Language of document : ECLI:EU:C:2018:701

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 12ης Σεπτεμβρίου 2018 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 – Διεθνής δικαιοδοσία σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις – Ειδικές βάσεις διεθνούς δικαιοδοσίας – Άρθρο 5, σημείο 3 – Διεθνής δικαιοδοσία ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας – Τόπος όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός – Καταναλωτής, κάτοικος κράτους μέλους, ο οποίος αγόρασε, μέσω τράπεζας εδρεύουσας σε αυτό το κράτος μέλος, χρεόγραφα εκδοθέντα από τράπεζα εδρεύουσα σε άλλο κράτος μέλος – Διεθνής δικαιοδοσία δικαστηρίου να επιληφθεί της αγωγής που άσκησε ο ως άνω καταναλωτής λόγω αδικοπρακτικής ευθύνης της τράπεζας αυτής»

Στην υπόθεση C-304/17,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Oberster Gerichtshof (Ανώτατο Δικαστήριο, Αυστρία) με απόφαση της 10ης Μαΐου 2017, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 24 Μαΐου 2017, στο πλαίσιο της δίκης

Helga Löber

κατά

Barclays Bank plc,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους R. Silva de Lapuerta (εισηγήτρια), πρόεδρο τμήματος, C. G. Fernlund, J.-C. Bonichot, S. Rodin και E. Regan, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Bobek

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η H. Löber, εκπροσωπούμενη από τον L. Aigner, Rechtsanwalt,

–        η Barclays Bank plc, εκπροσωπούμενη από τον H. Bielesz, Rechtsanwalt,

–        η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις Γ. Παπαδάκη, Σ. Παπαϊωάννου και Τ. Παπαδοπούλου,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον M. Wilderspin και την M. Heller,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 8ης Μαΐου 2018,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2001, L 12, σ. 1).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Helga Löber και της Barclays Bank plc σχετικά με αγωγή λόγω αδικοπρακτικής ευθύνης ασκηθείσα κατά της τράπεζας αυτής.

 Το νομικό πλαίσιο

3        Οι αιτιολογικές σκέψεις 11 και 12 του κανονισμού 44/2001 έχουν ως εξής:

«(11)      Οι κανόνες δικαιοδοσίας πρέπει να παρουσιάζουν υψηλό βαθμό προβλεψιμότητας και να βασίζονται στην αρχή της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου και η δωσιδικία αυτή πρέπει να ισχύει πάντοτε, εκτός από μερικές συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου το επίδικο αντικείμενο ή η αυτονομία των μερών δικαιολογεί άλλο συνδετικό παράγοντα. Η κατοικία των νομικών προσώπων πρέπει να καθορίζεται αυτοτελώς ώστε να αυξάνεται η διαφάνεια των κοινών κανόνων και να αποφεύγονται οι συγκρούσεις δικαιοδοσίας.

(12)      Η δωσιδικία της κατοικίας του εναγομένου πρέπει να συμπληρωθεί από εναλλακτικές δωσιδικίες που θα ισχύουν λόγω του στενού συνδέσμου μεταξύ του δικαστηρίου και της διαφοράς ή για τη διευκόλυνση του έργου της δικαιοσύνης.»

4        Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού ορίζει τα ακόλουθα:

«Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους.»

5        Το άρθρο 5, σημεία 1 και 3, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει τα εξής:

«Πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος:

1)      α)      ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η [επίδικη] παροχή·

[…]

3)      ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός».

 Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

6        Η Barclays Bank είναι τράπεζα η οποία εδρεύει στο Λονδίνο (Ηνωμένο Βασίλειο) και η οποία διαθέτει υποκατάστημα στη Φρανκφούρτη επί του Μάιν (Γερμανία).

7        Η τράπεζα αυτή εξέδωσε παραστατικά X1 Global EUR Index (στο εξής: παραστατικά), υπό τη μορφή πληρωτέων στον κομιστή ομολογιών, τα οποία αγόρασαν μέσω εγγραφής θεσμικοί επενδυτές και, εν συνεχεία, τα μεταπώλησαν, διαθέτοντάς τα στη δευτερογενή αγορά, μεταξύ άλλων σε καταναλωτές στην Αυστρία.

8        Τα παραστατικά εκδόθηκαν βάσει ενός γερμανικού βασικού ενημερωτικού δελτίου της 22ας Σεπτεμβρίου 2005, το οποίο κοινοποιήθηκε στην österreichische Kontrollbank (αυστριακή ελεγκτική τραπεζική αρχή), και των γενικών όρων της 20ής Δεκεμβρίου 2005. Η δημόσια προσφορά εγγραφής διήρκεσε από τις 20 Δεκεμβρίου 2005 έως τις 24 Φεβρουαρίου 2006. Τα παραστατικά εκδόθηκαν στις 31 Μαρτίου 2006.

9        Το προς επιστροφή ποσό και, ως εκ τούτου, η αξία των παραστατικών καθορίσθηκαν βάσει δείκτη σχηματιζομένου από χαρτοφυλάκιο με πλείονα υποκείμενα κεφάλαια, οπότε η εν λόγω αξία συνδεόταν άμεσα με το χαρτοφυλάκιο αυτό. Τούτο έπρεπε να συσταθεί και να τελεί υπό τη διαχείριση της X1 Fund Allocation GmbH, εταιρίας εγκατεστημένης στη Γερμανία. Δεδομένου, όμως, ότι τα χρήματα που είχαν επενδυθεί στα παραστατικά αυτά χρησιμοποιήθηκαν για τους σκοπούς ενός συστήματος εξαπατήσεως υπό τη μορφή πυραμίδας, εξανεμίσθηκαν, κατά μεγάλο μέρος, με αποτέλεσμα τα παραστατικά να μην έχουν πλέον καμία αξία.

10      Η H. Löber, κάτοικος Βιέννης (Αυστρία), επένδυσε στα παραστατικά αυτά, μέσω δύο διαφορετικών αυστριακών τραπεζών, εκ των οποίων η πρώτη εδρεύει στο Σάλτσμπουργκ (Αυστρία), ενώ η δεύτερη στο Γκρατς (Αυστρία), συνολικό ποσό ύψους 28 648,43 ευρώ.

11      Ως ζημιωθείσα επενδύτρια, η H. Löber άσκησε αγωγή ενώπιον του Handelsgericht Wien (εμποροδικείου Βιέννης, Αυστρία) κατά της Barclays Bank, με αίτημα να υποχρεωθεί η δεύτερη να της καταβάλει ποσό ύψους 34 459,06 ευρώ, να αναγνωρισθεί η συμβατική και η αδικοπρακτική ευθύνη της Barclays Bank και να δημοσιοποιηθεί η οικονομική κατάσταση της τράπεζας αυτής. Προς στήριξη των επιχειρημάτων της, ισχυρίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι τα στοιχεία του ενημερωτικού δελτίου σχετικά με τα παραστατικά ήταν ελλιπή.

12      Με διάταξη της 18ης Ιουλίου 2016, το Handelsgericht Wien (εμποροδικείο Βιέννης) έκρινε ότι στερείται διεθνούς δικαιοδοσίας και κατά τόπον αρμοδιότητας και απέρριψε την αγωγή για τον λόγο, μεταξύ άλλων, ότι, όσον αφορά τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001, η H. Löber δεν είχε προβάλει ότι η επίμαχη ζημία είχε επέλθει άμεσα επί τραπεζικού λογαριασμού της τηρούμενου σε τράπεζα της Βιέννης (Αυστρία). Κατά το δικαστήριο αυτό, καθόσον η H. Löber είχε αποκτήσει τα παραστατικά μέσω τραπεζών που εδρεύουν στο Γκρατς ή στο Σάλτσμπουργκ, η επίμαχη ζημία είχε επέλθει στις δύο αυτές πόλεις και όχι εντός της περιφέρειας δικαιοδοσίας του εν λόγω δικαστηρίου.

13      Η H. Löber άσκησε έφεση κατά της διατάξεως αυτής ενώπιον του Oberlandesgericht Wien (εφετείου Βιέννης, Αυστρία), το οποίο, με διάταξη της 6ης Δεκεμβρίου 2016, επικύρωσε την εφεσιβαλλόμενη απόφαση αποφαινόμενο ότι εφαρμογή έχει το άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 44/2001 και ότι τα αυστριακά δικαστήρια στερούνται διεθνούς δικαιοδοσίας.

14      Η H. Löber άσκησε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου αναίρεση κατά της διατάξεως του Oberlandesgericht Wien (εφετείου Βιέννης), προκειμένου να διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία και η κατά τόπον αρμοδιότητα του Handelsgericht Wien (εμποροδικείου Βιέννης), βάσει, ιδίως, του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001.

15      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Oberster Gerichtshof (Ανώτατο Δικαστήριο, Αυστρία) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Έχει το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού [44/2001] την έννοια ότι, επί εξωσυμβατικών αξιώσεων λόγω ευθύνης απορρέουσας από ενημερωτικό δελτίο και σε περίπτωση που:

–        ο επενδυτής, παροτρυνόμενος από το ελλιπές ενημερωτικό δελτίο, έλαβε την επενδυτική απόφαση στον τόπο της κατοικίας του

–        και, βάσει της εν λόγω αποφάσεως, μετέφερε το τίμημα αγοράς του κτηθέντος στη δευτερογενή αγορά χρεογράφου από λογαριασμό που τηρούσε σε αυστριακή τράπεζα σε ειδικό λογαριασμό τηρούμενο σε άλλη αυστριακή τράπεζα, από τον οποίο το τίμημα μεταφέρθηκε στη συνέχεια κατ’ εντολή του ενάγοντος στον πωλητή,

α)      έχει διεθνή δικαιοδοσία το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η κατοικία του επενδυτή;

β)      έχει διεθνή δικαιοδοσία το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η έδρα ή το υποκατάστημα της τράπεζας όπου τηρείται ο τραπεζικός λογαριασμός του ενάγοντος, από τον οποίο μεταφέρθηκε το επενδυόμενο ποσό στον ειδικό λογαριασμό;

γ)      έχει διεθνή δικαιοδοσία το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η έδρα ή το υποκατάστημα της τράπεζας όπου τηρείται ο ειδικός λογαριασμός;

δ)      υφίσταται συντρέχουσα διεθνής δικαιοδοσία των ως άνω δικαστηρίων, μεταξύ των οποίων μπορεί να επιλέξει ο ενάγων;

ε)      κανένα από τα ανωτέρω δικαστήρια δεν έχει διεθνή δικαιοδοσία;»

 Επί του προδικαστικού ερωτήματος

16      Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, πώς πρέπει να ερμηνευθεί το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 προκειμένου να καθορισθούν τα δικαστήρια κράτους μέλους που έχουν διεθνή δικαιοδοσία, ως δικαστήρια του τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, να επιληφθούν αγωγής λόγω αδικοπρακτικής ευθύνης κατά τράπεζας η οποία εδρεύει εντός κράτους μέλους και έχει εκδώσει παραστατικό, εξαιτίας του ελλιπούς χαρακτήρα των στοιχείων που περιέχονταν στο σχετικό με το παραστατικό αυτό ενημερωτικό δελτίο, σε περίπτωση που η αγωγή ασκείται από επενδυτή ο οποίος κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος και προέβη στην επένδυση εντός του τελευταίου αυτού κράτους, η δε προβαλλόμενη από τον εν λόγω επενδυτή ζημία συνίσταται σε οικονομική ζημία επελθούσα στον τραπεζικό λογαριασμό του που τηρείται σε τράπεζα εδρεύουσα εντός του κράτους μέλους όπου έχει την κατοικία του ο επενδυτής.

17      Καταρχάς, υπενθυμίζεται ότι ο κανόνας περί ειδικής βάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπεται στο άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού αυτού πρέπει να ερμηνεύεται αυτοτελώς και περιοριστικώς (αποφάσεις της 28ης Ιανουαρίου 2015, Kolassa, C-375/13, EU:C:2015:37, σκέψη 43, της 21ης Μαΐου 2015, CDC Hydrogen Peroxide, C-352/13, EU:C:2015:335, σκέψη 37, και της 21ης Απριλίου 2016, Austro-Mechana, C-572/14, EU:C:2016:286, σκέψη 29).

18      Πράγματι, η δωσιδικία την οποία προβλέπει το άρθρο 2 του εν λόγω κανονισμού, δηλαδή αυτή των δικαστηρίων του κράτους μέλους εντός του οποίου έχει την κατοικία του ο εναγόμενος, αποτελεί τον κανόνα. Κατά παρέκκλιση μόνον από τον κανόνα αυτόν, ο εν λόγω κανονισμός προβλέπει ειδικές και αποκλειστικές βάσεις διεθνούς δικαιοδοσίας σε περιοριστικώς απαριθμούμενες περιπτώσεις στις οποίες ο εναγόμενος μπορεί ή πρέπει, αναλόγως της περιπτώσεως, να εναχθεί ενώπιον δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους (αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 2006, Reisch Montage, C-103/05, EU:C:2006:471, σκέψη 22, και της 12ης Μαΐου 2011, BVG, C-144/10, EU:C:2011:300, σκέψη 30).

19      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η έννοια της ενοχής «εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας» περιλαμβάνει κάθε αξίωση απορρέουσα από την αστική ευθύνη εναγομένου που δεν εμπίπτει στις διαφορές «εκ συμβάσεως», κατά το άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 44/2001 (αποφάσεις της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, Καλφέλης, 189/87, EU:C:1988:459, σκέψεις 17 και 18, της 13ης Μαρτίου 2014, Brogsitter, C-548/12, EU:C:2014:148, σκέψη 20, της 21ης Απριλίου 2016, Austro-Mechana, C-572/14, EU:C:2016:286, σκέψη 32, και της 16ης Ιουνίου 2016, Universal Music International Holding, C-12/15, EU:C:2016:449, σκέψη 24).

20      Ειδικότερα, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού αυτού έχει εφαρμογή επί αγωγής περί αναγνωρίσεως της ευθύνης του εκδότη παραστατικού βάσει του συναφούς ενημερωτικού δελτίου και λόγω της παραβάσεως άλλων υποχρεώσεων ενημερώσεως που βαρύνουν τον εν λόγω εκδότη, εφόσον η ευθύνη αυτή δεν απορρέει «εκ συμβάσεως» κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1, στοιχείο αʹ, του εν λόγω κανονισμού (απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2015, Kolassa, C-375/13, EU:C:2015:37, σκέψη 57).

21      Όσον αφορά την επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης διαφορά, αρκεί να επισημανθεί, αφενός, ότι, κατά το αιτούν δικαστήριο, η προβληθείσα ενώπιόν του αστική ευθύνη λόγω του ενημερωτικού δελτίου δεν εμπίπτει στις ενοχές αυτές εκ συμβάσεως και, αφετέρου, ότι η H. Löber, με την αγωγή που άσκησε στο πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης, ζητεί, ιδίως, να αναγνωρισθεί η αδικοπρακτική ευθύνη της Barclays Bank.

22      Ως προς την έννοια της φράσεως «τόπος όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός», η οποία διαλαμβάνεται στο άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001, πρέπει να υπομνησθεί ότι αφορά τόσο τον τόπο όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός όσο και τον τόπο επελεύσεως της ζημίας, οπότε ο εναγόμενος μπορεί να εναχθεί, κατ’ επιλογήν του ενάγοντος, ενώπιον του δικαστηρίου του ενός ή του άλλου εκ των δύο αυτών τόπων (αποφάσεις της 10ης Ιουνίου 2004, Kronhofer, C-168/02, EU:C:2004:364, σκέψη 16, της 28ης Ιανουαρίου 2015, Kolassa, C-375/13, EU:C:2015:37, σκέψη 45, της 21ης Μαΐου 2015, CDC Hydrogen Peroxide, C-352/13, EU:C:2015:335, σκέψη 38, και της 16ης Ιουνίου 2016, Universal Music International Holding, C-12/15, EU:C:2016:449, σκέψη 28).

23      Συναφώς, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι η έννοια του «τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός» δεν μπορεί να ερμηνευθεί διασταλτικώς, ώστε να περιλαμβάνει κάθε τόπο στον οποίο θα μπορούσαν να γίνουν αισθητές οι επιζήμιες συνέπειες ενός γεγονότος που έχει ήδη προκαλέσει ζημία, η οποία έχει πράγματι επέλθει σε άλλον τόπο (αποφάσεις της 19ης Σεπτεμβρίου 1995, Marinari, C-364/93, EU:C:1995:289, σκέψη 14, της 10ης Ιουνίου 2004, Kronhofer, C-168/02, EU:C:2004:364, σκέψη 19, και της 16ης Ιουνίου 2016, Universal Music International Holding, C-12/15, EU:C:2016:449, σκέψη 34) και ότι η έννοια αυτή δεν αφορά τον τόπο κατοικίας του ενάγοντος όπου βρίσκεται το επίκεντρο της περιουσίας του απλώς και μόνον επειδή ο ενάγων υπέστη στον τόπο αυτόν οικονομική ζημία συνεπεία της επελθούσας εντός άλλου κράτους μέλους απώλειας ορισμένων περιουσιακών στοιχείων του (αποφάσεις της 10ης Ιουνίου 2004, Kronhofer, C-168/02, EU:C:2004:364, σκέψη 21, και της 16ης Ιουνίου 2016, Universal Music International Holding, C-12/15, EU:C:2016:449, σκέψη 35).

24      Ως εκ τούτου, το γεγονός και μόνον ότι ο ενάγων υπέστη οικονομικές συνέπειες δεν δικαιολογεί την απονομή διεθνούς δικαιοδοσίας στα δικαστήρια του τόπου κατοικίας του, εάν τόσο ο τόπος όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός όσο και ο τόπος επελεύσεως της ζημίας βρίσκονται εντός άλλου κράτους μέλους (απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2015, Kolassa, C-375/13, EU:C:2015:37, σκέψη 49).

25      Αντιθέτως, η διεθνής δικαιοδοσία αυτή δικαιολογείται στο μέτρο κατά το οποίο η κατοικία του ενάγοντος αποτελεί όντως τον τόπο όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός ή τον τόπο επελεύσεως της ζημίας (απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2015, Kolassa, C-375/13, EU:C:2015:37, σκέψη 50).

26      Εν προκειμένω, η διαφορά της κύριας δίκης αφορά τον προσδιορισμό του τόπου επελεύσεως της ζημίας.

27      Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο τόπος επελεύσεως της ζημίας είναι εκείνος στον οποίο εμφανίζεται με συγκεκριμένο τρόπο η προβαλλόμενη ζημία (απόφαση της 21ης Μαΐου 2015, CDC Hydrogen Peroxide, C-352/13, EU:C:2015:335, σκέψη 52).

28      Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει κρίνει, ότι, βάσει του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001, τα δικαστήρια του τόπου κατοικίας του ενάγοντος έχουν διεθνή δικαιοδοσία, με κριτήριο τον τόπο επελεύσεως της ζημίας, να επιληφθούν αγωγής περί αναγνωρίσεως της ευθύνης του εκδότη παραστατικού, βάσει του συναφούς ενημερωτικού δελτίου και λόγω της παραβάσεως άλλων υποχρεώσεων ενημερώσεως που βαρύνουν τον εν λόγω εκδότη, ιδίως σε περίπτωση κατά την οποία η προβαλλόμενη ζημία επέρχεται άμεσα σε τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος τηρούμενο σε τράπεζα εδρεύουσα εντός της περιφέρειας δικαιοδοσίας και κατά τόπον αρμοδιότητας των δικαστηρίων αυτών (απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2015, Kolassa, C-375/13, EU:C:2015:37, σκέψη 57).

29      Στην απόφασή του της 16ης Ιουνίου 2016, Universal Music International Holding (C-12/15, EU:C:2016:449), το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η διαπίστωση αυτή εντασσόταν σε ιδιαίτερο πλαίσιο υποθέσεως, χαρακτηριστικό της οποίας ήταν η ύπαρξη περιστάσεων που συνηγορούσαν υπέρ της απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας στα εν λόγω δικαστήρια (απόφαση της 16ης Ιουνίου 2016, Universal Music International Holding, C-12/15, EU:C:2016:449, σκέψη 37).

30      Συνεπώς, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι ως «τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός» δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί, ελλείψει άλλων στοιχείων συνδέσεως, ο ευρισκόμενος εντός κράτους μέλους τόπος επελεύσεως της ζημίας, σε περίπτωση κατά την οποία η ζημία αυτή συνίσταται αποκλειστικώς σε οικονομική απώλεια επελθούσα άμεσα στον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος και απορρέουσα άμεσα από παράνομη πράξη τελεσθείσα σε άλλο κράτος μέλος (απόφαση της 16ης Ιουνίου 2016, Universal Music International Holding, C-12/15, EU:C:2016:449, σκέψη 40).

31      Εν προκειμένω, οι ιδιαίτερες περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης συνηγορούν, στο σύνολό τους, υπέρ της απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας στα αυστριακά δικαστήρια.

32      Πράγματι, όπως προκύπτει από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου, η H. Löber είναι κάτοικος Αυστρίας, ενώ όλες οι σχετικές με την επένδυση πληρωμές πραγματοποιήθηκαν μέσω αυστριακών τραπεζικών λογαριασμών, συγκεκριμένα δε μέσω του προσωπικού τραπεζικού λογαριασμού της H. Löber και των ειδικών λογαριασμών για την εκτέλεση της επενδυτικής αυτής συναλλαγής.

33      Εξάλλου, πέραν του ότι, στο πλαίσιο της συναλλαγής αυτής, η H. Löber είχε επαφές αποκλειστικώς με αυστριακές τράπεζες, από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει επίσης ότι απέκτησε τα παραστατικά στην αυστριακή δευτερογενή αγορά, ότι τα στοιχεία που της γνωστοποιήθηκαν σχετικά με τα παραστατικά ήταν εκείνα που περιέχονταν στο συναφές ενημερωτικό δελτίο, όπως αυτό κοινοποιήθηκε στην österreichische Kontrollbank (αυστριακή ελεγκτική τραπεζική αρχή), και ότι, βάσει των στοιχείων αυτών, στην Αυστρία δεσμεύθηκε να προβεί στην επένδυση η οποία βάρυνε οριστικώς την περιουσία της.

34      Επιπλέον, η απονομή διεθνούς δικαιοδοσίας στα αυστριακά δικαστήρια υπό περιστάσεις όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης συνάδει με τους σκοπούς της προβλεψιμότητας των κανόνων περί διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπει ο κανονισμός 44/2001, της εγγύτητας μεταξύ των δικαστηρίων που ορίζονται ως έχοντα διεθνή δικαιοδοσία βάσει των κανόνων αυτών και της προς επίλυση διαφοράς και της διευκολύνσεως του έργου της δικαιοσύνης, κατά τις αιτιολογικές σκέψεις 11 και 12 του κανονισμού αυτού.

35      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί, μεταξύ άλλων, ότι ο χαρακτηρισμός ως τόπου επελεύσεως της ζημίας του τόπου όπου εδρεύει η τράπεζα στην οποία έχει συσταθεί και τηρείται ο τραπεζικός λογαριασμός του ενάγοντος στον οποίο επέρχεται άμεσα η ζημία αυτή είναι σύμφωνος με τον σκοπό του κανονισμού 44/2001 περί ενισχύσεως της νομικής προστασίας των εγκατεστημένων εντός της Ένωσης προσώπων, καθόσον παρέχει ταυτόχρονα τη δυνατότητα στον μεν ενάγοντα να προσδιορίζει ευχερώς το δικαστήριο ενώπιον του οποίου δύναται να ασκήσει αγωγή, στον δε εναγόμενο να προβλέπει ευλόγως το δικαστήριο ενώπιον του οποίου μπορεί να εναχθεί, δεδομένου ότι ο εκδότης παραστατικού που δεν πληροί τις εκ του νόμου υποχρεώσεις του ως προς το ενημερωτικό δελτίο οφείλει, σε περίπτωση κατά την οποία αποφασίζει να κοινοποιήσει το σχετικό με το παραστατικό αυτό ενημερωτικό δελτίο σε άλλα κράτη μέλη, να προβλέψει το ενδεχόμενο ανεπαρκώς ενημερωμένοι επιχειρηματίες, οι οποίοι κατοικούν στα συγκεκριμένα κράτη μέλη, να επενδύσουν στο παραστατικό αυτό και να υποστούν ζημία (βλ., σχετικώς, απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2015, Kolassa, C‑375/13, EU:C:2015:37, σκέψη 56).

36      Υπό τις συνθήκες αυτές, στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, κατά την οποία επενδυτής ασκεί αγωγή λόγω αδικοπρακτικής ευθύνης κατά τράπεζας που έχει εκδώσει παραστατικό στο οποίο επένδυσε ο ενάγων, εξαιτίας του σχετικού με το παραστατικό αυτό ενημερωτικού δελτίου, τα δικαστήρια του τόπου κατοικίας του εν λόγω επενδυτή έχουν, ως δικαστήρια του τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, διεθνή δικαιοδοσία να επιληφθούν της εν λόγω αγωγής, εφόσον η προβαλλόμενη ζημία συνίσταται σε οικονομική ζημία που επέρχεται άμεσα σε τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος τηρούμενο σε τράπεζα εδρεύουσα εντός της περιφέρειας δικαιοδοσίας των δικαστηρίων αυτών, οι δε λοιπές ιδιαίτερες περιστάσεις της υποθέσεως συνηγορούν επίσης υπέρ της διεθνούς δικαιοδοσίας των εν λόγω δικαστηρίων.

 Επί των δικαστικών εξόδων

37      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, κατά την οποία επενδυτής ασκεί αγωγή λόγω αδικοπρακτικής ευθύνης κατά τράπεζας που έχει εκδώσει παραστατικό στο οποίο επένδυσε ο ενάγων, εξαιτίας του σχετικού με το παραστατικό αυτό ενημερωτικού δελτίου, τα δικαστήρια του τόπου κατοικίας του εν λόγω επενδυτή έχουν, ως δικαστήρια του τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, διεθνή δικαιοδοσία να επιληφθούν της εν λόγω αγωγής, εφόσον η προβαλλόμενη ζημία συνίσταται σε οικονομική ζημία που επέρχεται άμεσα σε τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος τηρούμενο σε τράπεζα εδρεύουσα εντός της περιφέρειας δικαιοδοσίας των δικαστηρίων αυτών, οι δε λοιπές ιδιαίτερες περιστάσεις της υποθέσεως συνηγορούν επίσης υπέρ της διεθνούς δικαιοδοσίας των εν λόγω δικαστηρίων.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.