Language of document : ECLI:EU:T:2018:503

Προσωρινό κείμενο

ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

της 11ης Ιουλίου 2018(*)

«Ασφαλιστικά μέτρα – Φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση – Οδηγία 2001/83/ΕΚ – Αναστολή της άδειας κυκλοφορίας στην αγορά σκιαγραφικών ουσιών που περιέχουν γαδολίνιο για ανθρώπινη χρήση – Αίτηση αναστολής εκτελέσεως – Έλλειψη επείγοντος»

Στην υπόθεση T‑783/17 R,

GE Healthcare A/S, με έδρα το Όσλο (Νορβηγία), εκπροσωπούμενη από τον D. Scannell, barrister, τον G. Castle και την S. Oryszczuk, solicitors,

αιτούσα,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους K. Mifsud-Bonnici και A. Sipos,

καθής,

με αντικείμενο αίτηση δυνάμει των άρθρων 278 και 279 ΣΛΕΕ για την αναστολή εκτελέσεως της εκτελεστικής αποφάσεως C(2017) 7941 τελικό της Επιτροπής, της 23ης Νοεμβρίου 2017, σχετικά με τις άδειες κυκλοφορίας, στο πλαίσιο του άρθρου 31 της οδηγίας 2001/83/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, των σκιαγραφικών ουσιών που περιέχουν γαδολίνιο, προορίζονται για χρήση από τον άνθρωπο και περιέχουν μία ή περισσότερες από τις δραστικές ουσίες, γκαντομπενικό οξύ, γκαντομπουτρόλη, γαδοδιαμίδη, γαδοπεντετικό οξύ, γκαντοτερικό οξύ, γκαντοτεριντόλη, γαδοβερσεταμίδη και γκαντοξετικό οξύ,

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

εκδίδει την ακόλουθη

Διάταξη(1)

[παραλειπόμενα]

 Σκεπτικό

[παραλειπόμενα]

 Επί του επείγοντος

22      Προκειμένου να ελεγχθεί αν τα ζητηθέντα προσωρινά μέτρα είναι επείγοντα, πρέπει να υπομνησθεί ότι σκοπός της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων είναι η διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της μελλοντικής οριστικής αποφάσεως, προκειμένου να αποφεύγονται τα κενά στην έννομη προστασία που διασφαλίζει ο δικαστής της Ένωσης. Προς επίτευξη του σκοπού αυτού, το επείγον πρέπει εν γένει να εκτιμάται σε σχέση με την ανάγκη εκδόσεως προσωρινής αποφάσεως προκειμένου να αποτραπεί η πρόκληση σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας στον αιτούντα την προσωρινή προστασία. Στον αιτούντα εναπόκειται να αποδείξει ότι δεν είναι δυνατόν να αναμείνει την έκβαση της δίκης επί της ουσίας χωρίς να υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία (βλ. διάταξη της 14ης Ιανουαρίου 2016, AGC Glass Europe κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑517/15 P-R, EU:C:2016:21, σκέψη 27 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

23      Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία, επείγον υφίσταται μόνον όταν ο κίνδυνος να επέλθει η σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία για την οποία ανησυχεί ο διάδικος που ζητεί τα προσωρινά μέτρα είναι τόσο άμεσος ώστε η επέλευση της ζημίας να πιθανολογείται επαρκώς. Εν πάση περιπτώσει, ο διάδικος αυτός υποχρεούται να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν την πιθανολόγηση μιας τέτοιας σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας, εξυπακουομένου ότι η αμιγώς υποθετική ζημία, η οποία στηρίζεται στην επέλευση μελλοντικών και αβέβαιων γεγονότων, δεν δικαιολογεί τη χορήγηση προσωρινών μέτρων (βλ. διάταξη της 16ης Φεβρουαρίου 2017, Gollnisch κατά Κοινοβουλίου, T‑624/16 R, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:94, σκέψη 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

24      Εξάλλου, κατά το άρθρο 156, παράγραφος 4, δεύτερη περίοδος, του Κανονισμού Διαδικασίας, οι αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων «[π]εριλαμβάνουν όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και αναφέρουν τα προτεινόμενα αποδεικτικά μέσα προς δικαιολόγηση της λήψεως των προσωρινών μέτρων».

25      Συγκεκριμένα, η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να παρέχει, αφ’ εαυτής, τη δυνατότητα στον μεν καθού να προετοιμάσει τις παρατηρήσεις του, στον δε δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων να αποφανθεί επί της αιτήσεως αυτής, ενδεχομένως, χωρίς άλλα στοιχεία που να την ενισχύουν, δεδομένου ότι τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία στα οποία στηρίζεται η αίτηση πρέπει να προκύπτουν από το ίδιο το κείμενό της (βλ. διάταξη της 6ης Σεπτεμβρίου 2016, Inclusion Alliance for Europe κατά Επιτροπής, C‑378/16 P-R, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:668, σκέψη 17 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

26      Επίσης, κατά πάγια νομολογία, προκειμένου να εκτιμήσει εάν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που παρατίθενται στις σκέψεις 22, 23 και 25 ανωτέρω, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να διαθέτει συγκεκριμένα και σαφή στοιχεία, στηριζόμενα σε λεπτομερείς και βεβαιωμένες έγγραφες αποδείξεις, τα οποία αποδεικνύουν την κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο αιτών τα προσωρινά μέτρα και καθιστούν δυνατή την εκτίμηση των συνεπειών που θα προκύψουν κατά πάσα πιθανότητα από τη μη λήψη των μέτρων τα οποία ζητούνται. Συνεπώς, ο διάδικος αυτός, ιδίως όταν προβάλλει την επέλευση ζημίας οικονομικής φύσεως, πρέπει να παρέχει, με την προσκόμιση εγγράφων, μια σφαιρική και πιστή εικόνα της οικονομικής του καταστάσεως (βλ. διάταξη της 29ης Φεβρουαρίου 2016, ICA Laboratories κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑732/15 R, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:129, σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

27      Τέλος, μολονότι η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων μπορεί να συμπληρωθεί, ως προς συγκεκριμένα σημεία, με παραπομπές σε συνημμένα σε αυτήν έγγραφα, τα έγγραφα αυτά δεν μπορούν να καλύψουν την έλλειψη ουσιωδών στοιχείων της εν λόγω αιτήσεως. Δεν εναπόκειται στον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων να αναζητήσει, αντί του ενδιαφερόμενου, τα στοιχεία τα οποία περιλαμβάνονται στα παραρτήματα της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, στο δικόγραφο της κύριας προσφυγής ή στα παραρτήματα αυτού και τα οποία θα μπορούσαν να στηρίξουν την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων. Εξάλλου, η αναγνώριση τέτοιας υποχρεώσεως του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων θα καθιστούσε κενό περιεχομένου το άρθρο 156, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο προβλέπει ότι η αίτηση προσωρινών μέτρων υποβάλλεται με χωριστό δικόγραφο (βλ., υπό την έννοια αυτή, διάταξη της 20ής Ιουνίου 2014, Wilders κατά Κοινοβουλίου κ.λπ., T‑410/14 R, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:564, σκέψη 16 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

28      Με γνώμονα αυτά τα κριτήρια πρέπει να εξεταστεί αν η αιτούσα είναι σε θέση να αποδείξει το επείγον.

 Σχετικά με τη σοβαρότητα της ζημίας

29      Προκειμένου να καταδείξει τη σοβαρότητα της προβαλλόμενης ζημίας, η αιτούσα προβάλλει, κατ’ ουσίαν, αφενός, την αναπόφευκτη απώλεια των μεριδίων αγοράς που κατέχει σήμερα στην αγορά των ΣΟ [σκιαγραφικών ουσιών] με βάση το Gd [γαδολίνιο] στα οικεία κράτη μέλη και, αφετέρου, την προσβολή της φήμης της.

30      Πρώτον, όσον αφορά τη σοβαρότητα της ζημίας που προκλήθηκε από την απώλεια του μεριδίου αγοράς, η αιτούσα επισημαίνει ότι, το 2016, τα μερίδια αγοράς των ΣΟ με βάση το Gd και σκιαγραφικών ουσιών για ακτίνες Χ τα οποία κατείχε ανέρχονταν αντιστοίχως σε 8,2 % και 36,8 % περίπου. Η αιτούσα υποστηρίζει ότι οι ανταγωνιστές της GE Healthcare πρόκειται να κληρονομήσουν μια αγορά που δεν θα μπορούσαν να κατακτήσουν αν δεν είχε εκδοθεί η προσβαλλομένη απόφαση.

31      Σημειωτέον συναφώς ότι, όπως επισημαίνει και η αιτούσα, η προβαλλόμενη ζημία είναι αμιγώς οικονομικής φύσεως. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, το μερίδιο της αγοράς που κατέχει μια επιχείρηση δηλώνει απλώς το ποσοστό όλων των προϊόντων της σχετικής αγοράς που πωλήθηκαν από την εν λόγω επιχείρηση στους πελάτες κατά τη διάρκεια συγκεκριμένης περιόδου αναφοράς. Κατά συνέπεια, η απώλεια του εν λόγω μεριδίου αγοράς συνίσταται στην απώλεια των εισοδημάτων που θα μπορούσαν να αντληθούν στο μέλλον από τις πωλήσεις του εν λόγω προϊόντος. Επομένως, ένα μερίδιο αγοράς εκφράζεται, προφανώς, σε οικονομικούς όρους, ο δε κάτοχός του μπορεί να ωφεληθεί από αυτό μόνο στον βαθμό που του αποφέρει εισοδήματα (βλ. διάταξη της 30ής Απριλίου 2010, Xeda International κατά Επιτροπής, T‑71/10 R, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2010:173, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

32      Όσον αφορά τη σοβαρότητα της προβαλλόμενης οικονομικής ζημίας, κατά πάγια νομολογία, το ζητούμενο προσωρινό μέτρο δικαιολογείται μόνον αν προκύπτει ότι, ελλείψει τέτοιου μέτρου, ο διάδικος που το ζητεί θα βρεθεί σε κατάσταση ικανή να θέσει σε κίνδυνο την ύπαρξή του πριν από την έκδοση της αποφάσεως που περατώνει την κύρια διαδικασία (βλ. διάταξη της 30ής Απριλίου 2010, Xeda International κατά Επιτροπής, T‑71/10 R, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2010:173, σκέψη 42 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)

33      Εν προκειμένω, η αιτούσα επισημαίνει ρητώς ότι δεν υποστηρίζει ότι η ζημία που θα μπορούσε να υποστεί θα έθετε σε κίνδυνο την ύπαρξή της ή εκείνη μιας συνδεδεμένης εταιρίας. Προβάλλει, αντιθέτως, ότι η ζημία αυτή θα είναι σοβαρή, λαμβανομένης υπόψη της ανεπανόρθωτης απώλειας του μεριδίου της αγοράς των ΣΟ με βάση το Gd το οποίο κατέχει σε όλα τα κράτη μέλη αλλά και στις χώρες του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ) όπου το omniscan καλύπτεται από ΑΚΑ [άδεια κυκλοφορίας στην αγορά], λόγω της υπάρξεως διαρθρωτικών και νομικών κωλυμάτων που θα εμποδίζουν την επάνοδο του προϊόντος της στην αγορά.

34      Όμως, καίτοι, στη νομολογία, ελήφθη επίσης υπόψη το γεγονός ότι, χωρίς το ζητούμενο προσωρινό μέτρο, τα μερίδια αγοράς του διαδίκου που ζητεί το εν λόγω μέτρο θα μεταβάλλονταν ανεπανόρθωτα, πρέπει να διευκρινιστεί ότι η περίπτωση αυτή μπορεί να εξομοιωθεί με την περίπτωση του κινδύνου αφανισμού από την αγορά και να δικαιολογήσει τη λήψη του ζητούμενου προσωρινού μέτρου μόνον αν η ανεπανόρθωτη μεταβολή των μεριδίων αγοράς είναι επίσης σοβαρή. Επομένως, δεν αρκεί να υπάρχει κίνδυνος μια επιχείρηση να χάσει ανεπανόρθωτα ένα μερίδιο της αγοράς, αλλά σημασία έχει το μερίδιο αυτό να είναι αρκετά σημαντικό υπό το πρίσμα, ιδίως, του μεγέθους της επιχειρήσεως αυτής, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών του ομίλου με τον οποίο συνδέεται λόγω της συνθέσεως του μετοχικού κεφαλαίου της (βλ. διάταξη της 30ής Απριλίου 2010, Xeda International κατά Επιτροπής, T‑71/10 R, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2010:173, σκέψη 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

35      Εν προκειμένω, μολονότι η αιτούσα παρέχει ορισμένες ενδείξεις ως προς το οικονομικό μέγεθος της δραστηριότητάς της που αφορά το omniscan –η αιτούσα εκθέτει ότι, για το έτος 2016, ο κύκλος εργασιών από τις πωλήσεις του omniscan ανήλθε σε 80 εκατομμύρια δολάρια Ηνωμένων Πολιτειών (USD) και ότι ο συνολικός κύκλος εργασιών του omniscan και των συναφών αγορών του ανήλθε σε 968 εκατομμύρια USD, γεγονός που κατέστησε δυνατή την πραγματοποίηση μεικτού περιθωρίου κέρδους ύψους 662 εκατομμυρίων USD–, δεν διευκρινίζει, αντιθέτως, το μέγεθος της δραστηριότητας αυτής σε σχέση με τον συνολικό κύκλο εργασιών της. Καμία συγκεκριμένη πληροφορία δεν έχει εξάλλου παρασχεθεί ως προς το μέγεθος της επιχειρήσεώς της ή τη δομή του ομίλου της και τα χαρακτηριστικά του τελευταίου. Πάντως, με τις παρατηρήσεις της επί της παρούσας αιτήσεως, η Επιτροπή εκθέτει ότι, για το έτος 2016, τα προερχόμενα από το omniscan έσοδα εντός της Ένωσης ήταν κάτω από το 0,1 % του κύκλου εργασιών του ομίλου GE, ο οποίος ανήλθε σε 124 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ περίπου.

36      Εξάλλου, η αιτούσα έχει αναγνωρίσει αυτή την έλλειψη στοιχείων και έχει αποδεχθεί τις συνέπειές της, διότι φρονεί ότι ελάχιστα χρήσιμο θα ήταν να προσκομίσει λεπτομερή λογιστικά στοιχεία, εμφαίνοντα τον κύκλο εργασιών και την κερδοφορία των συνδεδεμένων με αυτήν επιχειρήσεων, εφόσον είναι δεδομένο ότι από τα στοιχεία αυτά προκύπτουν ικανοποιητικά κέρδη σε κάθε κατηγορία.

37      Παρά ταύτα, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, σύμφωνα με την προμνησθείσα στις σκέψεις 25 έως 27 νομολογία, στην αιτούσα απόκειται να παράσχει τη δυνατότητα στον αντίδικο και τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων να εκτιμήσουν τη σοβαρότητα της ζημίας της, παρέχοντας συγκεκριμένα και ακριβή στοιχεία. Αυτό, όμως, δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.

38      Συγκεκριμένα, η αιτούσα δεν παρέχει στοιχεία που να καθιστούν δυνατό να εκτιμηθεί η σοβαρότητα της προβαλλόμενης ζημίας λόγω της απώλειας των μεριδίων αγοράς που κατέχει σήμερα στην αγορά των ΣΟ με βάση το Gd στα οικεία κράτη μέλη.

39      Όπως υπογραμμίζει η αιτούσα με τις από 16 Ιανουαρίου 2018 παρατηρήσεις της, πρέπει πάντως να τονισθεί ότι έγινε δεκτό, με τη διάταξη της 28ης Απριλίου 2009, United Phosphorus κατά Επιτροπής (T‑95/09 R, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2009:124, σκέψη 69), ότι, κατά την αξιολόγηση της σοβαρότητας της ζημίας, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων δεν μπορεί απλώς να συνεκτιμά, κατά τρόπο μηχανικό και αυστηρό, μόνον τους κρίσιμους για την υπόθεση κύκλους εργασιών, αλλά οφείλει επίσης να λαμβάνει υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης υποθέσεως και να τις συσχετίζει, κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεώς του, με τη ζημία που προκλήθηκε στον κύκλο εργασιών.

[παραλειπόμενα]

49      Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι, μολονότι είναι αληθές ότι η αιτούσα εκθέτει, με τις από 16 Ιανουαρίου 2018 παρατηρήσεις της, ότι, από της υποβολής της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, η Μαλαισία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχουν λάβει μέτρα για την αναστολή των αδειών του omniscan εντός της επικρατείας τους, εντούτοις, η αιτούσα δεν παρέσχε κανένα αποδεικτικό στοιχείο προς στήριξη του ισχυρισμού της ότι τα εν λόγω μέτρα αποτελούν «αντανάκλαση της αποφάσεως της Επιτροπής». Εξάλλου, ακόμη και αν ο ισχυρισμός αυτός ήταν βάσιμος, τούτο δεν θα έθετε υπό αμφισβήτηση το γεγονός ότι οι αποφάσεις αυτές εκδόθηκαν από ανεξάρτητα όργανα (βλ. σκέψη 46 ανωτέρω) και ότι εναπόκειται στην αιτούσα να ασκήσει ενδεχομένως τις κατάλληλες προσφυγές στο πλαίσιο των νομικών αυτών συστημάτων προκειμένου να αμφισβητήσει τη νομιμότητά τους.

50      Επομένως, οι προβαλλόμενες από την αιτούσα συνέπειες για τη σχετική με το omniscan δραστηριότητά της εκτός της Ένωσης δεν συνιστούν ιδιαίτερη περίσταση που καθιστά δυνατή τη διαπίστωση της σοβαρότητας της ζημίας.

51      Δεύτερον, κατά την αιτούσα, λόγω της αναστολή της ΑΚΑ του omniscan η GE Healthcare δεν θα είναι πλέον σε θέση να προσφέρει ένα πλήρες φάσμα σκιαγραφικών προϊόντων, με συνέπεια πολύ μεγάλος αριθμός νοσοκομείων και άλλων φορέων παροχής υπηρεσιών υγειονομικής περιθάλψεως να στραφούν προς άλλους προμηθευτές για άλλα προϊόντα εκτός των ΣΟ με βάση το Gd της GE Healthcare. Συναφώς, προσθέτει ότι θα αποκλεισθεί από τους διαγωνισμούς που προκηρύσσονται από τα νοσοκομεία και τους άλλους δημόσιους οργανισμούς για την προμήθεια όλων των σκιαγραφικών προϊόντων, καθόσον πολλές από αυτές τις διαδικασίες απαιτούν από τον διαγωνιζόμενο να προσφέρει ένα πλήρες φάσμα σκιαγραφικών προϊόντων. Εξάλλου, η αιτούσα υπογραμμίζει το γεγονός ότι, ως νυν συμβαλλόμενο μέρος σε μεγάλο αριθμό πολυετών συμβάσεων οι οποίες έχουν συναφθεί με μεγάλους ομίλους που παρέχουν διαγνωστικές υπηρεσίες σε μεγάλο αριθμό κρατών μελών και τρίτων χωρών και οι οποίες αφορούν συνήθως την παροχή πλήρων φασμάτων προϊόντων απεικονίσεως, θα πρέπει να προμηθεύεται προϊόντα από τους ανταγωνιστές της, με πρόσθετα έξοδα για την ίδια και για τους οικείους φορείς παροχής υγειονομικής περιθάλψεως, για να αντικαταστήσει τις δικές της ΣΟ με βάση το Gd προκειμένου να μπορεί να εκτελέσει τις εν λόγω συμβάσεις.

52      Κατ’ αρχάς, πρέπει να επισημανθεί ότι, σε αντίθεση με τη νομολογία που παρατίθεται στις σκέψεις 23 έως 26 ανωτέρω, η αιτούσα δεν παρέχει στον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων τα ουσιώδη στοιχεία που θα του επέτρεπαν να εξετάσει τη σοβαρότητα των προβαλλόμενων επιπτώσεων, όσον αφορά τις συμβατικές υποχρεώσεις που τη βαρύνουν και τα έξοδα που προκύπτουν από την ανάγκη αντικαταστάσεως του omniscan στο πλαίσιο αυτό. Η αιτούσα αρκείται, συναφώς, σε γενικά επιχειρήματα, χωρίς να διευκρινίζει, για παράδειγμα, τη σπουδαιότητα των επίμαχων συμβάσεων σε σχέση με το σύνολο των δραστηριοτήτων της, το κατ’ εκτίμηση κόστος που προκύπτει από την αντικατάσταση του απαγορευμένου προϊόντος ή ακόμη την επαπειλούμενη κύρωση λόγω της τυχόν μη εκτελέσεως των εν λόγω συμβάσεων.

53      Περαιτέρω, μολονότι η έλλειψη πληροφοριών σχετικά με το κόστος υποκαταστάσεως που δημιουργείται από τις συμβατικές υποχρεώσεις που μνημόνευσε η αιτούσα δεν καθιστά δυνατή την αξιολόγηση της επιδεινώσεως της προβαλλόμενης ζημίας, η ύπαρξη των επίμαχων συμβάσεων καθιστά παρά ταύτα δυνατό να συναχθεί ότι, σε ορισμένο βαθμό, η αιτούσα διαθέτει λύση για να ελαχιστοποιήσει την έκταση της εν λόγω ζημίας και να διατηρήσει τα μερίδια αγοράς που ανησυχεί ότι θα χάσει στις αγορές συγγενών προϊόντων στα οικεία κράτη μέλη και εκτός της Ένωσης. Συναφώς, είναι αξιοσημείωτο ότι οι συμβάσεις για τις οποίες πρόκειται είναι, όπως διευκρινίζει η αιτούσα, πολυετούς χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, φαίνεται ότι της εγγυώνται, επί ποινή ενδεχόμενης συμβατικής ευθύνης των αντισυμβαλλομένων της, ορισμένη σταθερότητα όσον αφορά την ανταγωνιστική θέση της έναντι των πελατών της. Στο πλαίσιο αυτό, μπορεί να υπομνησθεί ότι, όσον αφορά τη μέση διάρκεια των διαδικασιών ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η απόφαση επί της ουσίας στην υπό κρίση υπόθεση θα εκδοθεί κατά πάσα πιθανότητα εντός δύο ετών (βλ., υπό την έννοια αυτή, διάταξη της 21ης Ιουλίου 2017, Polskie Górnictwo Naftowe i Gazownictwo κατά Επιτροπής, T-130/17 R, EU:T:2017:541, σκέψη 47). Κατά συνέπεια, ανάλογα με τη διάρκεια των εν λόγω συμβάσεων, η αιτούσα ενδεχομένως θα γνωρίζει αν η προσβαλλομένη απόφαση είναι νόμιμη πριν από τη λήξη τους.

54      Τέλος, από τη δικογραφία προκύπτει ότι, από το 2017, η αιτούσα κατέχει άδεια κυκλοφορίας στην αγορά εντός της Ένωσης για άλλη ΣΟ με βάση το Gd, ήτοι το clariscan, η διάθεση του οποίου δεν επηρεάζεται από την προσβαλλόμενη απόφαση. Συναφώς, η αιτούσα διευκρινίζει ότι το clariscan δεν αποτελεί ακριβές υποκατάστατο του omniscan καθόσον αυτό το γενόσημο φάρμακο είναι διαθέσιμο μόνο σε δεκατρείς αγορές της Ένωσης, δεν μπορεί να στηριχθεί στο βελτιωμένο προφίλ ασφάλειας του omniscan και δεν έχει την εξειδικευμένη ένδειξη του omniscan για απεικόνιση της αιματώσεως του μυοκαρδίου. Αντιθέτως, η Επιτροπή τονίζει ότι, αφενός, ούτε η PRAC [Επιτροπή Φαρμακοεπαγρύπνησης-Αξιολόγησης Κινδύνου] ούτε η CHMP [Επιτροπή Φαρμάκων για Ανθρώπινη Χρήση] μπόρεσαν να επιβεβαιώσουν ή να συμφωνήσουν ότι το omniscan έχει βελτιωμένο προφίλ ασφάλειας και ότι, αφετέρου, οι επιστημονικές επιτροπές του ΕΜΑ [Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων] εκτίμησαν ότι, εφόσον έχει εγκριθεί για την απεικόνιση ολόκληρου του σώματος, το clariscan μπορεί να χρησιμοποιηθεί για απεικόνιση της αιματώσεως του μυοκαρδίου. Κατά συνέπεια, μολονότι μπορεί ευλόγως να γίνει δεκτό, σε αυτό το στάδιο, ότι το clariscan δεν θα μπορέσει πιθανώς να αντικαταστήσει πλήρως το omniscan, το εν λόγω γενόσημο φάρμακο θα μετριάσει παρά ταύτα τις αρνητικές συνέπειες για τις οποίες ανησυχεί η αιτούσα, παρέχοντάς της τη δυνατότητα, σε ορισμένο βαθμό, να συμμετέχει στους διαγωνισμούς που απαιτούν πλήρες φάσμα σκιαγραφικών προϊόντων.

55      Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υφίσταται καμία ιδιαίτερη περίσταση, η οποία, εκτιμώμενη με βάση τα ελλιπή αριθμητικά στοιχεία που παρέσχε η αιτούσα (βλ. σκέψεις 35 έως 38 ανωτέρω), να πείσει τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων να διαπιστώσει τη σοβαρότητα της προβαλλόμενης ζημίας λόγω της απώλειας των μεριδίων αγοράς που κατέχει αυτή στην αγορά των ΣΟ με βάση το Gd.

[παραλειπόμενα]

Για τους λόγους αυτούς,

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

διατάσσει:

1)      Απορρίπτει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.

2)      Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.

Λουξεμβούργο, 11 Ιουλίου 2018.

Ο Γραμματέας

 

      Ο Πρόεδρος

E. Coulon

 

M. Jaeger


*      Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.


1      Παρατίθενται μόνον οι σκέψεις της παρούσας διατάξεως των οποίων η δημοσίευση κρίνεται σκόπιμη από το Γενικό Δικαστήριο.