Language of document : ECLI:EU:C:2018:591

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)

της 25ης Ιουλίου 2018 (*)

«Αίτηση αναιρέσεως – Κρατικές ενισχύσεις – Άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ – Φορολογικό καθεστώς που διέπει ορισμένες συμφωνίες χρηματοδοτικής μίσθωσης για την αγορά πλοίων (ισπανικό φορολογικό καθεστώς χρηματοδοτικής μίσθωσης) – Προσδιορισμός των αποδεκτών της ενίσχυσης – Προϋπόθεση σχετική με την επιλεκτικότητα – Στρέβλωση του ανταγωνισμού και επηρεασμός του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών – Υποχρέωση αιτιολόγησης»

Στην υπόθεση C‑128/16 P,

με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 29 Φεβρουαρίου 2016,

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους V. Di Bucci και E. Gippini Fournier, καθώς και από την P. Němečková,

αναιρεσείουσα,

όπου οι λοιποί διάδικοι είναι:

το Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο από τον A. Sampol Pucurull,

η Lico Leasing SA, με έδρα τη Μαδρίτη (Ισπανία),

η Pequeños y Medianos Astilleros Sociedad de Reconversión SA, με έδρα τη Μαδρίτη,

εκπροσωπούμενο από τους M. Merola, avvocato, και M. Sánchez, abogado,

προσφεύγουσες πρωτοδίκως,

Bankia SA, με έδρα τη Βαλένθια (Ισπανία),

Asociación Española de Banca, με έδρα τη Μαδρίτη,

Unicaja Banco SA, με έδρα τη Μάλαγα (Ισπανία),

Liberbank SA, με έδρα τη Μαδρίτη,

Banco de Sabadell SA, με έδρα τη Sabadell (Ισπανία),

Banco Gallego SA, με έδρα το Santiago de Compostela (Ισπανία),

Catalunya Banc SA, με έδρα τη Βαρκελώνη (Ισπανία),

Caixabank SA, με έδρα τη Βαρκελώνη,

Banco Santander, SA, με έδρα τη Σανταντέρ (Ισπανία),

Santander Investment SA, με έδρα τη Boadilla del Monte (Ισπανία),

Naviera Séneca AIE, με έδρα τη Λας Πάλμας ντε Γκραν Κανάρια (Ισπανία),

Industria de Diseño Textil SA, με έδρα το Arteixo (Ισπανία),

Naviera Nebulosa de Omega AIE, με έδρα τη Λας Πάλμας ντε Γκραν Κανάρια,

Banco Mare Nostrum SA, με έδρα τη Μαδρίτη,

Abanca Corporación Bancaria SA, με έδρα το Betanzos (Ισπανία),

Ibercaja Banco SA, με έδρα τη Σαραγόσα (Ισπανία),

Banco Grupo Cajatres SAU, με έδρα τη Σαραγόσα,

Naviera Bósforo AIE, με έδρα τη Λας Πάλμας ντε Γκραν Κανάρια,

Joyería Tous SA, με έδρα τη Lérida (Ισπανία),

Corporación Alimentaria Guissona SA, με έδρα την Guissona (Ισπανία),

Naviera Muriola AIE, με έδρα τη Μαδρίτη,

Poal Investments XXI SL, με έδρα το San Sebastián de los Reyes (Ισπανία),

Poal Investments XXII SL, με έδρα το San Sebastián de los Reyes,

Naviera Cabo Vilaboa C1658 AIE, με έδρα τη Μαδρίτη,

Naviera Cabo Domaio, C1659 AIE, με έδρα τη Μαδρίτη,

Caamaño Sistemas Metálicos SL, με έδρα το Culleredo (Ισπανία),

Blumaq SA, με έδρα το Vall d’Uixó (Ισπανία),

Grupo Ibérica Congelados SA, με έδρα το Vigo (Ισπανία),

RNB SL, με έδρα την Pobla de Vallbona (Ισπανία),

Inversiones Antaviana SL, με έδρα την Paterna (Ισπανία),

Banco de Caja España de Inversiones, Salamanca y Soria SAU, με έδρα τη Μαδρίτη,

Banco de Albacete SA, με έδρα την Boadilla del Monte,

Bodegas Muga SL, με έδρα το Haro (Ισπανία),

εκπροσωπούμενες από τους J. L. Buendía Sierra, E. Abad Valdenebro και R. Calvo Salinero, abogados,

Aluminios Cortizo SAU, με έδρα το Padrón (Ισπανία), εκπροσωπούμενη από τον A. Beiras Cal, abogado,

παρεμβαίνουσες κατ’ αναίρεση,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από τους M. Ilešič, πρόεδρο τμήματος, A. Rosas, C. Toader, A. Prechal και E. Jarašiūnas (εισηγητή), δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Bobek

γραμματέας: L. Carrasco Marco, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 1ης Μαρτίου 2018,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με την αίτηση αναιρέσεως, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί την αναίρεση της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 17ης Δεκεμβρίου 2015, Ισπανία κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑515/13 και T‑719/13, EU:T:2015:1004, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση 2014/200/ΕΕ της Επιτροπής, της 17ης Ιουλίου 2013, σχετικά με το καθεστώς ενισχύσεων SA.21233 C/11 (πρώην NN/11, πρώην CP 137/06) που έθεσε σε εφαρμογή η Ισπανία – Φορολογικό καθεστώς που διέπει ορισμένες συμφωνίες χρηματοδοτικής μίσθωσης, γνωστό και ως «ισπανικό φορολογικό καθεστώς χρηματοδοτικής μίσθωσης» (ΕΕ 2014, L 144, σ. 1, στο εξής: επίδικη απόφαση).

 Ιστορικό της διαφοράς

2        Το ιστορικό της διαφοράς, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, είναι συνοπτικώς το εξής.

3        Κατόπιν της υποβολής καταγγελιών σύμφωνα με τις οποίες το ισπανικό φορολογικό καθεστώς χρηματοδοτικής μίσθωσης, όπως αυτό εφαρμόσθηκε επί ορισμένων συμφωνιών χρηματοδοτικής μίσθωσης για την αγορά πλοίων (στο εξής: καθεστώς STL), παρείχε στις ναυτιλιακές εταιρίες τη δυνατότητα να αγοράζουν πλοία κατασκευαζόμενα από ισπανικά ναυπηγεία σε τιμές μειωμένες κατά 20 % έως 30 %, η Επιτροπή κίνησε την επίσημη διαδικασία έρευνας που προβλέπεται στο άρθρο 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ με την απόφαση C(2011) 4494 τελικό, της 29ης Ιουνίου 2011 (ΕΕ 2011, C 276, σ. 5).

4        Κατά τη διαδικασία αυτή, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι το καθεστώς STL χρησιμοποιούνταν, έως την ημερομηνία έκδοσης της εν λόγω απόφασης, για συναλλαγές που συνίσταντο στη ναυπήγηση πλοίων και την αγορά τους από ναυτιλιακές εταιρίες, καθώς και τη χρηματοδότηση των εν λόγω συναλλαγών μέσω ειδικού νομικού και χρηματοοικονομικού σχήματος, οργανωμένου από τράπεζα. Για την εφαρμογή του καθεστώτος STL, κάθε παραγγελία πλοίου προϋπέθετε τη συμμετοχή ναυτιλιακής εταιρίας, ναυπηγείου, τράπεζας, εταιρίας χρηματοδοτικής μίσθωσης και ενός ομίλου οικονομικού σκοπού (ΟΟΣ), ο οποίος αποτελούνταν από την τράπεζα και από επενδυτές που αγοράζουν μερίδια συμμετοχής στον εν λόγω ΟΟΣ. Ο ΟΟΣ μίσθωνε το πλοίο από εταιρία χρηματοδοτικής μίσθωσης από την έναρξη της ναυπήγησης του πλοίου και στη συνέχεια το εκμίσθωνε στη ναυτιλιακή εταιρία στο πλαίσιο σύμβασης ναύλωσης γυμνού πλοίου. Ο ΟΟΣ δεσμευόταν να αγοράσει το πλοίο κατά τη λήξη της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης και η ναυτιλιακή εταιρία αναλάμβανε την υποχρέωση να το αγοράσει κατά τη λήξη της σύμβασης ναύλωσης γυμνού πλοίου. Κατά την επίδικη απόφαση, επρόκειτο για φορολογική διευθέτηση με σκοπό τη δημιουργία φορολογικών πλεονεκτημάτων για τους επενδυτές που μετείχαν σε έναν φορολογικά διαφανή ΟΟΣ και τη μεταβίβαση μέρους των πλεονεκτημάτων αυτών στη ναυτιλιακή εταιρία με τη μορφή έκπτωσης επί της τιμής του πλοίου.

5        Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι οι πράξεις στο πλαίσιο του καθεστώτος STL αποτελούνταν από πέντε μέτρα τα οποία προβλέπονταν σε πλείονες διατάξεις του Real Decreto Legislativo 4/2004, por el que se aprueba el texto refundido de la Ley del Impuesto sobre Sociedades (βασιλικού νομοθετικού διατάγματος 4/2004, με το οποίο εγκρίνεται το κωδικοποιημένο κείμενο του νόμου περί του φόρου εταιριών), της 5ης Μαρτίου 2004 (BOE αριθ. 61, της 11ης Μαρτίου 2004, σ. 10951, στο εξής: TRLIS), και του Real Decreto 1777/2004, por el que se aprueba el Reglamento del Impuesto sobre Sociedades (βασιλικού διατάγματος 1777/2004, με το οποίο εγκρίνεται η κανονιστική απόφαση περί του φόρου εταιριών), της 30ής Ιουλίου 2004 (BOE αριθ. 189, της 6ης Αυγούστου 2004, σ. 37072, στο εξής: RIS). Τα μέτρα αυτά ήταν η εσπευσμένη απόσβεση των κτηθέντων με χρηματοδοτική μίσθωση στοιχείων του ενεργητικού, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 115, παράγραφος 6 του TRLIS, η κατά διακριτική ευχέρεια εφαρμογή της πρόωρης απόσβεσης των κτηθέντων με χρηματοδοτική μίσθωση στοιχείων του ενεργητικού, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 48, παράγραφος 4, και το άρθρο 115, παράγραφος 11, του TRLIS καθώς και το άρθρο 49 του RIS, οι διατάξεις περί ΟΟΣ, το καθεστώς φορολόγησης με βάση τη χωρητικότητα, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 124 έως 128 του TRLIS, και οι διατάξεις του άρθρου 50, παράγραφος 3, του RIS.

6        Βάσει του άρθρου 115, παράγραφος 6, του TRLIS, η εσπευσμένη απόσβεση του κτηθέντος με χρηματοδοτική μίσθωση στοιχείου του ενεργητικού αρχίζει από την ημερομηνία κατά την οποία το στοιχείο του ενεργητικού είναι έτοιμο προς λειτουργία, δηλαδή όχι πριν από την παράδοσή του στον μισθωτή και την έναρξη της χρήσης του από αυτόν. Ωστόσο, το άρθρο 115, παράγραφος 11, του TRLIS προέβλεπε ότι το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών δύναται, κατόπιν επίσημου αιτήματος του μισθωτή, να ορίσει προγενέστερη ημερομηνία έναρξης της απόσβεσης. Το άρθρο 115, παράγραφος 11, του TRLIS επέβαλλε δύο γενικές προϋποθέσεις για την εν λόγω πρόωρη απόσβεση. Οι ειδικές προϋποθέσεις που έχουν εφαρμογή στους ΟΟΣ διατυπώνονταν στο άρθρο 48, παράγραφος 4, του TRLIS. Η διαδικασία έγκρισης του άρθρου 115, παράγραφος 11, του TRLIS ρυθμιζόταν λεπτομερώς στο άρθρο 49 του RIS.

7        Το καθεστώς φορολόγησης με βάση τη χωρητικότητα εγκρίθηκε το 2002 ως κρατική ενίσχυση συμβατή με την εσωτερική αγορά, σύμφωνα με τις κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις στον κλάδο των θαλασσίων μεταφορών της 5ης Ιουλίου 1997 (ΕΕ C 205, σ. 5), όπως τροποποιήθηκαν στις 17 Ιανουαρίου 2004 (ΕΕ 2004, C 13, σ. 3), με την απόφαση C(2002) 582 τελικό της Επιτροπής, της 27ης Φεβρουαρίου 2002, σχετικά με την κρατική ενίσχυση N 736/2001 εφαρμοσθείσα από την Ισπανία – Σύστημα φορολόγησης των ναυτιλιακών εταιριών βάσει της χωρητικότητας (ΕΕ 2004, C 38, σ. 4). Στο πλαίσιο του καθεστώτος αυτού, οι επιχειρήσεις που έχουν εγγραφεί σε ένα από τα μητρώα ναυτιλιακών εταιριών και οι οποίες έχουν λάβει σχετική έγκριση της φορολογικής αρχής δεν φορολογούνται με γνώμονα τα κέρδη και τις ζημίες τους, αλλά με βάση τη χωρητικότητα. Η ισπανική νομοθεσία επιτρέπει στους ΟΟΣ να εγγράφονται σε ένα από τα μητρώα αυτά, μολονότι δεν είναι ναυτιλιακές εταιρίες.

8        Το άρθρο 125, παράγραφος 2, του TRLIS προέβλεπε ειδική διαδικασία για τα πλοία που είχαν ήδη αγορασθεί κατά τον χρόνο μετάβασης στο καθεστώς φορολόγησης με βάση τη χωρητικότητα και για τα μεταχειρισμένα πλοία που είχαν αγορασθεί όταν η επιχείρηση έχει ήδη υπαχθεί στο καθεστώς αυτό. Βάσει της συνήθους εφαρμογής του εν λόγω καθεστώτος, η δυνητική κεφαλαιακή υπεραξία φορολογούνταν κατά την υπαγωγή στο καθεστώς φορολόγησης με βάση τη χωρητικότητα, θεωρούνταν δε ότι η φορολόγηση της κεφαλαιακής υπεραξίας συντελείται, αν και καθυστερημένα, σε μεταγενέστερο στάδιο, κατά την πώληση ή την απόσυρση του πλοίου. Ωστόσο, κατά παρέκκλιση από τη διάταξη αυτή, το άρθρο 50, παράγραφος 3, του RIS όριζε ότι, κατά την αγορά πλοίων μέσω δικαιώματος αγοράς στο πλαίσιο σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης που έχει εγκριθεί προηγουμένως από τις φορολογικές αρχές, τα εν λόγω πλοία θεωρούνταν καινούργια και όχι μεταχειρισμένα, υπό την έννοια του άρθρου 125, παράγραφος 2, του TRLIS, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι έχουν ήδη αποσβεσθεί, πράγμα που σημαίνει ότι οι ενδεχόμενες υπεραξίες δεν φορολογούνταν. Η εν λόγω παρέκκλιση, η οποία δεν κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή, εφαρμόστηκε μόνο για ειδικές συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης που είχαν εγκριθεί από τις φορολογικές αρχές στο πλαίσιο της υποβολής αιτήσεων πρόωρης απόσβεσης δυνάμει του άρθρου 115, παράγραφος 11, του TRLIS, δηλαδή για πλοία που είχαν προσφάτως ναυπηγηθεί και εκμισθωθεί και τα οποία είχαν αγορασθεί μέσω πράξεων στο πλαίσιο του καθεστώτος STL και, πλην μιας περιπτώσεως, είχαν ναυπηγηθεί από ισπανικά ναυπηγεία.

9        Με την εφαρμογή του συνόλου των μέτρων αυτών, ο ΟΟΣ αποκόμιζε φορολογικά πλεονεκτήματα σε δύο στάδια. Κατά το πρώτο στάδιο, η πρόωρη και εσπευσμένη απόσβεση του μισθωμένου πλοίου εφαρμοζόταν στο πλαίσιο του κανονικού καθεστώτος φορολογίας εταιριών, πράγμα που συνεπαγόταν σημαντικές φορολογικές ζημίες για τον ΟΟΣ, οι οποίες, λόγω της φορολογικής διαφάνειάς του, μπορούσαν να εκπίπτουν από τα έσοδα των επενδυτών κατ’ αναλογία του ποσοστού συμμετοχής τους στον ΟΟΣ. Κανονικά, η πρόωρη και εσπευσμένη απόσβεση του κόστους του πλοίου αντισταθμίζεται αργότερα διά της αυξήσεως του καταβαλλόμενου φόρου είτε λόγω της πλήρους απόσβεσης του πλοίου είτε διά της υπεραξίας που πραγματοποιείται σε περίπτωση πώλησης του πλοίου, πλην όμως, κατά το δεύτερο στάδιο, τα ποσά που εξοικονομούνταν από τη φορολογία ως αποτέλεσμα της μεταβίβασης των αρχικών ζημιών στους επενδυτές διασφαλίζονταν χάρη στη μετάπτωση του ΟΟΣ στο καθεστώς φορολόγησης με βάση τη χωρητικότητα, το οποίο επιτρέπει την πλήρη απαλλαγή της κεφαλαιακής υπεραξίας που πραγματοποιείται από την πώληση του πλοίου στη ναυτιλιακή εταιρία.

10      Η Επιτροπή θεώρησε ότι το STL έπρεπε να περιγράφεται ως σύστημα, αλλά προέβη και σε χωριστή ανάλυση καθενός από τα επίμαχα μέτρα. Με την επίδικη απόφαση, η Επιτροπή έκρινε ότι, μεταξύ των μέτρων αυτών, τα μέτρα που απορρέουν από το άρθρο 115, παράγραφος 11, του TRLIS σχετικά με την πρόωρη απόσβεση των κτηθέντων με χρηματοδοτική μίσθωση στοιχείων του ενεργητικού, από την εφαρμογή του καθεστώτος φορολόγησης με βάση τη χωρητικότητα σε επιχειρήσεις, πλοία ή μη επιλέξιμες δραστηριότητες και από το άρθρο 50, παράγραφος 3, του RIS (στο εξής: επίμαχα φορολογικά μέτρα) συνιστούν κρατική ενίσχυση προς τους ΟΟΣ και τους επενδυτές τους, η οποία είχε παρανόμως τεθεί σε εφαρμογή από το Βασίλειο της Ισπανίας από την 1η Ιανουαρίου 2002, κατά παράβαση του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Κατά την Επιτροπή, τα επίμαχα φορολογικά μέτρα δεν ήταν συμβατά με την εσωτερική αγορά, εκτός εάν επρόκειτο για ενίσχυση η οποία ήταν αντίστοιχη προς την αμοιβή η οποία θεωρείτο εύλογη στην αγορά για τη διαμεσολάβηση χρηματοοικονομικών επενδυτών και η οποία καταβαλλόταν σε εταιρίες θαλάσσιων μεταφορών επιλέξιμες βάσει των κατευθυντήριων γραμμών για τις θαλάσσιες μεταφορές. Η Επιτροπή αποφάσισε ότι το Βασίλειο της Ισπανίας έπρεπε να καταργήσει το εν λόγω καθεστώς ενισχύσεων, στο μέτρο που δεν ήταν συμβατό με την εσωτερική αγορά, και να ανακτήσει τις μη συμβατές ενισχύσεις από τους επενδυτές των ΟΟΣ που επωφελήθηκαν από αυτές, χωρίς οι εν λόγω επενδυτές να έχουν τη δυνατότητα να μετακυλίσουν το βάρος της ανάκτησης σε άλλα πρόσωπα. Ωστόσο, η Επιτροπή αποφάσισε να μην ανακτηθούν οι ενισχύσεις που είχαν χορηγηθεί στο πλαίσιο χρηματοδοτικών πράξεων για τις οποίες οι αρμόδιες εθνικές αρχές είχαν δεσμευθεί να χορηγήσουν το ευεργέτημα των μέτρων με νομικά δεσμευτική πράξη εγκριθείσα πριν από τις 30 Απριλίου 2007, ημερομηνία δημοσίευσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης της απόφασης 2007/256/ΕΚ, της 20ής Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με το καθεστώς ενισχύσεων που έθεσε σε εφαρμογή η Γαλλία βάσει του άρθρου 39 CA του γενικού κώδικα φορολογίας ‑ Κρατική ενίσχυση C 46/2004 (πρώην NN 65/2004) (ΕΕ 2007, L 112, σ. 41).

 Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

11      Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 25 Σεπτεμβρίου και στις 30 Δεκεμβρίου 2013, το Βασίλειο της Ισπανίας, αφενός, και οι Lico Leasing, SA και Pequeños y Medianos Astilleros Sociedad de Reconversión, SA (στο εξής: PYMAR), αφετέρου, άσκησαν προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της επίδικης απόφασης. Οι δύο υποθέσεις συνενώθηκαν προκειμένου να εκδοθεί κοινή απόφαση.

12      Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την επίδικη απόφαση και καταδίκασε την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

 Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων

13      Με διατάξεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της 21ης Δεκεμβρίου 2016 έγιναν δεκτές οι αιτήσεις παρεμβάσεως της Bankia SA και 32 άλλων οντοτήτων (στο εξής: Bankia κ.λπ.), καθώς και της Aluminios Cortizo SAU υπέρ της Lico Leasing και της PYMAR.

14      Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο και να καταδικάσει τις προσφεύγουσες πρωτοδίκως στα δικαστικά έξοδα.

15      Το Βασίλειο της Ισπανίας ζητεί να απορριφθεί η προσφυγή ως αβάσιμη και να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

16      Η Lico Leasing και η PYMAR επιδιώκουν την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης και, επικουρικώς, ως αβάσιμης και ζητούν να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

17      Οι Bankia κ.λπ. και η Aluminios Cortizo ζητούν από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

 Επί της αιτήσεως αναιρέσεως

 Επί του παραδεκτού

18      Η Lico Leasing και η PYMAR διατυπώνουν αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως, θεωρώντας ότι αυτή στηρίζεται σε νέους πραγματικούς ισχυρισμούς όσον αφορά τον προσδιορισμό των αποδεκτών των πλεονεκτημάτων που απορρέουν από τα επίμαχα φορολογικά μέτρα, όπως είναι οι ισχυρισμοί σύμφωνα με τους οποίους ο ΟΟΣ και οι επενδυτές αποτελούν οικονομική μονάδα και με τους οποίους η Επιτροπή επιδιώκει την εξάλειψη των ανακολουθιών της επίδικης απόφασης.

19      Διαπιστώνεται, όμως, ότι οι αμφιβολίες αυτές δεν αφορούν ιδιότητα της αιτήσεως αναιρέσεως ικανή, αυτή καθαυτή, να επηρεάσει το παραδεκτό της εν λόγω αιτήσεως, ακόμη δε και αν αποδεικνυόταν ότι οι επίμαχοι ισχυρισμοί είναι απαράδεκτοι, επηρεάζονται ορισμένα μόνον από τα επιχειρήματα που προέβαλε η Επιτροπή προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως, τα οποία σχετίζονται με την ταυτοποίηση των αποδεκτών των πλεονεκτημάτων που απορρέουν από τα επίμαχα φορολογικά μέτρα. Συνεπώς, το παραδεκτό των ισχυρισμών αυτών θα εξεταστεί με την παρούσα απόφαση κατά την εξέταση του πρώτου σκέλους του πρώτου αναιρετικού λόγου.

20      Επομένως, η ένσταση απαραδέκτου την οποία προέβαλαν οι Lico Leasing και PYMAR πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του πρώτου αναιρετικού λόγου

21      Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, η Επιτροπή προβάλλει λόγο για νομικό σφάλμα κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, όσον αφορά τις έννοιες της «επιχείρησης» και του «επιλεκτικού πλεονεκτήματος».

 Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου αναιρετικού λόγου

22      Στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του πρώτου αναιρετικού λόγου, η Επιτροπή υποστηρίζει, πρώτον, ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα κατά τον προσδιορισμό των αποδεκτών της ενίσχυσης και όσον αφορά τις έννοιες «επιχείρηση», «πλεονέκτημα» και «επιλεκτικό μέτρο». Περαιτέρω, προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι παρέβη το άρθρο 296 ΣΛΕΕ, καθόσον έκρινε ότι η αιτιολογία της επίδικης απόφασης είναι ελλιπής ή και αντιφατική. Η δεύτερη αυτή αιτίαση θα εξετασθεί μαζί με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο.

–       Επιχειρήματα των διαδίκων

23      Προς στήριξη της πρώτης αιτίασης του πρώτου σκέλους του πρώτου αναιρετικού λόγου, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα, προβαίνοντας σε τεχνητή εκτίμηση της κατάστασης για την οποία κλήθηκε να αποφανθεί και συγχέοντας την οικονομική έννοια της «επιχείρησης» με την έννοια του «φορολογουμένου». Με τις σκέψεις 116 έως 118 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε εσφαλμένως ότι, λόγω της φορολογικής διαφάνειας των ΟΟΣ, τα φορολογικά πλεονεκτήματα υπέρ των ομίλων αυτών ωφελούσαν μόνον τα μέλη τους. Το Γενικό Δικαστήριο θεμελίωσε εν συνεχεία εξ ολοκλήρου την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επί της εσφαλμένης αυτής εκτίμησης, η οποία παραβλέπει την ύπαρξη των ΟΟΣ, την ικανότητά τους να επωφελούνται από ενισχύσεις φορολογικού χαρακτήρα και την άσκηση από αυτούς οικονομικής δραστηριότητας σε συγκεκριμένο κλάδο, και αποφάνθηκε ότι τα επίμαχα φορολογικά μέτρα είχαν γενικό και όχι επιλεκτικό χαρακτήρα, επειδή τα μέλη των ΟΟΣ μπορούσαν να ανήκουν σε οποιονδήποτε κλάδο της οικονομίας. Εάν γινόταν δεκτή η συλλογιστική αυτή, κάθε επιχείρηση οργανωμένη με τη νομική μορφή του ΟΟΣ θα μπορούσε να τύχει φορολογικών πλεονεκτημάτων τα οποία δεν θα μπορούσαν ποτέ να χαρακτηριστούν κρατικές ενισχύσεις.

24      Κατά την Επιτροπή, το γεγονός ότι κάθε πρόσωπο μπορεί, κατ’ αρχήν, να γίνει μέλος ΟΟΣ δεν μετατρέπει σε γενικό μέτρο ένα μέτρο το οποίο προδήλως αποτελεί παρέκκλιση από το πλαίσιο αναφοράς και το οποίο χορηγείται μόνο σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε συγκεκριμένο κλάδο. Εν προκειμένω, η δραστηριότητα των ΟΟΣ περιοριζόταν σε έναν μόνο κλάδο, ήτοι στη χρηματοδότηση της απόκτησης πλοίων μέσω συμβάσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης, τη ναύλωσή τους ως γυμνών πλοίων και, κατόπιν, στη μεταπώλησή τους, οι δε αποδέκτες των πλεονεκτημάτων που εξετάστηκαν με την επίδικη απόφαση είναι οι ΟΟΣ και τα μέλη τους από κοινού, δηλαδή η ενιαία οντότητα που αποτελείται από τον ΟΟΣ και τα μέλη του.

25      Το Βασίλειο της Ισπανίας φρονεί ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, το Γενικό Δικαστήριο δεν ερμήνευσε, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, την έννοια της «επιχείρησης» ή του «φορολογούμενου». Με την αίτηση αναιρέσεως επιχειρείται να αποδοθεί στους ΟΟΣ η ιδιότητα της επιχείρησης που ασκεί συγκεκριμένη δραστηριότητα, ενώ η ιδιότητα αυτή δεν εξετάστηκε με την επίδικη απόφαση, και, εξάλλου, παραγνωρίζεται το γεγονός ότι η φορολογική διαφάνεια συνεπάγεται τη μεταφορά των φορολογικών πλεονεκτημάτων στα μέλη των ΟΟΣ, πράγμα που σημαίνει ότι τα μέλη αυτά καθίστανται οι πραγματικοί και μόνοι αποδέκτες των επίμαχων φορολογικών μέτρων, όπως προκύπτει από την ίδια την επίδικη απόφαση. Εν τέλει, αν γίνει δεκτό ότι ο ΟΟΣ είναι ένα βοηθητικό εργαλείο για τη δραστηριότητα των μελών του, ότι είναι ο αρχικός αποδέκτης των φορολογικών πλεονεκτημάτων και ότι μετακυλίει τα πλεονεκτήματα αυτά στα μέλη τα οποία αποτελούν τους τελικούς αποδέκτες και τα οποία αφορά η σχετική με την ανάκτηση της ενίσχυσης διαταγή της Επιτροπής, τα επιχειρήματα της Επιτροπής οδηγούν στα ίδια συμπεράσματα με εκείνα στα οποία κατέληξε το Γενικό Δικαστήριο.

26      Η Lico Leasing και η PYMAR υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε νομικό σφάλμα όσον αφορά τον προσδιορισμό των αποδεκτών των πλεονεκτημάτων που απορρέουν από τα επίμαχα φορολογικά μέτρα, ο οποίος αποτελεί πραγματικό και όχι νομικό ζήτημα. Επιπλέον, είναι αναμφισβήτητο ότι οι ΟΟΣ δεν μπορούν να θεωρηθούν πραγματικοί αποδέκτες των φορολογικών πλεονεκτημάτων που απορρέουν από τα επίμαχα φορολογικά μέτρα. Το γεγονός ότι ένα μέτρο εφαρμόζεται από τους ΟΟΣ που πραγματοποιούν συγκεκριμένο είδος οικονομικών πράξεων δεν σημαίνει ότι το μέτρο έχει επιλεκτικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι η επιλεκτικότητα ενός πλεονεκτήματος, όπως και όλες οι άλλες προϋποθέσεις της ύπαρξης κρατικής ενίσχυσης, πρέπει να εξεταστεί σε σχέση με τους επιχειρηματίες για τους οποίους υλοποιείται το οικονομικό πλεονέκτημα. Κατά συνέπεια, εν προκειμένω, η προϋπόθεση περί επιλεκτικού χαρακτήρα έπρεπε να εξεταστεί σε σχέση με τους επενδυτές, από την εξέταση δε αυτή διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για φορολογικά πλεονεκτήματα προσιτά σε όλες τις επιχειρήσεις.

27      Επιπλέον, εάν οι ΟΟΣ θεωρούνταν αποδέκτες των εν λόγω πλεονεκτημάτων, θα ήταν δυσχερής ο προσδιορισμός της επηρεαζόμενης οικονομικής δραστηριότητας. Συγκεκριμένα, δεν θα υπήρχε η ειδική για τους ΟΟΣ αγορά της χρηματοδότησης, της ναύλωσης και της πώλησης πλοίων, καθώς οι ΟΟΣ που μετείχαν στο καθεστώς STL θα αποτελούσαν απλώς χρηματοοικονομικά εργαλεία.

28      Η άποψη της Επιτροπής ότι οι ΟΟΣ και οι επενδυτές αποτελούν οικονομική μονάδα, εκτός του ότι προβλήθηκε για πρώτη φορά κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και συνεπάγεται την εξέταση πραγματικού ζητήματος, παραμορφώνει την έννοια της «οικονομικής μονάδας», η οποία προϋποθέτει την άσκηση ελέγχου από μια οντότητα επί μιας εταιρίας και τη δυνατότητα να παρεμβαίνει αποτελεσματικά, άμεσα ή έμμεσα, στη διαχείριση της εταιρίας αυτής.

29      Οι Bankia κ.λπ. υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι η επιχειρηματολογία της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία οι ΟΟΣ είναι οι αποδέκτες των πλεονεκτημάτων που απορρέουν από τα επίμαχα φορολογικά μέτρα, είναι εκπρόθεσμη και, συνεπώς, απαράδεκτη. Φρονούν ότι, με τη συγκεκριμένη επιχειρηματολογία, η Επιτροπή επιχειρεί πλέον να στοιχειοθετήσει τον επιλεκτικό χαρακτήρα των μέτρων αυτών, παρουσιάζοντας τους ΟΟΣ ως αποδέκτες της ενίσχυσης και ως ασκούντες δραστηριότητα σε συγκεκριμένο κλάδο, ενώ, αφενός, οι ΟΟΣ ούτε λαμβάνουν ούτε μεταβιβάζουν κάποιο φορολογικό πλεονέκτημα, αφού η εφαρμογή των επίμαχων μέτρων συνεπάγεται γι’ αυτούς ζημίες και μόνον, και, αφετέρου, δεν προσδιορίζεται ο κλάδος στον οποίο δραστηριοποιούνταν.

30      Η Aluminios Cortizo υποστηρίζει, επίσης, ότι ο ΟΟΣ αποτελεί απλώς έναν οικονομικό μηχανισμό ο οποίος δεν μπορεί να έχει την ιδιότητα του αποδέκτη ενίσχυσης και ότι, στον βαθμό που κάθε επιχείρηση μπορεί να είναι μέλος ενός ΟΟΣ, δεν πληρούται ως προς τους επενδυτές η προϋπόθεση της επιλεκτικότητας. Οι επενδυτές δεν συναποτελούν οικονομικό όμιλο, καθώς συνδέονται μεταξύ τους με μια απλή σύμβαση συνεργασίας για την κατασκευή συγκεκριμένου αγαθού και επιπλέον δεν υφίσταται δραστηριότητα αγοραπωλησίας ή μίσθωσης σε συγκεκριμένη αγορά, καθώς οι πράξεις στο πλαίσιο του καθεστώτος STL συνιστούν απλώς εκτέλεση συμβατικών υποχρεώσεων. Ο επιλεκτικός χαρακτήρας για τον οποίο γίνεται λόγος θα μπορούσε να υφίσταται μόνο στην αγορά της ναυπηγικής βιομηχανίας, πλην όμως η Επιτροπή απέκλεισε το ενδεχόμενο αυτό.

–       Εκτίμηση του Δικαστηρίου

31      Δεδομένου ότι η Lico Leasing και η PYMAR αμφισβητούν το παραδεκτό της πρώτης αιτίασης του πρώτου σκέλους του πρώτου αναιρετικού λόγου που προβάλλει η Επιτροπής, σχετικά με νομικό σφάλμα κατά τον προσδιορισμό των αποδεκτών των πλεονεκτημάτων που απορρέουν από τα επίμαχα φορολογικά μέτρα, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για πραγματικό ζήτημα, πρέπει να υπομνησθεί ότι, πλην της περιπτώσεως παραμορφώσεως των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων, η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων δεν συνιστά, βεβαίως, νομικό ζήτημα υποκείμενο, ως τέτοιο, στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου. Αντιθέτως, εφόσον το Γενικό Δικαστήριο έχει διαπιστώσει ή εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ασκήσει, δυνάμει του άρθρου 256 ΣΛΕΕ, έλεγχο όσον αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών αυτών περιστατικών και τις έννομες συνέπειες που έχει συναγάγει συναφώς το Γενικό Δικαστήριο (αποφάσεις της 6ης Απριλίου 2006, General Motors κατά Επιτροπής, C‑551/03 P, EU:C:2006:229, σκέψη 51, της 22ας Δεκεμβρίου 2008, British Aggregates κατά Επιτροπής, C‑487/06 P, EU:C:2008:757, σκέψη 96, καθώς και της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Comunidad Autónoma del País Vasco κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑66/16 P έως C‑69/16 P, EU:C:2017:999, σκέψη 97).

32      Όμως, με την αιτίαση αυτή, η Επιτροπή δεν αμφισβητεί τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε το Γενικό Δικαστήριο, αλλά τις συνέπειες που συνήγαγε το Γενικό Δικαστήριο, ιδίως εκείνες που απορρέουν από το καθεστώς φορολογικής διαφάνειας των ΟΟΣ, δεχόμενο ότι αποδέκτες των πλεονεκτημάτων που απορρέουν από τα επίμαχα φορολογικά μέτρα είναι οι επενδυτές, μέλη των ΟΟΣ, και όχι οι ΟΟΣ. Η Επιτροπή επιδιώκει έτσι τον έλεγχο του νομικού χαρακτηρισμού στον οποίον προέβη το Γενικό Δικαστήριο όσον αφορά τους αποδέκτες των πλεονεκτημάτων, έλεγχο ο οποίος εμπίπτει στην αναιρετική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Επομένως, η εν λόγω αιτίαση είναι παραδεκτή.

33      Όσον αφορά το επιχείρημα της Επιτροπής ότι ο ΟΟΣ και τα μέλη του αποτελούν οικονομική μονάδα και είναι οι αποδέκτες των πλεονεκτημάτων που απορρέουν από τα επίμαχα φορολογικά μέτρα, το οποίο η Lico Leasing και η PYMAR καθώς και οι Bankia κ.λπ. χαρακτηρίζουν εκπρόθεσμο, διαπιστώνεται ότι το επιχείρημα αυτό προβλήθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 167 και 168 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Κατά συνέπεια, δεν ευσταθούν οι ενστάσεις απαραδέκτου κατά του επιχειρήματος αυτού.

34      Επί της ουσίας, υπενθυμίζεται ότι το δίκαιο του ανταγωνισμού της Ένωσης και, ειδικότερα, η απαγόρευση του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ αφορούν τις δραστηριότητες των επιχειρήσεων. Η έννοια της «επιχείρησης» περιλαμβάνει κάθε φορέα που ασκεί οικονομική δραστηριότητα, ανεξαρτήτως του νομικού καθεστώτος που τον διέπει και του τρόπου χρηματοδότησής του. Συνιστά οικονομική δραστηριότητα κάθε δραστηριότητα διάθεσης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών σε συγκεκριμένη αγορά (βλ., συναφώς, απόφαση της 27ης Ιουνίου 2017, Congregación de Escuelas Pías Provincia Betania, C‑74/16, EU:C:2017:496, σκέψεις 39, 41 και 45 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

35      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ο χαρακτηρισμός εθνικού μέτρου ως «κρατικής ενίσχυσης», υπό την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, προϋποθέτει τη συνδρομή των ακόλουθων σωρευτικών προϋποθέσεων. Πρώτον, πρέπει να πρόκειται για κρατική παρέμβαση ή για παρέμβαση μέσω κρατικών πόρων. Δεύτερον, η παρέμβαση αυτή πρέπει να μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Τρίτον, πρέπει να χορηγεί στον αποδέκτη επιλεκτικό πλεονέκτημα. Τέταρτον, πρέπει να νοθεύει ή να απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό (αποφάσεις της 10ης Ιουνίου 2010, Fallimento Traghetti del Mediterraneo, C‑140/09, EU:C:2010:335, σκέψη 31 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Επιτροπή κατά Hansestadt Lübeck, C‑524/14 P, EU:C:2016:971, σκέψη 40, καθώς και της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Επιτροπή κατά World Duty Free Group κ.λπ., C‑20/15 P και C‑21/15 P, EU:C:2016:981, σκέψη 53).

36      Όσον αφορά την προϋπόθεση περί επιλεκτικού πλεονεκτήματος, κατά πάγια νομολογία, θεωρούνται κρατικές ενισχύσεις οι παρεμβάσεις οι οποίες, υπό οποιαδήποτε μορφή, μπορούν να ευνοήσουν άμεσα ή έμμεσα επιχειρήσεις ή οι οποίες πρέπει να θεωρούνται οικονομικό πλεονέκτημα το οποίο η αποδέκτρια επιχείρηση δεν θα αποκόμιζε υπό κανονικές συνθήκες αγοράς. Στο πλαίσιο αυτό, θεωρούνται, μεταξύ άλλων, ως ενισχύσεις οι παρεμβάσεις οι οποίες, υπό διάφορες μορφές, ελαφρύνουν τον προϋπολογισμό της επιχείρησης και οι οποίες, ως εκ τούτου, χωρίς να είναι επιδοτήσεις υπό τη στενή έννοια του όρου, είναι της ιδίας φύσεως ή έχουν τα ίδια αποτελέσματα (απόφαση της 27ης Ιουνίου 2017, Congregación de Escuelas Pías Provincia Betania, C‑74/16, EU:C:2017:496, σκέψεις 65 και 66 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ δεν κάνει διάκριση μεταξύ των αιτιών ή των σκοπών των κρατικών παρεμβάσεων, αλλά τις ορίζει σε συνάρτηση με τα αποτελέσματά τους και, επομένως, ανεξαρτήτως των χρησιμοποιουμένων τεχνικών [βλ., συναφώς, αποφάσεις της 15ης Νοεμβρίου 2011, Επιτροπή και Ισπανία κατά Κυβερνήσεως του Γιβραλτάρ και Ηνωμένου Βασιλείου, C‑106/09 P και C‑107/09 P, EU:C:2011:732, σκέψεις 87, 92 και 93, καθώς και της 28ης Ιουνίου 2018, Andres (Heitkamp Bauholding υπό πτώχευση) κατά Επιτροπής, C‑203/16 P, EU:C:2018:505, σκέψη 91].

37      Όσον αφορά, ειδικότερα, τα εθνικά μέτρα που χορηγούν φορολογικό πλεονέκτημα, υπενθυμίζεται ότι μέτρο τέτοιας φύσεως το οποίο, μολονότι δεν συνεπάγεται μεταφορά κρατικών πόρων, περιάγει τους αποδέκτες του σε ευνοϊκότερη οικονομική κατάσταση σε σχέση με τους λοιπούς φορολογουμένους ενδέχεται να προσπορίζει επιλεκτικό πλεονέκτημα στους αποδέκτες του και, ως εκ τούτου, συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Αντιθέτως, δεν αποτελεί τέτοια ενίσχυση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, φορολογικό πλεονέκτημα που απορρέει από μέτρο γενικής ισχύος, το οποίο εφαρμόζεται αδιακρίτως σε όλους τους επιχειρηματίες [βλ., συναφώς, απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2011, Επιτροπή και Ισπανία κατά Κυβερνήσεως του Γιβραλτάρ και Ηνωμένου Βασιλείου, C‑106/09 P και C‑107/09 P, EU:C:2011:732, σκέψεις 72 και 73 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· βλ., επίσης, αποφάσεις της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Επιτροπή κατά World Duty Free Group κ.λπ., C‑20/15 P και C‑21/15 P, EU:C:2016:981, σκέψη 56, και της 28ης Ιουνίου 2018, Andres (Heitkamp Bauholding υπό πτώχευση) κατά Επιτροπής, C‑203/16 P, EU:C:2018:505, σκέψη 85]. Ομοίως, η έννοια της «κρατικής ενίσχυσης» δεν καταλαμβάνει τα κρατικά μέτρα που εισάγουν διαφοροποίηση μεταξύ επιχειρήσεων και έχουν, ως εκ τούτου, επιλεκτικό εκ πρώτης όψεως χαρακτήρα, εφόσον η διαφοροποίηση αυτή προκύπτει από τη φύση ή την οικονομία του συστήματος στο οποίο τα εν λόγω μέτρα εντάσσονται [αποφάσεις της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Επιτροπή κατά Hansestadt Lübeck, C‑524/14 P, EU:C:2016:971, σκέψη 41, καθώς και της 28ης Ιουνίου 2018, Andres (Heitkamp Bauholding υπό πτώχευση) κατά Επιτροπής, C‑203/16 P, EU:C:2018:505, σκέψη 87].

38      Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, με τη σκέψη 116 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, παρά το γεγονός ότι αποδέκτες των τριών φορολογικών μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 1 της επίδικης απόφασης ήταν οι ΟΟΣ, εντούτοις, λόγω της φορολογικής διαφάνειας των ΟΟΣ, από τα οικονομικά πλεονεκτήματα που απορρέουν από τα συγκεκριμένα μέτρα επωφελήθηκαν τα μέλη των ΟΟΣ, τα οποία αφορά, άλλωστε, η επιβαλλόμενη με το άρθρο 4 της επίδικης απόφασης υποχρέωση ανάκτησης, βάσει δε της διαπίστωσης αυτής το Γενικό Δικαστήριο έκανε δεκτό τον λόγο που προβλήθηκε από το Βασίλειο της Ισπανίας, τη Lico και την PYMAR Leasing, σχετικά με παράβαση του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, λόγω μη συνδρομής των προϋποθέσεων για την επιλεκτικότητα, τον κίνδυνο στρέβλωσης του ανταγωνισμού και τον επηρεασμό των συναλλαγών, επειδή, κατ’ αυτούς, η συνδρομή των εν λόγω προϋποθέσεων πρέπει να διαπιστώνεται μόνο σε σχέση με τα πλεονεκτήματα που έχουν αποκομίσει οι επενδυτές. Με τη σκέψη 117 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, ελλείψει οικονομικού πλεονεκτήματος υπέρ των ΟΟΣ, κακώς κατέληξε η Επιτροπή στο συμπέρασμα, με το άρθρο 4, παράγραφος 1 της επίδικης απόφασης, ότι οι ΟΟΣ είχαν λάβει κρατική ενίσχυση, υπό την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Κατά συνέπεια, με τη σκέψη 118 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης αποφάνθηκε ότι, «καθόσον οι επενδυτές και όχι οι ΟΟΣ έτυχαν των φορολογικών και οικονομικών πλεονεκτημάτων που απορρέουν από το καθεστώς STL, πρέπει να εξετασθεί […] αν τα πλεονεκτήματα των οποίων έτυχαν οι επενδυτές είναι επιλεκτικής φύσεως, συνεπάγονται τον κίνδυνο νοθεύσεως του ανταγωνισμού και επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές και αν η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αρκούντως αιτιολογημένη όσον αφορά την ανάλυση των κριτηρίων αυτών».

39      Αφού υπενθύμισε, στη σκέψη 164 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η συνολική ανάλυση που πραγματοποίησε η Επιτροπή με την επίδικη απόφαση, σχετικά με την επιλεκτικότητα των πλεονεκτημάτων που απορρέουν από τα επίμαχα φορολογικά μέτρα, στηρίζεται αποκλειστικώς και μόνο στη διαπίστωση ότι το καθεστώς STL ευνοεί ορισμένες δραστηριότητες, και συγκεκριμένα την απόκτηση πλοίων μέσω συμβάσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης, ειδικότερα με σκοπό τη ναύλωση γυμνών πλοίων και στη συνέχεια τη μεταπώλησή τους, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, με τις σκέψεις 171 και 176 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η διαπίστωση αυτή αφορούσε τις δραστηριότητες των ΟΟΣ που είχαν συσταθεί για τους σκοπούς του καθεστώτος STL, αλλά όχι τις βιομηχανικές ή οικονομικές δραστηριότητες των μελών των ΟΟΣ που αποκτούν μερίδια συμμετοχής στους ΟΟΣ ως επενδυτές. Το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε, με τις σκέψεις 176 και 180 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η επιλεκτικότητα των επίμαχων φορολογικών μέτρων δεν μπορούσε να στοιχειοθετηθεί βάσει της διαπιστώσεως αυτής.

40      Από τις προαναφερθείσες εκτιμήσεις προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο, ενώ δεν αμφισβήτησε την εκ μέρους της Επιτροπής περιγραφή του καθεστώτος STL στην επίδικη απόφαση, περιγραφή η οποία παρατίθεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και συνοψίζεται στις σκέψεις 4 έως 9 της παρούσας, ούτε, ειδικότερα, τις διαπιστώσεις ότι τα επίμαχα φορολογικά μέτρα είχαν χορηγηθεί στους ΟΟΣ και είχαν ευνοήσει τις δραστηριότητες τους, εντούτοις, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ΟΟΣ δεν μπορούσαν να είναι αποδέκτες κρατικής ενίσχυσης, για τον λόγο και μόνον ότι, λόγω της φορολογικής διαφάνειας των ΟΟΣ, αποδέκτες των φορολογικών και οικονομικών πλεονεκτημάτων που απορρέουν από τα μέτρα αυτά ήταν οι επενδυτές και όχι οι ΟΟΣ.

41      Ωστόσο, το συμπέρασμα αυτό, εκτός του ότι αντιφάσκει προς τη διαπίστωση στη σκέψη 116 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με την οποία αποδέκτες των τριών φορολογικών μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 1 της επίδικης απόφασης ήταν οι ΟΟΣ, στηρίζεται επιπλέον σε εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

42      Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την περιγραφή του καθεστώτος STL, οι ΟΟΣ ασκούσαν οικονομική δραστηριότητα, ήτοι αποκτούσαν πλοία μέσω συμβάσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης, ειδικότερα με σκοπό τη ναύλωση γυμνών πλοίων και στη συνέχεια τη μεταπώλησή τους, οπότε συνάγεται ότι αποτελούσαν επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και της νομολογίας που υπομνήσθηκε στη σκέψη 34 της παρούσας απόφασης, όπως επισήμανε και η Επιτροπή με την αιτιολογική σκέψη 126 της επίδικης απόφασης.

43      Οι ΟΟΣ ήταν αυτοί που, αφενός, ζητούσαν και λάμβαναν από τη φορολογική αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 115, παράγραφος 11, του TRLIS, το ευεργέτημα της πρόωρης απόσβεσης των κτηθέντων με χρηματοδοτική μίσθωση στοιχείων του ενεργητικού και, αφετέρου, παραιτούνταν από το κοινό καθεστώς φορολογίας των εταιριών και επέλεγαν το καθεστώς φορολόγησης με βάση τη χωρητικότητα, όπως αυτή εφαρμόζεται δυνάμει του άρθρου 50, παράγραφος 3, του RIS. Επίσης, ακριβώς οι ΟΟΣ επωφελούνταν από τα φορολογικά πλεονεκτήματα σε δύο στάδια, όπως περιγράφεται στη σκέψη 9 της παρούσας απόφασης, λόγω του συνδυασμού των επίμαχων φορολογικών μέτρων.

44      Τα απορρέοντα οικονομικά οφέλη αντιστοιχούσαν, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν με το σημείο 5.3.2.6 της επίδικης απόφασης, σε πλεονεκτήματα που οι ΟΟΣ δεν θα αποκτούσαν από την ίδια συναλλαγή, αν είχαν εφαρμόσει μόνον τα μέτρα γενικής ισχύος, δηλαδή στους τόκους που εξοικονομούνταν επί των καταβλητέων φόρων που αναστέλλονταν λόγω της πρόωρης απόσβεσης, τους φόρους που αποφεύγονταν ή τους τόκους που εξοικονομούνταν επί των φόρων που αναστέλλονταν λόγω του φορολογικού καθεστώτος με βάση τη χωρητικότητα και τους φόρους που αποφεύγονταν επί της κεφαλαιακής υπεραξίας που πραγματοποιούσαν από την πώληση του πλοίου. Το καθεστώς STL συνεπαγόταν, επομένως, τη χρήση κρατικών πόρων υπό μορφή απώλειας φορολογικών εσόδων και διαφυγόντων τόκων, όπως διαπιστώθηκε με τη σκέψη 5.3.3 της επίδικης απόφασης.

45      Βεβαίως, τα πλεονεκτήματα αυτά μεταβιβάζονταν εξ ολοκλήρου στα μέλη των ΟΟΣ, διότι οι ΟΟΣ ήταν φορολογικά διαφανείς όσον αφορά τα μέλη που είναι κάτοικοι Ισπανίας, οπότε τα κέρδη ή οι ζημίες που καταγράφονταν από τους ΟΟΣ μεταφέρονταν αυτόματα στα μέλη που ήταν κάτοικοι του εν λόγω κράτους μέλους κατ’ αναλογία προς το ποσοστό της συμμετοχής τους. Παραμένει, ωστόσο, γεγονός ότι τα επίμαχα φορολογικά μέτρα εφαρμόζονταν στους ΟΟΣ, οι οποίοι ήταν οι άμεσοι αποδέκτες των οφελών που απέρρεαν από αυτά. Τα εν λόγω πλεονεκτήματα, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 157 της επίδικης απόφασης, ευνοούσαν την ασκούμενη από αυτούς δραστηριότητα της απόκτησης πλοίων μέσω συμβάσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης, ειδικότερα με σκοπό τη ναύλωση γυμνού πλοίου και στη συνέχεια τη μεταπώλησή του.

46      Εντεύθεν συνάγεται ότι τα επίμαχα φορολογικά μέτρα αποτελούσαν, βάσει της νομολογίας που παρατίθεται στις σκέψεις 35 έως 37 της παρούσας απόφασης, κρατικές ενισχύσεις υπέρ των ΟΟΣ και, ως εκ τούτου, μη δεχόμενο ότι οι εν λόγω ΟΟΣ είναι αποδέκτες των μέτρων αυτών, με το σκεπτικό ότι επρόκειτο για φορολογικά διαφανείς οντότητες, το Γενικό Δικαστήριο απέκλεισε το ενδεχόμενο να είναι οι ΟΟΣ αποδέκτες κρατικών ενισχύσεων αποκλειστικά και μόνο λόγω της νομικής μορφής τους και των συνδεόμενων με αυτήν κανόνων φορολόγησης των κερδών. Ωστόσο, ο αποκλεισμός του ως άνω ενδεχομένου προσκρούει στη νομολογία που παρατίθεται στις σκέψεις 34 και 36 της παρούσας απόφασης, από την οποία προκύπτει ότι ο χαρακτηρισμός ενός μέτρου ως «κρατικής ενίσχυσης» δεν μπορεί να εξαρτάται από το νομικό καθεστώς των οικείων επιχειρήσεων ή από τις χρησιμοποιούμενες τεχνικές.

47      Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται λόγω της απόφασης της Επιτροπής να διατάξει την ανάκτηση των μη συμβατών ενισχύσεων μόνον από τους επενδυτές των ΟΟΣ, απόφασης ως προς τη νομιμότητα της οποίας δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφανθεί στο πλαίσιο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

48      Επομένως, η πρώτη αιτίαση του πρώτου σκέλους του πρώτου αναιρετικού λόγου είναι βάσιμη.

 Επί του δευτέρου σκέλους του πρώτου αναιρετικού λόγου

–       Επιχειρήματα των διαδίκων

49      Στο πλαίσιο του δεύτερου σκέλους του πρώτου αναιρετικού λόγου, η Επιτροπή προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι, με τις σκέψεις 157 έως 163 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, υπέπεσε σε νομικό σφάλμα κατά την ανάλυση του επιλεκτικού πλεονεκτήματος που απορρέει από τη διακριτική ευχέρεια της φορολογικής αρχής. Η Επιτροπή φρονεί ότι το Γενικό Δικαστήριο οικοδόμησε τον συλλογισμό του επί της εσφαλμένης παραδοχής ότι οι ΟΟΣ δεν μπορούν να είναι αποδέκτες φορολογικού πλεονεκτήματος και αγνόησε την πάγια νομολογία σύμφωνα με την οποία ένα φαινομενικά γενικό μέτρο καθίσταται επιλεκτικό εφόσον το πλεονέκτημα παρέχεται κατά διακριτική ευχέρεια.

50      Επιπλέον, παρά το γεγονός ότι η εν λόγω διακριτική ευχέρεια, αυτή καθαυτή, παρέχει τη δυνατότητα να περιέλθουν ορισμένες επιχειρήσεις σε περισσότερο ευνοϊκή κατάσταση σε σχέση με άλλες, εντούτοις το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε εκτίμηση ex post, συγχέοντας έτσι την επιλεκτικότητα που βασίζεται στο κριτήριο της διαχείρισης κατά διακριτική ευχέρεια με την de facto επιλεκτικότητα, η οποία εξαρτάται από την εξέταση της συγκεκριμένης συμπεριφοράς της αρχής που χορηγεί το πλεονέκτημα. Κατά τα λοιπά, οι διοικητικές εγκρίσεις για την εφαρμογή της πρόωρης απόσβεσης και του φορολογικού καθεστώτος με βάση τη χωρητικότητα δόθηκαν αποκλειστικά στους ΟΟΣ που ασκούσαν τη δραστηριότητα χρηματοδότησης και ναύλωσης γυμνών πλοίων, με συνέπεια να περιέρχονται σε κατάσταση ευνοϊκότερη απ’ ό,τι άλλες επιχειρήσεις.

51      Το Βασίλειο της Ισπανίας υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη διακριτικής ευχέρειας των φορολογικών αρχών και ότι πρόκειται για διαπίστωση περί των πραγματικών περιστατικών, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Δικαστηρίου. Επιπλέον, όπως διαπίστωσε και το Γενικό Δικαστήριο, η εν λόγω διακριτική ευχέρεια ήταν πολύ περιορισμένη, διότι δεν συνίστατο στον προσδιορισμό των αποδεκτών, αλλά των αγαθών ως προς τα οποία μπορούσε να εφαρμοστεί η πρόωρη απόσβεση. Επομένως, δεν πληρούται η απορρέουσα από τη νομολογία προϋπόθεση σύμφωνα με την οποία, για να στοιχειοθετηθεί ο επιλεκτικός χαρακτήρας του επίμαχου πλεονεκτήματος, η διακριτική ευχέρεια πρέπει να είναι ευρεία, ώστε ο προσδιορισμός των αποδεκτών και των προϋποθέσεων του χορηγούμενου μέτρου να διενεργείται βάσει κριτηρίων ξένων προς το φορολογικό σύστημα. Επιπλέον, δεν ευσταθεί η θέση της Επιτροπής ότι το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε ex post την επιλεκτικότητα των πλεονεκτημάτων που απορρέουν από τα επίμαχα φορολογικά μέτρα, αντί να βασιστεί στο κριτήριο της κατά διακριτική ευχέρεια διαχείρισης της ενίσχυσης.

52      Η Lico Leasing και η PYMAR υποστηρίζουν επίσης ότι οι εκτιμήσεις που διατυπώνονται με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση σχετικά με τη διακριτική ευχέρεια της φορολογικής αρχής στο πλαίσιο του μηχανισμού του καθεστώτος STL αφορούν τα πραγματικά περιστατικά. Επιπλέον, υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε ορθή εκτίμηση του επιλεκτικού χαρακτήρα των πλεονεκτημάτων που απορρέουν από τα επίμαχα φορολογικά μέτρα, αποκλείοντας τόσο την ύπαρξη επιλεκτικότητας με βάση τη διακριτική ευχέρεια των φορολογικών αρχών όσο και την ύπαρξη μιας de facto επιλεκτικότητας.

53      Ομοίως, οι Bankia κ.λπ. υποστηρίζουν ότι δεν συνιστά νομικό σφάλμα η διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου περί μη ύπαρξης de jure και de facto επιλεκτικότητας. Κατ’ αυτές, ακόμη και αν υποτεθεί ότι υπήρχε επιλεκτικότητα στους κλάδους της ναυτιλίας και της ναυπηγικής, η επιλεκτικότητα αυτή δεν αφορούσε τους επενδυτές, οι οποίοι, ωστόσο, έχουν προσδιοριστεί ως οι τελικοί και μοναδικοί αποδέκτες των επίμαχων φορολογικών μέτρων.

54      Η Aluminios Cortizo ενστερνίζεται τα επιχειρήματα του Βασιλείου της Ισπανίας, της Lico Leasing, της PYMAR και των Bankia κ.λπ.

–       Εκτίμηση του Δικαστηρίου

55      Υπενθυμίζεται ότι, για να στοιχειοθετηθεί ο επιλεκτικός χαρακτήρας ενός φορολογικού πλεονεκτήματος, δεν είναι απαραίτητο να διαθέτουν οι αρμόδιες εθνικές αρχές διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τη χορήγηση του πλεονεκτήματος. Ωστόσο, εφόσον διαθέτουν τέτοια ευχέρεια, οι εν λόγω αρχές ενδέχεται να έχουν τη δυνατότητα να ευνοούν ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένους κλάδους παραγωγής σε βάρος άλλων, οπότε στοιχειοθετείται η ύπαρξη ενίσχυσης κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ (βλ., συναφώς, απόφαση της 15ης Ιουλίου 2004, Ισπανία κατά Επιτροπής, C‑501/00, EU:C:2004:438, σκέψη 121). Τούτο συμβαίνει, μεταξύ άλλων, σε περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τον προσδιορισμό των αποδεκτών και των προϋποθέσεων χορήγησης του μέτρου βάσει κριτηρίων ξένων προς το φορολογικό σύστημα. Αντιθέτως, δεν μπορεί καταρχήν να χαρακτηριστεί ως επιλεκτική η εφαρμογή ενός συστήματος εγκρίσεων στο πλαίσιο του οποίου οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν περιορισμένη μόνο διακριτική ευχέρεια, η οποία οριοθετείται από αντικειμενικά κριτήρια, συναφή προς το φορολογικό σύστημα που έχει θεσπιστεί με την επίμαχη ρύθμιση (βλ., συναφώς, απόφαση της 18ης Ιουλίου 2013, P, C‑6/12, EU:C:2013:525, σκέψεις 26 και 27).

56      Εν προκειμένω, προκειμένου να κρίνει ότι ήταν εσφαλμένη η εκτίμηση που διατυπώνει η Επιτροπή στην αιτιολογική σκέψη 156 της επίδικης απόφασης, σύμφωνα με την οποία τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από το καθεστώς STL συνολικά είχαν επιλεκτικό χαρακτήρα, επειδή εξαρτώνταν από τη διακριτική ευχέρεια της φορολογική αρχής, το Γενικό Δικαστήριο στήριξε την κρίση του στη διαπίστωση που διατυπώνεται στη σκέψη 158 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με την οποία, παρά την ύπαρξη ενός συστήματος εγκρίσεως το οποίο φέρεται ότι ενείχε στοιχεία διακριτικής ευχέρειας, στα επίμαχα πλεονεκτήματα είχε πρόσβαση υπό τις ίδιες προϋποθέσεις κάθε επενδυτής ο οποίος αποφάσιζε να μετάσχει στις πράξεις στο πλαίσιο του καθεστώτος STL που σκοπούσαν στη χρηματοδότηση πλοίων διά της αγοράς μεριδίων συμμετοχής στους ΟΟΣ που είχαν συσταθεί από τις τράπεζες.

57      Αφού επισήμανε, με τη σκέψη 159 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι οι προϋποθέσεις έγκρισης της πρόωρης απόσβεσης αφορούσαν, de jure, αποκλειστικώς και μόνον τα στοιχεία του ενεργητικού που είναι δυνατόν να αποσβεσθούν πρόωρα, ότι η Επιτροπή είχε εκτιμήσει, με την επίδικη απόφαση, ότι, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας εν προκειμένω, η φορολογική αρχή δέχθηκε την πρόωρη απόσβεση αποκλειστικώς και μόνον για συγκεκριμένη κατηγορία στοιχείων του ενεργητικού και ότι καμία πράξη στο πλαίσιο του καθεστώτος STL δεν αποκλείσθηκε από τα επίμαχα πλεονεκτήματα, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, με τις σκέψεις 160 και 162 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, ακόμη και αν γινόταν δεκτή η διακριτική ευχέρεια της φορολογικής αρχής, αντικείμενό της θα ήταν εν τέλει, de jure και de facto, απλώς και μόνο ο προσδιορισμός του είδους της πράξης που θα μπορούσε να τύχει των επίμαχων φορολογικών πλεονεκτημάτων, δηλαδή των πράξεων στο πλαίσιο του καθεστώτος STL που σκοπούν στη χρηματοδότηση πλοίων, αποκλειομένων άλλων αγαθών, καθώς και ότι, εν πάση περιπτώσει, κάθε επιχείρηση μπορούσε να μετάσχει στις πράξεις αυτές και να επωφεληθεί των επίμαχων πλεονεκτημάτων. Εξ αυτού συνήγαγε ότι η ύπαρξη συστήματος έγκρισης δεν προσδίδει εν προκειμένω επιλεκτικό χαρακτήρα στα πλεονεκτήματα των οποίων έτυχαν οι επενδυτές.

58      Διαπιστώνεται, ωστόσο, ότι οι εκτιμήσεις αυτές στηρίζονται στην εσφαλμένη παραδοχή ότι αποδέκτες των πλεονεκτημάτων που απορρέουν από τα επίμαχα φορολογικά μέτρα μπορούσαν να είναι μόνον οι επενδυτές και όχι οι ΟΟΣ και ότι, συνεπώς, η σχετική με την επιλεκτικότητα προϋπόθεση έπρεπε να εξεταστεί σε σχέση με τους επενδυτές και όχι τους ΟΟΣ. Επομένως, συνιστά νομικό σφάλμα η παράλειψη του Γενικού Δικαστηρίου να εξετάσει εάν το σύστημα έγκρισης της πρόωρης απόσβεσης, σύμφωνα με το άρθρο 48, παράγραφος 4, και το άρθρο 115, παράγραφος 11, του TRLIS, καθώς και το άρθρο 49 του RIS, παρέχει στη φορολογική αρχή τη διακριτική ευχέρεια να ευνοεί τις δραστηριότητες των ΟΟΣ που συμμετέχουν στο καθεστώς STL ή έχει ως αποτέλεσμα να ευνοούνται τέτοιες δραστηριότητες.

59      Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτό το δεύτερο σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου.

 Επί του τρίτου σκέλους του πρώτου αναιρετικού λόγου

–       Επιχειρήματα των διαδίκων

60      Στο πλαίσιο του τρίτου σκέλους του πρώτου αναιρετικού λόγου, η Επιτροπή προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι, με τις σκέψεις 139 έως 155 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αποφάνθηκε, βάσει των αποφάσεων της 7ης Νοεμβρίου 2014, Banco Santander και Santusa κατά Επιτροπής (T‑399/11, EU:T:2014:938), καθώς και της 7ης Νοεμβρίου 2014, Autogrill España κατά Επιτροπής (T‑219/10, EU:T:2014:939), ότι το γεγονός ότι τα φορολογικά πλεονεκτήματα που χορηγούνται λόγω επενδύσεων σε συγκεκριμένο αγαθό, εξαιρουμένων άλλων αγαθών ή άλλων ειδών επενδύσεων, δεν τα καθιστά επιλεκτικά έναντι των επενδυτών, καθόσον η πράξη αυτή μπορεί να διενεργηθεί από κάθε επιχείρηση αδιακρίτως. Ωστόσο, το Δικαστήριο έχει απορρίψει τη θέση αυτή, καθώς αναίρεσε τις ως άνω αποφάσεις με την απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου2016, Επιτροπή κατά World Duty Free Group κ.λπ. (C‑20/15 P και C‑21/15 P, EU:C:2016:981). Εξάλλου, το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη ανάλυση της νομολογίας.

61      Κατά το Βασίλειο της Ισπανίας, η Επιτροπή παραλείπει να διευκρινίσει ότι το Γενικό Δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τις αποφάσεις της 7ης Νοεμβρίου 2014, Banco Santander και Santusa κατά Επιτροπής (T‑399/11, EU:T:2014:938), καθώς και της 7ης Νοεμβρίου 2014, Autogrill España κατά Επιτροπής (T‑219/10, EU:T:2014:939), πλην όμως επισήμανε ρητώς ότι αποφάνθηκε στο πλαίσιο της υφιστάμενης νομολογίας και ακολούθησε την πάγια νομολογία στον τομέα της φορολογίας. Από τη νομολογία αυτή συνάγεται ότι δεν είναι καταρχήν επιλεκτική μια φορολογική ρύθμιση από την οποία μπορούν να επωφεληθούν όλοι οι επιχειρηματίες άνευ διακρίσεως. Εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν προσδιόρισε συγκεκριμένη κατηγορία επιχειρήσεων που επωφελούνται από μια κατά παρέκκλιση ρύθμιση ούτε τους όρους της σύγκρισης μεταξύ των επιχειρήσεων αυτών και εκείνων που δεν θα μπορούσαν να επωφεληθούν.

62      Η Lico Leasing και η PYMAR υποστηρίζουν ότι, δεδομένου ότι τα επίμαχα φορολογικά μέτρα δεν είναι επιλεκτικά στον βαθμό που κάθε επιχείρηση μπορούσε άνευ διακρίσεως να επενδύσει στους ΟΟΣ και να επωφεληθεί από τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από τις επενδύσεις αυτές, δεν ήταν νομικά εσφαλμένη η κρίση του Γενικού Δικαστηρίου ότι, για τον λόγο αυτόν, τα πλεονεκτήματα που είχαν αποκομίσει οι επενδυτές στο πλαίσιο του καθεστώτος STL δεν είχαν επιλεκτικό χαρακτήρα. Η εκτίμηση αυτή δεν κλονίζεται από την απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Επιτροπή κατά World Duty Free Group κ.λπ. (C‑20/15 P και C‑21/15 P, EU:C:2016:981), διότι στο καθεστώς STL δεν υπάρχει παρέκκλιση που να ευνοεί ορισμένους φορολογουμένους σε σχέση με άλλους που βρίσκονται σε παρεμφερή πραγματική και νομική κατάσταση βάσει του φορολογικού συστήματος αναφοράς ούτε δυσμενής διάκριση μεταξύ διαφορετικών κατηγοριών επενδυτών, καθώς το καθεστώς STL αποτελεί ένα μέσο φορολογικής βελτιστοποίησης που μπορεί να χρησιμοποιηθεί απ’ όλους. Επιπλέον, η επίδικη απόφαση δεν περιέχει καμία αιτιολογία σχετικά με τα στοιχεία που απαιτούνται για την εφαρμογή των κριτηρίων που διατυπώνονται στην εν λόγω δικαστική απόφαση, ιδίως εκείνων διά των οποίων μπορεί να καθοριστεί το πλαίσιο αναφοράς.

63      Οι Bankia κ.λπ. τονίζουν ότι από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η ίδια η Επιτροπή θεωρεί ότι η υπό κρίση υπόθεση διαφοροποιείται από εκείνη επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Επιτροπή κατά World Duty Free Group κ.λπ. (C‑20/15 P και C‑21/15 P, EU:C:2016:981), καθώς υποστήριξε ότι τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από το καθεστώς STL χορηγήθηκαν στους επενδυτές όχι λόγω της πραγματοποίησης επενδύσεων, αλλά λόγω της άσκησης ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων μέσω των ΟΟΣ. Εν πάση περιπτώσει, σε αντίθεση με την τελευταία αυτή υπόθεση, τα επίμαχα φορολογικά μέτρα δεν ευνοούν τις οντότητες που βρίσκονται σε παρεμφερή πραγματική και νομική κατάσταση με άλλες οντότητες, καθώς η Επιτροπή δεν απέδειξε και δεν προσδιόρισε καν το πλαίσιο αναφοράς.

–       Εκτίμηση του Δικαστηρίου

64      Από τις σκέψεις 130 και 132 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, η Lico Leasing και η PYMAR είχαν υποστηρίξει ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ότι η δυνατότητα συμμετοχής στις ρυθμίσεις του καθεστώτος STL και, συνεπώς, η απόκτηση των επίμαχων πλεονεκτημάτων ήταν δυνατή για κάθε επενδυτή που ανέπτυσσε δραστηριότητα σε κάθε οικονομικό κλάδο, χωρίς καμία προηγούμενη προϋπόθεση ή κανένα προηγούμενο περιορισμό, οπότε τα πλεονεκτήματα που αποκόμιζαν οι επενδυτές δεν θα ήταν δυνατό να θεωρηθούν επιλεκτικά, ιδίως υπό το πρίσμα των αποφάσεων της 7ης Νοεμβρίου 2014, Banco Santander και Santusa κατά Επιτροπής (T‑399/11, EU:T:2014:938), καθώς και της 7ης Νοεμβρίου 2014, Autogrill España κατά Επιτροπής (T‑219/10, EU:T:2014:939), πλην όμως η Επιτροπή αντέτεινε ότι το επίδικο μέτρο ήταν επιλεκτικό έναντι των επενδυτών, διότι μόνον οι επιχειρήσεις που πραγματοποιούσαν συγκεκριμένο είδος επένδυσης μέσω ΟΟΣ υπάγονταν σ’ αυτό, ενώ οι επιχειρήσεις που προέβαιναν σε παρεμφερείς επενδύσεις στο πλαίσιο άλλων πράξεων δεν μπορούσαν να επωφεληθούν από το εν λόγω πλεονέκτημα.

65      Το Γενικό Δικαστήριο, με τις σκέψεις 139 έως 143 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, απέρριψε το επιχείρημα αυτό της Επιτροπής στη σκέψη 144 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, επικαλούμενο τις αποφάσεις της 7ης Νοεμβρίου 2014, Banco Santander και Santusa κατά Επιτροπής (T‑399/11, EU:T:2014:938), καθώς και της 7ης Νοεμβρίου 2014, Autogrill España κατά Επιτροπής (T‑219/10, EU:T:2014:939), και, αφού επισήμανε ότι, όπως και στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι εν λόγω αποφάσεις, κάθε επιχειρηματίας μπορούσε να τύχει των επίμαχων φορολογικών πλεονεκτημάτων, πραγματοποιώντας ορισμένο είδος επένδυσης στο οποίο μπορούσε να προβεί υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, αποφάνθηκε ότι, όπως και στις υποθέσεις εκείνες, το γεγονός ότι τα επίμαχα πλεονεκτήματα χορηγούνταν λόγω της επένδυσης σε συγκεκριμένο αγαθό, εξαιρουμένων άλλων αγαθών ή άλλων ειδών επενδύσεων, δεν τα καθιστούσε επιλεκτικά έναντι των επενδυτών, καθόσον κάθε επιχείρηση μπορούσε άνευ διακρίσεων να πραγματοποιήσει την εν λόγω επένδυση.

66      Εν συνεχεία, αφού ανέλυσε, με τις σκέψεις 146 έως 154 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, την απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, Γερμανία κατά Επιτροπής (C‑156/98, EU:C:2000:467), και τη δική του νομολογία, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, με τις σκέψεις 148 και 150 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι εντεύθεν συνάγεται ότι, όταν χορηγείται πλεονέκτημα, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, σε κάθε επιχείρηση λόγω της διενέργειας ορισμένου είδους επένδυσης στην οποία μπορεί να προβεί κάθε επιχειρηματίας, το πλεονέκτημα αυτό έχει γενικό χαρακτήρα ως προς τους εν λόγω επιχειρηματίες και δεν συνιστά κρατική ενίσχυση υπέρ αυτών. Βάσει των εκτιμήσεων αυτών, το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε, με τη σκέψη 155 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, στο συμπέρασμα ότι το πλεονέκτημα που αποκόμισαν οι επενδυτές οι οποίοι μετέσχον στις πράξεις στο πλαίσιο του καθεστώτος STL δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι επιλεκτικό ως παρεχόμενο μόνο στις επιχειρήσεις οι οποίες προέβαιναν στο συγκεκριμένο είδος επένδυσης μέσω ΟΟΣ.

67      Συναφώς, επισημαίνεται ότι η ανάλυση, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, του επιχειρήματος που προέβαλε κατ’ αντίκρουση η Επιτροπή κατά τη δίκη ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου στηρίχθηκε στην εσφαλμένη παραδοχή ότι αποδέκτες των πλεονεκτημάτων που απορρέουν από τα επίμαχα φορολογικά μέτρα μπορούσαν να θεωρηθούν μόνον οι επενδυτές και όχι οι ΟΟΣ και ότι, συνεπώς, η σχετική με την επιλεκτικότητα προϋπόθεση έπρεπε να εξεταστεί σε σχέση με τους επενδυτές και όχι τους ΟΟΣ.

68      Κατά τα λοιπά, με την απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Επιτροπή κατά World Duty Free Group κ.λπ. (C‑20/15 P και C‑21/15 P, EU:C:2016:981), το Δικαστήριο έκρινε ότι στηριζόταν σε εσφαλμένη εφαρμογή της σχετικής με τον επιλεκτικό χαρακτήρα προϋπόθεσης που προβλέπεται στο άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, η συλλογιστική που ακολουθήθηκε στις αποφάσεις της 7ης Νοεμβρίου 2014, Banco Santander και Santusa κατά Επιτροπής (T‑399/11, EU:T:2014:938), καθώς και της 7ης Νοεμβρίου 2014, Autogrill España κατά Επιτροπής (T‑219/10, EU:T:2014:939), σύμφωνα με την οποία η ύπαρξη παρέκκλισης ή εξαίρεσης στο πλαίσιο αναφοράς το οποίο δέχεται η Επιτροπή δεν καθιστά αφ’ εαυτής δυνατή τη διαπίστωση ότι το επίδικο μέτρο ευνοεί «ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένους κλάδους παραγωγής», υπό την έννοια του άρθρου 107 ΣΛΕΕ, εφόσον στο μέτρο αυτό είναι a priori δυνατόν να υπαχθεί κάθε επιχείρηση και εφόσον το εν λόγω μέτρο δεν αφορά μια ειδική κατηγορία επιχειρήσεων, οι οποίες θα ήταν οι μόνες που ευνοούνται από το εν λόγω μέτρο, αλλά αφορά μια κατηγορία οικονομικών πράξεων.

69      Συγκεκριμένα, με τη σκέψη 67 της απόφασης της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Επιτροπή κατά World Duty Free Group κ.λπ. (C‑20/15 P και C‑21/15 P, EU:C:2016:981), το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, όσον αφορά ένα εθνικό μέτρο που χορηγεί φορολογικό πλεονέκτημα γενικής ισχύος, η σχετική με την επιλεκτικότητα προϋπόθεση πληρούται όταν η Επιτροπή κατορθώνει να αποδείξει ότι το εν λόγω μέτρο παρεκκλίνει από το κοινό ή «κανονικό» φορολογικό καθεστώς που ισχύει στο οικείο κράτος μέλος και, ως εκ τούτου, εισάγει, διά των αποτελεσμάτων του, διαφορετική μεταχείριση μεταξύ επιχειρηματιών, παρά το γεγονός ότι οι επιχειρηματίες οι οποίοι ωφελούνται από το φορολογικό πλεονέκτημα και εκείνοι οι οποίοι εξαιρούνται από αυτό βρίσκονται, υπό το πρίσμα του σκοπού που επιδιώκεται με το φορολογικό καθεστώς του εν λόγω κράτους μέλους, σε παρεμφερή πραγματική και νομική κατάσταση. Με τις σκέψεις 70 και 71 της εν λόγω απόφασης, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι δεν συνάγεται από τη νομολογία του η πρόσθετη απαίτηση περί προσδιορισμού μιας συγκεκριμένης κατηγορίας επιχειρήσεων, οι οποίες είναι οι μόνες που ευνοούνται από το επίμαχο μέτρο και μπορούν να διαφοροποιηθούν λόγω των κοινών τους ιδιαίτερων και συγκεκριμένων ιδιοτήτων.

70      Εξάλλου, με τις σκέψεις 80 και 81 της απόφασης της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Επιτροπή κατά World Duty Free Group κ.λπ. (C‑20/15 P και C‑21/15 P, EU:C:2016:981), το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι το γεγονός ότι οι αποδέκτριες επιχειρήσεις ανήκουν σε διαφορετικούς κλάδους δραστηριότητας δεν αρκεί για να αρθεί ο επιλεκτικός χαρακτήρας του μέτρου και έκρινε ότι ο ενδεχόμενος επιλεκτικός χαρακτήρας του μέτρου αυτού δεν τίθεται σε καμία περίπτωση εν αμφιβόλω λόγω του ότι η ουσιώδης προϋπόθεση για τη χορήγηση του φορολογικού πλεονεκτήματος που συνεπάγεται το εν λόγω μέτρο αφορά πράξη οικονομικής φύσεως, πιο συγκεκριμένα μια πράξη αμιγώς χρηματοοικονομικής φύσεως, η οποία είναι ανεξάρτητη από τη φύση της δραστηριότητας των αποδεκτριών επιχειρήσεων.

71      Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα, απορρίπτοντας το επιχείρημα που προέβαλε κατ’ αντίκρουση η Επιτροπή, σύμφωνα με το οποίο τα πλεονεκτήματα που αποκόμισαν οι επενδυτές που μετέσχον σε πράξεις στο πλαίσιο του καθεστώτος STL δεν μπορούσαν να θεωρηθούν επιλεκτικά, εφόσον κάθε επιχείρηση μπορούσε άνευ διακρίσεως να πραγματοποιήσει τέτοιες συναλλαγές υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, χωρίς να εξετάσει εάν η Επιτροπή είχε στοιχειοθετήσει ότι τα επίμαχα φορολογικά μέτρα εισήγαγαν, διά των αποτελεσμάτων τους, διαφορετική μεταχείριση μεταξύ επιχειρηματιών, παρά το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις που επωφελούνταν από τα φορολογικά πλεονεκτήματα και εκείνες που αποκλείονταν από αυτά βρίσκονταν, υπό το πρίσμα του επιδιωκόμενου με το εν λόγω φορολογικό καθεστώς σκοπού, σε παρεμφερή πραγματική και νομική κατάσταση.

72      Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό το τρίτο σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου.

 Επί της δεύτερης αιτίασης του πρώτου σκέλους του πρώτου αναιρετικού λόγου και επί του δευτέρου αναιρετικού λόγου

 Επιχειρήματα των διαδίκων

73      Προς στήριξη της δεύτερης αιτίασης του πρώτου σκέλους του πρώτου αναιρετικού λόγου, η Επιτροπή προβάλλει ότι, με τις σκέψεις 169 έως 177 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 296 ΣΛΕΕ, κρίνοντας ότι η αιτιολογία της επίδικης απόφασης ήταν ελλιπής ή περιείχε αντιφάσεις. Συγκεκριμένα, η ιδέα της οικονομικής μονάδας που αποτελείται από τον ΟΟΣ και τα μέλη του διατρέχει ολόκληρη την επίδικη απόφαση, η δε συλλογιστική που ακολουθείται στην απόφαση αυτή σχετικά με την επιλεκτικότητα των πλεονεκτημάτων που απορρέουν από τα επίμαχα φορολογικά μέτρα βασίζεται στην έννοια της «επιχείρησης» κατά το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Μολονότι το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε ότι με την απόφαση αυτή τα επίμαχα φορολογικά μέτρα χαρακτηρίστηκαν επιλεκτικά βάσει της διαπίστωσης ότι ευνοούσαν συγκεκριμένες δραστηριότητες, εντούτοις, στη συνέχεια, διαχώρισε τους ΟΟΣ από τα μέλη τους, περιορίζοντας την εξέτασή του στα πλεονεκτήματα που αποκόμισαν οι επενδυτές.

74      Κατά την Επιτροπή, οι διαπιστώσεις στις οποίες κατέληξε το Γενικό Δικαστήριο με τη σκέψη 175 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης όσον αφορά την αιτιολογική σκέψη 28 της επίδικης απόφασης συνιστούν παραμόρφωση του περιεχομένου της, καθώς της αποδίδονται ανύπαρκτες αντιφάσεις. Συγκεκριμένα, η εν λόγω αιτιολογική σκέψη, όπου τα μέλη των ΟΟΣ χαρακτηρίζονται «επενδυτές», δεν περιέχει καμία εκτίμηση της Επιτροπής που να αντιφάσκει με άλλη, καθώς επαναλαμβάνονται απλώς τα υποστηριζόμενα από ορισμένους ενδιαφερομένους και γίνεται μια επιλογή ορολογικού χαρακτήρα, η οποία δεν μεταβάλλει τη φύση του ΟΟΣ.

75      Προς στήριξη του δεύτερου αναιρετικού λόγου, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, με τις σκέψεις 198 έως 208 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα όσον αφορά την υποχρέωση αιτιολόγησης και παραμόρφωσε το περιεχόμενο της επίδικης απόφασης. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, λόγω των ιδιαίτερων περιστάσεων της υπόθεσης, απαιτούνταν πιο εμπεριστατωμένη αιτιολογία της εν λόγω απόφασης όσον αφορά τον κίνδυνο στρέβλωσης του ανταγωνισμού και τον επηρεασμό των συναλλαγών, πλην όμως, κατά την Επιτροπή, σε αντίθεση με την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 30ής Απριλίου 2009, Επιτροπή κατά Ιταλίας και Wam (C‑494/06 P, EU:C:2009:272), την οποία επικαλέστηκε το Γενικό Δικαστήριο, δεν συνέτρεχαν εν προκειμένω νέες και εξαιρετικές περιστάσεις που να καθιστούν αναγκαία μια τέτοια αιτιολογία. Ειδικότερα, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το αποτέλεσμα των επίμαχων φορολογικών μέτρων ήταν η άμεση μείωση της φορολογητέας βάσης επί της οποίας επιβάλλεται ο φόρος, ότι οι ΟΟΣ και τα μέλη τους δραστηριοποιούνταν σε ελευθερωμένες ευρωπαϊκές αγορές στις οποίες ανταγωνίζονταν άλλες επιχειρήσεις και ότι τα ποσά που αντιστοιχούσαν στα οφέλη τα οποία απέρρεαν από τα μέτρα αυτά δεν ήταν αμελητέα.

76      Η Επιτροπή θεωρεί εσφαλμένη την κρίση του Γενικού Δικαστηρίου ότι η επίδικη απόφαση δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένη όσον αφορά την ύπαρξη κινδύνου στρέβλωσης στην αγορά στην οποία δραστηριοποιούνταν οι ΟΟΣ, με το σκεπτικό ότι δεν διευκρινίζονταν με την απόφαση αυτή οι λόγοι για τους οποίους οι ΟΟΣ με τα μέλη τους αποτελούσαν ενιαία οικονομική μονάδα. Συγκεκριμένα, ανεξαρτήτως αυτού, η ύπαρξη στρέβλωσης του ανταγωνισμού στην εν λόγω αγορά θα αρκούσε για να αποδειχθεί ότι πληρούται η εν λόγω προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

77      Το Βασίλειο της Ισπανίας επισημαίνει ότι η Επιτροπή αναπτύσσει την άποψη περί οικονομικής μονάδας αποτελούμενης από τους ΟΟΣ και τα μέλη τους την οποία είχε προβάλει για πρώτη φορά ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Η άποψη αυτή αντιβαίνει προς την ίδια την ουσία του ΟΟΣ, ο οποίος αποτελεί απλώς ένα μέσο διοχέτευσης φορολογικών πλεονεκτημάτων. Κατά τα λοιπά, αν υποτεθεί ότι, όταν στην επίδικη απόφαση η Επιτροπή αναφέρεται σε «ΟΟΣ και/ή τους επενδυτές τους», επιχειρεί να καταδείξει ότι ο ΟΟΣ και οι επενδυτές συνιστούσαν μία ενιαία οικονομική μονάδα, όφειλε να αιτιολογήσει επαρκώς την εκτίμηση αυτή. Ομοίως, στην εν λόγω απόφαση, δεν διευκρινίζεται εάν οι ΟΟΣ μετείχαν σε συγκεκριμένο κλάδο δραστηριότητας. Ήταν, επομένως, ορθή η διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου ότι η απόφαση αυτή δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένη.

78      Αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, το Γενικό Δικαστήριο δεν απαίτησε, όσον αφορά τον κίνδυνο στρέβλωσης του ανταγωνισμού και τον επηρεασμό των συναλλαγών, την παράθεση πιο εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε σχέση με αυτή που απαιτεί η νομολογία, η δε επίκληση της προπαρατεθείσας απόφασης της 30ής Απριλίου 2009, Επιτροπή κατά Ιταλίας και Wam (C‑494/06 P, EU:C:2009:272), στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν είχε καθοριστική σημασία για τη συλλογιστική που οδήγησε στο συμπέρασμα του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με την αιτιολογία της επίδικης απόφασης. Ωστόσο, υπάρχουν ομοιότητες μεταξύ των περιστάσεων της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση και αυτών της υπό κρίση υπόθεσης. Εξάλλου, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν εντόπισε ομάδα ή κατηγορία επιχειρήσεων που να επωφελήθηκε από τα επίμαχα φορολογικά μέτρα, δεν ευσταθεί η αιτίαση κατά του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με την κρίση του περί παραβάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως εκ μέρους της Επιτροπής όσον αφορά επίσης τη νόθευση του ανταγωνισμού και τον επηρεασμό των εμπορικών συναλλαγών, λόγω του συσχετισμού της επιλεκτικότητας ενός πλεονεκτήματος με τη στρέβλωση του ανταγωνισμού.

79      Η Lico Leasing και η PYMAR διατείνονται επίσης ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η θέση περί οικονομικής μονάδας αποτελούμενης από τους ΟΟΣ και τα μέλη τους είχε διατυπωθεί με την επίδικη απόφαση, η θέση αυτή είναι πλημμελώς αιτιολογημένη ως προς το ζήτημα αυτό, όπως επισήμανε επικουρικώς το Γενικό Δικαστήριο. Επίσης, επισημαίνουν ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν απαίτησε πιο εμπεριστατωμένη αιτιολογία όσον αφορά τον κίνδυνο στρέβλωσης του ανταγωνισμού και τον επηρεασμό των συναλλαγών, αλλά διαπίστωσε παντελή έλλειψη αιτιολογίας ως προς το ζήτημα αυτό. Συγκεκριμένα, εφόσον πρόκειται για μια πολύπλοκη περίπτωση, όπου, κατά την Επιτροπή, συντρέχει στρέβλωση του ανταγωνισμού σε δύο διαφορετικά επίπεδα, απαιτείται, κατά την άποψή τους, η παράθεση επαρκούς αιτιολογίας. Ωστόσο, η διαπίστωση που διατυπώνεται με την επίδικη απόφαση, ότι οι αποδέκτες των πλεονεκτημάτων που απορρέουν από τα επίμαχα φορολογικά μέτρα δραστηριοποιούνταν σε όλους τους κλάδους της οικονομίας και ότι τα πλεονεκτήματα ενίσχυαν τη θέση τους στις αντίστοιχες αγορές είναι γενικόλογη και δεν διευκρινίζει τους λόγους για τους οποίους το καθεστώς STL εμφανίζει συγκεκριμένο κίνδυνο στρέβλωσης του ανταγωνισμού και επηρεασμού των συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών. Όσον αφορά τον επηρεασμό της αγοράς της ναύλωσης γυμνών πλοίων, καθώς και της αγοραπωλησίας πλοίων, η επίδικη απόφαση ενέχει πολλές αντιφάσεις και ανακολουθίες σχετικά με τις δραστηριότητες των ΟΟΣ και, επομένως, σχετικά με την ικανότητα των επίμαχων φορολογικών μέτρων να προκαλέσουν στρέβλωση του ανταγωνισμού και να επηρεάσουν τις συναλλαγές.

80      Κατά τις Bankia κ.λπ., τα περί υπάρξεως οικονομικής μονάδας αποτελούμενης από τους ΟΟΣ και τα μέλη τους έχουν προβληθεί εκπρόθεσμα και δεν προκύπτουν από την επίδικη απόφαση, οπότε ορθώς το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, επικουρικώς, ότι η απόφαση αυτή πάσχει έλλειψη αιτιολογίας. Λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, η Επιτροπή όφειλε, κατά την άποψή τους, να παράσχει περισσότερες ενδείξεις που να καθιστούν δυνατό να κατανοηθεί πώς τα οφέλη που αποκόμισαν οι επενδυτές και όχι οι ναυτιλιακές εταιρίες ή οι ναυπηγικές επιχειρήσεις ήταν πιθανόν να νοθεύσουν ή απειλούσαν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό και να επηρεάσουν τις συναλλαγές στις αγορές στις οποίες δραστηριοποιούνταν οι επενδυτές αυτοί.

81      Η Aluminios Cortizo υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν διευκρίνισε, με την επίδικη απόφαση, τους λόγους για τους οποίους δεν εκτίμησε την επιλεκτικότητα των πλεονεκτημάτων που απορρέουν από τα επίμαχα φορολογικά μέτρα στην αγορά της ναυπηγικής βιομηχανίας, η οποία ήταν η μόνη που ενδιέφερε εν προκειμένω. Εξάλλου, κατά την άποψή της, δεν μπορούσε να διαπιστωθεί στρέβλωση του ανταγωνισμού, εφόσον οι επενδυτές ανέπτυσσαν δραστηριότητα σε κάθε κλάδο της οικονομίας, λαμβανομένου υπόψη ότι τέτοια στρέβλωση υφίσταται μόνον όταν το επίμαχο μέτρο είναι επιλεκτικό. Καθόσον στην επίδικη απόφαση δεν παρατίθεται κάποια εξήγηση ως προς το ζήτημα αυτό, ήταν εύλογη η διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου περί ελλιπούς αιτιολογίας της απόφασης αυτής. Δεδομένου ότι οι ΟΟΣ αποτελούσαν απλώς χρηματοδοτικά μέσα, όντας απλώς απόρροια της εκτέλεσης συμβατικών ρητρών, δεν δραστηριοποιούνταν σε κάποια αγορά, οπότε δεν μπορούσε να διαπιστωθεί στρέβλωση του ανταγωνισμού ούτε σε αυτό το επίπεδο.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

82      Όπως υπενθύμισε το Γενικό Δικαστήριο με τη σκέψη 185 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αποτελεί πάγια νομολογία ότι η επιβαλλόμενη από το άρθρο 296 ΣΛΕΕ αιτιολόγηση πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στη φύση της επίμαχης πράξης και να εκθέτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο τη συλλογιστική του θεσμικού οργάνου που εξέδωσε την πράξη, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στους μεν ενδιαφερομένους να λάβουν γνώση της δικαιολογητικής βάσης του ληφθέντος μέτρου, στο δε αρμόδιο δικαστήριο της Ένωσης να ασκήσει τον έλεγχό του. Η αιτιολογία δεν απαιτείται να διασαφηνίζει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία, καθόσον το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας πράξεως ικανοποιεί τις απαιτήσεις του άρθρου 296 ΣΛΕΕ πρέπει να εκτιμάται όχι μόνο βάσει του γράμματος, αλλά και του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται καθώς και του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπουν τον σχετικό τομέα (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 6ης Σεπτεμβρίου 2006, Πορτογαλία κατά Επιτροπής, C‑88/03, EU:C:2006:511, σκέψη 88, καθώς και της 2ας Δεκεμβρίου 2009, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας κ.λπ., C‑89/08 P, EU:C:2009:742, σκέψη 77).

83      Εφαρμοζόμενη στον χαρακτηρισμό ενός μέτρου ως ενίσχυσης, η αρχή αυτή επιβάλλει να δηλώνονται οι λόγοι για τους οποίους η Επιτροπή θεωρεί ότι το εν λόγω μέτρο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Συναφώς, ακόμη και στις περιπτώσεις που, από τις ίδιες τις συνθήκες χορήγησης της ενίσχυσης, προκύπτει ότι αυτή είναι ικανή να επηρεάσει το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο και να νοθεύσει ή να απειλήσει να νοθεύσει τον ανταγωνισμό, η Επιτροπή οφείλει τουλάχιστον να αναφέρει τις συνθήκες αυτές στις αιτιολογικές σκέψεις της απόφασής της (αποφάσεις της 6ης Σεπτεμβρίου 2006, Πορτογαλία κατά Επιτροπής, C‑88/03, EU:C:2006:511, σκέψη 89, και της 30ής Απριλίου 2009, Επιτροπή κατά Ιταλίας και Wam, C‑494/06 P, EU:C:2009:272, σκέψη 49).

84      Όσον αφορά την προϋπόθεση της στρεβλώσεως του ανταγωνισμού, όπως επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο με τη σκέψη 188 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, υπογραμμίζεται ότι οι ενισχύσεις που αποσκοπούν στο να απαλλάξουν μια επιχείρηση από έξοδα που θα έπρεπε κανονικά να επωμιστεί η ίδια, στο πλαίσιο της τρέχουσας διαχειρίσεώς της ή των συνήθων δραστηριοτήτων της, νοθεύουν κατά κανόνα τις συνθήκες του ανταγωνισμού (αποφάσεις της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, Γερμανία κατά Επιτροπής, C‑156/98, EU:C:2000:467, σκέψη 30, και της απόφαση της 3ης Μαρτίου 2005, Heiser, C‑172/03, EU:C:2005:130, σκέψη 55).

85      Όσον αφορά την προϋπόθεση του επηρεασμού των συναλλαγών, όπως υπενθύμισε το Γενικό Δικαστήριο με τη σκέψη 191 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η χορήγηση ενίσχυσης από κράτος μέλος, υπό τη μορφή φορολογικής ελάφρυνσης, σε ορισμένους από τους φορολογουμένους του πρέπει να κριθεί ότι είναι ικανή να επηρεάσει τις συναλλαγές αυτές και, κατά συνέπεια, ότι πληροί την προϋπόθεση αυτή, εφόσον οι εν λόγω φορολογούμενοι ασκούν οικονομική δραστηριότητα που αποτελεί αντικείμενο τέτοιων συναλλαγών ή εφόσον δεν αποκλείεται ότι τελούν σε κατάσταση ανταγωνισμού προς τους εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη επιχειρηματίες (αποφάσεις της 3ης Μαρτίου 2005, Heiser, C‑172/03, EU:C:2005:130, σκέψη 35, και της 30ής Απριλίου 2009, Επιτροπή κατά Ιταλίας και Wam, C‑494/06 P, EU:C:2009:272, σκέψη 51). Επιπλέον, όταν η χορηγούμενη από κράτος μέλος ενίσχυση ισχυροποιεί τη θέση μιας επιχείρησης σε σχέση με άλλες ανταγωνίστριες επιχειρήσεις στο εμπόριο εντός της Ένωσης, πρέπει να θεωρείται ότι το εμπόριο αυτό επηρεάζεται από την ενίσχυση (απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 2006, Cassa di Risparmio di Firenze κ.λπ., C‑222/04, EU:C:2006:8, σκέψη 141).

86      Κατά πάγια επίσης νομολογία, για τον χαρακτηρισμό εθνικού μέτρου ως «κρατικής ενίσχυσης» δεν πρέπει να αποδειχθεί ότι η ενίσχυση έχει πραγματικές επιπτώσεις στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και προκαλεί πραγματική στρέβλωση του ανταγωνισμού, αλλά να εξεταστεί απλώς εάν η ενίσχυση είναι ικανή να επηρεάσει το εμπόριο και να νοθεύσει τον ανταγωνισμό (βλ. απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 2006, Cassa di Risparmio di Firenze κ.λπ., C‑222/04, EU:C:2006:8, σκέψη 140 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

87      Εν προκειμένω, με τις σκέψεις 169 έως 173 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο, επιδιώκοντας να εξακριβώσει εάν από την ανάλυση των επίμαχων φορολογικών μέτρων από την Επιτροπή μπορούσε να συναχθεί ότι τα πλεονεκτήματα που αποκόμισαν οι επενδυτές, και όχι οι ΟΟΣ, πληρούσαν την προϋπόθεση της επιλεκτικότητας, έκρινε ότι οι δραστηριότητες για τις οποίες γίνεται λόγος στην επίδικη απόφαση και οι οποίες ευνοήθηκαν από τα μέτρα αυτά, ήτοι η απόκτηση πλοίων μέσω συμβάσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης, ειδικότερα με σκοπό τη ναύλωση γυμνών πλοίων και στη συνέχεια τη μεταπώλησή τους, ασκούνταν από τους ΟΟΣ που είχαν συσταθεί για τους σκοπούς του καθεστώτος STL. Επισήμανε ότι, συνεπώς, εφόσον η Επιτροπή έκρινε ότι τα πλεονεκτήματα που αποκόμιζαν οι επενδυτές ήταν επιλεκτικά λόγω της άσκησης των δραστηριοτήτων αυτών, ήταν υποχρεωμένη να διευκρινίσει, με την επίδικη απόφαση, ότι οι δραστηριότητες των ΟΟΣ αντιστοιχούσαν προς τις δραστηριότητες των μελών τους ή, τουλάχιστον, ότι ασκούνταν από αυτά. Το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι η επίδικη απόφαση δεν περιείχε καμία σχετική διευκρίνιση, καθώς και ότι η Επιτροπή διατύπωσε απλώς το συμπέρασμα ότι τα επίμαχα φορολογικά μέτρα παρείχαν επιλεκτικό πλεονέκτημα στους ΟΟΣ και/ή στους επενδυτές τους, χωρίς να παράσχει καμία περαιτέρω διευκρίνιση και χωρίς να εξηγήσει, ιδίως, για ποιο λόγο θα μπορούσε να κριθεί ότι τα μέλη των ΟΟΣ ασκούσαν τις οικονομικές δραστηριότητες των ΟΟΣ ως εάν αποτελούσαν ενιαία νομική ή οικονομική οντότητα.

88      Το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ακόμη, με τη σκέψη 174 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η διαπίστωση που διατυπώνεται στην αιτιολογική σκέψη 172 της επίδικης απόφασης, ότι δηλαδή οι επενδυτές «δραστηριοποιούνται μέσω των ΟΟΣ σε αγορές για ναύλωση κενών πλοίων και για την αγορά και πώληση […] πλοίων», φαίνεται να αντιφάσκει προς άλλες αιτιολογικές σκέψεις της επίδικης απόφασης.

89      Κατά συνέπεια, με τις σκέψεις 176 και 177 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο επιλεκτικός χαρακτήρας των πλεονεκτημάτων που αποκόμισαν οι επενδυτές δεν μπορούσε να στοιχειοθετηθεί βάσει μόνον της διαπίστωσης που διατυπώνεται στην αιτιολογική σκέψη 157 της επίδικης απόφασης, κατά την οποία το καθεστώς STL ευνοεί τις δραστηριότητες των ΟΟΣ, και ότι, εάν υποτεθεί ότι με την απόφαση αυτή η Επιτροπή εκτίμησε ότι οι επενδυτές ασκούσαν, μέσω των ΟΟΣ που είχαν συσταθεί για τους σκοπούς του καθεστώτος STL, τις δραστηριότητες των ΟΟΣ, η αιτιολογία της επίδικης απόφασης είναι ελλιπής ή αντιφατική.

90      Εξάλλου, με τη σκέψη 208 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή παραβίασε την υποχρέωση αιτιολόγησης την οποία υπέχει, καταλήγοντας, με τις αιτιολογικές σκέψεις 171 έως 173 της επίδικης απόφασης, ότι τα επίμαχα μέτρα μπορούσαν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό και να επηρεάσουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές. Το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση αυτή αφού, πρώτον, με τις σκέψεις 198 έως 204 της εν λόγω απόφασης, δέχθηκε, κατ’ ουσίαν, ότι η διαπίστωση της Επιτροπής ότι οι επενδυτές ανέπτυσσαν δραστηριότητα σε κάθε κλάδο της οικονομίας και ότι τα πλεονεκτήματα ενισχύουν τη θέση τους στις σχετικές αγορές ήταν ανεπαρκώς αιτιολογημένη, καθώς πρόκειται για διαπίστωση γενικού περιεχομένου δυνάμενη να ισχύει για κάθε είδος κρατικής στήριξης, λαμβανομένου υπόψη ότι η Επιτροπή δεν αναφέρει καμία ειδική περίσταση που να δικαιολογεί τη διαπίστωση αυτή, ενώ, υπό το πρίσμα των ιδιαιτέρων περιστάσεων για τις οποίες γίνεται λόγος στην εν λόγω απόφαση, η Επιτροπή όφειλε να παραθέσει περισσότερες ενδείξεις ώστε να μπορεί να γίνει κατανοητό πώς τα οφέλη που αποκόμισαν οι επενδυτές, και όχι οι ναυτιλιακές εταιρίες ή τα ναυπηγεία, θα νόθευαν ή απειλούσαν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό και να επηρεάσουν τις συναλλαγές στις αγορές στις οποίες δραστηριοποιούνταν οι επενδυτές.

91      Δεύτερον, με τις σκέψεις 205 έως 207 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι δεν πληρούσε την υποχρέωση αιτιολόγησης ούτε η διαπίστωση που διατυπώνεται στην αιτιολογική σκέψη 172 της επίδικης απόφασης, σύμφωνα με την οποία, μέσω των πράξεων που υπάγονται στο καθεστώς STL, οι επενδυτές δραστηριοποιούνταν μέσω των ΟΟΣ στις αγορές της ναύλωσης γυμνών πλοίων και της αγοραπωλησίας πλοίων, οι οποίες είναι ανοικτές στο ενδοενωσιακό εμπόριο, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν διευκρίνισε, με την απόφασή της, τους λόγους για τους οποίους εκτίμησε ότι οι ΟΟΣ που συστάθηκαν για τους σκοπούς του καθεστώτος STL και τα μέλη τους αποτελούσαν ενιαία νομική ή οικονομική οντότητα, γεγονός που θα συνεπαγόταν ότι οι δραστηριότητες των ΟΟΣ μπορούσαν να αποδοθούν στα μέλη τους.

92      Συναφώς, διαπιστώνεται ότι όλες αυτές οι εκτιμήσεις στηρίζονται στην παραδοχή ότι αποδέκτες των πλεονεκτημάτων που απορρέουν από τα επίμαχα φορολογικά μέτρα μπορούσαν να θεωρηθούν μόνον οι επενδυτές και όχι οι ΟΟΣ και ότι έπρεπε, συνεπώς, να εξεταστεί εάν τα πλεονεκτήματα που οι επενδυτές, και όχι οι ΟΟΣ, αποκόμισαν είχαν επιλεκτικό χαρακτήρα, εάν υπήρχε ο κίνδυνος να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό και να επηρεάσουν τις μεταξύ των κρατών μελών συναλλαγές και εάν η επίδικη απόφαση είναι αρκούντως αιτιολογημένη όσον αφορά την ανάλυση των κριτηρίων αυτών. Όμως, όπως προκύπτει από την εξέταση της πρώτης αιτίασης του πρώτου αναιρετικού λόγου, η παραδοχή αυτή είναι εσφαλμένη.

93      Επιπλέον, για να κριθεί εάν η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη όσον αφορά την επιλεκτικότητα των πλεονεκτημάτων που απορρέουν από τα επίμαχα φορολογικά μέτρα, τη στρέβλωση του ανταγωνισμού και τον επηρεασμό του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών, πρέπει να εξεταστεί συνολικά το περιεχόμενο της απόφασης αυτής.

94      Κατά την περιγραφή της φορολογικής διάρθρωσης του καθεστώτος STL στο σημείο 2.2 της επίδικης απόφασης, η Επιτροπή ανέφερε, στις αιτιολογικές σκέψεις 15 έως 20 της απόφασης αυτής, ότι σκοπός του καθεστώτος STL ήταν η θέσπιση ορισμένων φορολογικών μέτρων προς όφελος των ΟΟΣ και των επενδυτών που συμμετείχαν σε αυτούς. Όπως προαναφέρθηκε στη σκέψη 9 της παρούσας απόφασης, η Επιτροπή εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο αποκόμιζε ο ΟΟΣ φορολογικά πλεονεκτήματα σε δύο στάδια, χάρη στον συνδυασμό των επίμαχων φορολογικών μέτρων. Στο σημείο 5.3.2.6 της επίδικης απόφασης, η Επιτροπή ανέφερε ότι από τα μέτρα αυτά απέρρεαν οικονομικά πλεονεκτήματα τα οποία οι ΟΟΣ δεν θα αποκόμιζαν από την ίδια πράξη εάν είχαν εφαρμόσει μόνο τα γενικά μέτρα και τα οποία συνίσταντο, συγκεκριμένα, στην εξοικονόμηση τόκων επί των καταβλητέων φόρων που αναστέλλονταν λόγω της πρόωρης απόσβεσης, στην αποφυγή φόρων ή την εξοικονόμηση τόκων επί των φόρων που αναστέλλονταν λόγω του φορολογικού καθεστώτος με βάση τη χωρητικότητα και στην αποφυγή φόρων επί της κεφαλαιακής υπεραξίας από την πώληση του πλοίου. Η Επιτροπή διαπίστωσε, στο σημείο 5.3.3 της ίδιας απόφασης, ότι το καθεστώς STL συνεπαγόταν τη χρήση κρατικών πόρων υπό μορφή απώλειας φορολογικών εσόδων και διαφυγόντων τόκων.

95      Όσον αφορά τις ναυτιλιακές εταιρίες και τα ναυπηγεία, η Επιτροπή ανέφερε, στις αιτιολογικές σκέψεις 162 και 167 έως 170 της επίδικης απόφασης, ότι, από οικονομικής απόψεως, σημαντικό μέρος των φορολογικών πλεονεκτημάτων που αποκόμιζαν οι ΟΟΣ μεταβιβαζόταν σε ναυτιλιακές εταιρίες μέσω έκπτωσης επί της τιμής, αλλά τα πλεονεκτήματα που αποκόμιζαν οι εταιρίες αυτές, καθώς και, εμμέσως, τα ναυπηγεία, δεν μπορούσαν να καταλογιστούν στο κράτος, καθώς απέρρεαν από έναν συνδυασμό νομικών ενεργειών μεταξύ οντοτήτων ιδιωτικού δικαίου.

96      Όσον αφορά τους ΟΟΣ και τους «επενδυτές», η Επιτροπή ανέφερε, στην αιτιολογική σκέψη 28 της επίδικης απόφασης, ότι, «[δ]εδομένου ότι οι ΟΟΣ που συμμετέχουν σε πράξεις βάσει του καθεστώτος STL, θεωρούνται από τα μέλη τους επενδυτικοί φορείς –και όχι μέσο από κοινού άσκησης μιας δραστηριότητας– τα μέλη των ΟΟΣ αναφέρονται στην [εν λόγω] απόφαση ως επενδυτές», και δεν διαπίστωσε, με την απόφασή της, ότι οι ΟΟΣ και οι επενδυτές συναποτελούσαν οικονομική μονάδα.

97      Κατά τα λοιπά, δεν προκύπτει ούτε από την εν λόγω αιτιολογική σκέψη ούτε από την επίδικη απόφαση συνολικά ότι η Επιτροπή υιοθέτησε την άποψη ότι οι ΟΟΣ αποτελούσαν απλώς επενδυτικά οχήματα ούτε ότι απέδωσε σε αυτούς τους οποίους προσδιόρισε ως «επενδυτές» κάποια άλλη ιδιότητα, πέραν αυτής του μέλους των ΟΟΣ. Αντιθέτως, η Επιτροπή επισήμανε, με την αιτιολογική σκέψη 126 της επίδικης απόφασης, ότι οι εν λόγω ΟΟΣ ήταν επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 107 ΣΛΕΕ και, με την αιτιολογική σκέψη 140 της ίδιας απόφασης, ότι η φορολογική διαφάνεια παρείχε απλώς σε πλείονες οικονομικούς φορείς τη δυνατότητα να συμπράττουν για τη χρηματοδότηση ή την άσκηση κάποιας οικονομικής δραστηριότητας. Στο πλαίσιο της ανάλυσής της σχετικά με την επιλεκτικότητα των πλεονεκτημάτων που απορρέουν από τα επίμαχα φορολογικά μέτρα, στο σημείο 5.3.2 της απόφασης αυτής και, πιο συγκεκριμένα, στην αιτιολογική σκέψη 161, η Επιτροπή περιέγραψε τους ΟΟΣ ως οντότητες υπέρ των οποίων είχαν θεσπιστεί τα επίμαχα φορολογικά μέτρα και ως αποδέκτες των μέτρων αυτών, επισήμανε δε, με την αιτιολογική σκέψη 157 της εν λόγω απόφασης, ότι τα μέτρα αυτά ευνοούσαν την άσκηση της δραστηριότητας των ΟΟΣ που συνίστατο στην απόκτηση πλοίων μέσω συμβάσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης, ειδικότερα με σκοπό τη ναύλωση γυμνών πλοίων και στη συνέχεια τη μεταπώλησή τους.

98      Η Επιτροπή αναφέρθηκε επανειλημμένως, ιδίως στις αιτιολογικές σκέψεις 16, 17, 28, 29 και 45 της επίδικης απόφασης, στην έννοια της «φορολογικής διαφάνειας των ΟΟΣ», συνέπεια της οποίας ήταν η μεταφορά στα μέλη τους του συνόλου των πλεονεκτημάτων που απέρρεαν από τα επίμαχα φορολογικά μέτρα. Κατά την Επιτροπή, «[σ]το πλαίσιο των πράξεων που υπάγονται στο καθεστώς STL, το κράτος μεταβιβάζει αρχικά τους πόρους του στον ΟΟΣ μέσω της χρηματοδότησης των επιλεκτικών πλεονεκτημάτων[, μέσω δε] της φορολογικής διαφάνειας ο ΟΟΣ στη συνέχεια διαβιβάζει τους κρατικούς πόρους στους επενδυτές του» (αιτιολογική σκέψη 166 της επίδικης απόφασης).

99      Αφού παρέθεσε όλα αυτά τα στοιχεία, η Επιτροπή επισήμανε, κατά την εξέταση της προϋπόθεσης περί στρεβλώσεως του ανταγωνισμού και επηρεασμού του εμπορίου στις αιτιολογικές σκέψεις 171 έως 173 της επίδικης απόφασης, ότι τα μέλη των ΟΟΣ ασκούσαν τις δραστηριότητές τους σε όλους τους κλάδους της οικονομίας, και ειδικότερα σε κλάδους ανοικτούς στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, και ότι, επιπλέον, μέσω των πράξεων που ενέπιπταν στο καθεστώς STL, δραστηριοποιούνταν μέσω των ΟΟΣ στις αγορές της ναύλωσης γυμνών πλοίων και της αγοραπωλησίας πλοίων, οι οποίες είναι επίσης ανοικτές στις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές, οπότε τα πλεονεκτήματα που απέρρεαν από το καθεστώς STL ενίσχυαν τη θέση τους στις αντίστοιχες αγορές, με συνέπεια τη νόθευση ή την απειλή της νόθευσης του ανταγωνισμού. Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα οικονομικά πλεονεκτήματα που αποκόμιζαν οι ΟΟΣ και οι επενδυτές τους μπορούσαν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών και να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά.

100    Η εκτίμηση ότι οι επενδυτές δραστηριοποιούνταν, μέσω των ΟΟΣ στις αγορές της ναύλωσης γυμνών πλοίων και της αγοραπωλησίας πλοίων, εκτός του ότι δεν αντιφάσκει με την αιτιολογική σκέψη 28 της επίδικης απόφασης, ούτε αντιφάσκει, αντιθέτως προς ό,τι δέχθηκε το Γενικό Δικαστήριο με τη σκέψη 175 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, με την αιτιολογική σκέψη 27 της απόφασης αυτής, κατά την οποία οι ΟΟΣ είχαν χωριστή νομική προσωπικότητα από τα μέλη τους.

101    Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι η Επιτροπή παρέθεσε, στην επίδικη απόφαση, τις ενδείξεις που καθιστούν κατανοητούς τους λόγους για τους οποίους θεώρησε ότι τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από τα επίμαχα φορολογικά μέτρα είχαν επιλεκτικό χαρακτήρα και ήταν ικανά να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών και να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό, καθώς και ότι, ενόψει των ιδιαίτερων περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης, η Επιτροπή αιτιολόγησε την απόφασή της επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, τηρώντας τις απαιτήσεις του άρθρου 296 ΣΛΕΕ, όπως αυτές έχουν αποσαφηνιστεί με τη νομολογία που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 82 έως 86 της παρούσας απόφασης.

102    Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτά η δεύτερη αιτίαση του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου καθώς και ο δεύτερος λόγος.

103    Συνεπώς, η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη πρέπει να αναιρεθεί.

 Επί της αναπομπής της υπόθεσης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου

104    Κατά το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Δικαστήριο δύναται, σε περίπτωση αναιρέσεως της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου, είτε να αποφανθεί το ίδιο αμετακλήτως επί της διαφοράς, όταν αυτή είναι ώριμη προς εκδίκαση, είτε να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο.

105    Εν προκειμένω, δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε μέρος μόνον των λόγων που προέβαλαν οι διάδικοι, το Δικαστήριο κρίνει ότι η υπό κρίση διαφορά δεν είναι ώριμη προς εκδίκαση. Επομένως, η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί στο Γενικό Δικαστήριο.

 Επί των δικαστικών εξόδων

106    Δεδομένου ότι η υπόθεση αναπέμπεται ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, το Δικαστήριο επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.

107    Κατά το άρθρο 140, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, που εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, οι Bankia κ.λπ. και η Aluminios Cortizo που παρενέβησαν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει:

1)      Αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 17ης Δεκεμβρίου 2015, Ισπανία κ.λπ. κατά Επιτροπής (T515/13 και T719/13, EU:T:2015:1004).

2)      Αναπέμπει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3)      Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.

4)      Οι Bankia SA, Asociación Española de Banca, Unicaja Banco SA, Liberbank SA, Banco de Sabadell SA, Banco Gallego SA, Catalunya Banc SA, Caixabank SA, Banco de Santander SA, Santander Investment SA, Naviera Séneca AIE, Industria de Diseño Textil SA, Naviera Nebulosa de Omega AIE, Banco Mare Nostrum SA, Abanca Corporación Bancaria SA, Ibercaja Banco SA, Banco Grupo Cajatres SAU, Naviera Bósforo AIE, Joyería Tous SA, Corporación Alimentaria Guissona SA, Naviera Muriola AIE, Poal Investments XXI SL, Poal Investments XXII SL, Naviera Cabo Vilaboa C‑1658 AIE, Naviera Cabo Domaio, C‑1659 AIE, Caamaño Sistemas Metálicos SL, Blumaq SA, Grupo Ibérica de Congelados SA, RNB SL, Inversiones Antaviana SL, Banco de Caja España de Inversiones, Salamanca y Soria SAU, Banco de Albacete SA, Bodegas Muga SL και Aluminios Cortizo SAU φέρουνταδικαστικάέξοδάτους.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.