Language of document : ECLI:EU:C:2018:539

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)

της 5ης Ιουλίου 2018 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Ονομασίες των υφανσίμων ινών και αντίστοιχες απαιτήσεις στον τομέα της επισημάνσεως και της σημάνσεως – Κανονισμός (ΕΕ) 1007/2011 – Άρθρα 7 και 9 – Καθαρά κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα – Κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα πολυϊνών – Λεπτομέρειες εφαρμογής όσον αφορά την επισήμανση ή τη σήμανση»

Στην υπόθεση C‑339/17,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Landgericht Köln (πρωτοδικείο Κολωνίας, Γερμανία) με απόφαση της 18ης Μαΐου 2017, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 7 Ιουνίου 2017, στο πλαίσιο της δίκης

Verein für lauteren Wettbewerb eV

κατά

Princesport GmbH,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους J. L. da Cruz Vilaça, πρόεδρο τμήματος, E. Levits, A. Borg Barthet, M. Berger (εισηγήτρια) και F. Biltgen, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: N. Wahl

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η Verein für lauteren Wettbewerb eV, εκπροσωπούμενη από την I. Siegfried, Rechtsanwältin,

–        η Princesport GmbH, εκπροσωπούμενη από τον M. Liesen, Rechtsanwalt,

–        η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον T. Henze και τη S. Eisenberg,

–        η Τσεχική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους M. Smolek και J. Vláčil, καθώς και την A. Kasalická,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την K. Petersen και τον D. Kukovec,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 1, και του άρθρου 9, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) 1007/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Σεπτεμβρίου 2011, για τις ονομασίες των υφανσίμων ινών και τη συναφή επισήμανση και τη σήμανση της σύνθεσης των ινών των κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων, και την κατάργηση της οδηγίας 73/44/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών 96/73/ΕΚ και 2008/121/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ 2011, L 272, σ. 1).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Verein für lauteren Wettbewerb eV, ενώσεως με αντικείμενο την καταπολέμηση του αθέμιτου ανταγωνισμού, και της εταιρίας Princesport GmbH σχετικά με απαιτήσεις επισημάνσεως ή σημάνσεως όσον αφορά την εμπορική προώθηση και διανομή, από την Princesport, κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων μέσω διαδικτύου.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

3        Η αιτιολογική σκέψη 10 του κανονισμού 1007/2011 εκθέτει τα ακόλουθα:

«Η επισήμανση ή σήμανση σχετικά με τη σύνθεση υφάνσιμης ίνας θα πρέπει να είναι υποχρεωτική για μια σωστή και ενιαία πληροφόρηση στη διάθεση όλων των καταναλωτών στην Ένωση. Ωστόσο, ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να εμποδίζει τους οικονομικούς φορείς να περιλαμβάνουν και την ένδειξη της παρουσίας μικρών ποσοτήτων ινών που απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή για να διατηρηθεί η αρχική ποιότητα του κλωστοϋφαντουργικού προϊόντος. Όπου είναι τεχνικά δύσκολο να προσδιοριστεί η σύνθεση της υφάνσιμης ίνας ενός κλωστοϋφαντουργικού προϊόντος τη στιγμή της κατασκευής, θα πρέπει να είναι δυνατόν να δηλωθούν, στην επισήμανση ή σήμανση, μόνο εκείνες οι ίνες που είναι γνωστές τη στιγμή της κατασκευής, εφόσον αποτελούν ορισμένο ποσοστό του τελικού προϊόντος.»

4        Το άρθρο 1 του κανονισμού αυτού έχει ως εξής:

«Ο παρών κανονισμός θεσπίζει κανόνες σχετικά με τη χρήση των ονομασιών των υφανσίμων ινών και της σχετικής επισήμανσης και σήμανσης κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων, […] για να βελτιωθεί η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και η ακριβής πληροφόρηση του καταναλωτή.»

5        Το άρθρο 4 του εν λόγω κανονισμού, με τίτλο «Γενικοί κανόνες διάθεσης κλωστοϋφαντουργικών στην αγορά», προβλέπει τα ακόλουθα:

«Τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα διατίθενται στην αγορά μόνον αν επισημαίνονται, σημαίνονται ή συνοδεύονται από εμπορικά έγγραφα σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.»

6        Το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 1007/2011 ορίζει τα εξής:

«Για την επισήμανση και σήμανση της περιγραφής της σύνθεσης των ινών κλωστοϋφαντουργικών χρησιμοποιούνται μόνο οι ονομασίες υφανσίμων ινών που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι.»

7        Το άρθρο 7 του κανονισμού αυτού, με τίτλο «Καθαρά κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα», ορίζει τα εξής:

«1.      Μόνο τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα που αποτελούνται αποκλειστικά από την ίδια ίνα μπορούν να φέρουν την επισήμανση ή σήμανση “100 %”, “καθαρό” ή “όλο …”.

Αυτοί ή παρόμοιοι όροι δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για άλλα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα.

2.      Με την επιφύλαξη του άρθρου 8, παράγραφος 3, ένα κλωστοϋφαντουργικό προϊόν που περιέχει ξένες ίνες σε ποσοστό όχι άνω του 2 % του βάρους του μπορεί επίσης να θεωρείται ότι αποτελείται αποκλειστικά από την ίδια ίνα εφόσον αυτή η ποσότητα δικαιολογείται ως τεχνικώς αναπόφευκτη στο πλαίσιο των ορθών κατασκευαστικών πρακτικών και η προσθήκη δεν αποτελεί συστηματική πρακτική.

Ένα κλωστοϋφαντουργικό προϊόν που έχει υποβληθεί σε διαδικασία λαναρίσματος μπορεί επίσης να θεωρηθεί ότι αποτελείται αποκλειστικά από την ίδια ίνα εάν περιέχει ξένες ίνες σε ποσοστό όχι μεγαλύτερο του 5 % του βάρος του και εφόσον η ποσότητα αυτή δικαιολογείται ως τεχνικώς αναπόφευκτη στα πλαίσια της ορθής κατασκευαστικής πρακτικής και η προσθήκη της δεν αποτελεί συστηματική πρακτική.»

8        Το άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 5, του εν λόγω κανονισμού, με τίτλο «Κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα πολυϊνών», ορίζει τα ακόλουθα:

«1.      Κάθε κλωστοϋφαντουργικό προϊόν επισημαίνεται ή σημαίνεται με την ονομασία και το ποσοστό επί του βάρους όλων των ινών που συνθέτουν το προϊόν κατά φθίνουσα κλίμακα.

[…]

5.      Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, οι ίνες που δεν απαριθμούνται ακόμη στο παράρτημα I μπορούν να ορισθούν με τον όρο “άλλες ίνες” και να προηγείται αμέσως ή να ακολουθεί το συνολικό τους ποσοστό κατά βάρος.»

9        Το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 1007/2011 έχει ως ακολούθως:

«Τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα επισημαίνονται ή σημαίνονται προκειμένου να παρέχουν ένδειξη της σύνθεσης των ινών τους όποτε διατίθενται στην αγορά.

H επισήμανση και σήμανση ενός κλωστοϋφαντουργικού προϊόντος θα είναι ανθεκτική, ευανάγνωστη, ορατή και προσιτή, και, αν χρησιμοποιείται ετικέτα, θα είναι στέρεα επικολλημένη.»

10      Το άρθρο 16 του κανονισμού αυτού προβλέπει τα ακόλουθα:

«1.      Όταν ένα κλωστοϋφαντουργικό προϊόν καθίσταται διαθέσιμο στην αγορά, οι περιγραφές της σύνθεσης των υφανσίμων ινών που αναφέρονται στα άρθρα 5, 7, 8 και 9 αναγράφονται στους καταλόγους και στα εμπορικά πληροφοριακά φυλλάδια, στη συσκευασία, στις ετικέτες και στη σήμανση, με τρόπο ευανάγνωστο, ορατό, σαφή και με τη χρησιμοποίηση τυπογραφικών χαρακτήρων ομοιόμορφων όσον αφορά το μέγεθος, τη μορφή και τη γραμματοσειρά. Οι πληροφορίες αυτές πρέπει να είναι σαφώς ορατές από τον καταναλωτή πριν από την αγορά, ακόμα και αν η αγορά γίνεται ηλεκτρονικώς.

2.      Τα εμπορικά σήματα ή η επωνυμία της επιχείρησης μπορούν να αναφέρονται αμέσως πριν ή μετά τις περιγραφές της σύνθεσης των υφανσίμων ινών που αναφέρονται στα άρθρα 5, 7, 8 και 9.

[…]

Άλλες πληροφορίες απεικονίζονται πάντοτε χωριστά.

3.      Η επισήμανση ή η σήμανση παρέχονται στην επίσημη γλώσσα ή τις γλώσσες του κράτους μέλους στην επικράτεια του οποίου τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα διατίθενται στον καταναλωτή, εκτός αν στο εν λόγω κράτος μέλος προβλέπεται διαφορετικά.

[…]»

 Το γερμανικό δίκαιο

11      Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η Verein für lauteren Wettbewerb προβάλλει παράβαση ορισμένων διατάξεων του Gesetz gegen den unlauteren Wettbewerb (νόμου περί του αθέμιτου ανταγωνισμού, στο εξής: UWG) όπως αυτός είχε τόσο μέχρι τις 10 Δεκεμβρίου 2015 (στο εξής: παλαιό κείμενο) όσο και όπως έχει μετά την ημερομηνία αυτή (στο εξής: νέο κείμενο).

12      Το άρθρο 4, σημείο 11, του UWG (παλαιό κείμενο) όριζε τα ακόλουθα:

«Κατά τρόπο αθέμιτο ενεργεί ιδίως όποιος:

[…]

11. παραβαίνει διάταξη του νόμου η οποία έχει ως σκοπό, μεταξύ άλλων, να ρυθμίσει τη συμπεριφορά στις συναλλαγές προς το συμφέρον των συναλλασσομένων στη σχετική αγορά.»

13      Το ως άνω άρθρο 4, σημείο 11, του UWG αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3a του UWG (νέο κείμενο). Η τελευταία αυτή διάταξη έχει ως εξής:

«Αθέμιτα ενεργεί όποιος παραβαίνει διάταξη του νόμου η οποία έχει ως σκοπό, μεταξύ άλλων, να ρυθμίσει τη συμπεριφορά στις συναλλαγές προς το συμφέρον των συναλλασσόμενων στη σχετική αγορά και η παράβαση είναι ικανή να βλάψει σημαντικά τα συμφέροντα των καταναλωτών, άλλων συναλλασσομένων ή των ανταγωνιστών.»

14      Το άρθρο 8 του UWG ορίζει τα εξής:

«(1) Στις περιπτώσεις αθέμιτων εμπορικών πρακτικών κατά την έννοια των άρθρων 3 ή 7, μπορεί να ζητηθεί η άρση και, σε περίπτωση κινδύνου υποτροπής, η παράλειψή τους στο μέλλον. Η αξίωση παραλείψεως υφίσταται ήδη κατά τη στιγμή που επαπειλείται η εκδήλωση τέτοιου είδους αθέμιτης πρακτικής κατά την έννοια των άρθρων 3 ή 7.

[…]

(3) Τις αξιώσεις της παραγράφου 1 δύνανται να προβάλλουν:

[…]

2.      ενώσεις με νομική προσωπικότητα που έχουν ως σκοπό την προαγωγή των συμφερόντων των επιτηδευματιών ή των ελευθέρων επαγγελματιών, εφόσον σε αυτές ανήκει σημαντικός αριθμός επιχειρηματιών οι οποίοι εμπορεύονται αγαθά ή υπηρεσίες παρόμοιας ή συναφούς φύσεως στην ίδια αγορά, εφόσον επίσης είναι σε θέση να εκπληρώσουν πραγματικά τους καταστατικούς τους σκοπούς της επιδιώξεως ικανοποιήσεως των συμφερόντων των επιτηδευματιών ή των ελευθέρων επαγγελματιών, ιδίως επειδή διαθέτουν την αναγκαία υποδομή προς τούτο, από απόψεως ανθρωπίνων, υλικών και οικονομικών πόρων, και εφόσον η αθέμιτη πρακτική θίγει τα συμφέροντα των μελών τους·

3      νομιμοποιούμενοι φορείς οι οποίοι αποδεικνύουν ότι είναι καταχωρισμένοι στον κατάλογο νομιμοποιούμενων φορέων κατ’ άρθρον 4 του Unterlassungsklagengesetz [γερμανικού νόμου για τις αγωγές παραλείψεως] ή στον κατάλογο νομιμοποιούμενων φορέων που τηρείται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατ’ άρθρον 4, παράγραφος 3, της οδηγίας 2009/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, περί των αγωγών παραλείψεως στον τομέα της προστασίας των συμφερόντων των καταναλωτών (ΕΕ 2009, L 110, σ. 30)·

[…]»

15      Στην απόφαση περί παραπομπής, το Landgericht Köln (πρωτοδικείο Κολωνίας, Γερμανία) εκθέτει περαιτέρω ότι από τη νομολογία του Bundesgerichtshof (Ανώτατου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου, Γερμανία) προκύπτει ότι οι διατάξεις του κανονισμού 1007/2011, που διέπουν την επισήμανση των κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων, αποσκοπούν στην προστασία των καταναλωτών και είναι, ως εκ τούτου, διατάξεις που ρυθμίζουν τη συμπεριφορά στις συναλλαγές, κατά την έννοια του άρθρου 3a του UWG (νέο κείμενο) και του άρθρου 4, σημείο 11, του UWG (παλαιό κείμενο).

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

16      Εκτιμώντας ότι η Princesport δεν συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις στον τομέα της επισημάνσεως ή της σημάνσεως στο πλαίσιο της εμπορικής προωθήσεως και λιανικής διανομής, μέσω διαδικτύου, των κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων της που αποτελούνται αποκλειστικά από την ίδια ίνα και, επομένως, παραβαίνει ορισμένες διατάξεις του UWG, καθώς και το άρθρο 5, παράγραφος 1, το άρθρο 9, παράγραφος 1, και το άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 1007/2011, η Verein für lauteren Wettbewerb άσκησε αγωγή κατά της εταιρίας αυτής.

17      Στις 5 Ιουλίου 2016 εκδόθηκε ερήμην απόφαση σε βάρος της Princesport. Η εταιρία αυτή άσκησε έφεση κατά της ως άνω αποφάσεως ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Στο πλαίσιο αυτό, η Princesport υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το άρθρο 7 του κανονισμού 1007/2011 δεν επιβάλλει να προσδιορίζονται τα καθαρά κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα με τις ενδείξεις «καθαρό» ή «όλο», αλλά απλώς ορίζει ότι μόνον αυτά τα προϊόντα μπορούν να φέρουν τις εν λόγω ενδείξεις.

18      Η Verein für lauteren Wettbewerb εκτιμά, αντιθέτως, ότι τα καθαρά κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα επιβάλλεται να προσδιορίζονται ως τέτοια. Προς τούτο, είναι δυνατή μόνον η επιλογή μεταξύ των τριών εναλλακτικών τρόπων παρουσιάσεως που απαριθμούνται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1007/2011, ήτοι μεταξύ των ενδείξεων «100 %», «καθαρό» ή «όλο». Περαιτέρω, η περιλαμβανόμενη στο άρθρο 9 του κανονισμού 1007/2011 υποχρέωση κατά την οποία πρέπει να προσδιορίζεται το ποσοστό σε βάρος των υφανσίμων ινών που χρησιμοποιούνται σε ένα προϊόν ισχύει επίσης για τα προϊόντα που αποτελούνται από την ίδια ίνα. Επιπλέον, η μνεία «καθαρό» πρέπει να χρησιμοποιείται όχι παράλληλα με τη μνεία «100 %», αλλά αποκλειστικά αντ’ αυτής.

19      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Landgericht Köln (πρωτοδικείο Κολωνίας) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Έχει το άρθρο 7, παράγραφος 1, του [κανονισμού 1007/2011] την έννοια ότι η παράθεση διευκρινίσεως ότι πρόκειται για καθαρό κλωστοϋφαντουργικό προϊόν που αποτελείται αποκλειστικά από την ίδια ίνα είναι υποχρεωτική;

2)      Είναι η χρήση ενός εκ των τριών προβλεπόμενων στο άρθρο 7 του [κανονισμού 1007/2011] όρων (“100 %”, “καθαρό” ή “όλο …”) υποχρεωτική ή παρέχεται με τη διάταξη αυτή απλώς μια δυνατότητα, όταν πρόκειται για τέτοια προϊόντα, χωρίς όμως να επιβάλλεται και σχετική υποχρέωση;

3)      Ισχύει η προβλεπόμενη στο άρθρο 9, παράγραφος 1, του [κανονισμού 1007/2011] υποχρέωση ότι κάθε κλωστοϋφαντουργικό προϊόν πρέπει να επισημαίνεται ή να σημαίνεται με την ονομασία και το ποσοστό επί του βάρους όλων των ινών που συνθέτουν το προϊόν, περιλαμβανομένης της περιπτώσεως των καθαρών κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων τα οποία εμπίπτουν στο άρθρο 7 του κανονισμού [1007/2011];»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Εισαγωγικές παρατηρήσεις

20      Πρέπει να σημειωθεί ότι καταστάσεις όπως αυτή της υποθέσεως της κύριας δίκης, στην οποία τα σχετικά κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα πωλούνται μέσω καταλόγου στο διαδίκτυο, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1007/2011.

21      Πράγματι, το άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού ορίζει ρητώς ότι, όταν κλωστοϋφαντουργικό προϊόν διατίθεται στην αγορά, οι περιγραφές της συνθέσεως των υφανσίμων ινών περί των οποίων γίνεται λόγος στα άρθρα 5, 7, 8 και 9 του εν λόγω κανονισμού αναγράφονται στους καταλόγους με τρόπο ευανάγνωστο, ορατό και σαφή. Επιπλέον, η διάταξη αυτή ορίζει περαιτέρω ότι οι πληροφορίες αυτές πρέπει να είναι σαφώς ορατές από τον καταναλωτή πριν από την αγορά, περιλαμβανομένης και της περιπτώσεως όπου η αγορά αυτή πραγματοποιείται ηλεκτρονικώς.

22      Εξ αυτού συνάγεται ότι οι απαιτήσεις επισημάνσεως και σημάνσεως, όπως αυτές διευκρινίζονται ιδίως στα άρθρα 7 και 9 του κανονισμού 1007/2011, ισχύουν στο πλαίσιο της εμπορικής προωθήσεως και της πωλήσεως κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων μέσω διαδικτύου.

 Επί του πρώτου ερωτήματος

23      Με το πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1007/2011 έχει την έννοια ότι επιβάλλει να διευκρινίζεται, στην ετικέτα ή στη σήμανση κλωστοϋφαντουργικού προϊόντος, όπως τα διατιθέμενα στο εμπόριο στην υπόθεση της κύριας δίκης, ότι πρόκειται για καθαρό κλωστοϋφαντουργικό προϊόν αποτελούμενο αποκλειστικά από την ίδια ίνα.

24      Το ερώτημα αυτό αφορά την ύπαρξη μιας γενικής υποχρεώσεως επισημάνσεως ή σημάνσεως των καθαρών κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων προκειμένου να δηλώνεται η σύνθεση των ινών τους.

25      Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1007/2011, κατά το οποίο «μόνο τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα που αποτελούνται αποκλειστικά από την ίδια ίνα μπορούν να φέρουν την επισήμανση ή σήμανση “100 %”, “καθαρό” ή “όλο”», δεν περιλαμβάνει, στο κείμενό του, μια τέτοια γενική υποχρέωση και, επομένως, δεν δίδει απάντηση στο πρώτο ερώτημα. Πράγματι, η διάταξη αυτή, αφενός, διευκρινίζει τι προσδιορίζει ένα καθαρό κλωστοϋφαντουργικό προϊόν, ήτοι το γεγονός ότι αυτό αποτελείται αποκλειστικά από την ίδια ίνα, και, αφετέρου, ορίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής όσον αφορά τη σήμανση ή την επισήμανση ενός τέτοιου προϊόντος.

26      Εντούτοις, πρέπει να εξεταστεί αν ο κανονισμός 1007/2011 επιβάλλει μια γενική υποχρέωση επισημάνσεως ή σημάνσεως όσον αφορά τα καθαρά κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, ώστε να δηλώνεται η σύνθεση των ινών τους.

27      Πράγματι, έστω και αν, τυπικά, το αιτούν δικαστήριο περιόρισε το πρώτο του ερώτημα στην ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1007/2011, το γεγονός αυτό δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να του παράσχει όλα τα στοιχεία ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης που μπορεί να του είναι χρήσιμα για την εκδίκαση της υποθέσεως της οποίας έχει επιληφθεί, ασχέτως του αν το δικαστήριο αυτό έχει αναφερθεί στα στοιχεία αυτά στη διατύπωση του εν λόγω ερωτήματος (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 16ης Ιουνίου 2016, Lesar, C‑159/15, EU:C:2016:451, σκέψη 22, και της 18ης Ιανουαρίου 2017, Wortmann, C‑365/15, EU:C:2017:19, σκέψη 33).

28      Πρέπει να σημειωθεί ειδικότερα, πρώτον, ότι μια γενική υποχρέωση επισημάνσεως ή σημάνσεως των κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων των καθαρών κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων, προκειμένου να προσδιορίζεται η σύνθεση των ινών τους, προκύπτει αναμφίβολα από το άρθρο 4 και το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 1007/2011, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 10 του κανονισμού αυτού.

29      Πράγματι, καταρχάς, το άρθρο 4 του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι μόνον τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα που επισημαίνονται, σημαίνονται ή συνοδεύονται από εμπορικά έγγραφα σύμφωνα με τον ίδιο κανονισμό μπορούν να διατίθενται στην αγορά.

30      Περαιτέρω, το άρθρο 14, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1007/2011 προβλέπει ρητώς ότι «τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα επισημαίνονται ή σημαίνονται προκειμένου να παρέχουν ένδειξη της σύνθεσης των ινών τους όποτε διατίθενται στην αγορά».

31      Τέλος, η αιτιολογική σκέψη 10 του κανονισμού αυτού υπογραμμίζει ότι η επισήμανση ή η σήμανση σχετικά με τη σύνθεση της υφάνσιμης ίνας «θα πρέπει να είναι υποχρεωτική».

32      Δεύτερον, η υποχρέωση προσδιορισμού, στην ετικέτα ή στη σήμανση, της ίνας από την οποία αποτελείται το οικείο κλωστοϋφαντουργικό προϊόν καθιστά δυνατό να εξασφαλίζεται ότι παρέχονται στους καταναλωτές ακριβείς και συγκεκριμένες πληροφορίες. Η παροχή τέτοιων πληροφοριών σε όλους τους καταναλωτές εντός της Ένωσης συνιστά, κατά το άρθρο 1 του κανονισμού 1007/2011, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 10, έναν από τους σκοπούς του κανονισμού αυτού.

33      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 4 και το άρθρο 14, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1007/2011, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 10 του κανονισμού αυτού, έχουν την έννοια ότι επιβάλλουν μια γενική υποχρέωση επισημάνσεως ή σημάνσεως προκειμένου να προσδιορίζεται η σύνθεση των ινών όλων των κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων των κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων που ορίζονται στο άρθρο 7 του εν λόγω κανονισμού.

 Επί του δευτέρου ερωτήματος

34      Με το δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1007/2011 έχει την έννοια ότι επιβάλλει να χρησιμοποιείται, στην ετικέτα ή στη σήμανση κάθε καθαρού κλωστοϋφαντουργικού προϊόντος, μία από τις τρεις ενδείξεις που παραθέτει, ήτοι «100 %», «καθαρό» ή «όλο».

35      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1007/2011 ορίζει ότι «μόνο τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα που αποτελούνται αποκλειστικά από την ίδια ίνα μπορούν να φέρουν την επισήμανση ή σήμανση “100 %”, “καθαρό” ή “όλο”». Ως εκ τούτου, μόνον τα καθαρά κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, που αποτελούνται αποκλειστικά από την ίδια ίνα, «μπορούν» να φέρουν σήμανση ή επισήμανση περιλαμβάνουσα μία από τις τρεις ενδείξεις περί των οποίων γίνεται λόγος στη διάταξη αυτή.

36      Η χρησιμοποίηση του όρου «μπορούν» στη διάταξη αυτή συνεπάγεται αναμφίβολα ότι η χρησιμοποίηση των ενδείξεων «100 %», «καθαρό» ή «όλο» δεν αποτελεί υποχρέωση αλλά απλώς δυνατότητα. Ειδικότερα, η διάταξη αυτή επιτρέπει να αναφέρεται, στην ετικέτα ή στη σήμανση του καθαρού κλωστοϋφαντουργικού προϊόντος, η ονομασία της υφάνσιμης ίνας από την οποία αυτό αποτελείται χωρίς να χρησιμοποιείται κάποια από τις τρεις αυτές ενδείξεις.

37      Εξάλλου, από ερμηνεία a contrario του άρθρου 7, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1007/2011 προκύπτει ότι ενδείξεις «παρόμοιες» προς εκείνες περί των οποίων γίνεται λόγος στην παράγραφο 1, πρώτο εδάφιο, του άρθρου αυτού μπορούν να χρησιμοποιούνται για καθαρά κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα. Επομένως, οι όροι «100 %», «καθαρό» και «όλο» συνιστούν απλώς παραδείγματα ενδείξεων που μπορούν να περιλαμβάνονται στην επισήμανση ή τη σήμανση προκειμένου να διευκρινίζεται ότι το κλωστοϋφαντουργικό προϊόν αποτελείται από την ίδια ίνα.

38      Επιπλέον, η ερμηνεία αυτή του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1007/2011 συνάδει προς τον σκοπό τον οποίο επιδιώκει ο κανονισμός αυτός, όπως εκτίθεται στη σκέψη 32 της παρούσας αποφάσεως. Πράγματι, η ετικέτα ή η σήμανση που περιλαμβάνει την ονομασία μίας μόνον υφάνσιμης ίνας παρέχει τη δυνατότητα στον καταναλωτή να έχει ορθή και συγκεκριμένη πληροφόρηση σχετικά με τη σύνθεση των ινών του κλωστοϋφαντουργικού προϊόντος.

39      Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, στο πλαίσιο του δευτέρου ερωτήματος, το δικαστήριο αυτό ερωτά επίσης αν το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1007/2011 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στη δυνατότητα συνδυασμένης χρήσεως των τριών ενδείξεων που περιλαμβάνονται στην εν λόγω διάταξη.

40      Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί, αφενός, ότι το ίδιο το γράμμα του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1007/2011 δεν εμποδίζει τη συνδυασμένη χρήση των ως άνω ενδείξεων. Αφετέρου, αυτή η ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως συνάδει επίσης προς τον σκοπό τον οποίο επιδιώκει ο εν λόγω κανονισμός, όπως αυτός αναφέρεται στη σκέψη 32 της παρούσας αποφάσεως.

41      Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να σημειωθεί ότι η δυνατότητα χρησιμοποιήσεως συνδυασμού των μνημονευομένων στην εν λόγω διάταξη τριών ενδείξεων στην ετικέτα ή στη σήμανση του καθαρού κλωστοϋφαντουργικού προϊόντος είναι περιορισμένη, καθόσον οι ενδείξεις αυτές, που χρησιμοποιούνται προκειμένου να διευκρινιστεί ότι το οικείο κλωστοϋφαντουργικό προϊόν αποτελείται αποκλειστικά από την ίδια ίνα, είναι συνώνυμες, πράγμα το οποίο καθιστά πιθανώς περιττή τη χρησιμοποίηση περισσοτέρων από μία ενδείξεων.

42      Εξάλλου, από τη δικογραφία που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο δεν προκύπτει ότι πρακτική όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη μπορεί να αποτελεί αθέμιτη ή παραπλανητική εμπορική πρακτική, απαγορευόμενη από την οδηγία 2005/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαΐου 2005, για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά και για την τροποποίηση της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών 97/7/ΕΚ, 98/27/ΕΚ, 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου («οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές») (ΕΕ 2005, L 149, σ. 22).

43      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1007/2011 έχει την έννοια ότι δεν επιβάλλει να χρησιμοποιείται στην ετικέτα ή στη σήμανση του καθαρού κλωστοϋφαντουργικού προϊόντος μία από τις τρεις ενδείξεις που αυτό παραθέτει, ήτοι «100 %», «καθαρό» ή «όλο». Σε περίπτωση χρησιμοποιήσεως των εν λόγω ενδείξεων, μπορεί να παρατίθεται συνδυασμός των ενδείξεων αυτών.

 Επί του τρίτου ερωτήματος

44      Με το τρίτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1007/2011 έχει την έννοια ότι η υποχρέωση να προσδιορίζεται στην ετικέτα ή τη σήμανση η ονομασία και το ποσοστό σε βάρος όλων των ινών από τις οποίες αποτελείται το επίμαχο κλωστοϋφαντουργικό προϊόν ισχύει και για τα καθαρά κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα.

45      Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το άρθρο 9 του κανονισμού 1007/2011 έχει εφαρμογή στα «[κ]λωστοϋφαντουργικά προϊόντα πολυϊνών», ενώ το άρθρο 7 του κανονισμού αυτού αφορά τα «[κ]αθαρά κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα». Ως εκ τούτου, καθένα από τα άρθρα αυτά ορίζει το πεδίο εφαρμογής του για μια συγκεκριμένη κατηγορία κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων. Εξ αυτού προκύπτει ότι τα καθαρά κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα δεν μπορούν να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9 του εν λόγω κανονισμού, οπότε οι απαιτήσεις περί των οποίων γίνεται λόγος στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή σε τέτοια προϊόντα.

46      Επιπλέον, δεδομένου ότι ένα καθαρό κλωστοϋφαντουργικό προϊόν αποτελείται, εξ ορισμού, αποκλειστικά από την ίδια ίνα, η υποχρέωση να αναφέρεται το ποσοστό σε βάρος «όλων των ινών που συνθέτουν το προϊόν κατά φθίνουσα κλίμακα» δεν μπορεί να έχει εφαρμογή για ένα τέτοιο προϊόν.

47      Εξάλλου, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, αν η υποχρέωση προσδιορισμού του ποσοστού σε βάρος όλων των ινών που συνθέτουν το κλωστοϋφαντουργικό προϊόν, όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1007/2011, εφαρμοζόταν στα καθαρά κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, τότε δεν θα είχε λόγο υπάρξεως το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, το οποίο, όπως προκύπτει από τη σκέψη 43 της παρούσας αποφάσεως, έχει την έννοια ότι η χρησιμοποίηση των ενδείξεων «100 %», «καθαρό» ή «όλο» αποτελεί απλώς μια δυνατότητα.

48      Επιπροσθέτως, πρέπει να σημειωθεί ότι ο περιορισμός του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1007/2011 δεν θίγει τον σκοπό της προστασίας των καταναλωτών τον οποίο επιδιώκει ο κανονισμός αυτός σύμφωνα με το άρθρο 1 σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 10.

49      Πράγματι, από τη σκέψη 33 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι η ένδειξη, στην ετικέτα ή τη σήμανση, της ίνας από την οποία αποτελείται το καθαρό κλωστοϋφαντουργικό προϊόν εξακολουθεί να είναι υποχρεωτική σε κάθε περίπτωση.

50      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1007/2011 έχει την έννοια ότι η υποχρέωση να προσδιορίζεται, στην ετικέτα ή τη σήμανση, η ονομασία και το ποσοστό σε βάρος όλων των ινών που συνθέτουν το κλωστοϋφαντουργικό προϊόν δεν έχει εφαρμογή στα καθαρά κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα.

 Επί των δικαστικών εξόδων

51      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Το άρθρο 4 και το άρθρο 14, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΕ) 1007/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Σεπτεμβρίου 2011, για τις ονομασίες των υφανσίμων ινών και τη συναφή επισήμανση και τη σήμανση της σύνθεσης των ινών των κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων, και την κατάργηση της οδηγίας 73/44/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών 96/73/ΕΚ και 2008/121/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 10 του κανονισμού αυτού, έχουν την έννοια ότι επιβάλλουν μια γενική υποχρέωση επισημάνσεως ή σημάνσεως προκειμένου να προσδιορίζεται η σύνθεση των ινών όλων των κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων των κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων που ορίζονται στο άρθρο 7 του εν λόγω κανονισμού.

2)      Το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1007/2011 έχει την έννοια ότι δεν επιβάλλει να χρησιμοποιείται στην ετικέτα ή στη σήμανση του καθαρού κλωστοϋφαντουργικού προϊόντος μία από τις τρεις ενδείξεις που αυτό παραθέτει, ήτοι «100 %», «καθαρό» ή «όλο». Σε περίπτωση χρησιμοποιήσεως των εν λόγω ενδείξεων, μπορεί να παρατίθεται συνδυασμός των ενδείξεων αυτών.

3)      Το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1007/2011 έχει την έννοια ότι η υποχρέωση να προσδιορίζεται, στην ετικέτα ή τη σήμανση, η ονομασία και το ποσοστό σε βάρος όλων των ινών που συνθέτουν το κλωστοϋφαντουργικό προϊόν δεν έχει εφαρμογή στα καθαρά κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.