Language of document : ECLI:EU:T:2018:531

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ένατο τμήμα)

της 12ης Σεπτεμβρίου 2018 (*)

«Υπαλληλική υπόθεση – Συμβασιούχοι υπάλληλοι – Πρόσληψη – Εσωτερικός διαγωνισμός – Κατάρτιση πίνακα επιτυχόντων για την πρόσληψη βοηθών – Προϋπόθεση συμμετοχής που αφορά την ομάδα καθηκόντων στην οποία κατατάσσεται ο υποψήφιος κατά την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας για την υποβολή των αιτήσεων υποψηφιότητας – Αποκλεισμός από τις δοκιμασίες διαγωνισμού»

Στην υπόθεση T-79/17,

Alain Schoonjans, συμβασιούχος υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, κάτοικος Βρυξελλών (Βέλγιο), εκπροσωπούμενος από τους S. Orlandi και T. Martin, δικηγόρους,

προσφεύγων-ενάγων,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον G. Berscheid και την L. Radu Bouyon,

καθής-εναγομένης,

με αντικείμενο αίτημα δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, αφενός, για την ακύρωση της απόφασης της εξεταστικής επιτροπής του εσωτερικού διαγωνισμού COM/02/AST/16 (AST 2), με την οποία απορρίφθηκε η υποψηφιότητα του προσφεύγοντος-ενάγοντος, και, αφετέρου, για την αποκατάσταση της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα),

συγκείμενο από τους S. Gervasoni, πρόεδρο, K. Kowalik-Bańczyk και C. Mac Eochaidh (εισηγητή), δικαστές,

γραμματέας: M. Marescaux, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 19ης Ιανουαρίου 2018,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

 Ιστορικό της διαφοράς

1        Ο προσφεύγων-ενάγων (στο εξής: προσφεύγων), Alain Schoonjans, εργάσθηκε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως συμβασιούχος υπάλληλος της ομάδας καθηκόντων III από την 1η Δεκεμβρίου 2010 έως τις 30 Νοεμβρίου 2013, ως προσωρινός υπάλληλος μεταξύ 1ης και 31ης Δεκεμβρίου 2013, εκ νέου ως συμβασιούχος υπάλληλος της ομάδας καθηκόντων III μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 2014 και 15ης Σεπτεμβρίου 2015 και, τέλος, ως συμβασιούχος υπάλληλος της ομάδας καθηκόντων IV μεταξύ 16ης Σεπτεμβρίου 2015 και 31ης Δεκεμβρίου 2016.

2        Στις 9 Φεβρουαρίου 2016 η Επιτροπή δημοσίευσε προκήρυξη εσωτερικών διαγωνισμών με εξετάσεις, προκειμένου να καταρτισθεί πίνακας επιτυχόντων για την πρόσληψη γραμματέων/βοηθών γραφείου βαθμού 2 (AST/SC 2), βοηθών βαθμού2 (AST 2) και διοικητικών υπαλλήλων βαθμού 6 (AD 6) (στο εξής: προκήρυξη). Οι τρεις αυτοί διαγωνισμοί περιγράφονταν, αντιστοίχως, ως εξής: COM/01/AST‑SC/16 (AST/SC 2) – Γραμματείς/βοηθοί γραφείου, COM/02/AST/16 (AST 2) – Βοηθοί, και COM/03/AD/16 (AD 6) – Διοικητικοί υπάλληλοι.

3        Υπό τον τίτλο ΙΙΙ της προκήρυξης, ο οποίος επιγραφόταν «Προϋποθέσεις συμμετοχής», το άρθρο 2.1, στοιχείο γʹ, της προκήρυξης προέβλεπε για την υπηρεσιακή κατάσταση των υποψηφίων τα εξής:

«Τους έξι τελευταίους μήνες πριν από την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας ηλεκτρονικής υποβολής αίτησης συμμετοχής [πρέπει να] ανήκατε στην ομάδα καθηκόντων που απαιτείται από τον τίτλο ΙΙΙ.2.2 για τον διαγωνισμό στον οποίο γίνεται η υποβολή αίτησης συμμετοχής ή να έχετε υπηρετήσει για το σύνολο ή για τμήμα του διαστήματος αυτών των έξι μηνών σε ανώτερη ομάδα καθηκόντων.

Για τον υπολογισμό των απαιτούμενων έξι μηνών λαμβάνονται υπόψη τα διαστήματα κατά τα οποία η διοικητική σας κατάσταση ήταν η ακόλουθη: “εν ενεργεία”, σε “άδεια για την εκπλήρωση στρατιωτικής θητείας”, “γονική άδεια ή άδεια για οικογενειακούς λόγους”, “απόσπαση προς το συμφέρον της υπηρεσίας” ή “απόσπαση κατόπιν αιτήσεως” (για τους έξι πρώτους μήνες της απόσπασης κατόπιν αιτήσεως), κατά την έννοια των άρθρων 37 επ. του [Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης]».

4        Υπό τον ίδιο τίτλο, το άρθρο 2.2 της προκήρυξης όριζε τα ακόλουθα σχετικά με την ομάδα καθηκόντων και τον βαθμό των υποψηφίων:

«Κατά την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας για την ηλεκτρονική υποβολή αίτησης συμμετοχής πρέπει να ανήκετε στην ακόλουθη ομάδα καθηκόντων:

Για τον διαγωνισμό COM/01/AST-SC/16 (AST/SC 2), πρέπει να είστε μόνιμος ή έκτακτος υπάλληλος AST/SC ή συμβασιούχος υπάλληλος GFII.

Για τον διαγωνισμό COM/02/AST/16 (AST 2), πρέπει να είστε μόνιμος ή έκτακτος υπάλληλος AST ή συμβασιούχος υπάλληλος GFIII.

Για τον διαγωνισμό COM/03/AD/16 (AD 6), πρέπει να είστε μόνιμος ή έκτακτος υπάλληλος AD ή συμβασιούχος υπάλληλος GFIV.»

5        Σε χρόνο που δεν προσδιορίζεται, ο προσφεύγων υπέβαλε υποψηφιότητα στον εσωτερικό διαγωνισμό COM/02/AST/16 (AST 2).

6        Στις 11 Απριλίου 2016 η επιτροπή του εσωτερικού διαγωνισμού COM/02/AST/16 (AST 2) ενημέρωσε τον προσφεύγοντα σχετικά με την απόφασή της να απορρίψει την υποψηφιότητά του (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), διότι δεν πληρούσε την προϋπόθεση της προκήρυξης κατά την οποία έπρεπε να ανήκει στην ομάδα καθηκόντων III κατά την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας υποβολής αίτησης συμμετοχής στον διαγωνισμό (στο εξής: επίδικη προϋπόθεση).

7        Στις 11 Ιουλίου 2016 ο προσφεύγων υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης.

8        Με απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 2016 η οποία κοινοποιήθηκε αυθημερόν στον προσφεύγοντα η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή απέρριψε τη διοικητική του ένσταση.

 Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

9        Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 6 Φεβρουαρίου 2017, ο προσφεύγων άσκησε την υπό κρίση προσφυγή-αγωγή (στο εξής: προσφυγή).

10      Με επιστολή της 14ης Φεβρουαρίου 2017 ο προσφεύγων ζήτησε η παρούσα υπόθεση να συνεκδικασθεί, λόγω συνάφειας, με τις υποθέσεις T-55/17, Healy κατά Επιτροπής, και T-73/17, RS κατά Επιτροπής, σύμφωνα με το άρθρο 68 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου.

11      Με επιστολή της 15ης Φεβρουαρίου 2017 η Επιτροπή κλήθηκε να υποβάλει τις παρατηρήσεις της σχετικά με ενδεχόμενη συνεκδίκαση της υπό κρίση υπόθεσης με τις υποθέσεις T-55/17, Healy κατά Επιτροπής, και T-73/17, RS κατά Επιτροπής.

12      Στις 5 Απριλίου 2017 η Επιτροπή κατέθεσε το υπόμνημα αντικρούσεως.

13      Με επιστολή της 18 Μαΐου 2017 ο προσφεύγων δήλωσε ότι παραιτείται από την κατάθεση υπομνήματος απαντήσεως.

14      Με επιστολή της 30ής Μαΐου 2017 ο προσφεύγων ζήτησε τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.

15      Με απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2017, ο πρόεδρος του ένατου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου αποφάσισε τη μη συνεκδίκαση της υπό κρίση υπόθεσης και των υποθέσεων T-55/17, Healy κατά Επιτροπής, και T-73/17, RS κατά Επιτροπής.

16      Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 19ης Ιανουαρίου 2018.

17      Ο προσφεύγων ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·

–        να υποχρεώσει την Επιτροπή να του καταβάλει το ποσό των 5 000 ευρώ προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη, και

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

18      Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή·

–        να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.

 Σκεπτικό

 Επί του ακυρωτικού αιτήματος

 Επιχειρήματα των διαδίκων

19      Προς στήριξη των αιτημάτων του κατά της προσβαλλόμενης απόφασης ο προσφεύγων προβάλλει ένταση ελλείψεως νομιμότητας της επίδικης προϋπόθεσης, υποστηρίζοντας ότι η προϋπόθεση αυτή παραβαίνει το άρθρο 82, παράγραφος 7, του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΛΠ) και το άρθρο 27, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΥΚ).

20      Αφενός, ο προσφεύγων φρονεί ότι το γράμμα του άρθρου 82, παράγραφος 7, δεύτερη περίοδος, του ΚΛΠ είναι σαφές και δεν καταλείπει κανένα περιθώριο εκτίμησης στην Επιτροπή, προβλέποντας ότι οι συμβασιούχοι υπάλληλοι της ομάδας καθηκόντων IV μπορούν να συμμετέχουν, μεταξύ άλλων, στους διαγωνισμούς για τους βαθμούς AST 1 έως AST 4.

21      Εν προκειμένω, όμως, η προκήρυξη προέβλεπε ότι στον διαγωνισμό για τον βαθμό AST 2 μπορούν να συμμετάσχουν μόνον οι συμβασιούχοι υπάλληλοι της ομάδας καθηκόντων III. Συνεπώς, η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 82, παράγραφος 7, δεύτερη περίοδος, του ΚΛΠ και ως εκ τούτου η προκήρυξη είναι παράνομη και η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί.

22      Αφετέρου, ο προσφεύγων φρονεί ότι, ακόμη και αν η επίδικη προϋπόθεση θεωρηθεί σύμφωνη προς το άρθρο 82, παράγραφος 7, του ΚΛΠ, αντιβαίνει στο άρθρο 27, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ, στο μέτρο που περιορίζει το εύρος των υποψηφιοτήτων κατά τρόπο αδικαιολόγητο και, σε κάθε περίπτωση, δυσανάλογο.

23      Η Επιτροπή αμφισβητεί την επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος.

 Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

24      To άρθρο 27, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ, έχει ως εξής:

«Η πρόσληψη πρέπει να εξασφαλίζει στο θεσμικό όργανο τις υπηρεσίες υπαλλήλων που κατέχουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, απόδοσης και ακεραιότητας και επιλέγονται από την ευρύτερη δυνατή γεωγραφική βάση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών της Ένωσης. Καμία θέση δεν προορίζεται αποκλειστικά για τους υπηκόους οποιουδήποτε κράτους μέλους.»

25      Το άρθρο 29, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, του ΚΥΚ προβλέπει τα εξής:

«Τηρώντας την αρχή ότι η μεγάλη πλειονότητα των υπαλλήλων προσλαμβάνεται βάσει γενικών διαγωνισμών, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί να αποφασίζει, κατά παρέκκλιση από το στοιχείο δ) και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να διοργανώσει εσωτερικό διαγωνισμό στο όργανο, ο οποίος θα είναι επίσης ανοικτός στους συμβασιούχους υπαλλήλους, όπως ορίζεται στα άρθρα 3α και 3β του [ΚΛΠ]. Οι υπάλληλοι της συγκεκριμένης κατηγορίας προσωπικού υπόκεινται σε περιορισμούς όσον αφορά αυτή τη δυνατότητα, όπως ορίζεται στο άρθρο 82 παράγραφος 7 του [ΚΛΠ] και σε σχέση με τα συγκεκριμένα καθήκοντα που είχαν δικαίωμα να εκτελούν ως [συμβασιούχοι] υπάλληλοι.»

26      Κατά πρώτον, πρέπει να υπομνησθούν οι αρχές που έχουν τεθεί από τη νομολογία σχετικά με τους όρους και τον τρόπο διεξαγωγής ενός διαγωνισμού.

27      Πρώτον, βασική λειτουργία της προκήρυξης του διαγωνισμού είναι να πληροφορεί τους ενδιαφερομένους κατά τον ακριβέστερο δυνατό τρόπο για τη φύση των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την κάλυψη της οικείας θέσης, προκειμένου να τους παράσχει τη δυνατότητα να εκτιμήσουν αν έχει νόημα να υποβάλουν υποψηφιότητα (βλ. απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2006, Giulietti κατά Επιτροπής, T-293/03, EU:T:2006:37, σκέψη 63 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

28      Δεύτερον, το θεσμικό όργανο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια κατά τον καθορισμό των κριτηρίων ικανότητας που απαιτούνται από τις προς πλήρωση θέσεις και κατά τον καθορισμό (βάσει των κριτηρίων αυτών και προς το συμφέρον της υπηρεσίας) των όρων και του τρόπου διεξαγωγής του διαγωνισμού (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 9ης Οκτωβρίου 2008, Chetcuti κατά Επιτροπής, C‑16/07 P, EU:C:2008:549, σκέψεις 76 και 77 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, της 31ης Ιανουαρίου 2006, Giulietti κατά Επιτροπής, T-293/03, EU:T:2006:37, σκέψη 63 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 13ης Δεκεμβρίου 2006, Heus κατά Επιτροπής, T-173/05, EU:T:2006:392, σκέψη 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

29      Ωστόσο, η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας των θεσμικών οργάνων σε θέματα διοργάνωσης διαγωνισμών, ειδικότερα όσον αφορά τον καθορισμό των όρων συμμετοχής, πρέπει να είναι σύμφωνη προς τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 27, πρώτο εδάφιο, και του άρθρου 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ. Το άρθρο 27 καθορίζει κατά τρόπο δεσμευτικό τον σκοπό για τον οποίο πρέπει να γίνονται οι προσλήψεις και το άρθρο 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ καθορίζει, επίσης κατά τρόπο δεσμευτικό, το πλαίσιο των διαδικασιών που πρέπει να ακολουθούνται για την πλήρωση των κενών θέσεων. Κατά συνέπεια, η διακριτική ευχέρεια πρέπει πάντοτε να ασκείται με γνώμονα τις απαιτήσεις που συνδέονται με τις προς πλήρωση θέσεις εργασίας και, γενικότερα, το συμφέρον της υπηρεσίας (βλ. απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2006, Heus κατά Επιτροπής, T-173/05, EU:T:2006:392, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· βλ., επίσης, απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 2009, Di Prospero κατά Επιτροπής, F-99/08, EU:F:2009:153, σκέψεις 28 και 29 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

30      Όσον αφορά, ειδικότερα, τους όρους συμμετοχής που περιορίζουν τη δυνατότητα συμμετοχής σε διαγωνισμό, τέτοιοι όροι είναι μεν πράγματι ικανοί να περιορίσουν τη δυνατότητα του οργάνου να προσλάβει τους καλύτερους υποψηφίους κατά την έννοια του άρθρου 27, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ, τούτο ωστόσο δεν σημαίνει ότι κάθε όρος που προβλέπει τέτοιο περιορισμό αντιβαίνει προς το ανωτέρω άρθρο. Πράγματι, η διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης κατά τη διοργάνωση των διαγωνισμών και, γενικότερα, το συμφέρον της υπηρεσίας επιτρέπουν στο θεσμικό όργανο να θέτει τις προϋποθέσεις που κρίνει κατάλληλες και οι οποίες, ενώ περιορίζουν την πρόσβαση των υποψηφίων σε ένα διαγωνισμό και, επομένως, κατ’ ανάγκη, τον αριθμό των υποψηφίων που υποβάλλουν αίτηση συμμετοχής, δεν δημιουργούν κίνδυνο μη επίτευξης του σκοπού της εξασφάλισης της εγγραφής των υποψηφίων που κατέχουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, απόδοσης και ακεραιότητας, κατά την έννοια του άρθρου 27, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 2009, Di Prospero κατά Επιτροπής, F-99/08, EU:F:2009:153, σκέψη 30).

31      Ως προς το ζήτημα αυτό, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, η νομολογία έχει κρίνει ότι δεν υφίσταται υποχρέωση του θεσμικού οργάνου να δεχθεί να συμμετάσχουν σε εσωτερικό διαγωνισμό όλοι όσοι υπηρετούν στο εν λόγω θεσμικό όργανο. Πράγματι, μια τέτοια υποχρέωση θα περιόριζε την ευρεία διακριτική ευχέρεια που αναγνωρίζεται στο θεσμικό όργανο (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 9ης Οκτωβρίου 2008, Chetcuti κατά Επιτροπής, C‑16/07 P, EU:C:2008:549, σκέψεις 70 έως 76, και της 24ης Σεπτεμβρίου 2009, Brown κατά Επιτροπής, F-37/05, EU:F:2009:121, σκέψη 68). Συνεπώς, δεν μπορεί να αναγνωρισθεί απόλυτο δικαίωμα συμμετοχής σε εσωτερικό διαγωνισμό θεσμικού οργάνου για τους υπαλλήλους που εργάζονται σε αυτό (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 6ης Μαρτίου 1997, de Kerros και Kohn-Berge κατά Επιτροπής, T-40/96 και T-55/96, EU:T:1997:28, σκέψη 39, και της 8ης Νοεμβρίου 2006, Chetcuti κατά Επιτροπής, T-357/04, EU:T:2006:339, σκέψη 42).

32      Επομένως, από τις προϋποθέσεις που περιορίζουν την πρόσβαση υποψηφίων σε έναν διαγωνισμό θεωρούνται αντίθετες προς το άρθρο 27, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ μόνον αυτές που δημιουργούν τον κίνδυνο μη επίτευξης του σκοπού της εξασφάλισης της υποβολής αίτησης συμμετοχής των υποψηφίων που κατέχουν τα πιο υψηλά προσόντα (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 6ης Μαρτίου 1997, de Kerros και Kohn-Berge κατά Επιτροπής, T-40/96 και T-55/96, EU:T:1997:28, σκέψη 40, και της 17ης Νοεμβρίου 2009, Di Prospero κατά Επιτροπής, F-99/08, EU:F:2009:153, σκέψη 32).

33      Τρίτον, υπενθυμίζεται ότι, λόγω της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που αναγνωρίζεται στα θεσμικά όργανα στον τομέα αυτό, ο έλεγχος του Γενικού Δικαστηρίου ως προς την τήρηση της προϋπόθεσης περί του συμφέροντος της υπηρεσίας πρέπει να περιορίζεται στο ζήτημα αν το θεσμικό όργανο παρέμεινε εντός εύλογων και θεμιτών ορίων και αν άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια κατά τρόπο προδήλως εσφαλμένο (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 19ης Ιουνίου 2015, Z κατά Δικαστηρίου, T-88/13 P, EU:T:2015:393, σκέψη 106).

34      Κατά δεύτερον, πρέπει να καθοριστεί το περιεχόμενο του άρθρου 82 παράγραφος 7, πρώτη και δεύτερη περίοδος, του ΚΛΠ.

35      Το άρθρο 82, παράγραφος 7, πρώτη περίοδος, του ΚΛΠ προβλέπει ότι η συμμετοχή σε εσωτερικούς διαγωνισμούς μπορεί να επιτρέπεται στους συμβασιούχους υπαλλήλους των ομάδων καθηκόντων II έως IV μόνον αφού έχουν συμπληρώσει τρία έτη υπηρεσίας στο θεσμικό όργανο. Το άρθρο 82, παράγραφος 7, δεύτερη περίοδος, του ΚΛΠ αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι οι συμβασιούχοι υπάλληλοι της ομάδας καθηκόντων III μπορούν να συμμετάσχουν μόνο σε διαγωνισμούς στους βαθμούς AST 1 και AST 2 και ότι οι συμβασιούχοι υπάλληλοι της ομάδας καθηκόντων IV μπορούν να συμμετάσχουν μόνο στους διαγωνισμούς στους βαθμούς AST 1 έως AST 4 και στους βαθμούς AD 5 έως AD 6.

36      Όσον αφορά το άρθρο 82, παράγραφος 7, πρώτη περίοδος, του ΚΛΠ, το Γενικό Δικαστήριο απεφάνθη με σημερινή απόφαση, Healy κατά Επιτροπής (T-55/17), ότι το θεσμικό όργανο που αποφασίζει να οργανώσει, κατ’ εξαίρεση, εσωτερικό διαγωνισμό στον οποίο μπορούν να συμμετάσχουν συμβασιούχοι υπάλληλοι των ομάδων καθηκόντων II έως IV οφείλει να τηρήσει το κατώτατο όριο των τριών ετών προϋπηρεσίας που επιβάλλεται από την εν λόγω διάταξη. Ωστόσο, το εν λόγω θεσμικό όργανο, δεδομένης της ευρείας διακριτικής του ευχέρειας, επιτρέπεται, τηρώντας τις διατάξεις αναγκαστικού δικαίου του άρθρου 27, πρώτο εδάφιο, και του άρθρου 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, να ορίζει για ορισμένες θέσεις εργασίας ή για ορισμένες ομάδες καθηκόντων αυστηρότερες προϋποθέσεις, απαιτώντας παραδείγματος χάριν προϋπηρεσία μεγαλύτερη από την ελάχιστη προβλεπόμενη από το άρθρο 82, παράγραφος 7, πρώτη περίοδος, του ΚΛΠ (βλ., υπό την έννοια αυτή και κατ’ αναλογία, απόφαση της 13ης Ιουλίου 1989, Jaenicke Cendoya κατά Επιτροπής, 108/88, EU:C:1989:325, σκέψη 24).

37      Όσον αφορά το άρθρο 82, παράγραφος 7, δεύτερη περίοδος, του ΚΛΠ, επισημαίνεται ότι ο νομοθέτης της Ένωσης κατ’ αρχήν παρέχει στους συμβασιούχους υπαλλήλους της ομάδας καθηκόντων IV, στην οποία ανήκει και ο προσφεύγων, τη δυνατότητα να συμμετέχουν σε διαγωνισμούς για τους βαθμούς AST 1 έως AST 4 και τους βαθμούς AD 5 έως AD 6.

38      Το συμπέρασμα αυτό απορρέει από το ότι ο νομοθέτης της Ένωσης στη δεύτερη περίοδο του άρθρου 82, παράγραφος 7, του ΚΛΠ χρησιμοποίησε διαφορετική διατύπωση από αυτή της πρώτης περιόδου. Στην πρώτη περίοδο ο νομοθέτης της Ένωσης ορίζει ότι στους εν λόγω συμβασιούχους υπαλλήλους «μπορεί να επιτρέπεται» –[«peuvent être autorisés» στη γαλλική γλώσσα], «podrá autorizarse» στην ισπανική γλώσσα, «kann […] erteilt werden» στη γερμανική γλώσσα, «may be authorised» στην αγγλική γλώσσα, «possono essere autorizzati» στην ιταλική γλώσσα, «może być upoważniony» στην πολωνική γλώσσα και «podem ser autorizados» στην πορτογαλική γλώσσα– η συμμετοχή σε εσωτερικούς διαγωνισμούς μόνον αφού έχουν συμπληρώσει τρία έτη υπηρεσίας. Στη δεύτερη περίοδο δεν αναφέρεται, ωστόσο, ότι, για να μπορέσουν να συμμετάσχουν, πρέπει προηγουμένως να επιτραπεί η συμμετοχή των υπαλλήλων αυτών. Αντιθέτως, η ίδια η διάταξη επιτρέπει στους συμβασιούχους υπαλλήλους της ομάδας καθηκόντων IV να συμμετέχουν σε διαγωνισμούς για τους βαθμούς AST 1 έως AST 4 και τους βαθμούς AD 5 και AD 6, χωρίς όμως να επεκτείνεται το δικαίωμα αυτό στους διαγωνισμούς για τους άλλους βαθμούς. Η γαλλική γλώσσα χρησιμοποιεί αρνητική διατύπωση για το ζήτημα αυτό –«ne peuvent prendre part qu’aux concours»–, η ίδια ωστόσο άποψη εκφράζεται με θετική διατύπωση σε άλλες γλωσσικές αποδόσεις: «solo tendrán acceso» στην ισπανική γλώσσα, «haben Zugang […] nur für» στη γερμανική γλώσσα, «may have access only» στην αγγλική γλώσσα, «possono partecipare unicamente» στην ιταλική γλώσσα, «może mieć dostęp jedynie» στην πολωνική γλώσσα και «apenas podem ter acesso» στην πορτογαλική γλώσσα [«μπορούν να έχουν πρόσβαση μόνον» στην ελληνική γλώσσα].

39      Από τον συνδυασμό των δύο πρώτων περιόδων του άρθρου 82, παράγραφος 7, του ΚΛΠ προκύπτει ότι ένα θεσμικό όργανο μπορεί να οργανώσει, κατ’ εξαίρεση, εσωτερικό διαγωνισμό ανοιχτό στους συμβασιούχους υπαλλήλους με ελάχιστη προϋπηρεσία τριών ετών. Αν, όμως, το θεσμικό όργανο αποφασίσει να διοργανώσει διαγωνισμό ανοιχτό στους συμβασιούχους υπαλλήλους που πληρούν την εν λόγω προϋπόθεση προϋπηρεσίας, οφείλει να τηρήσει τη δυνατότητα που τους αναγνωρίζει ο νομοθέτης της Ένωσης και, ως εκ τούτου, να επιτρέψει στους εν λόγω υπαλλήλους που εμπίπτουν στην ομάδα καθηκόντων IV να συμμετάσχουν στους διαγωνισμούς για τους βαθμούς AST 1 έως AST 4 και AD 5 και AD 6 που έχει αποφασίσει να διοργανώσει.

40      Με την επιφύλαξη της τήρησης των ανωτέρω ορίων που έχουν τεθεί από τον νομοθέτη της Ένωσης και λαμβανομένης υπόψη της ευρείας διακριτικής ευχέρειας του θεσμικού οργάνου, το όργανο αυτό μπορεί ωστόσο, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή και σύμφωνα με τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 28 ανωτέρω, να περιορίσει την πρόσβαση των συμβασιούχων υπαλλήλων της ομάδας καθηκόντων IV στους διαγωνισμούς για τους βαθμούς AST 1 έως AST 4 και AD 5 και AD 6, ορίζοντας πρόσθετα κριτήρια ικανότητας που υπαγορεύονται από τις προς πλήρωση θέσεις ή από το συμφέρον της υπηρεσίας.

41      Εν προκειμένω, είναι σαφές ότι η επίδικη προϋπόθεση αποκλείει τη συμμετοχή όλων των συμβασιούχων υπαλλήλων της ομάδας καθηκόντων IV στον διαγωνισμό COM/02/AST/16 (AST 2), ακόμη και αν πληρούν τις λοιπές προϋποθέσεις που θέτει η προκήρυξη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 82, παράγραφος 7, δεύτερη περίοδος, του ΚΛΠ, το οποίο επιτρέπει ρητώς στους εν λόγω υπαλλήλους να συμμετέχουν στους διαγωνισμούς για τον βαθμό AST 2.

42      Ωστόσο, η Επιτροπή στο υπόμνημα αντικρούσεως υποστηρίζει ότι η επίδικη προϋπόθεση είναι σύμφωνη με το άρθρο 27, πρώτο εδάφιο, και το άρθρο 29 του ΚΥΚ. Φρονεί, κατ’ ουσίαν, ότι η προϋπόθεση αυτή συνδέεται ευθέως προς το συμφέρον της υπηρεσίας, το οποίο επιτάσσει να προσλαμβάνονται υπάλληλοι με υψηλά προσόντα οι οποίοι μπορούν ήδη από την πρόσληψή τους να είναι αποδοτικοί. Συγκεκριμένα, τα καθήκοντα και οι ευθύνες των υπαλλήλων της ομάδας καθηκόντων III διαφέρουν από αυτά της ομάδας καθηκόντων IV κατά τον τρόπο που διαφέρουν τα καθήκοντα και οι ευθύνες των υπαλλήλων με βαθμό AST από αυτά των υπαλλήλων με βαθμό AD, όπως προκύπτει από το παράρτημα Ι, τμήμα Α, του ΚΥΚ και από το άρθρο 80 του ΚΛΠ.

43      Το επιχείρημα, όμως, αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό, στο μέτρο που καταλήγει κατ’ ουσίαν στο να αποκλείει, απλώς και μόνον επειδή θεωρεί ότι έχουν υπερβολικά προσόντα για τις θέσεις με βαθμό AST 2, όλους τους συμβασιούχους υπαλλήλους της ομάδας καθηκόντων IV, ακόμη και όσους ασκούσαν προηγουμένως, ως υπάλληλοι της ομάδας καθηκόντων III, καθήκοντα παρόμοια με αυτά που συνεπάγονται οι προς πλήρωση θέσεις.

44      Πράγματι, έχει κριθεί ότι η απόρριψη υποψηφιότητας σε διαγωνισμό απλώς και μόνον επειδή ο υποψήφιος έχει υπερβολικά προσόντα αντιβαίνει στον σκοπό που διατυπώνεται κατά τρόπο επιτακτικό για κάθε διαδικασία πρόσληψης υπαλλήλων από το άρθρο 27, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ, ήτοι τον σκοπό να εξασφαλίζονται για το όργανο οι υπηρεσίες υπαλλήλων που κατέχουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, απόδοσης και ακεραιότητας. Η απόρριψη μιας τέτοιας υποψηφιότητας μπορεί να γίνει δεκτή αν το θεσμικό όργανο προβάλλει στοιχεία που επιτρέπουν να συναχθεί ότι τα υπερβολικά προσόντα θα εμπόδιζαν τους υποψηφίους να εκπληρώνουν τα καθήκοντα που συνδέονται με τις προς πλήρωση θέσεις ή ότι θα είχαν αρνητικές συνέπειες στην ποιότητα της εργασίας τους, στην απόδοσή τους ή στη διατήρηση του ενδιαφέροντός τους (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 1999, Jiménez κατά ΓΕΕΑ, T-200/97, EU:T:1999:26, σκέψεις 47 έως 49· βλ. επίσης, κατ’ αναλογία, απόφαση της 28ης Μαρτίου 1996, Noonan κατά Επιτροπής, T-60/92, EU:T:1996:44, σκέψεις 38 έως 44).

45      Αφενός, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι τα καθήκοντα και το επίπεδο ευθύνης των συμβασιούχων υπαλλήλων στην ομάδα καθηκόντων III δεν είναι τα ίδια με εκείνα των συμβασιούχων υπαλλήλων στην ομάδα καθηκόντων IV και, αφετέρου, ότι το ίδιο ισχύει για τους βαθμούς AST και AD.

46      Αφετέρου, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι για τους συμβασιούχους υπαλλήλους η ομάδα καθηκόντων III αντιστοιχεί στους βαθμούς AST 1 και AST 2 των μόνιμων υπαλλήλων και ότι η ομάδα καθηκόντων IV αντιστοιχεί στον βαθμό AD των μόνιμων υπαλλήλων.

47      Εκκινώντας από αυτή τη διπλή παραδοχή και λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης να έχει στις υπηρεσίες της πρόσωπα που θα είναι ήδη από την πρόσληψή τους αποδοτικά στα καθήκοντά τους, η Επιτροπή συνάγει ότι οι συμβασιούχοι υπάλληλοι της ομάδας καθηκόντων III μπορούσαν να συμμετάσχουν μόνο στον εσωτερικό διαγωνισμό COM/02/AST/16 (AST 2) και ότι οι συμβασιούχοι υπάλληλοι της ομάδας καθηκόντων IV μπορούσαν να συμμετάσχουν μόνο στον εσωτερικό διαγωνισμό COM/03/AD/16 (AD 6).

48      Επομένως, σε αντίθεση προς τις αρχές που υπομνήσθηκαν στη σκέψη 44 ανωτέρω, η επιχειρηματολογία της Επιτροπής δεν υποστηρίζεται από κανένα στοιχείο που θα μπορούσε να αποδείξει ότι τα υπερβολικά προσόντα των συμβασιούχων υπαλλήλων της ομάδας καθηκόντων IV θα μπορούσαν να έχουν αρνητικές συνέπειες στην ποιότητα της εργασίας τους, στην απόδοσή τους ή στη διατήρηση του ενδιαφέροντός τους κατά την απασχόλησή τους σε θέση εργασίας με βαθμό AST 2.

49      Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή έκανε προδήλως εσφαλμένη χρήση της διακριτικής της ευχέρειας απαγορεύοντας στους υπαλλήλους της ομάδας καθηκόντων IV να συμμετάσχουν στον εσωτερικό διαγωνισμό COM/02/AST/16 (AST 2).

50      Επιπλέον, αν κρινόταν εν γένει ότι οι συμβασιούχοι υπάλληλοι της ομάδας καθηκόντων IV δεν μπορούν να συμμετέχουν σε διαγωνισμούς για τις θέσεις του βαθμού AST 2 για τον λόγο ότι η εν λόγω ομάδα καθηκόντων αντιστοιχεί στον βαθμό AD των μόνιμων υπαλλήλων, τότε το άρθρο 82, παράγραφος 7, δεύτερη περίοδος, του ΚΥΚ θα έχανε την πρακτική του αποτελεσματικότητα, δεδομένου ότι το άρθρο αυτό δίνει τη δυνατότητα στους εν λόγω συμβασιούχους υπαλλήλους να συμμετέχουν σε τέτοιους ακριβώς διαγωνισμούς.

51      Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας της επίδικης προϋπόθεσης πρέπει να γίνει δεκτή και, ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί.

 Επί του αιτήματος αποζημιώσεως

52      Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αρκεί για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που θεωρεί ότι υπέστη και ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να υποχρεώσει την Επιτροπή να του καταβάλει ποσό ύψους 5 000 ευρώ. Η Επιτροπή αντιτείνει ότι το αίτημα αυτό, που προβλήθηκε το πρώτον ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθεί, ελλείψει παρανομίας της προσβαλλόμενης απόφασης. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η απόφαση αυτή είναι παράνομη, η ακύρωσή της αρκεί, κατά την Επιτροπή, για να ικανοποιηθεί η προβαλλόμενη ηθική βλάβη.

53      Υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η ακύρωση μιας παράνομης πράξης μπορεί να συνιστά, αφεαυτής, πρόσφορη και, κατ’ αρχήν, επαρκή ικανοποίηση κάθε ηθικής βλάβης που τυχόν προκάλεσε η εν λόγω πράξη (απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2004, Montalto κατά Συμβουλίου, T-116/03, EU:T:2004:325, σκέψη 127· βλ. επίσης, υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 9ης Ιουλίου 1987, Hochbaum και Rawes κατά Επιτροπής, 44/85, 77/85, 294/85 και 295/85, EU:C:1987:348, σκέψη 22).

54      Ωστόσο, η ακύρωση παράνομης πράξης δεν μπορεί να αποτελέσει αφεαυτής επαρκή ικανοποίηση όταν, αφενός, η προσβαλλόμενη πράξη περιέχει ρητώς αρνητική κρίση για τις ικανότητες του προσφεύγοντος δυνάμενη να τον θίξει (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 7ης Φεβρουαρίου 1990, Culin κατά Επιτροπής, C-343/87, EU:C:1990:49, σκέψεις 27 έως 29, της 23ης Μαρτίου 2000, Rudolph κατά Επιτροπής, T-197/98, EU:T:2000:86, σκέψη 98, και της 13ης Δεκεμβρίου 2005, Cwik κατά Επιτροπής, T-155/03, T-157/03 και T-331/03, EU:T:2005:447, σκέψεις 205 και 206) και, αφετέρου, ο προσφεύγων αποδεικνύει ότι υπέστη ηθική βλάβη η οποία είναι δυνατό να διαχωριστεί από την παρανομία που δικαιολογεί την ακύρωση και δεν μπορεί να επανορθωθεί πλήρως με την ακύρωση αυτή (αποφάσεις της 6ης Ιουνίου 2006, Girardot κατά Επιτροπής, T-10/02, EU:T:2006:148, σκέψη 131, και της 19ης Νοεμβρίου 2009, Μιχαήλ κατά Επιτροπής, T‑49/08 P, EU:T:2009:456, σκέψη 88).

55      Εν προκειμένω, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η ηθική βλάβη που υπέστη οφείλεται στο ότι είναι αδύνατον η Επιτροπή να δημιουργήσει για τον προσφεύγοντα τις ίδιες συνθήκες με αυτές υπό τις οποίες θα έπρεπε να έχει διεξαχθεί ο διαγωνισμός προκειμένου να διασφαλιστεί η ίση μεταχείριση όλων των υποψηφίων και η αντικειμενική βαθμολόγηση.

56      Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, αφενός, ο προσφεύγων δεν προσάπτει στην Επιτροπή καμία αρνητική εκτίμηση σχετικά με τις ικανότητές του δυνάμενη να τον βλάψει και, αφετέρου, δεν αποδεικνύει ότι υπέστη ηθική βλάβη η οποία είναι δυνατόν να διαχωριστεί από την παρανομία που δικαιολογεί την ακύρωση.

57      Υπό τις συνθήκες αυτές και κατ’ εφαρμογή της νομολογίας που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 53 και 54 ανωτέρω, το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι οποιαδήποτε ηθική βλάβη ενδέχεται να υπέστη ο προσφεύγων λόγω της παρανομίας της προσβαλλόμενης απόφασης ικανοποιείται προσηκόντως και επαρκώς με την ακύρωση της εν λόγω απόφασης. Συνεπώς, το αίτημα αποζημίωσης πρέπει να απορριφθεί.

58      Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι η προσφυγή πρέπει να γίνει δεκτή κατά το μέρος με το οποίο ζητείται η ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης και να απορριφθεί κατά τα λοιπά.

 Επί των δικαστικών εξόδων

59      Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι, εν προκειμένω, η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του προσφεύγοντος.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Ακυρώνει την απόφαση της επιτροπής του εσωτερικού διαγωνισμού COM/02/AST/16 (AST 2) με την οποία απορρίφθηκε η υποψηφιότητα του Alain Schoonjans.

2)      Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.

3)      Καταδικάζει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

Gervasoni

Kowalik-Bańczyk

Mac Eochaidh

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 12 Σεπτεμβρίου 2018.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας : η γαλλική.