Language of document : ECLI:EU:C:2018:533

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)

της 5ης Ιουλίου 2018 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις – Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 – Ειδικές βάσεις διεθνούς δικαιοδοσίας – Άρθρο 5, σημείο 3 – Αδικοπραξίες ή οιονεί αδικοπραξίες – Τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός – Τόπος επελεύσεως της ζημίας και τόπος όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός – Αξίωση αποκαταστάσεως της ζημίας που υποστηρίζεται ότι προκλήθηκε από πράξεις αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού οι οποίες τελέσθηκαν σε διαφορετικά κράτη μέλη – Άρθρο 5, σημείο 5 – Εκμετάλλευση υποκαταστήματος – Έννοια»

Στην υπόθεση C-27/17,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Lietuvos apeliacinis teismas (εφετείο Λιθουανίας) με απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 2017, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 19 Ιανουαρίου 2017, στο πλαίσιο της δίκης

AB «flyLAL-Lithuanian Airlines», υπό εκκαθάριση,

κατά

«Starptautiskā lidosta “Rīga”» VAS,

«Air Baltic Corporation» AS,

παρισταμένων των:

«ŽIA Valda» AB,

«VA Reals» AB,

Lietuvos Respublikos konkurencijos taryba,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από τους M. Ilešič, πρόεδρο τμήματος, A. Rosas, C. Toader (εισηγήτρια), A. Prechal και E. Jarašiūnas, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Bobek

γραμματέας: M. Aleksejev, διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 16ης Νοεμβρίου 2017,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η AB «flyLAL-Lithuanian Airlines», εκπροσωπούμενη από τον R. Audzevičius, advokatas,

–        η «Starptautiskā lidosta “Rīga”» VAS, εκπροσωπούμενη από τον R. Simaitis, τον M. Inta και την S. Novicka, advokatai,

–        η «Air Baltic Corporation» AS, εκπροσωπούμενη από τις R. Zaščiurinskaitė, D. Pāvila και D. Bublienė, καθώς και από τους I. Norkus και G. Kaminskas, advokatai,

–        οι «ŽIA Valda» AB και «VA Reals» AB, εκπροσωπούμενες από τον P. Docka, advokatas,

–        η Λιθουανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους D. Kriaučiūnas και R. Dzikovič

–        η Λεττονική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις I. Kucina και J. Davidoviča,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους M. Wilderspin και G. Meessen και από την A. Steiblytė,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 28ης Φεβρουαρίου 2018,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 5, σημεία 3 και 5, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2001, L 12, σ. 1).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της AB «flyLAL-Lithuanian Airlines» (στο εξής: flyLAL), εταιρίας λιθουανικού δικαίου τεθείσας σε καθεστώς εκκαθαρίσεως, και των παρεμβαινουσών «ŽIA Valda» AB και «VA Reals» AB, αφενός, και δύο εταιριών λεττονικού δικαίου, της «Starptautiskā lidosta “Rīga”» VAS (στο εξής: αερολιμένας Ρίγας) και της «Air Baltic Corporation» AS (στο εξής: Air Baltic), αφετέρου, σχετικά με αίτημα να κριθούν αντίθετες προς τα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ προβαλλόμενες συμπεριφορές αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού εκ μέρους του αερολιμένα της Ρίγας και της Air Baltic και να υποχρεωθούν οι δύο αυτές εταιρίες σε αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από τις εν λόγω συμπεριφορές.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

 Η Σύμβαση των Βρυξελλών

3        Το άρθρο 5 της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1982, L 388, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τις διαδοχικές Συμβάσεις για την προσχώρηση των νέων κρατών μελών στην εν λόγω Σύμβαση (στο εξής: Σύμβαση των Βρυξελλών), έχει ως εξής:

«Πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους μπορεί να εναχθεί σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος:

[...]

3.      ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός·

[...]

5.      ως προς διαφορές σχετικές με την εκμετάλλευση υποκαταστήματος, πρακτορείου ή κάθε άλλης εγκαταστάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου της τοποθεσίας τους.»

 Ο κανονισμός 44/2001

4        Οι αιτιολογικές σκέψεις 11, 12 και 15 του κανονισμού 44/2001 έχουν ως εξής:

«(11)      Οι κανόνες δικαιοδοσίας πρέπει να παρουσιάζουν υψηλό βαθμό προβλεψιμότητας και να βασίζονται στην αρχή της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου και η δωσιδικία αυτή πρέπει να ισχύει πάντοτε, εκτός από μερικές συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου το επίδικο αντικείμενο ή η αυτονομία των μερών δικαιολογεί άλλο συνδετικό παράγοντα. Η κατοικία των νομικών προσώπων πρέπει να καθορίζεται αυτοτελώς ώστε να αυξάνεται η διαφάνεια των κοινών κανόνων και να αποφεύγονται οι συγκρούσεις δικαιοδοσίας.

(12)      Η δωσιδικία της κατοικίας του εναγομένου πρέπει να συμπληρωθεί από εναλλακτικές δωσιδικίες που θα ισχύουν λόγω του στενού συνδέσμου μεταξύ του δικαστηρίου και της διαφοράς ή για τη διευκόλυνση του έργου της δικαιοσύνης.

[...]

(15)      Για λόγους αρμονικής απονομής της δικαιοσύνης θα πρέπει να ελαχιστοποιηθεί η πιθανότητα παράλληλης εκδίκασης μιας υπόθεσης και να αποφεύγεται η έκδοση ασυμβιβάστων αποφάσεων σε δύο κράτη μέλη. [...]»

5        Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, περί γενικής δωσιδικίας των δικαστηρίων του κράτους μέλους της κατοικίας του εναγομένου, ορίζει τα ακόλουθα:

«Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους.»

6        Το άρθρο 5 του εν λόγω κανονισμού προβλέπει τα εξής:

«Πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος:

[...]

3)      ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός·

[...]

5)      ως προς διαφορές σχετικές με την εκμετάλλευση υποκαταστήματος, πρακτορείου ή κάθε άλλης εγκατάστασης, ενώπιον του δικαστηρίου της τοποθεσίας τους·

[...]».

 Το λιθουανικό δίκαιο

7        Κατά το άρθρο 782 του Civilinio proceso kodeksas (κώδικα πολιτικής δικονομίας), το δικαστήριο οφείλει να ελέγξει αυτεπαγγέλτως αν η ένδικη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί εμπίπτει στη διεθνή δικαιοδοσία των λιθουανικών δικαστηρίων.

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

8        Η λιθουανική αεροπορική εταιρία flyLAL πραγματοποιούσε, μεταξύ άλλων, πτήσεις από και προς τον αερολιμένα του Βίλνιους (Λιθουανία).

9        Το 2004, η λεττονική αεροπορική εταιρία Air Baltic άρχισε να πραγματοποιεί πτήσεις από και προς τον αερολιμένα αυτό, μέρος των οποίων προς τους ίδιους προορισμούς με εκείνους που εξυπηρετούσε η flyLAL.

10      Κατόπιν οικονομικών ζημιών, η flyLAL τέθηκε υπό εκκαθάριση.

11      Η flyLAL, θεωρώντας ότι η Air Baltic την είχε εκδιώξει από την αγορά υιοθετώντας επιθετική πολιτική ιδιαιτέρως χαμηλών τιμών σε ορισμένα αεροπορικά δρομολόγια από και προς τον αερολιμένα του Βίλνιους, οι οποίες χρηματοδοτούνταν από την προς όφελος της Air Baltic μείωση των τιμών για την παροχή υπηρεσιών αερολιμένος εκ μέρους του αερολιμένος της Ρίγας (Λεττονία), άσκησε, στις 22 Αυγούστου 2008, αγωγή ενώπιον του Vilniaus apygardos teismas (πρωτοδικείου περιφέρειας Βίλνιους, Λιθουανία) κατά της Air Baltic και του αερολιμένος της Ρίγας, με αίτημα να της επιδικασθεί αποζημίωση ύψους 57 874 768,30 ευρώ για τη ζημία που διατεινόταν ότι υπέστη λόγω των αντίθετων προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφορών των εναγομένων. H FlyLAL υποστήριξε επίσης ότι, κατόπιν της εκδιώξεως της ίδιας από την αγορά, κατά τον ως άνω τρόπο, η Air Baltic μετέφερε την πλειονότητα των πτήσεων από και προς τον αερολιμένα του Βίλνιους στον διεθνή αερολιμένα της Ρίγας. Οι ŽIA Valda και VA Reals, μέτοχοι της flyLAL, παρενέβησαν στην κύρια δίκη υπέρ των αιτημάτων της flyLAL.

12      Όπως προκύπτει από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου, στο πλαίσιο διαδικασίας χωριστής από εκείνην της κύριας δίκης, η Latvijas Republikas Konkurences padome (Αρχή Ανταγωνισμού της Δημοκρατίας της Λεττονίας) έκρινε, με απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2006, ότι το σύστημα μειώσεως των τιμών το οποίο είχε εφαρμόσει ο αερολιμένας της Ρίγας από 1ης Νοεμβρίου 2004 και το οποίο προέβλεπε εκπτώσεις σε ποσοστό έως και 80 % για την παροχή υπηρεσιών απογειώσεως, προσγειώσεως και ασφάλειας αεροσκαφών αντέβαινε στο άρθρο 82, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γʹ, ΕΚ, νυν άρθρο 102, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ και υποχρέωσε τον εν λόγω αερολιμένα να παύσει την πρακτική αυτή. Από το σύστημα αυτό είχαν επωφεληθεί δύο αεροπορικές εταιρίες, μία εκ των οποίων ήταν η Air Baltic.

13      Με απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 2016, το Vilniaus apygardos teismas (πρωτοδικείο περιφέρειας Βίλνιους) δέχθηκε εν μέρει τα αιτήματα της flyLAL και υποχρέωσε την Air Baltic να της καταβάλει αποζημίωση ύψους 16 121 094 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας υπολογιζομένων με ετήσιο επιτόκιο ύψους 6 %. Απέρριψε, αντιθέτως, την αγωγή της flyLAL καθόσον η ενάγουσα στρεφόταν με αυτήν κατά του αερολιμένος της Ρίγας, καθώς και τα αιτήματα των ŽIA Valda και VA Reals.

14      Καθόσον ο αερολιμένας της Ρίγας και η Air Baltic είχαν προβάλει ενώπιον του Vilniaus apygardos teismas (πρωτοδικείου περιφέρειας Βίλνιους) ένσταση ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας των λιθουανικών δικαστηρίων να επιληφθούν της διαφοράς της κύριας δίκης, το δικαστήριο αυτό επισήμανε καταρχάς, στην ως άνω απόφαση, ότι το ζήτημα αυτό είχε ήδη κριθεί από το Lietuvos apeliacinis teismas (εφετείο Λιθουανίας) με απόφαση της 31ης Δεκεμβρίου 2008.

15      Με την απόφαση εκείνη, το Lietuvos apeliacinis teismas (εφετείο Λιθουανίας), το οποίο είχε απορρίψει τα ένδικα μέσα που είχαν ασκήσει ο αερολιμένας της Ρίγας και η Air Baltic κατά διατάξεως του Vilniaus apygardos teismas (πρωτοδικείου περιφέρειας Βίλνιους) της 25ης Σεπτεμβρίου 2008, με την οποία το εν λόγω πρωτοδικείο διέτασσε, στο πλαίσιο προσωρινών και ασφαλιστικών μέτρων, τη συντηρητική κατάσχεση των κινητών και/ή ακινήτων και των λοιπών περιουσιακών στοιχείων της Air Baltic και του αερολιμένος της Ρίγας, διαπίστωσε επίσης ότι τα λιθουανικά δικαστήρια είχαν διεθνή δικαιοδοσία να επιληφθούν της διαφοράς της κύριας δίκης βάσει του άρθρου 5, σημεία 3 και 5, του κανονισμού 44/2001. Η εν λόγω απόφαση αποτέλεσε το αντικείμενο αιτήσεως αναγνωρίσεως και εκτελέσεως στη Λεττονία ενώπιον του Augstākās tiesas Senāts (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Λεττονία), στο πλαίσιο της οποίας το εν λόγω δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο το προδικαστικό ερώτημα επί του οποίου εκδόθηκε η απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2014, flyLAL-Lithuanian Airlines (C-302/13, EU:C:2014:2319).

16      Το Vilniaus apygardos teismas (πρωτοδικείο περιφέρειας Βίλνιους) διαπίστωσε εν συνεχεία ότι τα λιθουανικά δικαστήρια είχαν διεθνή δικαιοδοσία βάσει του άρθρου 5, σημεία 3 και 5, του κανονισμού 44/2001, καθόσον, αφενός, οι αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού πράξεις που προκάλεσαν ζημίες στη flyLAL, ιδίως δε η εφαρμογή ιδιαιτέρως επιθετικής πολιτικής χαμηλών τιμών, η καθιέρωση ιδίων ωραρίων πτήσεων με αυτά της ζημιωθείσας εταιρίας, η παράνομη διαφήμιση, η κατάργηση των απευθείας πτήσεων και η μεταφορά της επιβατικής κινήσεως προς τον διεθνή αερολιμένα της Ρίγας τελέσθηκαν στη Λιθουανία και, αφετέρου, η Air Baltic δραστηριοποιούνταν στη Λιθουανία μέσω του υποκαταστήματός της.

17      Η FlyLAL, ο αερολιμένας της Ρίγας και η Air Baltic, καθώς και οι ŽIA Valda και VA Reals, άσκησαν εφέσεις κατά της αποφάσεως του Vilniaus apygardos teismas (πρωτοδικείου περιφέρειας Βίλνιους), της 27ης Ιανουαρίου 2016, ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, δηλαδή του Lietuvos apeliacinis teismas (εφετείου Λιθουανίας).

18      Το αιτούν δικαστήριο υπενθυμίζει ότι από την απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2014, flyLAL-Lithuanian Airlines (C-302/13, EU:C:2014:2319), προκύπτει ότι η διαφορά της κύριας δίκης είναι αστικής και εμπορικής φύσεως και ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 44/2001. Επισημαίνει, όμως, ότι διατηρεί αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία του άρθρου 5, σημεία 3 και 5, του κανονισμού 44/2001. Διευκρινίζει ότι υπέχει υποχρέωση να ελέγξει, κατά το στάδιο αυτό της διαδικασίας, αν έχει διεθνή δικαιοδοσία από το άρθρο 782 του κώδικα πολιτικής δικονομίας.

19      Όσον αφορά την έννοια του «τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός», κατά το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001, το αιτούν δικαστήριο, έχοντας καταρχάς υπενθυμίσει τη νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία η έννοια αυτή αφορά τόσο τον τόπο επελεύσεως της ζημίας όσο και τον τόπο όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός, εκτιμά πρώτον, ότι ο καθορισμός του τόπου του γενεσιουργού της ζημίας γεγονότος είναι δυσχερής, δεδομένου ότι, εν προκειμένω, πράξεις δυνάμενες να προκαλέσουν, από κοινού ή η καθεμία χωριστά, ζημία τελέσθηκαν εντός διαφορετικών κρατών μελών, συγκεκριμένα δε στη Λιθουανία και στη Λεττονία.

20      Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι δεν αμφισβητείται ότι η Air Baltic έτυχε εκπτώσεως ύψους 80 % επί των τιμών για την παροχή υπηρεσιών που παρέχονταν από τον αερολιμένα της Ρίγας. Επί του συστήματος αυτού εκπτώσεων εξέδωσε απόφαση η Αρχή Ανταγωνισμού της Δημοκρατίας της Λεττονίας, στις 22 Νοεμβρίου 2006, με την οποία διαπίστωνε παράβαση του άρθρου 82, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γʹ, ΕΚ, νυν άρθρου 102, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ. Κατά τις εφεσίβλητες της κύριας δίκης, οι εκπτώσεις αυτές βασίζονταν σε κανονιστικές πράξεις των λεττονικών αρχών και τέθηκαν σε εφαρμογή αποκλειστικώς στη Λεττονία, ιδίως μέσω της εφαρμογής των εν λόγω μειώσεων τιμών, της παροχής υπηρεσιών εντός του αερολιμένος της Ρίγας και του κέρδους που άντλησε η Air Baltic. Η flyLAL διατείνεται, αντιθέτως, ότι το σύστημα αυτό εκπτώσεων, το οποίο συνιστά κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως, στηρίζεται σε συμφωνία αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού την οποία συνήψαν οι εφεσίβλητες της κύριας δίκης κατά παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ, νυν άρθρου 101 ΣΛΕΕ. Κατά την εκκαλούσα της κύριας δίκης, χάρη στα κέρδη που άντλησε από τη συμφωνία αυτή και από τις σταυροειδείς επιδοτήσεις, η Air Baltic είχε τη δυνατότητα να τελέσει πράξεις αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού εντός του αερολιμένος του Βίλνιους, περιλαμβανομένης της εφαρμογής επιθετικής πολιτικής ιδιαιτέρως χαμηλών τιμών και πράξεων απτομένων της καθιερώσεως ίδιων ωραρίων πτήσεων με εκείνα της εκκαλούσας της κύριας δίκης, της παράνομης διαφημίσεως και της καταργήσεως των πτήσεων αφότου η flyLAL αποσύρθηκε από την οικεία αγορά. Επομένως, κατά την εκκαλούσα της κύριας δίκης, η προβαλλόμενη ζημία επήλθε στη Λιθουανία.

21      Όσον αφορά, δεύτερον, τον τόπο επελεύσεως της ζημίας, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η ζημία την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη η flyLAL συνίσταται σε διαφυγόντα κέρδη κατά τα έτη 2004 έως 2008 όσον αφορά την αγορά των πτήσεων από και προς τον αερολιμένα του Βίλνιους. Το δικαστήριο αυτό διερωτάται συναφώς ως προς τον προσήκοντα χαρακτηρισμό της ζημίας αυτής και ως προς τον τόπο επελεύσεώς της, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας του Δικαστηρίου σχετικά με ζημίες που συνίστανται αποκλειστικώς σε οικονομική απώλεια, όπως καταδεικνύεται από τις αποφάσεις της 19ης Σεπτεμβρίου 1995, Marinari, (C-364/93, EU:C:1995:289), της 10ης Ιουνίου 2004, Kronhofer (C‑168/02, EU:C:2004:364), και της 16ης Ιουνίου 2016, Universal Music International Holding (C-12/15, EU:C:2016:449).

22      Το εν λόγω δικαστήριο διερωτάται, τρίτον, ως προς την ερμηνεία της έννοιας της «εκμεταλλεύσεως υποκαταστήματος» κατά το άρθρο 5, σημείο 5, του κανονισμού 44/2001.

23      Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο δεν διατηρεί αμφιβολίες ότι το υποκατάστημα της Air Baltic στη Λιθουανία, του οποίου η δραστηριότητα συνίσταται στη διεθνή αεροπορική μεταφορά επιβατών εμπορευμάτων και αλληλογραφίας, πληροί τις απαιτούμενες κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου προϋποθέσεις για να χαρακτηρισθεί ως «υποκατάστημα» κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου. Διαπιστώνει επίσης ότι από τον κανονισμό λειτουργίας του υποκαταστήματος αυτού προκύπτει ότι διέθετε αρμοδιότητα να καθορίζει τις τιμές των πτήσεων της Air Baltic από και προς τον αερολιμένα του Βίλνιους, Ωστόσο, κατά το δικαστήριο αυτό, δεν υφίστανται στοιχεία καταδεικνύοντα ότι το υποκατάστημα καθόριζε πράγματι τις τιμές αυτές.

24      Ως εκ τούτου, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν η δραστηριότητα του υποκαταστήματος της Air Baltic στη Λιθουανία δύναται να δικαιολογήσει την εφαρμογή του άρθρου 5, σημείο 5, του κανονισμού 44/2001.

25      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Lietuvos apeliacinis teismas (εφετείο Λιθουανίας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, πρέπει η έννοια “του τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός”, όπως χρησιμοποιείται στο άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού [44/2001], να θεωρηθεί ότι προσδιορίζει τον τόπο στον οποίο οι εφεσίβλητες συνήψαν παράνομη συμφωνία κατά παράβαση του άρθρου 82, [δεύτερο εδάφιο,] στοιχείο γ', ΕΚ [νυν άρθρου 102, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γ', ΣΛΕΕ] ή τον τόπο στον οποίο τελέστηκαν πράξεις εκμεταλλεύσεως του οικονομικού πλεονεκτήματος που αποκτήθηκε από την εν λόγω συμφωνία, με την εφαρμογή επιθετικής πολιτικής τιμών (σταυροειδής επιδότηση) στο πλαίσιο του ανταγωνισμού με την εκκαλούσα στις ίδιες σχετικές αγορές;

2)      Μπορεί, στην υπό κρίση υπόθεση, η ζημία (απώλεια εισοδήματος) που υπέστη η εκκαλούσα λόγω των συγκεκριμένων παράνομων πράξεων των εφεσιβλήτων να θεωρηθεί ότι συνιστά ζημία κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού [44/2001];

3)      Υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, θεωρείται η εκμετάλλευση του υποκαταστήματος της Air Baltic στη Λιθουανία ότι συνιστά εκμετάλλευση υποκαταστήματος κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 5, του κανονισμού [44/2001];»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Εισαγωγικές παρατηρήσεις

26      Προκειμένου να δοθεί απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα, πρέπει να υπομνησθεί ότι βάσει του κεφαλαίου II, τμήμα 2, του κανονισμού 44/2001 προβλέπεται σειρά ειδικών βάσεων διεθνούς δικαιοδοσίας, μεταξύ των οποίων καταλέγονται αυτές του άρθρου 5, σημεία 3 και 5, του κανονισμού αυτού, μόνον κατά παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα του άρθρου 2, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού περί διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων του κράτους μέλους της κατοικίας του εναγομένου. Δεδομένου ότι, τόσο η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων του τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός, κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001, όσο και εκείνη των δικαστηρίων του τόπου όπου ευρίσκεται υποκατάστημα, πρακτορείο ή οποιαδήποτε άλλη εγκατάσταση ως προς διαφορές σχετικές με τις εκμετάλλευσή τους, κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 5, του ιδίου κανονισμού, αποτελούν κανόνες περί ειδικών βάσεων διεθνούς δικαιοδοσίας, πρέπει να ερμηνεύονται αυτοτελώς και περιοριστικώς, στοιχείο το οποίο δεν επιτρέπει ερμηνεία βαίνουσα πέραν των περιπτώσεων που μνημονεύει ρητώς ο εν λόγω κανονισμός (βλ., σχετικώς, όσον αφορά την εκμετάλλευση υποκαταστήματος, απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 1978, Somafer, 33/78, EU:C:1978:205, σκέψεις 7 και 8, και, όσον αφορά την αδικοπρακτική ευθύνη, απόφαση της 16ης Ιουνίου 2016, Universal Music International Holding, C-12/15, EU:C:2016:449, σκέψη 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

27      Κατά πάγια νομολογία, οι κανόνες αυτοί περί ειδικών βάσεων διεθνούς δικαιοδοσίας του άρθρου 5, σημεία 3 και 5, του εν λόγω κανονισμού στηρίζονται στην ύπαρξη ιδιαιτέρως στενού συνδέσμου μεταξύ της διαφοράς και των δικαστηρίων που ενδέχεται να επιληφθούν της διαφοράς αυτής, βάσει του οποίου δικαιολογείται η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων αυτών για λόγους εύρυθμης λειτουργίας της δικαιοσύνης και αποτελεσματικής οργανώσεως της δίκης (βλ. σχετικώς, όσον αφορά την εκμετάλλευση υποκαταστήματος, αποφάσεις της 22ας Νοεμβρίου 1978, Somafer, 33/78, EU:C:1978:205, σκέψη 7, και της 6ης Απριλίου 1995, Lloyd's Register of Shipping, C-439/93, EU:C:1995:104, σκέψη 21, και, όσον αφορά την αδικοπρακτική ευθύνη, αποφάσεις της 16ης Ιουνίου 2016, Universal Music International Holding, C‑12/15, EU:C:2016:449, σκέψη 26, και της 17ης Οκτωβρίου 2017, Bolagsupplysningen και Ilsjan, C-194/16, EU:C:2017:766, σκέψη 26).

28      Όσον αφορά, ειδικότερα, την έννοια του «τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός», κατά το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001, κατά πάγια νομολογία, ο όρος αυτός αφορά τόσο τον τόπο όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός όσο και τον τόπο επελεύσεως της ζημίας, οπότε ο εναγόμενος μπορεί να εναχθεί, κατ’ επιλογήν του ενάγοντος, ενώπιον του δικαστηρίου του ενός ή του άλλου εκ των δύο αυτών τόπων (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 19ης Απριλίου 2012, Wintersteiger, C-523/10, EU:C:2012:220, σκέψη 19, της 28ης Ιανουαρίου 2015, Kolassa, C-375/13, EU:C:2015:37, σκέψη 45, και της 16ης Ιουνίου 2016, Universal Music International Holding, C-12/15, EU:C:2016:449, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

29      Στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί απάντηση με γνώμονα τα προεκτεθέντα.

 Επί του δευτέρου ερωτήματος

30      Με το δεύτερο ερώτημά του, το οποίο πρέπει να εξετασθεί κατά πρώτον, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι, στο πλαίσιο αγωγής με αίτημα την αποκατάσταση ζημίας προκληθείσας από συμπεριφορές αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού, το διαφυγόν κέρδος που προβάλλει ο ζημιωθείς λόγω των συμπεριφορών αυτών μπορεί να αποτελεί ζημία δυνάμενη να θεμελιώσει τη διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους μέλους του «τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός». Καθόσον το αιτούν δικαστήριο εξετάζει και το ζήτημα της επελεύσεως τέτοιας ζημίας, το ερώτημα αυτό πρέπει να νοηθεί, σύμφωνα με τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 28 της παρούσας αποφάσεως, ως σχετικό, μεταξύ άλλων, με τον καθορισμό του τόπου επελεύσεως της ζημίας.

31      Όπως υπενθύμισε ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 37 των προτάσεών του, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ της αρχικής ζημίας, η οποία απορρέει άμεσα από το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός και της οποίας ο τόπος επελεύσεως μπορεί να θεμελιώσει τη διεθνή δικαιοδοσία βάσει του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001, από τις συνακόλουθες ζημιογόνες συνέπειες οι οποίες δεν δύνανται να θεμελιώσουν διεθνή δικαιοδοσία βάσει της διατάξεως αυτής.

32      Συναφώς, στις σκέψεις 14 και 15 της αποφάσεως της 19ης Σεπτεμβρίου 1995, Marinari (C-364/93, EU:C:1995:289), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η έννοια του «τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός» δεν μπορεί να ερμηνευθεί διασταλτικώς, ώστε να περιλαμβάνει κάθε τόπο στον οποίο θα μπορούσαν να γίνουν αισθητές οι επιζήμιες συνέπειες ενός γεγονότος που έχει ήδη προκαλέσει ζημία, η οποία έχει πράγματι επέλθει σε άλλον τόπο. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η έννοια αυτή δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως περιλαμβάνουσα τον τόπο στον οποίο ο ζημιωθείς διατείνεται ότι υπέστη περιουσιακή ζημία που αποτελεί τη συνέπεια της αρχικώς επελθούσας ζημίας την οποία υπέστη εντός άλλου κράτους.

33      Υπό τις συνθήκες αυτές, με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί, κατά πρώτον, αν διαφυγόν κέρδος, όπως αυτό που προβάλλει η flyLAL, μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «αρχική ζημία», κατά την έννοια της ως άνω νομολογίας, ή αν αποτελεί αποκλειστικώς συνακόλουθη οικονομική ζημία, μη δυνάμενη να δικαιολογεί, αφεαυτής, την εφαρμογή του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001.

34      Όπως προκύπτει από τη διαβιβασθείσα στο Δικαστήριο δικογραφία και με την επιφύλαξη της εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών, η οποία απόκειται στο αιτούν δικαστήριο, το διαφυγόν κέρδος που προβάλλει η flyLAL συνίσταται σε ζημίες που διατείνεται ότι υπέστη λόγω της δυσχέρειας επικερδούς εκμεταλλεύσεως των πτήσεων από και προς τον αερολιμένα του Βίλνιους, εξαιτίας της επιθετικής πολιτικής ιδιαιτέρως χαμηλών τιμών της Air Baltic, οι οποίες, κατά την πρώτη εταιρία, χρηματοδοτήθηκαν χάρη στις εκπτώσεις των τιμών παροχής αερολιμενικών υπηρεσιών των οποίων έτυχε προηγουμένως η Air Baltic, μέσω συμφωνίας αντίθετης προς τους κανόνες του ανταγωνισμού την οποία συνήψε με τον αερολιμένα της Ρίγας. Εν προκειμένω, όπως υποστήριξε η flyLAL κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, πρόκειται ιδίως για απώλειες πωλήσεων ως προς τις αεροπορικές συνδέσεις από και προς τον αερολιμένα του Βίλνιους τις οποίες έθιγαν οι συμπεριφορές αυτές.

35      Το Δικαστήριο έχει κρίνει, στο πλαίσιο προβαλλομένης παραβιάσεως απαγορεύσεως μεταπωλήσεως εκτός δικτύου επιλεκτικής διανομής, η οποία συνίσταται στη διάθεση προς πώληση, μέσω ιστοτόπων, προϊόντων που αποτελούν το αντικείμενο του δικτύου αυτού, ότι η μείωση του όγκου των πωλήσεων και η συνακόλουθη απώλεια κερδών που υπέστη εξουσιοδοτημένος διανομέας συνιστούν ζημία δυνάμενη να καταστήσει εφαρμοστέο το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 (βλ., σχετικώς, απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Concurrence, C-618/15, EU:C:2016:976, σκέψεις 33 και 35).

36      Πρέπει επίσης να γίνει δεκτό ότι διαφυγόν κέρδος το οποίο συνίσταται, μεταξύ άλλων, σε απώλεια πωλήσεων την οποία υποστηρίζει ότι υπέστη ο ζημιωθείς συνεπεία συμπεριφορών αντίθετων προς τους κανόνες τους ανταγωνισμού, ιδίως δε προς τα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ, μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «ζημία» για την εφαρμογή του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001, θεμελιώνουσα, καταρχήν, τη διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους μέλους εντός του οποίου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός.

37      Το δεύτερο ερώτημα αφορά, κατά δεύτερον, τον προσδιορισμό του τόπου επελεύσεως τέτοιας ζημίας.

38      Από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει, αφενός, ότι οι προβαλλόμενες αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφορές των εφεσίβλητων της κύριας δίκης αφορούσαν την αγορά των πτήσεων από και προς τον αερολιμένα του Βίλνιους, είχαν δε ως συνέπεια, κατά τη flyLAL, στρέβλωση του ανταγωνισμού στην εν λόγω αγορά. Αφετέρου, οι συμπεριφορές αυτές ζημίωσαν τη flyLAL.

39      Εν προκειμένω, όσον αφορά ζημίες αεροπορικής εταιρίας ως προς τις πτήσεις από και προς την πρωτεύουσα του κράτους μέλους όπου εδρεύει η εν λόγω εταιρία, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η αγορά που θίγεται κυρίως είναι αυτή του εν λόγω κράτους μέλους όπου η ως άνω εταιρία ασκεί το κύριο μέρος των δραστηριοτήτων της πωλήσεων σχετικών με τέτοιες πτήσεις, συγκεκριμένα δε η λιθουανική αγορά.

40      Σε περίπτωση κατά την οποία η αγορά που θίγεται από την αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφορά ευρίσκεται εντός του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου υποστηρίζεται ότι επήλθε η προβαλλόμενη ζημία, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο τόπος επελεύσεως της ζημίας, όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001, ευρίσκεται σε αυτό το κράτος μέλος. Η λύση αυτή, η οποία στηρίζεται στη σύγκλιση των δύο αυτών στοιχείων, πληροί, πράγματι, τους σκοπούς της εγγύτητας και της προβλεψιμότητας των κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας, καθόσον, αφενός, τα δικαστήρια του κράτους μέλους εντός του οποίου ευρίσκεται η επηρεαζόμενη αγορά είναι στην καλύτερη θέση να επιληφθούν τέτοιων αγωγών αποζημιώσεως και, αφετέρου, επιχείρηση που βαρύνεται με συμπεριφορές αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού μπορεί ευλόγως να αναμένει να εναχθεί ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου στον οποίο οι συμπεριφορές αυτές νόθευσαν τους κανόνες περί υγιούς ανταγωνισμού.

41      Επιπλέον, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 52 των προτάσεών του, ένας τέτοιος καθορισμός του τόπου επελεύσεως της ζημίας είναι σύμφωνος με τις απαιτήσεις περί συνέπειας, κατά την αιτιολογική σκέψη 7 του κανονισμού (ΕΚ) 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές (Ρώμη II) (ΕΕ 2007, L 199, σ. 40), στο μέτρο που, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού αυτού, το εφαρμοστέο δίκαιο σε περίπτωση αγωγών αποζημιώσεως σχετικών με πράξη περιορίζουσα τον ανταγωνισμό είναι αυτό της χώρας της οποίας η αγορά θίγεται ή είναι πιθανό να θιγεί.

42      Δεδομένου ότι στη διαφορά της κύριας δίκης υφίστανται πλείονες εναγόμενοι, πρέπει να υπομνησθεί, εξάλλου, ότι η βάση αυτή διεθνούς δικαιοδοσίας έχει εφαρμογή και σε περίπτωση πλειόνων υπαιτίων ζημίας, καθόσον το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 θεμελιώνει τη διεθνή δικαιοδοσία δικαστηρίου βάσει του τόπου επελεύσεως της προβαλλομένης ζημίας έναντι όλων των φερομένων ως εχόντων ευθύνη υπαιτίων, υπό την προϋπόθεση ότι η ζημία αυτή επέρχεται εντός της περιφέρειας δικαιοδοσίας του επιληφθέντος της υποθέσεως δικαστηρίου (βλ., σχετικώς, απόφαση της 3ης Απριλίου 2014, Hi Hotel HCF, C‑387/12, EU:C:2014:215, σκέψη 40).

43      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι, στο πλαίσιο αγωγής με αίτημα την αποκατάσταση ζημίας προκληθείσας από συμπεριφορές αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού, ο «τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός» αφορά σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, μεταξύ άλλων, τον τόπο επελεύσεως της ζημίας που συνίσταται σε διαφυγόν κέρδος, συγκεκριμένα δε σε απώλεια πωλήσεων, δηλαδή τον τόπο της αγοράς που θίγεται από τις εν λόγω συμπεριφορές και στην οποία υποστηρίζει ο ζημιωθείς ότι υπέστη τις απώλειες αυτές.

 Επί του πρώτου ερωτήματος

44      Μολονότι το πρώτο ερώτημα αφορά, κατά τη διατύπωσή του, την εφαρμογή επιθετικής πολιτικής ιδιαιτέρων χαμηλών τιμών η οποία άπτεται του άρθρου 102 ΣΛΕΕ, αφορά επίσης την περίπτωση συνάψεως, προηγουμένως, συμφωνίας αντίθετης προς τους κανόνες του ανταγωνισμού η οποία αντιβαίνει στο άρθρο 101 ΣΛΕΕ.

45      Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι, στο πλαίσιο αγωγής με αίτημα την αποκατάσταση ζημίας προκληθείσας από συμπεριφορές αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού, η φράση «τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός» μπορεί να νοηθεί ως αφορώσα είτε τον τόπο συνάψεως συμφωνίας αντίθετης προς τους κανόνες του ανταγωνισμού η οποία αντιβαίνει στο άρθρο 101 ΣΛΕΕ είτε τον τόπο τελέσεως τον πράξεων εκμεταλλεύσεως του οικονομικού πλεονεκτήματος εκ της συμφωνίας αυτής, οι οποίες συνίστανται ιδίως στην εφαρμογή επιθετικής πολιτικής ιδιαιτέρως χαμηλών τιμών που αποτελεί κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως κατά το άρθρο 102 ΣΛΕΕ.

46      Επισημαίνεται ευθύς εξαρχής, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 28 της παρούσας αποφάσεως, ότι το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 παρέχει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να ασκήσει αγωγή είτε ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου επελεύσεως της ζημίας είτε ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός, οπότε ένα δικαστήριο δύναται να επιληφθεί νομίμως διαφοράς βάσει μίας εκ των δύο βάσεων διεθνούς δικαιοδοσίας.

47      Εν προκειμένω, η υπόθεση της κύριας δίκης χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη αλληλουχίας γεγονότων από τα οποία το καθένα θα μπορούσε να αποτελεί, αφεαυτού, το «γενεσιουργό γεγονός της προβαλλομένης ζημίας», χωρίς, ωστόσο, ουδόλως να αποκλείεται το ενδεχόμενο η ζημία να οφείλεται στη διάδραση μεταξύ των γεγονότων αυτών. Ως εκ τούτου, το αιτούν δικαστήριο μνημονεύει, αφενός, αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφορές στο πλαίσιο των οποίων ο αερολιμένας της Ρίγας παρείχε προνομιακές εκπτώσεις στην Air Baltic, σχετικά με τις υπηρεσίες απογειώσεως, προσγειώσεως και προστασίας των αεροσκαφών, στοιχείο που ενίσχυσε τη δεσπόζουσα θέση της τελευταίας στην αγορά των πτήσεων προς και από τον διεθνή αερολιμένα της Ρίγας, καθώς και αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμφωνία η οποία υποστηρίζεται ότι συνήφθη προς τούτο μεταξύ του εν λόγω αερολιμένος και της Air Baltic και, αφετέρου, πράξεις εκμεταλλεύσεως του οικονομικού πλεονεκτήματος εκ της συμφωνίας αυτής, ιδίως διά της εκ μέρους της Air Baltic εφαρμογής επιθετικής πολιτικής ιδιαιτέρως χαμηλών τιμών ως προς ορισμένες πτήσεις από και προς τον αερολιμένα του Βίλνιους. Καθόσον στην υπόθεση της κύριας δίκης προβάλλεται η ύπαρξη συμφωνίας παράνομης κατά το άρθρο 101 ΣΛΕΕ, η εφαρμογή πολιτικής ιδιαιτέρως χαμηλών τιμών θα μπορούσε να περιορίζεται στην εφαρμογή της εν λόγω συμφωνίας ή θα μπορούσε να αποτελεί, με τη σειρά της, διακριτή παράβαση βάσει του άρθρου 102 ΣΛΕΕ.

48      Υπό αυτές τις ιδιαιτέρως σύνθετες περιστάσεις, ο συγκεκριμένος καθορισμός του τόπου όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός εξαρτάται επομένως, μεταξύ άλλων από το ζήτημα αν οι προβαλλόμενες αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφορές συνιστούν αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμφωνία, βάσει του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, και/ή κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως, βάσει του άρθρου 102 ΣΛΕΕ.

49      Υπό την επιφύλαξη διακριβώσεων οι οποίες απόκεινται στο αιτούν δικαστήριο όσον αφορά, εν προκειμένω, τη σχέση μεταξύ των διαφόρων επίμαχων συμπεριφορών που αντιβαίνουν στους κανόνες του ανταγωνισμού, επισημαίνεται ότι, καθόσον από τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης προκύπτει ότι η αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμφωνία, η οποία υποστηρίζεται ότι συνήφθη κατά παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, αποτελεί το γενεσιουργό γεγονός της προβαλλομένης ζημίας, διεθνή δικαιοδοσία, με κριτήριο τον «τόπο όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός» και όσον αφορά όλους τους αυτουργούς της παράνομης συμφωνίας αυτής, για να επιληφθεί ζημίας που υποστηρίζεται ότι προκλήθηκε από την εν λόγω συμφωνία μπορεί να έχει, βάσει του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001, το δικαστήριο του τόπου όπου συνήφθη οριστικώς η συμφωνία (βλ., σχετικώς, απόφαση της 21ης Μαΐου 2015, CDC Hydrogen Peroxide, C-352/13, EU:C:2015:335, σκέψη 50). Σε τέτοια περίπτωση, ο τόπος συνάψεως της προβαλλομένης αντίθετης προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμφωνίας μπορεί να προσδιορισθεί ως ευρισκόμενος στη Λεττονία.

50      Η λύση αυτή θα έπρεπε να προκριθεί και σε περίπτωση κατά την οποία αποδεικνυόταν ότι η εκ μέρους της Air Baltic εφαρμογή πολιτικής ιδιαιτέρως χαμηλών τιμών όσον αφορά ορισμένες πτήσεις από και προς τον αερολιμένα του Βίλνιους περιοριζόταν σε πράξεις εκτελέσεως της συμφωνίας αυτής.

51      Αντιθέτως, εάν η εφαρμογή πολιτικής ιδιαιτέρως χαμηλών τιμών συνιστούσε διακριτή παράβαση του άρθρου 102 ΣΛΕΕ, διεθνή δικαιοδοσία βάσει του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 θα είχε το δικαστήριο του τόπου στον οποίο ετέθη σε εφαρμογή η οικεία αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφορά.

52      Πράγματι, αντιθέτως προς την περίπτωση ζημίας οφειλομένης σε παράνομη σύμπραξη μεταξύ διαφόρων μετεχόντων, το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός στις περιπτώσεις καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως δεσπόζουσας θέσεως δεν ερείδεται επί συμφωνίας, αλλά έγκειται στην εφαρμογή της εκμεταλλεύσεως αυτής, δηλαδή στις πράξεις που τελεί η δεσπόζουσα επιχείρηση προκειμένου να τη θέσει σε εφαρμογή, μεταξύ άλλων προσφέροντας και εφαρμόζοντας ιδιαιτέρως χαμηλές τιμές εντός της οικείας αγοράς.

53      Σε περίπτωση κατά την οποία τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης αποτελούσαν μέρος κοινής στρατηγικής με στόχο την εκδίωξη της flyLAL από την αγορά των πτήσεων προς και από τον αερολιμένα του Βίλνιους και κατέτειναν από κοινού στην επέλευση της προβαλλομένης ζημίας, στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να προσδιορίσει το γεγονός που έχει ιδιαίτερη σημασία για την εφαρμογή αυτής της στρατηγικής στο πλαίσιο της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης αλληλουχίας γεγονότων.

54      Η εξέταση αυτή θα έχει ως αποκλειστικό σκοπό τον προσδιορισμό των συνδέσμων με το κράτος του επιληφθέντος της υποθέσεως δικαστηρίου, οι οποίοι δικαιολογούν τη διεθνή δικαιοδοσία του βάσει του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 (απόφαση της 16ης Ιουνίου 2016, Universal Music International Holding, C-12/15, EU:C:2016:449, σκέψη 44), οπότε το αιτούν δικαστήριο πρέπει να περιορισθεί συναφώς σε εκ πρώτης όψεως εξέταση της διαφοράς, χωρίς να την εξετάσει επί της ουσίας, καθόσον, όπως επισήμανε κατ’ ουσίαν ο γενικός εισαγγελέας με τα σημεία 89 έως 92 των προτάσεών του, ο καθορισμός των στοιχείων της αδικοπρακτικής αστικής ευθύνης, μεταξύ των οποίων καταλέγεται και το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός, εμπίπτει στο εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο.

55      Πράγματι, λύση η οποία θα εξαρτούσε τον προσδιορισμό του συνδέσμου από κριτήρια εκτιμήσεως αναγόμενα στο εθνικό ουσιαστικό δίκαιο θα αντέβαινε στον σκοπό της ασφάλειας δικαίου, δεδομένου ότι, αναλόγως του εφαρμοστέου δικαίου, οι πράξεις που τελεί πρόσωπο εντός κράτους μέλους διαφορετικού από το κράτος μέλος του επιληφθέντος της υποθέσεως δικαστηρίου θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως γενεσιουργό της ζημίας γεγονός ή όχι στο πλαίσιο απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας βάσει του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 (απόφαση της 16ης Μαΐου 2013, Melzer, C-228/11, EU:C:2013:305, σκέψη 35).

56      Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 96 των προτάσεών του, η επιλογή ενός συγκεκριμένου γεγονότος ως καθοριστικής σημασίας για τη διεθνή δικαιοδοσία αποτρέπει τον πολλαπλασιασμό των εχόντων διεθνή δικαιοδοσία δικαστηρίων. Τούτο είναι σύμφωνο με τον ειδικό χαρακτήρα της βάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπει το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 και με την ανάγκη περιοριστικής ερμηνείας, καθιστώντας εκ παραλλήλου δυνατό μεγαλύτερο βαθμό προβλεψιμότητας.

57      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι, στο πλαίσιο αγωγής με αίτημα την αποκατάσταση ζημίας προκληθείσας από αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφορές, η φράση «τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός» μπορεί να νοηθεί ως αφορώσα είτε τον τόπο συνάψεως συμφωνίας αντίθετης προς τους κανόνες του ανταγωνισμού η οποία αντιβαίνει στο άρθρο 101 ΣΛΕΕ είτε τον τόπο όπου προσφέρθηκαν και εφαρμόσθηκαν οι ιδιαιτέρως χαμηλές τιμές, εφόσον οι πρακτικές αυτές συνιστούσαν παράβαση του άρθρου 102 ΣΛΕΕ.

 Επί του τρίτου ερωτήματος

58      Με το τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί από το Δικαστήριο η ερμηνεία της έννοιας της «διαφοράς σχετικής με την εκμετάλλευση υποκαταστήματος» κατά το άρθρο 5, σημείο 5, του κανονισμού 44/2001, υπό περιστάσεις όπως οι επίμαχες της υποθέσεως της κύριας δίκης.

59      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο έχει διατυπώσει δύο κριτήρια προκειμένου να καθορισθεί αν αγωγή σχετική με την εκμετάλλευση υποκαταστήματος συνδέεται με κράτος μέλος. Πρώτον, η έννοια του «υποκαταστήματος» προϋποθέτει την ύπαρξη κέντρου επιχειρήσεων που εκδηλώνεται με διαρκή τρόπο προς τα έξω ως προέκταση της μητρικής επιχειρήσεως. Το κέντρο αυτό πρέπει να διαθέτει διεύθυνση και να είναι υλικώς εξοπλισμένο ώστε να μπορεί να διαπραγματεύεται με τρίτους, οι οποίοι δεν απαιτείται να αποτείνονται απευθείας στη μητρική εταιρία. Δεύτερον, η διαφορά πρέπει να αφορά είτε πράξεις σχετικές με την εκμετάλλευση αυτού του υποκαταστήματος είτε υποχρεώσεις που ανέλαβε το εν λόγω υποκατάστημα για λογαριασμό της μητρικής εταιρίας, εφόσον οι εν λόγω υποχρεώσεις πρέπει να εκπληρωθούν εντός του κράτους όπου ευρίσκεται το υποκατάστημα αυτό (βλ., σχετικώς, απόφαση της 19ης Ιουλίου 2012, Mahamdia, C-154/11, EU:C:2012:491, σκέψη 48 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

60      Κατά το αιτούν δικαστήριο δεν υφίσταται αμφιβολία περί του ότι πληρούνται εν προκειμένω οι προϋποθέσεις που απαιτούνται βάσει του πρώτου κριτηρίου, όπως έχουν διατυπωθεί με τη νομολογία. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται απλώς, στο πλαίσιο της εξετάσεως του δευτέρου κριτηρίου, αν η διαφορά της υποθέσεως της κύριας δίκης αφορά την «εκμετάλλευση» του υποκαταστήματος που διατηρεί η Air Baltic στη Λιθουανία.

61      Το εν λόγω δικαστήριο επισημαίνει συναφώς ότι, μολονότι το υποκατάστημα αυτό διαθέτει, σύμφωνα με τον κανονισμό λειτουργίας του, αρμοδιότητα συνάψεως οικονομικών σχέσεων με τρίτους, ιδίως δε καθορισμού των τιμών παροχής των υπηρεσιών του, δεν υφίστανται στοιχεία καταδεικνύοντα ότι το εν λόγω υποκατάστημα καθόρισε πράγματι τις τιμές των πτήσεων ως προς τις επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης αγορές. Επιπροσθέτως, δεν αποδείχθηκε η εκ μέρους του υποκαταστήματος αυτού τήρηση χωριστών λογιστικών βιβλίων σε σχέση με τη μητρική εταιρία.

62      Δεδομένου ότι καθιερώνει παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001, το άρθρο 5, σημείο 5, του κανονισμού αυτού πρέπει, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 26 της παρούσας αποφάσεως, να ερμηνεύεται περιοριστικώς.

63      Συνεπώς, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας με τα σημεία 137 και 142 των προτάσεών του, στην περίπτωση αγωγών λόγω αδικοπρακτικής ευθύνης, για να πρόκειται περί διαφοράς σχετικής με την εκμετάλλευση υποκαταστήματος θα πρέπει το υποκατάστημα να μετέχει στην τέλεση ορισμένων από τις πράξεις που συνιστούν την κατά το αστικό δίκαιο αδικοπραξία.

64      Εν προκειμένω, απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να προσδιορίσει την ενδεχόμενη συμμετοχή του υποκαταστήματος της Air Baltic στην τέλεση των προβαλλομένων αντίθετων προς τους κανόνες του ανταγωνισμού πράξεων. Λαμβανομένων υπόψη των ενδείξεων που συνάγονται από την απόφαση περί παραπομπής, στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εξετάσει, μεταξύ άλλων, αν οι δραστηριότητες που ασκούσε το υποκατάστημα αυτό συνίσταντο σε πραγματικές πράξεις προσφοράς και εφαρμογής των προβαλλομένων ιδιαιτέρως χαμηλών τιμών και εάν η συμμετοχή αυτή στην προβαλλόμενη κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως ήταν αρκούντως ουσιώδης ώστε να γίνει δεκτό ότι συνδέεται στενά με τη διαφορά της υποθέσεως της κύριας δίκης.

65      Όσον αφορά το ότι το υποκατάστημα της Air Baltic δεν απέδειξε ότι τηρούσε χωριστά λογιστικά βιβλία από εκείνα της μητρικής εταιρίας, πρέπει να επισημανθεί ότι αυτό το στοιχείο δεν αποτελεί καθοριστικής σημασίας κριτήριο για να αποδειχθεί αν το υποκατάστημα αυτό συμμετείχε πράγματι στην εφαρμογή της επιθετικής πολιτικής ιδιαιτέρως χαμηλών τιμών την οποία προσάπτει η flyLAL στην Air Baltic.

66      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 5, σημείο 5, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι η φράση «διαφορά σχετική με την εκμετάλλευση υποκαταστήματος» περιλαμβάνει και την περίπτωση αγωγής με αίτημα την αποκατάσταση ζημίας η οποία υποστηρίζεται ότι προκλήθηκε λόγω καταχρήσεως δεσπόζουσας θέσεως συνισταμένης στην εφαρμογή επιθετικής πολιτικής ιδιαιτέρως χαμηλών τιμών, εφόσον υποκατάστημα της επιχειρήσεως που κατέχει τη δεσπόζουσα θέση συμμετείχε, κατά τρόπο πραγματικό και ουσιώδη, στην καταχρηστική πρακτική αυτή.

 Επί των δικαστικών εξόδων

67      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, έχει την έννοια ότι, στο πλαίσιο αγωγής με αίτημα την αποκατάσταση ζημίας προκληθείσας από συμπεριφορές αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού, ο «τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός» αφορά σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, μεταξύ άλλων, τον τόπο επελεύσεως της ζημίας που συνίσταται σε διαφυγόν κέρδος, συγκεκριμένα δε σε απώλεια πωλήσεων, δηλαδή τον τόπο της αγοράς που θίγεται από τις εν λόγω συμπεριφορές και στην οποία υποστηρίζει ο ζημιωθείς ότι υπέστη τις απώλειες αυτές.

2)      Το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι, στο πλαίσιο αγωγής με αίτημα την αποκατάσταση ζημίας προκληθείσας από αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφορές, η φράση «τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός» μπορεί να νοηθεί ως αφορώσα είτε τον τόπο συνάψεως συμφωνίας αντίθετης προς τους κανόνες του ανταγωνισμού η οποία αντιβαίνει στο άρθρο 101 ΣΛΕΕ είτε τον τόπο όπου προσφέρθηκαν και εφαρμόσθηκαν οι ιδιαιτέρως χαμηλές τιμές, εφόσον οι πρακτικές αυτές συνιστούσαν παράβαση του άρθρου 102 ΣΛΕΕ.

3)      Το άρθρο 5, σημείο 5, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι η φράση «διαφορά σχετική με την εκμετάλλευση υποκαταστήματος» περιλαμβάνει και την περίπτωση αγωγής με αίτημα την αποκατάσταση ζημίας η οποία υποστηρίζεται ότι προκλήθηκε λόγω καταχρήσεως δεσπόζουσας θέσεως συνισταμένης στην εφαρμογή επιθετικής πολιτικής ιδιαιτέρως χαμηλών τιμών, εφόσον υποκατάστημα της επιχειρήσεως που κατέχει τη δεσπόζουσα θέση συμμετείχε, κατά τρόπο πραγματικό και ουσιώδη, στην καταχρηστική πρακτική αυτή.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η λιθουανική.