Language of document : ECLI:EU:C:2018:559

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δέκατο τμήμα)

της 11 Ιουλίου 2018 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Οδηγία 2001/23/ΕΚ – Άρθρο 1, παράγραφος 1 – Μεταβίβαση επιχειρήσεως – Άρθρο 3, παράγραφος 1 – Διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων – Υπεισέλευση στις συμβάσεις εργασίας δυνάμει των διατάξεων συλλογικής συμβάσεως – Συλλογική σύμβαση που αποκλείει την αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος την επιχείρηση για τις υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένων των μισθολογικών, που γεννήθηκαν από τις συμβάσεις εργασίας πριν από τη μεταβίβαση της επιχειρήσεως»

Στην υπόθεση C-60/17,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Tribunal Superior de Justicia de Galicia (ανώτερο δικαστήριο Γαλικίας, Ισπανία) με απόφαση της 30ής Δεκεμβρίου 2016, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 6 Φεβρουαρίου 2017, στο πλαίσιο της δίκης

Ángel Somoza Hermo,

Ilunión Seguridad SA

κατά

Esabe Vigilancia SA,

Fondo de Garantía Salarial (Fogasa),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δέκατο τμήμα),

συγκείμενο από τους E. Levits, πρόεδρο τμήματος, A. Borg Barthet (εισηγητή) και M. Berger, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: E. Tanchev

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        ο A. Somoza Hermo, εκπροσωπούμενος από τον X. Castro Martínez, abogado,

–        η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την A. Gavela Llopis,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους M. Kellerbauer και J. Rius,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 1, και του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων (ΕΕ 2001, L 82, σ. 16).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, των Ángel Somoza Hermo και Ilunión Seguridad SA και, αφετέρου, των Esabe Vigilancia SA και Fondo de Garantía Salarial (Fogasa) σχετικά με την καταβολή στον A. Somoza Hermo των υπολοίπων αμοιβής και συμπληρωματικών κοινωνικοασφαλιστικών παροχών για τα έτη από το 2010 έως το 2012.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

3        Η οδηγία 2001/23 συνιστά κωδικοποίηση της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 171), όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1998 (ΕΕ 1998, L 201, σ. 88).

4        Η αιτιολογική σκέψη 3 της οδηγίας 2001/23 έχει ως εξής:

«Είναι απαραίτητη η θέσπιση διατάξεων για την προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση αλλαγής του επιχειρηματικού φορέα, και ιδιαίτερα προς εξασφάλιση της διατηρήσεως των δικαιωμάτων τους.»

5        Η αιτιολογική σκέψη 8 της ως άνω οδηγίας επισημαίνει τα εξής:

«Η ασφάλεια και η διαφάνεια του δικαίου απαίτησαν να διευκρινιστεί η έννοια της μεταβίβασης με βάση τη νομολογία του Δικαστηρίου. Η διευκρίνιση αυτή δεν τροποποίησε το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ, σύμφωνα με την ερμηνεία του Δικαστηρίου.»

6        Το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας 2001/23 ορίζει τα εξής:

«α)      Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης σε άλλον εργοδότη, ως αποτέλεσμα [συμβατικής] μεταβίβασης ή συγχώνευσης.

β)      Υπό την επιφύλαξη του στοιχείου αʹ και των ακολούθων διατάξεων του παρόντος άρθρου, θεωρείται ως μεταβίβαση, κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας.»

7        Το άρθρο 3 της οδηγίας 2001/23 έχει ως εξής:

«1.      Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του [μεταβιβάζοντος], που απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση υφισταμένη κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, μεταβιβάζονται, διά της μεταβιβάσεως αυτής, στον [διάδοχο].

Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι, μετά την ημερομηνία της μεταβίβασης, ο [μεταβιβάζων] και ο [διάδοχος] εξακολουθούν να ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, ως προς υποχρεώσεις που γεννήθηκαν πριν από τη μεταβίβαση και απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή εργασιακή σχέση, οι οποίες υφίσταντο κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης.

[...]

3.      Μετά τη μεταβίβαση, ο [διάδοχος] εξακολουθεί να τηρεί τους συμφωνηθέντες με συλλογική σύμβαση όρους εργασίας, ως αυτοί εφαρμόζονται και έναντι του [μεταβιβάζοντος], σύμφωνα με τη σύμβαση, μέχρι την ημερομηνία της καταγγελίας ή λήξεως της συλλογικής συμβάσεως ή της ενάρξεως της ισχύος ή εφαρμογής άλλης συλλογικής συμβάσεως.

Τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίζουν την περίοδο τηρήσεως των εν λόγω όρων εργασίας, υπό την αίρεση ότι η περίοδος αυτή δεν θα είναι κατώτερη του έτους.

4.      α)      Εκτός εάν τα κράτη μέλη προβλέπουν άλλως, οι παράγραφοι 1 και 3 δεν εφαρμόζονται επί των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε παροχές λόγω γήρατος ή αναπηρίας ή προς επιζώντες βάσει συμπληρωματικών συστημάτων επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής συνταξιοδότησης, που ισχύουν, εκτός των προβλεπομένων εκ του νόμου συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών.

β)      Ακόμη και όταν δεν προβλέπουν, σύμφωνα με το στοιχείο αʹ, ότι οι παράγραφοι 1 και 3 εφαρμόζονται επί αυτών των δικαιωμάτων, τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία των συμφερόντων των εργαζομένων, καθώς και των προσώπων που έχουν ήδη εγκαταλείψει την επιχείρηση του [μεταβιβάζοντος] κατά τη στιγμή της μεταβίβασης, όσον αφορά τα κεκτημένα δικαιώματά τους ή εκείνα που πρόκειται να αποκτηθούν για παροχές λόγω γήρατος, περιλαμβανομένων των παροχών προς επιζώντες βάσει των συμπληρωματικών συστημάτων που αναφέρονται στο στοιχείο αʹ.»

8        Το άρθρο 8 της ως άνω οδηγίας προβλέπει τα εξής:

«Η παρούσα οδηγία δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν ή να εισ[αγ]άγουν ευνοϊκότερες για τους εργαζομένους νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις ή να προωθούν ή επιτρέπουν την εφαρμογή ευνοϊκότερων για τους εργαζομένους συλλογικών συμβάσεων ή συμφωνιών που συνάπτονται μεταξύ των κοινωνικών εταίρων.»

 Το ισπανικό δίκαιο

9        Οι κανόνες που εφαρμόζονται στους μισθωτούς σε περίπτωση μεταβιβάσεως οικονομικών οντοτήτων καθορίζονται από το Real Decreto Legislativo 1/1995 por el que se aprueba el texto refundido de la Ley del Estatuto de los Trabajadores (βασιλικό νομοθετικό διάταγμα 1/1995 περί εγκρίσεως του κωδικοποιημένου κειμένου του νόμου για τον Εργατικό Κώδικα), της 24ης Μαρτίου 1995 (BOE αριθ. 75, της 29ης Μαρτίου 1995, σ. 9654), όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 12/2001, της 9ης Ιουλίου 2001 (BOE αριθ. 164, της 10ης Ιουλίου 2001, σ. 24890, στο εξής: Εργατικός Κώδικας).

10      Το άρθρο 44 του Εργατικού Κώδικα ορίζει τα εξής:

«1.      Η μεταβίβαση επιχειρήσεως, εγκαταστάσεως ή αυτόνομης παραγωγικής μονάδας της επιχειρήσεως αυτής δεν συνεπάγεται, αφ’ εαυτής, τη λύση της εργασιακής σχέσεως· ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται στα εργασιακά και κοινωνικοασφαλιστικά δικαιώματα και υποχρεώσεις του προηγούμενου εργοδότη, συμπεριλαμβανομένων των επαγγελματικών συνταξιοδοτικών προγραμμάτων, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τη σχετική ειδική ρύθμιση, και, γενικώς, σε όλες τις υποχρεώσεις συμπληρωματικής κοινωνικής προστασίας τις οποίες είχε αναλάβει ο μεταβιβάζων.

2.      Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως μεταβίβαση επιχειρήσεως θεωρείται η μεταβίβαση οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας. 

3.      Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφαλίσεως, ο μεταβιβάζων και ο διάδοχος ευθύνονται, στο πλαίσιο μεταβιβάσεων με εν ζωή δικαιοπραξία, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, για χρονικό διάστημα τριών ετών, όσον αφορά τις εργασιακής φύσεως υποχρεώσεις που γεννήθηκαν πριν από τη μεταβίβαση και δεν έχουν εκπληρωθεί.»

11      Το άρθρο 14 του Convenio colectivo estatal de las empresas de seguridad (εθνικής συλλογικής συμβάσεως των επιχειρήσεων ασφαλείας, BOE αριθ. 99, της 25ης Απριλίου 2013, σ. 31668, στο εξής: συλλογική σύμβαση των επιχειρήσεων ασφαλείας) προβλέπει τα ακόλουθα:

«Δεδομένων των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και συνθηκών της οικείας δραστηριότητας, τα οποία επιτάσσουν την κινητικότητα των εργαζομένων από τη μια θέση εργασίας στην άλλη, το παρόν άρθρο σκοπεί στη διασφάλιση της σταθερότητας της απασχολήσεως των εργαζομένων στον τομέα αυτό, αλλά όχι της σταθερότητας της θέσεως εργασίας, βάσει της ακόλουθης εκτελεστικής ρυθμίσεως, η οποία εφαρμόζεται στις υπηρεσίες επιτήρησης, στα συστήματα ασφαλείας, στην προστασία προσώπων και στις υπηρεσίες φύλαξης αγροτικών κτημάτων:

A)      Εκτελεστική ρύθμιση.

Οσάκις επιχείρηση παύει να είναι ανάδοχος όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών σε πελάτη που ανήκει στον δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα, λόγω καταγγελίας, για οποιονδήποτε λόγο, της συμβάσεως παροχής υπηρεσιών, η νέα ανάδοχος επιχείρηση υποχρεούται, εν πάση περιπτώσει, να υπεισέλθει στις συμβάσεις των μισθωτών που απασχολούνται για την εκτέλεση της συγκεκριμένης συμβάσεως και στον συγκεκριμένο τόπο εργασίας, ανεξαρτήτως του είδους των συμβάσεών τους και/ή της επαγγελματικής κατηγορίας τους, εφόσον αποδεικνύεται ελάχιστη πραγματική προϋπηρεσία των εργαζομένων που απασχολούνταν για τη συγκεκριμένη σύμβαση, διάρκειας επτά μηνών αμέσως πριν από την ημερομηνία της υπεισελεύσεως, διάστημα το οποίο περιλαμβάνει τις νόμιμες απουσίες του εργαζομένου που απασχολείται για την παροχή της υπηρεσίας ως προς την οποία εχώρησε η υπεισέλευση, που προβλέπονται στα άρθρα 45, 46 και 50 της παρούσας συλλογικής συμβάσεως, τις περιπτώσεις προσωρινής ανικανότητας προς εργασία και τις πειθαρχικού χαρακτήρα αναστολές των συμβάσεων εργασίας, ανεξαρτήτως της αιτίας τους, εξαιρουμένης ρητώς της κατά το άρθρο 48 άδειας άνευ αποδοχών, πλην των εργαζομένων που προσλαμβάνονται για να εκτελέσουν συγκεκριμένο έργο ή να παράσχουν συγκεκριμένη υπηρεσία.

[...]

B)      Υποχρεώσεις των επιχειρήσεων που παύουν να παρέχουν την υπηρεσία και της αναδόχου επιχειρήσεως.

B.1      Επιχείρηση που παύει να είναι ανάδοχος: η επιχείρηση που παύει να παρέχει την υπηρεσία:

[...]

3.      ευθύνεται ως μόνος και αποκλειστικός οφειλέτης:

a)      για τις πληρωμές και τις εισφορές που οφείλονται για την παρασχεθείσα εργασία μέχρι τη λήξη ισχύος της ανατεθείσας συμβάσεως, καθώς και

b)      για την εκκαθάριση αξιώσεων κάθε είδους, περιλαμβανομένης και της άδειας μετ’ αποδοχών, δεδομένου ότι, για τη νέα ανάδοχο επιχείρηση, η υπεισέλευση έχει ως μόνη συνέπεια τη διατήρηση της απασχολήσεως των οικείων εργαζομένων.»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

12      Ο A. Somoza Hermo εργαζόταν ως φύλακας ασφαλείας για λογαριασμό της Esabe Vigilancia, επιχειρήσεως στην οποία είχε ανατεθεί η υπηρεσία επιτήρησης του Museo de las Peregrinaciones de Santiago de Compostela (προσκυνηματικού μουσείου του Αγίου Ιακώβου της Κομποστέλλας, Ισπανία), το οποίο υπάγεται στην Consellería de Cultura de la Xunta de Galicia (Υπουργείο Πολιτισμού της Γαλικίας, Ισπανία).

13      Στις 16 Οκτωβρίου 2012, η ως άνω υπηρεσία επιτήρησης ανατέθηκε στη Vigilancia Integrada SA (στο εξής: VINSA), νυν Ilunión Seguridad, η οποία ανέλαβε από την ημερομηνία αυτή τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από τις συμβάσεις εργασίας των εργαζομένων της επιχειρήσεως στην οποία είχε προηγουμένως ανατεθεί η εν λόγω υπηρεσία, μεταξύ των οποίων και του A. Somoza Hermo.

14      Συναφώς, η VINSA ειδοποίησε τον A. Somoza Hermo ότι, βάσει της συλλογικής συμβάσεως των επιχειρήσεων ασφαλείας, τα καταβλητέα υπόλοιπα αμοιβής και συμπληρωματικών κοινωνικοασφαλιστικών παροχών που είχαν χορηγηθεί από την Esabe Vigilancia για τα έτη από το 2010 έως το 2012 έπρεπε να καταβληθούν από την Esabe Vigilancia.

15      Επειδή αμφότερες οι ως άνω επιχειρήσεις αρνήθηκαν να καταβάλουν στον A. Somoza Hermo τα ποσά που διεκδικούσε, αυτός άσκησε αγωγή ενώπιον του Juzgado de lo Social n° 3 de Santiago de Compostela (πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εργατικών και κοινωνικοασφαλιστικών διαφορών αριθ. 3 του Αγίου Ιακώβου της Κομποστέλλας, Ισπανία) με αίτημα να του καταβληθούν τα ποσά αυτά.

16      Το ως άνω δικαστήριο δέχθηκε μερικώς το αίτημα αυτό και, επί τη βάσει του άρθρου 44, παράγραφος 1, του Εργατικού Κώδικα, επέβαλε στην Esabe Vigilancia και στη VINSA αλληλέγγυα και εις ολόκληρον υποχρέωση καταβολής των οφειλών τις οποίες δεν έκρινε παραγραφείσες.

17      Η VINSA άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως του ως άνω δικαστηρίου ενώπιον του Tribunal Superior de Justicia de Galicia (ανώτερου δικαστηρίου Γαλικίας, Ισπανία) υποστηρίζοντας ότι εφαρμοστέα διάταξη είναι όχι το άρθρο 44 του Εργατικού Κώδικα, αλλά το άρθρο 14 της συλλογικής συμβάσεως των επιχειρήσεων ασφαλείας, που υποχρεώνει την ανάδοχο επιχείρηση να υπεισέλθει στα εκ των συμβάσεων εργασίας δικαιώματα και υποχρεώσεις της μεταβιβάζουσας επιχειρήσεως. Η ως άνω εταιρία υποστηρίζει ότι η υπεισέλευση αυτή την υποχρεώνει μόνο να αναλάβει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις συμβάσεις εργασίας από την ημερομηνία κατά την οποία της ανατέθηκε η σύμβαση και την απαλλάσσει από τις προγενέστερες της ημερομηνίας αυτής υποχρεώσεις.

18      Ο A. Somoza Hermo άσκησε επίσης έφεση κατά της εν λόγω αποφάσεως ενώπιον του Tribunal Superior de Justicia de Galicia (ανώτερου δικαστηρίου Γαλικίας) όσον αφορά τα αιτήματα καταβολής υπολοίπων αμοιβής τα οποία δεν έγιναν δεκτά.

19      Το αιτούν δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο, Ισπανία) έκρινε, με απόφαση της 7ης Απριλίου 2016, ότι το άρθρο 14 της συλλογικής συμβάσεως των επιχειρήσεων ασφαλείας αφορά τη χρονική διαδοχή μεταξύ δύο επιχειρήσεων επιφορτισμένων με την παροχή υπηρεσίας ιδιωτικής ασφάλειας. Η διαδοχή αυτή συνεπάγεται υποχρέωση του διαδόχου να αναλάβει τους εργαζομένους της προηγούμενης επιχειρήσεως.

20      Συνεπώς, κατά την εν λόγω απόφαση, σε περίπτωση διαδοχής μεταξύ αναδόχων, η υπεισέλευση δεν επέρχεται δυνάμει του άρθρου 44 του Εργατικού Κώδικα, εφόσον δεν έχει υπάρξει μεταβίβαση στοιχείων του ενεργητικού ή μεταφορά προσωπικού, στους τομείς εκείνους στους οποίους η δραστηριότητα βασίζεται κυρίως στο εργατικό δυναμικό. Επομένως, σε τέτοιες περιπτώσεις, η υπεισέλευση επέρχεται δυνάμει της εφαρμοστέας συλλογικής συμβάσεως. Κατά συνέπεια, η ανάληψη των εργαζομένων της προηγούμενης επιχειρήσεως δεν αποτελεί περίπτωση μεταφοράς προσωπικού λόγω του ότι η νέα ανάδοχος εταιρία αναλαμβάνει οικειοθελώς την πλειονότητα των εργαζομένων που παρείχαν τις εν λόγω υπηρεσίες. Αντιθέτως, στις περιπτώσεις αυτές, η μεταφορά προσωπικού αποτελεί συνέπεια της τηρήσεως των διατάξεων της εφαρμοστέας συλλογικής συμβάσεως. Ειδικότερα, η νέα ανάδοχος επιχείρηση θα μπορούσε να έχει χρησιμοποιήσει το δικό της προσωπικό για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών αλλά υποχρεώνεται παρ’ όλ’ αυτά από την ως άνω συλλογική σύμβαση να αναλάβει τους εργαζομένους τους οποίους χρησιμοποιούσε για την παροχή των υπηρεσιών αυτών η προηγούμενη ανάδοχος επιχείρηση.

21      Το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο) εκτίμησε ότι η νομολογία που διαμόρφωσε το Δικαστήριο με την απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2002, Temco (C-51/00, EU:C:2002:48), δεν αντιτίθεται στο συμπέρασμα αυτό, δεδομένου ότι η υπεισέλευση την οποία επιβάλλει η συλλογική σύμβαση των επιχειρήσεων ασφαλείας δεν απορρέει από κατάσταση εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2001/23 ή του άρθρου 44 του Εργατικού Κώδικα. Ειδικότερα, η σχέση μεταξύ του άρθρου 44 του Εργατικού Κώδικα και του άρθρου 14 της συλλογικής συμβάσεως των επιχειρήσεων ασφαλείας είναι σχέση συμπληρωματικότητας ή παράλληλης ισχύος άνευ συγκρούσεως, καθόσον η ρύθμιση της συλλογικής συμβάσεως, η οποία διέπει διαφορετική περίπτωση, επιφέρει βελτίωση διά της εφαρμογής μιας εκ των συνεπειών τις οποίες προέβλεψε η νομοθετική ρύθμιση για το δικό της πεδίο εφαρμογής.

22      Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται επομένως, κατ’ ουσίαν, σχετικά με το κατά πόσον, στο πλαίσιο δραστηριότητας η οποία βασίζεται κυρίως στο εργατικό δυναμικό, η υπεισέλευση μιας επιχειρήσεως στη θέση άλλης η οποία επέρχεται, κατόπιν μεταβολής του αναδόχου μιας συμβάσεως παροχής υπηρεσιών, δυνάμει συλλογικής συμβάσεως που προβλέπει ότι η διάδοχος επιχείρηση υποχρεούται να αναλάβει το προσωπικό της προηγούμενης αναδόχου επιχειρήσεως, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2001/23. Εφόσον συμβαίνει αυτό, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν εφαρμοστέα διάταξη της συλλογικής συμβάσεως η οποία προβλέπει τον αποκλεισμό της αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης του μεταβιβάζοντος και του διαδόχου, όσον αφορά την τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεων που γεννήθηκαν από τις συμβάσεις εργασίας πριν από την ημερομηνία μεταβολής του αναδόχου της επίμαχης υπηρεσίας, είναι σύμφωνη προς το άρθρο 3, παράγραφος 1, της ως άνω οδηγίας.

23      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunal Superior de Justicia de Galicia (ανώτερο δικαστήριο Γαλικίας) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Έχει εφαρμογή το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23 [...] οσάκις επιχείρηση παύει να είναι ανάδοχος των υπηρεσιών που παρέχονται σε πελάτη λόγω καταγγελίας της συμβάσεως παροχής υπηρεσιών, προκειμένου περί δραστηριότητας η οποία βασίζεται κυρίως στο εργατικό δυναμικό (επιτήρηση των εγκαταστάσεων), η δε νέα ανάδοχος επιχείρηση αναλαμβάνει σημαντικό μέρος του προσωπικού που χρησιμοποιείται για την παροχή της υπηρεσίας αυτής, σε περίπτωση που η εν λόγω υπεισέλευση στις συμβάσεις εργασίας επέρχεται κατ’ επιταγήν των διατάξεων της συλλογικής συμβάσεως [των επιχειρήσεων ασφαλείας];

2)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, αν η θεσπισθείσα προς μεταφορά της οδηγίας 2001/23 νομοθεσία κράτους μέλους ορίζει, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 3, παράγραφος 1, της ως άνω οδηγίας, ότι, μετά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, ο μεταβιβάζων και ο διάδοχος ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον για τις υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένων των μισθολογικών, οι οποίες γεννήθηκαν, πριν από την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, από τις υφιστάμενες κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως συμβάσεις εργασίας, συνάδει με το εν λόγω άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας ερμηνεία κατά την οποία η αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη όσον αφορά τις προγενέστερες υποχρεώσεις δεν ισχύει όταν η ανάληψη του κύριου μέρους του εργατικού δυναμικού από τη νέα ανάδοχο επιχείρηση της έχει επιβληθεί από τις διατάξεις της συλλογικής συμβάσεως [των επιχειρήσεων ασφαλείας] και η εν λόγω συλλογική σύμβαση αποκλείει την αλληλέγγυα και εις ολόκληρον αυτή ευθύνη όσον αφορά τις προγενέστερες της μεταβιβάσεως υποχρεώσεις;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου ερωτήματος

24      Με το πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η οδηγία αυτή έχει εφαρμογή σε περίπτωση στην οποία ο αναθέτων καταγγέλλει τη σύμβαση με αντικείμενο την παροχή υπηρεσίας επιτήρησης εγκαταστάσεων την οποία είχε συνάψει με μια επιχείρηση και συνάπτει, για την παροχή της ως άνω υπηρεσίας, νέα σύμβαση με άλλη επιχείρηση η οποία αναλαμβάνει, δυνάμει συλλογικής συμβάσεως, σημαντικό μέρος, από απόψεως αριθμού και δεξιοτήτων, του προσωπικού που χρησιμοποιούσε η πρώτη επιχείρηση για την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας, όταν η οικεία δραστηριότητα βασίζεται κυρίως στο εργατικό δυναμικό.

25      Κατά το άρθρο της 1, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, η οδηγία 2001/23 εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε μεταβίβαση επιχειρήσεως, εγκαταστάσεως ή τμήματος επιχειρήσεως ή εγκαταστάσεως σε άλλον εργοδότη, ως αποτέλεσμα συμβατικής μεταβιβάσεως ή συγχωνεύσεως.

26      Συναφώς, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι η έκταση εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως δεν μπορεί να εκτιμηθεί αποκλειστικώς βάσει γραμματικής ερμηνείας. Λόγω των διαφορών μεταξύ των γλωσσικών αποδόσεων της οδηγίας αυτής, καθώς και των διαφορών μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών όσον αφορά την έννοια της συμβατικής μεταβιβάσεως, το Δικαστήριο έχει ερμηνεύσει αρκετά ελαστικά την έννοια αυτή ώστε να ανταποκρίνεται στον σκοπό της εν λόγω οδηγίας, ο οποίος, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη της 3, συνίσταται στην προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση αλλαγής του επιχειρηματικού φορέα (απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2011, CLECE, C-463/09, EU:C:2011:24, σκέψη 29 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

27      Ειδικότερα, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2001/23 καλύπτει όλες τις περιπτώσεις μεταβολής, στο πλαίσιο συμβατικών σχέσεων, του φυσικού ή νομικού προσώπου που έχει την ευθύνη της εκμετάλλευσης της επιχείρησης και το οποίο αναλαμβάνει συμβατικώς τις υποχρεώσεις του εργοδότη έναντι των εργαζομένων της επιχειρήσεως. Συνεπώς, για να έχει εφαρμογή η οδηγία 2001/23, δεν είναι αναγκαίο να υπάρχουν απευθείας συμβατικές σχέσεις μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του διαδόχου, δεδομένου ότι η μεταβίβαση μπορεί να γίνει με την παρεμβολή τρίτου (απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2017, Securitas, C-200/16, EU:C:2017:780, σκέψη 23 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

28      Συνεπώς, η έλλειψη συμβατικού δεσμού μεταξύ των δύο επιχειρήσεων στις οποίες ανατέθηκε διαδοχικώς η επιτήρηση των επίμαχων εγκαταστάσεων δεν ασκεί επιρροή στο ζήτημα κατά πόσον η οδηγία 2001/23 έχει εφαρμογή σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2017, Securitas, C-200/16, EU:C:2017:780, σκέψη 24).

29      Υπενθυμίζεται επίσης ότι, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2001/23, για να έχει εφαρμογή η οδηγία αυτή, η μεταβίβαση πρέπει να αφορά «οικονομικ[ή] οντότητ[α] που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας».

30      Για να κριθεί αν πληρούται πράγματι η προϋπόθεση αυτή, πρέπει να συνεκτιμηθούν όλα τα πραγματικά περιστατικά που χαρακτηρίζουν την επίμαχη πράξη, στα οποία συγκαταλέγονται ιδίως το είδος της επιχειρήσεως ή της εγκαταστάσεως περί της οποίας πρόκειται, η μεταβίβαση ή μη ενσώματων περιουσιακών στοιχείων, όπως τα κτίρια και τα κινητά, η αξία των άυλων περιουσιακών στοιχείων κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως, η ανάληψη ή μη του κύριου μέρους του προσωπικού από τον νέο επιχειρηματικό φορέα, η μεταβίβαση ή μη της πελατείας καθώς και ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο συνολικής αξιολογήσεως των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως και, επομένως, δεν μπορούν να εκτιμώνται μεμονωμένα (απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2017, Securitas, C-200/16, EU:C:2017:780, σκέψη 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

31      Ειδικότερα, το Δικαστήριο έκρινε ότι το εθνικό δικαστήριο, κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που χαρακτηρίζουν την επίμαχη πράξη, πρέπει ιδίως να λαμβάνει υπόψη το είδος της επιχειρήσεως ή της εγκαταστάσεως περί της οποίας πρόκειται (αποφάσεις της 26ης Νοεμβρίου 2015, Aira Pascual και Algeposa Terminales Ferroviarios, C-509/14, EU:C:2015:781, σκέψη 33, καθώς και της 19ης Οκτωβρίου 2017, Securitas, C-200/16, EU:C:2017:780, σκέψη 27).

32      Εξ αυτού συνάγεται ότι η σπουδαιότητα που πρέπει να δοθεί αντιστοίχως στα διάφορα κριτήρια της υπάρξεως μεταβιβάσεως κατά την έννοια της οδηγίας 2001/23 αναγκαστικά ποικίλλει αναλόγως της ασκούμενης δραστηριότητας ή και αναλόγως των μεθόδων παραγωγής ή εκμεταλλεύσεως που χρησιμοποιούνται στην οικεία επιχείρηση, στην οικεία εγκατάσταση ή στο οικείο τμήμα εγκαταστάσεως (απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2017, Securitas, C-200/16, EU:C:2017:780, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

33      Το Δικαστήριο επισήμανε στο παρελθόν ότι μια οικονομική οντότητα μπορεί, σε ορισμένους τομείς, να λειτουργεί χωρίς σημαντικά ενσώματα ή άυλα περιουσιακά στοιχεία, κατά τρόπον ώστε η διατήρηση της ταυτότητας μιας τέτοιας οντότητας μετά την πράξη της οποίας αυτή αποτελεί το αντικείμενο να μην μπορεί, εκ των πραγμάτων, να εξαρτάται από τη μεταβίβαση τέτοιων στοιχείων (απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2011, CLECE, C-463/09, EU:C:2011:24, σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

34      Το Δικαστήριο έκρινε συνεπώς ότι, στο μέτρο που, σε ορισμένους τομείς στους οποίους η δραστηριότητα βασίζεται κυρίως στο εργατικό δυναμικό, ένα σύνολο εργαζομένων τους οποίους ενώνει σταθερά μια κοινή δραστηριότητα μπορεί να αντιστοιχεί σε μια οικονομική οντότητα, μια τέτοια οντότητα μπορεί να διατηρεί την ταυτότητά της και μετά τη μεταβίβασή της όταν ο νέος επιχειρηματικός φορέας δεν περιορίζεται στη συνέχιση της εν λόγω δραστηριότητας, αλλά επιπλέον αναλαμβάνει σημαντικό τμήμα, από απόψεως αριθμού και δεξιοτήτων, του προσωπικού το οποίο χρησιμοποιούσε ο προκάτοχός του ειδικώς για το έργο αυτό. Στην περίπτωση αυτή, ο νέος επιχειρηματικός φορέας αποκτά πράγματι το οργανωμένο σύνολο στοιχείων το οποίο θα του παράσχει τη δυνατότητα να συνεχίσει κατά τρόπο σταθερό τις δραστηριότητες ή ορισμένες δραστηριότητες της μεταβιβάζουσας επιχειρήσεως (απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2011, CLECE, C-463/09, EU:C:2011:24, σκέψη 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

35      Συνεπώς, δραστηριότητα επιτηρήσεως ενός μουσείου, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, για την οποία δεν απαιτείται η χρήση συγκεκριμένων υλικών στοιχείων, μπορεί να θεωρείται ως δραστηριότητα που βασίζεται κυρίως στο εργατικό δυναμικό και, ως εκ τούτου, ένα σύνολο εργαζομένων τους οποίους ενώνει σταθερά μια κοινή δραστηριότητα επιτηρήσεως μπορεί, ελλείψει άλλων συντελεστών παραγωγής, να αντιστοιχεί σε μια οικονομική οντότητα. Η ταυτότητα της εν λόγω οικονομικής οντότητας πρέπει όμως να διατηρείται και μετά την επίμαχη πράξη (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2011, CLECE, C-463/09, EU:C:2011:24, σκέψη 39).

36      Συναφώς, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η VINSA, προκειμένου να ασκήσει τις δραστηριότητες επιτηρήσεως του προσκυνηματικού μουσείου του Αγίου Ιακώβου της Κομποστέλλας, που είχαν προηγουμένως ανατεθεί στην Esabe Vigilancia, ανέλαβε τους εργαζομένους τους οποίους χρησιμοποιούσε προηγουμένως η δεύτερη αυτή εταιρία για τις δραστηριότητες αυτές.

37      Συνεπώς, η ταυτότητα μιας οικονομικής οντότητας όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, που βασίζεται κυρίως στο εργατικό δυναμικό, μπορεί να διατηρείται αν ο τεκμαιρόμενος διάδοχος αναλαμβάνει το κύριο μέρος του προσωπικού της οντότητας αυτής.

38      Εξάλλου, μολονότι η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει στις γραπτές παρατηρήσεις της ότι η ανάληψη του προσωπικού της Esabe Vigilancia επιβλήθηκε στη VINSA από συλλογική σύμβαση, το στοιχείο αυτό, εν πάση περιπτώσει, δεν επηρεάζει το γεγονός ότι η μεταβίβαση αφορά οικονομική οντότητα. Τονίζεται επιπλέον ότι ο σκοπός της συλλογικής συμβάσεως των επιχειρήσεων ασφαλείας είναι ο ίδιος με εκείνον της οδηγίας 2001/23 και ότι η ως άνω συλλογική σύμβαση ρητώς αφορά, ως προς το ζήτημα της αναλήψεως μέρους του προσωπικού, την περίπτωση της αναθέσεως σε νέο ανάδοχο όπως είναι η επίμαχη στην κύρια δίκη (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2002, Temco, C-51/00, EU:C:2002:48, σκέψη 27).

39      Συνεπώς, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η οδηγία αυτή έχει εφαρμογή σε περίπτωση στην οποία ο αναθέτων καταγγέλλει τη σύμβαση με αντικείμενο την παροχή υπηρεσίας επιτήρησης εγκαταστάσεων την οποία είχε συνάψει με μια επιχείρηση και συνάπτει, για την παροχή της ως άνω υπηρεσίας, νέα σύμβαση με άλλη επιχείρηση η οποία αναλαμβάνει, δυνάμει συλλογικής συμβάσεως, σημαντικό μέρος, από απόψεως αριθμού και δεξιοτήτων, του προσωπικού που χρησιμοποιούσε η πρώτη επιχείρηση για την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας, εφόσον η πράξη συνοδεύεται από τη μεταβίβαση οικονομικής οντότητας μεταξύ των δύο επιχειρήσεων περί των οποίων πρόκειται.

 Επί του δευτέρου ερωτήματος

40      Με το δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2001/23 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται στον αποκλεισμό, δυνάμει συλλογικής συμβάσεως, της αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος την οικεία οικονομική οντότητα για τις υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένων των μισθολογικών, που γεννήθηκαν από τις συμβάσεις εργασίας πριν από τη μεταβίβαση της οντότητας αυτής.

41      Το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2001/23 διατυπώνει την αρχή κατά την οποία τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του μεταβιβάζοντος που απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση υφισταμένη κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως μεταβιβάζονται στον διάδοχο. Το δεύτερο εδάφιο του εν λόγω άρθρου 3, παράγραφος 1, ορίζει ότι τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι, μετά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, ο μεταβιβάζων και ο διάδοχος εξακολουθούν να ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ως προς υποχρεώσεις που γεννήθηκαν πριν από τη μεταβίβαση και απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή εργασιακή σχέση οι οποίες υφίσταντο κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως.

42      Συναφώς, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι το άρθρο 44, παράγραφος 3, του Εργατικού Κώδικα προβλέπει ότι ο μεταβιβάζων και ο διάδοχος ευθύνονται, στο πλαίσιο μεταβιβάσεων με εν ζωή δικαιοπραξία, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, για χρονικό διάστημα τριών ετών, όσον αφορά τις εργασιακής φύσεως υποχρεώσεις που γεννήθηκαν πριν από τη μεταβίβαση και δεν έχουν εκπληρωθεί. Η συλλογική σύμβαση των επιχειρήσεων ασφαλείας δεν προβλέπει μια τέτοια αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη.

43      Με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το δεύτερο ερώτημα δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, με τον τρόπο που έχει διατυπωθεί από το αιτούν δικαστήριο, με το ερώτημα αυτό καλείται το Δικαστήριο όχι να ερμηνεύσει το άρθρο 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2001/23, αλλά να αποφανθεί επί του κατά πόσον συμβιβάζονται μεταξύ τους ορισμένες εθνικές διατάξεις. Το Δικαστήριο δεν είναι όμως αρμόδιο να αποφανθεί επί της συμβατότητας μεταξύ των εν λόγω διατάξεων.

44      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται αποκλειστικώς στην εξέταση των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης. Η εκτίμηση του περιεχομένου των εθνικών διατάξεων και του τρόπου με τον οποίο αυτές πρέπει να εφαρμοστούν απόκειται στο εθνικό δικαστήριο (διάταξη της 23ης Μαΐου 2011, Rossius και Collard, C-267/10 και C‑268/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:332, σκέψη 15).

45      Εν προκειμένω, βάσει του γράμματος του εν λόγω ερωτήματος, πρέπει να θεωρηθεί ότι στην πραγματικότητα αυτό αφορά την εξέταση της συμφωνίας μιας διατάξεως συλλογικής συμβάσεως προς εθνική νομοθετική διάταξη. Πλην όμως μια τέτοια εξέταση, η οποία συνεπάγεται την εκτίμηση ζητημάτων ιεραρχήσεως των κανόνων του εσωτερικού δικαίου, δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.

46      Συνεπώς, το Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να απαντήσει στο δεύτερο ερώτημα το οποίο υπέβαλε το Tribunal Superior de Justicia de Galicia (ανώτερο δικαστήριο Γαλικίας).

 Επί των δικαστικών εξόδων

47      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δέκατο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η οδηγία αυτή έχει εφαρμογή σε περίπτωση στην οποία ο αναθέτων καταγγέλλει τη σύμβαση με αντικείμενο την παροχή υπηρεσίας επιτήρησης εγκαταστάσεων την οποία είχε συνάψει με μια επιχείρηση και συνάπτει, για την παροχή της ως άνω υπηρεσίας, νέα σύμβαση με άλλη επιχείρηση η οποία αναλαμβάνει, δυνάμει συλλογικής συμβάσεως, σημαντικό μέρος, από απόψεως αριθμού και δεξιοτήτων, του προσωπικού που χρησιμοποιούσε η πρώτη επιχείρηση για την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας, εφόσον η πράξη συνοδεύεται από τη μεταβίβαση οικονομικής οντότητας μεταξύ των δύο επιχειρήσεων περί των οποίων πρόκειται.

2)      Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αναρμόδιο να απαντήσει στο δεύτερο ερώτημα το οποίο υπέβαλε το Tribunal Superior de Justicia de Galicia (ανώτερο δικαστήριο Γαλικίας, Ισπανία), με απόφαση της 30ής Δεκεμβρίου 2016.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.