Language of document : ECLI:EU:C:2018:531

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 5ης Ιουλίου 2018 (*)

«Αίτηση αναιρέσεως – Ρήτρα διαιτησίας – Προσωπικό των διεθνών αποστολών της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Αρμοδιότητα επί των σχετικών με τις συμβάσεις εργασίας διαφορών – Διαδοχικές συμβάσεις απασχολήσεως ορισμένου χρόνου – Ρήτρες διαιτησίας που ορίζουν ως αρμόδια, στην τελευταία σύμβαση, τα δικαστήρια της Ένωσης και, στις προγενέστερες συμβάσεις, τα δικαστήρια των Βρυξελλών (Βέλγιο) – Απόφαση περί μη ανανεώσεως της τελευταίας συμβάσεως – Αίτημα επαναχαρακτηρισμού του συνόλου των συμβατικών σχέσεων ως “συμβάσεως αορίστου χρόνου” – Αιτήματα αποζημιώσεως λόγω καταχρηστικής απολύσεως – Συνεκτίμηση των προγενέστερων της τελευταίας συμβάσεως συμβατικών σχέσεων – Αρμοδιότητα του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης»

Στην υπόθεση C‑43/17 P,

με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 25 Ιανουαρίου 2017,

Liam Jenkinson, κάτοικος Killarney (Ιρλανδία), εκπροσωπούμενος από τους N. de Montigny και J.-N. Louis, δικηγόρους,

αναιρεσείων,

όπου οι λοιποί διάδικοι είναι:

το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από τους A. Vitro και M. Bishop,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη αρχικώς από τον G. Gattinara καθώς και από τις L. Radu Bouyon και S. Bartelt, στη συνέχεια από τους G. Gattinara και A. Aresu καθώς και από την L. Radu Bouyon,

η Ευρωπαϊκή ΥπηρεσίαΕξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ), εκπροσωπούμενη από τους S. Marquardt και R. Spac καθώς και από την E. Orgován,

η Eulex Κοσσυφοπέδιο, με έδρα την Πρίστινα (Κοσσυφοπέδιο), εκπροσωπούμενη από τη M. Vicente Hernandez, δικηγόρο, στη συνέχεια, από την E. Raoult, δικηγόρο,

εναγόμενοι πρωτοδίκως,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τη R. Silva de Lapuerta, πρόεδρο τμήματος, τους C. G. Fernlund, J.-C. Bonichot, A. Arabadjiev (εισηγητή) και E. Regan, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Szpunar

γραμματέας: V. Giacobbo-Peyronnel, διοικητική υπάλληλος,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 11ης Απριλίου 2018,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με την αίτηση αναιρέσεως, ο Liam Jenkinson ζητεί την αναίρεση της διατάξεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 9ης Νοεμβρίου 2016, Jenkinson κατά Συμβουλίου κ.λπ. (T‑602/15, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, EU:T:2016:660), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε αγωγή του βάσει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ με κύριο αίτημα, αφενός, να επαναχαρακτηριστεί το σύνολο των συμβατικών σχέσεων του L. Jenkinson ως «σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου» και να του καταβληθεί αποζημίωση για τη ζημία που φέρεται να υπέστη λόγω της καταχρηστικής χρήσεως διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και λόγω καταχρηστικής απολύσεως και, αφετέρου, να αναγνωριστεί ότι ο ενάγων έτυχε δυσμενούς διακρίσεως από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης (στο εξής: ΕΥΕΔ) και, ως εκ τούτου, να υποχρεωθούν οι εν λόγω εναγόμενοι να του καταβάλουν αποζημίωση, και με επικουρικό αίτημα στηριζόμενο στην εξωσυμβατική ευθύνη των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων.

 Το ιστορικό της διαφοράς

2        Το ιστορικό της διαφοράς συνοψίζεται στις σκέψεις 1 έως 6 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως ως εξής:

«1      Ο ενάγων, Liam Jenkinson, Ιρλανδός υπήκοος, εργάσθηκε αρχικώς από τις 20 Αυγούστου 1994 έως τις 5 Ιουνίου 2002, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου (στο εξής: ΣΟΧ) που συνήψε με την Αποστολή Επιτήρησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία δημιουργήθηκε με την κοινή δράση 2000/811/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για την Αποστολή Επιτήρησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2000, L 328, σ. 53).

2      Στη συνέχεια εργάσθηκε από τις 17 Ιουνίου 2002 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2009, δυνάμει διαδοχικών ΣΟΧ που συνήψε με την Αστυνομική Αποστολή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία δημιουργήθηκε με την κοινή δράση 2002/210/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2002, για την Αστυνομική Αποστολή της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2002, L 70, σ. 1).

3      Τέλος, ο ενάγων εργάσθηκε για την Αποστολή Eulex Κοσσυφοπέδιο, από τις 5 Απριλίου 2010 έως τις 14 Νοεμβρίου 2014, δυνάμει ένδεκα διαδοχικών ΣΟΧ. Η Αποστολή Eulex Κοσσυφοπέδιο δημιουργήθηκε με την κοινή δράση 2008/124/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 4ης Φεβρουαρίου 2008, σχετικά με την Αποστολή της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την επιβολή του κράτους δικαίου στο Κοσσυφοπέδιο (EULEX ΚΟΣΣΥΦΟΠΕΔΙΟ) (ΕΕ 2008, L 42, σ. 92). Η κοινή δράση παρατάθηκε επανειλημμένως. Παρατάθηκε δε έως τις 14 Ιουνίου 2016 με την απόφαση 2014/349/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 2014, για την τροποποίηση της κοινής δράσης 2008/124 (ΕΕ 2014, L 174, σ. 42), η οποία τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω.

4      Τέλος, η κοινή δράση παρατάθηκε έως τις 14 Ιουνίου 2018 με την απόφαση 2016/947/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2016, για την τροποποίηση της κοινής δράσης 2008/124 (ΕΕ 2016, L 157, σ. 26).

5      Κατά την εκτέλεση της συμβάσεώς του εργασίας που κάλυπτε την περίοδο από τις 15 Ιουνίου έως τις 14 Οκτωβρίου 2014, ο ενάγων πληροφορήθηκε, με έγγραφο του αρχηγού της Αποστολής Eulex Κοσσυφοπέδιο της 26ης Ιουνίου 2014, τη λήξη των καθηκόντων του και τη μη ανανέωση της συμβάσεώς του εργασίας μετά τις 14 Νοεμβρίου 2014.

6      Η τελευταία ΣΟΧ συνήφθη μεταξύ της Eulex Κοσσυφοπέδιο και του ενάγοντος για την περίοδο από τις 15 Οκτωβρίου έως τις 14 Νοεμβρίου 2014 (στο εξής: τελευταία ΣΟΧ) και δεν ανανεώθηκε. Η συγκεκριμένη τελευταία ΣΟΧ προβλέπει, στο άρθρο 21, την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βάσει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ, για κάθε σχετική με τη σύμβαση αυτή διαφορά.»

 Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη

3        Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 23 Οκτωβρίου 2015, ο ενάγων και νυν αναιρεσείων άσκησε αγωγή κατά του Συμβουλίου, της Επιτροπής, της ΕΥΕΔ και της Αποστολής Eulex Κοσσυφοπέδιο, με την οποία ζητούσε από το Γενικό Δικαστήριο:

–        κυρίως, να επαναχαρακτηρίσει τη συμβατική σχέση του ως «σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου», να αναγνωρίσει την εκ μέρους των εναγομένων παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεών τους και, ιδίως, της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως εγγράφου καταγγελίας στο πλαίσιο συμβάσεως αορίστου χρόνου, να αναγνωρίσει ότι η απόλυσή του ήταν καταχρηστική και να υποχρεώσει, ως εκ τούτου, τους εναγομένους να αποκαταστήσουν τη ζημία που υπέστη λόγω της καταχρηστικής χρήσεως διαδοχικών ΣΟΧ, λόγω της παραβάσεως της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως εγγράφου καταγγελίας και λόγω καταχρηστικής απολύσεως·

–        κυρίως, να αναγνωρίσει ότι έτυχε δυσμενούς διακρίσεως εκ μέρους του Συμβουλίου, της Επιτροπής και της ΕΥΕΔ κατά τη διάρκεια της απασχολήσεώς του στις διεθνείς αποστολές της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: αποστολές) όσον αφορά τις αποδοχές του, τα συνταξιοδοτικά δικαιώματά του και συναφείς παροχές, να αναγνωρίσει ότι ο νυν αναιρεσείων έπρεπε να έχει προσληφθεί ως έκτακτος υπάλληλος από έναν εκ των εναγομένων και να τους υποχρεώσει, συνεπώς, να του καταβάλουν αποζημίωση, και

–        επικουρικώς, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, βάσει της εξωσυμβατικής ευθύνης τους, να του καταβάλουν αποζημίωση για τη ζημία που απέρρεε από τις παραβάσεις των υποχρεώσεών τους.

4        Με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι είναι προδήλως αναρμόδιο να αποφανθεί επί των δύο κύριων αιτημάτων και απέρριψε το επικουρικό αίτημα ως προδήλως απαράδεκτο. Ως εκ τούτου, απέρριψε εν όλω την αγωγή και καταδίκασε τον L. Jenkinson στα δικαστικά έξοδα.

 Αιτήματα των διαδίκων

5        Ο L. Jenkinson ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη,

–        να δεχθεί την αγωγή και

–        να καταδικάσει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της πρωτοβάθμιας και της κατ’ αναίρεση δίκης.

6        Το Συμβούλιο και η Επιτροπή ζητούν να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο L. Jenkinson στα δικαστικά έξοδα.

7        Η ΕΥΕΔ και η Αποστολή Eulex Κοσσυφοπέδιο ζητούν από το Δικαστήριο:

–        κυρίως, να κρίνει ότι είναι αναρμόδιο να αποφανθεί επί της αιτήσεως αναιρέσεως,

–        επικουρικώς, να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και

–        να καταδικάσει τον L. Jenkinson στα δικαστικά έξοδα.

8        Επιπλέον, το Συμβούλιο κα η ΕΥΕΔ ζητούν από το Δικαστήριο, σε περίπτωση κατά την οποία κρίνει βάσιμη την αίτηση αναιρέσεως, να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και την αγωγή ως απαράδεκτες καθόσον τους αφορά.

 Επί της αιτήσεως αναιρέσεως

9        Με την αίτηση αναιρέσεως, ο L. Jenkinson ζητεί από το Δικαστήριο, με το πρώτο αίτημά του, να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη και, με το δεύτερο αίτημά του, να δεχθεί την αγωγή.

10      Η ΕΥΕΔ και η Αποστολή Eulex Κοσσυφοπέδιο αμφισβητούν την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να εξετάσει την αίτηση αναιρέσεως. Περαιτέρω, η Αποστολή Eulex Κοσσυφοπέδιο αμφισβητεί το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως στο σύνολό της, ενώ η Επιτροπή αμφισβητεί μόνον το παραδεκτό του δεύτερου αιτήματος της αιτήσεως αναιρέσεως.

 Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου

11      Η ΕΥΕΔ και η Αποστολή Eulex Κοσσυφοπέδιο υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι το Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να εξετάσει την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, δεδομένου ότι ο L. Jenkinson στηρίζει την επιχειρηματολογία του στις προγενέστερες της τελευταίας ΣΟΧ συμβάσεις εργασίας και ότι, δυνάμει των ρητρών διαιτησίας που περιέχουν οι συμβάσεις αυτές, μόνον τα δικαστήρια των Βρυξελλών (Βέλγιο) είναι αρμόδια για την εκδίκαση της εν λόγω διαφοράς. Εξάλλου, ο L. Jenkinson είχε εν τω μεταξύ ασκήσει κατ’ ουσίαν πανομοιότυπη αγωγή ενώπιον του γαλλόφωνου δικαστηρίου εργατικών διαφορών των Βρυξελλών (Βέλγιο).

12      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 256, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ και το άρθρο 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί των αιτήσεων αναιρέσεως που ασκούνται κατά των αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου για τις οποίες γίνεται λόγος στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 256, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Δεν αμφισβητείται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη εμπίπτει στις αποφάσεις τις οποίες αφορά η εν λόγω τελευταία διάταξη.

13      Επιπροσθέτως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το ζήτημα της αρμοδιότητας των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης να εξετάσουν τη βασιμότητα των πρωτοδίκως προβληθέντων ισχυρισμών του L. Jenkinson αποτελεί, λαμβανομένων υπόψη του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως και των επιχειρημάτων του L. Jenkinson ενώπιον του Δικαστηρίου, ζήτημα ουσίας εγειρόμενο με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.

14      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εκδικάσει την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.

 Επί του πρώτου αιτήματος της αιτήσεως αναιρέσεως

15      Προς στήριξη του πρώτου αιτήματος περί αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ο L. Jenkinson προβάλλει, κατ’ ουσίαν, τέσσερις λόγους εκ των οποίων ο πρώτος αφορά την εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με την έκταση της αρμοδιότητας των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης προς εκδίκαση του συμβατικού μέρους της διαφοράς. Με τον δεύτερο λόγο επικαλείται συμβατικούς δεσμούς μεταξύ, αφενός, του ιδίου και, αφετέρου, του Συμβουλίου, της Επιτροπής και της ΕΥΕΔ. Ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος αφορούν πλάνη περί το δίκαιο, στην οποία φέρεται να υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αιτημάτων που αφορούσαν αντίστοιχα την εξωσυμβατική ευθύνη των θεσμικών οργάνων και την κατανομή των δικαστικών εξόδων.

16      Το Συμβούλιο, η ΕΥΕΔ και η Αποστολή Eulex Κοσσυφοπέδιο αμφισβητούν, μεταξύ άλλων, το παραδεκτό των προβαλλόμενων επιχειρημάτων προς στήριξη αυτού του πρώτου αιτήματος.

 Επί του παραδεκτού του πρώτου αιτήματος

17      Το Συμβούλιο και η ΕΥΕΔ εκτιμούν ότι η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη στο μέτρο που τους αφορά. Αφενός, δεν ήταν συμβαλλόμενοι στην τελευταία ΣΟΧ και δεν θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως «εργοδότες» του L. Jenkinson, όπως διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 40 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, χωρίς τούτο να αμφισβητηθεί κατά τη διάρκεια της αναιρετικής διαδικασίας. Αφετέρου, ο L. Jenkinson δεν προσδιόρισε καμία συγκεκριμένη πράξη από την οποία να απορρέει η εξωσυμβατική ευθύνη τους.

18      Περαιτέρω, η Αποστολή Eulex Κοσσυφοπέδιο υποστηρίζει ότι η αίτηση αναιρέσεως δεν είναι αρκούντως σαφής και ακριβής ώστε να παρέχει τη δυνατότητα στην ίδια να προετοιμάσει την άμυνά της και στο Δικαστήριο να εκδώσει την απόφασή του.

19      Όσον αφορά τις αντιρρήσεις που προέβαλαν το Συμβούλιο και η ΕΥΕΔ πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 171 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως επιδίδεται στους λοιπούς διαδίκους της συγκεκριμένης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου υποθέσεως. Δεν αμφισβητείται δε ότι το Συμβούλιο και η ΕΥΕΔ συγκαταλέγονταν μεταξύ των διαδίκων στη δίκη ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

20      Εξάλλου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η επιχειρηματολογία του Συμβουλίου και της ΕΥΕΔ, προς απόδειξη του προβαλλόμενου απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς αυτούς, στηρίζεται σε επιχειρήματα που αφορούν την ουσία της υποθέσεως, δηλαδή την αρμοδιότητα του Γενικού Δικαστηρίου να εξετάσει τους ισχυρισμούς του L. Jenkinson που τους αφορούν, και όχι το παραδεκτό της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.

21      Όσον αφορά την επιχειρηματολογία της Αποστολής Eulex Κοσσυφοπέδιο που αφορά την ένσταση obscuri libelli, πρέπει να επισημανθεί ότι, μολονότι η Αποστολή αυτή προβάλλει, συναφώς, συγκεκριμένα επιχειρήματα σε σχέση με όσα υποστηρίζει ο L. Jenkinson όσον αφορά το δεύτερο αίτημα της αιτήσεώς του αναιρέσεως, εντούτοις τούτο δεν ισχύει και για την επιχειρηματολογία της σε σχέση με το πρώτο αίτημα της αιτήσεως αναιρέσεως.

22      Πρέπει, επίσης, να διαπιστωθεί ότι, στους τέσσερις λόγους που προβάλλει προς στήριξη του πρώτου αιτήματος της αιτήσεως αναιρέσεως, ο L. Jenkinson προσδιορίζει επακριβώς τις προσβαλλόμενες σκέψεις του σκεπτικού της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, κατά τρόπο που καθιστά την προβαλλόμενη συναφώς επιχειρηματολογία του αρκούντως σαφή και ακριβή ώστε να παρέχει στους αναιρεσιβλήτους τη δυνατότητα να προετοιμάσουν την άμυνά τους, όπως επιβεβαιώνεται και από τα υπομνήματά τους απαντήσεως. Συνεπώς, το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί επί των τεσσάρων λόγων που προβάλλονται προς στήριξη του πρώτου αιτήματος.

23      Επομένως, οι ενστάσεις του Συμβουλίου, της ΕΥΕΔ και της Αποστολής Eulex Κοσσυφοπέδιο περί απαραδέκτου του πρώτου αιτήματος πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες.

 Επί του πρώτου και του δεύτερου λόγου αναιρέσεως

24      Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως υποδιαιρείται σε τέσσερα σκέλη εκ των οποίων πρέπει να εξεταστεί καταρχάς το τρίτο, από κοινού με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως.

–       Επιχειρήματα των διαδίκων

25      Με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, ο L. Jenkinson επισημαίνει ότι, στη σκέψη 39 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, στο μέτρο που ήταν αρμόδιο μόνον όσον αφορά την τελευταία ΣΟΧ, δεν μπορούσε να αποφανθεί επί των αποτελεσμάτων των συμβάσεων εργασίας που είχαν συναφθεί προγενεστέρως. Κατά τον L. Jenkinson, ο επαναχαρακτηρισμός του συνόλου των εργασιακών του σχέσεων με τους εναγομένους ως συμβάσεως αορίστου χρόνου δεν ήταν σε καμία περίπτωση δυνατό να διαχωρισθεί από την ύπαρξη της τελευταίας ΣΟΧ και τη λήξη της συμβάσεως αυτής. Συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων είναι αδύνατον να επιτύχει τον επαναχαρακτηρισμό των συμβατικών σχέσεών του εν μέρει ενώπιον των δικαστηρίων των Βρυξελλών (Βέλγιο) και εν μέρει ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης. Το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε συνεπώς σε πλάνη περί το δίκαιο.

26      Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο L. Jenkinson υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, στη σκέψη 40 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι ήταν αναρμόδιο να αποφανθεί επί των αιτημάτων με τα οποία ο L. Jenkinson ζητούσε να αναγνωριστεί ότι έτυχε δυσμενούς διακρίσεως εκ μέρους του Συμβουλίου, της Επιτροπής και της ΕΥΕΔ, όσον αφορά τις αποδοχές του, τα συνταξιοδοτικά δικαιώματά του και συναφείς παροχές. Συναφώς, ο L. Jenkinson επισημαίνει ότι οι συμβατικές σχέσεις του με τις άλλες αποστολές πλην της Αποστολής Eulex Κοσσυφοπέδιο λύθηκαν με αποφάσεις των επίμαχων θεσμικών οργάνων, τουλάχιστον δε του Συμβουλίου, και συνάγει εξ αυτού ότι τα όργανα αυτά υποκαταστάθηκαν στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εν λόγω αποστολών. Ως εκ τούτου, έπρεπε να αναλάβουν και τις έννομες συνέπειες των συμβατικών δεσμεύσεων που είχαν οι αποστολές αυτές έναντι του προσωπικού τους.

27      Η Επιτροπή υπενθυμίζει, λαμβανομένων υπόψη των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν ιδίως στο πλαίσιο του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, ότι η εκτίμηση του αντικειμένου της διαφοράς δεν μπορεί να γίνει από αναρμόδιο δικαστή, καθόσον το ζήτημα της αρμοδιότητας εξετάζεται πριν από την εκτίμηση της υποθέσεως επί της ουσίας.

28      Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή εκτιμά ότι τα επιχειρήματα του L. Jenkinson είναι αλυσιτελή, στο μέτρο που ο αναιρεσείων δεν αμφισβήτησε τις σκέψεις 30, 31 και 35 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως και στο μέτρο που το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι η τελευταία ΣΟΧ είχε συναφθεί αποκλειστικά και μόνο με την Αποστολή Eulex Κοσσυφοπέδιο, «ως εργοδότη», με αποτέλεσμα μόνον αυτή, η οποία έχει δικαιοπρακτική ικανότητα συνάψεως τέτοιου είδους συμβάσεων, να μπορεί να θεωρηθεί ως εργοδότης. Τα επιχειρήματα σχετικά με την προβαλλόμενη υποκατάσταση των τριών επίμαχων θεσμικών οργάνων στη θέση των αποστολών με τις οποίες εργάστηκε ο αναιρεσείων δεν είναι ικανά να κλονίσουν τις εν λόγω εκτιμήσεις του Γενικού Δικαστηρίου.

29      Όσον αφορά το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, το Συμβούλιο παρατηρεί ότι η διάρκεια της τελευταίας ΣΟΧ δεν μπορεί να μεταβάλει το δικαίωμα του αναιρεσείοντος να ζητήσει τον επαναχαρακτηρισμό της θέσεώς του ενώπιον των βελγικών δικαστηρίων και υπογραμμίζει ότι ο L. Jenkinson δεν αποδεικνύει ότι η περιεχόμενη στην τελευταία ΣΟΧ ρήτρα αρμοδιότητας καθιστά άνευ αντικειμένου τις ρήτρες που περιέχονται στις προγενέστερες συμβάσεις περί αρμοδιότητας των βελγικών δικαστηρίων ούτε ότι αυτή ήταν η βούληση των συμβαλλομένων.

30      Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι ουδέποτε υπήρξε συμβαλλόμενος του L. Jenkinson σε οιαδήποτε σύμβαση και επισημαίνει ότι οι αποφάσεις περί δημιουργίας των αποστολών και περί της στρατηγικής διοικήσεως για την οποία είναι υπεύθυνο το Συμβούλιο δεν περιέχουν κανένα στοιχείο που να αφορά τις συγκεκριμένες συμβάσεις οι οποίες συνάπτονται με το προσωπικό που απασχολείται στις αποστολές. Το Συμβούλιο είναι, βεβαίως, αρμόδιο να αποφασίζει σχετικά με μείωση του μεγέθους μιας αποστολής διαχειρίσεως κρίσεων, ενδεχόμενη κατάργησή της και το οργανόγραμμα μιας αποστολής, εντούτοις, οι συμβατικοί όροι απασχολήσεως και η εκτέλεσή τους δεν αποφασίζονται από το Συμβούλιο. Το Συμβούλιο δεν αποφάσισε, συνεπώς, τη συγκεκριμένη επικρινόμενη μεταχείριση ούτε υφίστανται σχετικές προσβαλλόμενες πράξεις του Συμβουλίου. Συγκεκριμένα, δεν αμφισβητείται ότι η Αποστολή Eulex Κοσσυφοπέδιο έχει δικαιοπρακτική ικανότητα και ευθύνεται για κάθε αξίωση και υποχρέωση που απορρέει από την εκτέλεση της αποστολής της.

31      Όσον αφορά το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η ΕΥΕΔ θεωρεί ότι από το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο και τα επιχειρήματα του L. Jenkinson προκύπτει ότι ο αναιρεσείων στηρίζει τα αιτήματά του στη σχέση εργασίας του με την Αποστολή Eulex Κοσσυφοπέδιο στο σύνολό της και, ειδικότερα, στη μη ανανέωση της απασχολήσεώς του που του γνωστοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της προγενέστερης από την τελευταία ΣΟΧ συμβάσεως. Συνεπώς, η διαφορά δεν αφορά την τελευταία ΣΟΧ αλλά την προγενέστερη συμβατική σχέση. Δεδομένου ότι δεν αμφισβητείται ότι όλες οι προγενέστερες συμβάσεις εργασίας περιείχαν ρήτρα περί αρμοδιότητας των βελγικών δικαστηρίων, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο. Εξάλλου, ο L. Jenkinson δεν εξήγησε πώς η τελευταία ΣΟΧ θα μπορούσε να τροποποιήσει τις προγενέστερες συμβάσεις του.

32      Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η ΕΥΕΔ αντιτάσσει ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ορθώς ότι δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος στην τελευταία ΣΟΧ.

33      Όσον αφορά το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Αποστολή Eulex Κοσσυφοπέδιο εκτιμά ότι, στο μέτρο που μόνον η τελευταία ΣΟΧ περιείχε ρήτρα περί αρμοδιότητας των δικαστηρίων της Ένωσης και καθόσον τέτοιου είδους ρήτρες διαιτησίας πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικά, το Γενικό Δικαστήριο ουδόλως υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι ήταν αναρμόδιο όσον αφορά τους ισχυρισμούς του L. Jenkinson που στηρίζονται σε συμβάσεις προγενέστερες αυτής της τελευταίας συμβάσεως. Κανένα στοιχείο δεν είναι ικανό να κλονίσει ex post τη συναίνεση του L. Jenkinson όσον αφορά τις ρήτρες περί αρμοδιότητας των βελγικών δικαστηρίων που περιέχονταν στις προγενέστερες συμβάσεις.

–       Εκτίμηση του Δικαστηρίου

34      Δεδομένου ότι ο L. Jenkinson αμφισβητεί κατ’ ουσίαν, με την επιχειρηματολογία που προβάλλει στο πλαίσιο του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως και στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, την εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου ότι η αρμοδιότητά του δεν μπορεί να επεκταθεί στις προγενέστερες της τελευταίας ΣΟΧ συμβάσεις, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, μεταξύ άλλων, στις σκέψεις 23, 26 και 38 έως 40 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως τα εξής:

«23      [...] [Κ]αθόσον η υπό κρίση αγωγή έχει ασκηθεί βάσει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ, το Γενικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο μόνο σε σχέση με την τελευταία ΣΟΧ δυνάμει της ρήτρας διαιτησίας που αυτή περιέχει. Το Γενικό Δικαστήριο είναι προδήλως αναρμόδιο να εκδικάσει τις διαφορές που θα μπορούσαν να ανακύψουν από την εκτέλεση των προγενέστερων της τελευταίας ΣΟΧ συμβάσεων εργασίας του ενάγοντος, οι οποίες ορίζουν ρητώς ως αρμόδια τα βελγικά δικαστήρια και είναι, συνεπώς, προδήλως αναρμόδιο να εκδικάσει την υπό κρίση αγωγή σε σχέση με τα αποτελέσματα των συμβάσεων αυτών.

[...]

26      Το πεδίο εφαρμογής της ρήτρας περί αρμοδιότητας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης περιορίζεται ρητώς στις διαφορές που αφορούν την τελευταία ΣΟΧ και δεν μπορεί να επεκταθεί στις προγενέστερες συμβάσεις που ορίζουν την αρμοδιότητα άλλων δικαστηρίων.

[...]

38      Το Γενικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο βάσει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ μόνο σε σχέση με την τελευταία ΣΟΧ που συνήφθη μεταξύ του ενάγοντος και της [Αποστολής] Eulex Κοσσυφοπέδιο.

39      Πρώτον, εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο είναι προδήλως αναρμόδιο να αποφανθεί επί του πρώτου μέρους των κύριων αιτημάτων του ενάγοντος. Το πρώτο αίτημα, με το οποίο ζητείται ο επαναχαρακτηρισμός ως συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου του συνόλου των συμβατικών σχέσεων του ενάγοντος με τις διάφορες αποστολές που υπήρξαν οι διαδοχικοί εργοδότες του, προϋποθέτει τη συνεκτίμηση των αποτελεσμάτων των προγενέστερων συμβάσεων εργασίας που είχαν συναφθεί μεταξύ των αποστολών αυτών και του ενάγοντος, οι οποίες ορίζουν ρητώς ως αρμόδια τα βελγικά δικαστήρια. Καθόσον μόνον η τελευταία ΣΟΧ προβλέπει την αρμοδιότητα του Γενικού Δικαστηρίου, τούτο δεν μπορεί να αποφανθεί επί των αιτημάτων αυτών. Το Γενικό Δικαστήριο είναι προδήλως αναρμόδιο και όσον αφορά τα παρεπόμενα αιτήματα με τα οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι παρέβησαν την υποχρέωση κοινοποιήσεως εγγράφου καταγγελίας στο πλαίσιο συμβάσεως αορίστου χρόνου και ότι η απόλυση του ενάγοντος ήταν καταχρηστική. Συνεπώς, το Γενικό Δικαστήριο είναι επίσης προδήλως αναρμόδιο να αποφανθεί επί των παρεπόμενων αιτημάτων αποζημιώσεως, με τα οποία ζητείται η αποκατάσταση της ζημίας που ο ενάγων ισχυρίζεται ότι υπέστη από την καταχρηστική χρήση διαδοχικών ΣΟΧ, την παράβαση της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως εγγράφου καταγγελίας και την καταχρηστική απόλυση.

40      Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο είναι προδήλως αναρμόδιο να αποφανθεί επί του δευτέρου μέρους των κύριων αιτημάτων, με τα οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι ο ενάγων έτυχε δυσμενούς διακρίσεως εκ μέρους της ΕΥΕΔ, του Συμβουλίου και της Επιτροπής κατά τη διάρκεια της απασχολήσεώς του στις αποστολές τους, όσον αφορά τις αποδοχές του, τα συνταξιοδοτικά δικαιώματά του και συναφείς παροχές, και ότι έπρεπε να έχει προσληφθεί ως έκτακτος υπάλληλος από έναν εξ αυτών και ζητείται να αποκατασταθεί η ζημία που ισχυρίζεται ότι υπέστη εκ των ανωτέρω. Πράγματι, τα αιτήματα αυτά στρέφονται κατά του Συμβουλίου, της Επιτροπής και της ΕΥΕΔ που δεν είναι συμβαλλόμενοι της τελευταίας ΣΟΧ και αφορούν, συνεπώς, τις προγενέστερες συμβατικές σχέσεις για τις οποίες δεν είναι αρμόδιο το Γενικό Δικαστήριο.»

35      Κατά το άρθρο 274 ΣΛΕΕ, οι διαφορές στις οποίες η Ένωση είναι διάδικος δεν εξαιρούνται, εκ του λόγου αυτού, από την αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων, εφόσον οι Συνθήκες δεν προβλέπουν αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.

36      Κατά το άρθρο 272 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εκδίδει αποφάσεις δυνάμει ρήτρας διαιτησίας που περιέχεται σε σύμβαση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, η οποία συνάπτεται από την Ένωση ή για λογαριασμό της.

37      Το άρθρο 256, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ ορίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται σε πρώτο βαθμό επί των κατά το άρθρο 272 ΣΛΕΕ αγωγών.

38      Λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων αυτών, η βασιζόμενη σε ρήτρα διαιτησίας αρμοδιότητα του Γενικού Δικαστηρίου συνιστά παρέκκλιση από το κοινό δίκαιο και πρέπει, συνεπώς, να ερμηνεύεται περιοριστικά (απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1986, Επιτροπή κατά Zoubek, 426/85, EU:C:1986:501, σκέψη 10).

39      Περαιτέρω, στο πλαίσιο ρήτρας διαιτησίας συναφθείσας δυνάμει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί μεν να κληθεί να επιλύσει τη διαφορά εφαρμόζοντας το εθνικό δίκαιο που διέπει τη σύμβαση, όμως η αρμοδιότητά του να επιληφθεί υποθέσεως που αφορά την εν λόγω σύμβαση κρίνεται λαμβανομένων αποκλειστικώς υπόψη των διατάξεων του άρθρου αυτού και των όρων της ρήτρας διαιτησίας, χωρίς να μπορούν να του αντιταχθούν διατάξεις του εθνικού δικαίου που φέρονται ως αποκλείουσες την αρμοδιότητά του (απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2015, Planet κατά Επιτροπής, C‑564/13 P, EU:C:2015:124, σκέψη 21 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

40      Επομένως, το Δικαστήριο μπορεί να εκδικάζει μόνον αγωγές οι οποίες πηγάζουν από σύμβαση συναφθείσα από την Ένωση και περιλαμβάνουσα ρήτρα διαιτησίας ή οι οποίες έχουν άμεση σχέση με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση αυτή (βλ., συναφώς, απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1986, Επιτροπή κατά Zoubek, 426/85, EU:C:1986:501, σκέψη 10).

41      Κατά συνέπεια, πρέπει να εξακριβωθεί εάν, αντιθέτως προς τις εκτιμήσεις του Γενικού Δικαστηρίου, οι ρήτρες διαιτησίας που περιλαμβάνονται στις επίμαχες συμβάσεις εργασίας καθιστούν το Γενικό Δικαστήριο αρμόδιο να αποφανθεί επί των αιτημάτων του L. Jenkinson στο πλαίσιο της αγωγής που άσκησε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

42      Συναφώς, όπως επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 21 και 22 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, δεν αμφισβητείται ότι όλες οι προγενέστερες συμβάσεις εργασίας που συνήφθησαν μεταξύ των αποστολών και του αναιρεσείοντος περιέχουν ρήτρα η οποία προβλέπει ρητώς ότι οι διαφορές που απορρέουν από ή σχετίζονται με τις συμβάσεις αυτές εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των δικαστηρίων των Βρυξελλών και ότι μόνον η τελευταία ΣΟΧ προβλέπει ρητώς, στο άρθρο 21, ότι οι διαφορές που απορρέουν από ή σχετίζονται με τη σύμβαση αυτή εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ.

43      Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι, καθόσον η υπό κρίση αγωγή έχει ασκηθεί βάσει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ, το Γενικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εκδικάσει καταρχήν μόνο τα αιτήματα που απορρέουν από την τελευταία ΣΟΧ ή έχουν άμεση σχέση με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση αυτή.

44      Εντούτοις, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 45 και 46 των προτάσεών του, στο πλαίσιο σχέσεως εργασίας ανάλογης με την κρινόμενη, η οποία αφορούσε διαδοχικές συμβάσεις εργασίας που είχαν συναφθεί σε περίοδο δεκαπέντε ετών και εκ των οποίων μόνον οι τέσσερις τελευταίες συμβάσεις περιελάμβαναν ρήτρα διαιτησίας η οποία καθιστούσε το Δικαστήριο αρμόδιο για την επίλυση όλων των διαφορών σχετικά με το κύρος, την ερμηνεία ή την εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το γεγονός ότι η εν λόγω ρήτρα δεν περιέχεται στις προγενέστερες συμβάσεις και ότι, όσον αφορά τα πρώτα έτη, δεν καταρτίσθηκε καν έγγραφη σύμβαση, δεν δύναται να εμποδίσει το Δικαστήριο να λάβει υπόψη, προκειμένου να εκτιμήσει τις υφιστάμενες μεταξύ των συμβαλλομένων σχέσεις, το σύνολο των συμβάσεων που καταρτίσθηκαν (απόφαση της 1ης Ιουλίου 1982, Porta κατά Επιτροπής, 109/81, EU:C:1982:253, σκέψη 10).

45      Επομένως, αντιθέτως προς όσα έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 23, 26 και 38 έως 40 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, η αρμοδιότητά του μπορεί να επεκταθεί στις προγενέστερες συμβάσεις εργασίας οι οποίες προβλέπουν την αρμοδιότητα των δικαστηρίων των Βρυξελλών (Βέλγιο), υπό την προϋπόθεση ότι η αγωγή που άσκησε ο L. Jenkinson περιέχει αιτήματα τα οποία απορρέουν από την τελευταία ΣΟΧ ή έχουν άμεση σχέση με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση αυτή.

46      Συναφώς, όπως προκύπτει από τη σκέψη 10 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, με τα κύρια αιτήματά του, ο L. Jenkinson ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο, κατ’ ουσίαν, να επαναχαρακτηρίσει το σύνολο των συμβατικών σχέσεών του ως σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και να του αναγνωρίσει τα δικαιώματα που απορρέουν, κατά την άποψή του, από τον εν λόγω επαναχαρακτηρισμό.

47      Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 47 των προτάσεών του, στο μέτρο που τα αιτήματα του L. Jenkinson σχετίζονται με την ύπαρξη ενιαίας και διαρκούς εργασιακής σχέσεως στηριζόμενης σε διαδοχικές ΣΟΧ, αφορούν τον επαναχαρακτηρισμό του συνόλου των συμβάσεων που έχουν συναφθεί και ερείδονται στο σύνολο των εν λόγω συμβάσεων, συμπεριλαμβανομένης της τελευταίας ΣΟΧ.

48      Συνεπώς, πρέπει να διαπιστωθεί ότι η αγωγή που άσκησε ο L. Jenkinson περιέχει αιτήματα απορρέοντα και από την τελευταία ΣΟΧ.

49      Εκ των προεκτεθέντων προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, στις σκέψεις 39 και 40 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, κρίνοντας ότι ήταν προδήλως αναρμόδιο να αποφανθεί επί των κύριων αιτημάτων για τον λόγο ότι για την εξέταση των αιτημάτων του L. Jenkinson πρέπει να ληφθούν υπόψη και τα αποτελέσματα των προγενέστερων συμβάσεων εργασίας.

50      Πράγματι, υπό το πρίσμα της νομολογίας που παρατίθεται στη σκέψη 44 της παρούσας αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο θα έπρεπε εν προκειμένω να εξακριβώσει εάν και, ενδεχομένως, σε ποιο βαθμό δύναται να λάβει υπόψη τις προγενέστερες συμβάσεις εργασίας κατά την εξέταση των αιτημάτων του L. Jenkinson.

51      Κατόπιν των προεκτεθέντων πρέπει να γίνουν δεκτά το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως που προβλήθηκαν προς στήριξη του πρώτου αιτήματος και, συνεπώς, να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξεταστούν τα λοιπά σκέλη του πρώτου λόγου αναιρέσεως ούτε ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως που προβλήθηκαν προς στήριξη του αιτήματος αυτού και αφορούν, αντίστοιχα, την εκτίμηση εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου της επικουρικώς προβληθείσας επιχειρηματολογίας και την κατανομή των εξόδων της πρωτοβάθμιας δίκης.

 Επί του δεύτερου αιτήματος της αιτήσεως αναιρέσεως

52      Με το δεύτερο αίτημά του, ο L. Jenkinson ζητεί από το Δικαστήριο να δεχθεί την αγωγή που άσκησε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

53      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Δικαστήριο δύναται, σε περίπτωση αναιρέσεως της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου, να αποφανθεί το ίδιο αμετακλήτως επί της διαφοράς, όταν αυτή είναι ώριμη προς εκδίκαση.

54      Εντούτοις, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει ο L. Jenkinson, η διαφορά δεν είναι ώριμη προς εκδίκαση.

55      Πράγματι, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε μόνον επί της αρμοδιότητάς του και του παραδεκτού της αγωγής χωρίς να εξετάσει την ουσία της υποθέσεως, πρέπει να υπομνησθεί ότι από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, καταρχήν, μια διαφορά δεν είναι ώριμη προς εκδίκαση επί της ουσίας όταν το πρωτοδίκως δικάσαν δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη δεχόμενο ένσταση απαραδέκτου, χωρίς να τη συνεκδικάσει με την ουσία (απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2009, Επανεξέταση M κατά EMEA, C‑197/09 RX-II, EU:C:2009:804, σκέψη 29 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

56      Είναι βεβαίως, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, δυνατό να εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας, μολονότι η πρωτόδικη διαδικασία περιορίστηκε σε ένσταση απαραδέκτου την οποία δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Τούτο συμβαίνει όταν, αφενός, η ακύρωση της αποφάσεως ή της διατάξεως κατά της οποίας ασκήθηκε η αναίρεση επάγεται κατ’ ανάγκη ως ένα βαθμό απόφανση επί της ουσίας της συγκεκριμένης προσφυγής ή, αφετέρου, η εξέταση της ουσίας της προσφυγής ακυρώσεως εδράζεται σε ανταλλαγείσα μεταξύ των διαδίκων στο πλαίσιο της αναιρέσεως επιχειρηματολογία κατόπιν κρίσεως του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστή (απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2009, Επανεξέταση M κατά EMEA, C‑197/09 RX-II, EU:C:2009:804, σκέψη 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

57      Όμως, εν προκειμένω, όπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή, δεν συντρέχουν τέτοιες ειδικές περιστάσεις που να παρέχουν στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να αποφανθεί το ίδιο επί της ουσίας της αγωγής.

58      Επομένως, η υπό κρίση υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί στο Γενικό Δικαστήριο και το δεύτερο αίτημα πρέπει να απορριφθεί.

 Επί των δικαστικών εξόδων

59      Δεδομένου ότι η υπόθεση αναπέμπεται στο Γενικό Δικαστήριο, το Δικαστήριο επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφασίζει:

1)      Αναιρεί τη διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 9ης Νοεμβρίου 2016, Jenkinson κατά Συμβουλίου κ.λπ. (T‑602/15, EU:T:2016:660).

2)      Αναπέμπει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3)      Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.