Language of document :

Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Juzgado Contencioso-Administrativo de Madrid (Ισπανία) στις 28 Ιουνίου 2018 – Berta Fernández Álvarez, BMM, TGV, Natalia Fernández Olmos και María Claudia Téllez Barragán κατά Consejería de Sanidad de la Comunidad de Madrid

(Υπόθεση C-429/18)

Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική

Αιτούν δικαστήριο

Juzgado Contencioso-Administrativo de Madrid

Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης

Προσφεύγουσες: Berta Fernández Álvarez, BMM, TGV, Natalia Fernández Olmos και María Claudia Téllez Barragán

Καθής: Consejería de Sanidad de la Comunidad de Madrid

Προδικαστικά ερωτήματα

Είναι ορθή η εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου ερμηνεία της προσαρτημένης στην οδηγία 1999/70/EK1 συμφωνίας-πλαισίου και η συνακόλουθη διαπίστωση ότι η πρόσληψη των προσφευγουσών με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συνιστά κατάχρηση, καθόσον ο εργοδότης του δημόσιου τομέα χρησιμοποιεί διάφορες –ορισμένου πάντα χρόνου– μορφές προσλήψεως για την εκτέλεση[,] κατά τρόπο μόνιμο και σταθερό, συνήθων καθηκόντων μόνιμων δημόσιων υπαλλήλων και για την κάλυψη διαρθρωτικών ελλείψεων και αναγκών οι οποίες, ουσιαστικά, δεν είναι προσωρινές, αλλά πάγιες και διαρκείς[, καθώς και] ότι, ως εκ τούτου, η πρόσληψη μέσω των ως άνω συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου δεν δικαιολογείται, κατά την έννοια της ρήτρας 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, της συμφωνίας-πλαισίου, ως αντικειμενικός λόγος, στο μέτρο που η εν λόγω χρησιμοποίηση συμβάσεων ορισμένου χρόνου αντίκειται ευθέως στο δεύτερο εδάφιο του προοιμίου της συμφωνίας-πλαισίου και στα σημεία 6 και 8 των γενικών παρατηρήσεων της εν λόγω συμφωνίας, δεδομένου ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θα δικαιολογούσαν τέτοιες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου;

Είναι ορθή η εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου ερμηνεία της προσαρτημένης στην οδηγία 1999/70/EK συμφωνίας-πλαισίου, κατά την οποία η προκήρυξη τακτικού διαγωνισμού, με τα παρατιθέμενα χαρακτηριστικά, δεν συνιστά ισοδύναμο μέτρο και δεν μπορεί να θεωρηθεί κύρωση, καθόσον δεν είναι αναλογική προς τη διαπιστωθείσα κατάχρηση, η οποία συνεπάγεται τη λήξη της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά παράβαση των σκοπών της οδηγίας, και τη διαιώνιση μιας δυσμενούς για τους έκτακτους δημόσιους υπαλλήλους καταστάσεως, ούτε δε μπορεί να θεωρηθεί αποτελεσματικό μέτρο, δεδομένου ότι ο μεν εργοδότης ουδόλως θίγεται, το δε μέτρο δεν λειτουργεί αποτρεπτικά, και ως εκ τούτου δεν συνάδει προς το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο[,] της οδηγίας 1999/70, καθόσον δεν διασφαλίζει την εκ μέρους του ισπανικού κράτους επίτευξη των αποτελεσμάτων που επιβάλλει η εν λόγω οδηγία;

Είναι ορθή η εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου ερμηνεία του άρθρου 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 1999/70/EK και της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 στην υπόθεση C-16/152 , κατά την οποία η προκήρυξη ανοικτού διαγωνισμού δεν είναι κατάλληλο μέτρο για την επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση καταχρηστικής συνάψεως διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, καθόσον η ισπανική νομοθεσία δεν προβλέπει κάποιον αποτελεσματικό και αποτρεπτικό μηχανισμό επιβολής κυρώσεων που να θέτει τέρμα στον καταταχρηστικό διορισμό εκτάκτων δημόσιων υπαλλήλων και δεν επιτρέπει την κάλυψη των νέων οργανικών θέσεων από τους υπαλλήλους εκείνους που υπήρξαν θύματα της καταχρήσεως αυτής, με αποτέλεσμα να παραμένουν οι τελευταίοι σε καθεστώς ανασφάλειας;

Είναι ορθή η ερμηνεία που δίδει το αιτούν δικαστήριο, σύμφωνα με την οποία η μετατροπή της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, του εργαζομένου που υπήρξε θύμα καταχρήσεως, σε «σύμβαση αορίστου χρόνου σε μη μόνιμη θέση» δεν συνιστά αποτελεσματική κύρωση, καθόσον ο εν λόγω εργαζόμενος μπορεί να παυθεί, είτε λόγω καλύψεως της θέσεως κατόπιν διαγωνισμού είτε λόγω καταργήσεώς της, και ως εκ τούτου αντιβαίνει στη συμφωνία-πλαίσιο ως προς τους σκοπούς περί προλήψεως της καταχρηστικής χρησιμοποιήσεως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, δεδομένου ότι δεν συνάδει προς το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο[,] της οδηγίας 1999/70, καθόσον δεν διασφαλίζει την εκ μέρους του ισπανικού κράτους επίτευξη των αποτελεσμάτων που επιβάλλει η εν λόγω οδηγία;

Λαμβανομένων υπόψη των προαναφερθέντων, είναι αναγκαίο να επαναληφθούν εν προκειμένω τα ακόλουθα ερωτήματα, που περιέχονται στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε στις 30 Ιανουαρίου 2018, στο πλαίσιο της υπ’ αριθ. 193/2017 διαδικασίας κατεπείγοντος, το Juzgado de lo Contencioso-Administrativo n.º 8 de Madrid3 (διοικητικό πρωτοδικείο υπ’ αριθ. 8 της Μαδρίτης, Ισπανία):

Εάν το εθνικό δικαστήριο διαπιστώσει καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων για την απασχόληση εκτάκτων αναπληρωτών δημοσίων υπαλλήλων στην υπηρεσία της SERMAS, με σκοπό την κάλυψη πάγιων και διαρθρωτικών αναγκών παροχής υπηρεσιών μόνιμων δημόσιων υπαλλήλων, δεδομένου ότι η εθνική έννομη τάξη δεν προβλέπει κάποιο αποτελεσματικό ή αποτρεπτικό μέτρο για την επιβολή κυρώσεων κατά της εν λόγω καταχρήσεως και την εξάλειψη των επιπτώσεων της παραβάσεως της κοινοτικής νομοθεσίας, έχει η ρήτρα 5 της προσαρτημένης στην οδηγία 1999/70/ΕΚ συμφωνίας-πλαισίου την έννοια ότι επιβάλλει στον εθνικό δικαστή την υποχρέωση να λάβει αποτελεσματικά και αποτρεπτικά μέτρα που να διασφαλίζουν την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας-πλαισίου και, επομένως, να επιβάλει τις σχετικές κυρώσεις και να εξαλείψει τις επιπτώσεις της παραβάσεως της προμνησθείσας ευρωπαϊκής νομοθεσίας, αφήνοντας ανεφάρμοστη την εθνική νομοθεσία που θίγει την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας-πλαισίου;

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, και όπως επισημαίνει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη σκέψη 41 της αποφάσεως της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-184/15 και C-197/154 :

Συνάδει προς τους σκοπούς που επιδιώκει η οδηγία 1999/70/ΕΚ, ως μέτρο για την πρόληψη της καταχρηστικής χρησιμοποιήσεως διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, για την επιβολή των σχετικών κυρώσεων και για την εξάλειψη των επιπτώσεων της παραβάσεως του δικαίου της Ένωσης, το να μετατραπεί η σχέση εργασίας έκτακτου αναπληρωτή/μετακλητού/αντικαταστάτη υπαλλήλου σε σταθερή σχέση εργασίας, μόνιμου δημόσιου υπαλλήλου ή δημόσιου υπαλλήλου με σύμβαση αορίστου χρόνου, με την ίδια σταθερότητα στην απασχόληση με εκείνη που απολαύουν συγκρίσιμοι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι, δεδομένου ότι η εθνική νομοθεσία απαγορεύει απολύτως στον δημόσιο τομέα τη μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, στον εν λόγω τομέα, σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, όταν δεν υφίσταται άλλο αποτελεσματικό μέτρο για την αποτροπή της καταχρηστικής χρησιμοποιήσεως διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και, ενδεχομένως, την επιβολή των σχετικών κυρώσεων;

Σε περίπτωση καταχρήσεως διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, μπορεί να θεωρηθεί ότι η μετατροπή της σχέσεως εργασίας του έκτακτου αναπληρωτή υπαλλήλου σε σχέση εργασίας αορίστου χρόνου ή σε απασχόληση σε μόνιμη θέση εκπληρώνει τους σκοπούς της οδηγίας 1999/70/ΕΚ και της προσαρτημένης σε αυτήν συμφωνίας-πλαισίου μόνον όταν ο έκτακτος υπάλληλος θύμα της καταχρήσεως απολαύει των ιδίων και πανομοιότυπων όρων απασχολήσεως σε σχέση με τους μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους (όσον αφορά την κοινωνική ασφάλιση, την επαγγελματική προαγωγή, την κάλυψη κενών θέσεων, την επαγγελματική κατάρτιση, τις άδειες απουσίας, διοικητικά ζητήματα, τις άδειες και εγκρίσεις, τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα και τη λύση της σχέσεως εργασίας, καθώς και τη συμμετοχή σε διαγωνισμούς που προκηρύσσονται για την κάλυψη κενών θέσεων και την επαγγελματική προαγωγή) βάσει των αρχών της παραμονής στη θέση και της μονιμότητας, με όλα τα εγγενή δικαιώματα και όλες τις εγγενείς υποχρεώσεις, υπό συνθήκες ίσης μεταχειρίσεως με τους μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους;

Λαμβάνοντας υπόψη την ύπαρξη, ενδεχομένως, καταχρηστικής πρακτικής συνιστάμενης στη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου για την κάλυψη παγίων αναγκών άνευ αντικειμενικού λόγου συνδεόμενου με επείγουσες και επιτακτικές ανάγκες που να τη δικαιολογούν, καθώς και την απουσία, στο ισπανικό εθνικό δίκαιο, σχετικών κυρώσεων ή αποτελεσματικών περιορισμών· οσάκις ο εργοδότης δεν παρέχει μονιμότητα στον εργαζόμενο, συνάδει προς τους σκοπούς της οδηγίας 1999/70/ΕΚ η χορήγηση, ως μέσου για την πρόληψη τέτοιας καταχρηστικής πρακτικής και για την εξάλειψη των επιπτώσεων της παραβάσεως του δικαίου της Ένωσης, αποζημιώσεως συγκρίσιμης με την αποζημίωση λόγω καταχρηστικής απολύσεως, εν είδει προσήκουσας, αναλογικής, αποτελεσματικής και αποτρεπτικής κυρώσεως;

____________

1 Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP (ΕΕ 1999, L 175, σ. 43).

2 Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, Pérez López (C-16/15, EU:C:2016:679).

3 Υπόθεση C-103/18, Sánchez Ruiz.

4 Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, Martínez Andrés και Castrejana López (C-184/15 και C-197/15, EU:C:2016:680).