Language of document : ECLI:EU:C:2018:635

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)

της 7ης Αυγούστου 2018 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Δημόσιες συμβάσεις – Διαδικασίες προσφυγών – Οδηγία 89/665/ΕΚ – Αγωγή αποζημιώσεως – Άρθρο 2, παράγραφος 6 – Εθνική νομοθεσία η οποία εξαρτά το παραδεκτό αγωγής αποζημιώσεως από την προηγούμενη διαπίστωση κατά τρόπο απρόσβλητο του παράνομου χαρακτήρα της αποφάσεως της αναθέτουσας αρχής που προκάλεσε την προβαλλόμενη ζημία – Προσφυγή ακυρώσεως – Προκαταρκτική διαδικασία προσφυγής ενώπιον τμήματος προσφυγών – Δικαστικός έλεγχος των αποφάσεων του τμήματος προσφυγών – Εθνική νομοθεσία αποκλείουσα την επίκληση λόγων που δεν έχουν προβληθεί ενώπιον του τμήματος προσφυγών – Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Άρθρο 47 – Δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας – Αρχές της αποτελεσματικότητας και της ισοδυναμίας»

Στην υπόθεση C‑300/17,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Kúria (Ανώτατο Δικαστήριο, Ουγγαρία) με απόφαση της 11ης Μαΐου 2017, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 24 Μαΐου 2017, στο πλαίσιο της δίκης

Hochtief AG

κατά

Budapest Főváros Önkormányzata,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),

συγκείμενο από τους L. Bay Larsen, πρόεδρο τμήματος, J. Malenovský, M. Safjan, D. Šváby και Μ. Βηλαρά (εισηγητή), δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Wathelet

γραμματέας: R. Șereș, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 30ής Απριλίου 2018,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η Hochtief AG, εκπροσωπούμενη από τον A. László, ügyvéd, και τον I. Varga, konzulens,

–        η Ουγγρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους M. Z. Fehér και G. Koós,

–        η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις M. Τασσοπούλου, Δ. Τσαγκαράκη και Ε. Τσαούση καθώς και από τον Κ. Γεωργιάδη,

–        η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον M. Fruhmann,

–        η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους P. Ondrůšek και A. Tokár,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 7ης Ιουνίου 2018,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων (ΕΕ 1989, L 395, σ. 33), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2014/23/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014 (ΕΕ 2014, L 94, σ. 1) (στο εξής: οδηγία 89/665).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Hochtief AG και της Budapest Főváros Önkormányzata (τοπικής κυβερνήσεως της Βουδαπέστης, Ουγγαρία, στο εξής: αναθέτουσα αρχή) στο πλαίσιο αγωγής αποκαταστάσεως ζημίας που η Hochtief υποστηρίζει ότι υπέστη λόγω παραβάσεως των κανόνων περί δημοσίων συμβάσεων.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

3        Το άρθρο 1, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, της οδηγίας 89/665 προβλέπει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε, όσον αφορά τις συμβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/24/ΕΕ [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις δημόσιες προμήθειες και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ (ΕΕ 2014, L 94, σ. 65)] ή της οδηγίας [2014/23], οι αποφάσεις που λαμβάνουν οι αναθέτουσες αρχές να υπόκεινται στην άσκηση αποτελεσματικών και, ιδίως, όσο το δυνατόν ταχύτερων [ενδίκων βοηθημάτων], υπό τις προϋποθέσεις που θέτουν στα άρθρα 2 έως 2στ της παρούσας οδηγίας, λόγω του ότι οι αποφάσεις αυτές παραβιάζουν την ενωσιακή νομοθεσία περί διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων ή τους εθνικούς κανόνες μεταφοράς της εν λόγω νομοθεσίας.»

4        Το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής ορίζει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι διαδικασίες προσφυγής να είναι διαθέσιμες, σύμφωνα με τους κανόνες που είναι δυνατόν να θεσπίζουν τα κράτη μέλη, τουλάχιστον σε οιοδήποτε πρόσωπο έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί συγκεκριμένη σύμβαση και το οποίο υπέστη ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από εικαζόμενη παράβαση.»

5        Το άρθρο 2, παράγραφοι 1, 2 και 6, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τα εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα μέτρα που λαμβάνονται όσον αφορά τις διαδικασίες προσφυγής που ορίζει το άρθρο 1 να προβλέπουν τις αναγκαίες εξουσίες προκειμένου:

[…]

β)      να ακυρώσουν ή να διασφαλίσουν την ακύρωση των παράνομων αποφάσεων, και ιδίως να καταργούν τις τεχνικές, οικονομικές και χρηματοδοτικές προδιαγραφές που εισάγουν διακρίσεις και περιλαμβάνονται στα έγγραφα με τα οποία καλούνται οι ενδιαφερόμενοι να συμμετάσχουν στο διαγωνισμό, στις συγγραφές υποχρεώσεων ή σε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που έχει σχέση με τη διαδικασία σύναψης της συγκεκριμένης σύμβασης·

γ)      να επιδικάζουν αποζημίωση στα ζημιωθέντα από την παράβαση πρόσωπα.

2.      Οι εξουσίες που προβλέπονται με την παράγραφο 1 και με τα άρθρα 2δ και 2ε μπορούν να ανατίθενται σε ξεχωριστά όργανα υπεύθυνα για διαφορετικές πτυχές των διαδικασιών προσφυγής.

[…]

6.      Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, όταν ζητείται αποζημίωση για το λόγο ότι απόφαση ελήφθη παρανόμως, πρέπει πρώτα να ακυρώνεται η προσβαλλόμενη απόφαση από αρμόδιο προς τούτο όργανο.»

 Το ουγγρικό δίκαιο

6        Το άρθρο 108, παράγραφος 3, του közbeszerzésekről szóló 2003. évi CXXIX. törvény (νόμου αριθ. CXXIX του 2003 περί δημοσίων συμβάσεων, Magyar Közlöny 2003/157, στο εξής: νόμος περί δημοσίων συμβάσεων) ορίζει τα εξής:

«Ο υποψήφιος δύναται να τροποποιήσει την αίτηση συμμετοχής του έως τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της.»

7        Το άρθρο 350 του νόμου αυτού ορίζει τα εξής:

«Η δυνατότητα ασκήσεως οποιασδήποτε αξιώσεως αστικoύ δικαίου στηριζόμενης σε παράβαση κανόνων που αφορούν τις δημόσιες συμβάσεις ή τη διαδικασία αναθέσεως αυτών εξαρτάται από την προϋπόθεση να αναγνωριστεί κατά τρόπο απρόσβλητο η παράβαση του κανόνα από το τμήμα προσφυγών δημοσίων συμβάσεων ή από δικαστήριο επιλαμβανόμενο της προσφυγής κατά της αποφάσεως του τμήματος προσφυγών δημοσίων συμβάσεων.»

8        Το άρθρο 351 του εν λόγω νόμου έχει ως εξής:

«Στην περίπτωση που προσφέρων αξιώνει από την αναθέτουσα αρχή αποζημίωση, η οποία περιορίζεται αποκλειστικά στα έξοδα που απορρέουν από την προετοιμασία της προσφοράς και τη συμμετοχή στη διαδικασία αναθέσεως της δημοσίας συμβάσεως, αρκεί, για να ασκήσει μια τέτοια αξίωση αποζημιώσεως, να αποδείξει

a)      ότι η αναθέτουσα αρχή παρέβη οποιαδήποτε νομική διάταξη σχετική με τις δημόσιες συμβάσεις ή τη διαδικασία αναθέσεως αυτών,

b)      ότι είχε πραγματικές πιθανότητες να ανατεθεί σε αυτόν η σύμβαση, και

c)      ότι η παράβαση μείωσε τις πιθανότητές του να ανατεθεί σε αυτόν η σύμβαση.»

9        Το άρθρο 339/A του Polgári perrendtartásról szóló 1952. évi III. törvény (νόμου αριθ. III του 1952 περί θεσπίσεως του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, στο εξής: Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας) προβλέπει τα εξής:

«Με την επιφύλαξη αντίθετης νομοθετικής προβλέψεως, το δικαστήριο ελέγχει τη διοικητική απόφαση βασιζόμενο στην ισχύουσα κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως νομοθεσία και στα πραγματικά περιστατικά ως είχαν κατά τον χρόνο εκδόσεώς της.»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

10      Στις 5 Φεβρουαρίου 2005, η αναθέτουσα αρχή δημοσίευσε προκήρυξη διαγωνισμού για τη σύναψη δημόσιας συμβάσεως έργου, της οποίας η αξία υπερέβαινε το προβλεπόμενο από το δίκαιο της Ένωσης όριο, βάσει διαδικασίας με διαπραγμάτευση και με προηγούμενη δημοσίευση προκηρύξεως διαγωνισμού. Εντός της ταχθείσας προθεσμίας υποβλήθηκαν πέντε υποψηφιότητες, μία εκ των οποίων ήταν αυτή της κοινοπραξίας HOLI (στο εξής: κοινοπραξία), με επικεφαλής τη Hochtief.

11      Στις 19 Ιουλίου 2005, η αναθέτουσα αρχή γνωστοποίησε στην κοινοπραξία ότι η υποψηφιότητά της κρίθηκε απαράδεκτη λόγω ασυμβιβάστου και ότι αποκλείστηκε από τη διαδικασία. Η απόφαση αυτή στηρίχθηκε στο γεγονός ότι η κοινοπραξία είχε διορίσει επικεφαλής του έργου εμπειρογνώμονα ο οποίος είχε συμμετάσχει στην προετοιμασία του δημόσιου διαγωνισμού από την αναθέτουσα αρχή.

12      Με απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2005 το Közbeszerzési Döntőbizottság (τμήμα προσφυγών δημοσίων συμβάσεων, Ουγγαρία) (στο εξής: τμήμα προσφυγών) απέρριψε την προσφυγή που άσκησε η κοινοπραξία κατά της ως άνω αποφάσεως. Κατά το τμήμα προσφυγών, ο διορισμός του εμπειρογνώμονα με την αίτηση συμμετοχής δεν μπορούσε να θεωρηθεί διοικητικό σφάλμα, όπως ισχυριζόταν η Hochtief. Αν η Hochtief είχε το δικαίωμα να διορθώσει αυτό το σφάλμα, τούτο θα ισοδυναμούσε με τροποποίηση της αιτήσεως συμμετοχής η οποία αποκλείεται από το άρθρο 108, παράγραφος 3, του νόμου περί δημοσίων συμβάσεων. Το τμήμα προσφυγών έκρινε επίσης ότι η αναθέτουσα αρχή δεν είχε ενεργήσει παράνομα συνεχίζοντας τη διεξαγωγή της διαδικασίας με δύο μόνον υποψηφίους, δεδομένου ότι το άρθρο 130, παράγραφος 7, του νόμου αυτού όριζε ότι, αν απέμενε ο προβλεπόμενος ελάχιστος αριθμός υποψηφίων που είχαν υποβάλει νομότυπη αίτηση συμμετοχής, η αναθέτουσα αρχή όφειλε να τους καλέσει να υποβάλουν προσφορά.

13      Με απόφαση της 28ης Απριλίου 2006, το Fővárosi Bíróság (πρωτοβάθμιο δικαστήριο Βουδαπέστης, Ουγγαρία) απέρριψε την ένδικη προσφυγή που άσκησε η κοινοπραξία κατά της αποφάσεως του τμήματος προσφυγών της 12ης Σεπτεμβρίου 2005.

14      Με απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 2008, το Fővárosi Ítélőtábla (περιφερειακό εφετείο Βουδαπέστης-Πρωτευούσης, Ουγγαρία), το οποίο επελήφθη της εφέσεως που άσκησε η κοινοπραξία κατά της αποφάσεως της 28ης Απριλίου 2006, υπέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου αίτηση προδικαστικής αποφάσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2009, Hochtief και Linde-Kca-Dresden (C‑138/08, EU:C:2009:627).

15      Κατά τη διάρκεια του ίδιου έτους, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαπίστωσε, στο πλαίσιο της εξετάσεως της επίμαχης στην κύρια δίκη διαδικασίας συνάψεως δημόσιας συμβάσεως, ότι η αναθέτουσα αρχή είχε παραβεί τη νομοθεσία περί δημοσίων συμβάσεων, αφενός, προκηρύσσοντας διαδικασία με διαπραγμάτευση και, αφετέρου, αποκλείοντας στο στάδιο της προεπιλογής έναν εκ των υποψηφίων, χωρίς να του παράσχει τη δυνατότητα, σύμφωνα με την απόφαση της 3ης Μαρτίου 2005, Fabricom (C‑21/03 και C‑34/03, EU:C:2005:127), να αποδείξει ότι η συμβολή του εμπειρογνώμονα που διορίσθηκε επικεφαλής του έργου δεν ήταν ικανή να νοθεύσει τον ανταγωνισμό.

16      Στις 20 Ιανουαρίου 2010, κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως της 15ης Οκτωβρίου 2009, Hochtief και Linde-Kca-Dresden (C‑138/08, EU:C:2009:627), το Fővárosi Ítélőtábla (περιφερειακό εφετείο Βουδαπέστης-Πρωτευούσης) εξέδωσε απόφαση με την οποία επικύρωσε την απόφαση της 28ης Απριλίου 2006. Το δικαστήριο αυτό επισήμανε, μεταξύ άλλων, ότι δεν εξέταζε το ζήτημα αν η αναθέτουσα αρχή, κρίνοντας ότι υφίστατο ασυμβίβαστο για την υποψηφιότητα της κοινοπραξίας, είχε διαπράξει παράβαση, καθόσον δεν παρέσχε στην τελευταία τη δυνατότητα να αμυνθεί, δεδομένου ότι η αιτίαση αυτή δεν περιλαμβανόταν στο δικόγραφο της προσφυγής. Μόνον κατά το στάδιο της εφέσεως η Hochtief υποστήριξε, για πρώτη φορά, ότι η επιβληθείσα στην κοινοπραξία απαγόρευση συνιστούσε δυσανάλογο περιορισμό του δικαιώματός της να υποβάλει υποψηφιότητα και να συμμετάσχει σε διαγωνισμό, ο οποίος ήταν αντίθετος προς το άρθρο 220 ΕΚ, το άρθρο 6 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων (ΕΕ 1993, L 199, σ. 54) και τη νομολογία του Δικαστηρίου.

17      Με απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 2011, το Legfelsőbb Bíróság (πρώην ονομασία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ουγγαρία) επικύρωσε την απόφαση του Fővárosi Ítélőtábla (περιφερειακού εφετείου Βουδαπέστης-Πρωτευούσης) της 20ής Ιανουαρίου 2010.

18      Στις 11 Αυγούστου 2011, η Hochtief, στηριζόμενη στις διαπιστώσεις της Επιτροπής, κίνησε διαδικασία δικαστικής αναθεωρήσεως κατά της αυτής αποφάσεως του Fővárosi Ítélőtábla (περιφερειακού εφετείου Βουδαπέστης-Πρωτευούσης).

19      Στις 6 Ιουνίου 2013, το Fővárosi Közigazgatási és Munkaügyi Bíróság (δικαστήριο διοικητικών και εργατικών διαφορών Βουδαπέστης-Πρωτευούσης, Ουγγαρία) απέρριψε την αίτηση δικαστικής αναθεωρήσεως με διάταξη η οποία επικυρώθηκε με διάταξη του Fővárosi Törvényszék (δικαστηρίου Βουδαπέστης-Πρωτευούσης, Ουγγαρία), που αποφάνθηκε σε τελευταίο βαθμό.

20      Η Hochtief, επικαλούμενη πάντοτε τις διαπιστώσεις της Επιτροπής, άσκησε στη συνέχεια αγωγή με αίτημα να υποχρεωθεί η αναθέτουσα αρχή να καταβάλει 24 043 685 ουγγρικά φιορίνια (HUF) (περίπου 74 000 ευρώ) ως αποζημίωση για τις δαπάνες στις οποίες υπεβλήθη η Hochtief λόγω της συμμετοχής της στη διαδικασία του διαγωνισμού.

21      Δεδομένου ότι η αγωγή αυτή απορρίφθηκε πρωτοδίκως και κατ’ έφεση, η Hochtief άσκησε αναίρεση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, επικαλούμενη, μεταξύ άλλων, παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665 και του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων στις διαδικασίες σύναψης των συμβάσεων φορέων οι οποίοι λειτουργούν στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών (ΕΕ 1992, L 76, σ. 14).

22      Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει, κατ’ ουσίαν, ότι από την οδηγία 89/665 προκύπτει ότι η άσκηση αγωγής αποζημιώσεως μπορεί να εξαρτάται από την προηγούμενη ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως από διοικητική αρχή ή δικαστήριο (απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2015, MedEval, C‑166/14, EU:C:2015:779, σκέψη 35), με αποτέλεσμα το άρθρο 2 της εν λόγω οδηγίας να μην φαίνεται, κατ’ αρχήν, να αντιτίθεται σε νομοθετική διάταξη κράτους μέλους όπως αυτή του άρθρου 350 του νόμου περί δημοσίων συμβάσεων. Ωστόσο, η εφαρμογή της τελευταίας αυτής διατάξεως, σε συνδυασμό με άλλες διατάξεις του νόμου περί δημοσίων συμβάσεων και του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση της δυνατότητας ενός υποψηφίου ο οποίος αποκλείσθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας με διαπραγμάτευση για τη σύναψη δημοσίας συμβάσεως, όπως η Hochtief, να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως, για τον λόγο ότι δεν είναι σε θέση να επικαλεστεί απόφαση διαπιστώνουσα κατά τρόπο απρόσβλητο παράβαση της νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων. Υπό τις περιστάσεις αυτές, θα μπορούσε να κριθεί δικαιολογημένη είτε η παροχή της δυνατότητας να αποδειχθεί μια τέτοια παράβαση με άλλα αποδεικτικά μέσα είτε η μη εφαρμογή του εθνικού κανόνα βάσει της αρχής της αποτελεσματικότητας, είτε ακόμη η ερμηνεία του κανόνα αυτού υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης.

23      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Kúria (Ανώτατο Δικαστήριο, Ουγγαρία) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1.      Αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης δικονομική διάταξη κράτους μέλους η οποία εξαρτά τη δυνατότητα ασκήσεως οποιασδήποτε αστικής αξιώσεως απορρέουσας από την παράβαση κανόνα της νομοθεσίας περί δημόσιων συμβάσεων από την προϋπόθεση να αναγνωριστεί κατά τρόπο απρόσβλητο η παράβαση του κανόνα από το [τμήμα προσφυγών] ή από δικαστήριο επιλαμβανόμενο προσφυγής κατά της αποφάσεως του τμήματος προσφυγών;

2.      Μπορεί διάταξη κράτους μέλους, με την οποία καθιερώνεται –ως προαπαιτούμενο για την άσκηση αξιώσεως αποζημιώσεως– να αναγνωριστεί κατά τρόπο απρόσβλητο η παράβαση του κανόνα από το [τμήμα προσφυγών] ή από δικαστήριο επιλαμβανόμενο προσφυγής κατά της αποφάσεως του τμήματος προσφυγών, να αντικατασταθεί σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης; Ήτοι, μπορεί ο ζημιωθείς να αποδείξει με άλλα μέσα την παράβαση του κανόνα;

3.      Στο πλαίσιο υποθέσεως με αίτημα την καταβολή αποζημιώσεως, αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης και, ιδίως, στις αρχές της αποτελεσματικότητας και της ισοδυναμίας, ή ενδέχεται να έχει αποτέλεσμα αντίθετο προς το δίκαιο της Ένωσης και τις ως άνω αρχές, δικονομική διάταξη κράτους μέλους η οποία επιτρέπει την άσκηση δικαστικής προσφυγής κατά της αποφάσεως του τμήματος προσφυγών μόνο για τους λόγους που προβλήθηκαν στη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών δημόσιων συμβάσεων, ακόμη και όταν ο ζημιωθείς μπορεί να προβάλει, προς τεκμηρίωση της προβαλλόμενης παραβάσεως του κανόνα, τον παράνομο χαρακτήρα –σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης– του αποκλεισμού του λόγω ασυμβιβάστου, μόνον κατά τρόπον ώστε να προκαλείται –δυνάμει των κανόνων της διαδικασίας συνάψεως δημοσίας συμβάσεως με διαπραγμάτευση– ο αποκλεισμός του από τη διαδικασία αναθέσεως της δημόσιας συμβάσεως για άλλο λόγο, ήτοι λόγω τροποποιήσεως της υποψηφιότητάς του;»

 Επί του αιτήματος επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας

24      Με δικόγραφα που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 12 και στις 27 Ιουλίου 2018, η Hochtief ζήτησε να διαταχθεί η επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 83 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.

25      Προς στήριξη του αιτήματός της, η Hochtief επικαλείται καταρχάς την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το Székesfehérvári Törvényszék (δικαστήριο του Székesfehérvár, Ουγγαρία), με απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2017, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 5 Ιουνίου 2018 και έλαβε αριθμό υποθέσεως C‑362/18. Υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η απάντηση στα υποβληθέντα στην υπό κρίση υπόθεση ερωτήματα εξαρτάται από την απάντηση που θα δοθεί στα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στην υπόθεση C‑362/18 και ότι, προκειμένου να διασφαλιστεί η ενότητα της νομολογίας, πρέπει να δοθεί στους μετέχοντες στη διαδικασία η δυνατότητα να διατυπώσουν την άποψή τους επί της τελευταίας αυτής υποθέσεως.

26      Εν συνεχεία, η Hochtief φρονεί ότι, για να μπορέσει το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της υπό κρίση αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, πρέπει να ληφθούν υπόψη στοιχεία που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο συζητήσεως μεταξύ των μετεχόντων στη διαδικασία. Ειδικότερα, η Hochtief επιθυμεί να της δοθεί η δυνατότητα να υποβάλει παρατηρήσεις σχετικά με τη δήλωση στην οποία προέβη ο εκπρόσωπος της Ουγγρικής Κυβέρνησης κατά τη διάρκεια της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, σύμφωνα με την οποία η απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2009, Hochtief και Linde-Kca-Dresden (C‑138/08, EU:C:2009:627), η οποία δημοσιεύθηκε κατά τη διάρκεια της δίκης ενώπιον των ουγγρικών δικαστηρίων, είχε εξετασθεί εκ μέρους αυτών των τελευταίων. Φρονεί ότι αποφασιστικής σημασίας, προκειμένου να δοθεί απάντηση στα δύο πρώτα ερωτήματα που υποβάλλονται με την υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, είναι να προσδιοριστεί ποια είναι η εκτίμηση των εν λόγω δικαστηρίων όσον αφορά την ως άνω απόφαση.

27      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 83 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί, οποτεδήποτε, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, να διατάξει την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, ιδίως αν κρίνει ότι δεν έχει διαφωτιστεί επαρκώς ή όταν ένας διάδικος, μετά τη λήξη της διαδικασίας αυτής, επικαλείται νέο πραγματικό περιστατικό δυνάμενο να ασκήσει αποφασιστική επιρροή επί της αποφάσεως του Δικαστηρίου, ή ακόμη όταν, προς επίλυση της διαφοράς, το Δικαστήριο χρειάζεται να στηριχθεί σε επιχείρημα επί του οποίου δεν διεξήχθη συζήτηση μεταξύ των διαδίκων ή των κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενδιαφερομένων.

28      Εν προκειμένω, το Δικαστήριο, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, κρίνει ότι έχει στη διάθεσή του όλα τα αναγκαία στοιχεία προκειμένου να αποφανθεί επί της υποβληθείσας αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως και ότι δεν χρειάζεται να απαντήσει σε αυτή με βάση επιχείρημα επί του οποίου δεν διεξήχθη συζήτηση ενώπιόν του.

29      Αφενός, αντίθετα προς όσα υποστηρίζει η Hochtief, η απάντηση που πρέπει να δοθεί στα ερωτήματα που υποβάλλονται στην υπό κρίση υπόθεση δεν εξαρτάται από την απάντηση που θα δοθεί στα ερωτήματα στην υπόθεση C‑362/18. Συγκεκριμένα, μολονότι οι διαφορές της κύριας δίκης στην υπό κρίση υπόθεση και στην υπόθεση C‑362/18 εντάσσονται σε παρόμοιο πλαίσιο, εντούτοις γεγονός παραμένει ότι τα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στην υπόθεση C‑362/18 και τα οποία, όπως η ίδια η Hochtief επισημαίνει στην αίτησή της, αφορούν πρωτίστως την ευθύνη του κράτους μέλους λόγω παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης οφειλομένης σε απόφαση εθνικού δικαστηρίου αποφαινομένου σε τελευταίο βαθμό, διαφέρουν από τα υποβληθέντα στην υπό κρίση υπόθεση, τα οποία αφορούν τις προϋποθέσεις παραδεκτού αγωγής αποζημιώσεως κατά αναθέτουσας αρχής.

30      Αφετέρου, δεν προκύπτει ότι η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως πρέπει να εξετασθεί υπό το πρίσμα στοιχείου επί του οποίου δεν διεξήχθη συζήτηση μεταξύ των διαδίκων. Ειδικότερα, η απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2009, Hochtief και Linde-Kca-Dresden (C‑138/08, EU:C:2009:627), την οποία επικαλέσθηκε η Hochtief προς στήριξη του αιτήματός της περί επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας, αναφέρθηκε από το αιτούν δικαστήριο στην αίτησή του προδικαστικής αποφάσεως και οι διάδικοι της κύριας δίκης, όπως και οι κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενδιαφερόμενοι, είχαν την ευκαιρία να διατυπώσουν συναφώς τόσο τις γραπτές όσο και τις προφορικές παρατηρήσεις τους.

31      Κατόπιν των προεκτεθέντων, το Δικαστήριο εκτιμά ότι δεν συντρέχει λόγος να διαταχθεί η επανάληψη της προφορικής διαδικασίας.

 Επί του πρώτου και του δευτέρου ερωτήματος

32      Με τα δύο πρώτα ερωτήματα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 2, παράγραφος 6, της οδηγίας 89/665 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική δικονομική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία εξαρτά τη δυνατότητα ασκήσεως οποιασδήποτε αξιώσεως αστικού δικαίου σε περίπτωση παραβάσεως των κανόνων που διέπουν τις δημόσιες συμβάσεις και την ανάθεση αυτών από την προϋπόθεση να έχει αναγνωριστεί κατά τρόπο απρόσβλητο η παράβαση του κανόνα από το τμήμα προσφυγών δημόσιων συμβάσεων ή από δικαστήριο επιλαμβανόμενο προσφυγής κατά της αποφάσεως του εν λόγω τμήματος προσφυγών.

33      Πρώτον, πρέπει να υπομνησθεί, ότι, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 6, της οδηγίας 89/665, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, όταν ζητείται αποζημίωση για τον λόγο ότι απόφαση ελήφθη παρανόμως, πρέπει πρώτα να ακυρώνεται η προσβαλλόμενη απόφαση από αρμόδιο προς τούτο όργανο.

34      Επομένως, από το ίδιο το γράμμα της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι τα κράτη μέλη έχουν, καταρχήν, τη δυνατότητα να θεσπίσουν διάταξη του εθνικού δικονομικού δικαίου, όπως αυτή του άρθρου 350 του νόμου περί δημοσίων συμβάσεων, που εξαρτά τη δυνατότητα ασκήσεως αξιώσεως αστικού δικαίου, σε περίπτωση παράβασης των κανόνων περί δημοσίων συμβάσεων, από την προϋπόθεση η παράβαση να έχει διαπιστωθεί κατά τρόπο απρόσβλητο από τμήμα προσφυγών δημόσιων συμβάσεων, όπως αυτό της κύριας δίκης, ή από δικαστήριο επιλαμβανόμενο προσφυγής κατά της αποφάσεως ενός τέτοιου τμήματος προσφυγών (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2015, MedEval, C‑166/14, EU:C:2015:779, σκέψη 36).

35      Δεύτερον, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως έχει επανειλημμένως κρίνει το Δικαστήριο, η οδηγία 89/665 προσδιορίζει απλώς τις ελάχιστες προϋποθέσεις τις οποίες πρέπει να πληρούν οι διαδικασίες προσφυγής που προβλέπουν οι εθνικές έννομες τάξεις, προκειμένου να διασφαλιστεί η τήρηση των επιταγών του δικαίου της Ένωσης στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2016, Star Storage κ.λπ., C‑439/14 και C‑488/14, EU:C:2016:688, σκέψη 42 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

36      Επομένως, το άρθρο 2, παράγραφος 6, της οδηγίας 89/665 περιορίζεται στην παροχή στα κράτη μέλη της δυνατότητας να εξαρτούν την άσκηση αγωγής αποζημιώσεως από την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως από αρμόδιο προς τούτο όργανο, χωρίς να περιλαμβάνει καμία ένδειξη ως προς ενδεχόμενες προϋποθέσεις ή περιορισμούς που συνοδεύουν, κατά περίπτωση, τη μεταφορά στην εθνική έννομη τάξη και την εφαρμογή της διατάξεως αυτής.

37      Κατά συνέπεια, όπως τόνισε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 39 των προτάσεών του, τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να καθορίζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι εθνικοί κανόνες για τη μεταφορά του άρθρου 2, παράγραφος 6, της οδηγίας 89/665 πρέπει να τύχουν εφαρμογής στην έννομη τάξη τους, καθώς και τους περιορισμούς, εξαιρέσεις ή παρεκκλίσεις που ενδέχεται να συνοδεύουν την εφαρμογή αυτή.

38      Ασφαλώς, όπως έχει επανειλημμένως κρίνει το Δικαστήριο, στα κράτη μέλη εναπόκειται, όταν καθορίζουν τους δικονομικούς κανόνες που διέπουν τα ένδικα βοηθήματα με τα οποία διασφαλίζεται η προστασία των δικαιωμάτων που παρέχει το δίκαιο της Ένωσης στους θιγόμενους από αποφάσεις των αναθετουσών αρχών υποψηφίους και προσφέροντες, να λαμβάνουν μέριμνα ώστε να μη θίγεται ούτε η αποτελεσματικότητα της οδηγίας 89/665 ούτε τα δικαιώματα που απονέμονται στους ιδιώτες από το δίκαιο της Ένωσης (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2016, Star Storage κ.λπ., C‑439/14 και C‑488/14, EU:C:2016:688, σκέψεις 43 και 44).

39      Το Δικαστήριο έχει κρίνει, συναφώς, ότι η ευχέρεια που παρέχεται στα κράτη μέλη από το άρθρο 2, παράγραφος 6, της οδηγίας 89/665 δεν είναι απεριόριστη και εξακολουθεί να υπόκειται στην προϋπόθεση ότι η προσφυγή ακυρώσεως που προηγείται οποιασδήποτε αγωγής αποζημιώσεως πρέπει να είναι αποτελεσματική (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2015, MedEval, C‑166/14, EU:C:2015:779, σκέψεις 36 έως 44). Επομένως, τα κράτη μέλη πρέπει να εγγυώνται την τήρηση του δικαιώματος αποτελεσματικής ένδικης προστασίας και προσβάσεως σε αμερόληπτο δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 47, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2016, Star Storage κ.λπ., C‑439/14 και C‑488/14, EU:C:2016:688, σκέψη 46).

40      Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η εθνική δικονομική ρύθμιση που εξαρτά τη δυνατότητα προβολής αξιώσεως αστικού δικαίου, σε περίπτωση παραβάσεως των κανόνων που διέπουν τις δημόσιες συμβάσεις και την ανάθεση αυτών, από την προϋπόθεση να έχει προηγουμένως διαπιστωθεί κατά τρόπο απρόσβλητο η παράβαση δεν στερεί από τον προσφέροντα το δικαίωμα αποτελεσματικής ένδικης προστασίας.

41      Επομένως, στα δύο πρώτα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 2, παράγραφος 6, της οδηγίας 89/665 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική δικονομική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία εξαρτά τη δυνατότητα ασκήσεως οποιασδήποτε αξιώσεως αστικού δικαίου, σε περίπτωση παραβάσεως των κανόνων που διέπουν τις δημόσιες συμβάσεις και την ανάθεση αυτών, από την προϋπόθεση να έχει αναγνωριστεί κατά τρόπο απρόσβλητο η παράβαση του κανόνα από τμήμα προσφυγών δημόσιων συμβάσεων ή από δικαστήριο επιλαμβανόμενο προσφυγής κατά της αποφάσεως του εν λόγω τμήματος προσφυγών.

 Επί του τρίτου ερωτήματος

42      Με το τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το δίκαιο της Ένωσης έχει την έννοια ότι αντιτίθεται, στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως, σε κανόνα του εθνικού δικονομικού δικαίου που περιορίζει τον δικαστικό έλεγχο των αποφάσεων οι οποίες εκδίδονται από τμήμα προσφυγών, αρμόδιο για τον έλεγχο σε πρώτο βαθμό των αποφάσεων που λαμβάνονται από τις αναθέτουσες αρχές στο πλαίσιο των διαδικασιών συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, στην εξέταση των λόγων και μόνον που προβλήθηκαν ενώπιον του εν λόγω τμήματος προσφυγών.

43      Όσον αφορά την υπόθεση της κύριας δίκης, επισημαίνεται, κατ’ αρχάς, ότι, όπως προκύπτει από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, τα εθνικά δικαστήρια που είναι επιφορτισμένα με τον έλεγχο των αποφάσεων του τμήματος προσφυγών το οποίο καλείται να εξετάσει σε πρώτο βαθμό τις προσφυγές ακυρώσεως κατά των αποφάσεων που λαμβάνονται από τις αναθέτουσες αρχές στο πλαίσιο των διαδικασιών συνάψεως δημοσίων συμβάσεων οφείλουν, δυνάμει του άρθρου 339/A του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, να απορρίπτουν ως απαράδεκτο κάθε νέο λόγο που δεν είχε προβληθεί ενώπιον του εν λόγω τμήματος προσφυγών.

44      Κατ’ εφαρμογήν της διατάξεως αυτής, το Fővárosi Ítélőtábla (περιφερειακό εφετείο Βουδαπέστης-Πρωτευούσης) απέρριψε την έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης κατά της αποφάσεως του Fővárosi Bíróság (πρωτοβάθμιου δικαστηρίου Βουδαπέστης) περί απορρίψεως της ένδικης προσφυγής κατά της αρχικής αποφάσεως του τμήματος προσφυγών. Βάσει, επίσης, αυτής της διατάξεως απέρριψε το Legfelsőbb Bíróság (προηγούμενη ονομασία του Ανωτάτου Δικαστηρίου) την αίτηση αναιρέσεως που άσκησε η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης κατά της αποφάσεως του Fővárosi Ítélőtábla (περιφερειακού εφετείου Βουδαπέστης-Πρωτευούσης).

45      Κατά το αιτούν δικαστήριο, ωστόσο, η εφαρμογή του άρθρου 339/A του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, σε συνδυασμό με το άρθρο 350 του νόμου περί δημοσίων συμβάσεων, ενδέχεται να έχει αποτέλεσμα αντίθετο προς το δίκαιο της Ένωσης.

46      Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει, παραπέμποντας στη σκέψη 39 της αποφάσεως της 26ης Νοεμβρίου 2015, MedEval (C‑166/14, EU:C:2015:779), ότι ο βαθμός ασφάλειας δικαίου που απαιτείται σε σχέση με τις προϋποθέσεις παραδεκτού των ενδίκων βοηθημάτων διαφέρει αναλόγως του αν πρόκειται για αγωγή αποζημιώσεως ή για προσφυγή με την οποία ζητείται η κήρυξη του ανενεργού της συμβάσεως. Συγκεκριμένα, θα ήταν δικαιολογημένο, υπό το πρίσμα των επιταγών της ασφάλειας δικαίου της οποίας πρέπει να μπορούν να απολαύουν οι συμβατικές σχέσεις, να καθοριστούν περιοριστικά τα ένδικα βοηθήματα που αποσκοπούν στην κήρυξη του ανενεργού των συμβάσεων που συνάπτονται μεταξύ των αναθετουσών αρχών και των αναδόχων δημοσίων συμβάσεων. Αντιθέτως, στο μέτρο που οι αγωγές αποζημιώσεως δεν ασκούν, καταρχήν, καμία επιρροή επί των ήδη συναφθεισών συμβάσεων, θα ήταν αδικαιολόγητο να υπόκεινται σε όρους εξίσου αυστηρούς με τους ισχύοντες για προσφυγές που έχουν ως αντικείμενο την ίδια την ύπαρξη ή την εκτέλεση τέτοιων συμβάσεων.

47      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο έχει, βεβαίως, κρίνει, με τις σκέψεις 41 έως 44 της αποφάσεως της 26ης Νοεμβρίου 2015, MedEval (C‑166/14, EU:C:2015:779), ότι η αρχή της αποτελεσματικότητας αντιτίθεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, σε εθνική δικονομική ρύθμιση η οποία εξαρτά το παραδεκτό των αγωγών αποζημιώσεως στο πλαίσιο των διαδικασιών συνάψεως δημοσίων συμβάσεων από την προηγούμενη διαπίστωση του παράνομου χαρακτήρα της διαδικασίας για τη σύναψη της οικείας συμβάσεως.

48      Επιβάλλεται, ωστόσο, να υπογραμμιστεί ότι το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό σε μια πολύ συγκεκριμένη περίπτωση, χαρακτηριστικό της οποίας αποτελούσε το γεγονός ότι η προσφυγή για την προηγούμενη διαπίστωση του παράνομου χαρακτήρα της διαδικασίας για τη σύναψη της συμβάσεως, λόγω παραλείψεως προηγούμενης δημοσιεύσεως προκηρύξεως διαγωνισμού, υπέκειτο σε αποκλειστική προθεσμία έξι μηνών η οποία άρχιζε να τρέχει από την επομένη της ημερομηνίας αναθέσεως της επίμαχης δημόσιας συμβάσεως, ανεξαρτήτως του αν ο ζημιωθείς ήταν σε θέση να γνωρίζει την ύπαρξη της παρανομίας που επηρέαζε την απόφαση περί αναθέσεως ή μη. Πράγματι, σε ένα τέτοιο πλαίσιο, μια εξάμηνη προθεσμία ενείχε τον κίνδυνο να μην μπορέσει το θιγόμενο πρόσωπο να συλλέξει τα αναγκαία πληροφοριακά στοιχεία για την άσκηση προσφυγής σχετικά με τη νομιμότητα της διαδικασίας συνάψεως της οικείας συμβάσεως, γεγονός το οποίο εμπόδιζε την άσκηση της προσφυγής αυτής και μπορούσε, ως εκ τούτου, να καταστήσει πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση αγωγής αποζημιώσεως.

49      Ωστόσο, η κατάσταση στην υπόθεση της κύριας δίκης διαφέρει σαφώς από εκείνη για την οποία επρόκειτο στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2015, MedEval (C‑166/14, EU:C:2015:779).

50      Συγκεκριμένα, επισημαίνεται ότι, σε αντίθεση με τον επίμαχο στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2015, MedEval (C‑166/14, EU:C:2015:779) κανόνα αποκλειστικής προθεσμίας, ο δικονομικός κανόνας που προβλέπεται στο άρθρο 339/A του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας δεν θίγει, όπως διαπίστωσε ο γενικός εισαγγελέας με τα σημεία 47 έως 49 των προτάσεών του, το δικαίωμα αποτελεσματικής ένδικης προστασίας και προσβάσεως σε αμερόληπτο δικαστήριο, το οποίο εγγυάται το άρθρο 47, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2013, Texdata Software, C‑418/11, EU:C:2013:588, σκέψη 87).

51      Καίτοι, εξάλλου, είναι αληθές ότι αυτός ο εθνικός δικονομικός κανόνας επιβάλλει μια αυστηρή αντιστοιχία μεταξύ των λόγων που προβλήθηκαν ενώπιον του τμήματος προσφυγών και εκείνων που προβάλλονται ενώπιον των δικαστηρίων που καλούνται να προβούν σε έλεγχο των αποφάσεων του εν λόγω τμήματος προσφυγών, αποκλείοντας επομένως κάθε δυνατότητα του διαδίκου να προβάλει νέους λόγους ακυρώσεως κατά τη διάρκεια της δίκης, γεγονός παραμένει ότι συμβάλλει, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 49 των προτάσεών του, στη διατήρηση της πρακτικής αποτελεσματικότητας της οδηγίας 89/665, σκοπός της οποίας είναι, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, να εξασφαλίσει ότι οι παράνομες αποφάσεις των αναθετουσών αρχών υπόκεινται στην άσκηση αποτελεσματικών και όσο το δυνατόν ταχύτερων προσφυγών (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2016, Star Storage κ.λπ., C‑439/14 και C‑488/14, EU:C:2016:688, σκέψη 43 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

52      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η αρχή κατά την οποία οι διάδικοι έχουν την πρωτοβουλία της δίκης, γεγονός το οποίο σημαίνει ότι το δικαστήριο οφείλει να παραμένει εντός των ορίων του αντικειμένου τις διαφοράς, να στηρίζει την απόφασή του στα πραγματικά περιστατικά που έχουν προβληθεί ενώπιόν του και να μην ενεργεί αυτεπαγγέλτως παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, προστατεύει τα δικαιώματα άμυνας και διασφαλίζει την ομαλή διεξαγωγή της δίκης, ιδίως προλαμβάνοντας καθυστερήσεις συμφυείς προς την εξέταση νέων ισχυρισμών (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 1995, van Schijndel και van Veen, C‑430/93 και C‑431/93, EU:C:1995:441, σκέψεις 20 και 21, καθώς και της 7ης Ιουνίου 2007, van der Weerd κ.λπ., C‑222/05 έως C‑225/05, EU:C:2007:318, σκέψεις 34 και 35).

53      Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία, δεν κατέστη αδύνατο για τη Hochtief να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως της αναθέτουσας αρχής με την οποία αυτή αποκλείσθηκε από τη διαδικασία ούτε ενώπιον του τμήματος προσφυγών ούτε, εν συνεχεία, ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων που είναι αρμόδια για τον δικαστικό έλεγχο της αποφάσεως που εκδίδει το εν λόγω τμήμα προσφυγών.

54      Εξάλλου, δεν μπορεί ούτε να θεωρηθεί ότι κατέστη αδύνατο για τη Hochtief να προβάλει εγκαίρως τον λόγο που αντλείται, κατ’ ουσίαν, από το γεγονός ότι δεν είχε τη δυνατότητα να αποδείξει ότι, εν προκειμένω, η συμβολή του εμπειρογνώμονα τον οποίο είχε διορίσει ως επικεφαλής του έργου και ο οποίος είχε συνεργαστεί με την αναθέτουσα αρχή δεν μπορούσε να νοθεύσει τον ανταγωνισμό, σύμφωνα με τα διδάγματα που απορρέουν από τις σκέψεις 33 έως 36 της αποφάσεως της 3ης Μαρτίου 2005, Fabricom (C‑21/03 και C‑34/03, EU:C:2005:127).

55      Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η ερμηνεία που αυτό δίδει, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας που του χορηγεί το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, σε κανόνα του δικαίου της Ένωσης διασαφηνίζει και ορίζει, όταν παρίσταται ανάγκη, την έννοια και το περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, όπως αυτός πρέπει ή έπρεπε να γίνει αντιληπτός και να εφαρμοστεί από της θέσεώς του σε ισχύ (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 27ης Μαρτίου 1980, Denkavit italiana, 61/79, EU:C:1980:100, σκέψη 16, και της 13ης Ιανουαρίου 2004, Kühne & Heitz, C‑453/00, EU:C:2004:17, σκέψη 21).

56      Επομένως, σε κατάσταση όπως η επίμαχη της κύριας δίκης, ένας προσφέρων, όπως η Hochtief, μπορούσε να προβάλει την αιτίαση που αντλείται από το γεγονός ότι δεν είχε τη δυνατότητα να αποδείξει ότι ο διορισμός ως επικεφαλής του έργου εμπειρογνώμονα ο οποίος είχε συμμετάσχει στην προετοιμασία του δημόσιου διαγωνισμού από την αναθέτουσα αρχή δεν ήταν ικανός να νοθεύσει τον ανταγωνισμό, έστω και αν ελλείπει οποιαδήποτε σχετική με το θέμα αυτό νομολογία του Δικαστηρίου.

57      Εξάλλου, μολονότι είναι αληθές ότι η απόφαση της 3ης Μαρτίου 2005, Fabricom (C‑21/03 και C‑34/03, EU:C:2005:127), κατέστη διαθέσιμη στην ουγγρική γλώσσα μόνο μετά την άσκηση από την Hochtief της προσφυγής της ενώπιον του τμήματος προσφυγών και, μάλιστα, μετά την άσκηση και της ένδικης προσφυγής κατά της αποφάσεως του τμήματος αυτού ενώπιον του πρωτοβάθμιου εθνικού δικαστηρίου, εντούτοις, από το γεγονός αυτό και μόνο δεν μπορεί να συναχθεί ότι η Hochtief βρισκόταν σε απόλυτη αδυναμία να προβάλει μια τέτοια αιτίαση.

58      Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το δίκαιο της Ένωσης, και ειδικότερα το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 89/665, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι, στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως, δεν αντιτίθεται σε κανόνα του εθνικού δικονομικού δικαίου, όπως ο επίμαχος στην κύρια δίκη, που περιορίζει τον δικαστικό έλεγχο των αποφάσεων οι οποίες εκδίδονται από τμήμα προσφυγών, αρμόδιο για τον έλεγχο σε πρώτο βαθμό των αποφάσεων που λαμβάνονται από τις αναθέτουσες αρχές στο πλαίσιο των διαδικασιών συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, στην εξέταση των λόγων και μόνον που προβλήθηκαν ενώπιον του τμήματος αυτού προσφυγών.

 Επί των δικαστικών εξόδων

59      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σε αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Το άρθρο 2, παράγραφος 6, της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2014/23/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική δικονομική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία εξαρτά τη δυνατότητα ασκήσεως οποιασδήποτε αξιώσεως αστικού δικαίου, σε περίπτωση παραβάσεως των κανόνων που διέπουν τις δημόσιες συμβάσεις και την ανάθεση αυτών, από την προϋπόθεση να έχει αναγνωριστεί κατά τρόπο απρόσβλητο η παράβαση του κανόνα από τμήμα προσφυγών δημόσιων συμβάσεων ή από δικαστήριο επιλαμβανόμενο προσφυγής κατά της αποφάσεως του εν λόγω τμήματος προσφυγών.

2)      Το δίκαιο της Ένωσης, και ειδικότερα το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 89/665, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2014/23, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει την έννοια ότι, στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως, δεν αντιτίθεται σε κανόνα του εθνικού δικονομικού δικαίου, όπως ο επίμαχος στην κύρια δίκη, που περιορίζει τον δικαστικό έλεγχο των αποφάσεων οι οποίες εκδίδονται από τμήμα προσφυγών, αρμόδιο για τον έλεγχο σε πρώτο βαθμό των αποφάσεων που λαμβάνονται από τις αναθέτουσες αρχές στο πλαίσιο των διαδικασιών συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, στην εξέταση των λόγων και μόνον που προβλήθηκαν ενώπιον του τμήματος αυτού προσφυγών.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ουγγρική.