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 11ης Ιανουαρίου 2018,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με την προσφυγή της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να διαπιστώσει ότι μη λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα σε εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 25ης Απριλίου 2013, Επιτροπή κατά Σλοβακίας (C‑331/11, μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, στο εξής: απόφαση στην υπόθεση C‑331/11, EU:C:2013:271), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι η Σλοβακική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις τις οποίες υπέχει από το άρθρο 14, στοιχεία αʹ έως γʹ, της οδηγίας 1999/31/ΕΚ του Συμβουλίου, της 26ης Απριλίου 1999, περί υγειονομικής ταφής των αποβλήτων (ΕΕ 1999, L 182, σ. 1), η Σλοβακική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις τις οποίες υπέχει από το άρθρο 260, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ·

–        να υποχρεώσει τη Σλοβακική Δημοκρατία να καταβάλει στην Επιτροπή, στον λογαριασμό «Ίδιοι πόροι της Ευρωπαϊκής Ένωσης»:

–        χρηματική ποινή ύψους 6 793,80 ευρώ ανά ημέρα καθυστερήσεως στη λήψη των αναγκαίων μέτρων, εκ μέρους της Σλοβακικής Δημοκρατίας, σε εκτέλεση της αποφάσεως στην υπόθεση C‑331/11, από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως στην υπό κρίση υπόθεση μέχρι τη λήψη των αναγκαίων μέτρων, εκ μέρους της Σλοβακικής Δημοκρατίας, σε εκτέλεση της αποφάσεως στην υπόθεση C‑331/11·

–        κατ' αποκοπήν ποσό ύψους 743,60 ευρώ ανά ημέρα, κατ' ελάχιστον συνολικά έως 939 000 ευρώ, για κάθε ημέρα καθυστερήσεως στη λήψη των αναγκαίων μέτρων, εκ μέρους της Σλοβακικής Δημοκρατίας, σε εκτέλεση της αποφάσεως στην υπόθεση C‑331/11, από την 25η Απριλίου 2013, ημερομηνία δημοσιεύσεως της εν λόγω αποφάσεως:

–        έως τη δημοσίευση της αποφάσεως στην υπό κρίση υπόθεση, ή

–        έως τη λήψη των αναγκαίων μέτρων, εκ μέρους της Σλοβακικής Δημοκρατίας, σε εκτέλεση της αποφάσεως στην υπόθεση C‑331/11, εφόσον η ημερομηνία αυτή προηγείται της δημοσιεύσεως της αποφάσεως στην υπό κρίση υπόθεση·

–        να καταδικάσει τη Σλοβακική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.

 Το νομικό πλαίσιο

2        Η αιτιολογική σκέψη 18 της οδηγίας 1999/31 αναφέρει τα εξής:

«[Ε]κτιμώντας ότι, λόγω των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών της τελικής διάθεσης αποβλήτων με τη μέθοδο υγειονομικής ταφής, πρέπει να προβλεφθεί διαδικασία χορήγησης ειδικής άδειας για όλες τις κατηγορίες χώρων υγειονομικής ταφής, σύμφωνα με τις γενικές απαιτήσεις για τη χορήγηση άδειας που καθορίζονται στην οδηγία 75/442/ΕΟΚ [του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 86)], και τις γενικές απαιτήσεις της οδηγίας 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου, της 24ης Σεπτεμβρίου 1996, για την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρύπανσης [(ΕΕ 1996, L 257, σ. 26)]· ότι πρέπει να εξακριβώνεται κατά πόσον ο χώρος υγειονομικής ταφής πληροί τις προϋποθέσεις χορήγησης άδειας με επιθεώρηση της αρμόδιας αρχής πριν από την έναρξη διάθεσης των αποβλήτων».

3        Το άρθρο 1 της οδηγίας αυτής, το οποίο τιτλοφορείται «Γενικός στόχος», ορίζει στην παράγραφο 2 τα ακόλουθα:

«Όσον αφορά τα τεχνικά χαρακτηριστικά των χώρων υγειονομικής ταφής, η παρούσα οδηγία περιέχει, για τους χώρους στους οποίους έχει εφαρμογή η οδηγία 96/61/ΕΚ, τους σχετικούς τεχνικούς κανόνες για τη διατύπωση, υπό συγκεκριμένη μορφή, των γενικών απαιτήσεων της οδηγίας 96/61/ΕΚ. Οι σχετικές απαιτήσεις της οδηγίας 96/61/ΕΚ θα θεωρείται ότι πληρούνται εφόσον ικανοποιούνται οι απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας.»

4        Κατά το άρθρο 7, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας 1999/31, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η αίτηση άδειας για χώρο ταφής να περιλαμβάνει στοιχεία σχετικά με το προτεινόμενο σχέδιο διαδικασίας παύσης της λειτουργίας και μετέπειτα φροντίδας.

5        Κατά το άρθρο 8 της εν λόγω οδηγίας, που τιτλοφορείται «Προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας»:

«Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι:

α)      η αρμόδια αρχή εκδίδει άδεια λειτουργίας χώρου ταφής μόνον εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)      η μελέτη του χώρου ταφής πληροί όλες τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας, συμπεριλαμβανομένων των παραρτημάτων, με την επιφύλαξη του άρθρου 3 παράγραφοι 4 και 5·

ii)      η διαχείριση του χώρου ταφής θα ανατεθεί σε φυσικό πρόσωπο με τα δέοντα τεχνικά προσόντα για τη διαχείρισή του ενώ θα παρέχεται επαγγελματική και τεχνική εξέλιξη και εκπαίδευση των φορέων εκμετάλλευσης των χώρων υγειονομικής ταφής και του προσωπικού τους,

iii)      ο χώρος ταφής θα λειτουργεί με τα απαραίτητα μέτρα για την πρόληψη των ατυχημάτων και τον περιορισμό των συνεπειών τους,

iv)      πριν από την έναρξη των εργασιών απόθεσης, ο αιτών θα έχει παράσχει ή θα παράσχει επαρκή εχέγγυα, υπό μορφή χρηματοοικονομικής ή άλλης ισοδύναμης εγγύησης με τρόπο που ορίζουν τα κράτη μέλη, ώστε να εξασφαλίζονται η εκπλήρωση των υποχρεώσεων (συμπεριλαμβανομένων των σχετικών με τη μέριμνα έπειτα από την παύση λειτουργίας) που απορρέουν από την άδεια που εκδίδεται δυνάμει της παρούσας οδηγίας καθώς και η τήρηση των διαδικασιών παύσης λειτουργίας που επιβάλλει το άρθρο 13. Η εγγύηση ή το ισοδύναμό της ισχύει επί όσο χρόνο απαιτείται για τη συντήρηση και τη μετέπειτα μέριμνα του χώρου σύμφωνα με το άρθρο 13, στοιχείο δʹ. Τα κράτη μέλη μπορούν να δηλώσουν ότι το παρόν σημείο δεν εφαρμόζεται στους χώρους ταφής αδρανών αποβλήτων·

β)      η μελέτη του χώρου ταφής ευθυγραμμίζεται προς το ή τα σχετικά σχέδια διαχείρισης των αποβλήτων που αναφέρονται στο άρθρο 7 της οδηγίας [75/442]·

γ)      πριν αρχίσουν οι εργασίες διάθεσης, η αρμόδια αρχή επιθεωρεί το χώρο ώστε να εξασφαλίσει ότι πληροί τους σχετικούς όρους της άδειας. Αυτό δεν περιορίζει με κανένα τρόπο την ευθύνη του φορέα βάσει των όρων χορήγησης της άδειας.»

6        Κατά το άρθρο 13 της οδηγίας 1999/31, που τιτλοφορείται «Διαδικασία παύσης της λειτουργίας και μετέπειτα φροντίδας»:

«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν μέτρα, σύμφωνα με την άδεια, εφόσον χρειαστεί ώστε:

α)      η διαδικασία παύσης της λειτουργίας μέρους ή του συνόλου ενός χώρου ταφής αρχίζει:

i)      όταν συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις που ορίζονται στην άδεια ή

ή

ii)      κατόπιν άδειας της αρμόδιας αρχής, μετά από αίτηση του φορέα εκμετάλλευσης ή

ή

iii)      με αιτιολογημένη απόφαση της αρμόδιας αρχής·

β)      ο χώρος ταφής ή το μέρος αυτού μπορεί να θεωρείται οριστικά κλειστός μόνον αφού η αρμόδια αρχή έχει διενεργήσει τελική επιτόπια επιθεώρηση, έχει αξιολογήσει όλες τις εκθέσεις που έχει υποβάλει ο φορέας και του έχει κοινοποιήσει την έγκριση της παύσης της λειτουργίας. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν περιορίζει την ευθύνη του φορέα εκμετάλλευσης βάσει των όρων χορήγησης της άδειας·

γ)      μετά την οριστική παύση λειτουργίας του χώρου ταφής, ο φορέας εκμετάλλευσής του είναι υπεύθυνος για τη συντήρηση, την παρακολούθηση και τον έλεγχό του κατά τη φάση της μετέπειτα μέριμνας καθόσον χρόνο μπορεί να ζητήσει η αρμόδια αρχή, λαμβάνοντας υπόψη το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο χώρος μπορεί να ενέχει κινδύνους.

Ο φορέας εκμετάλλευσης γνωστοποιεί στην αρμόδια αρχή τις τυχόν σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον που διαπιστώνονται κατά τον έλεγχο και συμμορφώνεται με την απόφασή της για το είδος και το χρονοδιάγραμμα των ληπτέων επανορθωτικών μέτρων·

δ)      εφόσον η αρμόδια αρχή θεωρεί ότι ο χώρος ταφής ενδέχεται να ενέχει κινδύνους για το περιβάλλον (με την επιφύλαξη τυχόν κοινοτικής ή εθνικής νομοθεσίας σε ό,τι αφορά την ευθύνη του κατόχου των αποβλήτων), ο φορέας εκμετάλλευσής του είναι υπεύθυνος για την παρακολούθηση και την ανάλυση των αερίων και των στραγγισμάτων του καθώς και των υπογείων υδάτων στα πέριξ του χώρου σύμφωνα με το παράρτημα III.»

7        Το άρθρο 14 της οδηγίας 1999/31, το οποίο τιτλοφορείται «Υφιστάμενοι χώροι υγειονομικής ταφής», προβλέπει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν μέτρα για να διασφαλίζουν ότι η συνέχιση της λειτουργίας χώρων υγειονομικής ταφής για τους οποίους έχει χορηγηθεί άδεια ή οι οποίοι λειτουργούν ήδη κατά το χρόνο ενσωμάτωσης της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο επιτρέπεται μόνον εφόσον ληφθούν τα παρακάτω μέτρα το ταχύτερο δυνατόν και το αργότερο εντός οκτώ ετών μετά την ημερομηνία που ορίζεται στο άρθρο 18 παράγραφος 1:

α)      εντός ενός έτους μετά την ημερομηνία που ορίζεται στο άρθρο 18 παράγραφος 1, ο φορέας εκμετάλλευσης χώρου ταφής καταρτίζει και υποβάλλει προς έγκριση στην αρμόδια αρχή σχέδιο διευθέτησης του χώρου, το οποίο περιλαμβάνει τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 8 καθώς και όλα τα επανορθωτικά μέτρα τα οποία κρίνει ότι θα απαιτηθούν προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις απαιτήσεις […] της παρούσας οδηγίας, εξαιρουμένων των απαιτήσεων του παραρτήματος I, σημείο 1·

β)      μετά την υποβολή του σχεδίου διευθέτησης, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν οριστική απόφαση σχετικά με τη συνέχιση της λειτουργίας βάσει του εν λόγω σχεδίου και της παρούσας οδηγίας. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την παύση της λειτουργίας το συντομότερο δυνατόν, βάσει του άρθρου 7 στοιχείο στʹ, και του άρθρου 13, των χώρων ταφής που δεν έχουν λάβει, σύμφωνα με το άρθρο 8, άδεια συνέχισης της λειτουργίας.

γ)      βάσει του εγκεκριμένου σχεδίου διευθέτησης του χώρου, οι αρμόδιες αρχές χορηγούν άδεια για την εκτέλεση των αναγκαίων έργων και καθορίζουν μεταβατική περίοδο για την ολοκλήρωση του σχεδίου. Όλοι ανεξαιρέτως οι υφιστάμενοι χώροι υγειονομικής ταφής αποβλήτων τηρούν τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας, εξαιρουμένων των απαιτήσεων του παραρτήματος I σημείο 1, εντός οκτώ ετών μετά την ημερομηνία που ορίζεται στο άρθρο 18 παράγραφος 1.

[...]»

 Η απόφαση στην υπόθεση C331/11

8        Με την απόφαση στην υπόθεση C‑331/11, το Δικαστήριο έκρινε ότι η Σλοβακική Δημοκρατία, καθόσον επέτρεψε τη λειτουργία του χώρου υγειονομικής ταφής αποβλήτων Žilina – Považský Chlmec (Σλοβακία) χωρίς σχέδιο διευθέτησης και χωρίς να έχει εκδοθεί οριστική απόφαση ως προς το αν ο συγκεκριμένος χώρος υγειονομικής ταφής δύναται να εξακολουθήσει τη λειτουργία του βάσει εγκεκριμένου σχεδίου διευθέτησης, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 14, στοιχεία αʹ έως γʹ, της οδηγίας 1999/31.

 Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία δυνάμει του άρθρου 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

9        Στο πλαίσιο του ελέγχου της εκτελέσεως της αποφάσεως στην υπόθεση C‑331/11, η Επιτροπή ζήτησε, με έγγραφο της 30ής Απριλίου 2013, από τη Σλοβακική Δημοκρατία πληροφορίες σχετικά με τα ληφθέντα μέτρα για την εκτέλεση της αποφάσεως αυτής καθώς και με το χρονοδιάγραμμα για τη θέσπιση πιθανών πρόσθετων μέτρων.

10      Με την απάντησή της της 7ης Ιουνίου 2013, η Σλοβακική Δημοκρατία ανέφερε ότι η αρμόδια διοικητική αρχή σε θέματα περιβάλλοντος είχε κινήσει, στις 31 Μαΐου 2013, νέα διαδικασία για την τροποποίηση της ολοκληρωμένης άδειας του επίμαχου χώρου υγειονομικής ταφής. Η Σλοβακική Δημοκρατία ανέφερε, επίσης, ότι σκόπευε να προβεί στην παύση λειτουργίας του χώρου υγειονομικής ταφής καθώς και να διασφαλίσει την παρακολούθηση του χώρου αυτού μετά την εν λόγω παύση λειτουργίας, η δε τελική απόφαση επί του ζητήματος αυτού θα εγκρινόταν το αργότερο έως τις 31 Οκτωβρίου 2013.

11      Στις 21 Νοεμβρίου 2013 η Επιτροπή απέστειλε στη Σλοβακική Δημοκρατία προειδοποιητική επιστολή, υπενθυμίζοντας σε αυτή ότι δεν είχε ακόμη συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την απόφαση στην υπόθεση C‑331/11, και κάλεσε το εν λόγω κράτος μέλος να υποβάλει τις παρατηρήσεις του εντός προθεσμίας δύο μηνών.

12      Στις 13 Ιανουαρίου 2014 η Σλοβακική Δημοκρατία, ανταποκρινόμενη στην εν λόγω πρόσκληση, ενημέρωσε την Επιτροπή ότι, στις 21 Οκτωβρίου 2013, είχε ληφθεί απόφαση περί παύσεως λειτουργίας και αποκαταστάσεως για τα τμήματα 2 a και 2 b του επίμαχου χώρου υγειονομικής ταφής, αλλά ότι η διαδικασία σχετικά με την παύση λειτουργίας και την αποκατάσταση του τμήματος 2 c του εν λόγω χώρου υγειονομικής ταφής είχε ανασταλεί λόγω διαφοράς σχετικής με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των εδαφών που συνιστούσαν αυτό το τμήμα του χώρου υγειονομικής ταφής. Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με την απάντηση αυτή, από τις 7 Ιανουαρίου 2014 απαγορευόταν η άσκηση των δραστηριοτήτων στον εν λόγω χώρο.

13      Στις 5 Μαΐου 2014 κοινοποιήθηκαν από τη Σλοβακική Δημοκρατία στην Επιτροπή δύο αποφάσεις ληφθείσες στις 10 Απριλίου 2014 από την κεντρική διοίκηση της αρμόδιας διοικητικής αρχής σε θέματα περιβάλλοντος. Με την πρώτη απόφαση, η ως άνω αρχή ακύρωνε την εν λόγω απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2013 και υπέβαλε εκ νέου την υπόθεση προς εξέταση. Με τη δεύτερη απόφαση, η ως άνω αρχή ενέκρινε προσωρινά μέτρα που υποχρέωναν τον φορέα εκμετάλλευσης να απέχει από όλες τις δραστηριότητες που σχετίζονται με την υγειονομική ταφή των αποβλήτων στον χώρο.

14      Ένα έτος αργότερα, στις 6 Μαΐου 2015, η Σλοβακική Δημοκρατία ενημέρωσε την Επιτροπή ότι η προβλεπόμενη ημερομηνία για την παύση λειτουργίας του επίμαχου χώρου υγειονομικής ταφής είχε πλέον καθοριστεί στα μέσα Δεκεμβρίου 2015.

15      Στις 23 Δεκεμβρίου 2015 το εν λόγω κράτος μέλος κοινοποίησε στην Επιτροπή το επικαιροποιημένο χρονοδιάγραμμα της διαδικασίας εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και όρισε για τον Μάιο του 2016 την ημερομηνία της αποφάσεως σχετικά με την οριστική παύση λειτουργίας του επίμαχου χώρου υγειονομικής ταφής.

16      Στις 26 Αυγούστου 2016 η Σλοβακική Δημοκρατία ενημέρωσε την Επιτροπή ότι, στις 15 Αυγούστου 2016, η αρμόδια διοικητική αρχή σε θέματα περιβάλλοντος είχε, εκ νέου, αποφασίσει την παύση λειτουργίας των τμημάτων 2 a και 2 b του χώρου υγειονομικής ταφής καθώς και την παύση της εκμετάλλευσης του επίμαχου χώρου.

17      Η απόφαση αυτή της 15ης Αυγούστου 2016 επικυρώθηκε με απόφαση της κεντρικής διοίκησης της αρμόδιας διοικητικής αρχής σε θέματα περιβάλλοντος που ελήφθη στις 9 Νοεμβρίου 2016.

18      Κατά των αποφάσεων της 15ης Αυγούστου 2016 και της 9ης Νοεμβρίου 2016, ασκήθηκε προσφυγή, αλλά η Σλοβακική Δημοκρατία επισημαίνει ότι η προσφυγή αυτή δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα όσον αφορά τις εν λόγω αποφάσεις.

19      Εκτιμώντας ότι η Σλοβακική Δημοκρατία δεν είχε λάβει, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς την απόφαση στην υπόθεση C‑331/11, η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή δυνάμει του άρθρου 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.

20      Στις 14 Νοεμβρίου 2017 μετά το πέρας της έγγραφης διαδικασίας, η Σλοβακική Δημοκρατία υπέβαλε στο Δικαστήριο πρόσθετα στοιχεία σχετικά με την παύση λειτουργίας του χώρου υγειονομικής ταφής και την αποκατάσταση των τμημάτων 2 a και 2 b του χώρου καθώς και με υπό εξέλιξη νομοθετική διαδικασία.

21      Εκτιμώντας ότι από τα στοιχεία αυτά δεν μπορούσε να συναχθεί ότι το εν λόγω κράτος μέλος είχε συμμορφωθεί προς την απόφαση στην υπόθεση C‑331/11, η Επιτροπή ενέμεινε επί του συνόλου των αιτημάτων της προσφυγής της.

 Επί του παραδεκτού της προσφυγής

 Επιχειρήματα των διαδίκων

22      Η Σλοβακική Δημοκρατία φρονεί ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη λόγω της ασυμφωνίας μεταξύ της αποφάσεως στην υπόθεση C‑331/11, της προειδοποιητικής επιστολής της 21ης Νοεμβρίου 2013 και του δικογράφου της προσφυγής που ασκήθηκε στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως.

23      Συγκεκριμένα, το κράτος μέλος αυτό υποστηρίζει ότι η Επιτροπή του προσάπτει, στο πλαίσιο της προσφυγής της, ότι η λειτουργία του επίμαχου χώρου υγειονομικής ταφής αποβλήτων δεν έχει παύσει πλήρως κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 13 της οδηγίας 1999/31. Πλην όμως, η τήρηση της διατάξεως αυτής δεν αποτέλεσε αντικείμενο της αποφάσεως στην υπόθεση C‑331/11 και η παράβαση της εν λόγω διατάξεως δεν είχε ομοίως προβληθεί με την προειδοποιητική επιστολή της 21ης Νοεμβρίου 2013.

24      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσφυγή της ασκείται παραδεκτώς.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

25      Πρώτον, όσον αφορά την προβαλλόμενη ασυμφωνία μεταξύ της αποφάσεως στην υπόθεση C‑331/11 και του δικογράφου της προσφυγής που ασκήθηκε στην υπό κρίση υπόθεση, υπενθυμίζεται ότι, με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι, επιτρέποντας τη λειτουργία του χώρου υγειονομικής ταφής χωρίς σχέδιο διευθέτησης και χωρίς να έχει ληφθεί οριστική απόφαση ως προς την εξακολούθηση της λειτουργίας βάσει εγκεκριμένου σχεδίου διευθέτησης, η Σλοβακική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 14, στοιχεία αʹ έως γʹ, της οδηγίας 1999/31.

26      Ωστόσο, το άρθρο 14 της οδηγίας 1999/31, το οποίο, στο στοιχείο αʹ, επιβάλλει στον φορέα εκμετάλλευσης υφιστάμενου χώρου υγειονομικής ταφής την υποχρέωση να καταρτίζει και να υποβάλλει προς έγκριση στην αρμόδια αρχή σχέδιο διευθέτησης του χώρου, υποχρεώνει, στο στοιχείο βʹ, τα κράτη μέλη να λαμβάνουν, μετά την υποβολή αυτού του σχεδίου διευθέτησης, οριστική απόφαση σχετικά με τη συνέχιση της λειτουργίας βάσει του εν λόγω σχεδίου και της παρούσας οδηγίας. Συναφώς, το εν λόγω στοιχείο βʹ παρέχει στα κράτη μέλη δύο δυνατότητες. Συγκεκριμένα, είτε η αρμόδια εθνική αρχή επιτρέπει τη συνέχιση της λειτουργίας, σύμφωνα με το άρθρο 8 της εν λόγω οδηγίας, είτε το οικείο κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλιστεί το συντομότερο δυνατόν, σύμφωνα με το άρθρο 7, στοιχείο ζʹ, και το άρθρο 13 της ίδιας οδηγίας, η παύση λειτουργίας του χώρου.

27      Επομένως, η υποχρέωση διασφαλίσεως ότι μόνον οι χώροι υγειονομικής ταφής που πληρούν τις απαιτήσεις της οδηγίας 1999/31 παραμένουν σε χρήση επιβάλλει την παύση λειτουργίας των χώρων υγειονομικής ταφής που δεν έλαβαν άδεια για τη συνέχιση της λειτουργίας τους (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 2015, Επιτροπή κατά Βουλγαρίας, C‑145/14, μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, EU:C:2015:502, σκέψη 30, και της 25ης Φεβρουαρίου 2016, Επιτροπή κατά Ισπανίας, C‑454/14, μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, EU:C:2016:117, σκέψη 59).

28      Εντεύθεν προκύπτει ότι, όταν ένα κράτος μέλος θέτει σε εφαρμογή το άρθρο 14 της οδηγίας 1999/31 όχι επιτρέποντας τη συνέχιση της λειτουργίας ενός χώρου υγειονομικής ταφής αλλά αποφασίζοντας την παύση της λειτουργίας του, υποχρεούται να συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις της διαδικασίας παύσης της λειτουργίας που προβλέπονται στο άρθρο 13 της οδηγίας αυτής.

29      Επομένως, η τήρηση του άρθρου 13 της οδηγίας 1999/31 ήταν επιβεβλημένη και στην περίπτωση που, προκειμένου να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση της αποφάσεως στην υπόθεση C‑331/11, η Σλοβακική Δημοκρατία σκόπευε να προβεί σε παύση της λειτουργίας του επίμαχου χώρου υγειονομικής ταφής. Δεν μπορεί, συνεπώς, να υποστηριχθεί ότι, στηρίζοντας την προσφυγή της στο εν λόγω άρθρο 13 της οδηγίας 1999/31, η Επιτροπή υπερέβη το αντικείμενο που οριοθετήθηκε με την απόφαση στην υπόθεση C‑331/11.

30      Δεύτερον, όσον αφορά την προβαλλόμενη ασυμφωνία μεταξύ της προειδοποιητικής επιστολής της 21ης Νοεμβρίου 2013 και του δικογράφου της προσφυγής που ασκήθηκε στην υπό κρίση υπόθεση, υπενθυμίζεται ότι, μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως στην υπόθεση C‑331/11, η Σλοβακική Δημοκρατία δεν ενημέρωσε με ακρίβεια την Επιτροπή εάν επέλεγε τη συνέχιση της λειτουργίας του επίμαχου χώρου υγειονομικής ταφής ή την παύση της λειτουργίας του.

31      Επομένως, σε ένα πρώτο στάδιο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, δηλαδή πριν την αποστολή της εν λόγω προειδοποιητικής επιστολής της 21ης Νοεμβρίου 2013, το κράτος μέλος αυτό περιορίστηκε να ενημερώσει την Επιτροπή ότι η αρμόδια διοικητική αρχή σε θέματα περιβάλλοντος είχε κινήσει νέα διαδικασία για την τροποποίηση της ολοκληρωμένης αδείας του χώρου υγειονομικής ταφής και ότι εξεταζόταν η μελλοντική παύση της λειτουργίας του για την οποία η τελική απόφαση θα λαμβανόταν το αργότερο στις 31 Οκτωβρίου 2013.

32      Ωστόσο, στις 21 Νοεμβρίου 2013 η Σλοβακική Δημοκρατία δεν είχε ενημερώσει την Επιτροπή ότι είχε ληφθεί απόφαση για το θέμα αυτό, με αποτέλεσμα ότι η Επιτροπή δεν ήταν, κατά την ημερομηνία αυτή, σε θέση να γνωρίζει ποια από τις λύσεις που είχε στη διάθεσή της η Σλοβακική Δημοκρατία για την εκτέλεση της αποφάσεως στην υπόθεση C‑331/11 αυτή θα προέκρινε τελικά.

33      Επομένως, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι, με την προειδοποιητική επιστολή, δεν αποσαφήνισε περαιτέρω τα σημεία σε σχέση με τα οποία, κατά το θεσμικό αυτό όργανο, το εν λόγω κράτος μέλος δεν είχε συμμορφωθεί προς την απόφαση στην υπόθεση C‑331/11.

34      Μόνο σε ένα δεύτερο στάδιο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, ήτοι μετά την αποστολή της προειδοποιητικής επιστολής της 21ης Νοεμβρίου 2013, παρέσχε η Σλοβακική Δημοκρατία στην Επιτροπή πληροφορίες, διαδοχικά, όσον αφορά την έκδοση αποφάσεως περί παύσεως λειτουργίας και αποκαταστάσεως των τμημάτων 2 a και 2 b του χώρου υγειονομικής ταφής, την ακύρωση της αποφάσεως αυτής και, τέλος, την έκδοση νέας αποφάσεως από την αρμόδια διοικητική αρχή και τη μεταγενέστερη επικύρωσή της από την κεντρική διοίκηση της εν λόγω αρχής. Ομοίως, στο δεύτερο αυτό στάδιο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας κοινοποίησε το εν λόγω κράτος μέλος την ορισθείσα ημερομηνία για την παύση λειτουργίας του χώρου υγειονομικής ταφής, πριν ενημερώσει την Επιτροπή σχετικά με τη μετάθεση της ημερομηνίας αυτής.

35      Δεδομένου ότι το αντικείμενο της υπό κρίση διαφοράς, όπως αυτό οριοθετήθηκε με την απόφαση στην υπόθεση C‑331/11, καλύπτει επίσης το άρθρο 13 της οδηγίας 1999/31 και ότι οι προθέσεις της Σλοβακικής Δημοκρατίας όσον αφορά την εκτέλεση της αποφάσεως αυτής, οι οποίες γνωστοποιήθηκαν, με την απαραίτητη σαφήνεια, στην Επιτροπή μόνο μετά την κοινοποίηση της προειδοποιητικής επιστολής της 21ης Νοεμβρίου 2013, αφορούν ακριβώς την παύση λειτουργίας του συγκεκριμένου χώρου υγειονομικής ταφής, η Επιτροπή παραδεκτώς επικαλείται, με το δικόγραφο της προσφυγής της στην υπό κρίση υπόθεση, το άρθρο 13 καθώς και τις απαιτήσεις που αυτό προβλέπει.

 Επί της παραβάσεως

 Επιχειρήματα των διαδίκων

36      Με την πρώτη αιτίασή της, η Επιτροπή προσάπτει στη Σλοβακική Δημοκρατία ότι δεν έλαβε, σύμφωνα με το άρθρο 14 της οδηγίας 1999/31, οριστική απόφαση σχετικά με τη συνέχιση ή την παύση λειτουργίας του επίμαχου χώρου υγειονομικής ταφής. Ειδικότερα, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι το κράτος μέλος αυτό, το οποίο είχε εντούτοις εκφράσει, στις 7 Ιουνίου 2013, στις 8 Ιουλίου 2014, στις 6 Μαΐου 2015 και στις 23 Δεκεμβρίου 2015, την πρόθεσή του να κλείσει οριστικά αυτό τον χώρο υγειονομικής ταφής, δεν έχει ακόμη υποβάλει μια τέτοια οριστική απόφαση συναφώς.

37      Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή προσθέτει ότι, λόγω του γεγονότος ότι οι σλοβακικές αρχές δεν ενέκριναν σχέδιο διευθέτησης για τον επίμαχο χώρο υγειονομικής ταφής ούτε εξέδωσαν οριστική απόφαση που να επιτρέπει τη συνέχιση της λειτουργίας του, θα έπρεπε να παύσει η λειτουργία του εν λόγω χώρου σύμφωνα με το άρθρο 7, στοιχείο ζʹ, και το άρθρο 13 της οδηγίας 1999/31, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 14, στοιχείο βʹ, της οδηγίας αυτής. Συναφώς, η απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2016 η οποία επιβεβαιώνει εκείνη της 15ης Αυγούστου 2016 περί παύσεως της λειτουργίας του επίμαχου χώρου υγειονομικής ταφής δεν συνιστά οριστική απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 14, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 1999/31, δεδομένου ότι σε αυτή δεν γίνεται αναφορά σε σχέδιο διευθέτησης του χώρου υγειονομικής ταφής και δεδομένου ότι η απόφαση αυτή αποτελεί το αντικείμενο προσφυγής.

38      Απαντώντας στην αιτίαση αυτή, η Σλοβακική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι μπορούσε κατά τον νόμο να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την απόφαση στην υπόθεση C‑331/11 με δύο διαφορετικούς τρόπους, ήτοι είτε επιτρέποντας τη λειτουργία του επίμαχου χώρου υγειονομικής ταφής βάσει σχεδίου διευθέτησης και οριστικής αποφάσεως σχετικά με τη συνέχιση της λειτουργίας αυτού του χώρου υγειονομικής ταφής, είτε, αντιθέτως, μη επιτρέποντας τη λειτουργία του. Η Σλοβακική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι ακολούθησε τη δεύτερη αυτή προσέγγιση, δεδομένου ότι αποφάσισε να μην επιτρέψει τη συνέχιση της λειτουργίας του εν λόγω χώρου υγειονομικής ταφής και να προβεί στην παύση της λειτουργίας καθώς και στην αποκατάστασή του.

39      Το κράτος μέλος αυτό επισημαίνει ότι το άρθρο 14 της οδηγίας 1999/31 δεν απαιτεί να προηγείται της εκδόσεως οριστικής αποφάσεως σχετικά με την παύση της λειτουργίας υφιστάμενου χώρου υγειονομικής ταφής η κατάρτιση και η έγκριση ενός σχεδίου χωροταξικής διευθέτησης. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν υποτεθεί ότι ένα σχέδιο χωροταξικής διευθέτησης ήταν αναγκαίο εν προκειμένω, το εν λόγω κράτος μέλος υποστηρίζει ότι αυτό το σχέδιο εγκρίθηκε στις 15 Δεκεμβρίου 2015 με απόφαση της αρμόδιας διοικητικής αρχής σε θέματα περιβάλλοντος.

40      Επιπλέον, η Σλοβακική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι μετά τις 7 Ιανουαρίου 2014 καμία δραστηριότητα διαθέσεως των αποβλήτων δεν επετράπη στον εν λόγω χώρο υγειονομικής ταφής. Επιπροσθέτως, στις 15 Αυγούστου 2016 εκδόθηκε απόφαση απαγορεύουσα τη συνέχιση της λειτουργίας του εν λόγω χώρου υγειονομικής ταφής καθώς επίσης διατάσσουσα την παύση της λειτουργίας και την αποκατάστασή του, με εξαίρεση το τμήμα 2 c αυτού, από τις 9 Νοεμβρίου 2016 το αργότερο.

41      Με τη δεύτερη αιτίασή της, η Επιτροπή προσάπτει στη Σλοβακική Δημοκρατία ότι δεν έλαβε, σύμφωνα με το άρθρο 13 της οδηγίας 1999/31, τα μέτρα που είναι αναγκαία για την αποτελεσματική παύση της λειτουργίας του χώρου υγειονομικής ταφής. Κατά την Επιτροπή, μολονότι το συγκεκριμένο κράτος μέλος την είχε ενημερώσει ότι η αρμόδια διοικητική αρχή σε θέματα περιβάλλοντος θα καθόριζε τους όρους και τα μέτρα που καθιστούν δυνατή την παρακολούθηση της μετέπειτα φροντίδας του χώρου υγειονομικής ταφής, τα μέτρα που ελήφθησαν από το εν λόγω κράτος μέλος προς τον σκοπό αυτό είναι ανεπαρκή.

42      Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 14, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 1999/31, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την παύση της λειτουργίας το συντομότερο δυνατόν, βάσει του άρθρου 7 στοιχείο ζʹ, και του άρθρου 13, των χώρων ταφής που δεν έχουν λάβει, σύμφωνα με το άρθρο 8, άδεια συνέχισης της λειτουργίας.

43      Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, κατά το άρθρο 13, στοιχείο βʹ, ο χώρος ταφής μπορεί να θεωρείται οριστικά κλειστός μόνον αφού η αρμόδια αρχή έχει διενεργήσει τελική επιτόπια επιθεώρηση, έχει αξιολογήσει όλες τις εκθέσεις που έχει υποβάλει ο φορέας και του έχει κοινοποιήσει την έγκριση της παύσης της λειτουργίας. Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, η συνολική διαδικασία για την οριστική παύση της λειτουργίας του επίμαχου χώρου υγειονομικής ταφής θα θεωρηθεί περατωθείσα μόνον κατόπιν πιστοποιήσεως εκ μέρους της εθνικής αρχής που είναι αρμόδια για τη διαχείριση των αποβλήτων σύμφωνα με τη σλοβακική ρύθμιση που μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 13 της οδηγίας 1999/31.

44      Τέλος, κατά την Επιτροπή, η απόφαση της 15ης Αυγούστου 2016 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως οριστική, δεδομένου ότι αποτελεί το αντικείμενο προσφυγής.

45      Απαντώντας στην αιτίαση αυτή, η Σλοβακική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το χρονοδιάγραμμα των ενεργειών που απαιτούνται για την οριστική παύση της λειτουργίας του επίμαχου χώρου υγειονομικής ταφής καθιστά σαφές ότι το πραγματικό κλείσιμο του χώρου αυτού απαιτεί αντικειμενικά μεγάλο χρονικό διάστημα.

46      Ως εκ τούτου, παρά τις σημαντικές προσπάθειες που καταβλήθηκαν από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, δεν έχει ακόμη καταστεί δυνατή η διακοπή, πλήρως και οριστικώς, της λειτουργίας του εν λόγω χώρου υγειονομικής ταφής.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

47      Υπενθυμίζεται ότι η εκτέλεση της αποφάσεως στην υπόθεση C‑331/11 επέβαλε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 14, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 1999/31, οι αρμόδιες σλοβακικές αρχές είτε επιτρέπουν τη συνέχιση της λειτουργίας του επίμαχου χώρου υγειονομικής ταφής βάσει σχεδίου διευθέτησης που πληροί τις απαιτήσεις της οδηγίας αυτής είτε διατάσσουν την παύση της εκμετάλλευσης και την οριστική παύση της λειτουργίας του χώρου αυτού σύμφωνα με το άρθρο 13 της εν λόγω οδηγίας.

48      Κατά συνέπεια, πρέπει να εξακριβωθεί αν οι σλοβακικές αρχές έλαβαν, εντός της ορισθείσας προθεσμίας, οριστική απόφαση σχετικά με τη συνέχιση της λειτουργίας του εν λόγω χώρου υγειονομικής ταφής και, ενδεχομένως, αν τα μέτρα που θέσπισαν οι εν λόγω αρχές για τους σκοπούς της πραγματικής διακοπής της λειτουργίας πρέπει να θεωρηθούν επαρκή, πράγμα το οποίο αμφισβητείται από την Επιτροπή με την πρώτη και τη δεύτερη αιτίαση αντιστοίχως.

49      Συναφώς, η ημερομηνία αναφοράς προκειμένου να εκτιμηθεί η ύπαρξη παραβάσεως βάσει του άρθρου 260, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ είναι η ημερομηνία εκπνοής της προθεσμίας που τάσσεται με την προειδοποιητική επιστολή η οποία αποστέλλεται βάσει της διατάξεως αυτής (απόφαση της 13ης Ιουλίου 2017, Επιτροπή κατά Ισπανίας, C‑388/16, μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, EU:C:2017:548, σκέψη 21 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

50      Στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, δεδομένου ότι η Επιτροπή απέστειλε την προειδοποιητική επιστολή στις 21 Νοεμβρίου 2013, η ημερομηνία αναφοράς για τη διαπίστωση της παραβάσεως είναι η ημερομηνία εκπνοής της ταχθείσας με το εν λόγω έγγραφο προθεσμίας, ήτοι η 21η Ιανουαρίου 2014.

51      Όσον αφορά την πρώτη αιτίαση, πρέπει να υπομνησθεί ότι, με την από 13 Ιανουαρίου 2014 απάντησή της στην προειδοποιητική επιστολή της 21ης Νοεμβρίου 2013, η Σλοβακική Δημοκρατία ανέφερε ότι η άσκηση των δραστηριοτήτων στον επίδικο χώρο υγειονομικής ταφής είχε απαγορευθεί από τις 7 Ιανουαρίου 2014 και ότι μια απόφαση περί παύσεως της λειτουργίας και αποκαταστάσεως για τα τμήματα 2 a και 2 b του επίμαχου χώρου υγειονομικής ταφής είχε εκδοθεί στις 21 Οκτωβρίου 2013.

52      Παρατηρείται, ωστόσο, ότι η ύπαρξη αυτής της αποφάσεως της 21ης Οκτωβρίου 2013 δεν αναιρεί το βάσιμο της πρώτης αιτιάσεως της Επιτροπής.

53      Πράγματι, αφενός, η Σλοβακική Δημοκρατία παραδέχεται ότι η απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2013 δεν αφορούσε το τμήμα 2 c του εν λόγω χώρου υγειονομικής ταφής, καθόσον η διαδικασία σχετικά με την παύση της λειτουργίας και την αποκατάσταση του τμήματος αυτού είχε ανασταλεί.

54      Αφετέρου, μολονότι είναι αληθές ότι η απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2013 διέταξε την παύση της λειτουργίας και την αποκατάσταση των τμημάτων 2 a και 2 b του χώρου υγειονομικής ταφής, η απόφαση αυτή ακυρώθηκε, στις 10 Απριλίου 2014, με αναδρομική ισχύ, από την κεντρική διοίκηση της αρμόδιας διοικητικής αρχής σε θέματα περιβάλλοντος η οποία αποφάσισε την υποβολή της υποθέσεως σε νέα εξέταση.

55      Επομένως, κατά την εκπνοή της ταχθείσας με την προειδοποιητική επιστολή προθεσμίας, ήτοι στις 21 Ιανουαρίου 2014, καμία οριστική απόφαση σχετικά με τη συνέχιση της λειτουργίας του επίμαχου χώρου υγειονομικής ταφής ή την παύση της λειτουργίας του χώρου αυτού, κατά την έννοια του άρθρου 14, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 1999/31, δεν είχε ακόμη ληφθεί.

56      Υπό τις συνθήκες αυτές, η πρώτη αιτίαση της Επιτροπής είναι βάσιμη.

57      Όσον αφορά τη δεύτερη αιτίαση, υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 14, στοιχείο βʹ, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 1999/31, όταν ένα κράτος μέλος δεν επιτρέπει τη συνέχιση της λειτουργίας ενός χώρου υγειονομικής ταφής, υποχρεούται να προβεί στην οριστική παύση της λειτουργίας του σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 13 της οδηγίας 1999/31.

58      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι για την εκπλήρωση της εν λόγω υποχρεώσεως δεν αρκεί να παύσει η υγειονομική ταφή νέων αποβλήτων, αλλά ότι το κράτος μέλος υποχρεούται να διασφαλίσει ότι οι εργασίες περί παύσεως της λειτουργίας που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωση του οικείου χώρου με την οδηγία 1999/31 εκτελούνται (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2016, Επιτροπή κατά Ισπανίας, C‑454/14, μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, EU:C:2016:117, σκέψεις 60 και 61).

59      Εν προκειμένω, η Σλοβακική Δημοκρατία δεν ισχυρίζεται ότι, κατά την ημερομηνία της 21ης Ιανουαρίου 2014, η διαδικασία για τη διακοπή λειτουργίας που προβλέπεται στο άρθρο 13 της οδηγίας 1999/31, όσον αφορά τον επίμαχο χώρο υγειονομικής ταφής, είχε ολοκληρωθεί. Περιορίζεται να επισημάνει ότι η οριστική παύση λειτουργίας αυτού του χώρου υγειονομικής ταφής απαιτεί, λαμβανομένου υπόψη του αριθμού των ενεργειών που πρέπει να πραγματοποιηθούν, μεγάλο χρονικό διάστημα και ότι, παρά τις σημαντικές προσπάθειες που κατέβαλαν οι αρμόδιες αρχές, δεν κατέστη ακόμη δυνατή η πλήρης και οριστική παύση της λειτουργίας του εν λόγω χώρου υγειονομικής ταφής.

60      Εντούτοις, μια τέτοια αιτιολόγηση της καθυστέρησης όσον αφορά την εκτέλεση της αποφάσεως στην υπόθεση C‑331/11 δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Όπως έχει επανειλημμένως κρίνει το Δικαστήριο, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής τους έννομης τάξεως προκειμένου να δικαιολογήσουν τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης (βλ. απόφαση της 13ης Ιουλίου 2017, Επιτροπή κατά Ισπανίας, C‑388/16, μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, EU:C:2017:548, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

61      Υπό τις συνθήκες αυτές, η δεύτερη αιτίαση της Επιτροπής είναι ομοίως βάσιμη.

62      Συνεπώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Σλοβακική Δημοκρατία, παραλείποντας να λάβει όλα τα μέτρα για την εκτέλεση της αποφάσεως στην υπόθεση C‑331/11, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 260, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

 Επί των χρηματικών κυρώσεων

63      Αφού διευκρινίζει ότι η παρατεταμένη μη εκτέλεση μιας αποφάσεως του Δικαστηρίου συνιστά από μόνη της σοβαρή παραβίαση της αρχής της νομιμότητας και της ασφάλειας δικαίου στην Ένωση, η Επιτροπή ζητεί την καταδίκη της Σλοβακικής Δημοκρατίας στην καταβολή τόσο χρηματικής ποινής όσο και κατ’ αποκοπήν ποσού.

64      Σχετικά με το ύψος της χρηματικής ποινής και του κατ’ αποκοπήν ποσού, η Επιτροπή στηρίζεται στην από 13 Δεκεμβρίου 2005 ανακοίνωσή της, που φέρει τον τίτλο «Εφαρμογή του άρθρου 218 της Συνθήκης ΕΚ» [SEC(2005) 1658], όπως επικαιροποιήθηκε με την ανακοίνωσή της, της 6ης Αυγούστου 2015, που φέρει τον τίτλο «Επικαιροποίηση των στοιχείων που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του εφάπαξ ποσού και των χρηματικών ποινών που πρέπει να προτείνονται από την Επιτροπή στο Δικαστήριο σε διαδικασίες επί παραβάσει» (ΕΕ 2015, C 257, σ. 1) (στο εξής: ανακοίνωση του 2005).

 Επί της χρηματικής ποινής

 Επιχειρήματα των διαδίκων

65      Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, βάσει της ανακοινώσεως του 2005, ο καθορισμός της ποινής πραγματοποιείται με γνώμονα τρία θεμελιώδη κριτήρια, ήτοι τη σοβαρότητα της παραβάσεως, τη διάρκειά της και την αναγκαιότητα εξασφαλίσεως του αποτρεπτικού αποτελέσματος της κυρώσεως αυτής καθ’ εαυτήν.

66      Όσον αφορά τη σοβαρότητα της διαπιστωθείσας παραβάσεως, η Επιτροπή υπογραμμίζει, πρώτον, τη σπουδαιότητα των κανόνων της Ένωσης που αποτελούν αντικείμενο της παραβάσεως, ήτοι των κανόνων της οδηγίας 1999/31, καθώς και, δεύτερον, τις συνέπειες της παραβάσεως αυτής επί των γενικών και ειδικών συμφερόντων, όπως, μεταξύ άλλων, η προστασία του περιβάλλοντος και της υγείας του ανθρώπου. Συναφώς, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η εν λόγω προστασία απαιτεί τα απόβλητα που εναποτίθενται σε χώρους υγειονομικής ταφής να μην ενέχουν κίνδυνο για την υγεία του ανθρώπου και για το περιβάλλον. Επομένως, προς τον σκοπό αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 14 της εν λόγω οδηγίας, είναι απαραίτητη τελική απόφαση των αρμόδιων αρχών σχετικά με τη συνέχιση ή την παύση της λειτουργίας των υφιστάμενων χώρων υγειονομικής ταφής. Ομοίως, το άρθρο 13 της εν λόγω οδηγίας επιβάλλει απαιτήσεις σχετικά με τη διαδικασία παύσης της λειτουργίας και τη διαχείριση των χώρων μετά την παύση λειτουργίας. Τρίτον, η Επιτροπή προτείνει να ληφθεί, ωστόσο, υπόψη το γεγονός ότι πρόκειται για έναν μόνο χώρο υγειονομικής ταφής και ότι η οικεία γεωγραφική περιοχή περιορίζεται στα περίχωρα του επίμαχου χώρου, καθώς και το γεγονός ότι η υγειονομική ταφή των αποβλήτων στον χώρο αυτό έχει ανασταλεί από τις 30 Δεκεμβρίου 2013. Θα πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη, ως ελαφρυντική περίσταση, τα μέτρα που η Σλοβακική Δημοκρατία έχει λάβει σε συμμόρφωση με την απόφαση στην υπόθεση C‑331/11, έστω και αν τα μέτρα αυτά παραμένουν ανεπαρκή.

67      Βάσει του συνόλου των στοιχείων αυτών, η Επιτροπή εκτιμά ότι πρέπει να εφαρμοσθεί συντελεστής σοβαρότητας 2 στο πλαίσιο της κλίμακας από το 1 έως το 20 την οποία προβλέπει η ανακοίνωση του 2005.

68      Όσον αφορά τη διάρκεια της παραβάσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι αποφάσισε να κινήσει την παρούσα διαδικασία 65 μήνες μετά την έκδοση της αποφάσεως στην υπόθεση C‑331/11, πράγμα το οποίο δικαιολογεί την εφαρμογή συντελεστή 3.

69      Όσον αφορά τον συντελεστή που συνδέεται με την ικανότητα πληρωμής του καθού η προσφυγή κράτους μέλους, τον καλούμενο συντελεστή «n», η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η ανακοίνωση του 2005 καθορίζει τον συντελεστή αυτόν στο 1,69 για τη Σλοβακική Δημοκρατία.

70      Η Επιτροπή καταλήγει ότι, σύμφωνα με τον μαθηματικό τύπο που μνημονεύεται στην ανακοίνωση αυτή, η κατάλληλη ημερήσια χρηματική ποινή πρέπει να ανέρχεται σε 6 793,80 ευρώ.

71      Η Σλοβακική Δημοκρατία υποστηρίζει, όσον αφορά τη διάρκεια της παραβάσεως, ότι καμία δραστηριότητα σχετική με τη διάθεση αποβλήτων δεν επετράπη στον εν λόγω χώρο υγειονομικής ταφής μετά τις 7 Ιανουαρίου 2014. Επιπλέον, πρόκειται για μια ιδιαίτερα περίπλοκη υπόθεση από πραγματικής και νομικής απόψεως, της οποίας η εξέταση έχει καθυστερήσει σημαντικά λόγω των προσφυγών που ασκήθηκαν κατά των διαφόρων αποφάσεων σχετικά με τον εν λόγω χώρο υγειονομικής ταφής και λόγω της υποχρεώσεως πραγματοποιήσεως, πριν από την έκδοση της αποφάσεως της 9ης Νοεμβρίου 2016, εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων.

72      Όσον αφορά τη σοβαρότητα της παραβάσεως, η Σλοβακική Δημοκρατία, αφού επαναλαμβάνει τη θέση της ότι οι αιτιάσεις που στηρίζονται στη μη τήρηση των ουσιαστικών απαιτήσεων που απορρέουν από το άρθρο 13 της οδηγίας 1999/31 είναι απαράδεκτες στο πλαίσιο της εκτελέσεως της αποφάσεως στην υπόθεση C‑331/11, υποστηρίζει ότι, εν πάση περιπτώσει, οι συνέπειες της καθυστέρησης εκτελέσεως της αποφάσεως στην υπόθεση C‑331/11 είναι ελάχιστες, δεδομένου ότι η περιοχή την οποία αφορά είναι περιορισμένη και δεν βρίσκεται σε επαφή με τα σύνορα άλλων κρατών μελών. Ομοίως, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι προσπάθειες που καταβλήθηκαν διαδοχικά προκειμένου να διασφαλιστεί η εκτέλεση της αποφάσεως στην υπόθεση C‑331/11 και, ιδίως, το γεγονός ότι στις 9 Νοεμβρίου 2016 αποφασίστηκε να εγκαταλειφθεί η εκμετάλλευση του επίμαχου χώρου υγειονομικής ταφής καθώς και να παύσει αυτός να λειτουργεί και να αποκατασταθεί, με εξαίρεση το τμήμα του 2 c. Η Σλοβακική Δημοκρατία τονίζει, επίσης, ότι συνεργάστηκε πλήρως με την Επιτροπή κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία και ότι ουδέποτε μέχρι σήμερα έχει καταδικαστεί στο πλαίσιο παρόμοιας υποθέσεως.

73      Συνεπώς, κατά τη Σλοβακική Δημοκρατία, το ύψος της χρηματικής ποινής πρέπει να είναι μικρότερο αυτού που προτείνει η Επιτροπή.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

74      Κατά πάγια νομολογία, η επιβολή χρηματικής ποινής δικαιολογείται καταρχήν μόνον εφόσον, κατά τον χρόνο εξετάσεως των πραγματικών περιστατικών από το Δικαστήριο, η παράβαση που συνίσταται στη μη εκτέλεση προηγούμενης αποφάσεως εξακολουθεί να υφίσταται (απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2016, Επιτροπή κατά Ελλάδας, C‑584/14, EU:C:2016:636, σκέψη 70 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

75      Τούτο συμβαίνει εν προκειμένω.

76      Πράγματι, δεν αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων ότι καμία οριστική απόφαση σχετικά με την παύση λειτουργίας του τμήματος 2 c του επίμαχου χώρου υγειονομικής ταφής, δεν είχε ακόμη, μέχρι την εξέταση των πραγματικών περιστατικών από το Δικαστήριο, ληφθεί κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 14, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 1999/31.

77      Οι διάδικοι δεν αμφισβητούν, επίσης, ότι η διαδικασία παύσης της λειτουργίας του χώρου υγειονομικής ταφής δεν είχε ακόμη, μέχρι την εξέταση αυτή, ολοκληρωθεί σύμφωνα με το άρθρο 13 της εν λόγω οδηγίας.

78      Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι, με την απόφαση της κεντρικής διοίκησης της αρμόδιας διοικητικής αρχής της 9ης Νοεμβρίου 2016, η οποία επιβεβαίωσε την απόφαση της ως άνω αρχής της 15ης Αυγούστου 2016, ελήφθη οριστική απόφαση όσον αφορά την παύση της λειτουργίας και την αποκατάσταση των τμημάτων 2 a και 2 b του επίμαχου χώρου υγειονομικής ταφής καθώς και την παύση της εκμετάλλευσης του χώρου.

79      Μολονότι η Επιτροπή αμφισβητεί τον οριστικό χαρακτήρα της αποφάσεως αυτής, επικαλούμενη το γεγονός ότι κατ’ αυτής ασκήθηκε προσφυγή, εντούτοις το εν λόγω θεσμικό όργανο δεν αμφισβητεί τα στοιχεία που παρέσχε η Σλοβακική Δημοκρατία και κατά τα οποία μια τέτοια προσφυγή δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα επί της εν λόγω αποφάσεως.

80      Επιπλέον, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας με το σημείο 64 των προτάσεών της, στο πλαίσιο μιας Ένωσης δικαίου η οποία εγγυάται αποτελεσματική ένδικη προστασία, μια διοικητική απόφαση μπορεί, καταρχήν, να υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο και οι αρμόδιες αρχές δεν πρέπει να εμποδίζουν την άσκηση προσφυγής.

81      Δεδομένου ωστόσο ότι η εκτέλεση της αποφάσεως στην υπόθεση C‑331/11 πρέπει να θεωρηθεί ελλιπής, διότι, μέχρι την εξέταση των πραγματικών περιστατικών από το Δικαστήριο, καμία οριστική απόφαση, κατά την έννοια του άρθρου 14, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 1999/31, σχετικά με την παύση της λειτουργίας του τμήματος 2 c του επίμαχου χώρου υγειονομικής ταφής δεν είχε ακόμη ληφθεί και η διαδικασία παύσης της λειτουργίας του χώρου υγειονομικής ταφής δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί σύμφωνα με το άρθρο 13 της εν λόγω οδηγίας, το Δικαστήριο εκτιμά ότι η καταδίκη της Σλοβακικής Δημοκρατίας στην καταβολή χρηματικής ποινής συνιστά ένα πρόσφορο οικονομικής φύσεως μέσο για τη διασφάλιση της πλήρους εκτελέσεως της αποφάσεως αυτής.

82      Στο Δικαστήριο εναπόκειται, κατά την άσκηση της συναφούς εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει, να καθορίζει το ύψος της χρηματικής ποινής κατά τρόπον ώστε να είναι, αφενός, προσαρμοσμένο στις περιστάσεις και, αφετέρου, ανάλογο τόσο προς τη διαπιστωθείσα παράβαση όσο και προς την ικανότητα πληρωμής του οικείου κράτους μέλους (απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2015, Επιτροπή κατά Ελλάδας, C‑167/14, μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, EU:C:2015:684, σκέψη 52 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

83      Οι προτάσεις της Επιτροπής σχετικά με τη χρηματική ποινή δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο και συνιστούν απλώς χρήσιμη βάση αναφοράς. Ομοίως, κατευθυντήριες γραμμές όπως οι περιεχόμενες στις ανακοινώσεις της Επιτροπής δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο, αλλά συμβάλλουν στην εξασφάλιση της διαφάνειας, της προβλεψιμότητας και της ασφάλειας δικαίου στη δράση της Επιτροπής, όταν το όργανο αυτό διατυπώνει προτάσεις προς το Δικαστήριο. Ειδικότερα, στο πλαίσιο διαδικασίας βάσει του άρθρου 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, η οποία αφορά εξακολούθηση της παραβάσεως κράτους μέλους, παρά το γεγονός ότι η παράβαση διαπιστώθηκε με μια πρώτη απόφαση εκδοθείσα δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο πρέπει να έχει τη δυνατότητα να επιβάλει ελευθέρως χρηματική ποινή σε ύψος και με τη μορφή που ενδείκνυνται κατά την κρίση του, προκειμένου να παρακινηθεί το κράτος μέλος αυτό να παύσει τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την ως άνω πρώτη απόφαση του Δικαστηρίου (απόφαση της 22ας Ιουνίου 2016, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, C‑557/14, EU:C:2016:471, σκέψη 69).

84      Για τους σκοπούς του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ποινής, τα βασικά κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να εξασφαλίζεται ο χαρακτήρας της ως μέτρου εξαναγκασμού με σκοπό την ομοιόμορφη και αποτελεσματική εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης είναι, καταρχήν, η σοβαρότητα της παραβάσεως, η διάρκειά της και η ικανότητα πληρωμής του οικείου κράτους μέλους. Για την εφαρμογή των κριτηρίων αυτών πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ιδίως οι συνέπειες που έχει η παράλειψη εκτελέσεως επί των ιδιωτικών και δημόσιων συμφερόντων καθώς και ο βαθμός στον οποίο υπάρχει επείγουσα ανάγκη συμμορφώσεως του οικείου κράτους μέλους προς τις υποχρεώσεις του (απόφαση της 22ας Ιουνίου 2016, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, C‑557/14, EU:C:2016:471, σκέψη 70).

85      Πρώτον, όσον αφορά τη σοβαρότητα της παραβάσεως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, παρά τον τοπικό χαρακτήρα της διαπιστωθείσας παραβάσεως, η μη τήρηση εκ μέρους της Σλοβακικής Δημοκρατίας των υποχρεώσεων που απορρέουν από τα άρθρα 13 και 14 της οδηγίας 1999/31 ενδέχεται να έχει επιπτώσεις στο περιβάλλον και την υγεία του ανθρώπου.

86      Εντούτοις επισημαίνεται, καταρχάς, ότι, πέραν του γεγονότος ότι η παρούσα προσφυγή λόγω παραβάσεως αφορά έναν μόνο χώρο υγειονομικής ταφής, στις 15 Αυγούστου 2016 αποφασίστηκε και στις 9 Νοεμβρίου 2016 επιβεβαιώθηκε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 14, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 1999/31, ότι τα τμήματα 2 a και 2 b αυτού θα έπαυαν οριστικά να λειτουργούν.

87      Εν συνεχεία, μολονότι η διαδικασία για την οριστική παύση της λειτουργίας δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 13 της εν λόγω οδηγίας, καθόσον η διαδικασία αυτή απαιτεί, στην προκειμένη περίπτωση, σημαντικές εργασίες και μέτρα, εντούτοις, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι από τις 7 Ιανουαρίου 2014 έχει παύσει η εκμετάλλευση του χώρου.

88      Τέλος, η Σλοβακική Δημοκρατία συνεργάστηκε με την Επιτροπή κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία που αφορούσε την υπό κρίση υπόθεση.

89      Δεύτερον, όσον αφορά τη διάρκεια της παραβάσεως, αυτή πρέπει να αξιολογείται βάσει του χρονικού σημείου κατά το οποίο το Δικαστήριο εκτιμά τα πραγματικά περιστατικά.

90      Ωστόσο, εν προκειμένω, η διάρκεια της παραβάσεως, από την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως στην υπόθεση C‑331/11, είναι σημαντική, ήτοι περίπου πέντε έτη.

91      Τρίτον, η Σλοβακική Δημοκρατία δεν υπέβαλε στο Δικαστήριο κανένα στοιχείο σχετικό με την ικανότητά της πληρωμών.

92      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, το Δικαστήριο κρίνει ότι η επιβολή χρηματικής ποινής ύψους 5 000 ευρώ ημερησίως είναι κατάλληλη για να επιτευχθεί η εκτέλεση της αποφάσεως στην υπόθεση C‑331/11.

93      Συνεπώς, η Σλοβακική Δημοκρατία πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει στην Επιτροπή χρηματική ποινή ύψους 5 000 ευρώ ανά ημέρα καθυστερήσεως στη λήψη των μέτρων που απαιτούνται για την εκτέλεση της αποφάσεως στην υπόθεση C‑331/11, από την ημερομηνία δημοσιεύσεως της παρούσας αποφάσεως και μέχρι την ημερομηνία εκτελέσεως της εν λόγω αποφάσεως.

 Επί του κατ’ αποκοπήν ποσού

 Επιχειρήματα των διαδίκων

94      Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να καταδικάσει τη Σλοβακική Δημοκρατία να καταβάλει ημερήσιο κατ’ αποκοπήν ποσό ύψους 743,60 ευρώ, το οποίο προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του ενιαίου βασικού κατ’ αποκοπήν ποσού, που καθορίζεται σε 220 ευρώ, επί τον συντελεστή σοβαρότητας 2 και επί τον συντελεστή «n» ύψους 1,69, από την ημερομηνία δημοσιεύσεως της αποφάσεως στην υπόθεση C‑331/11 έως την ημερομηνία δημοσιεύσεως της παρούσας αποφάσεως ή έως την ημερομηνία θεσπίσεως από τη Σλοβακική Δημοκρατία των αναγκαίων μέτρων για την εκτέλεση της αποφάσεως στην υπόθεση C‑331/11, εάν αυτή πραγματοποιηθεί πριν από τη δημοσίευση της παρούσας αποφάσεως, υπό την επιφύλαξη ωστόσο ότι το συνολικό κατ’ αποκοπήν ποσό ανέρχεται τουλάχιστον σε 939 000 ευρώ.

95      Η Σλοβακική Δημοκρατία υπέβαλε στην κρίση του Δικαστηρίου ένα σύνολο στοιχείων σχετικά με τις διάφορες χρηματικές κυρώσεις που προτείνει η Επιτροπή στην υπό κρίση υπόθεση, ήτοι τη χρηματική ποινή και το κατ’ αποκοπήν ποσό, στοιχεία τα οποία κατά το ουσιώδες μέρος τους παρατίθενται στις σκέψεις 71 έως 73 της παρούσας αποφάσεως.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

96      Το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει στον συγκεκριμένο τομέα, έχει τη δυνατότητα να επιβάλλει σωρευτικώς χρηματική ποινή και κατ’ αποκοπήν ποσό (απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 2018, Επιτροπή κατά Ελλάδας, C‑328/16, EU:C:2018:98, σκέψη 116 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

97      Η επιβολή της υποχρεώσεως καταβολής κατ’ αποκοπήν ποσού βασίζεται, κυρίως, στην εκτίμηση των συνεπειών που έχει η μη εκτέλεση των υποχρεώσεων του οικείου κράτους μέλους επί των ιδιωτικών και δημόσιων συμφερόντων, ιδίως όταν η παράβαση εξακολούθησε επί μακρό χρονικό διάστημα μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως με την οποία έγινε η αρχική διαπίστωσή της (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 13ης Μαΐου 2014, Επιτροπή κατά Ισπανίας, C‑184/11, EU:C:2014:316, σκέψη 59).

98      Η επιβολή της υποχρεώσεως καταβολής κατ’ αποκοπήν ποσού και ο καθορισμός του ύψους αυτού πρέπει να συναρτώνται, ανά περίπτωση, με το σύνολο των κρίσιμων στοιχείων που σχετίζονται τόσο με τα χαρακτηριστικά της διαπιστωθείσας παραβάσεως όσο και με τη συμπεριφορά του κράτους μέλους εις βάρος του οποίου έχει κινηθεί η διαδικασία του άρθρου 260 ΣΛΕΕ. Συναφώς, η εν λόγω διάταξη παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία εκτιμήσεως προκειμένου να κρίνει αν πρέπει να επιβάλει μια τέτοια κύρωση και, σε καταφατική περίπτωση, ποιο πρέπει να είναι το ύψος αυτής (απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 2014, Επιτροπή κατά Ιταλίας, C‑196/13, EU:C:2014:2407, σκέψη 114).

99      Εν προκειμένω, τα στοιχεία που συνιστούν την παράβαση που διαπιστώνεται με την παρούσα απόφαση, ήτοι, αφενός, το γεγονός ότι καμία οριστική απόφαση, κατά την έννοια του άρθρου 14, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 1999/31, σχετικά με την παύση λειτουργίας του επίμαχου χώρου υγειονομικής ταφής δεν ελήφθη εντός της ταχθείσας προθεσμίας και, αφετέρου, το γεγονός ότι δεν έλαβε χώρα οριστική παύση της λειτουργίας του εν λόγω χώρου σύμφωνα με το άρθρο 13 της εν λόγω οδηγίας, δικαιολογούν, λαμβανομένου υπόψη ότι τα εν λόγω στοιχεία ενέχουν κίνδυνο για το περιβάλλον και την υγεία του ανθρώπου και λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης για την αποτελεσματική πρόληψη ανάλογων μελλοντικών παραβάσεων των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, τη λήψη ενός αποτρεπτικού μέτρου, όπως η επιβολή της υποχρεώσεως καταβολής κατ’ αποκοπήν ποσού.

100    Υπό τις περιστάσεις αυτές, εναπόκειται στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει, να καθορίσει το ύψος του κατ’ αποκοπήν ποσού ώστε αυτό να είναι, αφενός, προσαρμοσμένο στις περιστάσεις και, αφετέρου, ανάλογο προς τη διαπραχθείσα παράβαση (απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2015, Επιτροπή κατά Ελλάδας, C‑167/14, μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, EU:C:2015:684, σκέψη 75).

101    Μεταξύ των κρίσιμων παραγόντων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο αυτό συγκαταλέγονται στοιχεία όπως η σοβαρότητα της διαπιστωθείσας παραβάσεως και το χρονικό διάστημα κατά το οποίο η παράβαση αυτή εξακολούθησε να υφίσταται μετά την έκδοση της αποφάσεως που τη διαπίστωσε (απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 2014, Επιτροπή κατά Ελλάδας, C‑378/13, EU:C:2014:2405, σκέψη 76).

102    Οι περιστάσεις της υπό κρίση περιπτώσεως που πρέπει να ληφθούν υπόψη απορρέουν ιδίως από τα εκτιθέμενα στις σκέψεις 85 έως 91 της παρούσας αποφάσεως σχετικά με τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παραβάσεως καθώς και με την ικανότητα πληρωμής του οικείου κράτους μέλους.

103    Συναφώς πρέπει, πρώτον, να υπομνησθεί ότι, παρά τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν διαδοχικά από τις σλοβακικές αρχές προκειμένου να διασφαλιστεί η εκτέλεση της αποφάσεως στην υπόθεση C‑331/11 και λαμβάνοντας, επίσης, υπόψη το γεγονός ότι από τις 7 Ιανουαρίου 2014 έπαυσε η εκμετάλλευση του επίμαχου χώρου υγειονομικής ταφής, η οριστική απόφαση σχετικά με την παύση της λειτουργίας και την αποκατάσταση των τμημάτων 2 a και 2 b του χώρου υγειονομικής ταφής καθώς και με την παύση της εκμετάλλευσης των τμημάτων αυτών εκδόθηκε μόλις στις 15 Αυγούστου 2016 και επιβεβαιώθηκε στις 9 Νοεμβρίου 2016, ήτοι τρία και πλέον έτη μετά τη δημοσίευση της εν λόγω αποφάσεως, χωρίς ωστόσο η διαδικασία παύσης της λειτουργίας του εν λόγω χώρου υγειονομικής ταφής να έχει ολοκληρωθεί μέχρι την εξέταση των πραγματικών περιστατικών από το Δικαστήριο. Όσον αφορά το τμήμα 2 c, μέχρι την εξέταση αυτή, καμία οριστική απόφαση σχετικά με την παύση λειτουργίας του δεν είχε ληφθεί και η διαδικασία παύσης της λειτουργίας δεν είχε καν αρχίσει. Ως εκ τούτου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η επίμαχη παράβαση εξακολούθησε να υφίσταται επί μεγάλο χρονικό διάστημα.

104    Όσον αφορά, δεύτερον, τη σοβαρότητα της παραβάσεως, πρέπει να ληφθούν υπόψη, παρά τον τοπικό χαρακτήρα της παραβάσεως και τη συνεργασία της Σλοβακικής Δημοκρατίας με την Επιτροπή κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία που αφορούσε την παρούσα διαδικασία, οι συνέπειες που η παράβαση εκ μέρους του εν λόγω κράτους μέλους των υποχρεώσεων που απορρέουν από τα άρθρα 13 και 14 της οδηγίας 1999/31 μπορεί να έχει επί του περιβάλλοντος και της υγείας του ανθρώπου.

105    Βάσει του συνόλου των στοιχείων αυτών, το Δικαστήριο εκτιμά ότι, κατά δίκαιη εκτίμηση των περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, το κατ’ αποκοπήν ποσό που θα πρέπει να καταβάλει η Σλοβακική Δημοκρατία πρέπει να καθοριστεί σε 1 000 000 ευρώ.

106    Κατά συνέπεια, η Σλοβακική Δημοκρατία πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει στην Επιτροπή κατ’ αποκοπήν ποσό ύψους 1 000 000 ευρώ.

 Επί των δικαστικών εξόδων

107    Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Σλοβακικής Δημοκρατίας στα δικαστικά έξοδα και η τελευταία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφασίζει:

1)      Η Σλοβακική Δημοκρατία, παραλείποντας να λάβει όλα τα μέτρα για την εκτέλεση της αποφάσεως της 25ης Απριλίου 2013, Επιτροπή κατά Σλοβακίας (C331/11, μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, EU:C:2013:271), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 260, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

2)      Για την περίπτωση που η παράβαση που διαπιστώνεται στο σημείο 1 εξακολουθεί κατά την ημερομηνία δημοσιεύσεως της παρούσας αποφάσεως, υποχρεώνει τη Σλοβακική Δημοκρατία να καταβάλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή χρηματική ποινή ύψους 5 000 ευρώ ανά ημέρα καθυστερήσεως όσον αφορά την εφαρμογή των αναγκαίων μέτρων για τη συμμόρφωση προς την απόφαση της 25ης Απριλίου 2013, Επιτροπή κατά Σλοβακίας (C331/11, μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, EU:C:2013:271), από την ημερομηνία δημοσιεύσεως της παρούσας αποφάσεως και μέχρι την πλήρη εκτέλεση της αποφάσεως της 25ης Απριλίου 2013, Επιτροπή κατά Σλοβακίας (C331/11, μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, EU:C:2013:271).

3)      Καταδικάζει τη Σλοβακική Δημοκρατία να καταβάλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατ’ αποκοπήν ποσό ύψους 1 000 000 ευρώ.

4)      Καταδικάζει τη Σλοβακική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η σλοβακική.