Language of document : ECLI:EU:C:2018:777

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

MANUEL CAMPOS SÁNCHEZ‑BORDONA

της 26ης Σεπτεμβρίου 2018(1)

Υπόθεση C‑492/17

Südwestrundfunk

κατά

Tilo Rittinger,

Patric Wolter,

Harald Zastera,

Dagmar Fahner,

Layla Sofan,

MarcSchulte

[αίτηση του Landgericht Tübingen (περιφερειακού δικαστηρίου του Tübingen, Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Κρατικές ενισχύσεις – Ρύθμιση κράτους μέλους η οποία υποχρεώνει κάθε ενήλικο με οικία στο εθνικό έδαφος να καταβάλλει εισφορά στις δημόσιες ραδιοτηλεοπτικές επιχειρήσεις»






1.        Οι υπηρεσίες που παρέχουν οι δημόσιοι ραδιοτηλεοπτικοί φορείς στη Γερμανία υπόκεινται στην απορρέουσα από το άρθρο 5 του Grundgesetz (Θεμελιώδους Νόμου) συνταγματική επιταγή, σχετικά με την ελευθερία εκφράσεως γνώμης, την ελευθερία των μέσων ενημερώσεως, την καλλιτεχνική και επιστημονική ελευθερία. Το Bundesverfassungsgericht (Συνταγματικό Δικαστήριο, Γερμανία) έχει ερμηνεύσει το άρθρο αυτό υπό την έννοια ότι υφίσταται υποχρέωση παροχής αυτού του είδους των υπηρεσιών κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η αμεροληψία και η πολυφωνία τους, καθώς και η αντικειμενικότητα και η ισορροπία περιεχομένου των προγραμμάτων (2).

2.        Δεδομένου ότι η νομοθετική αρμοδιότητα σε ζητήματα δημόσιας ραδιοτηλεοράσεως ανήκει στα ομόσπονδα κράτη (Länder), η ίδρυση και η διαχείριση των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών φορέων, καθώς επίσης η παροχή των υπηρεσιών τους σε ομόσπονδο επίπεδο, διέπονται από σειρά συμβάσεων που έχουν συναφθεί μεταξύ των εν λόγω κρατών. Εξ αυτών προκύπτει ότι οι δημόσιοι φορείς (ARD, ZDF σε εθνικό επίπεδο (3) και άλλοι, όπως ο SWR (4), σε περιφερειακό επίπεδο) χρηματοδοτούνται με έσοδα που, κατά κύριο λόγο, προέρχονται από τρεις πηγές: την εισφορά υπέρ της ραδιοτηλεοράσεως (αντικείμενο της υπό κρίση αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως) (5), την πώληση διαφημιστικού χώρου και λοιπές εμπορικές δραστηριότητες.

3.        Το 2007, η Επιτροπή έκρινε (6) ότι ο τρόπος χρηματοδοτήσεως της γερμανικής δημόσιας ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «υφιστάμενη ενίσχυση» κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο βʹ, σημείο i, του κανονισμού 659/1999 (7). Με την απόφασή της, ωστόσο, του 2007, η Επιτροπή εντόπισε διάφορα στοιχεία που την καθιστούσαν ασύμβατη με την εσωτερική αγορά, και κάλεσε, για τον λόγο αυτόν, τη Γερμανική Κυβέρνηση να λάβει σειρά μέτρων, όπως πράγματι συνέβη. Κανένα από τα μέτρα αυτά δεν αφορούσε την επίμαχη εν προκειμένω εισφορά (πρώην τέλος).

4.        Το 2013, ετέθη σε ισχύ τροποποίηση της πηγής αυτής χρηματοδοτήσεως: εν συνόψει, εάν, έως τότε, το τέλος ήταν καταβλητέο για την κατοχή μιας εκάστης συσκευής λήψεως ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων εντός της οικίας, έκτοτε αρκεί η απλή κατοχή τέτοιας οικίας βάσει τίτλου ιδιοκτησίας ή μισθώσεως (8).

5.        Το νέο κριτήριο υπολογισμού της εισφοράς προσεβλήθη ενώπιον διαφόρων γερμανικών δικαστηρίων (9), μεταξύ των οποίων του Landgericht Tübingen (περιφερειακού δικαστηρίου του Tübingen, Γερμανία), το οποίο εκφράζει στο Δικαστήριο τις αμφιβολίες του ως προς τη συμβατότητα της εισφοράς με το δίκαιο της Ένωσης.

6.        Οι παρούσες προτάσεις θα περιοριστούν, κατόπιν υποδείξεως του Δικαστηρίου, στην ανάλυση των προδικαστικών ερωτημάτων που αφορούν τις κρατικές ενισχύσεις.

I.      Νομοθετικό πλαίσιο

 Α.      Δίκαιο της Ένωσης

1.      Πρωτόκολλο αριθ. 29 που προσαρτάται στη ΣΛΕΕ

7.        Λόγω του ιδιαίτερου ρόλου που διαδραματίζουν τα συστήματα δημόσιας ραδιοτηλεοράσεως στα κράτη μέλη σε σχέση με τις δημοκρατικές, κοινωνικές και πολιτιστικές ανάγκες κάθε κοινωνίας, καθώς και με την ανάγκη να διασφαλίζεται η πολυφωνία των μέσων ενημερώσεως, όπως ρητώς αναφέρει η πρώτη του αιτιολογική σκέψη, το προσαρτημένο στη ΣΛΕΕ πρωτόκολλο αριθ. 29 για το σύστημα δημόσιας ραδιοτηλεόρασης στα κράτη μέλη, το οποίο προσετέθη με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ (10), ορίζει τα εξής:

«Οι διατάξεις των Συνθηκών ισχύουν υπό την επιφύλαξη της αρμοδιότητας των κρατών μελών να μεριμνούν για τη χρηματοδότηση της δημόσιας ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας, εφόσον η χρηματοδότηση αυτή παρέχεται σε ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς για την εκπλήρωση του στόχου της δημόσιας υπηρεσίας, έτσι όπως την έχει θεσμοθετήσει, οριοθετήσει και οργανώσει κάθε κράτος μέλος και εφόσον η χρηματοδότηση αυτή δεν επηρεάζει τις συνθήκες του εμπορίου και τον ανταγωνισμό εντός της Ένωσης σε βαθμό αντιβαίνοντα στο κοινό συμφέρον, ενώ λαμβάνεται υπόψη η πραγματοποίηση του στόχου που εξυπηρετεί αυτή η δημόσια υπηρεσία.»

2.      Κανονισμός 659/1999

8.        Κατά το άρθρο 1:

«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, νοούνται ως:

α)      “ενίσχυση”: κάθε μέτρο το οποίο πληροί όλα τα κριτήρια που καθορίζονται στο άρθρο [107] παράγραφος 1 της Συνθήκης·

β)      “υφιστάμενη ενίσχυση”:

i)      […] όλες οι ενισχύσεις οι οποίες υφίσταντο πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης στο οικείο κράτος μέλος, δηλαδή καθεστώτα ενισχύσεων και ατομικές ενισχύσεις που είχαν τεθεί σε εφαρμογή πριν, και εφαρμόζονται ακόμη έπειτα, από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης·

ii)      κάθε εγκεκριμένη ενίσχυση, δηλαδή τα καθεστώτα ενισχύσεων και οι ατομικές ενισχύσεις που έχουν εγκριθεί από την Επιτροπή ή από το Συμβούλιο·

[…]

γ)      “νέα ενίσχυση”: κάθε ενίσχυση, δηλαδή τα καθεστώτα ενισχύσεων και οι ατομικές ενισχύσεις, οι οποίες δεν αποτελούν υφιστάμενη ενίσχυση, καθώς και οι μεταβολές υφιστάμενων ενισχύσεων·

[…]

στ)      “παράνομη ενίσχυση”: νέα ενίσχυση η οποία εφαρμόζεται κατά παράβαση του άρθρου 93 παράγραφος 3 της Συνθήκης [ΛΕΕ]·

[…]».

3.      Κανονισμός (ΕΚ) 794/2004 (11)

9.        Η αιτιολογική σκέψη 4 αναφέρει τα ακόλουθα:

«(4)      Προς χάριν της ασφάλειας δικαίου, ενδείκνυται να διευκρινισθεί ότι οι μικρές αυξήσεις ύψους έως 20 % του αρχικού προϋπολογισμού ενός καθεστώτος ενισχύσεων, ιδίως με σκοπό να ληφθούν υπόψη οι επιπτώσεις του πληθωρισμού, δεν είναι υποχρεωτικό να κοινοποιούνται στην Επιτροπή, εφόσον είναι απίθανο να επηρεάσουν το αρχικό συμπέρασμα της Επιτροπής για το συμβιβάσιμο του οικείου καθεστώτος ενισχύσεων, υπό την προϋπόθεση ότι οι λοιποί όροι του καθεστώτος παραμένουν αμετάβλητοι.»

10.      Το άρθρο 4 ορίζει τα εξής:

«1.      Για τους σκοπούς του άρθρου 1, στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999, νοείται ως μεταβολή υφιστάμενης ενίσχυσης κάθε αλλαγή, πλην των τροποποιήσεων καθαρά τυπικού ή διοικητικού χαρακτήρα, που δεν είναι ικανή να επηρεάσει την εκτίμηση του συμβιβάσιμου του εκάστοτε μέτρου ενίσχυσης με την κοινή αγορά, ωστόσο, η αύξηση του αρχικού προϋπολογισμού ενός υφιστάμενου καθεστώτος ενισχύσεων κατά ποσοστό έως 20 % δεν λογίζεται ως μεταβολή υφιστάμενης ενίσχυσης.

[…]»

4.      Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις στη δημόσια ραδιοτηλεόραση (12)

11.      Το σημείο 21 αναφέρει τα ακόλουθα:

«Βάσει του άρθρου [107, παράγραφος 1], το καθοριστικό στοιχείο κάθε αξιολόγησης του περιεχομένου κρατικής ενίσχυσης είναι το αποτέλεσμα της κρατικής παρέμβασης και όχι ο σκοπός της. Συνήθως, η δημόσια ραδιοτηλεόραση χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό ή από εισφορά που επιβάλλεται στους κατόχους τηλεοπτικών συσκευών. […] Τα χρηματοδοτικά μέτρα αυτού του είδους απορρέουν συνήθως από τις δημόσιες αρχές και συνεπάγονται τη μεταφορά κρατικών πόρων […]».

 Β.      Γερμανικό δίκαιο

12.      Από τις συμβάσεις που έχουν συναφθεί μεταξύ ομόσπονδων κρατών στον τομέα της δημόσιας ραδιοτηλεοράσεως κρίσιμες, εν προκειμένω, είναι: α) η σύμβαση περί ραδιοτηλεοράσεως και μέσων τηλεματικής (13), β) η σύμβαση περί χρηματοδοτήσεως της ραδιοτηλεοράσεως (14), και γ) η σύμβαση για την εισφορά υπέρ της ραδιοτηλεοράσεως (15).

1.      Κρατική σύμβαση περί ραδιοτηλεοράσεως

13.      Τα άρθρα 12 έως 14 θέτουν τις βασικές αρχές στις οποίες στηρίζεται η χρηματοδότηση της δημόσιας ραδιοτηλεοράσεως στη Γερμανία. Τα κονδύλια αυτά πρέπει να επιτρέπουν στη δημόσια υπηρεσία ραδιοτηλεοράσεως να εκπληρώνει τα καθήκοντα που καθορίζονται στο Σύνταγμα και τους νόμους, κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η συνέχιση και η ανάπτυξή της.

14.      Το άρθρο 13 απαριθμεί τους τρεις βασικούς πυλώνες της χρηματοδοτήσεως (την εισφορά υπέρ της ραδιοτηλεοράσεως, τα διαφημιστικά έσοδα και διάφορα άλλα έσοδα), υπογραμμίζοντας ότι η εισφορά πρέπει να είναι η βασική πηγή εσόδων.

15.      Συγκροτείται επιτροπή ελέγχου και καθορισμού των χρηματοδοτικών αναγκών των δημοσίων ραδιοτηλεοπτικών φορέων (16). Οι ανάγκες αυτές υπολογίζονται, κατά το άρθρο 14, σύμφωνα με τις αρχές της οικονομίας και της αποτελεσματικότητας, συμπεριλαμβανομένων των δυνατοτήτων εξορθολογισμού, βάσει των προβλέψεων που πραγματοποιούν οι ίδιοι οι δημόσιοι φορείς.

16.      Όσον αφορά τον καθορισμό του ύψους της εισφοράς, το άρθρο 14, παράγραφος 4, παραπέμπει στη σύμβαση για την εισφορά υπέρ της ραδιοτηλεοράσεως.

2.      Νόμος του Land για την εισφορά υπέρ της ραδιοτηλεοράσεως (17)

17.      Καθόσον εναπόκειται στα ομόσπονδα κράτη να ενσωματώσουν τις προαναφερθείσες συμβάσεις στις αντίστοιχες νομοθεσίες τους, πρέπει να ληφθεί υπόψη ο νόμος του Land Baden-Württenberg (ομόσπονδου κράτους της Βάδης-Βυρτεμβέργης), η συμβατότητα του οποίου με το δίκαιο της Ένωσης αποτελεί το αντικείμενο των ερωτημάτων του αιτούντος δικαστηρίου.

18.      Το άρθρο 1 ορίζει τα εξής:

«Σκοπός της εισφοράς υπέρ της ραδιοτηλεοράσεως είναι να διασφαλίζεται η επαρκής χρηματοδότηση της δημόσιας υπηρεσίας ραδιοτηλεοράσεως, κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 1, της [συμβάσεως περί ραδιοτηλεοράσεως] καθώς και των υπηρεσιών που αναφέρονται στο άρθρο 40 της ιδίας αυτής συμβάσεως».

19.      Το άρθρο 2 ορίζει τα ακόλουθα:

«1.      Στον ιδιωτικό τομέα, κάθε οικία βαρύνεται με εισφορά υπέρ της ραδιοτηλεοράσεως, για την καταβολή της οποίας υπόχρεος είναι ο κάτοχός της (ο οφειλέτης της εισφοράς).

2.      Ως κάτοχος οικίας νοείται κάθε ενήλικο πρόσωπο που διαμένει σε αυτήν. Τεκμαίρεται ότι είναι κάτοχος οικίας το πρόσωπο που:

1.      έχει δηλώσει ως κατοικία του την οικία αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις περί δημοτολογίου, ή

2.      αναγράφεται ως μισθωτής σε μισθωτήριο συμβόλαιο που αφορά την εν λόγω οικία.

[…]»

20.      Το άρθρο 10 ορίζει ότι τα έσοδα από την εισφορά υπέρ της ραδιοτηλεοράσεως αποδίδονται κατ’ αρχήν στον περιφερειακό ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό του τόπου στον οποίον βρίσκεται η οικία.

21.      Το ίδιο άρθρο 10 επισημαίνει τα ακόλουθα:

«[…]

(5)      Το ποσό των μη καταβληθεισών εισφορών υπέρ της ραδιοτηλεοράσεως προσδιορίζεται από τον περιφερειακό ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό […]

(6)      Οι εκδιδόμενες για τις μη καταβληθείσες εισφορές βεβαιωτικές πράξεις εκτελούνται μέσω της διαδικασίας διοικητικής εκτελέσεως […].»

3.      Ο νόμος του ομόσπονδου κράτους της Βάδης-Βυρτεμβέργης περί της διαδικασίας διοικητικής εκτελέσεως (18)

22.      Στη Γερμανία, η είσπραξη των οφειλών προς τη Διοίκηση διέπεται από τους νόμους των ομόσπονδων κρατών. Στον νόμο του ομόσπονδου κράτους της Βάδης-Βυρτεμβέργης, τα άρθρα 13 και 14 αφορούν, αντιστοίχως, τις πράξεις και τους τίτλους δυνάμει των οποίων χωρεί εκτέλεση των οφειλομένων προς τις Διοικήσεις ποσών, καθώς και τις αναγκαίες προς τούτο τυπικές προϋποθέσεις. Απαιτείται προηγούμενη όχληση, με προθεσμία, τουλάχιστον, μιας εβδομάδας, για εκούσια καταβολή.

23.      Το άρθρο 15, σχετικά με την είσπραξη απαιτήσεων μέσω διοικητικής εκτελέσεως, παραπέμπει, κατ’ ουσίαν, στις διατάξεις του Abgabenordnung (νόμου περί του κώδικα φορολογικής δικονομίας). Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται κατ’ αναλογία, με τη διαφορά ότι την εκτέλεση της απαιτήσεως δεν αναλαμβάνει δικαστικός επιμελητής, αλλά η αρμόδια Διοίκηση (19).

II.    Ιστορικό της διαφοράς και προδικαστικά ερωτήματα

24.      Οι οφειλέτες στο πλαίσιο των διαφορών ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου είναι υπόχρεοι για την καταβολή της εισφοράς, πλην όμως, δεν την κατέβαλαν ή την κατέβαλαν μερικώς μόνον, σε διάφορες περιόδους κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 2013 έως τα τέλη του 2016.

25.      Το 2015 και 2016, ο SWR εξέδωσε, δυνάμει οικείων αποφάσεων καθορισμού εισφοράς που αφορούσαν, κατά κανόνα, αρκετές εκατοντάδες ευρώ, εκτελεστούς τίτλους κατά εκάστου των οφειλετών, αξιώνοντας την καταβολή της εισφοράς πλέον του τέλους οχλήσεως και των τόκων υπερημερίας.

26.      Οι οφειλέτες αρνήθηκαν να προβούν σε καταβολή καθότι αμφισβητούσαν τη συμβατότητα της νέας ρυθμίσεως, μεταξύ άλλων, με το άρθρο 108 ΣΛΕΕ. Κατά την κρίση τους: α) η τροποποίηση της γενεσιουργού αιτίας της εισφοράς ήταν ουσιώδης και έπρεπε, ως εκ τούτου, προτού τεθεί σε ισχύ, να κοινοποιηθεί στην Επιτροπή, β) η εισφορά προοριζόταν για τη χρηματοδότηση ενός μονοπωλίου του συστήματος μεταδόσεως DVB-T2 της επίγειας ψηφιακής τηλεοράσεως, το οποίο αποκλείει τους αλλοδαπούς φορείς, και γ) το καθεστώς αναγκαστικής εκτελέσεως της μη καταβληθείσας εισφοράς, κατά τη διακριτική ευχέρεια της Διοικήσεως, αποτελεί επίσης ενίσχυση ασύμβατη με το άρθρο 107 ΣΛΕΕ, καθόσον εξαιρεί τους δημόσιους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς από την υποχρέωση προσφυγής στη διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως του κοινού δικαίου.

27.      Το Amtsgericht Tübingen (ειρηνοδικείο του Tübingen, Γερμανία) ανέστειλε προσωρινώς, κατόπιν ανακοπών που άσκησαν οι οφειλέτες, τρεις από τις εν λόγω διαδικασίες αναγκαστικής εκτελέσεως. Στις άλλες τρεις διαδικασίες, τα αρμόδια δικαστήρια των πόλεων Reutlingen και Calw απέρριψαν τις αιτήσεις των αντίστοιχων οφειλετών.

28.      Κατά των αποφάσεων αυτών ασκήθηκαν ισάριθμες εφέσεις ενώπιον του Landgericht Tübingen (περιφερειακού δικαστηρίου του Tübingen). Με τρεις εξ αυτών, ο SWR βάλλει κατά της αναστολής των προαναφερθεισών διαδικασιών. Με τις λοιπές τρεις, οι οφειλέτες στρέφονται κατά της απορρίψεως των αιτημάτων τους.

29.      Όσον αφορά τα ζητήματα που πρόκειται να αναλύσω με τις παρούσες προτάσεις, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, πρώτον, ότι η εισφορά αποδίδεται αποκλειστικώς και μόνο στους δημόσιους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς, και συγκεκριμένα, στους ZDF και SWR. Καθόσον δεν είναι προαιρετικής καταβολής, δεν υπόκειται σε κανέναν όρο και δεν συνοδεύεται από κάποιου είδους αντιπαροχή, η εισφορά εξομοιούται με φόρο, λόγω δε της νομοθετικής φύσεώς της, συνιστά κρατική ενίσχυση (20).

30.      Κατά το αιτούν δικαστήριο, η τροποποίηση του νομοθετικού καθεστώτος ως προς τη γενεσιουργό αιτία της εισφοράς (προηγουμένως, κατοχή συσκευή λήψεως, πλέον κατοχή οικίας) συνιστά, από 1ης Ιανουαρίου 2013, ουσιώδη τροποποίηση η οποία, δυνάμει του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, έπρεπε να έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή. Εν πάση περιπτώσει, η απορρέουσα εκ της τροποποιήσεως αυτής ενίσχυση θα ήταν, σύμφωνα με το άρθρο 107, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, ασύμβατη με την εσωτερική αγορά.

31.      Δεύτερον, η εισφορά αντίκειται στο δίκαιο της Ένωσης, καθόσον μέρος των εσόδων από την εισφορά χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς της εφαρμογής του DVB-T2, ήτοι ενός συστήματος μεταδόσεως επίγειας ψηφιακής τηλεοράσεως, υπό μορφή μονοπωλίου, από το οποίο αποκλείονται οι ραδιοτηλεοπτικοί φορείς άλλων κρατών μελών. Κατά το αιτούν δικαστήριο, η κατάσταση αυτή είναι συγκρίσιμη με εκείνη επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2011, Γερμανία κατά Επιτροπής, σχετικά με τη μετάβαση από την αναλογική στην ψηφιακή τεχνολογία (21).

32.      Πρόκειται, επιπλέον, για φόρο προοριζόμενο για ορισμένο σκοπό, καθόσον ο αριθμός των οφειλετών της εισφοράς έχει διευρυνθεί κατά τρόπο ώστε να καταλαμβάνει το σύνολο του ενήλικου πληθυσμού, πράγμα που επέφερε σημαντική αύξηση των εσόδων κατά επτακόσια περίπου εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Εν συνόψει, η νέα ρύθμιση αποτελεί παράνομη κρατική ενίσχυση καθόσον οι ασκούμενες μέσω του συστήματος DVB-T2 δραστηριότητες των δημοσίων και ιδιωτικών φορέων χρηματοδοτούνται από τον φόρο.

33.      Το αιτούν δικαστήριο φρονεί, τρίτον, ότι οι δημόσιοι ραδιοτηλεοπτικοί φορείς απολαύουν περαιτέρω κρατικής ενισχύσεως, καθόσον νομιμοποιούνται να εκδίδουν ίδιους εκτελεστούς τίτλους για την είσπραξη των μη καταβληθεισών εισφορών. Ο μηχανισμός εκτελέσεως του δημοσίου δικαίου, πιο αποτελεσματικός, ταχύς και οικονομικός απ’ ό,τι η κοινή διαδικασία εκτελέσεως, στην οποία οι Διοικήσεις δεν υποχρεούνται να προσφεύγουν, συνεπάγεται μείωση των εξόδων εκτελέσεως.

34.      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Landgericht Tübingen (περιφερειακό δικαστήριο του Tübingen) υπέβαλε στο Δικαστήριο επτά προδικαστικά ερωτήματα, εκ των οποίων, για τους λόγους που ήδη αναφέρθηκαν, παρατίθενται μόνον τα τρία πρώτα:

«1)      Είναι ο νόμος του ομόσπονδου κράτους της Βάδης-Βυρτεμβέργης, της 18ης Οκτωβρίου 2011, περί εφαρμογής της κρατικής συμβάσεως για την εισφορά υπέρ της ραδιοτηλεοράσεως […] της 17ης Δεκεμβρίου 2010, εσχάτως τροποποιηθείς με το άρθρο 4 της δέκατης ένατης τροποποιητικής κρατικής συμβάσεως περί ραδιοτηλεοράσεως της 3ης Δεκεμβρίου 2015 […], ασύμβατος προς το δίκαιο της Ένωσης, διότι η επιβαλλόμενη βάσει αυτού εισφορά, κατ’ αρχήν από την 1η Ιανουαρίου 2013, σε κάθε ενήλικο που κατοικεί στο γερμανικό ομόσπονδο κράτος της Βάδης-Βυρτεμβέργης άνευ προϋποθέσεων υπέρ των ραδιοτηλεοπτικών σταθμών SWR και ZDF, συνιστά ενίσχυση αντιβαίνουσα στο δίκαιο της Ένωσης, που ευνοεί αποκλειστικά αυτούς τους δημόσιους ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς έναντι των ιδιωτικών ραδιοτηλεοπτικών σταθμών; Έχουν τα άρθρα 107 και 108 ΣΛΕΕ την έννοια ότι ο νόμος περί εισφοράς υπέρ της ραδιοτηλεοράσεως έχρηζε της εγκρίσεως της Επιτροπής και ελλείψει εγκρίσεως είναι ανίσχυρος;

2)      Έχουν τα άρθρα 107 και 108 ΣΛΕΕ την έννοια ότι έχουν εφαρμογή στη θεσπισθείσα με τον […] νόμο […] [του Land για την εισφορά υπέρ της ραδιοτηλεοράσεως] ρύθμιση, κατά την οποία σε κάθε ενήλικο που κατοικεί στη Βάδη-Βυρτεμβέργη επιβάλλεται κατ’ αρχήν άνευ προϋποθέσεων εισφορά υπέρ αποκλειστικώς κρατικών/δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών σταθμών, διότι η εισφορά αυτή συνιστά αντιβαίνουσα στο δίκαιο της Ένωσης ευνοϊκή ενίσχυση για τον τεχνικό αποκλεισμό ραδιοτηλεοπτικών σταθμών από κράτη της ΕΕ, δεδομένου ότι οι εισφορές χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία ενός ανταγωνιστικού τρόπου μεταδόσεως (μονοπώλιο για το DVB-T2), του οποίου η χρησιμοποίηση από αλλοδαπούς ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς δεν προβλέπεται; Έχουν τα άρθρα 107 και 108 ΣΛΕΕ την έννοια ότι καλύπτουν όχι μόνον άμεσες χρηματικές παροχές, αλλά και άλλα συναφή οικονομικά πλεονεκτήματα (δικαίωμα εκδόσεως εκτελεστών τίτλων, εξουσία προς ανάληψη δράσεως τόσο ως οικονομική επιχείρηση όσο και ως διοικητική αρχή, βελτίωση της θέσεως κατά τον υπολογισμό των χρεών);

3)      Συνάδει προς την επιταγή της ίσης μεταχειρίσεως και προς την απαγόρευση προνομιακών ενισχύσεων η δυνάμει εθνικού νόμου, όπως αυτού της Βάδης-Βυρτεμβέργης περί της εισφοράς υπέρ της ραδιοτηλεοράσεως, προνομιακή μεταχείριση ενός γερμανικού ραδιοτηλεοπτικού σταθμού οργανωμένου κατά το δημόσιο δίκαιο και υπό μορφή δημοσίας αρχής, συγχρόνως όμως ανταγωνιζόμενου στην αγορά διαφημίσεων με ιδιωτικούς σταθμούς, η οποία συνίσταται στο γεγονός ότι δεν υποχρεούται, όπως οι ιδιώτες ανταγωνιστές, να προσφύγει στα τακτικά δικαστήρια για να μπορέσει να εισπράξει τις έναντι των τηλεθεατών απαιτήσεις του προτού προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση, αλλά μπορεί ο ίδιος, άνευ της μεσολαβήσεως δικαστηρίου, να εκδώσει εκτελεστό τίτλο παρέχοντα εξίσου δικαίωμα αναγκαστικής εκτελέσεως;»

III. Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

35.      Η διάταξη περί παραπομπής περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Αυγούστου 2017. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο SWR, η Γερμανική Κυβέρνηση, η Σουηδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, οι εκπρόσωποι των οποίων παρέστησαν στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 4ης Ιουλίου 2018.

36.      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι διάδικοι απάντησαν στις ερωτήσεις που τους είχε ειδικώς απευθύνει το Δικαστήριο ως προς: α) τους λόγους επιβολής της εισφοράς, β) την αύξηση των εισπράξεων συνεπεία της νομοθετικής τροποποιήσεως και τη χρησιμοποίησή τους αποκλειστικώς και μόνο για τη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων της δημόσιας ραδιοτηλεοράσεως, και γ) τη λειτουργία του μηχανισμού αναγκαστικής εκτελέσεως των μη καταβληθεισών εισφορών.

IV.    Ανάλυση

37.      Με τις γραπτές παρατηρήσεις τους, ο SWR και η Γερμανική Κυβέρνηση προέβαλαν το απαράδεκτο, εν μέρει ή εν συνόλω, της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως. Με τις παρούσες προτάσεις, λαμβανομένου υπόψη του περιορισμένου χαρακτήρα τους, καθόσον εστιάζουν απλώς και μόνο στα ερωτήματα που παρατίθενται ανωτέρω, δεν θα αποφανθώ επί της ενστάσεως αυτής, εκτός από το μέρος της που αφορά το δεύτερο ερώτημα.

 Α.      Η τροποποίηση της εισφοράς υπέρ της ραδιοτηλεοράσεως ως νέα ενίσχυση (πρώτο προδικαστικό ερώτημα)

1.      Συνοπτική παρουσίαση των επιχειρημάτων των διαδίκων

38.      Όλοι οι διάδικοι που υπέβαλαν παρατηρήσεις συμφωνούν ότι ο νόμος του Land δεν τροποποιεί ουσιωδώς την εξετασθείσα με την απόφαση του 2007 ενίσχυση. Κατά συνέπεια, στον βαθμό που δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως νέα ενίσχυση, δεν απαιτείται η κοινοποίησή της στην Επιτροπή.

39.      Ο SWR, υποστηριζόμενος από τη Γερμανική Κυβέρνηση, ισχυρίζεται ότι δεν συντρέχουν οι καθορισθείσες από τη νομολογία του Δικαστηρίου προϋποθέσεις ώστε να υφίσταται υποχρέωση κοινοποιήσεως του μέτρου (22). Επομένως, κατά την άποψή του, ο νόμος αυτός δεν έχει τροποποιήσει: α) τον τομέα δραστηριότητας της δημόσιας υπηρεσίας ραδιοτηλεοράσεως, β) τους δικαιούχους της εισφοράς, καθόσον την ιδιότητα αυτή εξακολουθούν να έχουν μόνον οι δημόσιοι φορείς, γ) την πηγή χρηματοδοτήσεως, δεδομένου ότι το κριτήριο που εξακολουθεί να ισχύει είναι η δυνατότητα λήψεως ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων και όχι η πραγματική παρακολούθησή τους, και δ) το ποσό της εισφοράς. Η τροποποίηση της γενεσιουργού αιτίας υπαγορεύεται, κατά την άποψή του, από την ανάγκη αντιμετωπίσεως του αυξανόμενου αριθμού ληξιπροθέσμων εισφορών και περιορισμού του βάρους αποδείξεως στις πολυάριθμες διαδικασίες λόγω μη καταβολής.

40.      Λαμβάνοντας ως αφετηρία ότι το καθεστώς χρηματοδοτήσεως των δημοσίων ραδιοτηλεοπτικών φορέων είχε ήδη χαρακτηριστεί υφιστάμενη ενίσχυση με την απόφαση του 2007, η Σουηδική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι θα έπρεπε να εξεταστεί το εύρος της επελθούσης αλλαγής. Η αλλαγή του τρόπου εισπράξεως της εισφοράς αποτελεί διοικητική απλώς τροποποίηση η οποία δεν μεταβάλλει την ουσία του καθεστώτος. Δεν πρόκειται, επομένως, κατά την άποψή της, για μεταβολή υφιστάμενης ενισχύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 794/2004 και της ανακοινώσεως του 2009. Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με το πρωτόκολλο αριθ. 29, οι διατάξεις της ΣΛΕΕ ουδόλως παρακωλύουν τα κράτη μέλη να καθορίσουν τον τρόπο χρηματοδοτήσεως της δημόσιας αυτής υπηρεσίας.

41.      Κατά την Επιτροπή, σύμφωνα με τα σημεία 142 έως 151 της αποφάσεως του 2007, τα έσοδα από την εισφορά υπέρ της ραδιοτηλεοράσεως πρέπει, όπως αυτά που εισπράττονταν με το προηγούμενο τέλος, να χαρακτηριστούν κρατική ενίσχυση.

42.      Πράγματι, τα έσοδα αυτά εξακολουθούν να υπόκεινται στα κριτήρια του νόμου (23), εις όφελος δημοσίου οργανισμού γενικού συμφέροντος, η δε είσπραξη, ο υπολογισμός και η χρήση τους τελούν υπό τον έλεγχο του κράτους (24). Εν συνόψει, πρόκειται για χρηματοδότηση από το κράτος ή με δημόσιους πόρους (25).

43.      Η Επιτροπή συμμερίζεται την άποψη του SWR και της Γερμανικής Κυβερνήσεως ότι δεν έχουν μεταβληθεί ούτε ο επιδιωκόμενος σκοπός ούτε η φύση του πλεονεκτήματος ούτε ο κύκλος ή οι δραστηριότητες των δικαιούχων ούτε η νομική βάση ή το ύψος της εισφοράς υπέρ της ραδιοτηλεοράσεως, παρά μόνον οι παράμετροι υπολογισμού (όχι πλέον η συσκευή λήψεως, αλλά η οικία). Η τροποποίηση αυτή εδικαιολογείτο από τις τεχνολογικές αλλαγές, ιδίως, από την εξάπλωση των φορητών συσκευών πολυμέσων.

2.      Εκτίμηση

44.      Παρότι το πρώτο προδικαστικό ερώτημα υποδιαιρείται σε δύο υποερωτήματα, αρκεί, στην πραγματικότητα, να εξεταστεί εάν ο νέος νόμος του Land έπρεπε να είχε κοινοποιηθεί στην Επιτροπή για τον λόγο ότι συνιστούσε ουσιώδη τροποποίηση του εγκριθέντος (υπό όρους) με την απόφαση του 2007 καθεστώτος χρηματοδοτήσεως.

45.      Σύμφωνα με τη νομολογία, οι τροποποιήσεις ενός καθεστώτος ενισχύσεων αφορούν ενδεχομένως είτε υφιστάμενες ενισχύσεις είτε αρχικά σχέδια που έχουν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή (26). Στην υπό κρίση υπόθεση δεν αμφισβητείται ότι η νομοθετική μεταρρύθμιση του 2011 τροποποιεί μια υφιστάμενη ενίσχυση ή ένα προηγουμένως εγκριθέν καθεστώς ενισχύσεων, κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 659/1999.

46.      Η διαμάχη επικεντρώνεται, επομένως, στο εάν η τροποποίηση αυτή είναι ουσιώδης ή τυπικού ή διοικητικού απλώς χαρακτήρα. Εφόσον επιλυθεί το ζήτημα αυτό, θα καταστεί δυνατό να διαπιστωθεί η συμβατότητα του νέου μέτρου με την κοινή αγορά (27), κατά τους όρους του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 794/2004.

47.      Ο ήσσονος σημασίας χαρακτήρας της αλλαγής στην υφιστάμενη ενίσχυση, ο οποίος θα καθιστούσε μη υποχρεωτική την κοινοποίησή της, εξαρτάται από το εάν οι τροποποιήσεις αφορούν «συστατικά στοιχεία των προϋφισταμένων συστημάτων ενισχύσεως» (28). «Ουσιώδης μεταβολή» επέρχεται οσάκις τροποποιούνται ένα ή περισσότερα εκ των θεμελιωδών αυτών στοιχείων, είτε αυτά είναι υποκειμενικού (29), αντικειμενικού (30) ή χρονικού χαρακτήρα (31).

48.      Η σημασία της μεταβολής πρέπει, καθόσον πρόκειται για υφιστάμενες πριν από την έναρξη ισχύος της ΣΛΕΕ ενισχύσεις, να εκτιμάται σε συνάρτηση με γράμμα της ίδιας της ενισχύσεως, τον τρόπο χορηγήσεώς της και τα όριά της (32). Ωστόσο, οσάκις, όπως εν προκειμένω, η ενίσχυση, υφιστάμενη ή όχι (33), έχει προηγουμένως αποτελέσει αντικείμενο εξετάσεως και εγκρίσεως από την Επιτροπή, η απόφαση της τελευταίας είναι εκείνη που πρέπει να αποτελεί το σημείο αναφοράς (34).

49.      Υπό το πρίσμα των παραδοχών αυτών, φρονώ ότι η συντελεσθείσα με τον νόμο του Land τροποποίηση δεν εμπίπτει στην έννοια της ουσιώδους μεταβολής του προηγουμένου καθεστώτος.

50.      Η μεταβολή αφορά τη χρηματοδότηση υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος (αυτής της δημόσιας ραδιοτηλεοράσεως στη Γερμανία), ως προς την οποία ισχύει επίσης ο διαχωρισμός μεταξύ υφισταμένων και νέων ενισχύσεων (35). Εξ ου, στην απόφαση του 2007, η Επιτροπή αναλύει τόσο την ύπαρξη πλεονεκτήματος όσον αφορά τη χρηματοδότηση της δημόσιας αυτής υπηρεσίας μέσω του (τότε ισχύοντος) τέλους, υπό το πρίσμα των κριτηρίων της νομολογίας Altmark (36), όσο και τη συμβατότητά του με την εσωτερική αγορά σύμφωνα με το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.

51.      Υπενθυμίζω ότι η επελθούσα με τον νόμο του Land μεταβολή συνίστατο στην αντικατάσταση της κατοχής συσκευής λήψεως σημάτων εκπεμπόμενων από τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς, ως γενεσιουργού αιτίας της υποχρεώσεως καταβολής της εισφοράς, από την απλή κατοχή οικίας εντός της οποίας διαμένει ενήλικο πρόσωπο. Ο κανόνας είναι, επομένως, «μια οικία, μια εισφορά».

52.      Από τις διαθέσιμες πληροφορίες συνάγεται ότι η μεταβολή αυτή δεν επηρέασε τους δικαιούχους της ενισχύσεως, οι οποίοι εξακολουθούν να είναι οι δημόσιοι ραδιοτηλεοπτικοί φορείς. Αντιθέτως, κάτι τέτοιο συνέβη όσον αφορά τους οφειλέτες της εισφοράς, καθόσον η υποχρέωση καταβολής επεκτείνεται σε κατόχους ακινήτων που προηγουμένως δεν εβαρύνοντο κατ’ ανάγκην με το τότε ισχύον τέλος.

53.      Αμετάβλητα, επίσης, διατηρούνται τα χρονικά στοιχεία, καθόσον, ενόσω εξακολουθεί να υφίσταται η συνταγματική επιταγή στην οποία έχω αναφερθεί (37), οι δημόσιες εξουσίες οφείλουν να μεριμνούν ώστε οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί να διαθέτουν τα απαραίτητα μέσα για τη επιτέλεση της αποστολής τους.

54.      Όσον αφορά τα αντικειμενικά στοιχεία, δεν μεταβάλλεται ούτε ο σκοπός του μέτρου (χρηματοδότηση της δημόσιας υπηρεσίας) ούτε ο κύκλος των επιχορηγουμένων δραστηριοτήτων. Η τροποποίηση περιορίζεται, όπως έχω ήδη επισημάνει, στην αντικατάσταση της κατοχής συσκευής από την κατοχή οικίας.

55.      Η τροποποίηση αυτή θα μπορούσε, θεωρητικώς, να οδηγήσει σε διεύρυνση του κύκλου των οφειλετών και, συνεπώς, σε αύξηση των εσόδων που εισπράττουν σχετικώς οι ραδιοτηλεοπτικοί φορείς. Δεν φαίνεται, ωστόσο, να συνέβη κάτι τέτοιο στην πραγματικότητα. Η Επιτροπή παραθέτει τα δημοσιευθέντα από την KEF (38) αριθμητικά στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία τα εν λόγω έσοδα παρέμειναν σταθερά από το 2009 (πριν από τη νομοθετική τροποποίηση) έως το 2016 (39).

56.      Σε κάθε περίπτωση, το ποσό που λαμβάνουν οι δημόσιοι ραδιοτηλεοπτικοί φορείς δεν εξαρτάται μόνον από τις συνολικές εισπράξεις της εισφοράς (40). Μεταξύ των παραγόντων που ασκούν επιρροή κατά τον προσδιορισμό του ύψους των εκ της εισφοράς τελικών εσόδων των οργανισμών αυτών καίρια θέση έχει η παρέμβαση της KEF, η οποία ελέγχει και υπολογίζει τις χρηματοοικονομικές ανάγκες των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών φορέων (41). Οι εκθέσεις της KEF αποτελούν τη βάση των επίσημων αποφάσεων των κοινοβουλίων και των κυβερνήσεων των ομόσπονδων κρατών, τα οποία καθορίζουν το ύψος της εισφοράς (42).

57.      Παρατηρείται, επομένως, ότι ούτε η αύξηση του αριθμού των οφειλετών ούτε η (υποτιθέμενη) αύξηση των επιτυγχανομένων κατ’ αυτόν τον τρόπο τελικών εισπράξεων είναι κρίσιμα στοιχεία κατά την εκτίμηση του νέου χαρακτήρα του μέτρου, υπό την προεκτεθείσα έννοια. Ανεξαρτήτως των εν λόγω εισπράξεων, το εξ αυτών προοριζόμενο για τους δημόσιους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς τμήμα (ήτοι, το τμήμα που μπορεί πράγματι να χαρακτηριστεί κρατική ενίσχυση) είναι αυτό που καθορίζουν, κατόπιν της παρεμβάσεως της KEF, οι κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια των ομόσπονδων κρατών. Δεν υφίσταται, επομένως, κάποιου είδους αυτόματη σχέση μεταξύ της (ενδεχόμενης) αυξήσεως των τελικών εισπράξεων και του ποσού της ενισχύσεως που λαμβάνουν οι δημόσιοι ραδιοτηλεοπτικοί φορείς.

58.      Με άλλα λόγια, ενδεχόμενη μεταβολή του ρόλου που έχει ανατεθεί στην KEF (43), των κριτηρίων που χρησιμοποιεί η τελευταία κατά τον προσδιορισμό των αντικειμενικών αναγκών χρηματοδοτήσεως ή της υποχρεώσεως των κυβερνήσεων ή των κοινοβουλίων των ομόσπονδων κρατών να ακολουθούν τις προτάσεις της, για τον καθορισμό του ύψους της εισφοράς, θα μπορούσε να έχει μεγαλύτερο αντίκτυπο στο ποσό της ενισχύσεως απ’ ό,τι η τροποποίηση του αντικειμενικού στοιχείου της γενεσιουργού αιτίας της εισφοράς.

59.      Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι, στον βαθμό που ως παράμετροι της αναλύσεως εφαρμόζονται τα κριτήρια της νομολογίας Altmark, η παρέμβαση της KEF είναι σημαντική προκειμένου να διασφαλίζεται ότι η καταβαλλόμενη στους δημόσιους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς ενίσχυση αντιστοιχεί, χωρίς να τα υπερβαίνει, στα ποσά που απαιτούνται για την κάλυψη των εγγενών στην υποχρέωσή τους δημόσιας υπηρεσίας εξόδων (44).

60.      Κατ’ αυτόν τον τρόπο, τηρείται το προσαρτημένο στη ΣΛΕΕ πρωτόκολλο αριθ. 29, το οποίο αναγνωρίζει τη δυνατότητα των κρατών μελών να χρηματοδοτούν τη δημόσια υπηρεσία ραδιοτηλεοράσεως, «εφόσον» οι πόροι προς τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς παρέχονται «για την εκπλήρωση του στόχου της δημόσιας υπηρεσίας, έτσι όπως την έχει θεσμοθετήσει, οριοθετήσει και οργανώσει κάθε κράτος μέλος».

61.      Η KEF εγγυάται, επιπλέον, ότι τα έσοδα των δημοσίων ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών από εμπορικές δραστηριότητες θα αφαιρούνται από το ποσό της ενισχύσεως. Το ίδιο συμβαίνει με τυχόν πλεόνασμα εσόδων που δεν χρησιμοποιείται για την κάλυψη των προβλεπομένων δαπανών (45). Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, τα πλεονάσματα αυτά χρησιμοποιούνται για την τροφοδότηση των αποθεματικών των δημοσίων ραδιοτηλεοπτικών φορέων. Οι τελευταίοι δεν μπορούν να κάνουν χρήση των αποθεματικών αυτών προτού η KEF τα αξιολογήσει προκειμένου να εκτιμήσει τις χρηματοδοτικές τους ανάγκες.

62.      Στο πλαίσιο αυτό, η απλή μεταβολή της βάσεως επί της οποίας καθορίζεται η υποχρέωση των οφειλετών προς πληρωμή δεν έχει τη δύναμη, per se, να μεταβάλει το ποσό της κρατικής ενισχύσεως που λαμβάνουν οι ραδιοτηλεοπτικοί φορείς ούτε, ως εκ τούτου, να επηρεάσει τη συμβατότητα της ενισχύσεως προς την εσωτερική αγορά (46).

63.      Πρέπει, για λόγους πληρότητας, να προστεθεί ότι η μεταβολή της γενεσιουργού αιτίας της εισφοράς δικαιολογείται, μεταξύ άλλων, από τις τεχνολογικές εξελίξεις. Σε περίπτωση διατηρήσεως του προηγουμένου συστήματος («μία συσκευή, ένα τέλος»), θα ελλόχευε ο κίνδυνος πολλαπλασιασμού των εσόδων, λαμβανομένης υπόψη της εξαπλώσεως των νέων συσκευών, όπως, μεταξύ άλλων, των προσωπικών υπολογιστών (47) ή των έξυπνων τηλεφώνων, τα οποία παρέχουν πρόσβαση στα ραδιοτηλεοπτικά προγράμματα (48).

64.      Η μεταρρύθμιση ανταποκρίνεται επίσης στον σκοπό της απλοποιήσεως της διαδικασίας σχετικά με την είσπραξη της εισφοράς, η οποία, όπως προκύπτει από τις υποβληθείσες παρατηρήσεις, επλήττετο, κατά τη διάρκεια ισχύος του βασιζόμενου στην κατοχή συσκευών λήψεως συστήματος, από την αύξηση των ληξιπροθέσμων οφειλών.

65.      Υπό τις συνθήκες αυτές, εκτιμώ ότι η αλλαγή που επήλθε με τον νόμο του Land δεν είναι αρκούντως σημαντική, τόσο από ποιοτικής όσο και από ποσοτικής απόψεως, ώστε να θεωρηθεί ουσιώδης μεταβολή, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 794/2004, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 659/1999, η οποία θα έπρεπε να κοινοποιηθεί στην Επιτροπή.

 Β.      Η εισφορά ως ενίσχυση για τη δημιουργία ενός ανταγωνιστικού τρόπου μεταδόσεως (μονοπώλιο για το DVB-T2), η χρήση του οποίου δεν προβλέπεται για αλλοδαπούς ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς (πρώτο σκέλος του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος)

1.      Συνοπτική παρουσίαση των επιχειρημάτων των διαδίκων

66.      Με τις γραπτές παρατηρήσεις του, ο SWR επισημαίνει ότι η τεχνική δυνατότητα προσβάσεως στη δημόσια υπηρεσία συνδέεται στενά με την αποστολή γενικού συμφέροντος την οποία επιτελεί η ραδιοτηλεόραση. Αρνείται ότι το σύστημα μεταδόσεως DVB-T2 δημιουργεί μονοπώλιο υπέρ των δημοσίων ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών, καθόσον οι 26 από τους 40 σταθμούς παραμένουν στη διάθεση των ανταγωνιστών. Σε κάθε περίπτωση, η ανάπτυξη του συστήματος αυτού δεν συνεπάγεται κανενός είδους πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 107 ΣΛΕΕ ούτε εισάγει διακρίσεις εις βάρος των αλλοδαπών φορέων, καθόσον τα καθήκοντα των τελευταίων αφορούν, εξ ορισμού, τη μετάδοση στο σύνολο της επικράτειας στην οποία εκπέμπουν.

67.      Η Γερμανική Κυβέρνηση συμμερίζεται τα επιχειρήματα του SWR παρότι δίδει έμφαση, κατά κύριο λόγο, στο αλυσιτελές της ενάρξεως λειτουργίας του συστήματος επίγειας ψηφιακής μεταδόσεως DVB-T2 για τους σκοπούς αξιολογήσεως των αλλαγών στην εισφορά υπό το πρίσμα των κανόνων της Συνθήκης ΛΕΕ περί κρατικών ενισχύσεων.

68.      Ούτε η Επιτροπή αντιλαμβάνεται πώς η χρήση των εσόδων από την εισφορά υπέρ της ραδιοτηλεοράσεως για επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες θα μπορούσε να καταλήξει να αποτελεί μονοπώλιο στον τομέα της επίγειας ψηφιακής τηλεοράσεως DVB-T2, παραθέτει δε στοιχεία που επιβεβαιώνουν ότι το σύστημα αυτό έχει τεθεί στη διάθεση των ιδιωτικών φορέων. Αφενός, εκτιμά ότι οι επενδύσεις των δημοσίων ραδιοτηλεοπτικών φορέων συνιστούν έξοδα συνδεόμενα με την εκπλήρωση της απτόμενης του γενικού συμφέροντος αποστολής τους. Αφετέρου, παραπέμπει στο σημείο 74 της ανακοινώσεως σχετικά με τη δημόσια ραδιοτηλεόραση, στο οποίο μνημονεύεται ρητώς η δημιουργία εκτάκτων αποθεματικών για ευρείας κλίμακας τεχνολογικές επενδύσεις, οι οποίες είναι απαραίτητες για την εκπλήρωση της προαναφερθείσας αποστολής δημόσιας υπηρεσίας. Για τον λόγο αυτό, εκτιμά ότι οι επενδύσεις αυτές είναι συμβατές με το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.

69.      Η Σουηδική Κυβέρνηση δεν εξέφερε άποψη επί του ερωτήματος αυτού.

2.      Εκτίμηση

70.      Με το πρώτο σκέλος του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματός του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί προφανώς να διαπιστωθεί εάν η εισφορά, όπως έχει επιβληθεί με τον νόμο του Land, αντίκειται στα άρθρα 107 και 108 ΣΛΕΕ, διότι τα εξ αυτής έσοδα χρησιμοποιούνται προκειμένου να διευκολυνθεί η μετάβαση από το σύστημα ψηφιακής μεταδόσεως σημάτων DVB-T σε ένα πιο εξελιγμένο σύστημα (DVB-T2), από το οποίο θα αποκλείονταν οι ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί άλλων κρατών μελών.

71.      Συμμερίζομαι την κριτική εκείνων που υπέβαλαν παρατηρήσεις όσον αφορά το λυσιτελές του ερωτήματος αυτού καθώς και τον τρόπο διατυπώσεώς του, καθόσον δεν εκτίθεται με την απαιτούμενη σαφήνεια το νομικό πλαίσιο αναφοράς. Το γεγονός αυτό δεν επιτρέπει να διαπιστωθεί εάν ο νόμος του Land είναι, ως προς το σημείο αυτό, συμβατός με το δίκαιο της Ένωσης.

72.      Επικουρικώς, φρονώ ότι το ερώτημα βασίζεται σε ασαφείς ή μη επαρκώς εξακριβωμένες παραδοχές. Όσον αφορά, παραδείγματος χάριν την τεχνολογία DVB-T2, αυτή χαρακτηρίζεται ως μονοπώλιο, η τεχνολογία, όμως, αυτή απευθύνεται τόσο σε δημοσίους όσο και ιδιωτικούς ραδιοτηλεοπτικούς φορείς, και, ως εκ τούτου, οι γερμανικοί δημόσιοι φορείς δεν περιάγονται σε προνομιούχο θέση έναντι των ιδιωτικών.

73.      Κατά τη μετάβαση στη νέα τεχνολογία DVΒ-T2, οι αρμόδιες αρχές (και όχι οι ραδιοτηλεοπτικοί φορείς) είναι αυτές που λαμβάνουν τις αποφάσεις σχετικά με τις χωρητικότητες μεταδόσεως και τον σχεδιασμό ζωνών εκπομπής. Όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ανεξαρτήτως των μεταβολών στη γενεσιουργό αιτία της εισφοράς, ουδόλως αυτές σχετίζονται με το γεγονός ότι, στη Γερμανία όπως και σε άλλα κράτη μέλη, ο αριθμός των διαθεσίμων συχνοτήτων είναι περιορισμένος βάσει άλλων κανόνων.

74.      Το γεγονός ότι οι εκ της εισφοράς πόροι χρησιμοποιούνται προκειμένου να καταστεί δυνατή η πρόσβαση των δημοσίων ραδιοτηλεοπτικών φορέων στην τεχνολογία DVB-T2 δεν καθιστά, per se, ανίσχυρο τον νόμο του Land ούτε συνεπάγεται κατ’ ανάγκην κρατική ενίσχυση αντίθετη προς τη ΣΛΕΕ. Όπως ανέφερα ήδη κατά την απάντηση επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, η KEF οφείλει να προβαίνει σε ανάλυση των δαπανών και των επενδύσεων (μεταξύ άλλων, αυτών που αφορούν τεχνολογικές βελτιώσεις, όπως το DVB-T2), προκειμένου να καθορίζει ποιες από αυτές δικαιολογούνται από την ανάγκη επιτελέσεως των καθηκόντων δημόσιας υπηρεσίας που έχουν ανατεθεί στους εποπτευόμενους από αυτήν φορείς (49).

75.      Κατά συνέπεια, ακόμη και αν το Δικαστήριο μπορούσε να παράσχει στο αιτούν δικαστήριο στοιχεία εκτιμήσεως ως προς τον χαρακτηρισμό των εισπραττόμενων μέσω της εισφοράς και χρησιμοποιούμενων για τη δημιουργία του DVB-T2 ποσών ως κρατικών ενισχύσεων, τα κριτήρια αυτά ουδόλως θα συνεισέφεραν στην εξέταση της συμβατότητας του νόμου του Land προς το δίκαιο της Ένωσης.

 Γ.      Ο μηχανισμός διοικητικής εκτελέσεως της μη καταβληθείσας εισφοράς ως νέα ενίσχυση (δεύτερο σκέλος του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος και τρίτο προδικαστικό ερώτημα)

1.      Συνοπτική παρουσίαση των επιχειρημάτων των διαδίκων

76.      Ο SWR και η Γερμανική Κυβέρνηση επισημαίνουν ότι κατά την είσπραξη της εισφοράς υπέρ της ραδιοτηλεοράσεως, όπως και κατόπιν εκτελέσεως, οι περιφερειακοί ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί εκπληρώνουν την ανατεθείσα σε αυτούς από τον νόμο αποστολή δημόσιας υπηρεσίας και ενεργούν ως φορείς δημοσίου δικαίου (ήτοι, ως μέλη της έμμεσης Διοικήσεως του κράτους), στοιχείο που τους διαφοροποιεί από τους ιδιωτικούς φορείς.

77.      Αμφότεροι επισημαίνουν ότι η προσφυγή στη διαδικασία διοικητικής εκτελέσεως για την εκτέλεση των οφειλών εκ της μη καταβολής της εισφοράς υπέρ της ραδιοτηλεοράσεως ήταν ένα από τα στοιχεία που η Επιτροπή εξέτασε στο πλαίσιο της αποφάσεως του 2007.

78.      Η Γερμανική Κυβέρνηση προσθέτει ότι τόσο η χρηματοδότηση της δημόσιας υπηρεσίας ραδιοτηλεοράσεως όσο και η γενεσιουργός αιτία της εισφοράς και η διαδικασία εισπράξεώς της εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων των κρατών μελών.

79.      Κατά την Επιτροπή, η δυνατότητα εκδόσεως εκτελεστών τίτλων συνιστά πλεονέκτημα έναντι των ιδιωτικών φορέων. Στον βαθμό κατά τον οποίον το πλεονέκτημα αυτό αποτελεί μέρος της αποζημιώσεως που λαμβάνουν οι δημόσιοι ραδιοτηλεοπτικοί φορείς για την εκπλήρωση της απτόμενης του γενικού συμφέροντος αποστολής τους, πρόκειται για πλεονέκτημα συμβατό με τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων (50). Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί παρεπόμενο δικαίωμα της δημόσιας αποστολής ραδιοτηλεοράσεως και να αποτελεί στοιχείο εγγενές στην υφιστάμενη ενίσχυση, όπως κρίθηκε με την απόφαση του 2007.

80.      Η Σουηδική Κυβέρνηση δεν υπέβαλε παρατηρήσεις ούτε ως προς αυτό το προδικαστικό ερώτημα.

2.      Εκτίμηση

81.      Το τρίτο προδικαστικό ερώτημα συνδέεται με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος, καθότι αμφότερα αφορούν το καθεστώς διοικητικής εκτελέσεως για την είσπραξη των μη καταβληθεισών εισφορών. Θα τα εξετάσω λοιπόν, από κοινού.

82.      Το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να εξετάσει, έστω παρεμπιπτόντως, ένα ζήτημα σχετικό με το καθεστώς διοικητικής εκτελέσεως οφειλόμενων εισφορών υπέρ της ραδιοτηλεοράσεως, και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι οργανισμοί που διέθεταν αυτού του είδους τις δυνατότητες απήλαυαν προνομίων δημόσιας αρχής (51). Το γεγονός ότι η εν λόγω υπόθεση αφορούσε δημόσιες συμβάσεις ουδόλως εμποδίζει την εφαρμογή του συμπεράσματος αυτού στην υπό κρίση υπόθεση.

83.      Είναι αληθές ότι, σύμφωνα με την απόφαση Τράπεζα Eurobank Ergasias (52), στην οποία παραπέμπει η Επιτροπή, μέτρο της φύσεως αυτής θα μπορούσε να χαρακτηριστεί προνομιακό εν συγκρίσει με τους λοιπούς ιδιώτες ανταγωνιστές. Ωστόσο, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η εισφορά προορίζεται για τη χρηματοδότηση αποκλειστικώς και μόνον της αποστολής δημόσιας υπηρεσίας που έχει ανατεθεί στους δημόσιους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς, και όχι, επομένως, των εμπορικών τους δραστηριοτήτων. Συνεπώς, η είσπραξη μέσω προνομιακής διοικητικής διαδικασίας διασφαλίζει τη συγκέντρωση των μέσων που είναι αναγκαία για την εκπλήρωση της υποχρεώσεως της εν λόγω υπηρεσίας, κατ’ επιταγή του νόμου.

84.      Εάν, όπως αναφέρει το αιτούν δικαστήριο, η εισφορά είναι της ίδιας φύσεως με τον φόρο, δεν είναι παράλογο τα μέσα (εκτελέσεως) που χρησιμοποιούνται για τη συλλογή των φόρων να χρησιμοποιούνται και για την είσπραξη της εισφοράς αυτής. Λόγω του χαρακτήρα της εισφοράς ως προνομίου δημοσίου δικαίου, τόσο η εκούσια καταβολή της όσο και η είσπραξή της κατόπιν εκτελέσεως είναι ενδεικτικές της λειτουργίας της ως μέσου για τη διασφάλιση της παροχής της δημόσιας υπηρεσίας ραδιοτηλεοράσεως. Το σύστημα αναγκαστικής εκτελέσεως συμβάλλει επίσης στην αποτελεσματική είσπραξη των εισφορών αυτών.

85.      Εν πάση περιπτώσει, το κρίσιμο επιχείρημα για να δοθεί απάντηση επί του ερωτήματος αυτού, καθόσον αφορά το καθεστώς κρατικών ενισχύσεων, είναι ότι, όπως επισημαίνουν ο SWR και η Γερμανική Κυβέρνηση, η Επιτροπή είχε ήδη λάβει υπόψη, στο πλαίσιο της αποφάσεως του 2007, την ύπαρξη της δυνατότητας εισπράξεως των οφειλόμενων ποσών μέσω διαδικασίας εκτελέσεως διοικητικού χαρακτήρα.

86.      Η Επιτροπή επισήμανε στην απόφαση αυτή ότι στους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς είχε αναγνωριστεί το δικαίωμα απευθείας εισπράξεως της εισφοράς, μεταξύ άλλων και με διαδικασία διοικητικής εκτελέσεως (53). Βάσει της διαπιστώσεως αυτής μπορούσε να συναχθεί ότι τα ούτως λαμβανόμενα έσοδα παρέμεναν υπό δημόσιο έλεγχο και, ως εκ τούτου, είχαν τον χαρακτήρα κρατικών πόρων κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ (54).

87.      Καθόσον ο νόμος του Land δεν προέβλεψε άλλως ως προς το σημείο αυτό, αλλά διατήρησε ανέπαφο το προβλεπόμενο στην προηγούμενη νομοθεσία σύστημα διοικητικής εκτελέσεως, το τελευταίο καλύπτεται από την απόφαση του 2007.

88.      Κατά τα λοιπά, η διαφορετική μεταχείριση μεταξύ δημοσίων και ιδιωτικών ραδιοτηλεοπτικών φορέων ως προς το σημείο αυτό δεν μπορεί να εξετάζεται μεμονωμένα, αλλά εντός του πλαισίου δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που αμφότεροι αναλαμβάνουν εκ του νόμου. Οι οργανισμοί δημοσίου δικαίου υπόκεινται σε ορισμένους περιορισμούς, οι οποίοι απορρέουν από την εκπλήρωση των καθηκόντων τους δημόσιας υπηρεσίας, καθήκοντα από τα οποία απαλλάσσονται οι ιδιωτικοί φορείς. Από την άλλη πλευρά, ουδόλως αποκλείεται να απολαύουν οι δημόσιοι φορείς εξαιρετικών εξουσιών έναντι αυτών του ιδιωτικού δικαίου, υποκείμενων σε μεταγενέστερο δικαστικό έλεγχο.

89.      Η ύπαρξη διαφορετικών νομικών καθεστώτων μεταξύ δημοσίων και ιδιωτικών φορέων μπορεί να δικαιολογήσει, όσον αφορά την είσπραξη μιας δημοσίου δικαίου εισφοράς, τη χρήση των διοικητικού χαρακτήρα μέσων που προβλέπονται για την αναγκαστική εκτέλεσή της, σε περίπτωση μη καταβολής της.

V.      Πρόταση

90.      Βάσει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει απαράδεκτο το πρώτο σκέλος του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος και να απαντήσει στο Landgericht Tübingen (περιφερειακό δικαστήριο του Tübingen, Γερμανία), σε σχέση με τα τρία προδικαστικά ερωτήματα, ως εξής:

«1)      Ο νόμος του ομόσπονδου κράτους της Βάδης-Βυρτεμβέργης, της 18ης Οκτωβρίου 2011, περί της εφαρμογής της κρατικής συμβάσεως για την εισφορά υπέρ της ραδιοτηλεοράσεως της 17ης Δεκεμβρίου 2010, ο οποίος τροποποιεί τη γενεσιουργό αιτία της εισφοράς υπέρ της ραδιοτηλεοράσεως, αντικαθιστώντας την κατοχή συσκευής λήψεως από την κατοχή οικίας:

–        δεν συνιστά μεταβολή υφισταμένης ενισχύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 794/2004 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου [108 ΣΛΕΕ].

–        δεν αποτελεί, επομένως, νέα ενίσχυση, κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 659/1999, η οποία θα έπρεπε, βάσει του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, να έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή ή να έχει εγκριθεί από το εν λόγω θεσμικό όργανο.

2)      Τα άρθρα 107 και 108 ΣΛΕΕ δεν αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία, όπως ο προμνησθείς νόμος του ομόσπονδου κράτους της Βάδης-Βυρτεμβέργης, η οποία επιτρέπει στους χρηματοδοτούμενους μέσω εισφοράς υπέρ της ραδιοτηλεοράσεως δημόσιους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς να εκδίδουν και να εκτελούν ίδιους εκτελεστούς τίτλους, προκειμένου να εισπράξουν την εν λόγω εισφορά σε περίπτωση μη καταβολής της, χωρίς να απαιτείται να προσφύγουν στην τακτική δικαιοσύνη.»


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.


2      Απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 1961 (BVerfGE 12, 205 Rundfunkentscheidung, σκέψη 182).


3      Ακρωνύμια των δύο κύριων δημόσιων τηλεοπτικών σταθμών στη Γερμανία. Τα αρχικά ARD αντιστοιχούν στην «Arbeitsgemeinschaft der öffentlich-rechtlichen Rundfunkanstalten der Bundesrepublik Deutschland» (κοινοπραξία δημοσίων ραδιοτηλεοπτικών φορέων της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας) και τα αρχικά ZDF στον «Zweites Deutsches Fernsehen» (δεύτερο γερμανικό τηλεοπτικό σταθμό).


4      «Südwestrundfunk, Anstalt des öffentlichen Rechts» (δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός φορέας της νοτιοδυτικής Γερμανίας, οργανισμός δημοσίου δικαίου, στο εξής: SWR).


5      Χρησιμοποιώ τον όρο «εισφορά» κατά την αναφορά μου στον «Rundfunkbeitrag» που ισχύει από το 2013. Έως τότε, ο γερμανικός νόμος τη χαρακτήριζε ως «Rundfunkgebühr», ήτοι, ραδιοτηλεοπτικό τέλος. Ωστόσο, ο εκπρόσωπος του SWR διευκρίνισε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι, στην πραγματικότητα, η νομική φύση του ραδιοτηλεοπτικού τέλους σύμφωνα με την προϊσχύσασα νομοθεσία ήταν ίδια με αυτήν της νυν ισχύουσας εισφοράς, καθόσον βάρυνε τη δυνατότητα λήψεως των δημοσίων ραδιοτηλεοπτικών υπηρεσιών, και όχι την πραγματική λήψη τους.


6      C(2007) 1761 τελικό. Κρατική ενίσχυση E/2005 (ex CP 2/2003, CP 232/2002, CP 43/2003, CP 243/2004 και CP 195/2004) – Financing of public service broadcasters in Germany (στο εξής: απόφαση του 2007), διαθέσιμη μόνο στα αγγλικά και τα γερμανικά, σημεία 200 έως 216.


7      Κανονισμός (ΕΚ) του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της συνθήκης ΕΚ [νυν άρθρο 108 ΣΛΕΕ] (ΕΕ 1999, L 83, σ. 1). Ο κανονισμός αυτός αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/1589 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2015, περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του άρθρου 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2015, L 248, σ. 9), ο οποίος δεν έχει, ratione temporis, εφαρμογή εν προκειμένω.


8      Η εισφορά είναι επίσης καταβλητέα από τους επιχειρηματίες, σε συνάρτηση με διάφορους παράγοντες (επαγγελματικούς χώρους και οχήματα χρησιμοποιούμενα για επαγγελματικούς σκοπούς). Δεδομένου ότι οι αχθείσες ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου διαφορές δεν αφορούν επιχειρηματίες, αναφέρομαι αποκλειστικώς στην εισφορά που καταβάλλεται από φυσικά πρόσωπα-κατόχους οικιών.


9      Το Bundesverwaltungsgericht (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, Γερμανία) απεφάνθη συναφώς με την απόφαση της 18ης Μαρτίου 2016. Το Bundesvefassungsgericht (Συνταγματικό Δικαστήριο) έκρινε, με την απόφαση της 18ης Ιουλίου 2018 (υποθέσεις 1 BvR 1675/16, 1 BvR 745/17, 1 BvR 836/17, 1 BvR 981/17), την τροποποίηση της εισφοράς σύμφωνη με τον Θεμελιώδη Νόμο, με εξαίρεση το μέρος εκείνο που αφορούσε τις δευτερεύουσες κατοικίες.


10      ΕΕ 1997, C 340, σ. 109. Εξ ου και η ονομασία του ως «Πρωτοκόλλου του Άμστερνταμ».


11      Κανονισμός της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου (ΕΕ 2004, L 140, σ. 1).


12      ΕΕ 2009, C 257, σ. 1 (στο εξής: ανακοίνωση του 2009).


13      «Rundfunkstaatsvertrag», η οποία περιλαμβάνει τη βασική νομοθεσία του διττού ραδιοτηλεοπτικού συστήματος στη Γερμανία· η τελευταία (21η) τροποποίηση ενεκρίθη στις 18 Δεκεμβρίου 2017 και ετέθη σε ισχύ στις 25 Μαΐου 2018 (στο εξής: σύμβαση περί ραδιοτηλεοράσεως).


14      «Rundfunkfinanzierungsstaatsvertrag», της 31ης Αυγούστου 1991, όπως τροποποιήθηκε εσχάτως με την εικοστή τροποποιητική κρατική σύμβαση περί ραδιοτηλεοράσεως της 8ης έως 16ης Δεκεμβρίου 2016.


15      «Rundfunkbeitragsstaatsvertrag», όπως ετέθη σε ισχύ στις 15 Δεκεμβρίου 2010, τροποποιηθείσα εσχάτως το 2017· στο εξής: σύμβαση για την εισφορά υπέρ της ραδιοτηλεοράσεως.


16      «Kommission zur Überprüfung und Ermittlung des Finanzbedarfs der Rundfunkanstalten» (στο εξής: KEF).


17      Νόμος της 18ης Οκτωβρίου 2011, περί της εφαρμογής της συμβάσεως για την εισφορά υπέρ της ραδιοτηλεοράσεως της 17ης Δεκεμβρίου 2010 [Baden-württembergisches Gesetz vom 18.10.2011 zur Geltung des Rundfunkbeitragsstaatsvertrags (RdFunkBeitrStVBW) vom 17. Dezember 2010], όπως τροποποιήθηκε εσχάτως με το άρθρο 4 της δέκατης ένατης τροποποιητικής κρατικής συμβάσεως περί ραδιοτηλεοράσεως της 3ης Δεκεμβρίου 2015 (νόμος της 23ης Φεβρουαρίου 2016· GBl. σ. 126 επ., ιδίως, σ. 129). Στο εξής: νόμος του Land.


18      Verwaltungsvollstreckungsgesetz für Baden-Württemberg, της 12ης Μαρτίου 1974.


19      Ωστόσο, το άρθρο 15 bis επιτρέπει στις Διοικήσεις να προσφεύγουν στον μηχανισμό αναγκαστικής εκτελέσεως του αστικού δικαίου.


20      Επικαλείται, υπό την έννοια αυτή, την απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2011, Γερμανία κατά Επιτροπής (C‑544/09 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:584).


21      Υπόθεση C‑544/09 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:584. Το Δικαστήριο απέρριψε την ασκηθείσα από τη Γερμανία αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της 6ης Οκτωβρίου 2009, Γερμανία κατά Επιτροπής (T‑21/06, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2009:387). Με την τελευταία είχε επιβεβαιωθεί η εγκυρότητα της αποφάσεως της Επιτροπής σχετικά με την κρατική ενίσχυση που χορήγησε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υπέρ της εισαγωγής της ψηφιακής επίγειας τηλεόρασης (DVB-T) στο Βερολίνο-Βραδεμβούργο [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2005) 3903] (ΕΕ 2006, L 200, σ. 14), με την οποία η ενίσχυση αυτή κρίθηκε ασύμβατη με την εσωτερική αγορά.


22      Παραπέμπει στην απόφαση της 9ης Αυγούστου 1994, Namur-Les assurances du crédit (C‑44/93, EU:C:1994:311).


23      Κατά παραπομπή στην απόφαση της 2ας Ιουλίου 1974, Ιταλία κατά Επιτροπής (173/73, EU:C:1974:71, σκέψη 16), καθώς και στην απόφαση της Επιτροπής στην υπόθεση NN 88/98, Χρηματοδότηση ειδησεογραφικού σταθμού 24ώρου λειτουργίας χωρίς διαφημίσεις, με τέλος αδειοδότησης εκ μέρους του BBC (ΕΕ 2000, C 78, σ. 6).


24      Αποφάσεις της 6ης Μαΐου 2000, Γαλλία κατά Ladbroke Racing και Επιτροπής (C‑83/98 P, EU:C:2000:248)· και της 15ης Ιουλίου 2004, Pearley κ.λπ. (C‑345/02, EU:C:2004:448), συμπεριλαμβανομένων των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Ruiz-Jarabo Colomer, της 11ης Μαρτίου 2004, στην τελευταία αυτή υπόθεση (EU:C:2004:145, σημείο 67). Παραπέμπει επίσης σε δύο αποφάσεις της Επιτροπής στην υπόθεση N 631/2001, σχετικά με τη συνεισφορά υπέρ του BBC – Ηνωμένο Βασίλειο· και στην υπόθεση E 2/2008, σχετικά με τη χρηματοδότηση της ORF – Αυστρία.


25      Μνημονεύει την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2000, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑337/98, EU:C:2000:543).


26      Απόφαση της 20ής Μαΐου 2010, Todaro Nunziatina & C. (C‑138/09, EU:C:2010:291, σκέψη 46).


27      Ως προς την έννοια της μεταβολής υφισταμένης ενισχύσεως, βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα N. Wahl στην υπόθεση Carrefour Hypermarchés κ.λπ. (C‑510/16, EU:C:2017:929, σημεία 51 έως 56).


28      Όπως εξέθεσε ο γενικός εισαγγελέας A. Trabucchi με τις προτάσεις του στην υπόθεση Van der Hulst (C‑51/74, EU:C:1974:134, σημείο 7).


29      Παραδείγματος χάριν, μια σημαντική διεύρυνση του κύκλου των δικαιούχων.


30      Παραδείγματος χάριν, οσάκις αλλάζουν τα πλεονεκτήματα που καθιερώνει το καθεστώς, η φύση των πλεονεκτημάτων αυτών, το ύψος των οικείων ποσών ή οι ενισχυόμενες επιχειρηματικές δραστηριότητες. Βλ. απόφαση της 9ης Αυγούστου 1994, Namur-Les assurances du crédit (C‑44/93, EU:C:1994:311, σκέψη 29).


31      Παραδείγματος χάριν, η παράταση της περιόδου εντός της οποίας γεννάται το δικαίωμα ενισχύσεως ή η παράταση ισχύος της ήδη χορηγηθείσας ενισχύσεως. Βλ. αποφάσεις της 13ης Ιουνίου 2013, HGA κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑630/11 P έως C‑633/11 P, EU:C:2013:387, σκέψεις 92 έως 94), και της 26ης Οκτωβρίου 2016, ΔΕΗ και Επιτροπή κατά Αλουμίνιον της Ελλάδος (C‑590/14 P, EU:C:2016:797, σκέψεις 58 και 59).


32      Απόφαση της 9ης Αυγούστου 1994, Namur-Les assurances du crédit (C‑44/93, EU:C:1994:311, σκέψη 28).


33      Απόφαση της 20ής Μαΐου 2010, Todaro Nunziatina & C. (C‑138/09, EU:C:2010:291, σκέψεις 46 και 47).


34      Τούτο συνάγεται, παραδείγματος χάριν, από τις αποφάσεις της 25ης Οκτωβρίου 2017, Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑467/15 P, EU:C:2017:799, σκέψεις 37 έως 44), και της 20ής Μαΐου 2010, Todaro Nunziatina & C. (C‑138/09, EU:C:2010:291, σκέψεις 28 έως 41).


35      Απόφαση της 15ης Μαρτίου 1994, Banco Exterior de España (C‑387/92, EU:C:1994:100, σκέψεις 17 και 18).


36      Απόφαση της 24ης Ιουλίου 2003, Altmark Trans και Regierungspräsidium Magdeburg (C‑280/00, EU:C:2003:415) (στο εξής: νομολογία Altmark). Βλ. σημεία 157 έως 169 της αποφάσεως του 2007.


37      Σημείο 1 των παρουσών προτάσεων.


38      Από τα αριθμητικά αυτά στοιχεία προκύπτει ότι τα έσοδα (σε εκατομμύρια ευρώ) κατά τα έτη 2009 έως 2016 ήταν σταθερά: το 2009, 7 416· το 2010, 7 362· το 2011, 7 347· το 2012, 7 306· το 2013, 7 480· το 2014, 8 082· το 2015, 7 842· και το 2016, 7 825. Τα στοιχεία αυτά περιλαμβάνονται στις εκθέσεις της KEF αριθ. 20 (2016), πίνακας 124, σ. 199 (έτη 2013-2016) [https://kef-online.de/fileadmin/KEF/Dateien/Berichte/20._Bericht.pdf]· και αριθ. 19 (2014), πίνακας 96, σ. 141 (έτη 2009-2012) [https://kef-online.de/fileadmin/KEF/Dateien/Berichte/19._Bericht.pdf] (υποσημείωση 24 των παρατηρήσεων της Επιτροπής).


39      Τούτο επιβεβαιώνεται από τα στοιχεία που προσκόμισε η Γερμανική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Μόνο κατά τα έτη 2013/2014 οι εισπράξεις αυξήθηκαν κατά 8,7 % έναντι αυτών του 2012, τελευταίο έτος ισχύος της προηγουμένης νομοθεσίας· η αύξηση, όμως, αυτή αποτέλεσε, ακριβώς, την αφορμή για τη μείωση του ύψους της εισφοράς από 1ης Απριλίου 2015 (από 17,89 σε 17,50 ευρώ, εκ των οποίων τα 30 λεπτά αφορούσαν τα αποθεματικά).


40      Υπό την έννοια αυτή, αν και σε διαφορετικό πλαίσιο, απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2005, Streekgewest (C‑174/02, EU:C:2005:10, σκέψη 28).


41      Βλ. σημείο 15 των παρουσών προτάσεων.


42      Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2007, Bayerischer Rundfunk κ.λπ. (C‑337/06, EU:C:2007:786, σκέψη 21).


43      Η Γερμανική Κυβέρνηση επιβεβαίωσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι η μεταρρύθμιση του 2011 δεν είχε επηρεάσει τις αρμοδιότητες της KEF.


44      Η Γερμανία δεσμεύτηκε ότι η KEF θα βάσιζε τους υπολογισμούς της αποκλειστικώς και μόνο στα έξοδα που προκύπτουν από την εκπλήρωση της υποχρεώσεως παροχής δημόσιας υπηρεσίας (απόφαση του 2007, σημείο 379). Επιτρέπεται, ωστόσο, ένα μικρό όφελος και ενδεχομένως ένα πλεόνασμα που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την προώθηση νέων μέσων.


45      Βλ. σημεία 382 και 385 της αποφάσεως του 2007.


46      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή επέστησε την προσοχή στη διαρκή εποπτεία στην οποία, δυνάμει του άρθρου 108, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, οφείλει να προβαίνει και στην οποία έχει προβεί μετά την έκδοση της αποφάσεως του 2007. Υπογράμμισε ότι, μέχρι στιγμής, δεν έχει εντοπίσει κάποια τροποποίηση που θα μπορούσε να καταστήσει αναγκαία την εκ νέου εξέταση της συμβατότητας του καθεστώτος χρηματοδοτήσεως των γερμανικών δημοσίων ραδιοτηλεοπτικών φορέων προς την εσωτερική αγορά.


47      Το Bundesverfassungsgericht (Συνταγματικό Δικαστήριο) επιβεβαίωσε, με διάταξη της 22ας Αυγούστου 2012, ότι η κατοχή προσωπικού υπολογιστή με σύνδεση στο διαδίκτυο, μέσω του οποίου ήταν δυνατή η λήψη των προγραμμάτων των δημοσίων ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών, αρκούσε ώστε να καταστεί απαιτητή η εισφορά (υπόθεση 1 BvR 199/11).


48      Είναι, ωστόσο, αληθές ότι, κατ’ αυστηρή ερμηνεία των προηγουμένων κανόνων, η αναμενόμενη αυτή διεύρυνση του φάσματος συσκευών που συνεπάγονται υποχρέωση καταβολής της εισφοράς θα καθιστούσε στην πραγματικότητα δυσχερέστερη την είσπραξή της, καθόσον ο έλεγχος σχετικά με την κατοχή τέτοιου είδους συσκευών παρουσίαζε σημαντικά προβλήματα.


49      Εν πάση περιπτώσει, στην Επιτροπή θα εναπέκειτο να διερευνήσει τον συμβατό ή μη χαρακτήρα των δημοσίων πόρων που έχουν διατεθεί για την εγκατάσταση του συστήματος DVB-T2, κάτι που αποτελεί διαφορετικό ζήτημα και χρήζει σύνθετης αναλύσεως. Τούτο συνέβη κατά τον χρόνο της εισαγωγής της επίγειας ψηφιακής τηλεοράσεως (DVB-T) στο Βερολίνο-Βραδεμβούργο, στην οποία αναφέρομαι στην υποσημείωση 21.


50      Επικαλείται την απόφαση της 16ης Απριλίου 2015, Τράπεζα Eurobank Ergasias (C‑690/13, EU:C:2015:235).


51      Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2007, Bayerischer Rundfunk κ.λπ. (C‑337/06, EU:C:2007:786, σκέψη 44).


52      Απόφαση της 16ης Απριλίου 2015 (C‑690/13, EU:C:2015:235, σκέψη 29): «το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ έχει την έννοια ότι μπορούν να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του προνόμια, όπως τα επίμαχα στην κύρια δίκη, δυνάμει των οποίων ορισμένη τράπεζα δικαιούται […] να επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση με απλό ιδιωτικό έγγραφο […]».


53      Απόφαση του 2007, σημεία 144 και 145.


54      Απόφαση του 2007, σημείο 150.