Language of document : ECLI:EU:C:2018:726

ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δέκατο τμήμα)

της 13ης Σεπτεμβρίου 2018 (*)

«Αίτηση αναιρέσεως – Άρθρο 181 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου – Έβδομο πρόγραμμα-πλαίσιο δραστηριοτήτων έρευνας, τεχνολογικής αναπτύξεως και επιδείξεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (2007-2013) – Σύμβαση επιδοτήσεως – Μη επιλέξιμες δαπάνες – Απόφαση εισπράξεως εκδοθείσα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή – Αγωγή του δικαιούχου ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης βάσει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ – Αίτηση αναιρέσεως προδήλως αβάσιμη»

Στην υπόθεση C-539/17 P,

με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου 2017,

Τάλαντον AE – Συμβουλευτική-Εκπαιδευτική Εταιρεία Διανομών, Παροχής Υπηρεσιών Μάρκετινγκ και Διοίκησης Επιχειρήσεων, με έδρα το Παλαιό Φάληρο (Ελλάδα), εκπροσωπούμενη από τον Κ. Δάμη, δικηγόρο,

αναιρεσείουσα,

όπου ο έτερος διάδικος είναι η:

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την Α. Κυρατσού και τον R. Lyal,

εναγόμενη πρωτοδίκως,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δέκατο τμήμα),

συγκείμενο από τους E. Levits (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, M. Berger και F. Biltgen, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: J. Kokott

γραμματέας: A. Calot Escobar

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη σύμφωνα με το άρθρο 181 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου,

εκδίδει την ακόλουθη

Διάταξη

1        Με την αίτηση αναιρέσεως η Τάλαντον AE – Συμβουλευτική-Εκπαιδευτική Εταιρεία Διανομών, Παροχής Υπηρεσιών Μάρκετινγκ και Διοίκησης Επιχειρήσεων (στο εξής: Τάλαντον) ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 13ης Ιουλίου 2017, Τάλαντον κατά Επιτροπής (T-65/15, μη δημοσιευθείσα, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:T:2017:491), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την ασκηθείσα βάσει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ αγωγή της με αίτημα να διαπιστωθεί ότι ήταν επιλέξιμες οι δαπάνες που δήλωσε η Τάλαντον στο πλαίσιο της συμβάσεως επιδοτήσεως αριθ. 216088 όσον αφορά την εκτέλεση του σχεδίου «Point-of-care monitoring and diagnostics for autoimmune diseases», η οποία συνήφθη στο πλαίσιο του εβδόμου προγράμματος-πλαισίου δραστηριοτήτων έρευνας, τεχνολογικής αναπτύξεως και επιδείξεως (2007-2013), και ότι το αίτημα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προς επιστροφή ποσού 273 289,63 ευρώ, δυνάμει της εν λόγω συμβάσεως επιδοτήσεως, συνιστά παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων της τελευταίας, και με την οποία το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε την ανταγωγή με αίτημα να υποχρεωθεί η Τάλαντον στην καταβολή ποσού 253 289,63 ευρώ, εντόκως, αφαιρουμένης κάθε μεταγενέστερης πληρωμής.

 Το ιστορικό της διαφοράς

2        Στις σκέψεις 1 έως 21 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο εξέθεσε το ιστορικό της διαφοράς ως εξής:

«1      [Η Τάλαντον] είναι εταιρία ελληνικού δικαίου η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα του μάρκετινγκ και της επικοινωνίας.

2      Στις 18 Δεκεμβρίου 2006, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσαν την απόφαση 1982/2006/ΕΚ, σχετικά με το έβδομο πρόγραμμα-πλαίσιο δραστηριοτήτων έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και επίδειξης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (2007-2013) (ΕΕ 2006, L 412, σ. 1, στο εξής: πρόγραμμα-πλαίσιο) [...]

[...]

4      Η παρούσα διαφορά αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που απορρέουν, βάσει του προγράμματος πλαισίου, από τη σύμβαση επιδοτήσεως 216088 η οποία αφορά την εκτέλεση του σχεδίου “Point-of-care monitoring and diagnostics for autoimmune diseases”, σχετικού με υπηρεσίες επιβλέψεως και διαγνώσεως των αυτοάνοσων νοσημάτων (στο εξής: σύμβαση επιδοτήσεως Pocemon), η οποία συνδέεται με ένα ερευνητικό σχέδιο στο πλαίσιο της εφαρμογής του ειδικού προγράμματος “Συνεργασία”.

5      Στις 19 Δεκεμβρίου 2007, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα, εκπροσωπούμενη από την Επιτροπή, συνήψε με την εταιρία PCS Professional Clinical Software GmbH, ως δικαιούχο η οποία ενεργούσε παράλληλα ως συντονιστής κοινοπραξίας συμμετεχόντων, τη σύμβαση επιδοτήσεως Pocemon, στην οποία προσχώρησαν και άλλα μέλη της κοινοπραξίας αυτής, μεταξύ των οποίων και η [Τάλαντον].

6      Στο πλαίσιο της εκτελέσεως της συμβάσεως επιδοτήσεως Pocemon, η [Τάλαντον], αφενός, εισέπραξε ποσό 290 910,38 ευρώ. Αφετέρου, δήλωσε συνολικές δαπάνες ύψους 175 089 ευρώ, εκ των οποίων η συνεισφορά της Ένωσης ανερχόταν σε 147 239 ευρώ.

7      Το άρθρο 9, πρώτο εδάφιο, της συμβάσεως επιδοτήσεως Pocemon ορίζει ότι η σύμβαση διέπεται από τους όρους της, από “τις πράξεις [της Ένωσης] για το έβδομο πρόγραμμα-πλαίσιο, από τον δημοσιονομικό κανονισμό που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό, από τους εκτελεστικούς του κανόνες, καθώς και από τις λοιπές διατάξεις του δικαίου [της Ένωσης] και, επικουρικώς, από το βελγικό δίκαιο”.

8      Το άρθρο 9, τρίτο εδάφιο, της συμβάσεως επιδοτήσεως Pocemon προβλέπει ότι το Γενικό Δικαστήριο ή, επί αναιρέσεως, το Δικαστήριο είναι αποκλειστικώς αρμόδια προς επίλυση οποιασδήποτε διαφοράς μεταξύ της Ένωσης και δικαιούχου επιδοτήσεως όσον αφορά την ερμηνεία, την εφαρμογή ή το κύρος αυτής της συμβάσεως επιδοτήσεως και των αποφάσεων της Επιτροπής που επιβάλλουν χρηματικές υποχρεώσεις.

9      Κατά το σημείο ΙΙ.22, παράγραφος 1, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως επιδοτήσεως Pocemon (στο εξής: γενικοί όροι), η Επιτροπή μπορεί, έως και πέντε έτη μετά τη λήξη των επίμαχων έργων, να διενεργήσει οικονομικό έλεγχο είτε με εξωτερικούς ελεγκτές είτε με τις δικές της υπηρεσίες ή μέσω της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολεμήσεως της Απάτης (OLAF).

10      Το σημείο ΙΙ.22, παράγραφος 6, των γενικών όρων προβλέπει ότι η Επιτροπή λαμβάνει, βάσει των πορισμάτων του οικονομικού ελέγχου, κατάλληλα μέτρα, συμπεριλαμβανομένων της εκδόσεως εντάλματος εισπράξεως προς επιστροφή των καταβληθέντων από αυτήν ποσών και της επιβολής κυρώσεων.

11      Η Επιτροπή ανέθεσε σε εξωτερικούς ελεγκτές να πραγματοποιήσουν, μεταξύ 12ης και 16ης Σεπτεμβρίου 2011, οικονομικό έλεγχο των δαπανών που είχε δηλώσει η ενάγουσα στο πλαίσιο της συμβάσεως επιδοτήσεως Pocemon. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή πληροφόρησε την [Τάλαντον], με έγγραφο της 7ης Ιουλίου 2011, ότι είχε αποφασίσει να διενεργήσει οικονομικό έλεγχο δυνάμει του σημείου II.22 των γενικών όρων και ότι ο εν λόγω οικονομικός έλεγχος θα επραγματοποιείτο από την εταιρία ορκωτών λογιστών K.

12      Στις 30 Αυγούστου 2012 η [Τάλαντον] παρέλαβε κοινοποίηση του σχεδίου εκθέσεως οικονομικού ελέγχου 11-BA135-006, που αφορούσε, μεταξύ άλλων, την εκτέλεση της συμβάσεως επιδοτήσεως Pocemon (στο εξής: σχέδιο εκθέσεως οικονομικού ελέγχου). Η [Τάλαντον] κλήθηκε να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της επί του σχεδίου αυτού. Στο εν λόγω σχέδιο, που αφορούσε τη σύμβαση επιδοτήσεως Pocemon, η ελεγκτική εταιρία έκρινε επιλέξιμες δαπάνες της [Τάλαντον] ύψους 21 972 ευρώ και πρότεινε δημοσιονομικές διορθώσεις της τάξεως των 153 117 ευρώ υπέρ της Επιτροπής, με την αιτιολογία ότι η [Τάλαντον] είχε παραβεί τις συμβατικές υποχρεώσεις της.

13      Με επιστολές της 1ης και της 15ης Οκτωβρίου 2012, η [Τάλαντον] υπέβαλε στην ελεγκτική εταιρία τις παρατηρήσεις της επί του σχεδίου εκθέσεως οικονομικού ελέγχου, υποστηρίζοντας ότι το σχέδιο αυτό περιείχε εσφαλμένες εκτιμήσεις.

14      Με έγγραφο της 22ας Ιανουαρίου 2013 υπό τα στοιχεία Ares(2013) 73917, η Επιτροπή πληροφόρησε την [Τάλαντον] ότι είχε εγκρίνει τα πορίσματα του οικονομικού ελέγχου και της κοινοποίησε αντίγραφο της τελικής εκθέσεως οικονομικού ελέγχου 11-BA135-006, της 19ης Δεκεμβρίου 2012, σχετικά με την οικονομική εκτέλεση, μεταξύ άλλων, της συμβάσεως επιδοτήσεως Pocemon εκ μέρους της [Τάλαντον] (στο εξής: έκθεση οικονομικού ελέγχου). Ειδικότερα, καταρχάς, η Επιτροπή ανέφερε ότι η έκθεση οικονομικού ελέγχου θα αποστελλόταν στις αρμόδιες υπηρεσίες της προκειμένου να ενεργήσουν συμφώνως προς τα πορίσματα της εκθέσεως. Στη συνέχεια, η Επιτροπή επισήμανε ότι, στην περίπτωση που οι προτεινόμενες στην έκθεση προσαρμογές ήταν ευνοϊκές για την ίδια, η [Τάλαντον] δεν χρειαζόταν να λάβει μέτρα για την πραγματοποίηση των εν λόγω προσαρμογών, καθόσον οι υπηρεσίες της θα προέβαιναν στις απαραίτητες προσαρμογές σε σχέση με τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά. H Επιτροπή πρόσθεσε, τέλος, ότι οι προσαρμογές αυτές ήταν δυνατόν να επηρεάσουν μελλοντικές καταβολές σχετικές με τη σύμβαση Pocemon ή να προκαλέσουν την έκδοση ενταλμάτων εισπράξεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων.

15      Με έγγραφο της 14ης Φεβρουαρίου 2013 υπό τα στοιχεία Ares(2013) 194917, σχετικό με προκαταρτική έρευνα για τη διαδικασία εισπράξεως, η Επιτροπή πληροφόρησε την [Τάλαντον] ότι είχε την πρόθεση να συνεχίσει τη διαδικασία εισπράξεως για ποσό 273 559,63 ευρώ και ότι, αν η [Τάλαντον] δεν διατύπωνε παρατηρήσεις εντός 30 ημερών, θα της αποστελλόταν χρεωστικό σημείωμα με περαιτέρω οδηγίες.

16      Με επιστολή της 7ης Μαρτίου 2013, η [Τάλαντον] πληροφόρησε την Επιτροπή ότι θεωρούσε την έκθεση οικονομικού ελέγχου ανακριβή, πλημμελή, εσφαλμένη και αναξιόπιστη και πρότεινε συνάντηση για το θέμα αυτό.

17      Με έγγραφο της 25ης Μαρτίου 2013, υπό στοιχεία αναφοράς Ares(2013) 497233, η Επιτροπή, πριν λάβει θέση επί της ανάγκης διοργανώσεως συναντήσεως, ζήτησε από την [Τάλαντον] να υποβάλει έως τις 15 Απριλίου 2013 όλα τα στοιχεία που δεν είχαν ακόμη ληφθεί υπόψη και τα οποία ήταν ικανά να τροποποιήσουν τα πορίσματα της εκθέσεως οικονομικού ελέγχου. Με επιστολή της 15ης Απριλίου 2013, η [Τάλαντον] υπέβαλε στην Επιτροπή γραπτές δηλώσεις διαφόρων ατόμων, καθώς και έκθεση οικονομικού ελέγχου της εταιρίας P της 11ης Απριλίου 2013 [...].

[...]

20      Με το χρεωστικό σημείωμα αριθ. 3241414916 της 10ης Δεκεμβρίου 2014, η Επιτροπή ζήτησε από την [Τάλαντον] την καταβολή ποσού 273 535,38 ευρώ στο πλαίσιο της συμβάσεως επιδοτήσεως Pocemon [...], τάσσοντας προθεσμία για την επιστροφή του εν λόγω ποσού μέχρι τις 26 Ιανουαρίου 2015.

21      Η [Τάλαντον] κατέβαλε ποσό 25 000 ευρώ προς μερική εξόφληση του χρεωστικού [αυτού] σημειώματος, ήτοι 15 000 ευρώ στις 23 Ιανουαρίου 2015, 5 000 ευρώ στις 26 Ιανουαρίου 2015 και 5 000 ευρώ στις 4 Μαΐου 2015.»

 Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

3        Με την αγωγή της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου η Τάλαντον ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι οι επιλέξιμες δαπάνες στο πλαίσιο του σχεδίου Pocemon ανέρχονταν σε 129 764,38 ευρώ. Η Επιτροπή ζήτησε να απορριφθεί η εν λόγω αγωγή και, ανταγωγικώς, να υποχρεωθεί η Τάλαντον να επιστρέψει ποσό 253 289,63 ευρώ.

4        Η αγωγή της Τάλαντον στηριζόταν σε δύο λόγους με τους οποίους, αφενός, αμφισβητούσε ορισμένες διαπιστώσεις που περιέχονταν στο σχέδιο εκθέσεως οικονομικού ελέγχου καθώς και στην ίδια την έκθεση οικονομικού ελέγχου και, αφετέρου, προέβαλλε παραβίαση της αρχής της καλόπιστης εκτελέσεως των συμβάσεων και καταχρηστική εφαρμογή των ρητρών της συμβάσεως επιδοτήσεως Pocemon.

5        Εισαγωγικώς, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ιδίως, στις σκέψεις 35 και 36 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το αίτημα της Τάλαντον να διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη, προς εξέταση της περιλαμβανομένης στην έκθεση οικονομικού ελέγχου διαπιστώσεως που αποκαλύπτει «έλλειψη εναλλακτικών αποδείξεων προς επιβεβαίωση των [ζητη]θεισών δαπανών προσωπικού», συνιστούσε πρόταση προς το Γενικό Δικαστήριο να διατάξει αποδείξεις δυνάμει του άρθρου 91, στοιχείο εʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου. Συναφώς, υπενθύμισε ότι η διάταξη αυτή παρέχει στο Γενικό Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να αποφασίσει αν πρέπει να διατάξει τέτοιο μέτρο και έκρινε, στη σκέψη 37 της ως άνω αποφάσεως, ότι δεν ήταν αναγκαία η διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που περιλαμβάνονταν στην κατατεθείσα ενώπιόν του δικογραφία.

6        Όσον αφορά τον πρώτο λόγο της αγωγής, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ιδίως, στη σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή είχε στηρίξει το αίτημά της περί εισπράξεως του σχετικού ποσού στα πορίσματα της τελικής εκθέσεως οικονομικού ελέγχου και όχι στο σχέδιο εκθέσεως οικονομικού ελέγχου.

7        Επομένως, έκρινε, στις σκέψεις 48 και 49 της ως άνω αποφάσεως, ότι οι αιτιάσεις που έβαλλαν κατά των διαπιστώσεων του σχεδίου εκθέσεως οικονομικού ελέγχου ήταν αλυσιτελείς, διότι δεν ασκούσαν επιρροή επί του δικαιώματος της Επιτροπής να ζητήσει την επιστροφή των μη επιλέξιμων δαπανών στο πλαίσιο της συμβάσεως επιδοτήσεως Pocemon.

8        Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο της αγωγής, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στη σκέψη 113 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι δεν προέκυπτε με τρόπο σαφή και συγκεκριμένο από το δικόγραφο της αγωγής η έκταση του προβαλλομένου από την Τάλαντον δικαιώματός της να διατυπώσει απευθείας τις αντιρρήσεις της στον ελεγκτή που είχε ορίσει η Επιτροπή.

9        Ωστόσο, το Γενικό Δικαστήριο έλεγξε αν οι αντιρρήσεις της Τάλαντον είχαν ληφθεί υπόψη και διαπίστωσε, συναφώς, στη σκέψη 114 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι όντως είχαν ληφθεί υπόψη, όπως προέκυπτε από το μέρος 5 της εκθέσεως οικονομικού ελέγχου.

10      Εξάλλου, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, στις σκέψεις 115 και 116 της αποφάσεως αυτής, ότι η Επιτροπή είχε ορίσει, για τη διενέργεια του οικονομικού ελέγχου, την ελεγκτική εταιρία K. γενικά, χωρίς να αναφερθεί σε μια συγκεκριμένη οντότητα του διεθνούς ομίλου που συνιστά η εν λόγω ελεγκτική εταιρία και ότι δεν υπήρχε κανένα στοιχείο που να πιστοποιεί ότι η Τάλαντον είχε διατυπώσει αμφιβολίες ή αντιρρήσεις όσον αφορά τον ορισμό της ως άνω εταιρίας.

11      Επαλλήλως, στη σκέψη 118 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι οι συμβατικές σχέσεις μεταξύ της Επιτροπής και της ελεγκτικής εταιρίας K. δεν είχαν καμία σημασία ως προς το ζήτημα ποιος είχε υποδειχθεί, σύμφωνα με το σημείο II.22 των γενικών όρων, στην Τάλαντον ως εκπρόσωπος ο οποίος ορίσθηκε από την Επιτροπή προς διενέργεια του οικονομικού ελέγχου.

12      Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε να απορρίψει την αγωγή της Τάλαντον και να δεχθεί την ανταγωγή της Επιτροπής.

 Τα αιτήματα των διαδίκων στην αναιρετική δίκη

13      Η Τάλαντον ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·

–        να δεχθεί την αγωγή της·

–        να απορρίψει την ανταγωγή της Επιτροπής και

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

14      Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και

–        να καταδικάσει την Τάλαντον στα δικαστικά έξοδα.

 Επί της αιτήσεως αναιρέσεως

15      Δυνάμει του άρθρου 181 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, σε περίπτωση κατά την οποία αίτηση αναιρέσεως είναι, εν όλω ή εν μέρει, προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη, το Δικαστήριο μπορεί, οποτεδήποτε, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, να αποφασίσει την ολική ή μερική απόρριψη της αιτήσεως αυτής με αιτιολογημένη διάταξη.

16      Στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να εφαρμοστεί η συγκεκριμένη διάταξη.

17      Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως η Τάλαντον προβάλλει, κατ’ ουσίαν, τρεις λόγους που στηρίζονται, αντιστοίχως, σε εσφαλμένη εφαρμογή της αρχής της καλής πίστεως κατά την εκτέλεση των συμβάσεων, σε εσφαλμένη εφαρμογή συμβατικής ρήτρας και σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων.

 Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως

 Επιχειρήματα των διαδίκων

18      Η Τάλαντον υποστηρίζει, με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, ότι το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή της αρχής της καλής πίστεως κατά την εκτέλεση των συμβάσεων καθόσον έκρινε, στις σκέψεις 115 και 116 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το γεγονός ότι η έκθεση οικονομικού ελέγχου υπογράφηκε από ελεγκτές εταιρίας του ίδιου ομίλου διαφορετικής από εκείνη η οποία διενήργησε τον οικονομικό έλεγχο δεν συνιστούσε, καθαυτό, καταχρηστική εφαρμογή ρητρών της συμβάσεως μεταξύ της Επιτροπής και της Τάλαντον. Το γεγονός αυτό, όμως, της στέρησε τη δυνατότητα να προβάλει τις αντιρρήσεις της στον ελεγκτή που είχε ορίσει η Επιτροπή.

19      Κατά το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, κακώς το Γενικό Δικαστήριο δεν έκρινε τον οικονομικό έλεγχο μη σύννομο, για τον λόγο ότι η παρέμβαση υπεργολάβου για τη διενέργειά του απαιτούσε την έγκριση της Επιτροπής.

20      Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ο πρώτος λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον συνίσταται, εν μέρει, σε ένα αίτημα επανεξετάσεως της ασκηθείσας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου αγωγής και, εν μέρει, σε επιχειρήματα τα οποία δεν προβλήθηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Η Επιτροπή υπογραμμίζει, επιπλέον, ότι το δεύτερο επιχείρημα της Τάλαντον είναι αλυσιτελές.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

21      Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, πρέπει να υπογραμμιστεί, αφενός, ότι η Τάλαντον δεν βάλλει κατά της διαπιστώσεως του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 114 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι το μέρος 5 της εκθέσεως οικονομικού ελέγχου περιελάμβανε λεπτομερή απάντηση στις αντιρρήσεις που είχε διατυπώσει κατά του σχεδίου εκθέσεως οικονομικού ελέγχου.

22      Αφετέρου, η Τάλαντον δεν αποδεικνύει ότι το γεγονός ότι ο ελεγκτής που διεξήγαγε προσωπικά τους ελέγχους δεν ήταν εκείνος που είχε οριστεί ονομαστικά από την Επιτροπή συνεπάγεται παράβαση των όρων της συμβάσεως επιδοτήσεως Pocemon και ότι της προκάλεσε βλάβη.

23      Πράγματι, ενώ δυνάμει του σημείου II.22 των γενικών όρων ο δικαιούχος σε βάρος του οποίου διεξάγεται οικονομικός έλεγχος μπορεί να υποβάλει τις παρατηρήσεις του για το σχέδιο εκθέσεως οικονομικού ελέγχου εντός ενός μηνός από της παραλαβής του, η ρήτρα αυτή δεν περιέχει κανένα συμπληρωματικό στοιχείο σχετικά με τα δικαιώματα του δικαιούχου, ιδίως όσον αφορά κάποιο υποτιθέμενο δικαίωμα του δικαιούχου να υποβάλει απευθείας τις αντιρρήσεις του στον ελεγκτή που ορίζει η Επιτροπή.

24      Επιπλέον, η Τάλαντον δεν απέδειξε, τόσο ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από τη σκέψη 113 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου κατ’ αναίρεση, κατά πόσον η άσκηση του υποτιθέμενου αυτού δικαιώματος παρουσίαζε κάποιο επιπλέον ενδιαφέρον για την ίδια όσον αφορά τη συνεκτίμηση των αντιρρήσεών της στο στάδιο της εκθέσεως οικονομικού ελέγχου. Επομένως και καθόσον δεν αμφισβητείται ότι δόθηκαν απαντήσεις στις αντιρρήσεις της Τάλαντον με την έκθεση οικονομικού ελέγχου, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι, όσον αφορά το πρώτο σκέλος του, προδήλως αβάσιμος.

25      Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου, που στηρίζεται στον παράτυπο χαρακτήρα μιας ενδεχόμενης συμβάσεως υπεργολαβίας σχετικά με τη διεξαγωγή του οικονομικού ελέγχου, η Τάλαντον αναφέρεται στο συμβατικό πλαίσιο που συνδέει την Επιτροπή με την ελεγκτική εταιρία K., υπογραμμίζοντας ότι η χρήση των υπηρεσιών υπεργολάβου απαιτούσε την έγκριση του θεσμικού αυτού οργάνου.

26      Ωστόσο, αφενός, η Τάλαντον δεν βάλλει κατά των διαπιστώσεων του Γενικού Δικαστηρίου κατά τις οποίες η Επιτροπή όρισε μια ελεγκτική εταιρία γενικά, ήτοι την ελεγκτική εταιρία K., που έχει τη μορφή διεθνούς ομίλου, χωρίς να διευκρινίσει ότι ο οικονομικός έλεγχος θα διεξαγόταν από συγκεκριμένη οντότητα του εν λόγω ομίλου. Αφετέρου, η Τάλαντον δεν αποδεικνύει με ποιον τρόπο μια τέτοια προβαλλόμενη παράβαση της συμβατικής σχέσεως μεταξύ της Επιτροπής και της ελεγκτικής εταιρίας K. τής προκάλεσε προσωπική ζημία, ειδικότερα όσον αφορά το βάσιμο των πορισμάτων που περιλαμβάνονταν στην έκθεση οικονομικού ελέγχου, καθόσον, όπως προκύπτει από τη σκέψη 21 της παρούσας διατάξεως, οι αντιρρήσεις της ελήφθησαν υπόψη στο πλαίσιο της εκθέσεως αυτής. Εξ αυτού προκύπτει ότι το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι επίσης προδήλως αβάσιμο.

27      Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμος.

 Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως

 Επιχειρήματα των διαδίκων

28      Η Τάλαντον προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο, με το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, ότι δεν έλαβε υπόψη τη ρήτρα II.22 των γενικών όρων με την αιτιολογία, η οποία παρατίθεται στις σκέψεις 48 και 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο λόγος της αγωγής που στηριζόταν στο αβάσιμο του σχεδίου εκθέσεως οικονομικού ελέγχου είναι αλυσιτελής, καθόσον ο λόγος αυτός, ακόμη και αν ήταν βάσιμος, δεν θα ασκούσε καμία επιρροή στο δικαίωμα της Επιτροπής να ζητήσει την επιστροφή των μη επιλέξιμων δαπανών δυνάμει της συμβάσεως επιδοτήσεως Pocemon.

29      Κατά το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως της Τάλαντον, το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένως τα ενδεικτικά δελτία παρουσίας τα οποία η εταιρία αυτή κατέθεσε ως αποδεικτικά στοιχεία με το υπόμνημα απαντήσεώς της.

30      Η Επιτροπή φρονεί ότι ο λόγος αυτός αποτελεί αίτημα επανεξετάσεως των αποδεικτικών στοιχείων στην αναιρετική διαδικασία.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

31      Όσον αφορά το πρώτο σκέλος, η Τάλαντον δεν εξηγεί γιατί πλανήθηκε το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 48 και 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κρίνοντας αλυσιτελή τον λόγο της αγωγής που στηριζόταν στην εφαρμογή της ρήτρας II.22 των γενικών όρων.

32      Εν πάση περιπτώσει, από τη σκέψη 26 της παρούσας διατάξεως προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν πλανήθηκε διαπιστώνοντας ότι η Επιτροπή είχε ορίσει μια ελεγκτική εταιρία γενικά, ήτοι την ελεγκτική εταιρία K., η οποία έχει τη μορφή διεθνούς ομίλου, και όχι μια συγκεκριμένη οντότητα του ως άνω ομίλου, για να διενεργήσει τον οικονομικό έλεγχο στην Τάλαντον. Εξ αυτού προκύπτει ότι το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως της Τάλαντον είναι προδήλως αβάσιμο.

33      Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, ως προς την προβαλλόμενη εσφαλμένη ερμηνεία των ενδεικτικών δελτίων παρουσίας, πρέπει να υπομνησθεί, αφενός, ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στις σκέψεις 68 και 69 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η Τάλαντον ήταν απαράδεκτα λόγω εκπρόθεσμης υποβολής τους κατά την ένδικη διαδικασία, πράγμα το οποίο δεν αποτελεί το αντικείμενο αιτιάσεως στο στάδιο της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως.

34      Αφετέρου, το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 70 και 71 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, εξέτασε απλώς και μόνον ως εκ περισσού τα ως άνω ενδεικτικά δελτία παρουσίας. Επομένως, το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, καθόσον στρέφεται κατά επάλληλης αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελές.

35      Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει προδήλως αβάσιμος και ως εν μέρει αλυσιτελής.

 Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως

 Επιχειρήματα των διαδίκων

36      Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η Τάλαντον προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο, αφενός, ότι, κατά την εκ μέρους του εκτίμηση των συμβατικών υποχρεώσεων του θεσμικού αυτού οργάνου έναντι της ιδίας, δεν έλαβε υπόψη έγγραφα σχετικά με τη σύμβαση οικονομικού ελέγχου που συνήφθη μεταξύ της Επιτροπής και της ελεγκτικής εταιρίας K. και, αφετέρου, ότι δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόφαση αυτή.

37      Η Επιτροπή εκτιμά ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως στηρίζεται σε εσφαλμένη ανάγνωση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

38      Στη σκέψη 118 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι οι συμβατικές σχέσεις μεταξύ της Επιτροπής και της ελεγκτικής εταιρίας K. δεν είχαν καμία σημασία ως προς το ζήτημα ποιος είχε υποδειχθεί στην Τάλαντον ως εκπρόσωπος ο οποίος ορίσθηκε από την Επιτροπή προς διενέργεια του οικονομικού ελέγχου. Επομένως, δεν μπορεί να του προσαφθεί έλλειψη αιτιολογίας ως προς το συμπέρασμα που αφορά τη μη συνεκτίμηση εγγράφων σχετικών με την ως άνω συμβατική σχέση.

39      Εν πάση περιπτώσει και όπως προκύπτει από τη σκέψη 24 της παρούσας διατάξεως, η Τάλαντον δεν αποδεικνύει για ποιο λόγο οι συμβατικοί όροι σχετικά με τη διεξαγωγή του οικονομικού ελέγχου τον οποίο η Επιτροπή ανέθεσε στην ελεγκτική εταιρία K. είναι λυσιτελείς προκειμένου να τεθεί υπό αμφισβήτηση το βάσιμο των συμπερασμάτων της Επιτροπής όσον αφορά τη μη επιλεξιμότητα μέρους των δαπανών και την είσπραξή τους σε βάρος της Τάλαντον.

40      Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμος και, κατά συνέπεια, η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της ως προδήλως αβάσιμη.

 Επί των δικαστικών εξόδων

41      Κατά το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμη ή όταν γίνεται δεκτή και το Δικαστήριο κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά, αυτό αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων. Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184 του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Τάλαντον στα δικαστικά έξοδα και η εταιρία αυτή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δέκατο τμήμα) διατάσσει:

1)      Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως προδήλως αβάσιμη.

2)      Καταδικάζει την Τάλαντον AE – Συμβουλευτική-Εκπαιδευτική Εταιρεία Διανομών, Παροχής Υπηρεσιών Μάρκετινγκ και Διοίκησης Επιχειρήσεων στα δικαστικά έξοδα.

Λουξεμβούργο, 13 Σεπτεμβρίου 2018.

Ο Γραμματέας

 

Ο Πρόεδρος του δεκάτου τμήματος

A. Calot Escobar

 

E. Levits


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.