Language of document : ECLI:EU:C:2018:787

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)

της 2ας Οκτωβρίου 2018 (*)

«Προσφυγή ακυρώσεως – Θεσμικό δίκαιο – Πρωτόκολλο για τον καθορισμό της έδρας των θεσμικών οργάνων και ορισμένων λοιπών οργάνων, οργανισμών και υπηρεσιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο – Έννοια της “συνόδου για τον προϋπολογισμό” που πραγματοποιείται στο Στρασβούργο (Γαλλία) – Άρθρο 314 ΣΛΕΕ – Άσκηση της δημοσιονομικής εξουσίας στη διάρκεια μιας περιόδου πρόσθετης συνόδου της ολομέλειας στις Βρυξέλλες (Βέλγιο)»

Στην υπόθεση C-73/17,

με αντικείμενο προσφυγή ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, η οποία ασκήθηκε στις 9 Φεβρουαρίου 2017,

Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τους F. Alabrune, D. Colas και B. Fodda, καθώς και από την E. de Moustier,

προσφεύγουσα,

υποστηριζόμενη από το

Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, εκπροσωπούμενο από την D. Holderer και τον C. Schiltz,

παρεμβαίνον,

κατά

Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενου από τους R. Crowe και U. Rösslein,

καθού,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),

συγκείμενο από τους K. Lenaerts, Πρόεδρο, A. Tizzano, Αντιπρόεδρο, R. Silva de Lapuerta, M. Ilešič, T. von Danwitz (εισηγητή) και A. Rosas, προέδρους τμήματος, E. Juhász, D. Šváby, A. Prechal, F. Biltgen, K. Jürimäe, Κ. Λυκούργο και Μ. Βηλαρά, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Wathelet

γραμματέας: V. Giacobbo-Peyronnel, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 2ας Μαΐου 2018,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Ιουνίου 2018,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με την προσφυγή της, η Γαλλική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει τέσσερις πράξεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, σχετικές με την έγκριση του ετήσιου προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το οικονομικό έτος 2017 (στο εξής, από κοινού: προσβαλλόμενες πράξεις), ήτοι:

–        την ημερήσια διάταξη της συνεδριάσεως της ολομέλειας του Κοινοβουλίου της 30ής Νοεμβρίου 2016 [έγγραφο P8_OJ(2016)11-30], κατά το μέρος που προέβλεπε συζήτηση επί του κοινού σχεδίου ετήσιου προϋπολογισμού της Ένωσης για το οικονομικό έτος 2017·

–        την ημερήσια διάταξη της συνεδριάσεως της ολομέλειας του Κοινοβουλίου της 1ης Δεκεμβρίου 2016 [έγγραφο P8_0J (2016)12-01], κατά το μέρος που προέβλεπε τη διεξαγωγή ψηφοφορίας ακολουθούμενης από αιτιολόγηση ψήφου όσον αφορά το κοινό αυτό σχέδιο·

–        το νομοθετικό ψήφισμα του Κοινοβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 2016, επί του εν λόγω κοινού σχεδίου [έγγραφο T8-0475/2016, P8_TA-PROV(2016)0475], και

–        την πράξη με την οποία ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου διαπίστωσε ότι ο ετήσιος προϋπολογισμός της Ένωσης για το οικονομικό έτος 2017 είχε εγκριθεί οριστικώς.

 Το νομικό πλαίσιο

2        Στις 12 Δεκεμβρίου 1992, οι κυβερνήσεις των κρατών μελών έλαβαν με κοινή συμφωνία, βάσει του άρθρου 216 της Συνθήκης ΕΟΚ, του άρθρου 77 της Συνθήκης ΕΚΑΧ και του άρθρου 189 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, την απόφαση σχετικά με τον καθορισμό των εδρών των οργάνων και ορισμένων οργανισμών και υπηρεσιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων(ΕΕ 1992, C 341, σ. 1, στο εξής: απόφαση του Εδιμβούργου).

3        Επ’ ευκαιρία της διακυβερνητικής διασκέψεως που οδήγησε στη θέσπιση της Συνθήκης του Άμστερνταμ, το κείμενο της αποφάσεως του Εδιμβούργου προσαρτήθηκε ως πρωτόκολλο στις Συνθήκες ΕΕ, ΕΚ, ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ.

4        Όπως έχει σήμερα, το άρθρο μόνο, στοιχείο αʹ, του πρωτοκόλλου για τον καθορισμό της έδρας των θεσμικών οργάνων και ορισμένων λοιπών οργάνων, οργανισμών και υπηρεσιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως έχει προσαρτηθεί στις Συνθήκες ΕΕ, ΛΕΕ και ΕΚΑΕ (στο εξής: πρωτόκολλο για την έδρα των θεσμικών οργάνων), ορίζει, με την ίδια ακριβώς διατύπωση όπως το άρθρο 1, στοιχείο αʹ, της αποφάσεως του Εδιμβούργου, τα εξής:

«Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει την έδρα του στο Στρασβούργο όπου λαμβάνουν χώρα οι δώδεκα μηνιαίες περίοδοι συνόδου της ολομελείας, συμπεριλαμβανομένης της συνόδου για τον προϋπολογισμό. Οι περίοδοι των πρόσθετων συνόδων της ολομελείας πραγματοποιούνται στις Βρυξέλλες. Οι επιτροπές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου εδρεύουν στις Βρυξέλλες. Η Γενική Γραμματεία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και οι υπηρεσίες της παραμένουν στο Λουξεμβούργο.»

5        Το άρθρο 314 ΣΛΕΕ προβλέπει, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με ειδική νομοθετική διαδικασία, θεσπίζουν τον ετήσιο προϋπολογισμό της Ένωσης σύμφωνα με τις κατωτέρω διατάξεις.

[…]

3.      Το Συμβούλιο καθορίζει τη θέση του σχετικά με το σχέδιο προϋπολογισμού και την διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το αργότερο την 1η Οκτωβρίου του έτους που προηγείται του έτους της εκτέλεσης του προϋπολογισμού. […]

4.      Εάν, εντός σαράντα δύο ημερών από τη διαβίβαση αυτή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο:

[…]

γ)      εγκρίνει τροπολογίες με την πλειοψηφία του όλου αριθμού των μελών που το απαρτίζουν, το σχέδιο, όπως τροποποιήθηκε, διαβιβάζεται στο Συμβούλιο και την Επιτροπή. Ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κατόπιν συμφωνίας με τον Πρόεδρο του Συμβουλίου, συγκαλεί αμέσως την επιτροπή συνδιαλλαγής. […]

5.      Η επιτροπή συνδιαλλαγής, η οποία αποτελείται από τα μέλη του Συμβουλίου ή τους αντιπροσώπους τους και από ισάριθμους αντιπροσώπους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, έχει ως αποστολή την επίτευξη συμφωνίας επί κοινού σχεδίου, με την ειδική πλειοψηφία των μελών του Συμβουλίου ή των αντιπροσώπων τους και με την πλειοψηφία των αντιπροσώπων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εντός 21 ημερών από τη σύγκλησή της, βάσει των θέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

[…]

6.      Εάν, εντός της προθεσμίας των 21 ημερών που ορίζεται στην παράγραφο 5, η επιτροπή συνδιαλλαγής συμφωνήσει επί κοινού σχεδίου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο διαθέτουν προθεσμία 14 ημερών έκαστο από την ημερομηνία της συμφωνίας αυτής για να εγκρίνουν το κοινό σχέδιο.

7.      Εάν, εντός της προθεσμίας των 14 ημερών της παραγράφου 6:

α)      το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εγκρίνουν αμφότερα το κοινό σχέδιο ή δεν λάβουν απόφαση, ή ένα από τα δύο αυτά θεσμικά όργανα εγκρίνει το κοινό σχέδιο ενώ το άλλο δεν λάβει απόφαση, ο προϋπολογισμός θεωρείται ότι έχει εκδοθεί οριστικά σύμφωνα με το κοινό σχέδιο, ή

β)      το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αποφασίζοντας με την πλειοψηφία των μελών που το απαρτίζουν, και το Συμβούλιο απορρίψουν αμφότερα το κοινό σχέδιο, ή εάν ένα από τα δύο αυτά θεσμικά όργανα απορρίψει το κοινό σχέδιο ενώ το άλλο δεν λάβει απόφαση, υποβάλλεται νέο σχέδιο προϋπολογισμού από την Επιτροπή, ή

[…]

δ)      το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εγκρίνει το κοινό σχέδιο ενώ το Συμβούλιο το απορρίψει, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί, με την πλειοψηφία των μελών που το απαρτίζουν και των τριών πέμπτων των ψηφισάντων, εντός 14 ημερών από την απόρριψη του σχεδίου από το Συμβούλιο, να αποφασίσει να επιβεβαιώσει όλες ή μερικές από τις τροπολογίες της παραγράφου 4, στοιχείο γʹ. Εφόσον δεν επιβεβαιωθεί μια τροπολογία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ισχύει η θέση που συμφωνήθηκε στην επιτροπή συνδιαλλαγής ως προς τη γραμμή του προϋπολογισμού για την οποία υποβλήθηκε η τροπολογία. Ο προϋπολογισμός θεωρείται ως οριστικά εκδοθείς επί αυτής της βάσεως.

[…]

9.      Όταν περατωθεί η διαδικασία που προβλέπεται στο παρόν άρθρο, ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου διαπιστώνει ότι ο προϋπολογισμός έχει οριστικώς εκδοθεί.

10.      Κάθε θεσμικό όργανο ασκεί τις εξουσίες που του αναθέτει το παρόν άρθρο τηρώντας τις Συνθήκες και τις πράξεις που θεσπίζονται βάσει αυτών, ιδίως όσον αφορά τους ιδίους πόρους της Ένωσης και την ισοσκέλιση εσόδων και δαπανών.»

6        Ο κανονισμός του Κοινοβουλίου, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο της διαφοράς (στο εξής: εσωτερικός κανονισμός), ορίζει στο άρθρο 156, υπό τον τίτλο «Προθεσμίες», τα εξής:

«Εκτός από τις περιπτώσεις κατεπείγοντος που προβλέπονται στα άρθρα 135 και 154, δεν είναι δυνατό να αρχίσει συζήτηση και ψηφοφορία επί κειμένου παρά μόνο αν το κείμενο αυτό έχει διανεμηθεί τουλάχιστον 24 ώρες νωρίτερα.»

7        Κατά το άρθρο 158, παράγραφος 1, του εσωτερικού κανονισμού, «[ό]λα τα έγγραφα του [Κοινοβουλίου] πρέπει να συντάσσονται στις επίσημες γλώσσες».

 Το ιστορικό της διαφοράς

8        Στις 20 Μαΐου 2015, το Κοινοβούλιο κατάρτισε το χρονοδιάγραμμα των περιόδων συνόδου της ολομέλειας για το 2016 προβλέποντας, μεταξύ άλλων, περιόδους τακτικής συνόδου της ολομέλειας στο Στρασβούργο (Γαλλία) από τις 24 έως τις 27 Οκτωβρίου, από τις 21 έως τις 24 Νοεμβρίου και από τις 12 έως τις 15 Δεκεμβρίου 2016, καθώς και μια περίοδο πρόσθετης συνόδου της ολομέλειας στις 30 Νοεμβρίου και 1η Δεκεμβρίου 2016 στις Βρυξέλλες (Βέλγιο).

9        Στις 18 Ιουλίου 2016, η Επιτροπή δημοσίευσε σχέδιο ετήσιου προϋπολογισμού για το οικονομικό έτος 2017. Στις 14 Σεπτεμβρίου 2016, το Συμβούλιο διαβίβασε στο Κοινοβούλιο τη θέση του επί του σχεδίου αυτού. Κατόπιν ψηφοφορίας στην επιτροπή προϋπολογισμών και κατόπιν συζητήσεως κατά την περίοδο τακτικής συνόδου της ολομέλειας στο Στρασβούργο από τις 24 έως τις 27 Οκτωβρίου 2016, το Κοινοβούλιο εξέδωσε, στις 26 Οκτωβρίου 2016, νομοθετικό ψήφισμα με το οποίο πρότεινε τροπολογίες στο ως άνω σχέδιο. Στις 27 Οκτωβρίου 2016, άρχισε η διαδικασία συνδιαλλαγής επί του προϋπολογισμού μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Η διαδικασία αυτή κατέληξε, στις 17 Νοεμβρίου 2016, σε συμφωνία επί κοινού σχεδίου για τον ετήσιο προϋπολογισμό της Ένωσης για το οικονομικό έτος 2017, το οποίο διαβιβάστηκε την ίδια ημέρα στο Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. Το κείμενο της συμφωνίας υποβλήθηκε σε τεχνική επεξεργασία από τις υπηρεσίες της Επιτροπής προκειμένου να ευθυγραμμιστεί με τη δημοσιονομική και νομική ορολογία. Το επεξεργασμένο αυτό κοινό σχέδιο προϋπολογισμού απεστάλη στο Κοινοβούλιο στη διάρκεια του απογεύματος της 24ης Νοεμβρίου 2016.

10      Στις 28 Νοεμβρίου 2016, το Συμβούλιο ενέκρινε το κοινό σχέδιο ετήσιου προϋπολογισμού της Ένωσης για το οικονομικό έτος 2017. Το Κοινοβούλιο δεν ενέγραψε τη συζήτηση και την ψηφοφορία επί του σχεδίου αυτού στην ημερήσια διάταξη των συνεδριάσεων της τακτικής συνόδου της ολομέλειας που πραγματοποιήθηκαν στο Στρασβούργο από τις 21 έως τις 24 Νοεμβρίου 2016, αλλά σε εκείνη των συνεδριάσεων της πρόσθετης συνόδου της ολομέλειας, στις 30 Νοεμβρίου και 1η Δεκεμβρίου 2016 στις Βρυξέλλες. Με το νομοθετικό ψήφισμα της 1ης Δεκεμβρίου 2016, το Κοινοβούλιο ενέκρινε το εν λόγω σχέδιο. Την ίδια ημερομηνία, ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου διαπίστωσε, σε συνεδρίαση της ολομέλειας, ότι ο ετήσιος προϋπολογισμός της Ένωσης για το οικονομικό έτος 2017 είχε εγκριθεί οριστικώς.

 Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων

11      Η Γαλλική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει τις προσβαλλόμενες πράξεις·

–        να διατηρήσει σε ισχύ τα αποτελέσματα της πράξεως με την οποία ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου διαπίστωσε ότι ο ετήσιος προϋπολογισμός της Ένωσης για το οικονομικό έτος 2017 είχε εγκριθεί οριστικώς, μέχρις ότου ο προϋπολογισμός αυτός εγκριθεί οριστικώς με πράξη σύμφωνη προς τις Συνθήκες, εντός εύλογου χρόνου από την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης στην παρούσα υπόθεση, και

–        να καταδικάσει το Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα.

12      Το Κοινοβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να κρίνει απαράδεκτη την προσφυγή κατά το μέρος που αφορά την ημερήσια διάταξη των δύο συνεδριάσεων της ολομέλειας του Κοινοβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου και της 1ης Δεκεμβρίου 2016, και το νομοθετικό ψήφισμα του Κοινοβουλίου της 1ης Δεκεμβρίου 2016·

–        να απορρίψει την προσφυγή·

–        να καταδικάσει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα, ή

–        επικουρικώς, να διατηρήσει σε ισχύ τα αποτελέσματα της πράξεως με την οποία ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου διαπίστωσε ότι ο ετήσιος προϋπολογισμός της Ένωσης για το οικονομικό έτος 2017 είχε εγκριθεί οριστικώς, μέχρι να τεθεί σε ισχύ, εντός εύλογου χρόνου, νέα πράξη που θα προορίζεται να την αντικαταστήσει.

13      Με την από 7 Ιουνίου 2017 διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου, επιτράπηκε στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου να παρέμβει υπέρ της Γαλλικής Δημοκρατίας.

 Επί της προσφυγής

 Επί του παραδεκτού

14      Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη κατά το μέρος που αφορά την ημερήσια διάταξη των δύο συνεδριάσεων της ολομέλειας του Κοινοβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου και της 1ης Δεκεμβρίου 2016, καθώς και το νομοθετικό ψήφισμα του Κοινοβουλίου της 1ης Δεκεμβρίου 2016. Κατά το Κοινοβούλιο, η ημερήσια διάταξη για αμφότερες τις συνεδριάσεις είναι μέτρο αμιγώς εσωτερικής οργανώσεως, το οποίο δεν παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων. Το δε νομοθετικό ψήφισμα είναι απλώς προπαρασκευαστική πράξη σε σχέση με την πράξη με την οποία ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου διαπίστωσε ότι ο ετήσιος προϋπολογισμός της Ένωσης για το οικονομικό έτος 2017 είχε εγκριθεί οριστικώς.

15      Ως προς το σημείο αυτό, επισημαίνεται ότι το Κοινοβούλιο, εγγράφοντας τη συζήτηση και την ψηφοφορία επί του κοινού σχεδίου ετήσιου προϋπολογισμού της Ένωσης για το οικονομικό έτος 2017 στην ημερήσια διάταξη των συνεδριάσεων της ολομέλειας της 30ής Νοεμβρίου και της 1ης Δεκεμβρίου 2016, έλαβε την απόφαση να ασκήσει τις δημοσιονομικές του αρμοδιότητες δυνάμει του άρθρου 314, παράγραφος 6, ΣΛΕΕ στη διάρκεια περιόδου πρόσθετης συνόδου της ολομέλειας στις Βρυξέλλες. Το ζήτημα, όμως, αν η ημερήσια διάταξη των αντίστοιχων δύο συνεδριάσεων αφορά αποκλειστικώς την εσωτερική οργάνωση του Κοινοβουλίου ή αν παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων, εφόσον τα αποτελέσματα αυτά απορρέουν από την άσκηση, εκ μέρους του συγκεκριμένου θεσμικού οργάνου, των αρμοδιοτήτων που του έχουν ανατεθεί, συνδέεται άρρηκτα με την εξέταση του περιεχομένου της κάθε ημερησίας διατάξεως, και άρα με την επί της ουσίας εξέταση της προσφυγής, με αποτέλεσμα το εν λόγω ζήτημα να μην είναι δυνατό να κριθεί στο πλαίσιο του παραδεκτού της προσφυγής (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, αποφάσεις της 10ης Φεβρουαρίου 1983, Λουξεμβούργο κατά Κοινοβουλίου, 230/81, EU:C:1983:32, σκέψη 30, της 28ης Νοεμβρίου 1991, Λουξεμβούργο κατά Κοινοβουλίου, C-213/88 και C-39/89, EU:C:1991:449, σκέψη 16, και της 13ης Δεκεμβρίου 2012, Γαλλία κατά Κοινοβουλίου, C-237/11 και C-238/11, EU:C:2012:796, σκέψη 20).

16      Όσον αφορά το νομοθετικό ψήφισμα του Κοινοβουλίου της 1ης Δεκεμβρίου 2016, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι μπορούσε να ασκηθεί προσφυγή ακυρώσεως κατά του ψηφίσματος που είχε εκδώσει το Κοινοβούλιο επί σχεδίου ετήσιου προϋπολογισμού, κατόπιν δεύτερης αναγνώσεως βάσει του άρθρου 203, παράγραφος 6, της Συνθήκης ΕΟΚ. Πράγματι, όπως όριζε η παράγραφος 10 του άρθρου εκείνου (εν συνεχεία άρθρο 203, παράγραφος 10, της Συνθήκης ΕΚ, μετέπειτα άρθρο 272, παράγραφος 10, ΕΚ και νυν άρθρο 314, παράγραφος 10, ΣΛΕΕ), κάθε θεσμικό όργανο οφείλει, κατά την άσκηση των δημοσιονομικών εξουσιών που του ανατίθενται, να τηρεί τις διατάξεις των Συνθηκών. Αν δεν υπήρχε η δυνατότητα να υπαχθούν στον έλεγχο του Δικαστηρίου οι διάφορες πράξεις που εκδίδονται από τη δημοσιονομική αρχή βάσει του ως άνω άρθρου, τα θεσμικά όργανα τα οποία απαρτίζουν την αρχή αυτή θα μπορούσαν να σφετεριστούν τις αρμοδιότητες είτε των κρατών μελών είτε των λοιπών θεσμικών οργάνων, ή να υπερβούν τα όρια των δικών τους αρμοδιοτήτων (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 3ης Ιουλίου 1986, Συμβούλιο κατά Κοινοβουλίου, 34/86, EU:C:1986:291, σκέψη 12). Το σκεπτικό αυτό ισχύει, mutatis mutandis, και ως προς το νομοθετικό ψήφισμα του Κοινοβουλίου της 1ης Δεκεμβρίου 2016 για την έγκριση του κοινού σχεδίου ετήσιου προϋπολογισμού κατόπιν δεύτερης αναγνώσεως βάσει του άρθρου 314, παράγραφος 6, ΣΛΕΕ.

17      Επομένως η προσφυγή είναι παραδεκτή.

 Επί της ουσίας

 Επιχειρήματα των διαδίκων

18      Η Γαλλική Δημοκρατία, υποστηριζόμενη από το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, προβάλλει ως μοναδικό λόγο ακυρώσεως ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις αντιβαίνουν στο πρωτόκολλο για την έδρα των θεσμικών οργάνων. Κατά το άρθρο μόνο, στοιχείο αʹ, του πρωτοκόλλου αυτού, η δημοσιονομική εξουσία η οποία παρέχεται στο Κοινοβούλιο από το άρθρο 314 ΣΛΕΕ πρέπει να ασκείται εξ ολοκλήρου στη διάρκεια των περιόδων τακτικής συνόδου της ολομέλειας στο Στρασβούργο. Εν προκειμένω, κατά τη Γαλλική Δημοκρατία, το θεσμικό αυτό όργανο παρέβη τον εν λόγω κανόνα, στον βαθμό που, αφενός, ενέγραψε τη συζήτηση και την ψηφοφορία επί του κοινού σχεδίου ετήσιου προϋπολογισμού της Ένωσης για το οικονομικό έτος 2017, κατ’ εφαρμογήν της παραγράφου 6 του προαναφερθέντος άρθρου, στην ημερήσια διάταξη των συνεδριάσεων της πρόσθετης συνόδου της ολομέλειας οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στις Βρυξέλλες στις 30 Νοεμβρίου και 1η Δεκεμβρίου 2016, και, αφετέρου, διαπίστωσε, μέσω της πράξεως που εκδόθηκε από τον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου βάσει του άρθρου 314, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ, την οριστική έγκριση του προϋπολογισμού αυτού στη διάρκεια της ίδιας περιόδου πρόσθετης συνόδου της ολομέλειας.

19      Ειδικότερα, ο κανόνας ο οποίος διατυπώνεται στο άρθρο μόνο, στοιχείο αʹ, του ως άνω πρωτοκόλλου δεν προβλέπει καμία εξαίρεση. Μολονότι η Γαλλική Δημοκρατία δεν αντιτίθεται στην έκδοση ορισμένων πράξεων που άπτονται της εκτελέσεως του προϋπολογισμού κατά τη διάρκεια των περιόδων πρόσθετης συνόδου της ολομέλειας, ιδίως ώστε να λαμβάνονται υπόψη τυχόν απρόοπτα, εντούτοις η πρακτική αυτή είναι ανεπίτρεπτη σε σχέση με τη ρυθμιζόμενη από το άρθρο 314 ΣΛΕΕ δημοσιονομική διαδικασία, η οποία καταλήγει στην έγκριση του ετήσιου προϋπολογισμού της Ένωσης και συνιστά κομβικό σημείο της δημοκρατικής ζωής στην Ένωση.

20      Κατά τη Γαλλική Δημοκρατία, οι διατάξεις του άρθρου 314 ΣΛΕΕ πρέπει να συμβιβάζονται με τους προβλεπόμενους από το πρωτόκολλο για την έδρα των θεσμικών οργάνων κανόνες σχετικά με την έδρα του Κοινοβουλίου, οι οποίοι αποτελούν, βάσει του άρθρου 51 ΣΕΕ, αναπόσπαστο τμήμα των Συνθηκών και έχουν την ίδια νομική ισχύ με το άρθρο 314 ΣΛΕΕ. Επομένως, οι περιορισμοί τους οποίους συνεπάγονται οι προθεσμίες του τελευταίου αυτού άρθρου δεν πρέπει να υπερισχύουν των υποχρεώσεων που θέτει το πρωτόκολλο ως προς την έδρα του Κοινοβουλίου, πολλώ μάλλον εφόσον είναι δυνατός ο συγκερασμός τους.

21      Στο πλαίσιο αυτό, η Γαλλική Δημοκρατία θεωρεί ότι το Κοινοβούλιο οφείλει να καταρτίζει το χρονοδιάγραμμα των περιόδων τακτικής συνόδου της ολομέλειας στο Στρασβούργο κατά τέτοιον τρόπο ώστε η μία εξ αυτών να συμπίπτει με την προθεσμία των δεκατεσσάρων ημερών την οποία τάσσει το άρθρο 314, παράγραφος 6, ΣΛΕΕ για την ψηφοφορία του Κοινοβουλίου επί του κοινού σχεδίου ετήσιου προϋπολογισμού που έχει προκύψει από τη διαδικασία συνδιαλλαγής. Στον βαθμό που η επιτροπή συνδιαλλαγής εξαντλεί, κατά κανόνα, την περίοδο συνδιαλλαγής των 21 ημερών την οποία ορίζει η παράγραφος 5 του ίδιου άρθρου, είναι εφικτό να προβλεφθεί η ημερομηνία της συμφωνίας συνδιαλλαγής επί του κοινού σχεδίου. Σε περίπτωση που η επιτροπή συνδιαλλαγής καταλήξει σε συμφωνία πριν από την προβλεπόμενη ημερομηνία, η «επισημοποίηση» της συμφωνίας αυτής και, κατ’ επέκταση, η ημερομηνία από την οποία τρέχει η προαναφερθείσα προθεσμία των δεκατεσσάρων ημερών μπορούν να μετατεθούν.

22      Επιπλέον, η Γαλλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι, εν προκειμένω, το Κοινοβούλιο είχε τη δυνατότητα να εγγράψει τη συζήτηση και την ψηφοφορία επί του κοινού σχεδίου ετήσιου προϋπολογισμού της Ένωσης για το οικονομικό έτος 2017 στην ημερήσια διάταξη μίας εκ των συνεδριάσεων που πραγματοποιήθηκαν στη διάρκεια της περιόδου τακτικής συνόδου της ολομέλειας από τις 21 έως τις 24 Νοεμβρίου 2016 στο Στρασβούργο, τηρώντας παράλληλα και την προθεσμία των δεκατεσσάρων ημερών την οποία τάσσει το άρθρο 314, παράγραφος 6, ΣΛΕΕ. Ειδικότερα, αυτή η τακτική σύνοδος της ολομέλειας διεξήχθη και ολοκληρώθηκε ενόσω διαρκούσε η ως άνω προθεσμία και ξεκίνησε τέσσερις ημέρες μετά τη συμφωνία επί του κοινού σχεδίου, η οποία επήλθε στις 17 Νοεμβρίου 2016. Επομένως, λαμβανομένης υπόψη της μοναδικής υποχρεωτικής προθεσμίας που πρέπει να τηρηθεί πριν από την έναρξη συζητήσεων επί οποιουδήποτε κειμένου, δηλαδή της προβλεπόμενης από το άρθρο 156 του εσωτερικού κανονισμού διανομής του κειμένου τουλάχιστον 24 ώρες νωρίτερα, το Κοινοβούλιο μπορούσε κάλλιστα να εγγράψει τη συζήτηση και την ψηφοφορία επί του κοινού σχεδίου στην ημερήσια διάταξη μίας εκ των συνεδριάσεων που πραγματοποιήθηκαν στη διάρκεια της συγκεκριμένης περιόδου τακτικής συνόδου της ολομέλειας. Στο πλαίσιο αυτό, η Γαλλική Δημοκρατία αμφισβητεί ότι οι δυσκολίες τις οποίες επικαλείται το Κοινοβούλιο αναφορικά με την τεχνική επεξεργασία, τη μετάφραση και την τελική διεκπεραίωση του δημοσιονομικού φακέλου κατέστησαν αδύνατο να λάβει το θεσμικό όργανο θέση επί του κοινού σχεδίου ετήσιου προϋπολογισμού της Ένωσης για το οικονομικό έτος 2017 στη διάρκεια της περιόδου τακτικής συνόδου της ολομέλειας που έλαβε χώρα από τις 21 έως τις 24 Νοεμβρίου 2016 στο Στρασβούργο.

23      Τέλος, όσον αφορά την πράξη με την οποία ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου διαπίστωσε ότι ο ετήσιος προϋπολογισμός της Ένωσης για το οικονομικό έτος 2017 είχε εγκριθεί οριστικώς, η Γαλλική Δημοκρατία διατείνεται ότι τίποτα δεν εμπόδιζε τον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου να αναμείνει την επόμενη περίοδο τακτικής συνόδου της ολομέλειας, από τις 12 έως τις 15 Δεκεμβρίου 2016.

24      Το Κοινοβούλιο ισχυρίζεται ότι ο όρος «σύνοδος για τον προϋπολογισμό» πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αναφέρεται σε μία και μοναδική περίοδο ειδικής συνόδου της ολομέλειας, ήτοι την περίοδο συνόδου στη διάρκεια της οποίας το Κοινοβούλιο ασκεί τις εξουσίες που του είχαν απονεμηθεί αρχικώς με το άρθρο 203 της Συνθήκης ΕΟΚ, να προτείνει τροπολογίες στο αρχικό σχέδιο προϋπολογισμού, όπως έχει αναθεωρηθεί από το Συμβούλιο. Η απόφαση του Εδιμβούργου επισημοποιεί απλώς την προγενέστερη πρακτική του Κοινοβουλίου, η οποία συνίστατο στη διοργάνωση, κατά τα τέλη Οκτωβρίου ή τις αρχές Νοεμβρίου, μιας περιόδου συνόδου της ολομέλειας στο Στρασβούργο για τον συγκεκριμένο σκοπό. Αυτή η περίοδος συνόδου της ολομέλειας, γνωστή ως «περίοδος συνόδου Οκτωβρίου II», ερχόταν να προστεθεί στην περίοδο τακτικής συνόδου της ολομέλειας του Οκτωβρίου, λόγω της πρακτικής του θεσμικού οργάνου να μη διεξάγεται σύνοδος της ολομέλειας τον Αύγουστο, και είχε κατ’ ουσίαν ως αντικείμενο την πρώτη ανάγνωση του σχεδίου του προϋπολογισμού.

25      Το Κοινοβούλιο αντιτείνει στα όσα υποστηρίζει η Γαλλική Δημοκρατία ότι από κανένα στοιχείο του πρωτοκόλλου για την έδρα των θεσμικών οργάνων δεν μπορεί να συναχθεί ότι η μεταγενέστερη συζήτηση και ψηφοφορία επί του κοινού σχεδίου ετήσιου προϋπολογισμού το οποίο προκύπτει από τη διαδικασία συνδιαλλαγής θα πρέπει επίσης να διεξάγεται στη διάρκεια μιας περιόδου τακτικής συνόδου της ολομέλειας στο Στρασβούργο. Κατά το Κοινοβούλιο, αποτέλεσμα της ερμηνείας που προτείνει το εν λόγω κράτος μέλος θα είναι να προκύψουν είτε περισσότερες από έξι μηνιαίες περίοδοι τακτικής συνόδου της ολομέλειας στο Στρασβούργο, όπερ αντιβαίνει στην προβλεπόμενη από το πρωτόκολλο υποχρέωση περιοδικής πραγματοποιήσεως δώδεκα μηνιαίων συνόδων της ολομέλειας στο Στρασβούργο, είτε συνέπειες ασύμβατες προς την πρακτική αποτελεσματικότητα (effet utile) του άρθρου 314 ΣΛΕΕ.

26      Λαμβανομένης υπόψη της προθεσμίας των δεκατεσσάρων ημερών την οποία τάσσει το άρθρο 314, παράγραφος 6, ΣΛΕΕ για την έγκριση του κοινού σχεδίου ετήσιου προϋπολογισμού, το Κοινοβούλιο ισχυρίζεται ότι η ως άνω ερμηνεία θα είχε ως συνέπεια να υποχρεώνεται η επιτροπή συνδιαλλαγής να καταρτίζει συστηματικώς το σχέδιο αυτό εντός των τελευταίων δεκατεσσάρων ημερών πριν από την έναρξη μιας περιόδου συνόδου της ολομέλειας στο Στρασβούργο, στερώντας έτσι από την εν λόγω επιτροπή την ελευθερία της να καταρτίζει το σχέδιο ανά πάσα στιγμή στη διάρκεια της προβλεπόμενης από το άρθρο 314, παράγραφος 5, ΣΛΕΕ περιόδου συνδιαλλαγής των 21 ημερών. Επιπλέον, η ίδια ερμηνεία θα είχε ως συνέπεια να κωλύεται το Κοινοβούλιο να διεξαγάγει συζήτηση και ψηφοφορία επί του ετήσιου προϋπολογισμού μετά τη δωδέκατη περίοδο τακτικής συνόδου της ολομέλειας στο Στρασβούργο, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το ενδεχόμενο, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 314, παράγραφος 7, στοιχεία βʹ και δʹ, ΣΛΕΕ, να πρέπει να εγκριθεί ο προϋπολογισμός κατόπιν νέας δημοσιονομικής διαδικασίας ή με ψηφοφορία του Κοινοβουλίου προς επιβεβαίωση όλων των τροπολογιών του ή ορισμένων εξ αυτών. Τυχόν μη έγκριση του προϋπολογισμού κατά το τέλος του δημοσιονομικού έτους συνεπάγεται, στην περίπτωση αυτή, την εφαρμογή του άρθρου 315 ΣΛΕΕ σχετικά με τον προσωρινό προϋπολογισμό.

27      Εξάλλου, κατά το Κοινοβούλιο, ήταν αδύνατον εν προκειμένω να εγγραφεί η συζήτηση και η ψηφοφορία επί του κοινού σχεδίου ετήσιου προϋπολογισμού της Ένωσης για το οικονομικό έτος 2017 στην ημερήσια διάταξη μίας εκ των συνεδριάσεων που πραγματοποιήθηκαν στη διάρκεια της περιόδου τακτικής συνόδου της ολομέλειας, από τις 21 έως τις 24 Νοεμβρίου 2016 στο Στρασβούργο. Ειδικότερα, προτού υποβληθεί το σχέδιο αυτό στην έγκριση του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, ήταν απαραίτητο η πολιτική συμφωνία που είχε επισυναφθεί στις διαβιβαστικές επιστολές της επιτροπής συνδιαλλαγής να «μετεγγραφεί» στα δημοσιονομικά και νομικά κείμενα, καθώς και να μεταφραστούν τα τελευταία σε όλες τις επίσημες γλώσσες της Ένωσης. Η τεχνική όμως επεξεργασία του σχεδίου αυτού απαιτεί πάντοτε μια εργάσιμη εβδομάδα περίπου και ανατίθεται συνήθως στις υπηρεσίες της Επιτροπής. Εν προκειμένω, η Επιτροπή ενημέρωσε το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ότι το επεξεργασμένο κοινό σχέδιο ήταν διαθέσιμο μόλις 18 λεπτά πριν από τη λήξη της περιόδου τακτικής συνόδου της ολομέλειας για τον Νοέμβριο του 2016, και μάλιστα μόνο στην αγγλική γλώσσα.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

28      Το Κοινοβούλιο είναι υποχρεωμένο, όπως επιβεβαιώνεται στο άρθρο 314, παράγραφος 10, ΣΛΕΕ, να τηρεί, κατά την άσκηση των δημοσιονομικών εξουσιών που του ανατίθενται, τις Συνθήκες και τις πράξεις οι οποίες εκδίδονται βάσει αυτών.

29      Πρώτον, οφείλει να τηρεί το πρωτόκολλο για την έδρα των θεσμικών οργάνων, το οποίο αποτελεί, δυνάμει του άρθρου 51 ΣΕΕ, αναπόσπαστο τμήμα των Συνθηκών. Το άρθρο μόνο, στοιχείο αʹ, του πρωτοκόλλου αυτού ορίζει ότι «[τ]ο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει την έδρα του στο Στρασβούργο όπου λαμβάνουν χώρα οι δώδεκα μηνιαίες περίοδοι συνόδου της ολομελείας, συμπεριλαμβανομένης της συνόδου για τον προϋπολογισμό».

30      Η Γαλλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι, βάσει της τελευταίας αυτής διατάξεως, το Κοινοβούλιο δεσμεύεται να ασκεί το σύνολο των δημοσιονομικών εξουσιών του στο Στρασβούργο, ενώ, κατά το Κοινοβούλιο, η εν λόγω διάταξη αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη περίοδο συνόδου της ολομέλειας, δηλαδή σε εκείνη που αφορά την πρώτη ανάγνωση του σχεδίου του προϋπολογισμού, όπερ σημαίνει ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής της ως άνω διατάξεως.

31      Ως προς το ζήτημα αυτό, επισημαίνεται ότι στο άρθρο μόνο, στοιχείο αʹ, του πρωτοκόλλου για την έδρα των θεσμικών οργάνων χρησιμοποιείται ο όρος «σύνοδος για την προϋπολογισμό», χωρίς ωστόσο να γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένη περίοδο τακτικής συνόδου της ολομέλειας ούτε στις πράξεις οι οποίες εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Κοινοβουλίου στο πλαίσιο της δημοσιονομικής διαδικασίας και θα πρέπει να εκδίδονται στη διάρκεια της αντίστοιχης περιόδου συνόδου της ολομέλειας. Πάντως, βάσει του άρθρου 314 ΣΛΕΕ, το Κοινοβούλιο μπορεί να κληθεί να λάβει θέση επί του ετήσιου προϋπολογισμού της Ένωσης περισσότερες από μία φορές και, λαμβανομένων υπόψη των δήλων ημερών και των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, στη διάρκεια περισσοτέρων περιόδων τακτικής συνόδου της ολομέλειας.

32      Ελλείψει οποιασδήποτε διευκρινίσεως στο άρθρο μόνο, στοιχείο αʹ, του προαναφερθέντος πρωτοκόλλου, ο όρος «σύνοδος για τον προϋπολογισμό» πρέπει να γίνει αντιληπτός υπό την έννοια ότι αναφέρεται στο σύνολο των περιόδων συνόδου της ολομέλειας στη διάρκεια των οποίων το Κοινοβούλιο ασκεί τις δημοσιονομικές του εξουσίες και στο σύνολο των πράξεων που εκδίδει το θεσμικό αυτό όργανο για τον συγκεκριμένο σκοπό.

33      Πράγματι, όσον αφορά το άρθρο 1, στοιχείο αʹ, της αποφάσεως του Εδιμβούργου, που έχει πανομοιότυπη διατύπωση με εκείνη του άρθρου μόνου, στοιχείο αʹ, του πρωτοκόλλου, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι αυτή η διάταξη ορίζει ως έδρα του Κοινοβουλίου τον τόπο όπου πρέπει να πραγματοποιούνται με κανονικό ρυθμό δώδεκα περίοδοι τακτικής συνόδου της ολομέλειας του θεσμικού αυτού οργάνου, περιλαμβανομένων εκείνων στη διάρκεια των οποίων το Κοινοβούλιο ασκεί τις δημοσιονομικές εξουσίες που του παρέχονται από τις Συνθήκες (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, αποφάσεις της 1ης Οκτωβρίου 1997, Γαλλία κατά Κοινοβουλίου, C-345/95, EU:C:1997:450, σκέψη 29, και της 13ης Δεκεμβρίου 2012, Γαλλία κατά Κοινοβουλίου, C-237/11 και C-238/11, EU:C:2012:796, σκέψη 40).

34      Πρέπει δε να προστεθεί ότι η άσκηση από το Κοινοβούλιο της δημοσιονομικής εξουσίας του σε συνεδρίαση της ολομέλειας έχει ιδιαίτερη σημασία για τη διαφάνεια και τη δημοκρατική νομιμοποίηση της δράσεως της Ένωσης με βάση τον ετήσιο προϋπολογισμό της. Η διαφάνεια και η δημοκρατική νομιμοποίηση δεν είναι όμως δυνατό να διασφαλιστούν με την πρώτη μόνον ανάγνωση του σχεδίου του προϋπολογισμού στο πλαίσιο της δημοσιονομικής διαδικασίας την οποία θεσπίζει το άρθρο 314 ΣΛΕΕ, όταν το Κοινοβούλιο προτείνει τροπολογίες στο σχέδιο αυτό, δυνάμει του άρθρου 314, παράγραφος 4, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ.

35      Ειδικότερα, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η άσκηση από το Κοινοβούλιο της δημοσιονομικής εξουσίας του σε συνεδρίαση της ολομέλειας συνιστά θεμελιώδη στιγμή της δημοκρατικής ζωής της Ένωσης και απαιτεί, μεταξύ άλλων, δημόσια συζήτηση σε ολομέλεια, βάσει της οποίας οι πολίτες της Ένωσης να μπορούν να λάβουν γνώση των διαφόρων πολιτικών προσανατολισμών που εκφράζονται και, ως εκ τούτου, να διαμορφώσουν πολιτική άποψη για τη δράση της Ένωσης (απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2012, Γαλλία κατά Κοινοβουλίου, C-237/11 και C-238/11, EU:C:2012:796, σκέψη 68). Επιπλέον, η διαφάνεια η οποία χαρακτηρίζει την κοινοβουλευτική συζήτηση στην ολομέλεια μπορεί να ενισχύσει τόσο τη δημοκρατική νομιμοποίηση της δημοσιονομικής διαδικασίας έναντι των πολιτών της Ένωσης όσο και την αξιοπιστία της δράσεως της τελευταίας.

36      Η διαδικασία συνδιαλλαγής την οποία προβλέπουν η παράγραφος 4, στοιχείο γʹ, και η παράγραφος 5 του άρθρου 314 ΣΛΕΕ μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικές τροποποιήσεις του σχεδίου του προϋπολογισμού που δεν έχουν εξεταστεί κατά την πρώτη ανάγνωση από το Κοινοβούλιο, ούτε έχουν συζητηθεί εντός της επιτροπής συνδιαλλαγής. Όπως επιβεβαίωσε το Κοινοβούλιο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι συνεδριάσεις της επιτροπής συνδιαλλαγής δεν είναι δημόσιες και προϋποθέτουν τη συμμετοχή 28 μελών του Κοινοβουλίου, οπότε αντανακλούν τους συσχετισμούς πλειοψηφίας εντός του θεσμικού οργάνου, χωρίς εντούτοις να αντιπροσωπεύονται πλήρως σε αυτές τα πολιτικά συμφέροντα όλων των μελών του.

37      Υπό τις συνθήκες αυτές, ο όρος «σύνοδος για τον προϋπολογισμό» στο άρθρο μόνο, στοιχείο αʹ, του πρωτοκόλλου για την έδρα των θεσμικών οργάνων δεν καλύπτει μόνον την περίοδο τακτικής συνόδου της ολομέλειας που είναι αφιερωμένη στην πρώτη ανάγνωση του σχεδίου του προϋπολογισμού, αλλά και τη δεύτερη ανάγνωση, βάσει του άρθρου 314, παράγραφος 6, ΣΛΕΕ, με την οποία διασφαλίζεται η διεξαγωγή δημόσιας συζητήσεως και ψηφοφορίας της ολομέλειας επί του κοινού σχεδίου προϋπολογισμού, όπως αυτό προκύπτει από τη διαδικασία συνδιαλλαγής.

38      Δεύτερον, το Κοινοβούλιο οφείλει να τηρεί τις υποχρεώσεις τις οποίες του επιβάλλει το άρθρο 314 ΣΛΕΕ για την άσκηση των δημοσιονομικών εξουσιών του από την ολομέλειά του. Σκοπός των δήλων ημερών και των προθεσμιών τις οποίες θέτει η διάταξη αυτή είναι να διασφαλιστεί ότι ο ετήσιος προϋπολογισμός της Ένωσης θα εγκρίνεται πριν από το τέλος του έτους που προηγείται του επίμαχου οικονομικού έτους, εφόσον η μη τήρησή τους μπορεί, ενδεχομένως, να οδηγήσει σε εφαρμογή του άρθρου 315 ΣΛΕΕ σχετικά με τον προσωρινό προϋπολογισμό.

39      Έτσι, σε περίπτωση που, μεταξύ άλλων, το Κοινοβούλιο δεν μπορέσει, με τη δεύτερη ανάγνωση, να λάβει θέση επί του κοινού σχεδίου ετήσιου προϋπολογισμού εντός της προθεσμίας την οποία τάσσει το άρθρο 314, παράγραφος 6, ΣΛΕΕ, καθώς και σε περίπτωση που το Συμβούλιο απορρίψει το κοινό σχέδιο εντός της ίδιας προθεσμίας, το άρθρο 314, παράγραφος 7, στοιχείο βʹ, ΣΛΕΕ ορίζει ότι η Επιτροπή υποβάλλει νέο σχέδιο προϋπολογισμού και, ως εκ τούτου, η δημοσιονομική διαδικασία πρέπει να επαναληφθεί εξαρχής. Στην ίδια αυτή περίπτωση, το Κοινοβούλιο χάνει, επιπλέον, την εξουσία την οποία του παρέχει το άρθρο 314, παράγραφος 7, στοιχείο δʹ, ΣΛΕΕ να αποφασίσει από μόνο του, αν το Συμβούλιο απορρίψει το κοινό σχέδιο ετήσιου προϋπολογισμού, για την έγκριση του προϋπολογισμού σε συμπληρωματική ψηφοφορία με ειδική πλειοψηφία.

40      Εξάλλου, ελλείψει συζητήσεως και ψηφοφορίας του Κοινοβουλίου επί του κοινού σχεδίου ετήσιου προϋπολογισμού εντός της προθεσμίας των δεκατεσσάρων ημερών την οποία τάσσει το άρθρο 314, παράγραφος 6, ΣΛΕΕ, το σχέδιο αυτό μπορεί να εγκριθεί και μόνον από το Συμβούλιο, υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 7, στοιχείο αʹ, του εν λόγω άρθρου. Όπως όμως επισημάνθηκε με τις σκέψεις 34 έως 36 της παρούσας αποφάσεως, έχει ιδιαίτερη σημασία για τη διαφάνεια και τη δημοκρατική νομιμοποίηση της δράσεως της Ένωσης, οι οποίες εκδηλώνονται διά μέσου της διαδικασίας εγκρίσεως του ετήσιου προϋπολογισμού, να ασκεί το Κοινοβούλιο την αρμοδιότητα που του αναθέτει το άρθρο 314, παράγραφος 6, ΣΛΕΕ και να λαμβάνει θέση επί του κοινού αυτού σχεδίου σε συνεδρίαση της ολομέλειας.

41      Επομένως, το Κοινοβούλιο οφείλει να ενεργεί στον τομέα αυτό με όλη την προσοχή, την επιμέλεια και την προσήλωση που επιβάλλει μια τέτοια ευθύνη (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2012, Γαλλία κατά Κοινοβουλίου, C-237/11 και C-238/11, EU:C:2012:796, σκέψη 68), όπερ συνεπάγεται ότι η κοινοβουλευτική συζήτηση και ψηφοφορία πρέπει να στηρίζονται σε ένα κείμενο το οποίο να έχει διαβιβασθεί εγκαίρως στους βουλευτές και να είναι μεταφρασμένο σε όλες τις επίσημες γλώσσες της Ένωσης. Πράγματι, η Ένωση είναι αφοσιωμένη στη διατήρηση της πολυγλωσσίας, της οποίας η σημασία υπενθυμίζεται στο άρθρο 3, παράγραφος 3, τέταρτο εδάφιο, ΣΕΕ (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, αποφάσεις της 5ης Μαΐου 2015, Ισπανία κατά Συμβουλίου, C-147/13, EU:C:2015:299, σκέψη 42, και της 6ης Σεπτεμβρίου 2017, Σλοβακία και Ουγγαρία κατά Συμβουλίου, C-643/15 και C-647/15, EU:C:2017:631, σκέψη 203).

42      Τρίτον, δεδομένου ότι το άρθρο μόνο, στοιχείο αʹ, του πρωτοκόλλου για την έδρα των θεσμικών οργάνων και το άρθρο 314 ΣΛΕΕ έχουν την ίδια νομική ισχύ, οι απαιτήσεις που απορρέουν από το πρώτο δεν θα πρέπει, αυτές καθ’ εαυτές, να υπερισχύουν εκείνων που απορρέουν από το δεύτερο, ούτε το αντίστροφο. Η εφαρμογή τους πρέπει να γίνεται κατά περίπτωση και να διέπεται από το πνεύμα του αναγκαίου συγκερασμού και της δίκαιης εξισορροπήσεως των απαιτήσεων αυτών.

43      Άλλωστε, κατά πάγια νομολογία, το πρωτόκολλο για την έδρα των θεσμικών οργάνων διέπεται από τον αμοιβαίο σεβασμό των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων των κρατών μελών και του Κοινοβουλίου, καθώς και από αμοιβαίο καθήκον ειλικρινούς συνεργασίας (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, αποφάσεις της 22ας Σεπτεμβρίου 1988, Γαλλία κατά Κοινοβουλίου, 358/85 και 51/86, EU:C:1988:431, σκέψεις 34 και 35, της 1ης Οκτωβρίου 1997, Γαλλία κατά Κοινοβουλίου, C-345/95, EU:C:1997:450, σκέψεις 31 και 32, και της 13ης Δεκεμβρίου 2012, Γαλλία κατά Κοινοβουλίου, C-237/11 και C-238/11, EU:C:2012:796, σκέψεις 41, 42 και 60).

44      Συνεπώς, το Κοινοβούλιο είναι υποχρεωμένο να ασκεί τις δημοσιονομικές του εξουσίες στη διάρκεια μιας περιόδου τακτικής συνόδου της ολομέλειας στο Στρασβούργο, χωρίς ωστόσο η υποχρέωση αυτή, η οποία απορρέει από το άρθρο μόνο, στοιχείο αʹ, του πρωτοκόλλου για την έδρα των θεσμικών οργάνων, να αποκλείει το ενδεχόμενο να συζητηθεί και να ψηφιστεί ο ετήσιος προϋπολογισμός στη διάρκεια μιας περιόδου πρόσθετης συνόδου της ολομέλειας στις Βρυξέλλες, εφόσον το επιτάσσει η εύρυθμη διεξαγωγή της δημοσιονομικής διαδικασίας όπως προβλέπεται στο άρθρο 314 ΣΛΕΕ. Αν, κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας αυτής, η τήρηση του άρθρου μόνου, στοιχείο αʹ, του ως άνω πρωτοκόλλου υπερίσχυε απολύτως έναντι της πλήρους συμμετοχής του Κοινοβουλίου στη διαδικασία, τούτο θα αντέβαινε στον αναγκαίο συγκερασμό των απαιτήσεων που απορρέουν από τις προαναφερθείσες διατάξεις, για τον οποίο έγινε λόγος στη σκέψη 42 της παρούσας αποφάσεως.

45      Όσον αφορά τον δικαστικό έλεγχο της τηρήσεως των αρχών που απορρέουν από τις σκέψεις 42 έως 44 της παρούσας αποφάσεως, επισημαίνεται ότι το Κοινοβούλιο, όταν προβαίνει στον αναγκαίο συγκερασμό των απαιτήσεων του άρθρου μόνου, στοιχείο αʹ, του πρωτοκόλλου για την έδρα των θεσμικών οργάνων με τις απαιτήσεις του άρθρου 314 ΣΛΕΕ, διαθέτει εξουσία εκτιμήσεως η οποία πηγάζει από τις επιταγές που συνδέονται με την εύρυθμη διεξαγωγή της δημοσιονομικής διαδικασίας. Κατά συνέπεια, ο δικαστικός έλεγχος αφορά το ζήτημα αν το Κοινοβούλιο, ασκώντας μέρος των δημοσιονομικών εξουσιών του στη διάρκεια μιας περιόδου πρόσθετης συνόδου της ολομέλειας, υπέπεσε, από την άποψη αυτή, σε σφάλματα εκτιμήσεως.

46      Υπό το πρίσμα αυτών των σκέψεων θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον οι προσβαλλόμενες πράξεις συνάδουν με τον αναγκαίο συγκερασμό των απαιτήσεων που απορρέουν από το άρθρο μόνο, στοιχείο αʹ, του πρωτοκόλλου για την έδρα των θεσμικών οργάνων και από το άρθρο 314 ΣΛΕΕ.

47      Η Γαλλική Δημοκρατία υποστηρίζει, ως προς το ζήτημα αυτό, ότι μια διευθέτηση του κοινοβουλευτικού χρονοδιαγράμματος θα καθιστούσε δυνατή τη διεξαγωγή της συζητήσεως και της ψηφοφορίας επί του κοινού σχεδίου ετήσιου προϋπολογισμού για το οικονομικό έτος 2017 στο Στρασβούργο, εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 314, παράγραφος 6, ΣΛΕΕ, και ότι, εν πάση περιπτώσει, ήταν εφικτό να πραγματοποιηθούν η συζήτηση και η ψηφοφορία στη διάρκεια της περιόδου τακτικής συνόδου της ολομέλειας τον Νοέμβριο του 2016. Επιπλέον, η πράξη με την οποία ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου διαπίστωσε ότι ο ετήσιος προϋπολογισμός της Ένωσης για το οικονομικό έτος 2017 είχε εγκριθεί οριστικώς θα μπορούσε να εκδοθεί και στη διάρκεια της επόμενης περιόδου τακτικής συνόδου της ολομέλειας, από τις 12 έως τις 15 Δεκεμβρίου 2016.

48      Όσον αφορά το κοινοβουλευτικό χρονοδιάγραμμα για το 2016, η επιχειρηματολογία της Γαλλικής Δημοκρατίας στηρίζεται, κατ’ ουσίαν, στην παραδοχή ότι, εφόσον το Κοινοβούλιο μπορούσε ευλόγως να προβλέψει, όταν κατάρτισε το χρονοδιάγραμμα, την ημερομηνία κατά την οποία η επιτροπή συνδιαλλαγής θα κατέληγε σε συμφωνία επί κοινού σχεδίου για τον ετήσιο προϋπολογισμό της Ένωσης, ήτοι στις 17 Νοεμβρίου 2016, το θεσμικό αυτό όργανο όφειλε να ορίσει μια περίοδο τακτικής συνόδου της ολομέλειας σε χρόνο μεταγενέστερο από το διάστημα μεταξύ της 21ης και της 24ης Νοεμβρίου του ίδιου έτους, ώστε να μπορούν, στη διάρκεια της συγκεκριμένης συνόδου, να διεξαχθούν εγκαίρως, στο πλαίσιο της δεύτερης αναγνώσεως, η συζήτηση και η ψηφοφορία επί του κοινού σχεδίου.

49      Από κανένα όμως εκ των στοιχείων που προβάλλει η Γαλλική Δημοκρατία δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι, ως προς το σημείο αυτό, η κατάρτιση από το Κοινοβούλιο του χρονοδιαγράμματος των τακτικών συνόδων της ολομέλειάς του για το 2016 ενείχε σφάλμα εκτιμήσεως.

50      Ειδικότερα, η παραδοχή η οποία προεκτέθηκε στη σκέψη 48 της παρούσας αποφάσεως δεν ευσταθεί. Πράγματι, στο χρονικό σημείο κατά το οποίο καταρτίστηκε το χρονοδιάγραμμα των τακτικών συνόδων της ολομέλειας, ήταν εξ ορισμού αβέβαιο τόσο το αν θα χρειαζόταν να εφαρμοστεί η διαδικασία συνδιαλλαγής όσο και το πότε η διαδικασία αυτή θα ξεκινούσε και θα ολοκληρωνόταν, ενδεχομένως λόγω της επιτεύξεως συμφωνίας επί κοινού σχεδίου για τον ετήσιο προϋπολογισμό. Συνεπώς, όπως αναγνωρίζει και η Γαλλική Δημοκρατία, επ’ ουδενί μπορούσε, κατά το χρονικό εκείνο σημείο, να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να καταλήξει η επιτροπή συνδιαλλαγής, εφόσον όντως εμπλεκόταν στη διαδικασία, σε συμφωνία επί κοινού σχεδίου για τον ετήσιο προϋπολογισμό της Ένωσης πριν από τις 17 Νοεμβρίου 2016, οπότε το Κοινοβούλιο θα είχε τη δυνατότητα να προχωρήσει, κατόπιν της δεύτερης αναγνώσεως, στη συζήτηση και στην ψηφοφορία επί του σχεδίου κατά τη διάρκεια της τακτικής συνόδου της ολομέλειας από τις 21 έως τις 24 Νοεμβρίου 2016, τηρώντας μάλιστα παράλληλα τις απαιτήσεις που υπενθυμίστηκαν με τη σκέψη 41 της παρούσας αποφάσεως, σχετικά με τη δέουσα προσοχή, επιμέλεια και προσήλωση.

51      Η τελευταία αυτή διαπίστωση δεν αναιρείται από το επιχείρημα της Γαλλικής Δημοκρατίας ότι, σε περίπτωση που η επιτροπή συνδιαλλαγής κατέληγε σε συμφωνία πριν από την εκπνοή της προθεσμίας του άρθρου 314, παράγραφος 5, ΣΛΕΕ, η εν λόγω επιτροπή θα μπορούσε να καθυστερήσει την επισημοποίηση της συμφωνίας αυτής. Μια τέτοια προσέγγιση όμως, που προϋποθέτει την τεχνητή μετάθεση της ημερομηνίας της συμφωνίας, δεν είναι συμβατή με την παράγραφο 6 του άρθρου αυτού, από την οποία προκύπτει ότι η προθεσμία των δεκατεσσάρων ημερών που τάσσεται στο Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο για την έγκριση του κοινού σχεδίου αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία κατά την οποία η επιτροπή συνδιαλλαγής καταλήγει σε τέτοια συμφωνία.

52      Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το Κοινοβούλιο, κατά την κατάρτιση του χρονοδιαγράμματος των τακτικών συνόδων της ολομέλειάς του για το 2016, παρέμεινε εντός των ορίων της εξουσίας εκτιμήσεως για την οποία έγινε λόγος στη σκέψη 45 της παρούσας αποφάσεως.

53      Πρέπει ακόμη να ελεγχθεί το ζήτημα αν, εντός του πλαισίου που ορίστηκε με αυτό το χρονοδιάγραμμα, το Κοινοβούλιο υπέπεσε σε σφάλμα εκτιμήσεως ασκώντας, με τις προσβαλλόμενες πράξεις, τις δημοσιονομικές του εξουσίες στη διάρκεια της περιόδου πρόσθετης συνόδου της ολομέλειας που πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες στις 30 Νοεμβρίου και 1η Δεκεμβρίου 2016.

54      Όσον αφορά, πρώτον, την ημερήσια διάταξη των συνεδριάσεων της ολομέλειας του Κοινοβουλίου στις 30 Νοεμβρίου και 1η Δεκεμβρίου 2016, καθώς και το νομοθετικό ψήφισμα του Κοινοβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 2016, επί του κοινού σχεδίου ετήσιου προϋπολογισμού της Ένωσης για το οικονομικό έτος 2017, δεν αμφισβητείται ότι η συμφωνία της επιτροπής συνδιαλλαγής επί του σχεδίου αυτού επήλθε και διαβιβάστηκε στο Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο στις 17 Νοεμβρίου 2016. Το Κοινοβούλιο δεν ενέγραψε το σχέδιο αυτό στην ημερήσια διάταξη των συνεδριάσεων της περιόδου τακτικής συνόδου της ολομέλειάς του από τις 21 έως τις 24 Νοεμβρίου 2016 στο Στρασβούργο, αλλά στην ημερήσια διάταξη των συνεδριάσεων της περιόδου πρόσθετης συνόδου της ολομέλειας που πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες στις 30 Νοεμβρίου και 1η Δεκεμβρίου 2016.

55      Επ’ αυτού διαπιστώνεται ότι, εν προκειμένω, η 1η Δεκεμβρίου 2016 ήταν η τελευταία ημέρα της προθεσμίας την οποία προβλέπει το άρθρο 314, παράγραφος 6, ΣΛΕΕ. Εφόσον το Συμβούλιο είχε ήδη εγκρίνει στις 28 Νοεμβρίου 2016 το κοινό σχέδιο ετήσιου προϋπολογισμού της Ένωσης για το οικονομικό έτος 2017, τυχόν υπέρβαση της προαναφερθείσας προθεσμίας από το Κοινοβούλιο θα συνεπαγόταν την έγκριση του ετήσιου προϋπολογισμού για το οικονομικό αυτό έτος κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 314, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, ΣΛΕΕ, χωρίς συμμετοχή του Κοινοβουλίου στο στάδιο της δημοσιονομικής διαδικασίας το οποίο είναι αφιερωμένο στη δεύτερη ανάγνωση.

56      Ως προς το επιχείρημα της Γαλλικής Δημοκρατίας ότι το Κοινοβούλιο μπορούσε να λάβει θέση επί του κοινού σχεδίου ετήσιου προϋπολογισμού της Ένωσης για το οικονομικό έτος 2017 νωρίτερα, και πιο συγκεκριμένα στη διάρκεια της περιόδου τακτικής συνόδου της ολομέλειας από τις 21 έως τις 24 Νοεμβρίου 2016 στο Στρασβούργο, επισημαίνεται ότι το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο αξιοποίησε πλήρως την προθεσμία του άρθρου 314, παράγραφος 6, ΣΛΕΕ δεν θέτει εν αμφιβόλω, από πλευράς του πρωτοκόλλου για την έδρα των θεσμικών οργάνων, τη νομιμότητα ούτε της ημερησίας διατάξεως των συνεδριάσεων της ολομέλειας του Κοινοβουλίου στις 30 Νοεμβρίου και 1η Δεκεμβρίου 2016 ούτε του νομοθετικού ψηφίσματος του Κοινοβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 2016. Τούτο διότι το Κοινοβούλιο μπορεί νομίμως να εξαντλεί τις προθεσμίες τις οποίες του τάσσουν οι διατάξεις του άρθρου 314 ΣΛΕΕ. Όπως τόνισε το Κοινοβούλιο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, η ανταλλαγή απόψεων εντός των διαφόρων πολιτικών ομάδων και της επιτροπής προϋπολογισμών είναι χρονοβόρα και ο χρόνος αυτός είναι ιδιαιτέρως σημαντικός για την προετοιμασία της συζητήσεως και της ψηφοφορίας επί του προϋπολογισμού στην ολομέλεια και, ειδικότερα, για την επίτευξη της απαιτούμενης πλειοψηφίας.

57      Επιπλέον, η συμφωνία της επιτροπής συνδιαλλαγής επί του κοινού σχεδίου ετήσιου προϋπολογισμού για το οικονομικό έτος 2017 υποβλήθηκε σε τεχνική επεξεργασία και μεταφράστηκε σε όλες τις επίσημες γλώσσες της Ένωσης, ενέργειες των οποίων η αναγκαιότητα δεν αμφισβητήθηκε από τους διαδίκους. Οι διάδικοι δεν αμφισβήτησαν ούτε την απόφαση να ανατεθεί αυτή η τεχνική επεξεργασία στις υπηρεσίες της Επιτροπής, κατόπιν κοινής συμφωνίας του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και σύμφωνα με τη διοργανική συμφωνία, της 2ας Δεκεμβρίου 2013, μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, για τη δημοσιονομική πειθαρχία, τη συνεργασία σε δημοσιονομικά θέματα και τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση (ΕΕ 2013, C 373, σ. 1).

58      Εν προκειμένω πάντως, κατόπιν της τεχνικής αυτής επεξεργασίας, το κοινό σχέδιο ετήσιου προϋπολογισμού της Ένωσης για το οικονομικό έτος 2017 τέθηκε στη διάθεση του Κοινοβουλίου μόλις το απόγευμα της 24ης Νοεμβρίου 2016, ήτοι την τελευταία ημέρα της περιόδου τακτικής συνόδου της ολομέλειας για τον Νοέμβριο του 2016, και μάλιστα μόνο στην αγγλική γλώσσα. Υπό τις συνθήκες αυτές, η συζήτηση και η ψηφοφορία επί του ως άνω σχεδίου δεν μπορούσαν, βάσει των άρθρων 156 και 158 του εσωτερικού κανονισμού, να εγγραφούν στην ημερήσια διάταξη της συνεδριάσεως της 24ης Νοεμβρίου 2016. Πράγματι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις αυτές, συζήτηση και ψηφοφορία χωρεί μόνον επί κειμένου το οποίο έχει συνταχθεί στις επίσημες γλώσσες της Ένωσης και έχει τεθεί στη διάθεση των βουλευτών τουλάχιστον εικοσιτέσσερις ώρες νωρίτερα. Οι στοιχειώδεις αυτές προϋποθέσεις πρέπει οπωσδήποτε να πληρούνται προκειμένου η προετοιμασία της συζητήσεως και της ψηφοφορίας επί του κοινού σχεδίου ετήσιου προϋπολογισμού στην ολομέλεια να χαρακτηρίζεται από την απαιτούμενη προσοχή, επιμέλεια και προσήλωση, και να είναι σύμφωνη με τις επιταγές που συνδέονται με την πολυγλωσσία.

59      Ως προς τη διάρκεια της τεχνικής επεξεργασίας της συμφωνίας της επιτροπής συνδιαλλαγής επί του κοινού σχεδίου ετήσιου προϋπολογισμού της Ένωσης για το οικονομικό έτος 2017, η οποία ανήλθε, εν προκειμένω, σε επτά ημέρες, η Γαλλική Δημοκρατία δεν απέδειξε ότι η διάρκεια αυτή ήταν υπερβολική. Μολονότι, ασφαλώς, το Κοινοβούλιο οφείλει να διασφαλίζει ότι γίνεται ό,τι είναι εφικτό προκειμένου η διάρκεια της τεχνικής επεξεργασίας να καθιστά, ενδεχομένως, δυνατή την τήρηση των απαιτήσεων που απορρέουν από το άρθρο μόνο, στοιχείο αʹ, του πρωτοκόλλου για την έδρα των θεσμικών οργάνων, το εν λόγω κράτος μέλος δεν προέβαλε κανένα συγκεκριμένο στοιχείο βάσει του οποίου να μπορεί να γίνει δεκτό ότι το Κοινοβούλιο παρέβη την υποχρέωση αυτή και ότι, κατ’ επέκταση, η διάρκεια της τεχνικής επεξεργασίας μπορούσε να είναι μικρότερη, όπερ θα σήμαινε ότι το κοινό σχέδιο μπορούσε να τεθεί στη διάθεση του Κοινοβουλίου, υπό τις συνθήκες που επιβάλλει ο εσωτερικός του κανονισμός, σε ημερομηνία προγενέστερη της 24ης Νοεμβρίου 2016.

60      Ακόμη και αν υποτεθεί ότι η τεχνική επεξεργασία μπορούσε να διαρκέσει και λιγότερο, πρέπει να ληφθεί υπόψη ο χρόνος ο οποίος είναι, πέραν των στοιχειωδών απαιτήσεων του άρθρου 156 του εσωτερικού κανονισμού, απαραίτητος για την προετοιμασία της συνεδριάσεως της ολομέλειας επί του κοινού σχεδίου για τον ετήσιο προϋπολογισμό, ιδίως δε ο χρόνος που χρειάζονται οι βουλευτές, και κυρίως αυτοί της κοινοβουλευτικής μειοψηφίας, της οποίας κανένας εκπρόσωπος δεν έχει μετάσχει στη διαδικασία συνδιαλλαγής, για να μπορούν να λάβουν δεόντως γνώση του περιεχομένου του σχεδίου, να το συζητήσουν και να το ψηφίσουν με όλη την προσοχή, την επιμέλεια και την προσήλωση που επιβάλλονται.

61      Κατά συνέπεια, το Κοινοβούλιο δεν υπέπεσε σε σφάλμα εκτιμήσεως εγγράφοντας τη συζήτηση και την ψηφοφορία επί του κοινού σχεδίου ετήσιου προϋπολογισμού της Ένωσης για το οικονομικό έτος 2017 στην ημερήσια διάταξη των συνεδριάσεων της περιόδου πρόσθετης συνόδου της ολομέλειας που πραγματοποιήθηκαν στις 30 Νοεμβρίου και 1 Δεκεμβρίου 2016 στις Βρυξέλλες, και εγκρίνοντας το σχέδιο αυτό με νομοθετικό ψήφισμα στη διάρκεια της ίδιας περιόδου πρόσθετης συνόδου της ολομέλειας.

62      Όσον αφορά, δεύτερον, την πράξη με την οποία διαπιστώθηκε η οριστική έγκριση του ετήσιου προϋπολογισμού της Ένωσης για το οικονομικό έτος 2017, επισημαίνεται ότι η Συνθήκη ΛΕΕ δεν τάσσει στον πρόεδρο του Κοινοβουλίου προθεσμία για την έκδοση της σχετικής πράξεως, δεδομένου ότι απλώς ορίζει ότι η πράξη πρέπει να εκδοθεί, σύμφωνα με τη διατύπωση του άρθρου 314, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ, όταν περατωθεί η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο αυτό.

63      Ειδικότερα, η εν λόγω πράξη συνδέεται στενά με την ψηφοφορία επί του κοινού σχεδίου για τον ετήσιο προϋπολογισμό, η οποία διεξάγεται κατόπιν της δεύτερης αναγνώσεως. Η πράξη του προέδρου του Κοινοβουλίου με την οποία διαπιστώνεται τυπικώς, αφού ελεγχθεί το νομότυπο της διαδικασίας, ότι ο ετήσιος προϋπολογισμός της Ένωσης έχει εγκριθεί οριστικώς, συνιστά το ύστατο στάδιο της διαδικασίας εγκρίσεως του προϋπολογισμού και είναι εκείνη που του προσδίδει δεσμευτική ισχύ (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2013, Συμβούλιο κατά Κοινοβουλίου, C-77/11, EU:C:2013:559, σκέψη 50). Έτσι, όταν το Κοινοβούλιο μπορεί νομίμως, λαμβανομένου υπόψη του αναγκαίου συγκερασμού για τον όποιο έγινε λόγος στη σκέψη 42 της παρούσας αποφάσεως, να συζητήσει και να ψηφίσει επί του κοινού σχεδίου για τον ετήσιο προϋπολογισμό στη διάρκεια μιας περιόδου πρόσθετης συνόδου της ολομέλειας στις Βρυξέλλες, ο πρόεδρος του θεσμικού αυτού οργάνου διαπιστώνει στη διάρκεια της ίδιας περιόδου συνόδου της ολομέλειας την οριστική έγκριση του προϋπολογισμού.

64      Εξάλλου, λόγω της σημασίας που έχει η έγκριση του ετήσιου προϋπολογισμού για τη δράση της Ένωσης, δεν μπορεί να απαιτείται από τον πρόεδρο του Κοινοβουλίου να αναμείνει την επόμενη περίοδο τακτικής συνόδου της ολομέλειας στο Στρασβούργο προκειμένου να διαπιστώσει την οριστική περάτωση της δημοσιονομικής διαδικασίας και να προσδώσει δεσμευτική ισχύ στον ετήσιο προϋπολογισμό της Ένωσης.

65      Επομένως, ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου δεν υπέπεσε σε σφάλμα εκτιμήσεως διαπιστώνοντας, στη διάρκεια της συνεδριάσεως της ολομέλειας που πραγματοποιήθηκε την 1η Δεκεμβρίου 2016 στις Βρυξέλλες, ότι ο ετήσιος προϋπολογισμός της Ένωσης για το οικονομικό έτος 2017 είχε εγκριθεί οριστικώς.

66      Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, ο μοναδικός λόγος ακυρώσεως τον οποίο προέβαλε η Γαλλική Δημοκρατία δεν μπορεί να γίνει δεκτός και, ως εκ τούτου, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.

 Επί των δικαστικών εξόδων

67      Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το Κοινοβούλιο ζήτησε να καταδικαστεί η Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα και η τελευταία ηττήθηκε, πρέπει αυτή να φέρει, πέραν των δικών της δικαστικών εξόδων, και εκείνα στα οποία υποβλήθηκε το Κοινοβούλιο. Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 140, παράγραφος 1, του ίδιου Κανονισμού Διαδικασίας, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, το οποίο παρενέβη στη διαφορά, φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή.

2)      Η Γαλλική Δημοκρατία φέρει, πέραν των δικών της δικαστικών εξόδων, και εκείνα στα οποία υποβλήθηκε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

3)      Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.