Language of document : ECLI:EU:T:2018:408

Προσωρινό κείμενο

ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

της 22ας Ιουνίου 2018(*)

«Ασφαλιστικά μέτρα – Φυτοπροστατευτικά προϊόντα – Eκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2017/1496 – Μη ανανέωση της έγκρισης της δραστικής ουσίας DPX KE 459 (flupyrsulfuron-méthyl) – Αίτηση αναστολής εκτελέσεως – Έλλειψη επείγοντος – Στάθμιση συμφερόντων»

Στην υπόθεση T‑719/17 R,

FMC Corp., με έδρα τη Φιλαδέλφεια, Πενσυλβάνια (ΗΠΑ), εκπροσωπούμενη από τους D. Waelbroeck, I. Antypas και A. Accarain, δικηγόρους,

αιτούσα,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από την G. Koleva και τους A. Lewis και I. Naglis,

καθής,

με αντικείμενο αίτηση δυνάμει των άρθρων 278 και 279 ΣΛΕΕ με την οποία ζητείται η αναστολή εκτελέσεως του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2017/1496 της Επιτροπής, της 23ης Αυγούστου 2017, για τη μη ανανέωση της έγκρισης της δραστικής ουσίας DPX KE 459 (flupyrsulfuron-methyl), σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1107/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη διάθεση φυτοπροστατευτικών προϊόντων στην αγορά, και για την τροποποίηση του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 540/2011 της Επιτροπής (ΕΕ 2017, L 218, σ. 7),

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

εκδίδει την ακόλουθη

Διάταξη(1)

[παραλειπόμενα]

 Σκεπτικό

[παραλειπόμενα]

 Επί του επείγοντος

[παραλειπόμενα]

26      Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία, επείγον υφίσταται μόνον όταν ο κίνδυνος να επέλθει η σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία για την οποία ανησυχεί ο διάδικος που ζητεί τα προσωρινά μέτρα είναι τόσο άμεσος ώστε η επέλευση της ζημίας να πιθανολογείται επαρκώς. Εν πάση περιπτώσει, ο διάδικος αυτός υποχρεούται να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν την πιθανολόγηση μιας τέτοιας σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας, εξυπακουομένου ότι η αμιγώς υποθετική ζημία, η οποία στηρίζεται στην επέλευση μελλοντικών και αβέβαιων γεγονότων, δεν δικαιολογεί τη χορήγηση προσωρινών μέτρων (βλ. διάταξη της 23ης Μαρτίου 2017, Gollnisch κατά Κοινοβουλίου, T‑624/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:243, σκέψη 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

27      Εξάλλου, κατά το άρθρο 156, παράγραφος 4, δεύτερη περίοδος, του Κανονισμού Διαδικασίας, οι αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων «[π]εριλαμβάνουν όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και αναφέρουν τα προτεινόμενα αποδεικτικά μέσα προς δικαιολόγηση της λήψεως των προσωρινών μέτρων».

28      Συγκεκριμένα, η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να παρέχει, αφ’ εαυτής, τη δυνατότητα στον μεν καθού να προετοιμάσει τις παρατηρήσεις του, στον δε δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων να αποφανθεί επί της αιτήσεως αυτής, ενδεχομένως, χωρίς άλλα στοιχεία που να την ενισχύουν, δεδομένου ότι τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία στα οποία στηρίζεται η αίτηση πρέπει να προκύπτουν από το ίδιο το κείμενό της (βλ. διάταξη της 6ης Σεπτεμβρίου 2016, Inclusion Alliance for Europe κατά Επιτροπής, C‑378/16 P-R, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:668, σκέψη 17 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

29      Επίσης, κατά πάγια νομολογία, προκειμένου να εκτιμήσει εάν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που παρατίθενται στις σκέψεις 25, 26 και 28 ανωτέρω, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να διαθέτει συγκεκριμένα και σαφή στοιχεία, στηριζόμενα σε λεπτομερείς και βεβαιωμένες έγγραφες αποδείξεις, τα οποία αποδεικνύουν την κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο αιτών τα προσωρινά μέτρα και καθιστούν δυνατή την εκτίμηση των συνεπειών που θα προκύψουν κατά πάσα πιθανότητα από τη μη λήψη των μέτρων τα οποία ζητούνται. Συνεπώς, ο διάδικος αυτός, ιδίως όταν προβάλλει την επέλευση ζημίας οικονομικής φύσεως, πρέπει να παρέχει, με την προσκόμιση εγγράφων, μια σφαιρική και πιστή εικόνα της οικονομικής του καταστάσεως (βλ., συναφώς, διάταξη της 29ης Φεβρουαρίου 2016, ICA Laboratories κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑732/15 R, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:129, σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

30      Τέλος, μολονότι η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων μπορεί να συμπληρωθεί, ως προς συγκεκριμένα σημεία, με παραπομπές σε συνημμένα σε αυτήν έγγραφα, τα έγγραφα αυτά δεν μπορούν να καλύψουν την έλλειψη ουσιωδών στοιχείων της εν λόγω αιτήσεως. Δεν εναπόκειται στον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων να αναζητήσει, αντί του ενδιαφερομένου, τα στοιχεία τα οποία περιλαμβάνονται στα παραρτήματα της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, στο δικόγραφο της κύριας προσφυγής ή στα παραρτήματα αυτού και τα οποία θα μπορούσαν να στηρίξουν την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων. Εξάλλου, η αναγνώριση τέτοιας υποχρεώσεως του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων θα καθιστούσε κενό περιεχομένου το άρθρο 156, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο προβλέπει ότι η αίτηση προσωρινών μέτρων υποβάλλεται με χωριστό δικόγραφο (βλ., συναφώς, διάταξη της 20ήςΙουνίου 2014, Wilders κατά Κοινοβουλίου κ.λπ., T‑410/14 R, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:564, σκέψη 16 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

31      Με γνώμονα αυτά τα κριτήρια πρέπει να εξεταστεί αν η αιτούσα ήταν σε θέση να αποδείξει την ύπαρξη σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας.

32      Η αιτούσα ισχυρίζεται ότι η άμεση εφαρμογή του προσβαλλόμενου κανονισμού ενέχει τον κίνδυνο προκλήσεως σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας στην αιτούσα λόγω της απώλειας των μεριδίων αγοράς που κατέχει στην ευρωπαϊκή αγορά ζιζανιοκτόνων για σιτηρά.

33      Συναφώς, η αιτούσα φαίνεται να υποστηρίζει ότι κινδυνεύει να υποστεί ζημία εξαιτίας, αφενός, της απώλειας των μεριδίων αγοράς που κατέχει σήμερα στην ευρωπαϊκή αγορά ζιζανιοκτόνων για σιτηρά και, αφετέρου, της απώλειας των μεριδίων που θα αποκτήσει μετά την εξαγορά των σχετικών με την ουσία FPS δραστηριοτήτων.

 Επί της σοβαρότητας της ζημίας λόγω της απώλειας μεριδίων αγοράς

[παραλειπόμενα]

59      Τέταρτον, υπογραμμίζεται τέλος ότι, όπως προκύπτει από τη νομολογία, δεν αποκλείεται μια αντικειμενικώς σημαντική οικονομική ζημία η οποία φέρεται ως απορρέουσα από την υποχρέωση οριστικής ασκήσεως μιας σημαντικής εμπορικής επιλογής εντός απρόσφορης προθεσμίας να είναι δυνατό να χαρακτηρισθεί ως «σοβαρή» και μάλιστα η σοβαρότητα μιας τέτοιας ζημίας να μπορεί να θεωρηθεί ως προφανής, ακόμη και ελλείψει στοιχείων αφορώντων το μέγεθος της οικείας επιχειρήσεως [βλ., συναφώς, διάταξη της 7ης Μαρτίου 2013, EDF κατά Επιτροπής, C‑551/12 P(R), EU:C:2013:157, σκέψη 33].

60      Εντούτοις, η νομολογία αυτή πρέπει να εκτιμάται βάσει του τομέα στον οποίο ασκεί ο αιτών τη δραστηριότητά του. Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία, όπως παραδέχεται η αιτούσα, στο πλαίσιο μιας έντονα ρυθμιζόμενης αγοράς όπως η επίμαχη εν προκειμένω, στην οποία ενδέχεται να παρέμβουν ταχέως οι αρμόδιες αρχές όταν συντρέχουν κίνδυνοι για τη δημόσια υγεία, για λόγους που δεν είναι πάντοτε δυνατό να προβλεφθούν, απόκειται στις εν λόγω επιχειρήσεις να προφυλάσσονται από τις συνέπειες μιας τέτοιας παρεμβάσεως με την κατάλληλη πολιτική, προκειμένου να μην υποστούν οι ίδιες τη ζημία από την παρέμβαση αυτή [βλ. διάταξη της 16ης Ιουνίου 2016, ICA Laboratories κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑170/16 P(R), μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:462, σκέψη 29 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].

61      Εν προκειμένω, το νωρίτερο στις 6 Νοεμβρίου 2014, ημερομηνία κατά την οποία η EFSA διατύπωσε τα συμπεράσματά της προτείνοντας την ταξινόμηση της ουσίας FPS στην κατηγορία των πιθανώς καρκινογόνων και τοξικών για την αναπαραγωγή προϊόντων (C2 και R2) (βλ. σκέψη 5 ανωτέρω), ή, τουλάχιστον, στις 18 Μαρτίου 2015, όταν η Επιτροπή δημοσίευσε το σχέδιο της έκθεσης επανεξετάσεως προτείνοντας τη μη ανανέωση της έγκρισης της εν λόγω ουσίας (βλ. σκέψη 6 ανωτέρω), η Dupont διέθετε στοιχεία βάσει των οποίων μπορούσε, εφόσον επιδείκνυε την αναγκαία επιμέλεια, να λάβει τα κατάλληλα μέτρα, σύμφωνα με τη μνημονευθείσα στη σκέψη 60 ανωτέρω νομολογία, προκειμένου να προφυλαχθεί από πιθανούς κινδύνους οφειλομένους σε κανονιστικές ρυθμίσεις όσον αφορά την απαγόρευση της διαθέσεως στο εμπόριο της ουσίας FPS. Επιπροσθέτως, οι εν λόγω οφειλόμενοι σε κανονιστικές ρυθμίσεις κίνδυνοι επιβεβαιώθηκαν με τη δημοσίευση, αφενός, από την EFSA των αναθεωρημένων συμπερασμάτων της στις 3 Οκτωβρίου 2016 και, αφετέρου, από την Επιτροπή του αναθεωρημένου σχεδίου της έκθεσης επανεξετάσεως στις 22 Δεκεμβρίου 2016 (βλ. σκέψη 7 ανωτέρω).

62      Εξάλλου, όλα τα ανωτέρω έχουν ακόμη μεγαλύτερη σημασία υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, δεδομένου ότι είναι προφανές ότι η αιτούσα όφειλε να εξετάσει λεπτομερώς τις πληροφορίες αυτές στο πλαίσιο της εκ μέρους της εξαγοράς των σχετικών με την ουσία FPS δραστηριοτήτων της Dupont.

63      Εν πάση περιπτώσει, η αιτούσα δεν προβάλλει κανένα συγκεκριμένο στοιχείο συναφώς. Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων δεν υποχρεούται να αναζητήσει, αντί του ενδιαφερομένου, τα στοιχεία αυτά, σύμφωνα με τη μνημονευθείσα στις σκέψεις 26 έως 30 ανωτέρω νομολογία.

64      Επομένως, βάσει των συγκεκριμένων περιστάσεων της υπό κρίση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η απώλεια μεριδίων αγοράς στην ευρωπαϊκή αγορά ζιζανιοκτόνων για σιτηρά μπορεί να χαρακτηριστεί ως «αντικειμενικώς σημαντική οικονομική ζημία» κατά την έννοια της μνημονευθείσας στη σκέψη 59 ανωτέρω νομολογίας.

[παραλειπόμενα]

Για τους λόγους αυτούς,

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

διατάσσει:

1)      Απορρίπτει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.

2)      Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.

Λουξεμβούργο, 22 Ιουνίου 2018.

Ο Γραμματέας

 

      Ο Πρόεδρος

E. Coulon

 

      M. Jaeger


*      Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.


1      Παρατίθενται μόνον οι σκέψεις της παρούσας διατάξεως των οποίων η δημοσίευση κρίνεται σκόπιμη από το Γενικό Δικαστήριο.