Language of document : ECLI:EU:C:2018:715

Υπόθεση C‑358/16

UBS Europe SE
και
Alain Hondequin et consorts

κατά

DV κ.λπ.

[αίτηση του Cour administrative (Λουξεμβούργο)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Προσέγγιση των νομοθεσιών – Οδηγία 2004/39/ΕΚ – Άρθρο 54, παράγραφοι 1 και 3 – Περιεχόμενο της υποχρεώσεως τηρήσεως επαγγελματικού απορρήτου η οποία βαρύνει τις εθνικές χρηματοπιστωτικές εποπτικές αρχές – Απόφαση διαπιστώνουσα ότι ο ενδιαφερόμενος δεν έχει πλέον τα εχέγγυα επαγγελματικής εντιμότητας – Περίπτωση που εμπίπτει στο ποινικό δίκαιο – Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Άρθρα 47 και 48 – Δικαιώματα άμυνας – Πρόσβαση στον φάκελο»

Περίληψη – Απόφαση του Δικαστηρίου (πέμπτο τμήμα) της 13ης Σεπτεμβρίου 2018

1.        Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Αρχές – Δικαιώματα άμυνας – Δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο – Όρια – Τρόπος συμβιβασμού με την προστασία του απορρήτου

(Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 47)

2.        Ελευθερία εγκαταστάσεως – Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων – Οδηγία 2004/39 – Εθνικές χρηματοπιστωτικές εποπτικές αρχές – Υποχρέωση τηρήσεως του επαγγελματικού απορρήτου – Εξαίρεση που αφορά περιπτώσεις εμπίπτουσες στο ποινικό δίκαιο – Πεδίο εφαρμογής – Επιβολή εκ μέρους εθνικής αρχής απαγορεύσεως σε άτομο να ασκεί καθήκοντα διευθύνοντος στο πλαίσιο επιβλεπόμενης επιχειρήσεως – Δεν εμπίπτει – Άρνηση δημοσιοποιήσεως πληροφοριών από την εν λόγω αρχή σε άτομο το οποίο αφορά μια βλαπτική πράξη – Υποχρεώσεις του εθνικού δικαστηρίου να εξασφαλίζει την προστασία των δικαιωμάτων άμυνας του ατόμου αυτού

(Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρα 47 και 48· οδηγία 2004/39 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 54 § 1)

1.      Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.

(βλ. σκέψεις 66-69)

2.      Το άρθρο 54 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, για την τροποποίηση των οδηγιών 85/611/ΕΟΚ και 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου, έχει την έννοια ότι:

–        ο όρος «περιπτώσεις που εμπίπτουν στο ποινικό δίκαιο», που περιλαμβάνεται στις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου αυτού, δεν καταλαμβάνει την περίπτωση στην οποία οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν μέτρο, όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη, που συνίσταται στην επιβαλλόμενη σε ορισμένο πρόσωπο απαγόρευση να ασκεί σε μια εποπτευόμενη επιχείρηση διευθυντικά καθήκοντα ή άλλα καθήκοντα για την άσκηση των οποίων απαιτείται άδεια, παράλληλα με την εντολή να παραιτηθεί από όλες τις θέσεις που κατέχει το συντομότερο, με την αιτιολογία ότι το πρόσωπο αυτό δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις επαγγελματικής εντιμότητας που προβλέπονται στο άρθρο 9 της ως άνω οδηγίας, μέτρο το οποίο καταλέγεται μεταξύ εκείνων που πρέπει να λαμβάνουν οι αρμόδιες αρχές κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων που έχουν δυνάμει των διατάξεων του τίτλου II της εν λόγω οδηγίας. Πράγματι, η ως άνω διάταξη, όταν προβλέπει ότι η υποχρέωση τηρήσεως του επαγγελματικού απορρήτου μπορεί όλως εξαιρετικώς να μην τυγχάνει εφαρμογής σε τέτοιες περιπτώσεις, αναφέρεται στη διαβίβαση ή τη χρησιμοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών με σκοπό την άσκηση διώξεων καθώς και την επιβολή κυρώσεων που κινούνται ή επιβάλλονται, αντιστοίχως, δυνάμει του εθνικού ποινικού δικαίου·

–        η υποχρέωση τηρήσεως του επαγγελματικού απορρήτου που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου, σε συνδυασμό με τα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πρέπει να διασφαλίζεται και να εφαρμόζεται στην πράξη κατά τρόπον ώστε να συμβιβάζεται με τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας. Ως εκ τούτου, όταν μια αρμόδια αρχή επικαλείται την εν λόγω υποχρέωση για να αρνηθεί την ανακοίνωση πληροφοριών που κατέχει οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στον σχετικό με το πρόσωπο το οποίο αφορά μια βλαπτική πράξη φάκελο, εναπόκειται στο αρμόδιο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει αν οι πληροφορίες αυτές έχουν αντικειμενική σχέση με τις αιτιάσεις σε βάρος του και, σε περίπτωση που τούτο ισχύει, να σταθμίσει, αφενός, το συμφέρον του προσώπου αυτού να διαθέτει τις αναγκαίες πληροφορίες ώστε να είναι σε θέση να ασκήσει πλήρως τα δικαιώματα άμυνάς του και, αφετέρου, τα συμφέροντα που συνδέονται με την τήρηση της εμπιστευτικότητας πληροφοριών που καλύπτονται από την υποχρέωση τηρήσεως του επαγγελματικού απορρήτου, προτού αποφασίσει την ανακοίνωση καθεμιάς από τις ζητούμενες πληροφορίες.

(βλ. σκέψη 71 και διατακτ.)