Language of document : ECLI:EU:T:2018:643

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)

της 4ης Οκτωβρίου 2018 (*)

«Πρόσβαση στα έγγραφα – Κανονισμός (ΕΚ) 1049/2001 – Έγγραφα σχετικά με τη διαδικασία που κινήθηκε δυνάμει του άρθρου 29 της οδηγίας 2007/46/ΕΚ, το οποίο επιτρέπει σε κράτος μέλος να αρνείται τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας σε οχήματα που συνεπάγονται σοβαρό κίνδυνο για την οδική ασφάλεια ή βλάπτουν σοβαρά το περιβάλλον ή τη δημόσια υγεία – Άρνηση προσβάσεως – Εξαίρεση σχετική με την προστασία των επιθεωρήσεων, της έρευνας και του οικονομικού ελέγχου – Γενικό τεκμήριο – Σύμβαση του Aarhus – Άρνηση προσβάσεως στον φάκελο – Άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων»

Στην υπόθεση T‑128/14,

Daimler AG, με έδρα στη Στουτγάρδη (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τους C. Arhold, B. Schirmer και N. Wimmer, δικηγόρους,

προσφεύγουσα,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης αρχικά από την F. Clotuche‑Duvieusart, στη συνέχεια από τον G. Wilms και την F. Clotuche-Duvieusart και, τέλος, από τον H. Krämer και την F. Clotuche-Duvieusart, επικουρούμενους αρχικά από τον R. Van der Hout και στη συνέχεια από τους R. Van der Hout και C. Wagner, δικηγόρους,

καθής,

υποστηριζόμενης από

το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από τις M. Simm και A. Jensen,

και

το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από τους N. Görlitz και L. Visaggio,

παρεμβαίνοντα,

με αντικείμενο προσφυγή, δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως Ares(2013) 3715941 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 2013, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση της προσφεύγουσας να της παρασχεθεί πρόσβαση στα έγγραφα που σχετίζονται με τη διαδικασία την οποία κίνησε η Γαλλική Δημοκρατία δυνάμει του άρθρου 29 της οδηγίας 2007/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Σεπτεμβρίου 2007, για τη θέσπιση πλαισίου για την έγκριση των μηχανοκίνητων οχημάτων και των ρυμουλκουμένων τους, και των συστημάτων, κατασκευαστικών στοιχείων και χωριστών τεχνικών μονάδων που προορίζονται για τα οχήματα αυτά (οδηγία‑πλαίσιο) (ΕΕ 2007, L 263, σ. 1),

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους Δ. Γρατσία, πρόεδρο, A. Dittrich και P. G. Xuereb (εισηγητή), δικαστές,

γραμματέας: E. Coulon

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

 Ιστορικό της διαφοράς

1        Η οδηγία 2007/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Σεπτεμβρίου 2007, για τη θέσπιση πλαισίου για την έγκριση των μηχανοκίνητων οχημάτων και των ρυμουλκουμένων τους, και των συστημάτων, κατασκευαστικών στοιχείων και χωριστών τεχνικών μονάδων που προορίζονται για τα οχήματα αυτά (οδηγία-πλαίσιο) (ΕΕ 2007, L 263, σ. 1, στο εξής: οδηγία‑πλαίσιο), αντικατέστησε τα συστήματα εγκρίσεως των οχημάτων των κρατών μελών με εναρμονισμένη εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαδικασία εγκρίσεως με την ονομασία «έγκριση ΕΚ τύπου». Η έγκριση ΕΚ τύπου ορίζεται, στο άρθρο 3, σημείο 5, της οδηγίας-πλαισίου, ως η διαδικασία με την οποία κράτος μέλος πιστοποιεί ότι τύπος οχήματος, συστήματος, κατασκευαστικού στοιχείου ή χωριστής τεχνικής μονάδας τηρεί τις σχετικές διοικητικές διατάξεις και τεχνικές απαιτήσεις της εν λόγω οδηγίας και των κανονιστικών πράξεων που απαριθμούνται σε ορισμένα παραρτήματά της.

2        Το άρθρο 5, παράγραφος 4, της οδηγίας 2006/40/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 2006, για τις εκπομπές των συστημάτων κλιματισμού των μηχανοκίνητων οχημάτων και για την τροποποίηση της οδηγίας 70/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2006, L 161, σ. 12, στο εξής: οδηγία περί των συστημάτων κλιματισμού), προβλέπει ότι, από την 1η Ιανουαρίου 2011, τα κράτη μέλη δεν χορηγούν πλέον έγκριση ΕΚ τύπου για τύπους οχημάτων εξοπλισμένων με σύστημα κλιματισμού σχεδιασμένο για να περιέχει φθοριούχα αέρια θερμοκηπίου με δυναμικό θερμάνσεως του πλανήτη άνω του 150. Εντούτοις, η οδηγία αυτή δεν επιβάλλει τη χρήση συγκεκριμένου είδους ψυκτικού μέσου. Η Επιτροπή ανέβαλε την εφαρμογή της απαγορεύσεως αυτής έως την 1η Ιανουαρίου 2013.

3        Οι Ευρωπαίοι κατασκευαστές οχημάτων συμφώνησαν, στο πλαίσιο διεθνούς διαδικασίας εναρμονίσεως η οποία διεξήχθη το 2009, για τη χρήση του ψυκτικού μέσου με τον κωδικό «R1234yf».

4        Το 2013, η προσφεύγουσα, Daimler AG, κατασκευαστής οχημάτων εγκαταστημένος στη Γερμανία ο οποίος κατασκευάζει, μεταξύ άλλων, οχήματα της μάρκας Mercedes, εξέφρασε αμφιβολίες όσον αφορά την ασφάλεια της χρήσεως του ψυκτικού αυτού μέσου.

5        Τον Μάιο του 2013, η Kraftfahrt-Bundesamt (KBA, ομοσπονδιακή υπηρεσία μεταφορών με αυτοκίνητα οχήματα, Γερμανία) έκανε δεκτό αίτημα της Daimler περί επεκτάσεως της εγκρίσεως του τύπου οχήματος 245G. Δεδομένου ότι, αρχικά, ο τύπος οχήματος 245G είχε εγκριθεί το 2008, δεν υπέκειτο στην υποχρέωση χρήσεως ψυκτικού μέσου συμβατού με την οδηγία περί των συστημάτων κλιματισμού. Η επέκταση της εγκρίσεως του συγκεκριμένου τύπου οχήματος κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή με επιστολή της 22ας Μαΐου 2013.

6        Στις 10 Ιουνίου 2013, η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία EU Pilot με αριθμό 5160/11/ENTR, αντικείμενο της οποίας ήταν να ελεγχθεί ο βαθμός στον οποίο η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είχε τηρήσει την οδηγία-πλαίσιο και την οδηγία περί των συστημάτων κλιματισμού, στο πλαίσιο της χορηγήσεως επεκτάσεων εγκρίσεων ΕΚ τύπου στην προσφεύγουσα.

7        Στις 26 Ιουλίου 2013, ο Υπουργός Οικολογίας, Βιώσιμης Αναπτύξεως και Ενέργειας της Γαλλίας εξέδωσε απόφαση με την οποία αρνήθηκε να χορηγήσει άδεια κυκλοφορίας, στη γαλλική επικράτεια, ορισμένων οχημάτων της μάρκας Mercedes, για τα οποία οι γερμανικές αρχές είχαν χορηγήσει επέκταση των εγκρίσεων τύπου ΕΚ, με την αιτιολογία ότι τα οχήματα αυτά ήταν εξοπλισμένα με σύστημα κλιματισμού σχεδιασμένο να περιέχει φθοριούχα αέρια θερμοκηπίου με δυναμικό θερμάνσεως του πλανήτη άνω του 150, κατά παράβαση του άρθρου 5, παράγραφος 4, της οδηγίας περί συστημάτων κλιματισμού.

8        Αυτή η άρνηση χορηγήσεως άδειας κυκλοφορίας βασίστηκε στη γαλλική διάταξη μεταφοράς στην εθνική έννομη τάξη του άρθρου 29, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, της οδηγίας-πλαισίου. Το άρθρο αυτό, το οποίο περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο XII, με τίτλο «Ρήτρες διασφάλισης», ορίζει ότι τα κράτη μέλη μπορούν, για περίοδο έξι το πολύ μηνών, να αρνούνται τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας των οχημάτων που αποτέλεσαν αντικείμενο εγκρίσεως ΕΚ τύπου, εάν εκτιμούν ότι τα οχήματα αυτά βλάπτουν σοβαρά το περιβάλλον ή τη δημόσια υγεία.

9        Στις 26 Ιουλίου 2013, σύμφωνα με το άρθρο 29, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας-πλαισίου, η Γαλλική Δημοκρατία ενημέρωσε την Επιτροπή για την άρνησή της να χορηγήσει άδεια κυκλοφορίας σε ορισμένα οχήματα της μάρκας Mercedes. Σύμφωνα με το άρθρο 29, παράγραφος 2, της οδηγίας-πλαισίου, η Επιτροπή διαβουλεύθηκε με τα ενδιαφερόμενα μέρη ώστε να προετοιμάσει την απόφαση σχετικά με την άρνηση αυτή.

10      Στις 2 Αυγούστου 2013, η Mercedes-Benz France, επιχείρηση του ομίλου Daimler, άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως του Υπουργού Οικολογίας, Βιώσιμης Αναπτύξεως και Ενέργειας της Γαλλίας, της 26ης Ιουλίου 2013, με την οποία αυτός αρνήθηκε να χορηγήσει άδεια κυκλοφορίας, στη γαλλική επικράτεια, ορισμένων οχημάτων της μάρκας Mercedes.

11      Με έγγραφο της 19ης Αυγούστου 2013 που απηύθυνε στην Επιτροπή, η προσφεύγουσα τοποθετήθηκε επί της αρνήσεως της Γαλλικής Δημοκρατίας. Με το έγγραφο αυτό, η προσφεύγουσα επισήμανε, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«[…] δυνάμει του άρθρου 41, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο καταλέγεται επίσης στα προστατευόμενα θεμελιώδη δικαιώματα. Προτιθέμεθα να κάνουμε χρήση του δικαιώματος αυτού και ζητούμε επομένως τη δυνατότητα να αποκτήσουμε πλήρη πρόσβαση στο σύνολο των εγγράφων που αφορούν την παρούσα διαδικασία δυνάμει του άρθρου 29 της [οδηγίας-πλαισίου] (περιλαμβανομένων εκείνων που περιέχονται σε άλλα έγγραφα τα οποία χρησιμοποιήθηκαν και τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη εν προκειμένω), και ειδικότερα σε κάθε έγγραφο με το οποίο εκφράζεται ενδεχομένως θέση, μεταξύ άλλων από τη νομική υπηρεσία της Επιτροπής, όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 29 της [οδηγίας-πλαισίου].»

12      Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 17ης Σεπτεμβρίου 2013 προς την προσφεύγουσα, η Επιτροπή επιβεβαίωσε την παραλαβή του εγγράφου αυτού και της περιεχόμενης σε αυτό αιτήσεως προσβάσεως στα έγγραφα, η οποία θεωρήθηκε από το θεσμικό αυτό όργανο ότι βασίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ 2001, L 145, σ. 43), και την οποία καταχώρισε με τον αριθμό GESTDEM 2013/4643. Στο ηλεκτρονικό αυτό μήνυμα, η Επιτροπή ζήτησε επίσης από την προσφεύγουσα να επιβεβαιώσει ότι ζητούσε πρόσβαση στα έγγραφα που μνημονεύονται στη σκέψη 11 ανωτέρω.

13      Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 20ής Σεπτεμβρίου 2013, η προσφεύγουσα επιβεβαίωσε ότι η αίτηση προσβάσεως αφορούσε το σύνολο των εγγράφων που σχετίζονται με τη διαδικασία που κινήθηκε δυνάμει του άρθρου 29 της οδηγίας‑πλαισίου, και ειδικότερα κάθε έγγραφο με το οποίο εκφράζεται ενδεχομένως θέση από τη νομική υπηρεσία της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 29 της οδηγίας-πλαισίου. Η προσφεύγουσα επισήμανε στην Επιτροπή ότι, εάν επιθυμούσε να λάβει πιο ακριβή αίτηση, έπρεπε να της παράσχει κατάλογο όλων των σχετικών με τη διαδικασία αυτή εγγράφων. Επιπλέον, η προσφεύγουσα υπογράμμισε ότι η αίτηση προσβάσεως βασιζόταν στο δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης). Κατά την προσφεύγουσα, το άρθρο αυτό έπρεπε να τύχει εφαρμογής, καθόσον η διαδικασία του άρθρου 29 της οδηγίας-πλαισίου την αφορούσε άμεσα και ατομικά, το δε άρθρο 29, παράγραφος 2, της οδηγίας-πλαισίου υποχρέωνε την Επιτροπή να διαβουλευθεί μαζί της πριν από την έκδοση αποφάσεως.

14      Με απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2013, η Επιτροπή επισήμανε ότι είχε στη διάθεσή της δεκατέσσερα έγγραφα τα οποία αφορούσε η αίτηση προσβάσεως της προσφεύγουσας και των οποίων ο κατάλογος επισυνάφθηκε σε παράρτημα. Η Επιτροπή διευκρίνισε ότι αποφάσισε να παράσχει την πρόσβαση σε πέντε από τα έγγραφα αυτά και να την αρνηθεί ως προς τα υπόλοιπα εννέα. Η Επιτροπή στήριξε την άρνησή της να χορηγήσει πρόσβαση σε έξι έγγραφα στην εξαίρεση του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, περί προστασίας του σκοπού επιθεωρήσεως, έρευνας και οικονομικού ελέγχου. Στήριξε την άρνησή της να χορηγήσει πρόσβαση στα υπόλοιπα τρία έγγραφα στην εξαίρεση του άρθρου 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001, περί προστασίας της διαδικασίας λήψεως αποφάσεων. Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι δεν ήταν δυνατή η χορήγηση μερικής προσβάσεως στα εννέα αυτά έγγραφα. Τέλος, επισήμανε ότι δεν υπήρχε υπερισχύον δημόσιο συμφέρον το οποίο να δικαιολογεί τη γνωστοποίηση των οικείων εγγράφων.

15      Στις 30 Οκτωβρίου 2013, η προσφεύγουσα υπέβαλε επιβεβαιωτική αίτηση προσβάσεως βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1049/2001. Στην αίτηση αυτή, η προσφεύγουσα επισήμανε ότι τα έγγραφα που προσδιορίστηκαν ως καλυπτόμενα από την αίτηση προσβάσεως που υπέβαλε θα έπρεπε να είναι περισσότερα από τα δεκατέσσερα έγγραφα στα οποία κατέληξε η Επιτροπή με την απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2013. Κατά την προσφεύγουσα, οι εξαιρέσεις που προέβαλε η Επιτροπή δεν ήταν λυσιτελείς και υπήρχε υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση των ζητηθέντων εγγράφων λόγω της σημασίας της υποθέσεως για την υλοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Στην επιβεβαιωτική αυτή αίτηση, η προσφεύγουσα επικαλέστηκε όχι μόνον το δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1049/2001, αλλά και το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο που κατοχυρώνεται στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του Χάρτη.

16      Με απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2013 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), η Επιτροπή επιβεβαίωσε την άρνησή της να παράσχει πρόσβαση στα εννέα έγγραφα τα οποία είχε χαρακτηρίσει, με την απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2013, ως μη δυνάμενα να γνωστοποιηθούν.

17      Επιπλέον, η Επιτροπή επισήμανε ότι, κατόπιν πρόσθετων ερευνών, διαπίστωσε ότι είχε στη διάθεσή της, πλην των δεκατεσσάρων εγγράφων που ορίζονται με την απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2013, 349 πρόσθετα ηλεκτρονικά μηνύματα. Διευκρίνισε ότι τα έγγραφα αυτά περιλάμβαναν:

–        55 εσωτερικά ηλεκτρονικά μηνύματα τα οποία αντηλλάγησαν μεταξύ υπαλλήλων της μονάδας «Αυτοκινητοβιομηχανίας» της Γενικής Διευθύνσεως (ΓΔ) «Επιχειρήσεων και Βιομηχανίας»·

–        170 εσωτερικά ηλεκτρονικά μηνύματα της ΓΔ «Επιχειρήσεων και Βιομηχανίας»·

–        25 ηλεκτρονικά μηνύματα τα οποία αντηλλάγησαν με τη νομική υπηρεσία·

–        25 ηλεκτρονικά μηνύματα τα οποία αντηλλάγησαν με άλλες Γενικές Διευθύνσεις της Επιτροπής·

–        45 ηλεκτρονικά μηνύματα τα οποία αντηλλάγησαν με κράτη μέλη·

–        29 ηλεκτρονικά μηνύματα τα οποία αντηλλάγησαν με νομικά πρόσωπα.

18      Η Επιτροπή εκτίμησε ότι η έρευνα που διενεργήθηκε δυνάμει του άρθρου 29 της οδηγίας-πλαισίου σχετικά με την άρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας να χορηγήσει άδεια κυκλοφορίας σε ορισμένα οχήματα της μάρκας Mercedes και η προκαταρκτική έρευνα σχετικά με την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας με σκοπό να διαπιστωθεί ενδεχόμενη παράβαση συνδέονταν στενά μεταξύ τους, θεώρησε δε ότι τα ζητηθέντα έγγραφα περιλαμβάνονταν στο σύνολό τους στον αντίστοιχο διοικητικό φάκελο καθεμίας από τις έρευνες αυτές.

19      Εν συνεχεία, η Επιτροπή εξέτασε αν η γνωστοποίηση των εγγράφων αυτών έθιγε, αφενός, τον σκοπό της έρευνας που κινήθηκε δυνάμει του άρθρου 29 της οδηγίας‑πλαισίου και, αφετέρου, τον σκοπό της προκαταρκτικής έρευνας που αφορούσε την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.

20      Όσον αφορά το ενδεχόμενο να θιγεί ο σκοπός της έρευνας που κινήθηκε δυνάμει του άρθρου 29 της οδηγίας-πλαισίου, η Επιτροπή εκτίμησε, κατ’ ουσίαν, ότι η δημοσιοποίηση των ζητηθέντων εγγράφων θα είχε ως αποτέλεσμα να υπονομευθεί η πρακτική αποτελεσματικότητα της προβλεπόμενης στο άρθρο 29 της οδηγίας-πλαισίου ρήτρας διασφαλίσεως, και ειδικότερα ο σκοπός των διεξαγόμενων στο πλαίσιο αυτό ερευνών, ο οποίος ήταν να καθοριστεί αν τα κράτη μέλη εφάρμοσαν νόμιμα τη ρήτρα αυτή και να διασφαλιστεί υψηλό επίπεδο οδικής ασφάλειας, υγείας και προστασίας του περιβάλλοντος.

21      Ως εκ τούτου, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα ζητηθέντα έγγραφα, τα οποία περιλαμβάνονταν στο σύνολό τους στον διοικητικό φάκελο της έρευνας που κινήθηκε βάσει του άρθρου 29 της οδηγίας-πλαισίου, καλύπτονταν από γενικό τεκμήριο μη γνωστοποιήσεως στηριζόμενο στην προστασία των ερευνών η οποία προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001.

22      Όσον αφορά το ενδεχόμενο να θιγεί ο σκοπός της προκαταρκτικής έρευνας που αφορούσε την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, και ειδικότερα τη διαπίστωση ενδεχόμενης παραβάσεως εκ μέρους της, η Επιτροπή επισήμανε κατ’ ουσίαν ότι, για να είναι σε θέση να ασκεί τα καθήκοντά της αποτελεσματικά, έπρεπε να επικρατεί κλίμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ αυτής και των κρατών μελών έως ότου η υπόθεση περατωθεί οριστικά και ότι μπορούσε να στηριχθεί σε γενικό τεκμήριο μη γνωστοποιήσεως προκειμένου να αρνηθεί την πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα.

23      Επιπλέον, η Επιτροπή εκτίμησε ότι δεν υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον το οποίο να δικαιολογεί τη γνωστοποίηση των ζητηθέντων εγγράφων και ότι το δημόσιο συμφέρον εξυπηρετούνταν καλύτερα αν προστατευόταν ο σκοπός των εν εξελίξει ερευνών.

24      Εκτός αυτού, η Επιτροπή εκτίμησε ότι δεν μπορούσε να παράσχει μερική πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα.

25      Τέλος, όσον αφορά την παραπομπή της προσφεύγουσας στον Χάρτη και, ειδικότερα, στο προβλεπόμενο στο άρθρο 41, παράγραφος 2, δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο, η Επιτροπή εκτίμησε ότι δεν μπορούσε να θεμελιώσει άμεσα την απόφασή της στη διάταξη αυτή και ότι έπρεπε αντ’ αυτού να λάβει υπόψη της τους περιορισμούς και τις προϋποθέσεις ασκήσεως του εν λόγω δικαιώματος όπως ορίζεται στη ΣΛΕΕ και στον κανονισμό 1049/2001.

 Διαδικασία

26      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 21 Φεβρουαρίου 2014, η προσφεύγουσα άσκησε την παρούσα προσφυγή.

27      Με το υπόμνημα αντικρούσεως που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 7 Μαΐου 2014, η Επιτροπή ζήτησε την αναστολή της διαδικασίας.

28      Με διάταξη της 1ης Ιουλίου 2014, ο πρόεδρος του πέμπτου τμήματος, αφού άκουσε τους διαδίκους, διέταξε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 77, στοιχείο δʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, την αναστολή της διαδικασίας στην υπό κρίση υπόθεση εν αναμονή των αποφάσεων του Δικαστηρίου στις υποθέσεις C‑612/13 P, ClientEarth κατά Επιτροπής, και C‑673/13 P, Επιτροπή κατά Stichting Greenpeace.

29      Στις 5 Μαρτίου 2015, η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτημα επαναλήψεως της διαδικασίας. Στις 20 Μαρτίου 2015, η Επιτροπή κατέθεσε παρατηρήσεις επί του αιτήματος αυτού. Με απόφαση της 8ης Απριλίου 2015, ο πρόεδρος του πέμπτου τμήματος απέρριψε το ως άνω αίτημα.

30      Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου, στις 4 και στις 14 Απριλίου 2014 αντιστοίχως, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ζήτησαν να παρέμβουν προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής.

31      Κατόπιν μεταβολής της συνθέσεως των τμημάτων του Γενικού Δικαστηρίου, η υπό κρίση υπόθεση ανατέθηκε στο πέμπτο τμήμα, υπό τη νέα του σύνθεση, εντός του οποίου ορίστηκε νέος εισηγητής δικαστής.

32      Οι αποφάσεις εν αναμονή των οποίων ανεστάλη η διαδικασία στην υπό κρίση υπόθεση εκδόθηκαν στις 16 Ιουλίου 2015, στην υπόθεση ClientEarth κατά Επιτροπής (C‑612/13 P, EU:C:2015:486), και στις 23 Νοεμβρίου 2016, στην υπόθεση Επιτροπή κατά Stichting Greenpeace Nederland και PAN Europe (C‑673/13 P, EU:C:2016:889).

33      Με αποφάσεις της 7ης Δεκεμβρίου 2016, ο πρόεδρος του πέμπτου τμήματος έκανε δεκτές τις παρεμβάσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Οι παρεμβαίνοντες υπέβαλαν τα υπομνήματα παρεμβάσεως και οι κύριοι διάδικοι κατέθεσαν εμπροθέσμως τις παρατηρήσεις τους επί των υπομνημάτων αυτών.

34      Στο πλαίσιο των προβλεπόμενων στο άρθρο 89 του Κανονισμού Διαδικασίας μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο, με έγγραφα της 3ης Οκτωβρίου 2017, της 3ης και της 24ης Ιανουαρίου καθώς και της 17ης Μαΐου 2018, έθεσε γραπτές ερωτήσεις στην Επιτροπή και στην προσφεύγουσα, στις οποίες αυτές απάντησαν εντός των ταχθεισών προθεσμιών.

35      Στο πλαίσιο της διεξαγωγής αποδείξεων που προβλέπεται στο άρθρο 91, στοιχείο γʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο διέταξε την Επιτροπή να προσκομίσει πλήρες αντίγραφο των 29 ηλεκτρονικών μηνυμάτων που αντηλλάγησαν μεταξύ αυτής και διαφόρων νομικών προσώπων, και τα οποία η Επιτροπή προσδιόρισε στην προσβαλλόμενη απόφαση ως σχετικά με τη διαδικασία η οποία κινήθηκε δυνάμει του άρθρου 29 της οδηγίας-πλαισίου. Η Επιτροπή συμμορφώθηκε προς τη διάταξη αυτή εντός της ταχθείσας προθεσμίας.

36      Με έγγραφο της 8ης Ιουνίου 2018, λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως που έδωσε η Επιτροπή, στις 28 Μαΐου 2018, σε γραπτή ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, η προσφεύγουσα ζήτησε από το τελευταίο να λάβει νέο μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας, ώστε να θέσει δύο ερωτήσεις στην Επιτροπή.

37      Βάσει του άρθρου 106, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, ελλείψει αιτήσεως κύριου διαδίκου για τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, υποβαλλόμενης εντός τριών εβδομάδων από την επίδοση στους διαδίκους του εγγράφου με το οποίο γνωστοποιείται η περάτωση της έγγραφης διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο δύναται να αποφανθεί επί της προσφυγής χωρίς να διεξαχθεί προφορική διαδικασία. Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο, κρίνοντας ότι έχει διαφωτιστεί επαρκώς από τα στοιχεία της δικογραφίας, αποφάσισε, ελλείψει τέτοιας αιτήσεως, να αποφανθεί χωρίς να διεξαχθεί προφορική διαδικασία.

 Αιτήματα των διαδίκων

38      Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

39      Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή·

–        να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.

 Σκεπτικό

40      Προς στήριξη της προσφυγής της η προσφεύγουσα προβάλλει τέσσερις λόγους. Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως αφορά προσβολή του δικαιώματος προσβάσεως στον φάκελο που προβλέπεται στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του Χάρτη. Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως αφορά παράβαση της Συμβάσεως του Aarhus για την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα, η οποία υπογράφηκε στο Aarhus στις 25 Ιουνίου 1998 (στο εξής: Σύμβαση του Aarhus), και του κανονισμού (ΕΚ) 1367/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Σεπτεμβρίου 2006, για την εφαρμογή στα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας των διατάξεων της σύμβασης του [Aarhus] (ΕΕ 2006, L 264, σ. 13). Ο τρίτος λόγος ακυρώσεως αφορά παράβαση του άρθρου 42 του Χάρτη, του άρθρου 15, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, του κανονισμού 1049/2001 και του κανονισμού 1367/2006. Τέλος, ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως αφορά παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.

41      Η Επιτροπή αμφισβητεί το σύνολο αυτών των λόγων. Το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πρόβαλαν επιχειρήματα μόνον όσον αφορά την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε η προσφεύγουσα στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου ακυρώσεως σχετικά με την παράβαση της Συμβάσεως του Aarhus.

 Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά προσβολή του δικαιώματος προσβάσεως στον φάκελο που προβλέπεται στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του Χάρτη

42      Στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα διατείνεται ότι η Επιτροπή προσέβαλε το θεμελιώδες δικαίωμά της για πρόσβαση στον φάκελο, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του Χάρτη.

43      Συναφώς, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, εν αντιθέσει προς τα όσα προκύπτουν από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο δεν ορίζεται, προσαρμόζεται ή περιορίζεται από τις διατάξεις του πρωτογενούς ή του παράγωγου δικαίου της Ένωσης. Αντιθέτως, το προβλεπόμενο στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του Χάρτη δικαίωμα κάθε προσώπου να έχει πρόσβαση στον φάκελό του είναι ανεξάρτητο από το δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα των θεσμικών οργάνων που προβλέπεται στο άρθρο 42 του Χάρτη. Ενώ το δεύτερο αυτό δικαίωμα αναγνωρίζεται σε κάθε πολίτη της Ένωσης, το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο αναγνωρίζεται στους μετέχοντες σε ειδική διαδικασία. Κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή αγνόησε τη θεμελιώδη αυτή διαφορά με την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο κανονισμός 1049/2001 αφορά μόνον το δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα των θεσμικών οργάνων, του οποίου απολαύουν όλοι οι πολίτες της Ένωσης, και όχι το θεμελιώδες δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο. Το δεύτερο αυτό δικαίωμα τυγχάνει πολύ πιο σημαντικής προστασίας από ό,τι το δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα.

44      Επιπλέον, η προσφεύγουσα υπενθυμίζει ότι το άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του Χάρτη κατοχυρώνει «το δικαίωμα κάθε προσώπου να έχει πρόσβαση στον φάκελό του, τηρουμένων των νομίμων συμφερόντων της εμπιστευτικότητας και του επαγγελματικού και επιχειρηματικού απορρήτου». Η προσφεύγουσα εκτιμά ότι τα έγγραφα σχετικά με τη διαδικασία που κίνησε η Γαλλική Δημοκρατία δυνάμει του άρθρου 29 της οδηγίας-πλαισίου την αφορούν άμεσα και ατομικά.

45      Επιπλέον, η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι, καίτοι, αναμφίβολα, το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο περιορίζεται από την ανάγκη διασφαλίσεως των νόμιμων συμφερόντων της εμπιστευτικότητας και του επαγγελματικού και επιχειρηματικού απορρήτου, το ζήτημα αν η πρόσβαση στον φάκελο πρέπει να επιτρέπεται ή να απορρίπτεται για λόγους προστασίας των νόμιμων αυτών συμφερόντων πρέπει να εκτιμάται κατά περίπτωση. Εντούτοις, η Επιτροπή απέκλεισε την πρόσβαση στον φάκελο, συλλήβδην και χωρίς καμία διευκρίνιση, ως προς όλα τα έγγραφα που ήταν, κατ’ αυτήν, εμπιστευτικά, τούτο δε σε αντίθεση προς τη νομολογία του Δικαστηρίου.

46      Με το υπόμνημα απαντήσεως, η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι η αρχική αίτηση προσβάσεως και η επιβεβαιωτική αίτηση προσβάσεως βασίζονταν στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του Χάρτη και ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή εξέτασε τη διάταξη αυτή και αποφάσισε να απορρίψει την αίτηση προσβάσεως στον φάκελο. Επομένως, κατά την προσφεύγουσα, το βασιζόμενο στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του Χάρτη δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο αποτελούσε όντως αντικείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, εν αντιθέσει προς τα όσα υποστηρίζει η Επιτροπή.

47      Επιπλέον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η νομολογία σε υποθέσεις συμπράξεων, την οποία επικαλέστηκε η Επιτροπή και κατά την οποία η άρνηση προσβάσεως στον φάκελο δεν συνιστά πράξη δεκτική προσφυγής, είναι αλυσιτελής. Συγκεκριμένα, το καθοριστικό στοιχείο στο οποίο βασίζεται η νομολογία αυτή είναι το γεγονός ότι το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο αναγνωρίζεται πλήρως ως διαδικαστική εγγύηση στο συγκεκριμένο είδος υποθέσεων και ότι η άσκησή του ρυθμίζεται λεπτομερώς με κανονισμό. Εξάλλου, απαντώντας σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, η προσφεύγουσα επισήμανε ότι δεν είχε αποδειχθεί ότι η παρανομία η οποία συνδεόταν με την άρνηση προσβάσεως στον φάκελο μπορούσε να προβληθεί προς στήριξη προσφυγής βάλλουσας κατά οριστικής αποφάσεως. Συγκεκριμένα, το άρθρο 29 της οδηγίας-πλαισίου δεν προβλέπει τη δυνατότητα του κατασκευαστή να ασκήσει προσφυγή κατά οριστικής αποφάσεως. Η προσφεύγουσα επισήμανε επίσης ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να της αντιτάξει ότι κατέθεσε τις παρατηρήσεις της εντός της ταχθείσας βραχείας προθεσμίας χωρίς να έχει ασκήσει το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο, δεδομένου ότι η εν λόγω πρόσβαση στον φάκελο δεν της προτάθηκε εκ των προτέρων. Κατά την προσφεύγουσα, είναι πρόδηλο ότι θα δικαιούνταν να συμπληρώσει τις παρατηρήσεις της μετά την πρόσβαση στον φάκελο.

48      Εξάλλου, η προσφεύγουσα επισήμανε επίσης ότι το άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του Χάρτη αποδίδει καθοριστική σημασία στην ιδιότητα του «ενδιαφερομένου» στο πλαίσιο ορισμένης διαδικασίας και ότι ο ενδιαφερόμενος αυτός μπορεί να ασκήσει με αποτελεσματικό τρόπο το δικαίωμά του να τύχει ακροάσεως στην υπόθεση μόνον εφόσον έχει πλήρη γνώση του φακέλου. Επομένως, το δικαίωμα καταθέσεως παρατηρήσεων, το οποίο αναγνωρίζει την ιδιότητα του ενδιαφερομένου στο πρόσωπο που διατυπώνει παρατηρήσεις, συνεπάγεται επίσης, κατά κανόνα, το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο. Κατά την προσφεύγουσα, το άρθρο 29, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου αναδεικνύει την ιδιαίτερη διαδικαστική θέση του κατασκευαστή που θίγεται από άρνηση χορηγήσεως άδειας κυκλοφορίας, στο μέτρο που προβλέπει ότι το κράτος μέλος που λαμβάνει τέτοια απόφαση ενημερώνει πάραυτα τα άλλα κράτη μέλη, την Επιτροπή και τον ενδιαφερόμενο κατασκευαστή. Επομένως, το άρθρο 29, παράγραφος 1 της οδηγίας-πλαισίου αναγνωρίζει στον κατασκευαστή καθεστώς «ενδιαφερομένου» στο πλαίσιο της διαδικασίας, με αποτέλεσμα η Επιτροπή να πρέπει να διαβουλευθεί μαζί του, βάσει του άρθρου 29, παράγραφος 2, της οδηγίας-πλαισίου.

49      Τέλος, η προσφεύγουσα εκτιμά ότι είναι πρόδηλο ότι το δικαίωμα προσβάσεώς της στον φάκελο μπορεί να επηρεάσει τη διαδικασία που την αφορά. Ως κατασκευαστής τον οποίο αφορά η διαδικασία που κίνησε η Γαλλική Δημοκρατία δυνάμει του άρθρου 29 της οδηγίας-πλαισίου, η προσφεύγουσα θα μπορούσε να παράσχει πολύ ακριβή στοιχεία σχετικά με τις επίμαχες τεχνικές πτυχές καθώς και πληροφορίες λυσιτελείς για την εκδοθησόμενη απόφαση.

50      Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο που προβλέπεται στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του Χάρτη είναι διακριτό από το δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα που κατοχυρώνεται στο άρθρο 42 του Χάρτη, στο άρθρο 15, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και στον κανονισμό 1049/2001. Ως εκ τούτου, υποστηρίζει ότι η προσφεύγουσα δεν μπορεί να ζητεί την ακύρωση αποφάσεως εκδοθείσας από την Επιτροπή βάσει του άρθρου 4 του κανονισμού 1049/2001 προβάλλοντας ως λόγο την προσβολή του δικαιώματός της προσβάσεως στον φάκελο. Η Επιτροπή προσθέτει ότι δεν εξέτασε την αίτηση της προσφεύγουσας περί προσβάσεως στον φάκελο, καθόσον δεν είναι αυτό το αντικείμενο της διαδικασίας που κινήθηκε δυνάμει του κανονισμού 1049/2001. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή αποφάνθηκε μόνον επί του δικαιώματος προσβάσεως της προσφεύγουσας στα έγγραφα δυνάμει του κανονισμού 1049/2001. Εν αντιθέσει προς τα όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, από τις σκέψεις της προσβαλλομένης αποφάσεως, όσον αφορά το άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του Χάρτη, ουδόλως προκύπτει ότι η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση επί της αιτήσεως προσβάσεως στον φάκελο. Τουναντίον, η Επιτροπή επισήμανε ρητώς με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι εξέτασε την αίτηση αποκλειστικά και μόνον επί τη βάσει του κανονισμού 1049/2001. Επομένως, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να αγνοήσει ή να καταστρατηγήσει τις προϋποθέσεις του εν λόγω δικαιώματος προσβάσεως, οι οποίες ρυθμίζονται από το παράγωγο δίκαιο, επικαλούμενη δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο που εκτιμά ότι πρέπει να της χορηγηθεί λόγω της ιδιότητάς της ως μέρους διοικητικής διαδικασίας διεξαγόμενης από την Επιτροπή.

51      Επιπλέον, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο αφορούσε την εμπλοκή της προσφεύγουσας σε διαδικασία κινηθείσα δυνάμει του άρθρου 29 της οδηγίας-πλαισίου και ότι, όσον αφορά τη διαδικασία αυτή, η άρνηση παροχής προσβάσεως στον φάκελο δεν ισοδυναμούσε με οριστική απόφαση της Επιτροπής εκδοθείσα στο πέρας της διαδικασίας αυτής και, επομένως, δυνάμει της νομολογίας, η άρνηση αυτή δεν συνιστούσε ακόμη νομική πράξη δεκτική προσφυγής. Οι αιτιάσεις σχετικά με τη νομιμότητα ενδιάμεσου μέτρου –όπως η απόφαση επί αιτήσεως προσβάσεως στον φάκελο– μπορούν να προβληθούν μόνον παρεμπιπτόντως, στο πλαίσιο της προσφυγής κατά της αποφάσεως με την οποία περατώνεται η διαδικασία. Η προσφεύγουσα δεν απέδειξε, εξάλλου, ότι η προσφυγή κατά της οριστικής αποφάσεως δεν θα της παρέσχε επαρκή νομική προστασία.

52      Απαντώντας στις ερωτήσεις που έθεσε το Γενικό Δικαστήριο, η Επιτροπή επισήμανε ότι το άρθρο 29 της οδηγίας-πλαισίου δεν προβλέπει ότι ο κατασκευαστής διαθέτει δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο και ότι τέτοιο δικαίωμα των ενδιαφερόμενων κατασκευαστών θα μπορούσε, το πολύ, να αντληθεί από το άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του Χάρτη. Κατά την Επιτροπή, διαδικαστικό δικαίωμα το οποίο παρέχει στον ενδιαφερόμενο τη δυνατότητα να διασφαλίσει κατάλληλα την άμυνά του έχουν μόνον τα μέρη της διαδικασίας. Οι κατασκευαστές όμως δεν είναι μέρη της διαδικασίας που κινήθηκε βάσει του άρθρου 29 της οδηγίας-πλαισίου. Συγκεκριμένα, από την περίσταση ότι η Επιτροπή διαβουλεύεται με τους ενδιαφερόμενους οικονομικούς φορείς για να διερευνήσει όλα τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά δεν συνάγεται ότι αυτοί κατέχουν στη διαδικασία θέση από την οποία απορρέουν ιδιαίτερα δικαιώματα.

53      Η Επιτροπή προσθέτει ότι το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο δεν παρέχεται ανεπιφύλακτα στα μέρη μιας διαδικασίας, δεδομένου ότι η αίτηση προσβάσεως των μερών στον φάκελο μπορεί να απορριφθεί λόγω υπέρτερων συμφερόντων εμπιστευτικότητας. Οι περιορισμοί του δικαιώματος προσβάσεως στον φάκελο που προβλέπεται στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του Χάρτη αντιστοιχούν στις εξαιρέσεις του άρθρου 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1049/2001 σχετικά με την προστασία των ερευνών. Επομένως, κατά την Επιτροπή, εάν είχε αποτελέσει αντικείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο θα μπορούσε επίσης να περιοριστεί αναλόγως, για λόγους συγκρίσιμους με εκείνους που αφορούν το δικαίωμα προσβάσεως το οποίο διαλαμβάνεται στην απόφαση αυτή.

54      Τέλος, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, βάσει της νομολογίας, προκειμένου να αποδείξει προσβολή του δικαιώματος προσβάσεως στον φάκελο, η προσφεύγουσα πρέπει να καταδείξει ότι η άρνηση προσβάσεως ήταν σε θέση να επηρεάσει την εξέλιξη της διαδικασίας και το περιεχόμενο της αποφάσεως της Επιτροπής. Η προσφεύγουσα, όμως, δεν έπραξε κάτι τέτοιο. Επιπλέον, τέτοιος επηρεασμός αποκλείεται για λόγους χρονικής ακολουθίας, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα κατέθεσε τις παρατηρήσεις της, στη διαδικασία που κινήθηκε βάσει του άρθρου 29 της οδηγίας-πλαισίου, στις 19 Αυγούστου 2013, ήτοι προτού υποβάλει την αίτηση προσβάσεως στα έγγραφα με επιστολή της ίδιας ημερομηνίας.

55      Καταρχάς, πρέπει να διαπιστωθεί αν, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή αποφάνθηκε μόνον, όπως διατείνεται, επί της αιτήσεως προσβάσεως στα έγγραφα βάσει του κανονισμού 1049/2001 ή αν αποφάνθηκε επίσης επί της αιτήσεως προσβάσεως στον φάκελο βάσει του άρθρου 41, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του Χάρτη.

56      Με το έγγραφο της 19ης Αυγούστου 2013 προς την Επιτροπή, στο οποίο η προσφεύγουσα τοποθετήθηκε επί της αρνήσεως της Γαλλικής Δημοκρατίας να χορηγήσει άδεια κυκλοφορίας σε ορισμένα οχήματα της μάρκας Mercedes, η προσφεύγουσα επικαλέστηκε μόνον το άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του Χάρτη ως βάση της αιτήσεως προσβάσεως στο σύνολο των εγγράφων που σχετίζονταν με τη διαδικασία που κίνησε η Γαλλική Δημοκρατία δυνάμει του άρθρου 29 της οδηγίας-πλαισίου.

57      Επιπλέον, μετά το ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε η Επιτροπή στην προσφεύγουσα, και με το οποίο το θεσμικό αυτό όργανο διατύπωσε την εκτίμηση ότι η αίτηση προσβάσεως που περιεχόταν στο έγγραφο της 19ης Αυγούστου 2013 συνιστούσε αίτηση προσβάσεως στα έγγραφα στηριζόμενη στον κανονισμό 1049/2001, η προσφεύγουσα υπογράμμισε, με ηλεκτρονικό μήνυμα της 20ής Σεπτεμβρίου 2013, ότι η αίτηση προσβάσεως που είχε υποβάλει βασιζόταν στο δικαίωμα προσβάσεώς της στον φάκελο που προβλέπεται στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του Χάρτη.

58      Τέλος, με την επιβεβαιωτική αίτηση της 30ής Οκτωβρίου 2013, η προσφεύγουσα επικαλέστηκε όχι μόνον το δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1049/2001, αλλά και το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο που προβλέπεται στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του Χάρτη.

59      Επομένως, οι αρχικές αιτήσεις προσβάσεως στα έγγραφα, οι οποίες υποβλήθηκαν αντιστοίχως με το έγγραφο της 19ης Αυγούστου 2013 και με το ηλεκτρονικό μήνυμα της 20ής Σεπτεμβρίου 2013, θεμελιώνονταν μόνο στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του Χάρτη, η δε επιβεβαιωτική αίτηση προσβάσεως θεμελιωνόταν τόσο στο δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1049/2001 όσο και στο δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο που προβλέπεται στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του Χάρτη.

60      Εκτός αυτού, είναι βεβαίως αληθές ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει τίτλο «Απόφαση εκδοθείσα από τη γενική γραμματεία για λογαριασμό της Επιτροπής δυνάμει του άρθρου 4 των διατάξεων σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού […] 1049/2001» και έχει ως θέμα «Επιβεβαιωτική αίτησή σας προσβάσεως στα έγγραφα υποβληθείσα βάσει του κανονισμού […] 1049/2001 – GESTDEM 2013/4643» και ότι, υπό τον τίτλο «Εκτίμηση και συμπεράσματα βάσει του κανονισμού 1049/2001» της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι, «[ό]ταν εξετάζει αίτηση γνωστοποιήσεως εγγράφων δυνάμει του κανονισμού […] 1049/2001, η Επιτροπή δεν μπορεί να αποφανθεί επί τυχόν προσβολών προνομιακού δικαιώματος προσβάσεως στηριζόμενου σε άλλες νομοθετικές πράξεις (όπως η οδηγία[-πλαίσιο] και η οδηγία [περί των συστημάτων κλιματισμού], στο μέτρο που προβλέπουν τέτοιο δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα)», και ότι, «επομένως, η αιτίαση αυτή δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας αποφάσεως».

61      Εντούτοις, η προσβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνει όχι μόνον ενότητα με τίτλο «Εκτίμηση και συμπεράσματα βάσει του κανονισμού 1049/2001», αλλά και ενότητα με τίτλο «Παραπομπές στον [Χάρτη]». Υπό τον τίτλο αυτό, η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει τα ακόλουθα:

«Στην επιβεβαιωτική αίτησή σας, παραπέμπετε επίσης στον [Χάρτη] και, ειδικότερα, στο προβλεπόμενο στο άρθρο 41, παράγραφος 2, δικαίωμα κάθε προσώπου να έχει πρόσβαση στον φάκελό του, και ζητείτε να εξεταστεί η αίτησή σας επίσης υπό το πρίσμα των διατάξεων αυτών.

Ο κανονισμός 1049/2001 είναι ασφαλώς σύμφωνος με τον [Χάρτη], αλλά εκδόθηκε [βάσει] του άρθρου 15, παράγραφος 3, [ΣΛΕΕ] το οποίο και μεταφέρει στις εθνικές έννομες τάξεις.

Δυνάμει του άρθρου 52, παράγραφος 2, του [Χάρτη], τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται από τον Χάρτη, τα οποία θεμελιώνονται στις Συνθήκες, ασκούνται υπό τους όρους και εντός των ορίων που καθορίζονται σε αυτές.

Επομένως, το προβλεπόμενο από τον [Χάρτη] δικαίωμα προσβάσεως πρέπει να ασκείται υπό τους όρους και εντός των ορίων που καθορίζονται στο άρθρο 15, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ και στον κανονισμό 1049/2001.

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, η Επιτροπή δεν μπορεί να θεμελιώσει την απόφασή της επί της αιτήσεως προσβάσεως που υποβάλατε απευθείας στο δικαίωμα προσβάσεως που κατοχυρώνεται στον [Χάρτη]. Οφείλει, αντιθέτως, να λάβει υπόψη τους όρους και τα όρια που καθορίζονται στη [ΣΛΕΕ] και στον κανονισμό 1049/2001.»

62      Επομένως, από το απόσπασμα αυτό της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή εξέτασε την αίτηση προσβάσεως στον φάκελο ως στηριζόμενη στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του Χάρτη και ότι την απέρριψε, κατ’ ουσίαν, με την αιτιολογία ότι το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο περιορίζεται από τις προβλεπόμενες στον κανονισμό 1049/2001 εξαιρέσεις.

63      Επιπλέον, επισημαίνεται ότι, με το υπόμνημα αντικρούσεως, καίτοι η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, κατά την παράθεση της σχετικής με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως επιχειρηματολογία της, δεν αποφάνθηκε επί της στηριζόμενης στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του Χάρτη αιτήσεως προσβάσεως της προσφεύγουσας στον φάκελο, με την επιχειρηματολογία της στο πλαίσιο του τέταρτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, η Επιτροπή βεβαιώνει ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, «αποφάνθηκε σαφώς επί του δικαιώματος προσβάσεως στον φάκελο» και ότι «[δ]ιαπίστωσε ότι έπρεπε, τελικώς, να αρνηθεί την πρόσβαση στον φάκελο για τον ίδιο λόγο για τον οποίο αρνήθηκε τη συνολική πρόσβαση στα έγγραφα κατά την έννοια του κανονισμού […] 1049/2001».

64      Επιπροσθέτως, το επιχείρημα της Επιτροπής ότι μια αίτηση προσβάσεως στον φάκελο δεν αποτελεί, καταρχήν, αντικείμενο διαδικασίας στηριζόμενης στον κανονισμό 1049/2001 και το επιχείρημα ότι η ίδια δεν υποχρεούνταν να αποφανθεί επί της αιτήσεως αυτής με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν θέτουν υπό αμφισβήτηση το γεγονός ότι η Επιτροπή αποφάνθηκε επί της αιτήσεως αυτής με την εν λόγω απόφαση.

65      Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει άρνηση προσβάσεως στον φάκελο την οποία ζήτησε η προσφεύγουσα βάσει του άρθρου 41, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του Χάρτη.

66      Πρέπει, επομένως, να εξακριβωθεί αν ορθώς η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τέτοια άρνηση προσβάσεως δεν συνιστά πράξη δεκτική προσφυγής.

67      Κατά πάγια νομολογία, στην περίπτωση πράξεων ή αποφάσεων που λαμβάνονται στο πλαίσιο διαδικασίας περιλαμβάνουσας πλείονα στάδια, συνιστούν πράξεις δυνάμενες να προσβληθούν με προσφυγή ακυρώσεως μόνον τα μέτρα τα οποία παγιώνουν τη θέση του συγκεκριμένου θεσμικού οργάνου της Ένωσης κατά το πέρας της διαδικασίας, ενώ τα προκαταρκτικά μέτρα ή τα μέτρα που έχουν αμιγώς προπαρασκευαστικό χαρακτήρα δεν μπορούν αφ’ εαυτών να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως (βλ. διάταξη της 15ης Φεβρουαρίου 2012, Internationaler Hilfsfonds κατά Επιτροπής, C‑208/11 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:76, σκέψη 29 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

68      Από τη νομολογία σε υποθέσεις ανταγωνισμού προκύπτει ότι, ακόμη και αν συνεπάγονται προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, οι πράξεις με τις οποίες η Επιτροπή αρνείται την πρόσβαση στον φάκελο παράγουν, καταρχήν, μόνον τα περιορισμένα αποτελέσματα προπαρασκευαστικής πράξεως που εντάσσεται στο πλαίσιο προηγουμένης διοικητικής διαδικασίας. Όμως, μόνον οι πράξεις που επηρεάζουν άμεσα και αμετακλήτως τη νομική κατάσταση των οικείων επιχειρήσεων είναι ικανές να δικαιολογήσουν, προ της περατώσεως της διοικητικής διαδικασίας, το παραδεκτό προσφυγής ακυρώσεως (απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1992, Cimenteries CBR κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑10/92 έως T‑12/92 και T‑15/92, EU:T:1992:123, σκέψη 42· διατάξεις της 5ης Δεκεμβρίου 2001, Reisebank κατά Επιτροπής, T‑216/01 R, EU:T:2001:277, σκέψη 46, και της 27ης Ιανουαρίου 2009, Intel κατά Επιτροπής, T‑457/08 R, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2009:18, σκέψη 53).

69      Η περίσταση, την οποία επικαλείται η προσφεύγουσα, ότι, στον τομέα του ανταγωνισμού, το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο προβλέπεται από κανονισμό δεν δικαιολογεί την εφαρμογή εν προκειμένω διαφορετικής προσεγγίσεως από το Γενικό Δικαστήριο. Οι προμνησθείσες στη σκέψη 68 αποφάσεις βασίζονταν, κατ’ ουσίαν, στην περίσταση ότι, έως την έκδοση της αποφάσεως της Επιτροπής κατά το πέρας ορισμένης διοικητικής διαδικασίας, η άρνηση προσβάσεως στον φάκελο ήταν, καταρχήν, αναστρέψιμη και ότι η ενδεχόμενη παρανομία την οποία ενείχε η άρνηση προσβάσεως μπορούσε να προβληθεί προς στήριξη προσφυγής βάλλουσας κατά της αποφάσεως της εκδιδόμενης κατά το πέρας της διοικητικής διαδικασίας.

70      Εν προκειμένω, από το άρθρο 29, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου προκύπτει ότι τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή την άρνηση χορηγήσεως άδειας κυκλοφορίας οχημάτων ή την άρνηση χορηγήσεως άδειας πωλήσεως ή θέσεως σε κυκλοφορία στην επικράτειά τους οχημάτων, κατασκευαστικών στοιχείων ή χωριστών τεχνικών μονάδων καθώς και τους λόγους της αρνήσεως αυτής. Επιπλέον, το άρθρο 29, παράγραφος 2, της οδηγίας-πλαισίου προβλέπει ότι η Επιτροπή διαβουλεύεται με τα ενδιαφερόμενα μέρη ώστε να προετοιμάσει τη σχετική απόφαση.

71      Με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή εκθέτει τη νομική της θέση σχετικά με το κατά πόσον η κοινοποιηθείσα από το κράτος μέλος άρνηση χορηγήσεως άδειας κυκλοφορίας είναι συμβατή, μεταξύ άλλων, με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων στην εσωτερική αγορά.

72      Η προσφεύγουσα δεν εξηγεί τους λόγους για τους οποίους δεν θα μπορούσε να επικαλεστεί ενδεχόμενη παρανομία της αρνήσεως προσβάσεως στον φάκελο στο πλαίσιο προσφυγής κατά της αναμενόμενης να εκδοθεί αποφάσεως της Επιτροπής, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 29, παράγραφος 2, της οδηγίας-πλαισίου.

73      Εξάλλου, πρέπει να επισημανθεί ότι το άρθρο 11 της οδηγίας 2006/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 2006, σχετικά με τα μηχανήματα και την τροποποίηση της οδηγίας 95/16/ΕΚ (ΕΕ 2006, L 157, σ. 24), προβλέπει ρήτρα διασφαλίσεως η οποία επιτρέπει στα κράτη μέλη να αποσύρουν από την αγορά ορισμένα μηχανήματα, φέροντα τη σήμανση «EK», τα οποία ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο την υγεία και ασφάλεια προσώπων. Αυτή η ρήτρα διασφαλίσεως είναι παρεμφερής με την προβλεπόμενη στο άρθρο 29, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου. Πάντως, με την απόφαση της 15ης Ιουλίου 2015, CSF κατά Επιτροπής (T‑337/13, EU:T:2015:502, σκέψεις 16 έως 35), το Γενικό Δικαστήριο έκρινε παραδεκτή προσφυγή ακυρώσεως ασκηθείσα από τον κατασκευαστή μηχανήματος κατά αποφάσεως της Επιτροπής περί διαπιστώσεως του δικαιολογημένου χαρακτήρα των μέτρων που έλαβαν οι δανικές αρχές, βάσει της προβλεπόμενης στο άρθρο 11 της οδηγίας 2006/42 ρήτρας διασφαλίσεως, όσον αφορά τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες το μηχάνημα αυτό διατέθηκε στη δανική αγορά.

74      Επομένως, η άρνηση προσβάσεως στον φάκελο που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι σε θέση να παραγάγει έννομες συνέπειες ικανές να επηρεάσουν ήδη, και πριν από την ενδεχόμενη έκδοση οριστικής αποφάσεως της Επιτροπής, τα συμφέροντα της προσφεύγουσας.

75      Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά παράβαση της Συμβάσεως του Aarhus και του κανονισμού 1367/2006

76      Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι τα ζητηθέντα έγγραφα περιέχουν περιβαλλοντικές πληροφορίες και ότι, επομένως, αρνούμενη να της κοινοποιήσει τα έγγραφα αυτά, η Επιτροπή προσέβαλε το δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα των θεσμικών οργάνων που καθιερώνουν η Σύμβαση του Aarhus και ο κανονισμός 1367/2006.

77      Ο λόγος αυτός υποδιαιρείται σε δύο σκέλη.Το πρώτο σκέλος αφορά, κατ’ ουσίαν, ασυμβατότητα του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 1367/2006 προς το άρθρο 4, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της Συμβάσεως του Aarhus. Το δεύτερο σκέλος αφορά παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως του Aarhus και του άρθρου 6, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 1367/2006.

 Επί του πρώτου σκέλους το οποίο αφορά ασυμβατότητα του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 1367/2006 προς το άρθρο 4, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της Συμβάσεως του Aarhus

78      Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, στο μέτρο που εισάγει εξαίρεση για την πρόσβαση στις περιβαλλοντικές πληροφορίες μη προβλεπόμενη στο άρθρο 4, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της Συμβάσεως του Aarhus, ήτοι αυτήν που αφορά τις έρευνες, το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 1367/2006 δεν είναι συμβατό προς το προμνησθέν άρθρο της Συμβάσεως του Aarhus. Κατά την προσφεύγουσα, το άρθρο 4, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της Συμβάσεως του Aarhus προβλέπει αναμφίβολα ότι η αίτηση προσβάσεως σε περιβαλλοντικές πληροφορίες μπορεί να απορριφθεί για την προστασία του σκοπού ερευνών ποινικού ή πειθαρχικού χαρακτήρα. Εντούτοις, το άρθρο αυτό δεν προβλέπει τη δυνατότητα απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως για την προστασία του σκοπού διοικητικών ερευνών, όπως είναι η έρευνα που κινεί η Επιτροπή δυνάμει της διαδικασίας του άρθρου 29 της οδηγίας-πλαισίου ή η έρευνα που προηγείται ενδεχόμενης προσφυγής λόγω παραβάσεως.

79      Επιπλέον, κατά την προσφεύγουσα, καίτοι, αναμφίβολα, τα συμβαλλόμενα μέρη στη Σύμβαση του Aarhus, στα οποία καταλέγεται η Ένωση, διαθέτουν διακριτική ευχέρεια για τη μεταφορά των διατάξεων αυτής στο εσωτερικό δίκαιο, η διακριτική αυτή ευχέρεια δεν παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να θεσπίσει νέους λόγους αρνήσεως της προσβάσεως στις περιβαλλοντικές πληροφορίες, μη προβλεπόμενους από τη Σύμβαση του Aarhus. Τέλος, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το άρθρο 4, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της Συμβάσεως του Aarhus είναι αρκούντως ακριβές ώστε να μπορεί να τύχει άμεσης εφαρμογής.

80      Εκτός αυτού, η προσφεύγουσα αντικρούει το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η νομιμότητα του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 1367/2006 δεν μπορεί να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα της Συμβάσεως του Aarhus. Υποστηρίζει ότι, θεσπίζοντας τον κανονισμό 1367/2006 και, ειδικότερα, το άρθρο 6, παράγραφος 1, αυτού, η Ένωση θέλησε να μεταφέρει στην έννομη τάξη της τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη Σύμβαση του Aarhus. Ως εκ τούτου, δυνάμει των αρχών που διατύπωσε το Δικαστήριο στις αποφάσεις της 22ας Ιουνίου 1989, Fediol κατά Επιτροπής (70/87, EU:C:1989:254), και της 7ης Μαΐου 1991, Nakajima κατά Συμβουλίου (C‑69/89, EU:C:1991:186), η νομιμότητα, η ερμηνεία και η εφαρμογή του κανονισμού 1367/2006 και, ειδικότερα, του άρθρου του 6 μπορούν να αξιολογηθούν υπό το πρίσμα της Συμβάσεως του Aarhus. Εξάλλου, η απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, ClientEarth κατά Επιτροπής (C‑612/13 P, EU:C:2015:486), δεν εμποδίζει τον έλεγχο του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 1367/2006, υπό το πρίσμα της Συμβάσεως του Aarhus.

81      Η Επιτροπή αντιτείνει, προκαταρκτικώς, ότι, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δεν επικαλέστηκε ούτε με την πρώτη της αίτηση προσβάσεως στα έγγραφα ούτε με την επιβεβαιωτική της αίτηση δικαίωμα προσβάσεως στις περιβαλλοντικές πληροφορίες δυνάμει της Συμβάσεως του Aarhus, το θεσμικό αυτό όργανο ούτε αναγνώρισε ούτε αρνήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση την ύπαρξη τέτοιου δικαιώματος, οπότε το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής.

82      Η Επιτροπή προβάλλει επίσης ότι η Σύμβαση του Aarhus δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, στο μέτρο που τα ζητηθέντα έγγραφα δεν περιέχουν πληροφορίες σχετικές με το περιβάλλον, κατά την έννοια της εν λόγω Συμβάσεως. Επιπλέον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν είναι δυνατόν να εξεταστεί το κύρος του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1367/2006 υπό το πρίσμα του άρθρου 4, παράγραφος 4, της εν λόγω Συμβάσεως δεδομένου ότι το δεύτερο αυτό άρθρο στερείται άμεσου αποτελέσματος. Εξάλλου, η Επιτροπή διατείνεται ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1367/2006 είναι συμβατό με τη Σύμβαση του Aarhus και ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι δεν είναι, λαμβανομένου υπόψη ότι ο κανονισμός 1049/2001 δεν εκδόθηκε με σκοπό τη μεταφορά της Συμβάσεως του Aarhus στην έννομη τάξη της Ένωσης, δεν μπορεί να συναχθεί ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι εξαιρέσεις του κανονισμού αυτού για την πρόσβαση στα έγγραφα.

83      Το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι από την απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, ClientEarth κατά Επιτροπής (C‑612/13 P, EU:C:2015:486), προκύπτει ότι η προσφεύγουσα δεν μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 4, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της Συμβάσεως του Aarhus.

84      Επισημαίνεται ότι το υπό κρίση σκέλος του δεύτερου λόγου ακυρώσεως αφορά το ζήτημα αν το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 1367/2006, στο μέτρο που προβλέπει εξαίρεση «των ερευνών, ιδίως εκείνων που αφορούν τυχόν παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου», είναι συμβατό προς το άρθρο 4, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της Συμβάσεως του Aarhus.

85      Το άρθρο 6 του κανονισμού 1367/2006 προσθέτει στον κανονισμό 1049/2001 ειδικούς κανόνες όσον αφορά τις αιτήσεις προσβάσεως σε περιβαλλοντικές πληροφορίες. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 1367/2006 προβλέπει ότι, όσον αφορά τις διατάξεις του άρθρου 4, παράγραφος 2, πρώτη και τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, εξαιρέσει των ερευνών, ιδίως εκείνων που αφορούν τυχόν παραβάσεις του δικαίου της Ένωσης, θεωρείται ότι υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον που επιβάλλει τη δημοσιοποίηση των πληροφοριών, όταν οι ζητούμενες πληροφορίες αφορούν εκπομπές στο περιβάλλον.

86      Δυνάμει του άρθρου 216, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, οι διεθνείς συμφωνίες που συνάπτει η Ένωση δεσμεύουν τα θεσμικά όργανά της και υπερισχύουν, επομένως, των πράξεων που αυτά εκδίδουν (βλ., απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, ClientEarth κατά Επιτροπής, C‑612/13 P, EU:C:2015:486, σκέψη 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

87      Από τα ανωτέρω έπεται ότι το κύρος πράξεως της Ένωσης επηρεάζεται ενδεχομένως από το ασύμβατο της πράξεως αυτής με τέτοιους κανόνες του διεθνούς δικαίου (βλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, ClientEarth κατά Επιτροπής, C‑612/13 P, EU:C:2015:486, σκέψη 34 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

88      Εντούτοις, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης δύνανται να εξετάζουν την προβαλλόμενη έλλειψη συμβατότητας πράξεως του δικαίου της Ένωσης με τις διατάξεις διεθνούς συνθήκης στην οποία συμβαλλόμενη είναι η Ένωση μόνον υπό την προϋπόθεση, αφενός, ότι αυτό δεν προσκρούει στη φύση και στην οικονομία της οικείας συνθήκης και, αφετέρου, ότι οι εν λόγω διατάξεις, από απόψεως του περιεχομένου τους, δεν περιέχουν αιρέσεις και είναι αρκούντως ακριβείς (βλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, ClientEarth κατά Επιτροπής, C‑612/13 P, EU:C:2015:486, σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

89      Συναφώς, επισημαίνεται ότι από την απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, ClientEarth κατά Επιτροπής (C‑612/13 P, EU:C:2015:486, σκέψεις 40 έως 43), προκύπτει ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το άρθρο 4, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της Συμβάσεως του Aarhus, από την άποψη του περιεχομένου του, δεν περιέχει αιρέσεις και είναι αρκούντως ακριβές ώστε ο δικαστής της Ένωσης να μπορεί να προβεί σε εξέταση της συμβατότητας πράξεως της Ένωσης υπό το πρίσμα του άρθρου αυτού, κατ’ εφαρμογήν της προπαρατιθέμενης στη σκέψη 88 νομολογίας.

90      Αληθεύει, βεβαίως, όπως επισημαίνει η προσφεύγουσα, ότι το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι, στην περίπτωση κατά την οποία η Ένωση είχε την πρόθεση να εκπληρώσει ειδική υποχρέωση που ανέλαβε δυνάμει συμφωνιών συνομολογημένων στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) ή στην περίπτωση κατά την οποία η πράξη του δικαίου της Ένωσης ρητώς παραπέμπει σε συγκεκριμένες διατάξεις των εν λόγω συμφωνιών, εναπόκειται στο Δικαστήριο να ελέγξει, κατά περίπτωση, τη νομιμότητα της σχετικής πράξεως της Ένωσης με γνώμονα τους κανόνες του ΠΟΕ (βλ. απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2014, LVP, C‑306/13, EU:C:2014:2465, σκέψη 47 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· πρβλ., υπ’ αυτή την έννοια, αποφάσεις της 22ας Ιουνίου 1989, Fediol κατά Επιτροπής, 70/87, EU:C:1989:254, σκέψεις 19 έως 22, και της 7ης Μαΐου 1991, Nakajima κατά Συμβουλίου, C‑69/89, EU:C:1991:186, σκέψεις 29 έως 32).

91      Εντούτοις, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι οι δύο αυτές εξαιρέσεις δικαιολογούνταν μόνον από τις ιδιαιτερότητες των συμφωνιών που οδήγησαν στην εισαγωγή τους (απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2015, Συμβούλιο κ.λπ. κατά Vereniging Milieudefensie και Stichting Stop Luchtverontreiniging Utrecht, C‑401/12 P έως C‑403/12 P, EU:C:2015:4, σκέψεις 57 έως 59).

92      Εν προκειμένω, το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1367/2006 δεν παραπέμπει άμεσα σε συγκεκριμένες διατάξεις της Συμβάσεως του Aarhus ούτε αναγνωρίζει στους ιδιώτες το δικαίωμα να επικαλούνται διατάξεις της Συμβάσεως αυτής. Επομένως, ελλείψει τέτοιας ρητής παραπομπής σε διατάξεις διεθνούς συμφωνίας, η απόφαση της 22ας Ιουνίου 1989, Fediol κατά Επιτροπής (70/87, EU:C:1989:254), δεν μπορεί να θεωρηθεί κρίσιμη εν προκειμένω (απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, ClientEarth κατά Επιτροπής, C‑612/13 P, EU:C:2015:486, σκέψη 37).

93      Επιπλέον, το άρθρο 4, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της Συμβάσεως του Aarhus δεν προβλέπει ειδική υποχρέωση κατά την έννοια της αποφάσεως της 7ης Μαΐου 1991, Nakajima κατά Συμβουλίου (C‑69/89, EU:C:1991:186), στο μέτρο που τα συμβαλλόμενα στη Σύμβαση αυτή μέρη διαθέτουν διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την ερμηνεία της έννοιας της «έρευνας ποινικού ή πειθαρχικού χαρακτήρα» του άρθρου 4, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της Συμβάσεως του Aarhus και, επομένως, όσον αφορά την υλοποίηση της υποχρεώσεως που απορρέει από το άρθρο αυτό (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, ClientEarth κατά Επιτροπής, C‑612/13 P, EU:C:2015:486, σκέψη 42).

94      Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η προσφεύγουσα δεν μπορεί να επικαλείται το άρθρο 4, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της Συμβάσεως του Aarhus προκειμένου να αμφισβητήσει τη νομιμότητα του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 1367/2006.

95      Επομένως, το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του δεύτερου σκέλους το οποίο αφορά παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως του Aarhus και του άρθρου 6, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 1367/2006

96      Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 1367/2006, η εξαίρεση του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001 πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά και ότι πρέπει να ληφθεί ειδικότερα υπόψη το γεγονός ότι οι ζητηθείσες πληροφορίες αφορούσαν εκπομπές στο περιβάλλον. Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι η συσταλτική ερμηνεία της εξαιρέσεως που αφορά τις διαδικασίες έρευνας, την οποία επιβάλλουν το άρθρο 4, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως του Aarhus και το άρθρο 6, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 1367/2006, επιτάσσει κάθε σχετικό με εκπομπές έγγραφο να αποτελεί αντικείμενο εξατομικευμένης εξετάσεως προκειμένου να διαπιστωθεί αν το δημόσιο συμφέρον που συνδέεται με τη δημοσιοποίησή του υπερισχύει του συμφέροντος εμπιστευτικότητας της έρευνας.

97      Η Επιτροπή αντιτείνει ότι τα έγγραφα που αφορά η αίτηση προσβάσεως της προσφεύγουσας δεν περιέχουν πληροφορίες σχετικές με εκπομπές στο περιβάλλον κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 1367/2006. Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι, έστω και αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, το άρθρο 6, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 1367/2006 δεν θα τύγχανε εφαρμογής.

98      Επισημαίνεται ότι το άρθρο 4, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως του Aarhus προβλέπει ότι οι λόγοι απορρίψεως των αιτήσεων περιβαλλοντικών πληροφοριών πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικά.

99      Ο δικαστής της Ένωσης εκτίμησε ότι η κατά το άρθρο 4, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως του Aarhus υποχρέωση συσταλτικής ερμηνείας των λόγων αρνήσεως προσβάσεως δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιβάλλει ειδική υποχρέωση (απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, ClientEarth κατά Επιτροπής, C‑612/13 P, EU:C:2015:486, σκέψη 42). Επομένως, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να επικαλεστεί άμεσα τη διάταξη αυτή.

100    Το άρθρο 6, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 1367/2006 ορίζει ότι, «[ό]σον αφορά τις λοιπές εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 του [κανονισμού 1049/2001], οι λόγοι απόρριψης ερμηνεύονται περιοριστικά, λαμβανομένου υπόψη του δημοσίου συμφέροντος που εξυπηρετείται από τη δημοσιοποίηση και το[υ] κατά πόσον οι ζητούμενες πληροφορίες αφορούν εκπομπές στο περιβάλλον».

101    Εντούτοις, από το γράμμα και την οικονομία του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1367/200 προκύπτει ότι οι «λοιπές εξαιρέσεις», υπό την έννοια της δεύτερης περιόδου της παραγράφου αυτής, δεν περιλαμβάνουν την προστασία του σκοπού των «ερευνών, ιδίως εκείνων που αφορούν τυχόν παραβάσεις του δικαίου της [Ένωσης]».

102    Πράγματι, το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 1367/2006 καθιερώνει κανόνα σχετικά με τις εξαιρέσεις τις προβλεπόμενες στο άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτη και τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 1367/2006 δεν κάνει απλώς λόγο για τις «λοιπές εξαιρέσεις» αλλά για τις «λοιπές εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 του κανονισμού [1049/2001]». Συνεπώς, η εν λόγω διάταξη εννοεί τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στο άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, και στο άρθρο 4, παράγραφοι 3 και 5, του κανονισμού 1049/2001. Η δραστηριότητα έρευνας, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, η οποία μνημονεύεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 1367/2006, δεν περιλαμβάνεται στην έννοια των «λοιπών εξαιρέσεων» που αναφέρονται στη δεύτερη περίοδο της διατάξεως αυτής (απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2013, LPN και Φινλανδία κατά Επιτροπής, C‑514/11 P και C‑605/11 P, EU:C:2013:738, σκέψη 83).

103    Ως εκ τούτου, το άρθρο 6, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 1367/2006 δεν ασκεί επιρροή στην εξέταση που πρέπει να πραγματοποιήσει η Επιτροπή δυνάμει του κανονισμού 1049/2001 όταν η αίτηση προσβάσεως έχει ως αντικείμενο έγγραφα σχετικά με διαδικασία έρευνας.

104    Εν πάση περιπτώσει, επισημαίνεται ότι, ασφαλώς, το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1367/2006, ως ειδικός κανόνας σε σχέση προς τις διατάξεις του άρθρου 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1049/2001, περιλαμβάνει διευκρινίσεις σχετικά με την αυστηρή ερμηνεία των εξαιρέσεων που προβλέπονται από τις εν λόγω διατάξεις, καθώς και με τη στάθμιση των αντικρουόμενων συμφερόντων, πράγμα που μπορεί να καταλήξει σε πρόσβαση στις περιβαλλοντικές πληροφορίες ευρύτερη από την πρόσβαση σε άλλες πληροφορίες που περιέχονται στα έγγραφα τα οποία ευρίσκονται στην κατοχή των θεσμικών οργάνων. Εντούτοις, η διαπίστωση αυτή δεν ασκεί επιρροή επί του κατά πόσον το εμπλεκόμενο όργανο οφείλει να προβαίνει σε συγκεκριμένη και εξατομικευμένη εξέταση των ζητουμένων εγγράφων ή πληροφοριών (απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2011, LPN κατά Επιτροπής, T‑29/08, EU:T:2011:448, σκέψη 117).

105    Επομένως, η προσφεύγουσα εσφαλμένως υποστηρίζει ότι, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των ζητηθέντων εγγράφων, η Επιτροπή όφειλε να έχει προβεί σε εξατομικευμένη εξέταση κάθε εγγράφου.

106    Ως εκ τούτου, το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

107    Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, παρέλκει δε η εξέταση του επιχειρήματος της Επιτροπής ότι τα έγγραφα στα οποία η προσφεύγουσα ζητεί πρόσβαση δεν αφορούν εκπομπές στο περιβάλλον ή του επιχειρήματος ότι, καθόσον η προσφεύγουσα δεν επικαλέστηκε δικαίωμα προσβάσεως στις περιβαλλοντικές πληροφορίες δυνάμει της Συμβάσεως του Aarhus με την αίτηση προσβάσεως στα έγγραφα, τέτοιο δικαίωμα δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής.

 Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά παράβαση του άρθρου 42 του Χάρτη, του άρθρου 15, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, του κανονισμού 1049/2001 και του κανονισμού 1367/2006

108    Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ και του άρθρου 42 του Χάρτη, κάθε πολίτης της Ένωσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο κατοικεί ή έχει την καταστατική έδρα του σε κράτος μέλος έχει δικαίωμα προσβάσεως σε έγγραφα των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης, με την επιφύλαξη των αρχών και των προϋποθέσεων που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 15, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Σύμφωνα ιδίως με το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διατάξεως, οι ως άνω αρχές και προϋποθέσεις καθορίζονται μέσω κανονισμών από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, τα οποία αποφασίζουν με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία.

109    Επί της βάσεως αυτής, ο κανονισμός 1049/2001 έχει ως σκοπό να παράσχει στο κοινό το δικαίωμα όσο το δυνατόν ευρύτερης προσβάσεως στα έγγραφα των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, προβλέποντας, όπως προκύπτει ιδίως από το καθεστώς εξαιρέσεων του άρθρου 4, ορισμένους περιορισμούς, για λόγους δημοσίου ή ιδιωτικού συμφέροντος (αποφάσεις της 29ης Ιουνίου 2010, Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau, C‑139/07 P, EU:C:2010:376, σκέψη 51, και της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Επιτροπή κατά EnBW, C‑365/12 P, EU:C:2014:112, σκέψη 61).

110    Ειδικότερα, από το άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, το οποίο επικαλέστηκε η Επιτροπή για να αρνηθεί την κοινοποίηση των εγγράφων που ζήτησε η προσφεύγουσα, προκύπτει ότι τα θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφο του οποίου η γνωστοποίηση θα έθιγε την προστασία του σκοπού επιθεωρήσεως, έρευνας και οικονομικού ελέγχου, εκτός εάν για τη γνωστοποίηση του εγγράφου υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον.

111    Κατά τη νομολογία, το καθεστώς εξαιρέσεων που προβλέπεται στο άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001, και ιδίως στην παράγραφο 2, στηρίζεται σε στάθμιση των διάφορων συγκρουόμενων συμφερόντων, δηλαδή των συμφερόντων που θα ικανοποιούνταν από τη γνωστοποίηση των οικείων εγγράφων και των συμφερόντων που θα θίγονταν από τη γνωστοποίηση αυτή (αποφάσεις της 14ης Νοεμβρίου 2013, LPN και Φινλανδία κατά Επιτροπής, C‑514/11 P και C‑605/11 P, EU:C:2013:738, σκέψη 42, και της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Επιτροπή κατά EnBW, C‑365/12 P, EU:C:2014:112, σκέψη 63).

112    Οι εξαιρέσεις που προβλέπει το άρθρο αυτό, δεδομένου ότι συνιστούν παρέκκλιση από τη γενική αρχή της κατά το δυνατόν ευρύτερης προσβάσεως του κοινού στα έγγραφα της Ένωσης, πρέπει να ερμηνεύονται στενά και να εφαρμόζονται αυστηρά (αποφάσεις της 17ης Οκτωβρίου 2013, Συμβούλιο κατά Access Info Europe, C‑280/11 P, EU:C:2013:671, σκέψη 30, και της 3ης Ιουλίου 2014, Συμβούλιο κατά in' t Veld, C‑350/12 P, EU:C:2014:2039, σκέψη 48).

113    Κατά συνέπεια, για να δικαιολογηθεί η άρνηση προσβάσεως σε έγγραφο του οποίου ζητήθηκε η γνωστοποίηση, δεν αρκεί, καταρχήν, το έγγραφο αυτό να αφορά δραστηριότητα αναφερόμενη στο άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1049/2001. Εναπόκειται επίσης, καταρχήν, στο θεσμικό όργανο στο οποίο απευθύνεται η αίτηση να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους η πρόσβαση στο εν λόγω έγγραφο μπορεί να θίξει συγκεκριμένα και ουσιαστικά το προστατευόμενο από την εξαίρεση ή τις εξαιρέσεις συμφέρον που επικαλείται (αποφάσεις της 1ης Ιουλίου 2008, Σουηδία και Turco κατά Συμβουλίου, C‑39/05 P και C‑52/05 P, EU:C:2008:374, σκέψη 49, και της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Επιτροπή κατά EnBW, C‑365/12 P, EU:C:2014:112, σκέψη 64). Επιπλέον, ο κίνδυνος προσβολής του συμφέροντος αυτού πρέπει να είναι ευλόγως προβλέψιμος και όχι αμιγώς υποθετικός (αποφάσεις της 1ης Ιουλίου 2008, Σουηδία και Turco κατά Συμβουλίου, C‑39/05 P και C‑52/05 P, EU:C:2008:374, σκέψη 43, και της 17ης Οκτωβρίου 2013, Συμβούλιο κατά Access Info Europe, C‑280/11 P, EU:C:2013:671, σκέψη 31).

114    Εντούτοις, το οικείο θεσμικό όργανο μπορεί θεμιτώς να στηριχθεί σε γενικά τεκμήρια εφαρμοζόμενα σε ορισμένες κατηγορίες εγγράφων, καθόσον παρόμοιες εκτιμήσεις μπορούν να ισχύουν στην περίπτωση αιτήσεων που αφορούν έγγραφα της ίδιας φύσεως (αποφάσεις της 29ης Ιουνίου 2010, Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau, C‑139/07 P, EU:C:2010:376, σκέψη 54, και της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Επιτροπή κατά EnBW, C‑365/12 P, EU:C:2014:112, σκέψη 65).

115    Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει την ύπαρξη γενικών τεκμηρίων περί αρνήσεως παροχής προσβάσεως σε έγγραφα όσον αφορά τα έγγραφα του διοικητικού φακέλου σε διαδικασία ελέγχου κρατικών ενισχύσεων (απόφαση της 29ης Ιουνίου 2010, Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau, C‑139/07 P, EU:C:2010:376, σκέψη 61), τα έγγραφα που έχουν ανταλλαγεί μεταξύ της Επιτροπής και των κοινοποιούντων μερών ή τρίτων στο πλαίσιο διαδικασίας ελέγχου πράξεων συγκεντρώσεως μεταξύ επιχειρήσεων (αποφάσεις της 28ης Ιουνίου 2012, Επιτροπή κατά Éditions Odile Jacob, C‑404/10 P, EU:C:2012:393, σκέψη 123, και της 28ης Ιουνίου 2012, Επιτροπή κατά Agrofert Holding, C‑477/10 P, EU:C:2012:394, σκέψη 64), τα υπομνήματα που έχει καταθέσει θεσμικό όργανο στο πλαίσιο ένδικης διαδικασίας (απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2010, Σουηδία κ.λπ. κατά API και Επιτροπής, C‑514/07 P, C‑528/07 P και C‑532/07 P, EU:C:2010:541, σκέψη 94), τα έγγραφα που αφορούν εν εξελίξει διαδικασία λόγω παραβάσεως, η οποία ευρίσκεται στο προ της ασκήσεως της προσφυγής στάδιο (απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2013, LPN και Φινλανδία κατά Επιτροπής, C‑514/11 P και C‑605/11 P, EU:C:2013:738, σκέψη 65), τα έγγραφα τα οποία περιλαμβάνονται σε φάκελο σχετικό με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 101 ΣΛΕΕ (απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Επιτροπή κατά EnBW, C‑365/12 P, EU:C:2014:112, σκέψη 93) καθώς και τα έγγραφα που αφορούν διαδικασία αποκαλούμενη «EU Pilot» (απόφαση της 11ης Μαΐου 2017, Σουηδία κατά Επιτροπής, C‑562/14 P, EU:C:2017:356, σκέψη 51).

116    Το Γενικό Δικαστήριο αναγνώρισε την ύπαρξη γενικών τεκμηρίων όσον αφορά τις προσφορές των διαγωνιζομένων σε διαδικασία συνάψεως δημόσιας συμβάσεως σε περίπτωση αιτήσεως προσβάσεως υποβληθείσας από άλλον διαγωνιζόμενο (απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 2013, Cosepuri κατά EFSA, T‑339/10 και T‑532/10, EU:T:2013:38, σκέψη 101), τα έγγραφα που διαβιβάζονται, δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα [101] και [102 ΣΛΕΕ] (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1), από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού στην Επιτροπή (απόφαση της 12ης Μαΐου 2015, Unión de Almacenistas de Hierros de España κατά Επιτροπής, T‑623/13, EU:T:2015:268, σκέψη 64), τις ερωτήσεις πολλαπλών επιλογών που τέθηκαν στο πλαίσιο γενικού διαγωνισμού που οργάνωσε η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού (EPSO) (απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2015, Αλεξάνδρου κατά Επιτροπής, T‑515/14 P και T‑516/14 P, EU:T:2015:844, σκέψη 94), τα έγγραφα σχετικά με έρευνα της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας καταπολέμησης της απάτης (OLAF) (απόφαση της 26ης Μαΐου 2016, International Management Group κατά Επιτροπής, T‑110/15, EU:T:2016:322, σκέψη 44) καθώς και τα έγγραφα που αφορούσαν διαδικασία καταχρήσεως δεσπόζουσας θέσεως η οποία τέθηκε στο αρχείο (απόφαση της 28ης Μαρτίου 2017, Deutsche Telekom κατά Επιτροπής, T‑210/15, EU:T:2017:224).

117    Υπενθυμίζεται επίσης ότι, όταν αίτηση προσβάσεως αφορά όχι ένα μόνον έγγραφο, αλλά σύνολο εγγράφων, η αναγνώριση γενικού τεκμηρίου, κατά το οποίο η γνωστοποίηση εγγράφων ορισμένης φύσεως θα έθιγε, καταρχήν, την προστασία ενός εκ των απαριθμούμενων στο άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001 συμφερόντων, επιτρέπει στο οικείο θεσμικό όργανο να εξετάσει αίτηση που αφορά σύνολο εγγράφων και να απαντήσει σε αυτήν αναλόγως (βλ. απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Επιτροπή κατά EnBW, C‑365/12 P, EU:C:2014:112, σκέψη 68 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

118    Τέλος, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η διοικητική δραστηριότητα της Επιτροπής δεν απαιτεί τόσο ευρεία πρόσβαση στα έγγραφα όσο η νομοθετική δραστηριότητα θεσμικού οργάνου της Ένωσης (απόφαση της 21ης Ιουλίου 2011, Σουηδία κατά MyTravel και Επιτροπής, C‑506/08 P, EU:C:2011:496, σκέψη 87· πρβλ., υπ’ αυτή την έννοια, αποφάσεις της 29ης Ιουνίου 2010, Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau, C‑139/07 P, EU:C:2010:376, σκέψη 60, και της 21ης Σεπτεμβρίου 2010, Σουηδία κ.λπ. κατά API και Επιτροπής, C‑514/07 P, C‑528/07 P και C‑532/07 P, EU:C:2010:541, σκέψη 77).

119    Ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως υποδιαιρείται, κατ’ ουσίαν, σε δύο σκέλη. Με το πρώτο σκέλος προβάλλεται ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να επικαλεστεί την εξαίρεση του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001 σχετικά με την προστασία των ερευνών αλλά ούτε και γενικό τεκμήριο μη γνωστοποιήσεως. Με το δεύτερο σκέλος προβάλλεται ότι η Επιτροπή εκτίμησε εσφαλμένως ότι δεν υπήρχε υπερισχύον δημόσιο συμφέρον το οποίο να δικαιολογεί τη γνωστοποίηση των ζητηθέντων εγγράφων.

120    Επί του πρώτου σκέλους, στο πλαίσιο του οποίου προβάλλεται ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να επικαλεστεί την προβλεπόμενη στο άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001 εξαίρεση και το γενικό τεκμήριο μη γνωστοποιήσεως, πρώτον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η γνωστοποίηση των ζητηθέντων εγγράφων ουδεμία «έρευνα» θίγει, δεδομένου ότι η διαφορά αφορά αποκλειστικά τη νομική ισχύ που πρέπει να αποδοθεί σε πραγματικά περιστατικά όντως εξακριβωθέντα και τελεσθέντα, ήτοι το ζήτημα αν ο υπουργός Οικολογίας, Βιώσιμης Αναπτύξεως και Ενέργειας της Γαλλίας είχε την εξουσία να αναστείλει τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας των επίμαχων μηχανοκινήτων οχημάτων επικαλούμενος κίνδυνο για το περιβάλλον.

121    Δεύτερον, η προσφεύγουσα διατείνεται ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να στηριχθεί σε γενικό τεκμήριο μη γνωστοποιήσεως προκειμένου να απορρίψει την αίτησή της για πρόσβαση στα έγγραφα που σχετίζονται με την διαδικασία που κινήθηκε δυνάμει του άρθρου 29 της αποφάσεως-πλαισίου.

122    Συναφώς, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η άρνηση παροχής των ζητηθέντων εγγράφων με την αιτιολογία, μεταξύ άλλων, ότι η επιτυχής έκβαση της έρευνας εξαρτάται από ανταλλαγή πληροφοριών υπό συνθήκες διακριτικότητας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης και ότι η γνωστοποίηση των εγγράφων αυτών θα εξέθετε τη διαδικασία σε παρεμβάσεις τρίτων, ισοδυναμεί με τη δημιουργία μη προβλεπόμενης στον κανονισμό 1049/2001 κατηγορίας εξαιρέσεως για τη διάρκεια της έρευνας.

123    Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι δεν αντιλαμβάνεται τον λόγο για τον οποίο, κατά την Επιτροπή, το αντικείμενο της έρευνας που κινήθηκε δυνάμει του άρθρου 29 της οδηγίας-πλαισίου θα καθίστατο άνευ περιεχομένου σε περίπτωση γνωστοποιήσεως των ζητηθέντων εγγράφων. Αντιθέτως, κατά την προσφεύγουσα, η δυνατότητα του ενδιαφερόμενου κατασκευαστή να έχει πρόσβαση στα έγγραφα που αφορούν την κινηθείσα δυνάμει του άρθρου αυτού διαδικασία θα συνέβαλλε στον σκοπό της διαδικασίας αυτής, ο οποίος είναι η εφαρμογή της κοινής πολιτικής κυκλοφορίας στον τομέα της οδικής ασφάλειας. Το ίδιο θα ίσχυε εάν είχε πρόσβαση σε αυτά και το κοινό στο μέτρο που, κατά τη Γαλλική Δημοκρατία, η οποία αρνήθηκε να χορηγήσει άδεια κυκλοφορίας για τα οχήματα της προσφεύγουσας, θίγονταν τα συμφέροντα του κοινού στον τομέα της ασφάλειας και της οικολογίας.

124    Εκτός αυτού, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η σχετική με τις διαδικασίες λόγω παραβάσεως νομολογία δεν μπορεί να εφαρμοστεί στη διαδικασία που κινήθηκε βάσει του άρθρου 29 της οδηγίας-πλαισίου. Συναφώς, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι τα ζητήματα που τίθενται στο πλαίσιο της τελευταίας αυτής διαδικασίας είναι διαφορετικά από εκείνα που τίθενται στο πλαίσιο διαδικασίας λόγω παραβάσεως. Υποστηρίζει επίσης ότι η κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 29 της οδηγίας-πλαισίου δεν προϋποθέτει την ύπαρξη ενδεχόμενης διαδικασίας λόγω παραβάσεως και ότι δεν αποτελεί, επομένως, «προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασία» ενόψει της κινήσεως διαδικασίας λόγω παραβάσεως. Προσθέτει δε ότι η διαδικασία που κινήθηκε δυνάμει του άρθρου 29 της οδηγίας‑πλαισίου είναι πλήρως διακριτή από τη διαδικασία λόγω παραβάσεως, δεδομένου ότι εμπλέκει άλλα πρόσωπα, επιδιώκει άλλους σκοπούς και διέπεται από δικούς της κανόνες. Συγκεκριμένα, τα μέρη της διαδικασίας αυτής δεν είναι μόνον η Επιτροπή και το κράτος μέλος που εικάζεται ότι παραβίασε το δίκαιο της Ένωσης, αλλά και το κράτος μέλος που εξέδωσε το μέτρο προστασίας και ο ενδιαφερόμενος κατασκευαστής οχημάτων, ο οποίος είναι, εν προκειμένω, η προσφεύγουσα. Επομένως, κατά την προσφεύγουσα, το ενδεχόμενο και μόνο μια διαδικασία λόγω παραβάσεως να διαδεχθεί τη διαδικασία που κινήθηκε δυνάμει του άρθρου 29 της οδηγίας-πλαισίου δεν επαρκεί για την άρνηση προσβάσεως στα ζητηθέντα έγγραφα. Η Επιτροπή μάλιστα αρνήθηκε να παράσχει πρόσβαση στα έγγραφα αυτά χωρίς καν να γνωρίζει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 29, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου.

125    Τέλος, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη δυνατότητα εφαρμογής γενικού τεκμηρίου μη γνωστοποιήσεως όσον αφορά τα έγγραφα που σχετίζονται με διαδικασία κινηθείσα δυνάμει του άρθρου 29 της οδηγίας-πλαισίου. Η προσφεύγουσα αναγνωρίζει ότι η αίτηση προσβάσεως που υπέβαλε αφορούσε ένα σύνολο εγγράφων, αλλά επισημαίνει, εντούτοις, ότι τα οικεία έγγραφα ήταν πολύ διαφορετικής φύσεως. Εξάλλου, οι προϋποθέσεις αναγνωρίσεως γενικού τεκμηρίου μη γνωστοποιήσεως δεν πληρούνται εν προκειμένω, δεδομένου ότι η οδηγία-πλαίσιο δεν περιέχει κανέναν διαδικαστικό κανόνα σχετικά με την πρόσβαση στα έγγραφα.

126    Τρίτον, η προσφεύγουσα διατείνεται ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να στηριχθεί σε γενικό τεκμήριο μη γνωστοποιήσεως των εγγράφων που σχετίζονται με διαδικασία EU Pilot. Ερωτηθείσα σχετικά με τις συνέπειες που εκτιμά ότι έχει η απόφαση της 11ης Μαΐου 2017, Σουηδία κατά Επιτροπής (C‑562/14 P, EU:C:2017:356), στον υπό κρίση λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα σημείωσε το γεγονός ότι το Δικαστήριο επιβεβαίωσε τη δυνατότητα προβολής τεκμηρίου μη γνωστοποιήσεως σε σχέση με τα έγγραφα που σχετίζονταν με διαδικασία EU Pilot. Υπενθύμισε, εντούτοις, ότι η δική της αίτηση προσβάσεως δεν αφορούσε έγγραφα σχετικά με διαδικασία EU Pilot, αλλά έγγραφα σχετικά με διακριτή διοικητική διαδικασία, ήτοι διαδικασία κινηθείσα δυνάμει του άρθρου 29 της οδηγίας-πλαισίου, για την οποία δεν υπάρχει τεκμήριο εμπιστευτικότητας. Η προσφεύγουσα επισήμανε επίσης ότι τα σχετικά με τις δύο αυτές διαδικασίες έγγραφα μπορεί να ήταν εν μέρει ταυτόσημα, αλλά ότι δεν θεωρούσε ότι το σύνολο των εγγράφων της διαδικασίας που κινήθηκε δυνάμει του άρθρου 29 της οδηγίας-πλαισίου περιλαμβάνονταν επίσης στον φάκελο της διαδικασίας EU Pilot 5160/11. Τούτο όμως συνιστά εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση ώστε να μπορέσουν να καλυφθούν τα έγγραφα αυτά από το τεκμήριο εμπιστευτικότητας που αναγνωρίζεται για τα έγγραφα τα σχετικά με διαδικασία EU Pilot.

127    Η Επιτροπή απαντά, πρώτον, ότι μπορούσε να βασιστεί σε γενικό τεκμήριο μη γνωστοποιήσεως όσον αφορά τα έγγραφα που σχετίζονται με διαδικασία κινηθείσα δυνάμει του άρθρου 29 της οδηγίας-πλαισίου. Υποστηρίζει, συναφώς, ότι υπάρχει στενός λειτουργικός δεσμός μεταξύ της διαδικασίας αυτής και της παράλληλης διαδικασίας EU Pilot 5160/11, η οποία προηγείται διαδικασίας λόγω παραβάσεως κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Όντως, ένα από τα μέτρα τα οποία δύναται να λάβει η Επιτροπή βάσει του άρθρου 29, παράγραφος 4, της οδηγίας-πλαισίου είναι η κίνηση διαδικασίας λόγω παραβάσεως. Επιπλέον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, ανεξάρτητα από τον λειτουργικό αυτό δεσμό, ένα γενικό τεκμήριο μη γνωστοποιήσεως μπορεί να γίνει δεκτό σε διαδικασία κινηθείσα δυνάμει του άρθρου 29 της οδηγίας-πλαισίου. Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι, πλην της απαιτούμενης διαβουλεύσεως, η διαδικασία του άρθρου αυτού δεν προβλέπει άλλο δικαίωμα συμμετοχής των μερών, ειδικότερα δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι ισχύει τέτοιο τεκμήριο. Εξάλλου, κατά την Επιτροπή, η γνωστοποίηση των ζητηθέντων εγγράφων θίγει τον σκοπό της έρευνας αυτής. Παραπέμπει, συναφώς, στις εκτιμήσεις που εξέθεσε με την προσβαλλόμενη απόφαση.

128    Η Επιτροπή απαντά, δεύτερον, επικαλούμενη την απόφαση της 25ης Σεπτεμβρίου 2014, Spirlea κατά Επιτροπής (T‑306/12, EU:T:2014:816, σκέψεις 19, 22 και 39), η οποία επικυρώθηκε με την απόφαση της 11ης Μαΐου 2017, Σουηδία κατά Επιτροπής (C‑562/14 P, EU:C:2017:356), ότι μπορούσε να βασιστεί σε γενικό τεκμήριο μη γνωστοποιήσεως όσον αφορά τα έγγραφα τα σχετικά με διαδικασία EU Pilot. Υποστηρίζει επίσης ότι ένα σύνολο εγγράφων μπορεί να καλύπτεται από τεκμήριο όταν τα έγγραφα αυτά αφορούν ενιαία διαδικασία, όπως η εν προκειμένω. Τέλος, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι είχε ήδη κινηθεί διαδικασία EU Pilot κατά την ημερομηνία της προσβαλλομένης αποφάσεως και ότι, εν αντιθέσει προς τα όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, υφίσταται τεκμήριο εμπιστευτικότητας έστω και αν, κατά την ημερομηνία της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν είχε ακόμη κινηθεί διαδικασία λόγω παραβάσεως. Ερωτηθείσα σχετικώς από το Γενικό Δικαστήριο, η Επιτροπή επισήμανε ότι όλα τα έγγραφα της διαδικασίας που κινήθηκε δυνάμει του άρθρου 29 της οδηγίας-πλαισίου αποτελούσαν στοιχεία της έρευνας EU Pilot 5160/11 και ότι το γεγονός ότι τα έγγραφα αυτά δεν είχαν «κατατεθεί υλικά», στο σύνολό τους, στον φάκελο της διαδικασίας EU Pilot δεν αντιφάσκει προς τη διαβεβαίωση αυτή.

129    Στο μέτρο που η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η γνωστοποίηση των ζητηθέντων εγγράφων δεν θίγει καμία «έρευνα», δεδομένου ότι η διαφορά αφορά αποκλειστικά τη νομική ισχύ που πρέπει να αποδοθεί σε πραγματικά περιστατικά όντως εξακριβωθέντα και τελεσθέντα, πρέπει να εξεταστεί, καταρχάς, αν η διαδικασία που κινήθηκε δυνάμει του άρθρου 29 της οδηγίας-πλαισίου μπορεί να θεωρηθεί έρευνα, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001.

130    Συναφώς, επισημαίνεται ότι η έννοια της έρευνας που απαντά στο άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001 είναι αυτοτελής έννοια του δικαίου της Ένωσης που πρέπει να ερμηνεύεται, ιδίως, βάσει του συνήθους της νοήματος και του πλαισίου εντός του οποίου εντάσσεται (απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2017, Γαλλία κατά Schlyter, C‑331/15 P, EU:C:2017:639, σκέψη 45).

131    Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, χωρίς να απαιτείται να υπάρξει εξαντλητικός ορισμός της έννοιας της «έρευνας» κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελεί έρευνα μια δομημένη και τυποποιημένη διαδικασία της Επιτροπής με αντικείμενο τη συλλογή και την ανάλυση πληροφοριών προκειμένου το εν λόγω θεσμικό όργανο να μπορέσει να λάβει θέση στο πλαίσιο της ασκήσεως των αρμοδιοτήτων που του απονέμουν η ΣΕΕ και η ΣΛΕΕ (απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2017, Γαλλία κατά Schlyter, C‑331/15 P, EU:C:2017:639, σκέψη 46).

132    Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η διαδικασία αυτή δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκη να αποσκοπεί στον εντοπισμό ή στη δίωξη παραβάσεως ή παρατυπίας. Η έννοια της «έρευνας» μπορεί να καλύπτει επίσης τη δραστηριότητα της Επιτροπής η οποία αποσκοπεί στη διαπίστωση πραγματικών περιστατικών προκειμένου να αξιολογηθεί συγκεκριμένη κατάσταση (απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2017, Γαλλία κατά Schlyter, C‑331/15 P, EU:C:2017:639, σκέψη 47).

133    Εν προκειμένω, καταρχάς, επισημαίνεται ότι το άρθρο 29 της οδηγίας-πλαισίου καθορίζει, στις παραγράφους 1 έως 4, διαδικαστική αλληλουχία σχετική, πρώτον, με την κοινοποίηση, από το κράτος μέλος, αποφάσεως για την άρνηση χορηγήσεως άδειας κυκλοφορίας νέων οχημάτων, συστημάτων, κατασκευαστικών στοιχείων ή χωριστών τεχνικών μονάδων που ενέχουν σοβαρό κίνδυνο για την οδική ασφάλεια ή βλάπτουν σοβαρά το περιβάλλον ή τη δημόσια υγεία ή για την άρνηση χορηγήσεως άδειας πωλήσεως ή θέσεως σε κυκλοφορία, στην επικράτειά του, τέτοιων οχημάτων, κατασκευαστικών στοιχείων ή χωριστών τεχνικών μονάδων, δεύτερον, με τη διαβούλευση της Επιτροπής με τους ενδιαφερομένους και, τρίτον, με την έκδοση αποφάσεως και την ενδεχόμενη λήψη κατάλληλων μέτρων από την Επιτροπή. Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 29 της οδηγίας-πλαισίου είναι δομημένη και τυποποιημένη.

134    Εν συνεχεία, από το άρθρο 29, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου προκύπτει ότι τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή όχι μόνον την απόφαση για την άρνηση χορηγήσεως άδειας κυκλοφορίας οχημάτων ή την απόφαση για την άρνηση χορηγήσεως άδειας πωλήσεως ή θέσεως σε κυκλοφορία στην επικράτειά τους οχημάτων, κατασκευαστικών στοιχείων ή χωριστών τεχνικών μονάδων, αλλά και τους λόγους της αρνήσεως αυτής και διευκρινίζουν, ειδικότερα, αν η άρνηση οφείλεται σε ελλείψεις των σχετικών κανονιστικών πράξεων ή σε εσφαλμένη εφαρμογή των σχετικών απαιτήσεων. Επιπλέον, το άρθρο 29, παράγραφος 2, της οδηγίας-πλαισίου προβλέπει ότι η Επιτροπή διαβουλεύεται με τα ενδιαφερόμενα μέρη ώστε να προετοιμάσει τη σχετική απόφαση. Όλα υποδεικνύουν ότι η προετοιμασία της αποφάσεως αυτής συνεπάγεται την ύπαρξη προηγούμενης αναλύσεως των πληροφοριών που έχει στη διάθεσή της η Επιτροπή. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η διαδικασία του άρθρου 29 της οδηγίας-πλαισίου έχει ως αντικείμενο τη συλλογή και την ανάλυση πληροφοριών.

135    Τέλος, κατά το άρθρο 29, παράγραφος 2, της οδηγίας-πλαισίου, η Επιτροπή εκδίδει απόφαση στην οποία διευκρινίζει τη νομική της θέση όσον αφορά το ζήτημα αν η άρνηση χορηγήσεως άδειας κυκλοφορίας ή χορηγήσεως άδειας που κοινοποίησε το κράτος μέλος είναι συμβατή, μεταξύ άλλων, με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων στην εσωτερική αγορά. Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι σκοπός της διαδικασίας του άρθρου 29 της οδηγίας-πλαισίου είναι να παράσχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να λάβει θέση στο πλαίσιο ασκήσεως των αρμοδιοτήτων που της απονέμουν η ΣΕΕ και η ΣΛΕΕ.

136    Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η διαδικασία του άρθρου 29 της οδηγίας-πλαισίου αποτελεί έρευνα κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001.

137    Επομένως, πρέπει να καθοριστεί κατά πόσον η Επιτροπή μπορούσε βασίμως να στηριχθεί σε γενικό τεκμήριο μη γνωστοποιήσεως για να αρνηθεί την πρόσβαση στα έγγραφα που σχετίζονται με τη διαδικασία η οποία κινήθηκε δυνάμει του άρθρου 29 της αποφάσεως-πλαισίου.

138    Αφενός, από την προπαρατεθείσα στις σκέψεις 115 και 116 νομολογία προκύπτει ότι, προκειμένου ένα γενικό τεκμήριο να προβληθεί εγκύρως κατά του προσώπου το οποίο ζητεί πρόσβαση σε έγγραφα βάσει του κανονισμού 1049/2001, είναι αναγκαίο τα ζητηθέντα έγγραφα να αποτελούν μέρος της ίδιας κατηγορίας εγγράφων ή να είναι έγγραφα της ιδίας φύσεως (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Επιτροπή κατά EnBW, C‑365/12 P, EU:C:2014:112, σκέψη 65 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

139    Αφετέρου, από τη νομολογία αυτή απορρέει ότι η εφαρμογή των γενικών τεκμηρίων υπαγορεύεται, κατ’ ουσίαν, από την επιτακτική ανάγκη εξασφαλίσεως της ομαλής διεξαγωγής των οικείων διαδικασιών και της επιτεύξεως των σκοπών που αυτές υπηρετούν. Ως εκ τούτου, η αναγνώριση γενικού τεκμηρίου μπορεί να στηρίζεται στο ότι η πρόσβαση στα έγγραφα ορισμένων διαδικασιών είναι ασύμβατη προς την ομαλή διεξαγωγή τους και στο ενδεχόμενο υπάρξεως κινδύνου διακυβεύσεως των εν λόγω διαδικασιών, εξυπακουομένου ότι τα γενικά τεκμήρια παρέχουν τη δυνατότητα να διασφαλισθεί η ακέραιη διεξαγωγή της διαδικασίας, μέσω του περιορισμού της αναμείξεως τρίτων (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση της 25ης Σεπτεμβρίου 2014, Spirlea κατά Επιτροπής, T‑306/12, EU:T:2014:816, σκέψεις 57 και 58, καθώς και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Μ. Wathelet στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις LPN και Φινλανδία κατά Επιτροπής, C‑514/11 P και C‑605/11 P, EU:C:2013:528, σημεία 66, 68, 74 και 76).

140    Η εφαρμογή συγκεκριμένων κανόνων που προβλέπονται από νομική πράξη σχετική με διαδικασία διεξαγόμενη ενώπιον θεσμικού οργάνου της Ένωσης, διαδικασία για τις ανάγκες διεξαγωγής της οποίας έχουν προσκομισθεί τα ζητούμενα έγγραφα, είναι ένα από τα κριτήρια βάσει των οποίων μπορεί να δικαιολογηθεί η αναγνώριση γενικού τεκμηρίου (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση της 11ης Ιουνίου 2015, McCullough κατά Cedefop, T‑496/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:374, σκέψη 91 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Cruz Villalón στην υπόθεση Συμβούλιο κατά Access Info Europe, C‑280/11 P, EU:C:2013:325, σημείο 75).

141    Πρώτον, πρέπει να προσδιορισθεί αν τα ζητηθέντα έγγραφα εμπίπτουν στην ίδια κατηγορία εγγράφων ή είναι έγγραφα της ιδίας φύσεως. Συναφώς, αρκεί να επισημανθεί ότι δεν αμφισβητείται ότι τα έγγραφα αυτά περιλαμβάνονται στο σύνολό τους στον ίδιο διοικητικό φάκελο, ήτοι εκείνον της εν εξελίξει διαδικασίας που κινήθηκε δυνάμει του άρθρου 29 της οδηγίας-πλαισίου, και ότι, επομένως, εμπίπτουν όλα στην ίδια κατηγορία (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, ClientEarth κατά Επιτροπής, C‑612/13 P, EU:C:2015:486, σκέψεις 74 και 78).

142    Δεύτερον, πρέπει να καθοριστεί αν οι λόγοι τους οποίους επικαλέστηκε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση για να αρνηθεί την πρόσβαση στα έγγραφα που σχετίζονται με τη διαδικασία η οποία κινήθηκε δυνάμει του άρθρου 29 της οδηγίας-πλαισίου ήταν σε θέση να δικαιολογήσουν την αναγνώριση νέου γενικού τεκμηρίου μη γνωστοποιήσεως.

143    Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή υπογράμμισε, επικαλούμενη την απόφαση της 29ης Ιουνίου 2010, Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau (C‑139/07 P, EU:C:2010:376), ότι ούτε ο κανονισμός 1049/2001 ούτε η οδηγία-πλαίσιο περιέχουν διατάξεις οι οποίες να κατοχυρώνουν ρητώς την υπεροχή μίας εκ των πράξεων αυτών επί της άλλης και ότι, επομένως, πρέπει να διασφαλιστεί η συμβατή εφαρμογή καθεμίας από τις πράξεις αυτές με την άλλη, ώστε να καταστεί εφικτή η συνεκτική εφαρμογή των πράξεων αυτών.

144    Η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι η κίνηση και η διεξαγωγή των ερευνών οι οποίες έπονται μιας κοινοποιήσεως στηριζόμενης στο άρθρο 29 της οδηγίας-πλαισίου εμπίπτουν στα διοικητικά της καθήκοντα και ότι η εφαρμογή του κανονισμού 1049/2001 δεν θα πρέπει να έχει ως συνέπεια να στερήσει από το άρθρο αυτό την πρακτική του αποτελεσματικότητα.

145    Επιπλέον, η Επιτροπή διευκρίνισε, πρώτον, ότι έξι έγγραφα περιλαμβανόμενα στον φάκελο της διαδικασίας που κινήθηκε βάσει του άρθρου 29 της οδηγίας-πλαισίου συνίσταντο σε απαντήσεις των κρατών μελών στις διαβουλεύσεις που είχε δρομολογήσει το θεσμικό αυτό όργανο στο πλαίσιο της εν λόγω έρευνας. Επισήμανε δε ότι ο φάκελος αυτός περιλάμβανε επίσης 45 ηλεκτρονικά μηνύματα τα οποία αντηλλάγησαν με κράτη μέλη. Η Επιτροπή εκτίμησε ότι, για την επιτυχία της έρευνάς της, ήταν αναγκαίο να διεξαχθεί αυτή υπό συνθήκες διακριτικότητας και εμπιστοσύνης ευνοϊκές για την ελεύθερη ανταλλαγή πληροφοριών και απόψεων μεταξύ του θεσμικού οργάνου και των κρατών μελών. Πρόσθεσε ότι, ελλείψει τέτοιας εμπιστευτικότητας, τα κράτη μέλη θα δίσταζαν να εκφράσουν ελεύθερα την άποψή τους σχετικά με την τήρηση ή την παράβαση των διατάξεων της οδηγίας-πλαισίου.

146    Δεύτερον, η Επιτροπή επισήμανε ότι ο φάκελος της έρευνας που κινήθηκε δυνάμει του άρθρου 29 της οδηγίας-πλαισίου περιείχε πολλά έγγραφα τα οποία αφορούσαν εσωτερικές ανταλλαγές απόψεων, ειδικότερα μεταξύ διαφόρων γενικών διευθύνσεων και με τη νομική υπηρεσία της Επιτροπής, στο πλαίσιο προκαταρκτικών συζητήσεων σχετικά με την εν εξελίξει έρευνα για την εφαρμογή της οδηγίας-πλαισίου από τη Γαλλική Δημοκρατία και την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Επισήμανε επίσης ότι ορισμένα έγγραφα αφορούσαν ηλεκτρονικά μηνύματα τα οποία αντηλλάγησαν με ιδιωτικές επιχειρήσεις. Η Επιτροπή τόνισε ότι κάθε πρόωρη δημοσιοποίηση των προκαταρκτικών αυτών ανταλλαγών θα εξέθετε τη διαδικασία έρευνας σε αδικαιολόγητες παρεμβάσεις τρίτων, στηριζόμενες σε ανεπιβεβαίωτες διαπιστώσεις ή απόψεις, με αποτέλεσμα την υπονόμευση της ταχύτητας και της αποτελεσματικότητας της έρευνας. Η δημοσιοποίηση των εγγράφων αυτών θα κλόνιζε την εμπιστοσύνη των κρατών μελών στην αντικειμενικότητα, στην αμεροληψία και στην εμπιστευτικότητα της διαδικασίας έρευνας και θα αποδυνάμωνε, επομένως, τη βούληση των κρατών μελών να συμβάλουν με εποικοδομητικό τρόπο, μετά την περάτωση της έρευνας, στην ανάληψη των ενδεδειγμένων ενεργειών προς υλοποίηση των πορισμάτων της.

147    Επομένως, κατά την Επιτροπή, η δημοσιοποίηση των ζητηθέντων εγγράφων θα είχε ως αποτέλεσμα να υπονομευθεί η πρακτική αποτελεσματικότητα της ρήτρας διασφαλίσεως του άρθρου 29 της οδηγίας-πλαισίου, και ειδικότερα ο σκοπός των ερευνών που διεξάγονται στο πλαίσιο αυτό, ο οποίος έγκειται στο να καθοριστεί αν το οικείο κράτος μέλος εφάρμοσε νόμιμα τη ρήτρα αυτή και να διασφαλιστεί υψηλό επίπεδο οδικής ασφάλειας, υγείας και προστασίας του περιβάλλοντος.

148    Επομένως, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα ζητηθέντα έγγραφα, τα οποία περιλαμβάνονταν στο σύνολό τους στον διοικητικό φάκελο της έρευνας που κινήθηκε βάσει του άρθρου 29 της οδηγίας-πλαισίου, καλύπτονταν από γενικό τεκμήριο μη γνωστοποιήσεως βασιζόμενο στην προστασία των ερευνών η οποία προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001.

149    Όσον αφορά την αιτιολογία που παρέθεσε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση για την εφαρμογή στα ζητηθέντα έγγραφα γενικού τεκμηρίου μη γνωστοποιήσεως, και την οποία άντλησε από την αναγκαιότητα διασφαλίσεως συνεκτικής εφαρμογής του κανονισμού 1049/2001 και της οδηγίας-πλαισίου, επισημαίνεται ότι η Επιτροπή δεν διευκρίνισε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ποια ακριβώς έλλειψη συνεκτικότητας μεταξύ των δύο αυτών κειμένων επεδίωκε να αποφύγει με την εφαρμογή γενικού τεκμηρίου μη γνωστοποιήσεως.

150    Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι, με την απόφαση της 29ης Ιουνίου 2010, Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau (C‑139/07 P, EU:C:2010:376), στην οποία στηρίχθηκε εν προκειμένω η Επιτροπή, το Δικαστήριο είχε αναγνωρίσει την ύπαρξη γενικού τεκμηρίου μη γνωστοποιήσεως εγγράφων σχετικών με διαδικασία εξετάσεως κρατικών ενισχύσεων. Αφού υπενθύμισε ότι το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου [108 ΣΛΕΕ] (ΕΕ 1999, L 83, σ. 1), ορίζει ότι οι παρατηρήσεις που υποβάλλονται στην Επιτροπή, στο πλαίσιο τέτοιας διαδικασίας εξετάσεως, διαβιβάζονται στο οικείο κράτος μέλος το οποίο έχει ακολούθως τη δυνατότητα να απαντήσει στις παρατηρήσεις αυτές εντός ορισμένης προθεσμίας, το Δικαστήριο επισήμανε ότι από τον κανονισμό 659/1999 προκύπτει ότι οι ενδιαφερόμενοι, με εξαίρεση το κράτος μέλος το οποίο ευθύνεται για τη χορήγηση της ενισχύσεως, δεν έχουν, στο πλαίσιο της διαδικασίας εξετάσεως κρατικών ενισχύσεων, δικαίωμα να λαμβάνουν γνώση των εγγράφων του διοικητικού φακέλου που τηρεί η Επιτροπή και ότι, επομένως, εάν αυτοί οι ενδιαφερόμενοι ήταν σε θέση να έχουν πρόσβαση, δυνάμει του κανονισμού 1049/2001, σε έγγραφα του διοικητικού φακέλου της Επιτροπής, το καθεστώς εξετάσεως των κρατικών ενισχύσεων θα διακυβευόταν (απόφαση της 29ης Ιουνίου 2010, Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau, C‑139/07 P, EU:C:2010:376, σκέψεις 57 και 58).

151    Εν αντιθέσει, όμως, προς τον κανονισμό 659/1999, η οδηγία-πλαίσιο δεν περιέχει διάταξη η οποία να προβλέπει ότι το κράτος μέλος (ή τα κράτη μέλη) που αφορά η διαδικασία του άρθρου 29 της οδηγίας-πλαισίου έχει πρόσβαση στα έγγραφα του διοικητικού φακέλου της εν λόγω διαδικασίας, ώστε να μπορεί να συναχθεί, εξ αντιδιαστολής, ότι τα λοιπά πρόσωπα τα οποία αφορά η διαδικασία αυτή δεν έχουν τέτοιο δικαίωμα. Επιπλέον, το άρθρο 29, παράγραφος 2, της οδηγίας-πλαισίου, το οποίο αφορά τη διαβούλευση με τα μέρη της διαδικασίας του εν λόγω άρθρου και όχι την πρόσβαση στα έγγραφα της διαδικασίας αυτής, δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως διάταξη η οποία ρυθμίζει με περιοριστικό τρόπο τη χρήση των εγγράφων που περιέχονται στον φάκελο της Επιτροπής, εν αντιθέσει προς τα όσα φαίνεται να υποστηρίζει η τελευταία.

152    Επομένως, η οδηγία-πλαίσιο δεν περιέχει κανέναν κανόνα ο οποίος να διέπει ειδικώς τους λεπτομερείς κανόνες προσβάσεως στον διοικητικό φάκελο της Επιτροπής στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 29 της οδηγίας-πλαισίου.

153    Ως εκ τούτου, η αιτιολογία που παρέθεσε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση για την εφαρμογή γενικού τεκμηρίου μη γνωστοποιήσεως στα ζητηθέντα έγγραφα, και την οποία άντλησε από την αναγκαιότητα διασφαλίσεως συνεκτικής εφαρμογής του κανονισμού 1049/2001 και της οδηγίας-πλαισίου, καθώς και από την απόφαση της 29ης Ιουνίου 2010, Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau (C‑139/07 P, EU:C:2010:376), δεν είναι πειστική εν προκειμένω.

154    Το γεγονός ότι δεν υφίσταται νομοθετικό κείμενο που να διέπει ειδικώς τους λεπτομερείς κανόνες προσβάσεως στα ζητηθέντα έγγραφα όντως δεν είναι, αυτό καθαυτό, ικανό να δικαιολογήσει τον αποκλεισμό κάθε δυνατότητας αναγνωρίσεως της υπάρξεως γενικού τεκμηρίου βάσει του οποίου μπορεί να αποφασισθεί η άρνηση παροχής προσβάσεως στα ζητηθέντα έγγραφα (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 26ης Μαΐου 2016, International Management Group κατά Επιτροπής, T‑110/15, EU:T:2016:322, σκέψη 31).

155    Εντούτοις, στο μέτρο που η δυνατότητα προσφυγής σε γενικά τεκμήρια όχι μόνο θέτει όρια στη θεμελιώδη αρχή της διαφάνειας η οποία καθιερώνεται στο άρθρο 11 ΣΕΕ, το άρθρο 15 ΣΛΕΕ και τον κανονισμό 1049/2001, αλλά στην πράξη περιορίζει κατ’ ανάγκην και την πρόσβαση στα επίμαχα έγγραφα, η εφαρμογή τέτοιων τεκμηρίων πρέπει να θεμελιώνεται σε ακράδαντους και πειστικούς λόγους (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Wathelet στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις LPN και Φινλανδία κατά Επιτροπής, C‑514/11 P και C‑605/11 P, EU:C:2013:528, σημείο 57).

156    Επομένως, προκειμένου να μπορέσει να αντιτάξει στην προσφεύγουσα γενικό τεκμήριο μη γνωστοποιήσεως των ζητηθέντων εγγράφων, η Επιτροπή όφειλε να έχει εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους το τεκμήριο αυτό ήταν αναγκαίο για να διασφαλιστεί η ομαλή διεξαγωγή της επίμαχης εν προκειμένω διαδικασίας, ήτοι της κινηθείσας δυνάμει του άρθρου 29 της οδηγίας-πλαισίου, και η επίτευξη των σκοπών της.

157    Πάντως, πέραν της αιτιολογίας που στήριξε στην αναγκαιότητα διασφαλίσεως συνεκτικής εφαρμογής του κανονισμού 1049/2001 και της οδηγίας-πλαισίου, καθώς και στην απόφαση της 29ης Ιουνίου 2010, Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau (C‑139/07 P, EU:C:2010:376), και η οποία δεν είναι πειστική στην υπό κρίση περίπτωση, επισημαίνεται ότι, προκειμένου να εφαρμόσει γενικό τεκμήριο μη γνωστοποιήσεως στα ζητηθέντα έγγραφα, η Επιτροπή επικαλέστηκε κατ’ ουσίαν την αναγκαιότητα διασφαλίσεως συνθηκών διακριτικότητας και εμπιστοσύνης με τα κράτη μέλη και αποφυγής της παρεμβάσεως τρίτων στην εν εξελίξει έρευνα.

158    Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αιτιολογία αυτή ισχύει για κάθε εν εξελίξει διαδικασία έρευνας, κινηθείσα σε σχέση με κράτος μέλος.

159    Η αναγνώριση της δυνατότητας εφαρμογής γενικού τεκμηρίου μη γνωστοποιήσεως για τέτοιους λόγους αντιβαίνει στη νομολογία κατά την οποία τα τεκμήρια πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται συσταλτικά, δεδομένου ότι συνιστούν εξαίρεση από την υποχρέωση συγκεκριμένης και εξατομικευμένης εξετάσεως, από το οικείο θεσμικό όργανο, καθενός από τα έγγραφα τα οποία αφορά η αίτηση προσβάσεως καθώς και, γενικότερα, από την αρχή της ευρύτερης δυνατής προσβάσεως του κοινού στα έγγραφα που κατέχουν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, ClientEarth κατά Επιτροπής, C‑612/13 P, EU:C:2015:486, σκέψη 81).

160    Επιπλέον, προστίθεται ότι, όσον αφορά τα 29 ηλεκτρονικά μηνύματα τα οποία αντάλλαξε η Επιτροπή με νομικά πρόσωπα στο πλαίσιο της διαδικασίας που κινήθηκε δυνάμει του άρθρου 29 της οδηγίας-πλαισίου, είναι πρόδηλο ότι η αιτιολογία που παρέθεσε η Επιτροπή για την εφαρμογή του τεκμηρίου κατά το οποίο η γνωστοποίησή τους θα έθιγε τον σκοπό της έρευνας που κινήθηκε δυνάμει του άρθρου 29 της οδηγίας-πλαισίου δεν είναι λυσιτελής. Συγκεκριμένα, από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως δύσκολα μπορούν να γίνουν αντιληπτοί οι λόγοι για τους οποίους η γνωστοποίηση των ανταλλαγών αυτών θα μπορούσε να κλονίσει την εμπιστοσύνη των κρατών μελών στην αντικειμενικότητα και στην αμεροληψία της διεξαγόμενης από την Επιτροπή έρευνας ή να εκθέσει την εν λόγω έρευνα σε αδικαιολόγητες παρεμβάσεις τρίτων.

161    Στο πλαίσιο της διεξαγωγής αποδείξεων που προβλέπεται στο άρθρο 91, στοιχείο γʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο διέταξε την Επιτροπή να προσκομίσει πλήρες αντίγραφο των 29 αυτών ηλεκτρονικών μηνυμάτων.

162    Στα εν λόγω ηλεκτρονικά μηνύματα, τα ως άνω νομικά πρόσωπα διατυπώνουν, κατ’ ουσίαν, την άποψή τους σχετικά με το ψυκτικό μέσο R1234yf, το οποίο χρησιμοποιείται στα συστήματα κλιματισμού των οχημάτων της προσφεύγουσας. Από τα 28 αυτά ηλεκτρονικά μηνύματα (καθόσον ένα από τα 29 ηλεκτρονικά μηνύματα είναι, στην πραγματικότητα, εσωτερικό ηλεκτρονικό μήνυμα της Επιτροπής, όπως επισήμανε η ίδια στην επιστολή που συνόδευε το αντίγραφο των σχετικών εγγράφων) δεν προκύπτει ότι η γνωστοποίηση της απόψεως ορισμένων νομικών προσώπων σχετικά με το ψυκτικό μέσο R1234yf θα κλόνιζε την εμπιστοσύνη των κρατών μελών στην αντικειμενικότητα, στην αμεροληψία και στην εμπιστευτικότητα της διαδικασίας έρευνας και ότι θα εξέθετε τη διαδικασία έρευνας σε αδικαιολόγητες παρεμβάσεις τρίτων. Επιπλέον, μολονότι είναι αληθές ότι σε ένα από τα ηλεκτρονικά αυτά μηνύματα επισυνάπτεται έκθεση της KBA σχετικά με το ψυκτικό μέσο R1234yf και ότι πολλά ηλεκτρονικά μηνύματα μνημονεύουν το περιεχόμενό της, εντούτοις η εν λόγω έκθεση γνωστοποιήθηκε από τρίτους και είναι διαθέσιμη στον διαδικτυακό τόπο της KBA. Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η γνωστοποίηση των ηλεκτρονικών αυτών μηνυμάτων θα κλόνιζε την εμπιστοσύνη εθνικής αρχής.

163    Ως εκ τούτου, οι λόγοι στους οποίους στηρίζει η Επιτροπή την εφαρμογή γενικού τεκμηρίου μη γνωστοποιήσεως στα έγγραφα που σχετίζονται με τη διαδικασία η οποία κινήθηκε δυνάμει του άρθρου 29 της οδηγίας-πλαισίου δεν είναι λυσιτελείς όσον αφορά τις ανταλλαγές μεταξύ της Επιτροπής και ορισμένων νομικών προσώπων και δεν είναι ακράδαντοι και πειστικοί όσον αφορά τις άλλες κατηγορίες εγγράφων που αυτή προσδιόρισε.

164    Επομένως, λαμβανομένων υπόψη των λόγων που εκθέτει με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή δεν μπορούσε να εφαρμόσει γενικό τεκμήριο μη γνωστοποιήσεως των ζητηθέντων εγγράφων.

165    Το συμπέρασμα αυτό δεν κλονίζεται από το επιχείρημα της Επιτροπής ότι υφίσταται στενός λειτουργικός δεσμός μεταξύ της διαδικασίας EU Pilot 5160/11 και της διαδικασίας που κινήθηκε δυνάμει του άρθρου 29 της οδηγίας-πλαισίου.

166    Συναφώς, καταρχάς, επισημαίνεται ότι η Επιτροπή αναγνώρισε, με τις απαντήσεις της στις γραπτές ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου, ότι τα ζητηθέντα έγγραφα δεν είχαν κατατεθεί στον φάκελο της διαδικασίας EU Pilot 5160/11. Κατά το Δικαστήριο όμως, το γεγονός ότι ορισμένα έγγραφα έχουν περιληφθεί στον φάκελο διοικητικής διαδικασίας είναι καθοριστικό για να συναχθεί ότι τα έγγραφα αυτά είναι σχετικά με την οικεία διαδικασία (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, ClientEarth κατά Επιτροπής, C‑612/13 P, EU:C:2015:486, σκέψη 76). Επομένως, ορθώς η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να επικαλεστεί το γενικό τεκμήριο μη γνωστοποιήσεως των εγγράφων των σχετικών με τις διαδικασίες EU Pilot, το οποίο αναγνωρίστηκε από το Γενικό Δικαστήριο με την απόφαση της 25ης Σεπτεμβρίου 2014, Spirlea κατά Επιτροπής (T‑306/12, EU:T:2014:816, σκέψεις 19, 22 και 39), και επικυρώθηκε με την απόφαση της 11ης Μαΐου 2017, Σουηδία κατά Επιτροπής (C‑562/14 P, EU:C:2017:356).

167    Εν συνεχεία, είναι αληθές ότι, εν προκειμένω, η Γαλλική Δημοκρατία δικαιολόγησε την άρνησή της να χορηγήσει άδεια κυκλοφορίας επικαλούμενη το γεγονός ότι οι επεκτάσεις εγκρίσεων ΕΚ τύπου οχημάτων που χορήγησαν οι γερμανικές αρχές δεν τηρούσαν την οδηγία περί των συστημάτων κλιματισμού. Εντούτοις, άρνηση χορηγήσεως άδειας κυκλοφορίας μπορεί να δικαιολογηθεί από άλλους λόγους πλην της μη τηρήσεως της ισχύουσας νομοθεσίας από τις αρμόδιες για την έγκριση οχημάτων εθνικές αρχές. Συγκεκριμένα, από το άρθρο 29, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας-πλαισίου προκύπτει ότι η άρνηση αυτή μπορεί να δικαιολογείται λόγω ελλείψεων των εφαρμοστέων κανονιστικών πράξεων. Στην περίπτωση αυτή, δεν υφίσταται δεσμός μεταξύ της διαδικασίας που κινήθηκε δυνάμει του άρθρου 29 της οδηγίας‑πλαισίου και μιας διαδικασίας EU Pilot.

168    Επιπλέον, η διαδικασία που κινήθηκε, εν προκειμένω, δυνάμει του άρθρου 29, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου δεν συνιστά το προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας λόγω παραβάσεως η οποία κινήθηκε κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, δεδομένου ότι το προγενέστερο αυτό στάδιο είναι η διαδικασία EU Pilot 5160/11.

169    Τέλος, επισημαίνεται ότι, για να αιτιολογήσει την υιοθέτηση κοινής προσεγγίσεως όσον αφορά τις διαδικασίες EU Pilot και τη διαδικασία λόγω παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, το Γενικό Δικαστήριο υπογράμμισε, μεταξύ άλλων, με την απόφαση της 25ης Σεπτεμβρίου 2014, Spirlea κατά Επιτροπής (T‑306/12, EU:T:2014:816, σκέψη 61), ότι η διαδικασία EU Pilot, ακριβώς όπως το προ της ασκήσεως της προσφυγής στάδιο της διαδικασίας λόγω παραβάσεως, είναι διμερούς φύσεως, μεταξύ της Επιτροπής και του οικείου κράτους μέλους, τούτο δε παρά το γεγονός ότι το εν λόγω στάδιο ενδέχεται να έχει κινηθεί κατόπιν καταγγελίας, διότι, εν πάση περιπτώσει, ο τυχόν καταγγέλλων δεν έχει κανένα δικαίωμα κατά τα επόμενα στάδια της διαδικασίας λόγω παραβάσεως. Εν αντιθέσει όμως προς τη διαδικασία EU Pilot ή τη διαδικασία λόγω παραβάσεως, η διαδικασία που κινήθηκε δυνάμει του άρθρου 29 της οδηγίας-πλαισίου δεν είναι διμερής διαδικασία μεταξύ της Επιτροπής και του οικείου κράτους μέλους. Συγκεκριμένα, το άρθρο 29, παράγραφος 2, της οδηγίας-πλαισίου προβλέπει ότι η Επιτροπή διαβουλεύεται με τα ενδιαφερόμενα μέρη, το ταχύτερο δυνατόν, ώστε να προετοιμάσει την απόφαση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο κατασκευαστής, ως ενδιαφερόμενος, δικαιούται να μετάσχει σε διαβούλευση και, επομένως, εμπλέκεται στην εν λόγω διαδικασία, εν αντιθέσει προς τον τυχόν καταγγέλλοντα στο πλαίσιο των διαδικασιών λόγω παραβάσεως.

170    Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι, εν προκειμένω, η Επιτροπή διαβουλεύθηκε τόσο με άλλα κράτη μέλη όσο και με νομικά πρόσωπα προκειμένου να εξασφαλίσει την παροχή πληροφοριών τις οποίες φαίνεται να έκρινε σκόπιμες ή αναγκαίες για τις ανάγκες της έρευνάς της. Εντούτοις, τα στοιχεία αυτά διαβουλεύσεως διακρίνουν σαφέστατα τη διαδικασία που κίνησε εν προκειμένω η Επιτροπή από τη διαδικασία λόγω παραβάσεως και τη διαδικασία EU Pilot. Εν πάση περιπτώσει, λαμβανομένου υπόψη του πλήθους και της ποικιλίας των προσώπων με τα οποία διαβουλεύθηκε η Επιτροπή, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί κατά τεκμήριο ότι όλες οι πληροφορίες που αυτή έλαβε στο πλαίσιο των ως άνω διαβουλεύσεων καλύπτονται από την εξαίρεση που αφορά την προστασία των επιθεωρήσεων, των ερευνών και των οικονομικών ελέγχων.

171    Επομένως, δεν μπορεί να εφαρμοστεί κατ’ αναλογία η νομολογία για τις διαδικασίες EU Pilot και για τη διαδικασία λόγω παραβάσεως.

172    Από το σύνολο των προεκτεθέντων συνάγεται ότι το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να γίνει δεκτό και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει ως εκ τούτου να ακυρωθεί, παρέλκει δε η εξέταση τόσο του δεύτερου σκέλους του τρίτου λόγου ακυρώσεως όσο και του τέταρτου λόγου ακυρώσεως, καθώς και του αιτήματος για τη λήψη μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας που υπέβαλε η προσφεύγουσα με το από Ιουνίου 2018 έγγραφό της.

 Επί των δικαστικών εξόδων

173    Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Εφόσον η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδά της καθώς και στα δικαστικά έξοδα της προσφεύγουσας, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας.

174    Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα θεσμικά όργανα που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους. Επομένως, το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Ακυρώνει την απόφαση Ares(2013) 3715941 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 2013, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση της Daimler AG να της παρασχεθεί πρόσβαση στα έγγραφα που σχετίζονται με τη διαδικασία την οποία κίνησε η Γαλλική Δημοκρατία δυνάμει του άρθρου 29 της οδηγίας 2007/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Σεπτεμβρίου 2007, για τη θέσπιση πλαισίου για την έγκριση των μηχανοκίνητων οχημάτων και των ρυμουλκουμένων τους, και των συστημάτων, κατασκευαστικών στοιχείων και χωριστών τεχνικών μονάδων που προορίζονται για τα οχήματα αυτά (οδηγία-πλαίσιο).

2)      Η Επιτροπή φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων της, τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Daimler.

3)      Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.

Γρατσίας

Dittrich

Xuereb

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 4 Οκτωβρίου 2018.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.