Language of document : ECLI:EU:C:2018:748

Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

PAOLO MENGOZZI

της 20ής Σεπτεμβρίου 2018(1)

Υπόθεση C‑313/17 P

GeorgeHaswani

κατά

Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

«Αίτηση αναιρέσεως – Άρθρο 86 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου – Παραδεκτό – Διαδικασία προσαρμογής της προσφυγής – Ανάγκη προσαρμογής των ισχυρισμών και επιχειρημάτων – Περιοριστικά μέτρα κατά της Συρίας – Κατάλογος των προσώπων στα οποία εφαρμόζεται η δέσμευση κεφαλαίων και οικονομικών πόρων – Συμπερίληψη του ονόματος του αναιρεσείοντος»






I.      Εισαγωγή

1.        Ποιό είναι το περιθώριο διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκειμένου να αποφανθεί αν ο προσφεύγων οφείλει να υποβάλει κατόπιν προσαρμογής ισχυρισμούς και επιχειρήματα, εφόσον στο πλαίσιο ευθείας προσφυγής ο εν λόγω προσφεύγων έχει επεκτείνει τα αρχικά ακυρωτικά αιτήματά του και σε πράξη η οποία έχει το ίδιο αντικείμενο και εκδόθηκε κατά τη διάρκεια της δίκης;

2.        Αυτό είναι επί της ουσίας το ερώτημα που θέτει η παρούσα αίτηση αναιρέσεως, την οποία άσκησε ο G. Haswani κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της 22ας Μαρτίου 2017, Haswani κατά Συμβουλίου (T‑231/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:200) (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), καθόσον με την απόφαση αυτή απορρίπτεται ως απαράδεκτο το αίτημά του περί ακυρώσεως της αποφάσεως (ΚΕΠΠΑ) 2016/850 (2) του Συμβουλίου, της 27ης Μαΐου 2016, για την τροποποίηση της απόφασης 2013/255/ΚΕΠΠΑ σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά της Συρίας, και του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2016/840 (3) του Συμβουλίου της 27ης Μαΐου 2016, σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) 36/2012 σχετικά με περιοριστικά μέτρα λόγω της κατάστασης στη Συρία (στο εξής: πράξεις της 27ης Μαΐου 2016).

3.        Κατ’ αρχήν δεν επιτρέπεται η υποβολή νέων αιτημάτων και ισχυρισμών. Η ασφάλεια δικαίου και η ορθή απονομή της δικαιοσύνης επιτάσσουν να διατυπώνεται με σαφήνεια και ακρίβεια το αίτημα του προσφεύγοντος ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης (4). Ιδίως στον τομέα των περιοριστικών μέτρων της Ένωσης όμως, η αρχικώς προσβαλλόμενη πράξη αντικαθίσταται συχνά κατά τη διάρκεια της δίκης. Το γεγονός αυτό μπορεί να παράσχει στους διαδίκους τη δυνατότητα να τροποποιήσουν τις προσφυγές τους, προσαρμόζοντας τα αιτήματά τους και, εφόσον απαιτείται, τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματά τους.

4.        Η παρούσα υπόθεση δίνει την ευκαιρία στο Δικαστήριο να πάρει θέση ως προς τον modus operandi του Γενικού Δικαστηρίου όταν αυτό επιλαμβάνεται αιτήσεως προσαρμογής των αιτημάτων, χωρίς προσαρμογή των ισχυρισμών και των επιχειρημάτων. Το άρθρο 86, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου (5), του οποίου η ερμηνεία βρίσκεται στο επίκεντρο της παρούσας διαφοράς, προβλέπει ότι το υπόμνημα προσαρμογής περιέχει, μεταξύ άλλων, πέραν των κατόπιν προσαρμογής αιτημάτων, «εφόσον παρίσταται ανάγκη, τους κατόπιν προσαρμογής ισχυρισμούς και επιχειρήματα». Πρέπει, συνεπώς, να καθοριστεί το περιεχόμενο του σκέλους της φράσεως «εφόσον παρίσταται ανάγκη».

5.        Η παρούσα υπόθεση τονίζει την ένταση που μπορεί να ανακύψει μεταξύ, αφενός, του παραλληλισμού των τυπικών διαδικασιών που ισχύουν για τους κανόνες περί προσαρμογής των αιτημάτων και των ισχυρισμών και επιχειρημάτων και για τους κανόνες περί καταθέσεως της αρχικής προσφυγής και, αφετέρου, των απαιτήσεων της οικονομίας της διαδικασίας, που αποσκοπούν στην αποφυγή της επιβολής υποχρεώσεως στον προσφεύγοντα να ασκεί νέα προσφυγή για κάθε πράξη που παρατείνει ή τροποποιεί προηγούμενη, ληφθείσα σχετικά με αυτόν, απόφαση.

6.        Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα που τίθεται στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο θα κληθεί, σταθμίζοντας τις διάφορες αρχές που διακυβεύονται, να βρει μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ των εν λόγω κανόνων και απαιτήσεων.

II.    Οι επίδικες πράξεις, η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

7.        Ο αναιρεσείων είναι επιχειρηματίας συριακής υπηκοότητας, μηχανικός, ιδρυτής της εταιρίας HESCO που εξειδικεύεται στον τομέα του πετρελαίου και του φυσικού αερίου.

8.        Κατά του αναιρεσείοντος έχουν ληφθεί περιοριστικά μέτρα στο πλαίσιο της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας (ΚΕΠΠΑ). Το όνομά του προστέθηκε στον κατάλογο που παρατίθεται στο παράρτημα Ι της αποφάσεως 2013/255/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 2013, σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά της Συρίας (6), με την εκτελεστική απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2015/383 του Συμβουλίου, της 6ης Μαρτίου 2015 (7), καθώς και στον κατάλογο του παραρτήματος ΙΙ του κανονισμού 36/2012 του Συμβουλίου, της 18ης Ιανουαρίου 2012, σχετικά με περιοριστικά μέτρα λόγω της κατάστασης στη Συρία και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 442/2011 (8), με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2015/375 (9) (στο εξής: πράξεις της 6ης Μαρτίου 2015). Ειδικότερα, το άρθρο 28, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2013/255, προβλέπει τη δέσμευση όλων των κεφαλαίων και οικονομικών πόρων που ευρίσκονται στην κυριότητα, την κατοχή ή τον έλεγχο προσώπων και οντοτήτων που επωφελούνται των πολιτικών του καθεστώτος ή υποστηρίζουν τις πολιτικές αυτές.

9.        Με τις πράξεις της 6ης Μαρτίου 2015 δεσμεύτηκαν τα περιουσιακά στοιχεία του αναιρεσείοντος με την ακόλουθη αιτιολογία:

«Εξέχων Σύριος επιχειρηματίας, συνιδιοκτήτης της HESCO Engineering and Construction Company, μεγάλης τεχνολογικής και κατασκευαστικής εταιρίας στη Συρία. Έχει στενούς δεσμούς με το συριακό καθεστώς.

Ο George Haswani παρέχει στήριξη στο καθεστώς και αποκομίζει οφέλη από αυτό λόγω του ρόλου του ως μεσάζοντος σε συμφωνίες για την αγορά πετρελαίου του [Ισλαμικoύ Κράτους του Ιράκ και Λεβάντε, στο εξής:] ΙΚΙΛ από το συριακό καθεστώς.

Επίσης, αποκομίζει οφέλη από το καθεστώς, μέσω ευνοϊκής μεταχείρισης, μεταξύ άλλων μέσω της ανάθεσης σύμβασης (ως υπεργολάβος) με τη Stroytransgaz, μεγάλη ρωσική εταιρία πετρελαίου.»

10.      Στις 5 Μαΐου 2015 ο νυν αναιρεσείων (στο εξής: αναιρεσείων) άσκησε προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, με αίτημα την ακύρωση των πράξεων της 6ης Μαρτίου 2015.

11.      Στις 28 Μαΐου 2015 το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2015/837, για την τροποποίηση της απόφασης 2013/255 (10), η οποία παρατείνει την ισχύ της εν λόγω απόφασης έως την 1η Ιουνίου 2016 και τροποποιεί το παράρτημα Ι της αποφάσεως αυτής. Την ίδια ημέρα το Συμβούλιο εξέδωσε τον εκτελεστικό κανονισμό (EE) 2015/828, για την εφαρμογή του κανονισμού 36/2012, (11) με τον οποίο τροποποιήθηκε το παράρτημα ΙΙ του εν λόγω κανονισμού (στο εξής: πράξεις της 28ης Μαΐου 2015).

12.      Με υπόμνημα που κατέθεσε στη γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 23 Ιουνίου 2015, ο αναιρεσείων προσάρμοσε την προσφυγή, προκειμένου να αιτηθεί και την ακύρωση των πράξεων της 28ης Μαΐου 2015 (στο εξής: πρώτο υπόμνημα προσαρμογής).

13.      Στις 12 Οκτωβρίου 2015 το Συμβούλιο εξέδωσε, αφενός, την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2015/1836, για την τροποποίηση της απόφασης 2013/255 (12), και, αφετέρου τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2015/1828, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 36/2012 (13) (στο εξής: πράξεις της 12ης Οκτωβρίου 2015). Συγκεκριμένα, με την απόφαση 2015/1836 προστέθηκε παράγραφος 2 στο άρθρο 28 της αποφάσεως 2013/255, με την οποία ορίστηκε ότι δεσμεύονται τα κεφάλαια και οι οικονομικοί πόροι που βρίσκονται στην ιδιοκτησία ή κατοχή ή ελέγχονται, μεταξύ άλλων, από «εξέχοντες επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται στη Συρία».

14.      Με το από 29 Απριλίου 2016 έγγραφό του το Συμβούλιο γνωστοποίησε στον αναιρεσείοντα την πρόθεσή του να τον διατηρήσει στους επίμαχους καταλόγους καθώς και την τροποποίηση της αιτιολογίας που έγινε ως προς αυτόν. Ο αναιρεσείων, μέσω του δικηγόρου του, απάντησε στο Συμβούλιο με το από 12 Μαΐου 2016 με ημερομηνία.

15.      Με τις πράξεις της 27ης Μαΐου 2016 το Συμβούλιο συμπεριέλαβε το όνομα του αναιρεσείοντος στα παραρτήματα των εν λόγω πράξεων με την ακόλουθη αιτιολογία:

«Εξέχων επιχειρηματίας δραστηριοποιούμενος στη Συρία με συμφέροντα και/ή δραστηριότητες στον τεχνικό και κατασκευαστικό τομέα, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο. Έχει συμφέροντα και/ή σημαντική επιρροή σε διάφορες εταιρείες και οντότητες στη Συρία, ιδίως την HESCO Engineering and Construction Company, μεγάλη τεχνική και κατασκευαστική εταιρία.

Ο George Haswani έχει στενούς δεσμούς με το συριακό καθεστώς. Παρέχει στήριξη στο καθεστώς και αποκομίζει οφέλη από αυτό λόγω του ρόλου του ως μεσάζοντος σε συμφωνίες για την αγορά πετρελαίου του ΙΚΙΛ από το συριακό καθεστώς. Επίσης, αποκομίζει οφέλη από το καθεστώς μέσω ευνοϊκής μεταχείρισης, μεταξύ άλλων της ανάθεσης σύμβασης (ως υπεργολάβος) με τη Stroytransgaz, μεγάλη ρωσική εταιρία πετρελαίου.»

16.      Με υπόμνημα που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου την 7η Ιουλίου 2016 ο αναιρεσείων προσάρμοσε την προσφυγή του, προκειμένου να αιτηθεί και την ακύρωση των πράξεων της 27ης Μαΐου 2016 (στο εξής: δεύτερο υπόμνημα προσαρμογής ή δεύτερο αίτημα προσαρμογής).

17.      Με το από 22 Ιουλίου 2016 έγγραφό του το Συμβούλιο διατύπωσε τις παρατηρήσεις του επί του υπομνήματος αυτού.

18.      Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Γενικό Δικαστήριο κατ’ αρχάς απέρριψε ως απαράδεκτο το δεύτερο αίτημα προσαρμογής της προσφυγής με την αιτιολογία ότι το δεύτερο υπόμνημα προσαρμογής έπρεπε να αναφέρει τους κατόπιν προσαρμογής ισχυρισμούς και επιχειρήματα προς υποστήριξη των ακυρωτικών αιτημάτων, σύμφωνα με το άρθρο 86, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου.

19.      Ειδικότερα, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, κατ’ ουσίαν, στις σκέψεις 41 έως 47 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι, εφόσον το νομικό πλαίσιο σχετικά με τα περιοριστικά μέτρα και/ή τα κριτήρια εγγραφής στους καταλόγους είχαν μεταβληθεί, ο προσφεύγων έπρεπε να προσαρμόσει τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματά του, προκειμένου να ληφθούν υπόψη. Κατά το Γενικό Δικαστήριο όμως, η απαίτηση αυτή δεν ικανοποιήθηκε διότι το επίμαχο αίτημα προσαρμογής περιορίστηκε στην επέκταση των αιτημάτων της προσφυγής, χωρίς υποβολή περαιτέρω διευκρινίσεων ή προσκόμιση νέων πραγματικών ή νομικών στοιχείων, υπό το πρίσμα της εξέλιξης του εφαρμοστέου νομικού πλαισίου και συγκεκριμένα της θέσπισης νέων κριτηρίων εγγραφής.

20.      Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε επίσης ως αβάσιμο το αίτημα του αναιρεσείοντος περί αποζημιώσεως, στο μέτρο που δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη ζημίας.

21.      Στη συνέχεια, το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε τον τρίτο λόγο της προσφυγής που αντλείται από πλάνη εκτιμήσεως του Συμβουλίου και ακύρωσε τις πράξεις της 6ης Μαρτίου 2015, καθώς και τις πράξεις της 28ης Μαΐου 2015. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, τα στοιχεία που προέβαλε εν προκειμένω το Συμβούλιο δεν συνιστούν επαρκώς συγκεκριμένες, ακριβείς και συγκλίνουσες ενδείξεις που επιτρέπουν να θεμελιωθεί επαρκώς κατά νόμον η βασιμότητα των λόγων που συντρέχουν στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, το δε Συμβούλιο δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία που καταδεικνύουν την ύπαρξη δεσμού μεταξύ του αναιρεσείοντος και του συριακού καθεστώτος.

III. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων

22.      Με την αίτηση αναιρέσεώς του ο αναιρεσείων ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με την οποία κρίθηκε απαράδεκτο το αίτημα ακυρώσεως των πράξεων της 27ης Μαΐου 2016, απορρίφθηκε το αίτημα περί αποζημιώσεως και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, πέραν των δικαστικών εξόδων που αφορούν τα δικά του αιτήματα, και στα δύο τρίτα των δικαστικών εξόδων του Συμβουλίου·

–        να εκδικάσει την υπόθεση επί της ουσίας, να διατάξει την απαλοιφή του ονόματος του αναιρεσείοντος από τα παραρτήματα των ανωτέρω πράξεων και, στο πλαίσιο της εξουσίας του αναιρέσεως, να ακυρώσει τις πράξεις της 12ης Οκτωβρίου 2015·

–        να υποχρεώσει το Συμβούλιο να καταβάλει ποσόν ύψους 700 000 ευρώ προς αποκατάσταση κάθε είδους προξενηθείσας βλάβης·

–        να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα ενώπιον του Δικαστηρίου και στο σύνολο των δικαστικών εξόδων ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

23.      Το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως προδήλως απαράδεκτη και/ή προδήλως αβάσιμη·

–        να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.

24.      Κατά το άρθρο 172 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, η Επιτροπή, παρεμβαίνουσα πρωτοδίκως, υπέβαλε υπόμνημα επί της αιτήσεως αναιρέσεως, στο οποίο συντάσσεται με τα αιτήματα του Συμβουλίου και αιτείται από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.

IV.    Ανάλυση

25.      Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεώς του, η οποία αφορά τις σκέψεις 39 έως 47 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει πέντε λόγους αναιρέσεως. Κατ’ ουσίαν, τρεις από αυτούς τους λόγους αφορούν το πρώτο σημείο του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο παράβαση του άρθρου 86, παράγραφοι 4 και 5, του Κανονισμού Διαδικασίας του καθόσον απέρριψε ως απαράδεκτο το δεύτερο αίτημά του περί προσαρμογής. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως ζητείται η ακύρωση των πράξεων της 12ης Οκτωβρίου 2015 καθώς και η επιδίκαση της αποζημιώσεως που είχε ζητηθεί πρωτοδίκως, ενώ ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως αφορά το τέταρτο και το πέμπτο σημείο του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τα οποία το Γενικό Δικαστήριο καταδίκασε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει μέρος των δικαστικών του εξόδων, καθώς και μέρος των δικαστικών εξόδων στα οποία υπεβλήθη το Συμβούλιο.

26.      Θα επικεντρωθώ στη συνέχεια στην εξέταση των τριών πρώτων λόγων της αναιρέσεως, οι οποίοι εκτιμώ ότι πρέπει να γίνουν δεκτοί. Αντιθέτως, ο τέταρτος λόγος, με τον οποίον ο αναιρεσείων ζητεί την ακύρωση των πράξεων της 12ης Οκτωβρίου 2015, φρονώ ότι είναι προδήλως απαράδεκτος, καθόσον οι δύο αυτές πράξεις δεν είχαν προσβληθεί πρωτοδίκως. Όσον αφορά τον πέμπτο λόγο, η τύχη του θα εξαρτηθεί ουσιωδώς από το ερώτημα αν η προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου υπάγεται στην αναιρετική εξουσία του Δικαστηρίου ή όχι. Σημειώνω ήδη στο σημείο αυτό ότι δεν θεωρώ ότι η υπόθεση είναι ώριμη προς εκδίκαση. Κατά συνέπεια, εκτιμώ ότι πρέπει να αναπεμφθεί στο Γενικό Δικαστήριο και ότι το Δικαστήριο πρέπει τα επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα (14).

1.      Επί των τριών πρώτων λόγων της αναιρέσεως, που αντλούνται από παράβαση του άρθρου 86, παράγραφοι 4 και 5, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου

1.      Σύνοψη των επιχειρημάτων των διαδίκων

27.      Ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το άρθρο 86, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου δεν του επιτρέπει να αποφανθεί επί του απαραδέκτου του δεύτερου αιτήματός του προσαρμογής. Σε αντίθεση προς το άρθρο 86, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας, η παράγραφος 4 του εν λόγω άρθρου ουδόλως ορίζει ότι τα στοιχεία του υπομνήματος προσαρμογής προβλέπονται επί ποινή απαραδέκτου. Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορεί να απορρίψει τα αιτήματα ενός υπομνήματος προσαρμογής χωρίς καν να εξετάσει αν ο γραμματέας απηύθυνε ή όχι στον προσφεύγοντα αίτημα τακτοποιήσεως. Προκειμένου να συναχθεί το συμπέρασμα αυτό, ο αναιρεσείων επεκτείνει και στο άρθρο 86, παράγραφος 4, τη ρητή υποχρέωση της παραγράφου 5 του ιδίου άρθρου, κατά την οποία ο γραμματέας οφείλει να έχει ζητήσει προηγουμένως να τακτοποιηθεί η παράλειψη προσκομίσεως της πράξεως που δικαιολογεί την προσαρμογή, ώστε το Γενικό Δικαστήριο να είναι σε θέση να κηρύξει, ενδεχομένως, το απαράδεκτο του υπομνήματος προσαρμογής. Επιπλέον, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το σκέλος της φράσεως «εφόσον παρίσταται ανάγκη» που περιέχεται στο άρθρο 86, παράγραφος 4, στοιχείο βʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, σημαίνει ότι το υπόμνημα προσαρμογής πρέπει να περιέχει τους κατόπιν προσαρμογής ισχυρισμούς και επιχειρήματα μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι, ήτοι αποκλειστικά όταν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις είναι ουσιωδώς διαφορετικές, πέραν απλών διαφορών ως προς τη διατύπωση. Τούτο, όμως, δεν συντρέχει εν προκειμένω. Πράγματι, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος, η τροποποίηση των λόγων εγγραφής που επήλθε με τις πράξεις της 27ης Μαΐου 2016, δεν καθιστά αναγκαία την προσαρμογή των ισχυρισμών και των επιχειρημάτων που προβάλλονται στο πλαίσιο της προσφυγής σε πρώτο βαθμό, σε αντίθεση προς όσα έκρινε το Γενικό Δικαστήριο.

28.      Εισαγωγικώς, το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, ισχυρίζεται ότι ο αναιρεσείων δεν εξειδικεύει επαρκώς κατά νόμον τις νομικές διατάξεις της Ένωσης, των οποίων την παράβαση καταλογίζει στο Δικαστήριο, γεγονός που συνεπάγεται το απαράδεκτο των τριών πρώτων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Η Επιτροπή προσθέτει ότι ο αναιρεσείων, ισχυριζόμενος ότι οι λόγοι εγγραφής δεν μεταβλήθηκαν, αποσκοπεί στην αμφισβήτηση της εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών από το Γενικό Δικαστήριο, όπερ είναι απαράδεκτο στο στάδιο της αναιρέσεως.

29.      Επί της ουσίας, κατά το Συμβούλιο, δεν τίθεται η προβληματική της προβλεπόμενης στο άρθρο 86, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου τακτοποιήσεως, καθόσον το δεύτερο υπόμνημα προσαρμογής συνοδευόταν από πράξεις που δικαιολογούν την προσαρμογή της προσφυγής και, επομένως, δεν ήταν απαραίτητη τυχόν τακτοποίηση. Εξάλλου, από το άρθρο 86, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου συνάγεται ότι ο ενδιαφερόμενος βαρύνεται με την υποχρέωση υποβολής των κατόπιν προσαρμογής ισχυρισμών και επιχειρημάτων «εφόσον παρίσταται ανάγκη». Η υποχρέωση αυτή πρέπει να επιβάλλεται ανά περίπτωση, γεγονός που προϋποθέτει την επί της ουσίας εκτίμηση από το Γενικό Δικαστήριο ως προς την ανάγκη υποβολής κατόπιν προσαρμογής ισχυρισμών και επιχειρημάτων. Επί του ζητήματος αυτού το Συμβούλιο εκτιμά ότι, εφόσον το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι τα κριτήρια και οι λόγοι εγγραφής που ισχύουν για τον αναιρεσείοντα είχαν τροποποιηθεί με την έκδοση των πράξεων τις οποίες αφορά το δεύτερο υπόμνημα προσαρμογής του αναιρεσείοντος, σε αυτόν εναπόκειτο να υποβάλει τους κατόπιν προσαρμογής ισχυρισμούς και επιχειρήματα σχετικά με την τροποποίηση του ισχύοντος νομικού πλαισίου. Κατά συνέπεια, εναπόκειτο στον αναιρεσείοντα να παραθέσει στο δεύτερο υπόμνημα προσαρμογής επιχειρήματα βάσει των οποίων θα μπορούσε να εκκινήσει μια συζήτηση επί της ουσίας σχετικά με τη νομιμότητα των πράξεων της 27ης Μαΐου 2016 και να δώσει στο Συμβούλιο τη δυνατότητα να προετοιμάσει την άμυνά του.

30.      Συντασσόμενη με το Συμβούλιο, η Επιτροπή προσθέτει ότι ο αναιρεσείων στο δεύτερο υπόμνημα προσαρμογής δεν τήρησε το καθήκον επιμέλειάς του καθόσον υπέβαλε υπόμνημα ιδιαιτέρως ελλιπές το οποίο ουδόλως ικανοποιεί τις επιβαλλόμενες απαιτήσεις.

2.      Εκτίμηση

31.      Κατ’ αρχάς, οι λόγοι απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως οι οποίοι προβάλλονται από το Συμβούλιο και την Επιτροπή πρέπει να απορριφθούν ευθύς εξαρχής. Ως προς τον λόγο απαραδέκτου τον οποίο προβάλλει το Συμβούλιο, δεν υφίσταται η παραμικρή αμφιβολία ότι με τους τρεις πρώτους λόγους αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο παράβαση του άρθρου 86, παράγραφοι 4 και 5, του Κανονισμού του Διαδικασίας του, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 39 έως 47 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, έκρινε ότι το δεύτερο αίτημα προσαρμογής είναι απαράδεκτο με την αιτιολογία ότι δεν συμπεριελάμβανε κατόπιν προσαρμογής ισχυρισμούς και επιχειρήματα.

32.      Δεν είναι πειστική ούτε η ένσταση της Επιτροπής ότι ο αναιρεσείων αμφισβητεί απλώς την πραγματική διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου ότι το νομικό πλαίσιο και οι προσωπικοί λόγοι εγγραφής του αναιρεσείοντος στους καταλόγους «τροποποιήθηκαν». Ως προς το σημείο αυτό, επισημαίνεται ότι ο αναιρεσείων επικρίνει, κατ’ ουσίαν, τις νομικές συνέπειες που συνήγαγε το Γενικό Δικαστήριο από τη θέσπιση νέων κριτηρίων εγγραφής και την τροποποίηση των λόγων εγγραφής του ονόματός του στους καταλόγους κατά την ερμηνεία του άρθρου 86, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου. Με άλλα λόγια, ο αναιρεσείων θεωρεί ότι η διαπίστωση της τροποποιήσεως του ισχύοντος νομικού πλαισίου και των ατομικών λόγων εγγραφής δεν αρκεί για την απόρριψη του υπομνήματος προσαρμογής της προσφυγής το οποίο δεν περιέχει κατόπιν προσαρμογής ισχυρισμούς και επιχειρήματα κατά το άρθρο 86, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου. Το ερώτημα αυτό είναι σαφώς νομικό ερώτημα υπαγόμενο στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της αναιρέσεως.

33.      Μετά τις προκαταρκτικές αυτές παρατηρήσεις υπεισέρχομαι στο επίκεντρο της διαφοράς που έχει υποβληθεί στο Δικαστήριο.

34.      Υπενθυμίζεται ότι κατά τη νομολογία ισχύει κατ’ αρχήν το αμετάβλητο των αιτημάτων των διαδίκων (15).

35.      Το Δικαστήριο έχει δεχθεί ωστόσο τουλάχιστον μία εξαίρεση της αρχής αυτής, ήτοι τη δυνατότητα των διαδίκων να προσαρμόζουν τα αιτήματά τους και τους ισχυρισμούς τους όταν η προσβαλλόμενη πράξη κατά τη διάρκεια της δίκης αντικαθίσταται ή τροποποιείται από νέα πράξη με το ίδιο αντικείμενο (16).

36.      Η εξαίρεση αυτή δικαιολογείται για λόγους ορθής απονομής της δικαιοσύνης και από την αρχή της οικονομίας της διαδικασίας, ώστε να μην υποχρεώνεται ο προσφεύγων να ασκήσει νέα προσφυγή. Επιπλέον, βρίσκει έρεισμα στο ότι θα ήταν άδικο να δύναται το καθού θεσμικό όργανο, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις αιτιάσεις που περιέχει η ενώπιον του δικαστή της Ένωσης ασκηθείσα προσφυγή κατά πράξεως, να προσαρμόζει την προσβαλλομένη πράξη ή να την αντικαθιστά με άλλη και να επικαλείται κατά τη δίκη αυτήν την τροποποίηση ή αντικατάσταση για να στερήσει από τον αντίδικο τη δυνατότητα να προβάλλει, και ως προς τη μεταγενέστερη πράξη, τα αρχικά αιτήματα και τους ισχυρισμούς του ή να αναπτύξει συμπληρωματικά αιτήματα και ισχυρισμούς κατά της πράξεως αυτής (17).

37.      Όπως έχει αποφανθεί το Δικαστήριο, το άρθρο 86 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου συνιστά την κωδικοποίηση της προαναφερθείσας νομολογίας σχετικά με τις πιθανές εξαιρέσεις από την αρχή του αμετάβλητου (18).

38.      Το άρθρο 86, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου ορίζει ότι, οσάκις πράξη της οποίας ζητείται η ακύρωση αντικαθίσταται ή τροποποιείται από άλλη πράξη έχουσα το ίδιο αντικείμενο, ο προσφεύγων μπορεί, πριν από την περάτωση της προφορικής διαδικασίας ή πριν από την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου να αποφανθεί επί της διαφοράς χωρίς διεξαγωγή προφορικής διαδικασίας, να προσαρμόσει την προσφυγή του προκειμένου να ληφθεί υπόψη το νέο αυτό στοιχείο.

39.      Το άρθρο αυτό διευκρινίζει στην παράγραφο 4 ότι το υπόμνημα προσαρμογής περιέχει όχι μόνο τα κατόπιν προσαρμογής αιτήματα, αλλά και «εφόσον παρίσταται ανάγκη, τους κατόπιν προσαρμογής ισχυρισμούς και επιχειρήματα» (19).

40.      Εξάλλου, κατά το άρθρο 86, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, το υπόμνημα προσαρμογής συνοδεύεται από την πράξη που δικαιολογεί την προσαρμογή της προσφυγής. Σε περίπτωση μη προσκομίσεως της πράξεως αυτής, ο Γραμματέας τάσσει στον προσφεύγοντα εύλογη προθεσμία για την προσκόμισή της. Αν, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, δεν γίνει η τακτοποίηση αυτή, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει κατά πόσον η μη συμμόρφωση προς την επιταγή αυτή συνεπάγεται το απαράδεκτο του υπομνήματος προσαρμογής της προσφυγής.

41.      Τέλος, κατά την παράγραφο 6 του ιδίου αυτού άρθρου, ο πρόεδρος τάσσει στον καθού προθεσμία για να απαντήσει στο υπόμνημα προσαρμογής, χωρίς να προδικάζει την απόφαση που θα λάβει το Γενικό Δικαστήριο επί του παραδεκτού του υπομνήματος προσαρμογής της προσφυγής.

42.      Με τον πρώτο και τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεώς του ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, αναφερόμενος στο άρθρο 86, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορεί να κηρύξει απαράδεκτο το δεύτερο αίτημά του περί προσαρμογής της προσφυγής, διότι η παράλειψη προβολής των κατόπιν προσαρμογής ισχυρισμών και επιχειρημάτων δεν συνεπάγεται ρητώς το απαράδεκτο του αιτήματος. Επικουρικώς ο αναιρεσείων προβάλλει ότι, αν υποτεθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο δύναται να κηρύξει απαράδεκτο το δεύτερο αίτημά του περί προσαρμογής λόγω ελλείψεως υποβολής κατόπιν προσαρμογής ισχυρισμών και επιχειρημάτων, τότε το Γενικό Δικαστήριο θα έπρεπε οπωσδήποτε να είχε καλέσει τον προσφεύγοντα προηγουμένως να τακτοποιήσει το εν λόγω αίτημα, σύμφωνα με το άρθρο 86, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου.

43.      Εκτιμώ ότι η προσέγγιση αυτή δεν είναι πειστική.

44.      Κατ’ αρχάς, όσον αφορά τα κύρια προβληθέντα επιχειρήματα, εκτιμώ ότι ο αναιρεσείων προβαίνει σε αποσπασματική ερμηνεία του άρθρου 86 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου. Πράγματι, η παράγραφος 6 του άρθρου αυτού παρέχει στο Γενικό Δικαστήριο τη δυνατότητα να κηρύξει το απαράδεκτο του υπομνήματος προσαρμογής της προσφυγής, ακόμη και όταν το ίδιο αυτό υπόμνημα έχει κοινοποιηθεί στον καθού, για οποιονδήποτε άλλο λόγο πλην του προβλεπόμενου στο άρθρο 86, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ήτοι την παράλειψη προσκομίσεως της πράξεως που δικαιολογεί την προσαρμογή της προσφυγής. Με άλλα λόγια, προβλέποντας ότι το Γενικό Δικαστήριο καλεί τον καθού να απαντήσει στο υπόμνημα προσαρμογής «χωρίς να προδικάζει την απόφαση που θα λάβει το Γενικό Δικαστήριο επί του παραδεκτού του υπομνήματος προσαρμογής της προσφυγής», το άρθρο 86, παράγραφος 6, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου αφορά κατ’ ανάγκην όλες τις λοιπές περιπτώσεις πλην εκείνης που ρυθμίζεται ειδικώς στην παράγραφο 5 του εν λόγω άρθρου.

45.      Κατά τον αναιρεσείοντα, ο περιορισμός της εξουσίας του Γενικού Δικαστηρίου να κηρύξει απαράδεκτο το υπόμνημα προσαρμογής της προσφυγής μόνο στην περίπτωση που μνημονεύεται στο άρθρο 86, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας του, θα σήμαινε, για παράδειγμα, ότι δεν θα του επιτρεπόταν να κηρύξει απαράδεκτο ένα τέτοιο υπόμνημα υποβληθέν χωρίς να τηρηθεί η προβλεπόμενη στο άρθρο 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, προθεσμία, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 86, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.

46.      Δεν μπορώ να πιστέψω ότι αυτή ήταν η βούληση του Συμβουλίου κατά την έκδοση του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου (20).

47.      Φρονώ επομένως ότι το άρθρο 86, παράγραφος 6, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι παρέχει στο Γενικό Δικαστήριο τη δυνατότητα να κρίνει επί του παραδεκτού του υπομνήματος που προσαρμόζει την προσφυγή για κάθε έλλειψη τηρήσεως των απαιτήσεων που προβλέπει το εν λόγω άρθρο.

48.      Περαιτέρω, όσον αφορά την επικουρικώς προβληθείσα επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος, αντίθετα προς όσα διατείνεται, φρονώ ότι δεν μπορεί να αντληθεί επιχείρημα από το άρθρο 86, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου ώστε το Γενικό Δικαστήριο να υποχρεούται, πριν από την κήρυξη ως απαράδεκτου υπομνήματος προσαρμογής προσφυγής, να καλεί τον προσφεύγοντα να τακτοποιήσει ή να διορθώσει το υπόμνημά του.

49.      Βεβαίως, η πρόσκληση αυτή που εναπόκειται στο Γενικό Δικαστήριο δεν περιορίζεται στην περίπτωση παραλείψεως προσκομίσεως της πράξεως που δικαιολογεί την προσαρμογή της προσφυγής, η οποία προβλέπεται ρητώς στο άρθρο 86, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου.

50.      Πράγματι, στην απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2017, ΗΧ κατά Συμβουλίου (C‑423/16 P, EU:C:2017:848, σκέψεις 22 έως 27), το Δικαστήριο ακύρωσε απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου, με την οποία το Γενικό Δικαστήριο είχε κηρύξει απαράδεκτο αίτημα προσαρμογής της προσφυγής για τον λόγο ότι δεν είχε ασκηθεί με χωριστό δικόγραφο σύμφωνα με το άρθρο 86, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έκρινε έτσι ότι, αν το Γενικό Δικαστήριο εκτιμούσε ότι το αίτημα προσαρμογής της προσφυγής που είχε υποβληθεί προφορικώς κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δεν τηρούσε τον τύπο που προβλέπεται από τον Κανονισμό Διαδικασίας του, τότε το Γενικό Δικαστήριο όφειλε «τουλάχιστον, να επισημάνει στον νυν αναιρεσείοντα το σφάλμα του και να του δώσει τη δυνατότητα να το διορθώσει».

51.      Χωρίς το Δικαστήριο να αρνείται τη δυνατότητα του Γενικού Δικαστηρίου να ορίζει ως συνέπεια της μη τηρήσεως μιας τέτοιας τυπικής απαιτήσεως, προβλεπόμενης από τον Κανονισμό Διαδικασίας του, την κήρυξη ως απαράδεκτου του υπομνήματος προσαρμογής της προσφυγής, εν τούτοις εξαρτά την ευχέρεια αυτή από την υποχρέωση του Γενικού Δικαστηρίου να καλέσει προηγουμένως τον προσφεύγοντα να τακτοποιήσει ή να διορθώσει το αίτημά του.

52.      Ωστόσο, ενώ αυτό ισχύει και για άλλες τυπικές απαιτήσεις πλην εκείνων του άρθρου 86, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να μεταφερθεί στο περιεχόμενο του υπομνήματος προσαρμογής.

53.      Συγκεκριμένα, όπως ακριβώς το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορεί να καλέσει τον προσφεύγοντα να επεκτείνει το περιεχόμενο των αιτημάτων του σε νέα πράξη, όταν ο εν λόγω προσφεύγων δεν προσάρμοσε συναφώς τα αιτήματά του (21) και, άρα, δεν την προσέβαλε, ομοίως δεν μπορεί να ζητήσει από τον προσφεύγοντα να προσαρμόσει τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματά του, εφόσον αυτός, σκοπίμως ή μη, παρέλειψε να τους προσαρμόσει.

54.      Η προσέγγιση αυτή απορρέει από το αξίωμα του δικαστή της Ένωσης στο πλαίσιο του συστήματος των ένδικων διαδικασιών περί νομιμότητας πράξεων της Ένωσης. Υπενθυμίζω ότι το σύστημα αυτό χαρακτηρίζεται από την αρχή της διαθέσεως, δυνάμει της οποίας οι διάδικοι έχουν την πρωτοβουλία της δίκης και καθορίζουν το αντικείμενο της διαφοράς και επομένως ο δικαστής πρέπει να αποφαίνεται αποκλειστικά και μόνον επί όσων του ζητούν οι διάδικοι (22).

55.      Η αρχή της διαθέσεως ενσωματώνεται σε διάφορους κανόνες που διέπουν τη διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης, και ιδίως στο άρθρο 21 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και στο άρθρο 120, στοιχείο γʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου και το άρθρο 76, στοιχείο δʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, σύμφωνα με τα οποία τα δικαστήρια της Ένωσης επιλαμβάνονται κατόπιν δικογράφων που περιέχουν, μεταξύ άλλων, το αντικείμενο της διαφοράς, τα αιτήματα και συνοπτική έκθεση των προβαλλόμενων λόγων (23).

56.      Κατά την άποψή μου, είναι προφανές ότι η ίδια αυτή αρχή αντικατοπτρίζεται στο άρθρο 86, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, το οποίο απαριθμεί τα στοιχεία που πρέπει να περιέχει το υπόμνημα προσαρμογής κατ’ αντιστοιχία με το άρθρο 76 του εν λόγω Κανονισμού Διαδικασίας σχετικά με την άσκηση της προσφυγής. Τούτο σημαίνει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορεί, χωρίς να παραβιάσει την αυτονομία των διαδίκων, καθώς και την αρχή της θεσμικής ισορροπίας, να καλέσει τον προσφεύγοντα να τακτοποιήσει το υπόμνημα προσαρμογής της προσφυγής του, προκειμένου να προσαρμόσει τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματά του, ενώ ο ίδιος αρχικώς δεν το είχε θεωρήσει απαραίτητο. Σε τελική ανάλυση, το ερώτημα αν και σε ποιο μέτρο ο προσφεύγων ασκεί τα δικαιώματά του ενώπιον του δικαστή, εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τη δική του βούληση και δεν εναπόκειται στο δικαστή της Ένωσης να τον υποκαταστήσει.

57.      Κατά συνέπεια, η αρμοδιότητα του Γενικού Δικαστηρίου να κηρύξει απαράδεκτο υπόμνημα προσαρμογής της προσφυγής, το οποίο δεν περιέχει κατόπιν προσαρμογής ισχυρισμούς και επιχειρήματα, δεν εξαρτάται από προηγούμενη πρόσκληση του προσφεύγοντος για να τακτοποιήσει το εν λόγω υπόμνημα.

58.      Αντιθέτως, η αρμοδιότητα αυτή δεν σημαίνει ότι το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να απορρίπτει αμέσως κάθε υπόμνημα προσαρμογής της προσφυγής το οποίο δεν περιέχει κατόπιν προσαρμογής ισχυρισμούς και επιχειρήματα.

59.      Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 86, παράγραφος 4, στοιχείο βʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, η αρμοδιότητα αυτή εξαρτάται από το αν το Γενικό Δικαστήριο επαληθεύσει ότι όντως παρίστατο ανάγκη να υποβληθούν κατόπιν προσαρμογής ισχυρισμοί και επιχειρήματα.

60.      Όπως ισχυρίζονται τόσο ο αναιρεσείων στον τρίτο λόγο της αναιρέσεώς του, όσο και το Συμβούλιο, προκειμένου να διαπιστωθεί αν «παρίσταται ανάγκη», κατά την έννοια του άρθρου 86, παράγραφος 4, στοιχείο βʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, εξετάζεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, η αναγκαιότητα για την προσαρμογή αυτή από τον προσφεύγοντα (24).

61.      Το κριτήριο της «αναγκαιότητας» νοείται υπό το πρίσμα του σκοπού του άρθρου 86 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, θα ήταν αντίθετο προς την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και την αρχή της οικονομίας της διαδικασίας να απαιτείται από τον προσφεύγοντα, αφού προσάρμοσε τα αιτήματά του, να επαναλάβει στο υπόμνημα προσαρμογής της προσφυγής του ισχυρισμούς και επιχειρήματα πανομοιότυπα με εκείνα που αναπτύχθηκαν κατά την αντίκρουση της αρχικώς προσβαλλόμενης πράξεως.

62.      Από την άποψη αυτή, η υποβολή κατόπιν προσαρμογής ισχυρισμών και επιχειρημάτων επιβάλλεται εφόσον, ενώ διατηρείται το ίδιο αντικείμενο (25), η πράξη που δικαιολογεί την προσαρμογή της προσφυγής παρουσιάζει ουσιώδεις διαφορές σε σχέση με την πράξη που προσβλήθηκε αρχικώς και όχι αμιγώς τυπικές διαφορές (26). Πράγματι, αν η μεταγενέστερη πράξη περιέχει μόνον αμιγώς τυπικές διαφορές σε σχέση με την αρχικώς προσβαλλόμενη πράξη, αρκεί η σιωπηρή επέκταση των προβαλλόμενων έναντι της εν λόγω πράξεως ισχυρισμών και επιχειρημάτων, η οποία απορρέει από τη ρητή προσαρμογή των αιτημάτων.

63.      Εν προκειμένω και κατά πρώτον όμως, χωρίς να αμφισβητείται ότι όλες οι επίδικες πράξεις έχουν το ίδιο αντικείμενο, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο περιορίστηκε να κρίνει ή να διαπιστώσει ότι οι λόγοι εγγραφής του αναιρεσείοντος είχαν τροποποιηθεί, χωρίς να επεξηγεί ως προς τι διέφεραν ουσιωδώς, αφενός, οι πράξεις της 6ης Μαρτίου 2015 (οι αρχικώς προσβαλλόμενες πράξεις) και εκείνες της 28ης Μαΐου 2015 (οι πράξεις που αποτέλεσαν αντικείμενο του πρώτου αιτήματος προσαρμογής) και, αφετέρου, οι πράξεις της 27ης Μαΐου 2016 (που ήταν το αντικείμενο του δεύτερου αιτήματος προσαρμογής), ούτως ώστε να καθιστούν αναγκαία την υποβολή κατόπιν προσαρμογής ισχυρισμών και επιχειρημάτων.

64.      Ειδικότερα, στη σκέψη 42 της ίδιας αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο «έκρινε» ότι «οι λόγοι εγγραφής και διατηρήσεως του ονόματος του προσφεύγοντος στους επίμαχους καταλόγους μεταβλήθηκαν», περιοριζόμενο στην παραπομπή, εκτενώς στην εν λόγω σκέψη καθώς και στη σκέψη 43 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στα δύο κείμενα με τους συγκεκριμένους λόγους που διατηρήθηκαν ως προς το πρόσωπο του αναιρεσείοντος, οι οποίοι δικαιολογούν την εγγραφή του στους καταλόγους.

65.      Το Γενικό Δικαστήριο δεν εντόπισε όμως καμία ουσιώδη διαφορά μεταξύ των λόγων που διατηρήθηκαν ως προς το πρόσωπο του αναιρεσείοντος και εμφανίζονται αφενός στις πράξεις της 6ης Μαρτίου και της 28ης Μαΐου 2015 και αφετέρου σε εκείνες της 27ης Μαΐου 2016. Επιπλέον, από τις παραπομπές αυτές, που επαναλαμβάνονται στα σημεία 9 έως 15 των παρουσών προτάσεων, δεν δύναται να διαπιστωθεί οιαδήποτε ουσιώδης διαφορά μεταξύ των λόγων αυτών.

66.      Κατά τη γνώμη μου, η εξακρίβωση τέτοιας ουσιώδους διαφοράς ως προς τους συγκεκριμένους λόγους εγγραφής του αναιρεσείοντος είχε ιδιαίτερη σημασία, κατά τη γνώμη μου, διότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το Συμβούλιο δεν είχε τεκμηριώσει τον ρόλο του αναιρεσείοντος ως μεσάζοντος στις σχετικές συναλλαγές αγοράς πετρελαίου ούτε την ύπαρξη δεσμού μεταξύ του αναιρεσείοντος και του συριακού καθεστώτος ούτε παρείχε επαρκείς διευκρινίσεις σχετικά με τη συναφθείσα με την εταιρία Stroytransgaz σύμβαση, λόγοι ως προς τους οποίους δεν αμφισβητείται ότι αφορούν τόσο τις πράξεις της 6ης Μαρτίου και της 28ης Μαΐου 2015 τις οποίες ακύρωσε το Γενικό Δικαστήριο, όσο και εκείνες της 28ης Μαΐου 2015 που δικαιολόγησαν το δεύτερο αίτημα προσαρμογής.

67.      Κατά δεύτερον, αν κατανοώ ορθώς τη συλλογιστική του Γενικού Δικαστηρίου, φαίνεται ότι η απλή τροποποίηση του νομικού πλαισίου μετά την κατάθεση της προσφυγής αρκεί για να απαιτηθεί από τον προσφεύγοντα να προσαρμόσει τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματά του.

68.      Συγκεκριμένα, στη σκέψη 41 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο κατ’ αρχάς «διαπίστωσε ότι το νομικό πλαίσιο σχετικά με τα περιοριστικά μέτρα τροποποιήθηκε» με τις πράξεις της 12ης Οκτωβρίου 2015. Στη συνέχεια, στη σκέψη 44 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο έκρινε εκ νέου και υπενθύμισε ότι «οι αρχικώς αναφερόμενοι λόγοι […] τροποποιήθηκαν και αντικαταστάθηκαν από τους λόγους που αναφέρονται στα παραρτήματα» των πράξεων της 27ης Μαΐου 2016, επισημαίνοντας ότι οι πράξεις αυτές «λαμβάνουν πρωτίστως υπόψη τα κριτήρια εγγραφής που προστέθηκαν» από τις πράξεις της 12ης Οκτωβρίου 2015 «συγκεκριμένα εκείνου […] σύμφωνα με το οποίο δεσμεύτηκαν όλα τα κεφάλαια και οι οικονομικοί πόροι που ανήκουν σε εξέχοντες επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται στη Συρία […]». Καταλήγει δε, στη σκέψη 45 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι «καθόσον οι πράξεις της 12ης Οκτωβρίου 2015 εκδόθηκαν […] μετά την κατάθεση της προσφυγής, ο προσφεύγων δεν μπορούσε να συμπεριλάβει στην προσφυγή αυτή τα κριτήρια εγγραφής που προσέθεσαν οι πράξεις αυτές για να αμφισβητήσει τους λόγους που έγιναν δεκτοί ως προς αυτόν στις [πράξεις της 27ης Μαΐου 2016]. Συνεπώς, για να πληρούνται οι επιταγές του άρθρου 86, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο προσφεύγων έπρεπε να προσαρμόσει τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματά του ώστε να λαμβάνουν υπόψη τα εν λόγω κριτήρια εγγραφής».

69.      Πάντως, σε κανένα σημείο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο δεν εξηγεί ούτε κατά μείζονα λόγο αποδεικνύει ότι η τροποποίηση των κριτηρίων εγγραφής επέφερε ουσιώδη διαφορά ως προς τους λόγους εγγραφής και διατηρήσεως του ονόματος του αναιρεσείοντος στους καταλόγους.

70.      Συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο δεν εξηγεί τον συσχετισμό μεταξύ του άρθρου 28, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2013/255, που αναφέρει ότι δεσμεύονται όλα τα κεφάλαια και οι οικονομικοί πόροι που ευρίσκονται στην κυριότητα, την κατοχή ή τον έλεγχο «προσώπων […] που επωφελούνται των πολιτικών του καθεστώτος ή υποστηρίζουν τις πολιτικές αυτές», και του άρθρου 28, παράγραφος 2, της εν λόγω αποφάσεως, η οποία προστέθηκε με την απόφαση 2015/1836 της 12ης Οκτωβρίου 2015 και ορίζει ότι δεσμεύονται όλα τα κεφάλαια και οι οικονομικοί πόροι που ευρίσκονται στην ιδιοκτησία ή κατοχή ή ελέγχονται από «εξέχοντες επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται στη Συρία».

71.      Κατά τη γνώμη μου, μια τέτοια διευκρίνιση ήταν απαραίτητη ιδίως λόγω του γεγονότος, αφενός, ότι το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε τις πράξεις της 6ης Μαρτίου 2015 και της 28ης Μαΐου 2015 με την αιτιολογία ότι το Συμβούλιο δεν είχε προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία ικανά να τεκμηριώσουν ή να επιβεβαιώσουν την ύπαρξη δεσμού μεταξύ του αναιρεσείοντος και του συριακού καθεστώτος, ήτοι, εν τέλει με την αιτιολογία της παραβάσεως του άρθρου 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως 2013/255 και, αφετέρου, ότι ο «εξέχων» χαρακτήρας των επιχειρηματιών κατά το άρθρο 28, παράγραφος 2, της εν λόγω αποφάσεως θα μπορούσε να αποτελεί απλώς ακριβέστερη διατύπωση του μνημονευόμενου στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου δεσμού μεταξύ του εμπλεκόμενου ατόμου και του συριακού καθεστώτος.

72.      Δεν αρκεί συνεπώς να τροποποιηθούν τα κριτήρια εγγραφής μετά την κατάθεση της προσφυγής προκειμένου ο αναιρεσείων να υποχρεωθεί να προσαρμόσει τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματά του. Αν το ζήτημα αυτό κριθεί διαφορετικά, όπως έκρινε το Γενικό Δικαστήριο, αυτό θα σημαίνει ότι κάθε υπόμνημα προσαρμογής –το οποίο εξ ορισμού υποβάλλεται κατόπιν της λήψεως μέτρου μετά την κατάθεση της προσφυγής– θα πρέπει να περιέχει τους κατόπιν προσαρμογής ισχυρισμούς και επιχειρήματα, όπερ είναι προδήλως αντίθετο προς το γράμμα («εφόσον παρίσταται ανάγκη») και τον σκοπό του άρθρου 86, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου.

73.      Κατά συνέπεια, φρονώ ότι το Γενικό Δικαστήριο χωρίς επαρκή αιτιολογία απαίτησε, στη σκέψη 46 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, από τον προσφεύγοντα να υποβάλει, όσον αφορά τους λόγους ακυρώσεως της προσφυγής, επεξηγήσεις και νέα πραγματικά και νομικά στοιχεία «λαμβάνοντας υπόψη την εξέλιξη του ισχύοντος νομικού πλαισίου, ιδίως την εισαγωγή νέων κριτηρίων εγγραφής και την τροποποίηση των λόγων που έγιναν δεκτοί ως προς αυτόν».

74.      Υπό τις συνθήκες αυτές, προτείνω την ακύρωση του σημείου 1 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως με το οποίο απορρίπτεται ως απαράδεκτο το δεύτερο αίτημα προσαρμογής της προσφυγής που ασκήθηκε πρωτοδίκως από τον αναιρεσείοντα.

2.      Επί του τέταρτου λόγου αναιρέσεως

75.      Στο πλαίσιο του τέταρτου λόγου της αιτήσεώς του αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτείται, πρώτον, να διαπιστωθεί η έλλειψη νομιμότητας των πράξεων της 12ης Οκτωβρίου 2015 σύμφωνα με τις οποίες δεσμεύονται τα κεφάλαια και οι οικονομικοί πόροι που βρίσκονται στην ιδιοκτησία, κατοχή ή έλεγχο «εξεχόντων επιχειρηματιών που δραστηριοποιούνται στη Συρία», για τον λόγο ότι ένας τόσο ευρύς και αόριστος χαρακτηρισμός που περιλαμβάνει έναν τόσο μεγάλο αριθμό ατόμων, είναι προδήλως αντίθετος προς το κεφάλαιο VI του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεύτερον, αιτείται να του καταβληθεί αποζημίωση 700 000 ευρώ προς αποκατάσταση κάθε προξενηθείσας βλάβης.

76.      Κατά τη γνώμη μου, τα αιτήματα αυτά είναι σαφώς απαράδεκτα.

77.      Όσον αφορά το πρώτο αίτημα, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 170, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως δεν μπορεί να μεταβάλει το αντικείμενο της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δίκης.

78.      Επομένως, κατά πάγια νομολογία, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως περιορίζεται στην αξιολόγηση της νομικής λύσεως που δόθηκε σχετικά με τους λόγους που συζητήθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Συνεπώς, αν οι διάδικοι επιτρεπόταν να προβάλουν για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου λόγο που δεν προέβαλαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, τούτο θα τους παρείχε τη δυνατότητα να υποβάλουν στην κρίση του Δικαστηρίου, του οποίου η αρμοδιότητα στις αναιρετικές διαδικασίες είναι περιορισμένη, διαφορά με περιεχόμενο ευρύτερο της διαφοράς που εκδίκασε το Γενικό Δικαστήριο (27).

79.      Επιβάλλεται η διαπίστωση, όπως ορθώς παρατηρεί το Συμβούλιο, ότι η αιτούμενη ακύρωση των πράξεων της 12ης Οκτωβρίου 2015 δεν ζητήθηκε πρωτοδίκως. Ως εκ τούτου, η αιτίαση αυτή του τέταρτου λόγου αναιρέσεως είναι απαράδεκτη.

80.      Το αίτημα περί αποζημιώσεως πρέπει να τύχει της ίδιας αντιμετωπίσεως. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ουδόλως αμφισβήτησε τους λόγους για τους οποίους το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 89 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, απέρριψε το υποβληθέν πρωτοδίκως αίτημά του περί αποκαταστάσεως των ζημιών που φέρεται να υπέστη. Επιπλέον, ο αναιρεσείων δεν προβάλλει επιχειρήματα προς επίρρωση του αιτήματός του περί καταβολής από το Δικαστήριο της αιτούμενης αποζημιώσεως.

3.      Επί της προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου

81.      Όπως ανέφερα στα σημεία 73 και 74 των παρουσών προτάσεων, καλώ το Δικαστήριο να ακυρώσει το σημείο 1 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο δεν έχει αιτιολογήσει επαρκώς γιατί έκρινε απαράδεκτο το δεύτερο αίτημα προσαρμογής της προσφυγής.

82.      Κατά το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Δικαστήριο μπορεί το ίδιο να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση.

83.      Είμαι της γνώμης ότι τούτο δεν συντρέχει εν προκειμένω. Συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτο το δεύτερο υπόμνημα προσαρμογής της προσφυγής, χωρίς να έχει προβεί σε ακρόαση των διαδίκων περί του ουσιαστικού χαρακτήρα των διαφορών που υφίστανται μεταξύ, αφενός των (αρχικώς προσβαλλόμενων) πράξεων της 6ης Μαρτίου 2015 και της 28ης Μαΐου 2015 (που ήταν το αντικείμενο του πρώτου αιτήματος προσαρμογής) και, αφετέρου, των πράξεων της 27ης Μαΐου 2016 (που ήταν το αντικείμενο του δεύτερου αιτήματος προσαρμογής), υπό το πρίσμα των πράξεων της 12ης Οκτωβρίου 2015 (οι οποίες τροποποίησαν τα κριτήρια εγγραφής). Πρέπει λοιπόν να προβεί σε ακρόαση των διαδίκων επί του ζητήματος αυτού και να συναγάγει όλες τις έννομες συνέπειες. Επομένως, η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

V.      Πρόταση

84.      Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:

1)      Αναιρεί το σημείο 1 του διατακτικού της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 22ας Μαρτίου 2017, Haswani κατά Συμβουλίου (T‑231/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:200).

2)      Αναπέμπει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά το παραδεκτό και, ενδεχομένως, το βάσιμο του δεύτερου αιτήματος προσαρμογής της προσφυγής που ασκήθηκε πρωτοδίκως από τον αναιρεσείοντα.

3)      Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2      EE 2016, L 141, σ. 125.


3      EE 2016, L 141, σ. 30


4      Το άρθρο 21, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προβλέπει συγκεκριμένα ότι το έγγραφο της προσφυγής πρέπει να περιέχει «τα αιτήματα και συνοπτική έκθεση των επικαλουμένων λόγων».


5      Κανονισμός Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, της 4ης Μαρτίου 2015 (ΕΕ 2015, L 105, σ. 1). Το άρθρο 1, σημείο 7, των τροποποιήσεων του κανονισμού αυτού, της 13ης Ιουλίου 2016 (ΕΕ 2016, L 217, σ. 73), οι οποίες τέθηκαν σε ισχύ την 1η Σεπτεμβρίου 2016, άλλαξε την αρίθμηση του άρθρου 86, παράγραφοι 3 έως 6. Οι παράγραφοι αυτές έγιναν παράγραφοι 4 έως 7 του εν λόγω άρθρου. Αν και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραπέμπει στη νέα αρίθμηση του άρθρου 86, επισημαίνω ότι τα υπομνήματα των διαδίκων της αναιρετικής δίκης ορισμένες φορές αναφέρουν εσφαλμένα την προηγούμενη αρίθμηση, γεγονός δυνάμενο να προκαλέσει σύγχυση.


6      ΕΕ 2013, L 147, σ. 14.


7      ΕΕ 2015, L 64, σ. 41.


8      ΕΕ 2011, L 16, σ. 1.


9      ΕΕ 2015, L 64, σ. 10.


10      ΕΕ 2015, L 132, σ. 82.


11      ΕΕ 2015, L 132, σ. 3.


12      ΕΕ 2015, L 266, σ. 75.


13      ΕΕ 2015, L 266, σ. 1.


14      Διευκρινίζω ότι η πρόταση αυτή ισχύει για τα δικαστικά έξοδα που σχετίζονται με τη διαδικασία για το δεύτερο αίτημα προσαρμογής της προσφυγής, τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο του σημείου 5 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Επισημαίνεται ότι στο τέταρτο αίτημα της αιτήσεως αναιρέσεώς του ο αναιρεσείων ζητεί επίσης την ακύρωση του σημείου 4 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο καταδικάζει τον αναιρεσείοντα να καταβάλει τα δύο τρίτα των δικαστικών του εξόδων σχετικά με τη διαδικασία για τις πράξεις της 6ης Μαρτίου 2015 και της 28ης Μαΐου 2015. Δεδομένου όμως ότι οι πράξεις αυτές ακυρώθηκαν από το Γενικό Δικαστήριο, ο αναιρεσείων δεν μπορεί, επί ποινή απαραδέκτου, να προσβάλει αποκλειστικά, στο στάδιο της αναιρέσεως, την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με τον καταλογισμό και το ύψος των δικαστικών εξόδων που αφορά το μέρος της διαδικασίας περί της νομιμότητας των πράξεων αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 58, παράγραφος 2, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν θα επανέλθω στο σημείο αυτό στη συνέχεια των παρουσών προτάσεων.


15      Βλ. απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2017, ΗΧ κατά Συμβουλίου (C‑423/16 P, EU:C:2017:848, σκέψη 18 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


16      Βλ., συναφώς, απόφαση της 10ης Απριλίου 2003, Hendrickx κατά CedefopHendrickx κατά CedefopHendrickx κατά Cedefop (C‑217/01 P, EU:C:2003:226, σκέψη 29 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


17      Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 3ης Μαρτίου 1982, Alpha SteelAlpha SteelAlpha Steel κατά Επιτροπής (14/81, EU:C:1982:76, σκέψη 8), και της 14ης Ιουλίου 1988, Stahlwerke Peine-SalzgitterStahlwerke Peine-SalzgitterStahlwerke Peine-SalzgitterStahlwerke Peine-SalzgitterStahlwerke Peine-Salzgitter κατά Επιτροπής (103/85, EU:C:1988:398, σκέψεις 11 και 12). Βλ., επίσης, απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2017, Almaz-Antey Air και Space DefenceAlmaz-Antey Air και Space DefenceAlmaz-Antey Air και Space DefenceAlmaz-Antey Air και Space DefenceAlmaz-Antey Air και Space DefenceAlmaz-Antey Air και Space DefenceAlmaz-Antey Air και Space DefenceAlmaz-Antey Air και Space DefenceAlmaz-Antey Air και Space Defence κατά Συμβουλίου (T‑255/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:25, σκέψη 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


18      Βλ., συναφώς, απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2017, ΗΧ κατά Συμβουλίου (C‑423/16 P, EU:C:2017:848, σκέψη 18).


19      Η υπογράμμιση δική μου.


20      Κατά τα λοιπά, ακόμη και αν αυτή ήταν η βούληση του Συμβουλίου, στο μέτρο που οι διατάξεις οι οποίες διέπουν τις προθεσμίες ασκήσεως ένδικης προσφυγής είναι δημοσίας τάξεως και δεν εναπόκεινται στη διάθεση των διαδίκων, ο Κανονισμός Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αντιβαίνει στο άρθρο 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.


21      Συναφώς, δεν συμμερίζομαι το obiter dictumπου απορρέει από τη σκέψη 42 της αποφάσεως της 31ης Μαΐου 2017, ΔΕΗ κατά Επιτροπής (C‑228/16 P, EU:C:2017:409), στην οποία το Δικαστήριο έκρινε, σχετικά με το άρθρο 86 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ότι το Γενικό Δικαστήριο «θα μπορούσε ιδίως» να ερωτήσει την αναιρεσείουσα στην υπόθεση αυτή, αν, κατόπιν της εκδόσεως επιβεβαιωτικής αποφάσεως, «επιθυμούσε να προσαρμόσει τα αιτήματά της» περί ακυρώσεως προγενέστερης αποφάσεως και να τα στρέψει επίσης κατά της επιβεβαιωτικής αποφάσεως. Πράγματι, αφενός, όπως προκύπτει σαφώς από την απόφαση του Δικαστηρίου στο συγκεκριμένο πλαίσιο της εν λόγω υποθέσεως, το Γενικό Δικαστήριο είχε επιληφθεί δύο χωριστών προσφυγών, μίας κατά της πρώτης αποφάσεως (υπόθεση T‑639/14, η οποία ήταν το αντικείμενο της αιτήσεως αναιρέσεως στην υπόθεση C‑228/16 P) και μίας κατά της επιβεβαιωτικής αποφάσεως (υπόθεση T‑352/15). Συνεπώς, από τη στιγμή που το Γενικό Δικαστήριο επιλαμβάνεται δύο χωριστών προσφυγών στρεφομένων κατά πράξεων που έχουν το ίδιο αντικείμενο, δεν τίθεται πλέον ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 86 του Κανονισμού Διαδικασίας του, αλλά ενδεχόμενης συνεκδικάσεως των δύο προσφυγών. Αφετέρου, το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορεί να επιληφθεί αυτεπαγγέλτως ακυρωτικών αιτημάτων. Με άλλα λόγια, το Γενικό Δικαστήριο ανακαλύπτει την ύπαρξη τροποποιητικής πράξεως ή πράξεως που αντικαθιστά προηγούμενη πράξη με το ίδιο αντικείμενο, μόνον εφόσον έχει προηγουμένως επιληφθεί είτε ακυρωτικών αιτημάτων στο πλαίσιο αυτοτελούς προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο 76 του Κανονισμού Διαδικασίας του είτε αιτημάτων περί προσαρμογής σύμφωνα με το άρθρο 86 του εν λόγω κανονισμού. Κατά συνέπεια, στην πρώτη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, η διαφορά δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 86 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου και δεν απαιτείται να κληθεί ο προσφεύγων να προσαρμόσει τα αιτήματά του. Ομοίως, στη δεύτερη περίπτωση δεν υπάρχει ανάγκη να κληθεί ο προσφεύγων να προσαρμόσει τα αιτήματά της, καθόσον το αίτημα προσαρμογής έχει ήδη υποβληθεί.


22      Βλ. σημείο 84 των προτάσεών μου στην υπόθεση British AirwaysBritish AirwaysBritish Airways κατά Επιτροπής (C‑122/16 P, EU:C:2017:406), στο οποίο παραπέμπει το Δικαστήριο στη σκέψη 87 της αποφάσεως της 14ης Νοεμβρίου 2017, British AirwaysBritish AirwaysBritish Airways κατά Επιτροπής (C‑122/16 P, EU:C:2017:861).


23      Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση British AirwaysBritish AirwaysBritish Airways κατά Επιτροπής (C‑122/16 P, EU:C:2017:406, υποσημείωση 39), καθώς και, συναφώς, απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2017, British AirwaysBritish AirwaysBritish Airways κατά Επιτροπής (C‑122/16 P, EU:C:2017:861, σκέψη 86).


24      Βλ., επίσης, συναφώς προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση ΗΧ κατά Συμβουλίου (C‑423/16 P, EU:C:2017:493, σημείο 34).


25      Βεβαίως, αν η μεταγενέστερη πράξη δεν έχει το ίδιο αντικείμενο σε σχέση με την αρχικώς προσβαλλόμενη πράξη, θα πρέπει να κατατεθεί νέο εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 76, στοιχείο δʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου.


26      Βλ., συναφώς, τη συλλογιστική που αναπτύχθηκε από το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 61 έως 73 της αποφάσεως της 28ης Ιανουαρίου 2016, Klyuyev κατά Συμβουλίου (T‑341/14, EU:T:2016:47).


27      Απόφαση της 13ης Ιουλίου 2017, Saint-Gobain Glass DeutschlandSaint-Gobain Glass DeutschlandSaint-Gobain Glass DeutschlandSaint-Gobain Glass DeutschlandSaint-Gobain Glass DeutschlandSaint-Gobain Glass DeutschlandSaint-Gobain Glass Deutschland κατά Επιτροπής (C‑60/15 P, EU:C:2017:540, σκέψη 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).