Language of document : ECLI:EU:T:2018:533

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ένατο τμήμα)

της 12ης Σεπτεμβρίου 2018 (*)

«Υπαλληλική υπόθεση – Συμβασιούχοι υπάλληλοι – Πρόσληψη – Εσωτερικός διαγωνισμός – Κατάρτιση πίνακα επιτυχόντων για την πρόσληψη βοηθών – Προϋπόθεση συμμετοχής που αφορά την προϋπηρεσία στην Επιτροπή – Αποκλεισμός από τις δοκιμασίες διαγωνισμού»

Στην υπόθεση T-55/17,

John Morrison Healy, συμβασιούχος υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κάτοικος Celbridge (Ιρλανδία), εκπροσωπούμενος από τους S. Orlandi και T. Martin, δικηγόρους,

προσφεύγων,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον G. Berscheid και την L. Radu Bouyon,

καθής,

με αντικείμενο αίτημα δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ για την ακύρωση της απόφασης της εξεταστικής επιτροπής του εσωτερικού διαγωνισμού COM/02/AST/16 (AST 2) με την οποία απορρίφθηκε η υποψηφιότητα του προσφεύγοντος,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα),

συγκείμενο από τους S. Gervasoni, πρόεδρο, K. Kowalik-Bańczyk και C. Mac Eochaidh (εισηγητή), δικαστές,

γραμματέας: M. Marescaux, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζήτησης της 18ης Ιανουαρίου 2018,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

 Ιστορικό της διαφοράς

1        Στις 16 Ιανουαρίου 2013 ο προσφεύγων, John Morrison Healy, άρχισε να εργάζεται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως συμβασιούχος υπάλληλος της ομάδας καθηκόντων III (GF III), βαθμός 11, κλιμάκιο 1.

2        Στις 9 Φεβρουαρίου 2016 η Επιτροπή δημοσίευσε προκήρυξη εσωτερικών διαγωνισμών με εξετάσεις, προκειμένου να καταρτισθεί πίνακας επιτυχόντων για την πρόσληψη γραμματέων/βοηθών γραφείου βαθμού 2 (AST/SC 2), βοηθών βαθμού2 (AST 2) και διοικητικών υπαλλήλων βαθμού 6 (AD 6) (στο εξής: προκήρυξη). Οι τρεις αυτοί διαγωνισμοί περιγράφονταν, αντιστοίχως, ως εξής: COM/01/AST-SC/16 (AST/SC 2) – Γραμματείς/βοηθοί γραφείου, COM/02/AST/16 (AST 2) – Βοηθοί, και COM/03/AD/16 (AD 6) – Διοικητικοί υπάλληλοι.

3        Υπό τον τίτλο ΙΙΙ της προκήρυξης, ο οποίος επιγραφόταν «Προϋποθέσεις συμμετοχής», το άρθρο 2.1, στοιχείο αʹ, της προκήρυξης προέβλεπε για την υπηρεσιακή κατάσταση των υποψηφίων, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«[Απαιτείται] να έχετε ελάχιστη προϋπηρεσία 42 μηνών, όχι κατ’ ανάγκη συναπτών, ως μόνιμοι, έκτακτοι ή συμβασιούχοι υπάλληλοι στην Επιτροπή· δεν συνυπολογίζονται οι περίοδοι απασχόλησης σε οργανισμούς ή άλλα θεσμικά όργανα· επίσης, δεν συνυπολογίζονται ούτε περίοδοι απασχόλησης στην Επιτροπή με το καθεστώς του προσωρινού υπαλλήλου, του επικουρικού υπαλλήλου, του τοπικού υπαλλήλου και του αποσπασμένου εθνικού εμπειρογνώμονα (ΑΕΕ).»

4        Υπό τον ίδιο τίτλο, το άρθρο 2.3 της προκήρυξης προέβλεπε τα ακόλουθα σχετικά με τον τίτλο σπουδών και την επαγγελματική πείρα:

«[Απαιτείται] επίπεδο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιείται με δίπλωμα, ή επίπεδο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιείται με δίπλωμα το οποίο παρέχει δικαίωμα πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση και κατάλληλη επαγγελματική πείρα τριών τουλάχιστον ετών ή επαγγελματική κατάρτιση ή επαγγελματική πείρα αντίστοιχου επιπέδου.»

5        Το άρθρο 2 της προκήρυξης όριζε ότι απαιτείται ο υποψήφιος να πληροί το σύνολο των προϋποθέσεων συμμετοχής.

6        Σε χρόνο που δεν προσδιορίζεται ο προσφεύγων υπέβαλε υποψηφιότητα στον εσωτερικό διαγωνισμό COM/02/AST/16 (AST 2).

7        Στις 9 Μαρτίου 2006, ήτοι την τελευταία ημέρα της προθεσμίας για την υποβολή αίτησης συμμετοχής στον διαγωνισμό, ο προσφεύγων είχε συμπληρώσει 38 μήνες προϋπηρεσίας στην Επιτροπή ως συμβασιούχος υπάλληλος της ομάδας καθηκόντων III.

8        Στις 11 Απριλίου 2016 η επιτροπή του εσωτερικού διαγωνισμού COM/02/AST/16 (AST 2) ενημέρωσε τον προσφεύγοντα σχετικά με την απόφασή της να απορρίψει την υποψηφιότητά του (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), διότι δεν πληρούσε την προϋπόθεση που έθετε η προκήρυξη περί ελάχιστης προϋπηρεσίας 42 μηνών στην Επιτροπή (στο εξής: επίδικη προϋπόθεση).

9        Στις 11 Ιουλίου 2016 ο προσφεύγων υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης.

10      Με απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2016, η οποία κοινοποιήθηκε αυθημερόν στον προσφεύγοντα, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ) απέρριψε τη διοικητική ένσταση.

 Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

11      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 30 Ιανουαρίου 2017, ο προσφεύγων άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.

12      Κατόπιν σχετικού ερωτήματος εκ μέρους της Γραμματείας του Γενικού Δικαστηρίου, ο προσφεύγων, με την από 23 Φεβρουαρίου 2017 επιστολή του, δήλωσε ότι συμφωνεί με τη συνεκδίκαση της υπό κρίση υπόθεσης με τις υποθέσεις T-73/17, RS κατά Επιτροπής, και T-79/17, Schoonjans κατά Επιτροπής, προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας.

13      Στις 3 Απριλίου 2017 η Επιτροπή κατέθεσε το υπόμνημα αντικρούσεως.

14      Με επιστολή της 18ης Μαΐου 2017 ο προσφεύγων δήλωσε ότι παραιτείται από την κατάθεση υπομνήματος απαντήσεως.

15      Με επιστολή της 30ής Μαΐου 2017 ο προσφεύγων ζήτησε τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.

16      Με απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2017 ο πρόεδρος του ένατου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου αποφάσισε να μη συνεκδικασθεί η υπό κρίση υπόθεση με τις υποθέσεις T-73/17, RS κατά Επιτροπής, και T-79/17, Schoonjans κατά Επιτροπής.

17      Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 18ης Ιανουαρίου 2018.

18      Ο προσφεύγων ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

19      Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή·

–        να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.

 Σκεπτικό

 Επιχειρήματα των διαδίκων

20      Προς στήριξη της προσφυγής, ο προσφεύγων προβάλλει έναν και μοναδικό λόγο ακυρώσεως, ο οποίος στηρίζεται, κατ’ ουσίαν, σε ένσταση ελλείψεως νομιμότητας λόγω του ότι η επίδικη προϋπόθεση, στην οποία στηρίζεται η προσβαλλόμενη απόφαση, παραβιάζει τις διατάξεις αναγκαστικού δικαίου του άρθρου 27, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΥΚ). Κατά τον προσφεύγοντα, απαιτώντας οι υποψήφιοι να έχουν συμπληρώσει προϋπηρεσία 42 μηνών, η ΑΔΑ περιόρισε δυσανάλογα την πρόσβαση στον εσωτερικό διαγωνισμό COM/02/AST/16 (AST 2).

21      Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι το άρθρο 27 του ΚΥΚ επιβάλλει, αντιθέτως, στην ΑΔΑ να διεξάγει τις διαδικασίες πρόσληψης στην ευρύτερη δυνατή βάση, κάθε δε περιορισμός του αριθμού των ατόμων που μπορούν να συμμετάσχουν σε εσωτερικό κανονισμό πρέπει να δικαιολογείται από τις απαιτήσεις που συνδέονται με τις προς πλήρωση θέσεις και, γενικότερα, από το συμφέρον της υπηρεσίας.

22      Η προϋπόθεση προϋπηρεσίας 42 μηνών στην Επιτροπή δεν μπορεί, ωστόσο, να δικαιολογηθεί με γνώμονα το συμφέρον της υπηρεσίας. Εξάλλου, ο σκοπός αυτός δεν επιδιώκεται κατά τρόπο συστηματικό, καθώς, υπό τον τίτλο ΙΙΙ της προκήρυξης, που επιγράφεται «Προϋποθέσεις συμμετοχής», το άρθρο 2.3 προβλέπει ότι οι υποψήφιοι πρέπει να διαθέτουν επαγγελματική πείρα διάρκειας τουλάχιστον 36 μηνών.

23      Περαιτέρω, ο προσφεύγων φρονεί ότι προϋπηρεσία 42 μηνών δεν μπορεί αυτομάτως να θεωρηθεί καταλληλότερη από προϋπηρεσία 36 μηνών στην Επιτροπή. Η προϋπόθεση αυτή, εξεταζόμενη αφεαυτής, δεν επαρκεί ώστε η ΑΔΑ να μπορέσει να εκτιμήσει την επαγγελματική πείρα ενός υπαλλήλου και την ικανότητά του να ασκήσει τα καθήκοντα της προς πλήρωση θέσης, δεδομένου ότι δεν λαμβάνει υπόψη άλλες περιστάσεις –όπως τυχόν ανανέωση προηγούμενης σύμβασης– από τις οποίες θα προέκυπτε η εν λόγω πείρα και ικανότητα.

24      Εν πάση περιπτώσει, προβλέποντας ότι στους συμβασιούχους υπαλλήλους των ομάδων καθηκόντων II έως IV η συμμετοχή σε εσωτερικούς διαγωνισμούς μπορεί να επιτρέπεται μόνον αφού έχουν συμπληρώσει τρία έτη υπηρεσίας στο θεσμικό όργανο, το άρθρο 82, παράγραφος 7, του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΛΠ), το οποίο αποτελεί το έρεισμα της επίδικης προϋπόθεσης, στηρίζεται στην παραδοχή ότι οι συμβασιούχοι υπάλληλοι με μικρότερη προϋπηρεσία δεν μπορούν να περιληφθούν στους πιθανούς υποψηφίους με τα υψηλότερα προσόντα ικανότητας για τις θέσεις των οποίων η πλήρωση γίνεται με εσωτερικούς διαγωνισμούς.

25      Συνεπώς, απαιτώντας από τους υποψηφίους να αποδεικνύουν προϋπηρεσία 42 μηνών, η προκήρυξη επηρέασε αρνητικά τη δυνατότητα της ΑΔΑ να προβεί στην καλύτερη δυνατή επιλογή, επιλέγοντας από έναν επαρκώς ευρύ κύκλο υποψηφίων, κατά παράβαση του άρθρου 27, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ. Τέλος, ο προσφεύγων φρονεί, στηριζόμενος ιδίως στην απόφαση της 31ης Μαρτίου 1965, Rauch κατά Επιτροπής (16/64, EU:C:1965:29), ότι η προϋπόθεση αυτή είναι κατά μείζονα λόγο παράνομη δεδομένου ότι κατά το παρελθόν η έκφραση «εσωτερικός διαγωνισμός στο όργανο» αφορούσε, κατά κανόνα, όλα τα πρόσωπα που υπηρετούσαν στο όργανο, ανεξαρτήτως ιδιότητας.

26      Η Επιτροπή αμφισβητεί την επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος.

 Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

27      Κατά το άρθρο 27, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ, «η πρόσληψη πρέπει να εξασφαλίζει στο θεσμικό όργανο τις υπηρεσίες υπαλλήλων που κατέχουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, απόδοσης και ακεραιότητας και επιλέγονται από την ευρύτερη δυνατή γεωγραφική βάση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών της Ένωσης. Καμία θέση δεν προορίζεται αποκλειστικά για τους υπηκόους ορισμένου κράτους μέλους».

28      Κατά πρώτον, πρέπει να υπομνησθούν οι αρχές που έχει θέσει η νομολογία σχετικά με τους όρους και τον τρόπο διεξαγωγής ενός διαγωνισμού.

29      Πρώτον, βασική λειτουργία της προκήρυξης του διαγωνισμού είναι να πληροφορεί τους ενδιαφερομένους κατά τον ακριβέστερο δυνατό τρόπο για τη φύση των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την κάλυψη της οικείας θέσης, προκειμένου να τους παράσχει τη δυνατότητα να εκτιμήσουν αν έχει νόημα να υποβάλουν υποψηφιότητα (βλ. απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2006, Giulietti κατά Επιτροπής, T-293/03, EU:T:2006:37, σκέψη 63 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

30      Δεύτερον, το θεσμικό όργανο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια κατά τον καθορισμό των κριτηρίων ικανότητας που απαιτούνται από τις προς πλήρωση θέσεις και κατά τον καθορισμό (βάσει των κριτηρίων αυτών και προς το συμφέρον της υπηρεσίας) των όρων και του τρόπου διεξαγωγής του διαγωνισμού (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 9ης Οκτωβρίου 2008, Chetcuti κατά Επιτροπής, C‑16/07 P, EU:C:2008:549, σκέψεις 76 και 77 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, της 31ης Ιανουαρίου 2006, Giulietti κατά Επιτροπής, T-293/03, EU:T:2006:37, σκέψη 63 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 13ης Δεκεμβρίου 2006, Heus κατά Επιτροπής, T-173/05, EU:T:2006:392, σκέψη 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

31      Ωστόσο, η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας των θεσμικών οργάνων σε θέματα διοργάνωσης διαγωνισμών, ειδικότερα όσον αφορά τον καθορισμό των όρων συμμετοχής, πρέπει να είναι σύμφωνη προς τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 27, πρώτο εδάφιο, και του άρθρου 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ. Το άρθρο 27, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ καθορίζει κατά τρόπο δεσμευτικό τον σκοπό για τον οποίο πρέπει να γίνονται οι προσλήψεις και το άρθρο 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ καθορίζει, επίσης κατά τρόπο δεσμευτικό, το πλαίσιο για τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται για την πλήρωση των κενών θέσεων. Κατά συνέπεια, η διακριτική ευχέρεια πρέπει πάντοτε να ασκείται με γνώμονα τις απαιτήσεις που συνδέονται με τις προς πλήρωση θέσεις εργασίας και, γενικότερα, το συμφέρον της υπηρεσίας (βλ. απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2006, Heus κατά Επιτροπής, T‑173/05, EU:T:2006:392, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· βλ., επίσης, απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 2009, Di Prospero κατά Επιτροπής, F-99/08, EU:F:2009:153, σκέψεις 28 και 29 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

32      Όσον αφορά, ειδικότερα, τους όρους συμμετοχής που περιορίζουν τη δυνατότητα συμμετοχής σε διαγωνισμό, τέτοιοι όροι είναι μεν πράγματι ικανοί να περιορίσουν τη δυνατότητα του οργάνου να προσλάβει τους καλύτερους υποψηφίους κατά την έννοια του άρθρου 27, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ, τούτο ωστόσο δεν σημαίνει ότι κάθε όρος που προβλέπει τέτοιο περιορισμό αντιβαίνει προς το ανωτέρω άρθρο. Πράγματι, η διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης κατά τη διοργάνωση των διαγωνισμών και, γενικότερα, το συμφέρον της υπηρεσίας επιτρέπουν στο θεσμικό όργανο να θέτει τις προϋποθέσεις που κρίνει κατάλληλες και οι οποίες, ενώ περιορίζουν την πρόσβαση των υποψηφίων σε ένα διαγωνισμό και, επομένως, κατ’ ανάγκη, τον αριθμό των υποψηφίων που υποβάλλουν αίτηση συμμετοχής, δεν δημιουργούν κίνδυνο μη επίτευξης του σκοπού της εξασφάλισης της υποβολής αίτησης συμμετοχής των υποψηφίων που κατέχουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, απόδοσης και ακεραιότητας, κατά την έννοια του άρθρου 27, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 2009, Di Prospero κατά Επιτροπής, F-99/08, EU:F:2009:153, σκέψη 30).

33      Επομένως, από τις προϋποθέσεις που περιορίζουν την πρόσβαση υποψηφίων σε έναν διαγωνισμό θεωρούνται αντίθετες προς το άρθρο 27, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ μόνον αυτές που δημιουργούν τον κίνδυνο μη επίτευξης του σκοπού της εξασφάλισης της υποβολής αίτησης συμμετοχής των υποψηφίων που κατέχουν τα πιο υψηλά προσόντα (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 6ης Μαρτίου 1997, de Kerros και Kohn-Berge κατά Επιτροπής, T-40/96 και T-55/96, EU:T:1997:28, σκέψη 40, και της 17ης Νοεμβρίου 2009, Di Prospero κατά Επιτροπής, F-99/08, EU:F:2009:153, σκέψη 32).

34      Τρίτον, υπενθυμίζεται ότι, λόγω της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που αναγνωρίζεται στα θεσμικά όργανα στον τομέα αυτό, ο έλεγχος του Γενικού Δικαστηρίου ως προς την τήρηση της προϋπόθεσης περί του συμφέροντος της υπηρεσίας πρέπει να περιορίζεται στο ζήτημα αν το θεσμικό όργανο παρέμεινε εντός εύλογων και θεμιτών ορίων και αν άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια κατά τρόπο προδήλως εσφαλμένο (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 19ης Ιουνίου 2015, Z κατά Δικαστηρίου, T-88/13 P, EU:T:2015:393, σκέψη 106).

35      Κατά δεύτερον, πρέπει να καθοριστεί το περιεχόμενο του άρθρου 82 παράγραφος 7, πρώτη περίοδος, του ΚΛΠ.

36      Το άρθρο 82, παράγραφος 7, πρώτη περίοδος, του ΚΛΠ προβλέπει ότι η συμμετοχή σε εσωτερικούς διαγωνισμούς μπορεί να επιτρέπεται στους συμβασιούχους υπαλλήλους των ομάδων καθηκόντων II έως IV μόνον αφού έχουν συμπληρώσει τρία έτη υπηρεσίας στο θεσμικό όργανο.

37      Πρώτον, σε αντίθεση προς όσα υποστηρίζει ο προσφεύγων, ο νομοθέτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης επέλεξε, στο άρθρο 82, παράγραφος 7, πρώτη περίοδος, του ΚΛΠ, να περιορίσει τη διακριτική ευχέρεια των θεσμικών οργάνων, θεσπίζοντας κατώτατο όριο τριών ετών προϋπηρεσίας, πριν από τη συμπλήρωση του οποίου δεν μπορεί να επιτραπεί στους συμβασιούχους υπαλλήλους των ομάδων καθηκόντων II έως IV να συμμετάσχουν σε εσωτερικούς διαγωνισμούς, ανεξαρτήτως των επαγγελματικών τους προσόντων και ικανοτήτων. Ο περιορισμός αυτός απορρέει από το ότι, υπό το πρίσμα του άρθρου 29, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του ΚΥΚ, η διοργάνωση εσωτερικών διαγωνισμών για τους εν λόγω συμβασιούχους έχει εξαιρετικό χαρακτήρα. Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται, εξάλλου, από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 1023/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2013, για την τροποποίηση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2013, L 287, σ. 15). Η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου διευκρίνισε, στο πλαίσιο αυτό, ότι οι συμβασιούχοι υπάλληλοι μπορούν να γίνουν δεκτοί στους διαγωνισμούς αυτούς μόνον «εφόσον έχουν εργαστεί [...] στο οικείο όργανο επί τρία τουλάχιστον έτη κατά την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας υποβολής των αιτήσεων για τον διαγωνισμό» {τροπολογία 30 της Έκθεσης σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά την τροποποίηση του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης των υπαλλήλων καθώς και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης [COM(2011)0890 – C7-0507/2011 – 2011/0455(COD)], σ. 26}.

38      Δεύτερον, πριν από τη νομοθετική αυτή μεταρρύθμιση, η νομολογία είχε ήδη κάνει δεκτές προϋποθέσεις προϋπηρεσίας διάρκειας τριών ετών (αποφάσεις της 6ης Μαρτίου 1997, de Kerros και Kohn-Berge κατά Επιτροπής, T-40/96 και T-55/96, EU:T:1997:28, σκέψη 47, και της 17ης Νοεμβρίου 2009, Di Prospero κατά Επιτροπής, F-99/08, EU:F:2009:153, σκέψη 31), πέντε ετών (απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2006, Heus κατά Επιτροπής, T-173/05, EU:T:2006:392, σκέψεις 38, 40 και 42) και δέκα ετών (απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 2000, Carrasco Benítez κατά Επιτροπής, T-214/99, EU:T:2000:272, σκέψεις 56 και 61), στο μέτρο που στις υποθέσεις εκείνες το επίμαχο θεσμικό όργανο κατά την άσκηση της ευρείας διακριτικής του ευχέρειας είχε τηρήσει την προϋπόθεση περί του συμφέροντος της υπηρεσίας.

39      Τρίτον, έχει κριθεί ότι η απαίτηση ορισμένων ετών προϋπηρεσίας αποτελεί κατάλληλο μέσο για να εξασφαλισθεί ότι οι υπάλληλοι έχουν τα απαιτούμενα από το άρθρο 27, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ προσόντα και, συνεπώς, για να διασφαλιστεί το συμφέρον της υπηρεσίας. Πράγματι, η ύπαρξη ορισμένης προϋπηρεσίας και συνεπώς μιας σημαντικής εμπειρίας εντός των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνιστά «ασφαλή ένδειξη» ότι υφίστανται τα ανωτέρω προσόντα (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2006, Heus κατά Επιτροπής, T-173/05, EU:T:2006:392, σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

40      Με την προϋπόθεση προϋπηρεσίας διασφαλίζεται ότι τα πρόσωπα που γίνονται δεκτά για να συμμετάσχουν στον εσωτερικό διαγωνισμό έχουν ήδη υπαχθεί για κάποιο διάστημα στο καθεστώς που εφαρμόζεται στο διοικητικό προσωπικό των θεσμικών οργάνων, και, ιδίως, στους κανόνες σχετικά με βαθμολογικά και πειθαρχικά ζητήματα, και έχουν αποδείξει τις ικανότητές τους εντός του πλαισίου αυτού. Συνεπώς, η διαδικασία πρόσληψης εξασφαλίζει στο θεσμικό όργανο τις υπηρεσίες υπαλλήλων που κατέχουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, απόδοσης και ακεραιότητας, όπως αυτά έχουν εκτιμηθεί από τα ίδια τα θεσμικά όργανα (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2006, Heus κατά Επιτροπής, T-173/05, EU:T:2006:392, σκέψη 41).

41      Συνεπώς, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, το θεσμικό όργανο που αποφασίζει να οργανώσει, κατ’ εξαίρεση, εσωτερικό διαγωνισμό στον οποίο μπορούν να συμμετάσχουν συμβασιούχοι υπάλληλοι των ομάδων καθηκόντων II έως IV οφείλει να τηρήσει το κατώτατο όριο των τριών ετών προϋπηρεσίας που επιβάλλεται από το άρθρο 82, παράγραφος 7, πρώτη περίοδος, του ΚΛΠ. Ωστόσο, το εν λόγω θεσμικό όργανο, δεδομένης της ευρείας διακριτικής του ευχέρειας, επιτρέπεται, τηρώντας τις διατάξεις αναγκαστικού δικαίου του άρθρου 27, πρώτο εδάφιο, και του άρθρου 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, να ορίζει για ορισμένες θέσεις εργασίας ή για ορισμένες ομάδες καθηκόντων αυστηρότερες προϋποθέσεις, απαιτώντας παραδείγματος χάριν προϋπηρεσία μεγαλύτερη από την ελάχιστη προβλεπόμενη από το άρθρο 82, παράγραφος 7, πρώτη περίοδος, του ΚΛΠ (βλ., υπό την έννοια αυτή και κατ’ αναλογία, απόφαση της 13ης Ιουλίου 1989, Jaenicke Cendoya κατά Επιτροπής, 108/88, EU:C:1989:325, σκέψη 24).

42      Το συμπέρασμα αυτό, που οδηγεί στον αποκλεισμό των συμβασιούχων υπαλλήλων οι οποίοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις προϋπηρεσίας που θέτει το επίμαχο θεσμικό όργανο, δεν μπορεί να αναιρεθεί, σε αντίθεση προς ό,τι υποστηρίζει ο προσφεύγων, από το ότι κατά το παρελθόν η έκφραση «εσωτερικός διαγωνισμός στο όργανο» αφορούσε κατά κανόνα όλα τα πρόσωπα που υπηρετούσαν στο όργανο, ανεξαρτήτως ιδιότητας.

43      Πράγματι, τυχόν υποχρέωση να γίνονται δεκτοί για να συμμετάσχουν σε εσωτερικό διαγωνισμό του θεσμικού οργάνου όλοι όσοι υπηρετούν σε αυτό θα περιόριζε την ευρεία διακριτική ευχέρεια του οργάνου (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 9ης Οκτωβρίου 2008, Chetcuti κατά Επιτροπής, C-16/07 P, EU:C:2008:549, σκέψεις 70 έως 76, και της 24ης Σεπτεμβρίου 2009, Brown κατά Επιτροπής, F‑37/05, EU:F:2009:121, σκέψη 68), και συνεπώς δεν θα μπορούσε να αναγνωρισθεί στους υπαλλήλους ενός θεσμικού οργάνου απόλυτο δικαίωμα συμμετοχής σε εσωτερικό διαγωνισμό του οργάνου αυτού (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 6ης Μαρτίου 1997, de Kerros και Kohn-Berge κατά Επιτροπής, T-40/96 και T-55/96, EU:T:1997:28, σκέψη 39, και της 8ης Νοεμβρίου 2006, Chetcuti κατά Επιτροπής, T‑357/04, EU:T:2006:339, σκέψη 42).

44      Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η επίδικη προϋπόθεση, κατά την οποία οι υποψήφιοι στους εσωτερικούς διαγωνισμούς πρέπει να έχουν προϋπηρεσία 42 μηνών, όχι κατ’ ανάγκη συναπτών, τηρεί την προϋπόθεση περί συμφέροντος της υπηρεσίας.

45      Πράγματι, από τη νομολογία που παρατέθηκε στις σκέψεις 38 έως 40 ανωτέρω προκύπτει ότι η απαίτηση ορισμένων ετών προϋπηρεσίας συνιστά «ασφαλή ένδειξη» περί του ότι οι υποψήφιοι στους εσωτερικούς διαγωνισμούς έχουν τα προσόντα που επιτάσσει το άρθρο 27, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ.

46      Ως προς το ζήτημα αυτό, η προκήρυξη διευκρινίζει ρητώς ότι το συμφέρον της υπηρεσίας επιτάσσει η πρόσληψη έκτακτων υπαλλήλων ως μονίμων υπαλλήλων να εξασφαλίζει στην Επιτροπή τις υπηρεσίες υπαλλήλων με τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, απόδοσης και ακεραιότητας και ότι, για τον λόγο αυτό, μόνον οι υποψήφιοι που έχουν αποδεδειγμένη πείρα σε συγκεκριμένη ομάδα καθηκόντων γίνονται μόνιμοι υπάλληλοι που μπορούν να είναι ήδη από την πρόσληψή τους αποδοτικοί στα καθήκοντά του.

47      Όπως ανέφερε η Επιτροπή στο υπόμνημα αντικρούσεως, η διοργάνωση των εσωτερικών διαγωνισμών τους οποίους αφορά η προκήρυξη αντιλαμβάνεται το συμφέρον της υπηρεσίας υπό τη μορφή της επιδίωξης ενός διπλού σκοπού, και συγκεκριμένα, αφενός, να ρυθμιστεί η κατάσταση ορισμένων έκτακτων και συμβασιούχων υπαλλήλων με τη μονιμοποίησή τους και, αφετέρου, να προσληφθεί προσωπικό το οποίο δεν έχει απλώς υψηλά προσόντα, αλλά συγχρόνως μπορεί να είναι ήδη από την πρόσληψή του αποδοτικό στα καθήκοντά του.

48      Επισημαίνεται, επίσης, ότι η Επιτροπή, απαντώντας σε γραπτή ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, διαβίβασε τα πρακτικά της από 11 Δεκεμβρίου 2015 συνεδρίασης του κοινωνικού διαλόγου για τους εσωτερικούς διαγωνισμούς στους οποίους μπορούν να μετέχουν συμβασιούχοι υπάλληλοι. Όπως προκύπτει από αυτά, η Επιτροπή αρχικά είχε προβλέψει προϋπόθεση τετραετούς προϋπηρεσίας. Η προϋπόθεση αυτή αιτιολογήθηκε «λόγω του ότι με την απαίτηση [τεσσάρων] ετών προϋπηρεσίας στα θεσμικά όργανα θα υπήρχε κάποια διασφάλιση ως προς την επαγγελματική ικανότητα των οικείων υπαλλήλων, στο μέτρο που η σύμβαση των προσώπων αυτών έχει ήδη ανανεωθεί μία φορά». Ωστόσο, αφού ελήφθησαν υπόψη οι παρατηρήσεις πολλών συνδικαλιστικών οργανώσεων που πρότειναν η εν λόγω προϋπηρεσία να είναι τριετής, η τελική απόφαση της Επιτροπής για τη διάρκεια της επίδικης προϋπόθεσης ήταν η διάρκεια αυτή να είναι τριάμισι ετών (σελίδα 4 των πρακτικών).

49      Συνεπώς, εξαρχής η Επιτροπή επιθυμούσε να έχουν οι υποψήφιοι ελάχιστη προϋπηρεσία, τεσσάρων ετών αρχικά και τριάμισι ετών τελικά, καθώς η προϋπηρεσία αυτή παρέχει κάποια εχέγγυα ως προς την επαγγελματική τους ικανότητα. Υπό τις συνθήκες αυτές, το εν λόγω θεσμικό όργανο δεν έκανε προδήλως εσφαλμένη χρήση της διακριτικής του ευχέρειας περιλαμβάνοντας στην προκήρυξη του διαγωνισμού μια προϋπόθεση προϋπηρεσίας με διάρκεια κατά έξι μόνο μήνες μεγαλύτερη από την ελάχιστη προϋπηρεσία που προβλέπεται στο άρθρο 82, παράγραφος 7, πρώτη περίοδος, του ΚΛΠ.

50      Περαιτέρω, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ούτε το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι η επίδικη προϋπόθεση αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας.

51      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η αρχή της αναλογικότητας επιτάσσει οι πράξεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης να είναι πρόσφορες για την επίτευξη των νομίμως επιδιωκομένων από την οικεία ρύθμιση σκοπών και να μην υπερβαίνουν το αναγκαίο για την επίτευξη των σκοπών αυτών μέτρο (απόφαση της 8ης Απριλίου 2014, Digital Rights Ireland κ.λπ., C-293/12 και C-594/12, EU:C:2014:238, σκέψη 46 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Εξάλλου, δεδομένης της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που έχει η ΑΔΑ για τον καθορισμό των κριτηρίων ικανότητας που απαιτούνται για τις προς πλήρωση θέσεις και για τον καθορισμό, βάσει των κριτηρίων αυτών και γενικότερα προς το συμφέρον της υπηρεσίας, των όρων και του τρόπου διεξαγωγής ενός διαγωνισμού (απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 1997, Petit-Laurent κατά Επιτροπής, T-211/95, EU:T:1997:13, σκέψη 54), η νομιμότητα της προκήρυξης του διαγωνισμού μπορεί να επηρεαστεί μόνον όταν η επίδικη προϋπόθεση είναι προδήλως ακατάλληλη σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 8ης Ιουνίου 2010, Vodafone κ.λπ., C-58/08, EU:C:2010:321, σκέψη 52). Τέλος, υπενθυμίζεται ότι ο σκοπός κάθε διαγωνισμού που διοργανώνεται από την Ένωση, όπως προκύπτει από το άρθρο 27, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ, είναι να εξασφαλίζει στο θεσμικό όργανο, όπως και σε κάθε όργανο, τις υπηρεσίες υπαλλήλων που κατέχουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, απόδοσης και ακεραιότητας (απόφαση της 14ης Απριλίου 2011, Clarke κ.λπ. Κατά ΓΕΕΑ, F-82/08, EU:F:2011:45, σκέψη 181).

52      Ως προς το ζήτημα αυτό, πρώτον, από όσα εκτέθηκαν στις σκέψεις 44 έως 49 ανωτέρω προκύπτει ότι η προϋπόθεση προϋπηρεσίας 42 μηνών είναι ικανή να υπηρετήσει τον διπλό σκοπό που έχει τεθεί, ήτοι, αφενός, να ρυθμιστεί η κατάσταση ορισμένων έκτακτων και συμβασιούχων υπαλλήλων με τη μονιμοποίησή τους και, αφετέρου, να προσληφθεί προσωπικό το οποίο δεν έχει απλώς υψηλά προσόντα αλλά συγχρόνως μπορεί να είναι ήδη από την πρόσληψή του αποδοτικό στα καθήκοντά του.

53      Δεύτερον, η επίδικη προϋπόθεση δεν βαίνει πέραν του κατάλληλου και αναγκαίου για την εξυπηρέτηση του διπλού αυτού σκοπού μέτρου. Αφενός, απαιτώντας προϋπηρεσία 42 μηνών, η προϋπόθεση αυτή υπερβαίνει κατά έξι μόλις μήνες την ελάχιστη διάρκεια προϋπηρεσίας που προβλέπει το άρθρο 82, παράγραφος 7, του ΚΛΠ. Το Γενικό Δικαστήριο, όπως αναφέρθηκε στη σκέψη 38 ανωτέρω, έχει κρίνει αποδεκτές προϋποθέσεις προϋπηρεσίας με διάρκεια πολύ μεγαλύτερη των 42 μηνών εφόσον, όπως εν προκειμένω, το θεσμικό όργανο έχει ασκήσει την ευρεία διακριτική του ευχέρεια κατά τρόπο συμβατό προς το συμφέρον της υπηρεσίας. Αφετέρου, όπως διευκρίνισε η Επιτροπή απαντώντας σε γραπτή ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, το 84 % των 615 υποψηφίων που υπέβαλαν αίτηση συμμετοχής για τον εσωτερικό διαγωνισμό COM/02/AST/16 (AST 2) είχαν δικαίωμα συμμετοχής σε αυτόν.

54      Τέλος, η διαπίστωση αυτή αρκεί για την απόρριψη του επιχειρήματος του προσφεύγοντος ότι η επίδικη προϋπόθεση δεν επέτρεψε στην ΑΔΑ να διεξαγάγει τη διαδικασία πρόσληψης στην ευρύτερη δυνατή βάση. Από τα αριθμητικά δεδομένα που διαβίβασε η Επιτροπή προκύπτει, συγκεκριμένα, ότι 519 υποψήφιοι μπόρεσαν να λάβουν μέρους στον επίμαχο εσωτερικό διαγωνισμό.

55      Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή, θεσπίζοντας την επίδικη προϋπόθεση, δεν έκανε προδήλως εσφαλμένη χρήση της διακριτικής της ευχέρειας και ότι, συνεπώς, δεν παρέβη τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 27, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ.

56      Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας και, ως εκ τούτου, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.

 Επί των δικαστικών εξόδων

57      Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Εν προκειμένω, δεδομένου ότι ο προσφεύγων ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή.

2)      Ο John Morrison Healy καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα.

Gervasoni

Kowalik-Bańczyk

Mac Eochaidh

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 12 Σεπτεμβρίου 2018.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.