Language of document : ECLI:EU:C:2018:841

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)

της 18ης Οκτωβρίου 2018 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Δικαίωμα του δημιουργού και συγγενικά δικαιώματα – Οδηγία 2001/29/ΕΚ – Σεβασμός των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας – Οδηγία 2004/48/ΕΚ – Αποζημίωση σε περίπτωση ανταλλαγής αρχείων συνεπαγόμενης προσβολή του δικαιώματος του δημιουργού – Σύνδεση με το διαδίκτυο προσβάσιμη σε μέλη της οικογένειας του κατόχου της συνδέσεως – Απαλλαγή του κατόχου από την ευθύνη, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να διευκρινιστεί η φύση της χρήσεως της συνδέσεως από το μέλος της οικογένειας – Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Άρθρο 7»

Στην υπόθεση C‑149/17,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Landgericht München I (πρωτοδικείο πρώτης περιφέρειας του Μονάχου, Γερμανία), με απόφαση της 17ης Μαρτίου 2017, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 24 Μαρτίου 2017, στο πλαίσιο της δίκης

Bastei Lübbe GmbH & Co. KG

κατά

Michael Strotzer,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),

συγκείμενο από τους Μ. Βηλαρά, πρόεδρο του τετάρτου τμήματος, προεδρεύοντα του τρίτου τμήματος, J. Malenovský (εισηγητή), L. Bay Larsen, M. Safjan, D. Šváby, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Szpunar

γραμματέας: K. Malacek, διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 14ης Μαρτίου 2018,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η Bastei Lübbe GmbH & Co. KG, εκπροσωπούμενη από τους B. Frommer, R. Bisle, και M. Hügel, Rechtsanwälte,

–        η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον G. Eberhard,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους T. Scharf, F. Wilman και K.-P. Wojcik,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 6ης Ιουνίου 2018,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 1, και του άρθρου 8, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας (ΕΕ 2001, L 167, σ. 10), καθώς και του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας (ΕΕ 2004, L 157, σ. 45, και διορθωτικό ΕΕ 2004, L 195, σ. 16).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Bastei Lübbe GmbH & Co. KG, εκδοτικού οίκου, και του Michael Strotzer, όσον αφορά αγωγή αποζημιώσεως λόγω προσβολής του δικαιώματος του δημιουργού μέσω της ανταλλαγής αρχείων.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

 Η οδηγία 2001/29

3        Οι αιτιολογικές σκέψεις 3, 9 και 58 της οδηγίας 2001/29 έχουν ως εξής:

«(3)      Η προτεινόμενη εναρμόνιση θα συμβάλει στην υλοποίηση των τεσσάρων ελευθεριών της εσωτερικής αγοράς και βασίζεται στο σεβασμό των θεμελιωδών αρχών του δικαίου, ιδίως δε της ιδιοκτησίας, συμπεριλαμβανομένης της διανοητικής ιδιοκτησίας, της ελευθερίας της έκφρασης και του δημόσιου συμφέροντος.

[…]

(9)      Κάθε εναρμόνιση του δικαιώματος του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων πρέπει να βασίζεται σε υψηλό επίπεδο προστασίας, διότι τα εν λόγω δικαιώματα είναι ουσιώδη για την πνευματική δημιουργία. […]

[…]

(58)      Τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβλέπουν αποτελεσματικές κυρώσεις και αποτελεσματικά μέσα έννομης προστασίας έναντι της προσβολής των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία. Θα πρέπει να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα εφαρμογής αυτών των κυρώσεων και μέσων προστασίας. Οι προβλεπόμενες κυρώσεις θα πρέπει να έχουν αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό χαρακτήρα και να περιλαμβάνουν τη δυνατότητα αγωγής αποζημίωσης ή/και αίτησης ασφαλιστικών μέτρων και, κατά περίπτωση, αίτησης κατάσχεσης του σχετικού υλικού.»

4        Το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής, με τίτλο «Δικαίωμα παρουσίασης έργων στο κοινό και δικαίωμα διάθεσης άλλων αντικειμένων στο κοινό», ορίζει τα ακόλουθα:

«1.      Τα κράτη μέλη παρέχουν στους δημιουργούς το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν κάθε παρουσίαση στο κοινό των έργων τους, ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, καθώς και να καθιστούν προσιτά τα έργα τους στο κοινό κατά τρόπο ώστε οποιοσδήποτε να έχει πρόσβαση σε αυτά όπου και όταν επιλέγει ο ίδιος

2.      Τα κράτη μέλη παρέχουν το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν τη διάθεση στο κοινό, ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, κατά τρόπο ώστε οποιοσδήποτε να έχει πρόσβαση σε αυτά όπου και όταν επιλέγει ο ίδιος:

[…]

β)      στους παραγωγούς φωνογραφημάτων, όσον αφορά τα φωνογραφήματά τους,

[…]

3.      Τα δικαιώματα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 δεν αναλώνονται με οιαδήποτε πράξη παρουσίασης ή διάθεσης στο κοινό, με την έννοια του παρόντος άρθρου.»

5        Κατά το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, της εν λόγω οδηγίας, με τίτλο «Κυρώσεις και μέσα έννομης προστασίας»:

«1.      Τα κράτη μέλη προβλέπουν κατάλληλες κυρώσεις και μέσα έννομης προστασίας έναντι της προσβολής των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που αναφέρονται στην παρούσα οδηγία και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την εξασφάλιση της εφαρμογής τους. Οι κυρώσεις είναι αποτελεσματικές, αναλογ[ικές] και αποτρεπτικές.

2.      Κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε οι δικαιούχοι των οποίων τα συμφέροντα θίγονται από προσβολές τελεσθείσες στο έδαφός του να μπορούν να ασκούν αγωγή αποζημίωσης ή/και να ζητούν τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων και, κατά περίπτωση, την κατάσχεση του σχετικού υλικού καθώς και των συσκευών, προϊόντων ή συστατικών στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 2.»

 Η οδηγία 2004/48

6        Οι αιτιολογικές σκέψεις 3, 10, 20 και 32 της οδηγίας 2004/48 έχουν ως εξής:

«(3)      […] [Χ]ωρίς αποτελεσματικά μέσα επιβολής των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, η καινοτομία και η δημιουργικότητα αποθαρρύνονται και οι επενδύσεις μειώνονται. Κατά συνέπεια, είναι αναγκαίο να ληφθεί μέριμνα ώστε το ουσιαστικό δίκαιο της διανοητικής ιδιοκτησίας, το οποίο σήμερα εμπίπτει σε μεγάλο βαθμό στο κοινοτικό κεκτημένο, να εφαρμόζεται αποτελεσματικά εντός της Κοινότητας. Από την άποψη αυτή, τα μέσα επιβολής των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας αποκτούν κεφαλαιώδη σημασία για την επιτυχία της εσωτερικής αγοράς.

[…]

(10)      Στόχος της παρούσας οδηγίας είναι η προσέγγιση των νομοθετικών συστημάτων [των κρατών μελών] προκειμένου να διασφαλιστεί υψηλό, ισοδύναμο και ομοιογενές επίπεδο προστασίας της διανοητικής ιδιοκτησίας στην εσωτερική αγορά.

[…]

(20)      Δεδομένου ότι τα αποδεικτικά στοιχεία είναι κεφαλαιώδους σημασίας για την τεκμηρίωση της προσβολής των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, προσήκει να διασφαλιστεί ότι όντως διατίθενται αποτελεσματικά μέσα παρουσίασης, συλλογής και προστασίας των αποδεικτικών στοιχείων. Οι διαδικασίες θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα δικαιώματα της υπεράσπισης και να παρέχουν τις αναγκαίες εγγυήσεις, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας των εμπιστευτικών πληροφοριών. […]

(32)      Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται, ιδίως στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η παρούσα οδηγία αποσκοπεί συγκεκριμένα στη διασφάλιση του πλήρους σεβασμού της διανοητικής ιδιοκτησίας, σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 2, του εν λόγω Χάρτη.»

7        Το άρθρο 3 της ως άνω οδηγίας, με τίτλο «Γενική υποχρέωση», προβλέπει τα εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη προβλέπουν τα μέτρα, τις διαδικασίες και τα μέτρα αποκατάστασης που απαιτούνται για τη διασφάλιση της επιβολής των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας που ρυθμίζονται με την παρούσα οδηγία. Τα εν λόγω μέτρα, οι διαδικασίες και τα μέτρα αποκατάστασης πρέπει να είναι θεμιτά και δίκαια, να μην είναι περίπλοκα και δαπανηρά άνευ λόγου και να μην προβλέπουν παράλογες προθεσμίες ούτε να συνεπάγονται αδικαιολόγητες καθυστερήσεις.

2.      Τα εν λόγω μέτρα, διαδικασίες και μέτρα αποκατάστασης πρέπει επίσης να είναι αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά και να εφαρμόζονται κατά τρόπον ώστε να αποτρέπεται η δημιουργία εμποδίων στο νόμιμο εμπόριο και να προβλέπονται εγγυήσεις κατά της κατάχρησής τους.»

8        Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας:

«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, κατόπιν αιτήσεως του διαδίκου ο οποίος έχει προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία ευλόγως διαθέσιμα και επαρκή προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του και ο οποίος, τεκμηριώνοντας τους ισχυρισμούς του, έχει προβάλει αποδεικτικά στοιχεία ευρισκόμενα υπό τον έλεγχο του αντιδίκου, οι αρμόδιες δικαστικές αρχές να δύνανται να διατάσσουν την προσκόμιση των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων από τον αντίδικο, με την επιφύλαξη ότι διασφαλίζεται η προστασία των εμπιστευτικών πληροφοριών. Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι οι αρμόδιες δικαστικές αρχές πρέπει να θεωρούν ότι ικανό δείγμα σημαντικού αριθμού αντιγράφων ενός έργου ή οποιουδήποτε άλλου προστατευομένου αντικειμένου συνιστά βάσιμο αποδεικτικό στοιχείο.»

9        Το άρθρο 8 της οδηγίας 2004/48, με τίτλο «Δικαίωμα ενημέρωσης», ορίζει τα εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, στο πλαίσιο διαδικασίας που αφορά προσβολή δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας και κατόπιν αιτιολογημένου και αναλογικού αιτήματος του προσφεύγοντος, οι αρμόδιες δικαστικές αρχές να δύνανται να διατάσσουν την παροχή πληροφοριών για την προέλευση και για τα δίκτυα διανομής των εμπορευμάτων ή παροχής των υπηρεσιών, που προσβάλλουν δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας, από τον παραβάτη ή/και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο:

α)      βρέθηκε να κατέχει τα παράνομα εμπορεύματα σε εμπορική κλίμακα,

β)      βρέθηκε να χρησιμοποιεί τις παράνομες υπηρεσίες σε εμπορική κλίμακα,

γ)      διαπιστώθηκε ότι παρείχε, σε εμπορική κλίμακα, υπηρεσίες χρησιμοποιούμενες για την προσβολή δικαιώματος,

ή

δ)      υποδείχθηκε, από το πρόσωπο των στοιχείων α), β) ή γ), ως εμπλεκόμενο στην παραγωγή, κατασκευή ή διανομή των εμπορευμάτων ή στην παροχή των υπηρεσιών.

2.      Οι πληροφορίες της παραγράφου 1 περιλαμβάνουν, εφόσον ενδείκνυται:

α)      τα ονοματεπώνυμα και τις διευθύνσεις των παραγωγών, κατασκευαστών, διανομέων, προμηθευτών και λοιπών προηγούμενων κατόχων του προϊόντος ή της υπηρεσίας, καθώς και των παραληπτών χονδρεμπόρων και των εμπόρων λιανικής·

β)      πληροφορίες για τις ποσότητες που παρήχθησαν, κατασκευάστηκαν, παραδόθηκαν, παραλήφθηκαν ή παραγγέλθηκαν, καθώς και για το τίμημα που εισπράχθηκε για τα εν λόγω εμπορεύματα ή υπηρεσίες.

3.      Οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται με την επιφύλαξη άλλων κανονιστικών διατάξεων οι οποίες:

[…]

δ)      παρέχουν τη δυνατότητα άρνησης της παροχής πληροφοριών που θα υποχρέωναν το κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1 πρόσωπο να παραδεχθεί τη συμμετοχή του ιδίου ή των στενών συγγενών του στην προσβολή δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας,

[…]».

10      Το άρθρο 13 της οδηγίας αυτής, με τίτλο «Αποζημίωση», προβλέπει τα ακόλουθα:

«1.      Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες δικαστικές αρχές, κατόπιν αιτήσεως του ζημιωθέντος, να καταδικάζουν τον παραβάτη ο οποίος προέβη σε προσβολή του δικαιώματος από δόλο ή βαριά αμέλεια, να καταβάλει στον δικαιούχο του δικαιώματος αποζημίωση αντίστοιχη προς την πραγματική ζημία που υπέστη ο δικαιούχος εξαιτίας της προσβολής του δικαιώματός του διανοητικής ιδιοκτησίας.

[…]

2.      Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ο παραβάτης προέβη στην προσβολή δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας εν αγνοία του ή ενώ δεν υπήρχαν βάσιμοι λόγοι να το γνωρίζει, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν τη δυνατότητα των δικαστικών αρχών να διατάσσουν την αναζήτηση των κερδών ή την καταβολή αποζημίωσης, η οποία μπορεί να είναι προκαθορισμένη.»

 Το γερμανικό δίκαιο

11      Το άρθρο 97 του Gesetz über Urheberrecht und verwandte Schutzrechte – Urheberrechtsgesetz (νόμου περί του δικαιώματος του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων), της 9ης Σεπτεμβρίου 1965 (BGBl. 1965 I, σ. 1273), όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο της 1ης Οκτωβρίου 2013 (BGBl. 2013 I, σ. 3728), ορίζει τα ακόλουθα:

«1.      Έναντι όποιου προσβάλλει παρανόμως το δικαίωμα του δημιουργού ή άλλο δικαίωμα που προστατεύεται από τον παρόντα νόμο ο ζημιούμενος έχει αξίωση άρσεως της προσβολής και, σε περίπτωση κινδύνου επαναλήψεώς της, αξίωση παραλείψεως. Αξίωση παραλείψεως υφίσταται και σε περίπτωση που εμφανίζεται για πρώτη φορά κίνδυνος προσβολής.

2.      Όποιος προβαίνει στην προσβολή εκ δόλου ή εξ αμελείας υποχρεούται έναντι του ζημιωθέντος σε αποκατάσταση της ζημίας που επήλθε από την προσβολή. Κατά τον υπολογισμό της αποζημιώσεως δύναται να συνεκτιμηθεί και το κέρδος που αποκόμισε από την προσβολή του δικαιώματος ο δράστης της προσβολής. Η αξίωση αποζημιώσεως μπορεί να υπολογισθεί και με βάση το ποσό το οποίο θα όφειλε να καταβάλει ως εύλογη αμοιβή ο δράστης της προσβολής εάν είχε λάβει άδεια χρήσεως του προσβληθέντος δικαιώματος. Οι δημιουργοί, οι συγγραφείς επιστημονικών εκδόσεων (άρθρο 70), οι φωτογράφοι (άρθρο 72) και οι ερμηνευτές καλλιτέχνες (άρθρο 73) μπορούν να απαιτήσουν και εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη τους.»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

12      Η Bastei Lübbe AG κατέχει, ως παραγωγός φωνογραφημάτων, τα δικαιώματα δημιουργού και τα συγγενικά δικαιώματα επί ηχογραφημένου βιβλίου.

13      Ο M. Strotzer είναι κάτοχος διαδικτυακής συνδέσεως μέσω της οποίας, στις 8 Μαΐου 2010, το σχετικό ηχογραφημένο βιβλίο προσφέρθηκε προς μεταφόρτωση σε απεριόριστο αριθμό χρηστών διαδικτυακής βάσεως ανταλλαγής αρχείων (peer-to-peer). Πραγματογνώμων διαπίστωσε με ακρίβεια ότι η επίμαχη διεύθυνση IP ανήκε στον M. Strotzer.

14      Με έγγραφο της 28ης Οκτωβρίου 2010 η Bastei Lübbe όχλησε τον M. Strotzer ζητώντας του να άρει τη διαπιστωθείσα προσβολή του δικαιώματος του δημιουργού. Δεδομένου ότι η όχληση αυτή δεν τελεσφόρησε, η Bastei Lübbe άσκησε ενώπιον του Amtsgericht München (ειρηνοδικείου Μονάχου, Γερμανία) αγωγή κατά του M. Strotzer, ως κατόχου της επίμαχης διευθύνσεως ΙΡ, ζητώντας την καταβολή χρηματικής αποζημιώσεως.

15      Εντούτοις, ο M. Strotzer αρνείται ότι διέπραξε ο ίδιος την προσβολή του δικαιώματος του δημιουργού και υποστηρίζει ότι η διαδικτυακή του σύνδεση ήταν αρκούντως ασφαλής. Εξάλλου, διατείνεται ότι οι γονείς του, οι οποίοι διαμένουν μαζί του, είχαν επίσης πρόσβαση στη σύνδεση αυτή αλλά ότι, εξ όσων γνωρίζει, δεν είχαν αποθηκεύσει το εν λόγω έργο στον υπολογιστή τους, αγνοούσαν την ύπαρξή του και δεν χρησιμοποιούσαν λογισμικό διαδικτυακής ανταλλαγής αρχείων. Επιπλέον, ο υπολογιστής του ενδιαφερομένου ήταν κλειστός κατά τη χρονική στιγμή της προσβολής του δικαιώματος του δημιουργού.

16      Το Amtsgericht München (ειρηνοδικείο Μονάχου) απέρριψε την αγωγή αποζημιώσεως της Bastei Lübbe με την αιτιολογία ότι ο M. Strotzer δεν μπορούσε να θεωρηθεί υπεύθυνος για την προβληθείσα προσβολή του δικαιώματος του δημιουργού καθόσον είχε αναφέρει ότι δράστες της επίμαχης προσβολής θα μπορούσαν επίσης να είναι και οι γονείς του.

17      Η Bastei Lübbe άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως του Amtsgericht München (ειρηνοδικείου Μονάχου) ενώπιον του Landgericht München I (πρωτοδικείου της πρώτης περιφέρειας του Μονάχου, Γερμανία).

18      Το τελευταίο αυτό δικαστήριο τείνει να δεχθεί την ευθύνη του M. Strotzer, διότι από τις εξηγήσεις του ενδιαφερομένου δεν προκύπτει ότι τρίτος είχε χρησιμοποιήσει τη σύνδεση με το διαδίκτυο τον χρόνο κατά τον οποίο διαπράχθηκε η ως άνω προσβολή. Κατά συνέπεια, υφίστανται σοβαρές υποψίες ότι ο M. Strotzer είναι ο δράστης της προσβολής σε βάρος του δικαιώματος του δημιουργού.

19      Το ως άνω δικαστήριο κρίνει, ωστόσο, ότι υποχρεούται να εφαρμόσει το άρθρο 97 του νόμου περί του δικαιώματος του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων, ως έχει τροποποιηθεί με τον νόμο της 1ης Οκτωβρίου 2013, όπως ερμηνεύεται από το Bundesgerichtshof (Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο, Γερμανία), διάταξη που ενδέχεται, κατά την άποψη του αιτούντος δικαστηρίου, να εμποδίζει την καταδίκη του εναγομένου.

20      Συγκεκριμένα, κατά τη νομολογία του Bundesgerichtshof (Ανωτάτου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου), όπως αυτή ερμηνεύεται από το αιτούν δικαστήριο, ο ενάγων είναι αυτός ο οποίος οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει την προσβολή του δικαιώματος του δημιουργού. Το Bundesgerichtshof (Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο) κρίνει, εξάλλου, ότι υφίσταται τεκμήριο ότι ο κάτοχος συνδέσεως με το διαδίκτυο είναι ο δράστης μιας τέτοιας προσβολής εφόσον κατά τη χρονική στιγμή της προσβολής του δικαιώματος η συγκεκριμένη σύνδεση δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από κανένα άλλο άτομο. Ωστόσο, αν κατά τη χρονική στιγμή της προσβολής η διαδικτυακή σύνδεση δεν ήταν αρκούντως ασφαλής ή είχε συνειδητά τεθεί στη διάθεση άλλων ατόμων, τότε δεν τεκμαίρεται ότι ο κάτοχος της εν λόγω συνδέσεως είναι ο δράστης της προσβολής.

21      Στην περίπτωση αυτή, κατά τη νομολογία του Bundesgerichtshof (Ανωτάτου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου), ο κάτοχος της διαδικτυακής συνδέσεως φέρει, ωστόσο, ένα δευτερεύον βάρος προβολής ισχυρισμών. Για να ανταποκριθεί στο εν λόγω δευτερεύον βάρος, ο εν λόγω κάτοχος της συνδέσεως οφείλει να προβάλει ότι άλλα άτομα –τα οποία, εφόσον απαιτείται, οφείλει να κατονομάσει– είχαν ανεξάρτητη πρόσβαση στη διαδικτυακή του σύνδεση και ενδέχεται, ως εκ τούτου, να είναι οι δράστες της προβαλλόμενης προσβολής του δικαιώματος του δημιουργού. Εντούτοις, αν ένα μέλος της οικογένειας του κατόχου είχε πρόσβαση στην επίμαχη διαδικτυακή σύνδεση, ο κάτοχος της συνδέσεως δεν υποχρεούται να παράσχει συμπληρωματικές διευκρινίσεις σχετικά με τη χρονική στιγμή και τη φύση της χρήσεως της συνδέσεως αυτής, λαμβανομένης υπόψη της προστασίας του γάμου και της οικογένειας την οποία κατοχυρώνουν το άρθρο 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) και οι σχετικές διατάξεις του γερμανικού συνταγματικού δικαίου.

22      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Landgericht München I (πρωτοδικείο πρώτης περιφέρειας του Μονάχου) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Έχει το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29/ΕΚ την έννοια ότι υφίστανται “αποτελεσματικές και αποτρεπτικές κυρώσεις”, για τις προσβολές του δικαιώματος διαθέσεως έργου στο κοινό ακόμα και όταν αποκλείεται η προς αποζημίωση ευθύνη του κατόχου διαδικτυακής συνδέσεως μέσω της οποίας διαπράχθηκαν προσβολές του δικαιώματος του δημιουργού διά της ανταλλαγής αρχείων, εφόσον ο κάτοχος της συνδέσεως κατονομάζει τουλάχιστον ένα μέλος της οικογένειας το οποίο είχε, πέρα από τον ίδιο, πρόσβαση στη διαδικτυακή αυτή σύνδεση, χωρίς να παρέχει περαιτέρω διευκρινίσεις, προκύπτουσες από τις κατάλληλες έρευνες σχετικά με τη χρονική στιγμή και τη φύση της χρήσεως του διαδικτύου από το συγκεκριμένο μέλος της οικογένειας;

2)      Έχει το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/48/ΕΚ την έννοια ότι υφίστανται “αποτελεσματικά” μέτρα για τη διασφάλιση της επιβολής των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας ακόμη και όταν αποκλείεται η προς αποζημίωση ευθύνη του κατόχου διαδικτυακής συνδέσεως μέσω της οποίας διαπράχθηκαν προσβολές του δικαιώματος του δημιουργού διά της ανταλλαγής αρχείων εφόσον ο κάτοχος της συνδέσεως κατονομάζει τουλάχιστον ένα μέλος της οικογένειας το οποίο είχε, πέρα από τον ίδιο, πρόσβαση στη διαδικτυακή αυτή σύνδεση, χωρίς να παρέχει περαιτέρω διευκρινίσεις, προκύπτουσες από τις κατάλληλες έρευνες, σχετικά με τη χρονική στιγμή και τη φύση της χρήσεως του διαδικτύου από το συγκεκριμένο μέλος της οικογένειας;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του παραδεκτού

23      Με τις γραπτές παρατηρήσεις της η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αμφισβητεί το παραδεκτό των υποβαλλόμενων προδικαστικών ερωτημάτων, με την αιτιολογία ότι είναι υποθετικού χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, τα ως άνω ερωτήματα αφορούν τη συμφωνία της νομολογίας του Bundesgerichtshof (Ανώτατου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου) προς το δίκαιο της Ένωσης, καίτοι η νομολογία αυτή δεν έχει εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης.

24      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφαίνεται επί της ερμηνείας και της εφαρμογής διατάξεων του εθνικού δικαίου ή να διαπιστώνει τα πραγματικά περιστατικά που είναι κρίσιμα για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης. Πράγματι, εναπόκειται στο Δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη, στο πλαίσιο της κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ των ενωσιακών και των εθνικών δικαστηρίων, το γενικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται το προδικαστικό ερώτημα, όπως το εξειδικεύει η απόφαση περί παραπομπής (απόφαση της 13ης Ιουνίου 2013, Kostov, C‑62/12, EU:C:2013:391, σκέψη 25). Δεν έχει σημασία αν στο πλαίσιο αυτό περιλαμβάνονται στοιχεία πραγματικής, κανονιστικής ή ακόμη και νομολογιακής φύσεως.

25      Δεδομένου, όμως, ότι η νομολογία του Bundesgerichtshof (Ανώτατου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου) αποτελεί μέρος του πλαισίου στο οποίο εντάσσονται τα υποβαλλόμενα ερωτήματα, όπως αυτό προσδιορίζεται από το αιτούν δικαστήριο, τα εν λόγω ερωτήματα δεν πρέπει να κριθούν απαράδεκτα λόγω του προβαλλόμενου υποθετικού χαρακτήρα τους.

 Επί της ουσίας

26      Εισαγωγικώς, πρέπει να σημειωθεί ότι τα δύο προδικαστικά ερωτήματα που υποβάλλει το αιτούν δικαστήριο θέτουν το ίδιο νομικό πρόβλημα, σχετικά με τη φύση των κυρώσεων και των μέτρων που πρέπει να λαμβάνονται σε περίπτωση προσβολής του δικαιώματος του δημιουργού, ενώ αμφότερα είναι διατυπωμένα σε μεγάλο βαθμό με τον ίδιο τρόπο, η μόνη δε πρόδηλη διαφορά είναι το γεγονός ότι το ένα αναφέρεται στην οδηγία 2001/29, ενώ το άλλο αναφέρεται στην οδηγία 2004/48.

27      Πρέπει να υπομνησθεί, ωστόσο, ότι, λαμβανομένων υπόψη των επιταγών που απορρέουν από την ενότητα και από τη συνοχή της έννομης τάξεως της Ένωσης, το σύνολο των οδηγιών στον τομέα της διανοητικής ιδιοκτησίας πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα των κοινών στον τομέα αυτόν κανόνων και αρχών (βλ., επ’ αυτού, μεταξύ άλλων, απόφαση της 30ής Ιουνίου 2011, VEWA, C‑271/10, EU:C:2011:442, σκέψη 27).

28      Λαμβανομένης υπόψη της ως άνω νομολογίας και προκειμένου να εξασφαλίζεται η συμπληρωματική εφαρμογή των οδηγιών 2001/29 και 2004/48, πρέπει να δοθεί κοινή απάντηση στα δύο προδικαστικά ερωτήματα που υποβάλλει το αιτούν δικαστήριο.

29      Με τα ερωτήματά του το δικαστήριο αυτό ζητεί να διευκρινιστεί, κατ’ ουσίαν, κατά πόσον, αφενός, το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2001/29, σε συνδυασμό με το άρθρο 3, παράγραφος 1, αυτής, και, αφετέρου, το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/48 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, δυνάμει της οποίας ο κάτοχος συνδέσεως με το διαδίκτυο, μέσω της οποίας διαπράττεται προσβολή του δικαιώματος του δημιουργού με την ανταλλαγή αρχείων, μπορεί να απαλλάσσεται από την ευθύνη του εφόσον κατονομάζει τουλάχιστον ένα μέλος της οικογένειάς του που είχε δυνατότητα να χρησιμοποιεί την ως άνω σύνδεση, χωρίς να δίδει περισσότερες διευκρινίσεις όσον αφορά τη χρονική στιγμή κατά την οποία χρησιμοποιήθηκε η ως άνω σύνδεση από το εν λόγω μέλος της οικογένειάς του και τη φύση της χρήσεως του διαδικτύου από το μέλος αυτό.

30      Πρέπει να υπομνησθεί, πρώτον, ότι ο κύριος σκοπός της οδηγίας 2001/29 είναι, όπως απορρέει από την αιτιολογική της σκέψη 9, να προβλέψει υψηλό επίπεδο προστασίας του δικαιώματος του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων, διότι τα δικαιώματα αυτά είναι ουσιώδη για την πνευματική δημιουργία.

31      Προς εξασφάλιση του εν λόγω σκοπού, το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29, ερμηνευόμενο με γνώμονα την αιτιολογική σκέψη 58 αυτής, ορίζει ειδικότερα ότι τα κράτη μέλη προβλέπουν κατάλληλες κυρώσεις και μέσα έννομης προστασίας έναντι της προσβολής των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που αναφέρονται στην ως άνω οδηγία και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την εξασφάλιση της εφαρμογής τους. Το άρθρο αυτό ορίζει επίσης ότι οι ως άνω κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.

32      Εξάλλου, δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας, κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε οι δικαιούχοι των οποίων τα συμφέροντα θίγονται από προσβολές διαπραττόμενες στο έδαφός του να μπορούν να ασκούν αγωγή αποζημιώσεως.

33      Πρέπει να υπομνησθεί, δεύτερον, ότι ο επιδιωκόμενος από την οδηγία 2004/48 σκοπός είναι, όπως αναφέρει στην αιτιολογική σκέψη 10, η προσέγγιση των νομοθετικών συστημάτων των κρατών μελών όσον αφορά τoν σεβασμό των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, προκειμένου να διασφαλιστεί υψηλό, ισοδύναμο και ομοιογενές επίπεδο προστασίας της διανοητικής ιδιοκτησίας στην εσωτερική αγορά.

34      Προς τούτο, το άρθρο 3, παράγραφος 2, της ως άνω οδηγίας ορίζει ότι τα μέτρα, οι διαδικασίες και τα μέσα αποκαταστάσεως που προβλέπονται από τα κράτη μέλη πρέπει να είναι αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά.

35      Εν προκειμένω, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι, δυνάμει της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνικής νομοθεσίας, ο κάτοχος συνδέσεως με το διαδίκτυο μέσω της οποίας διαπράττεται προσβολή του δικαιώματος του δημιουργού τεκμαίρεται ότι είναι ο δράστης της ως άνω προσβολής εφόσον αυτός προσδιορίζεται με ακρίβεια μέσω της διευθύνσεως IP και εφόσον κανένα άλλο άτομο δεν είχε πρόσβαση στην εν λόγω σύνδεση τον χρόνο κατά τον οποίο πραγματοποιήθηκε η προσβολή αυτή.

36      Εντούτοις, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει επίσης ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική νομοθεσία προβλέπει ότι το ως άνω τεκμήριο μπορεί να ανατραπεί σε περίπτωση που άλλα άτομα πέραν του κατόχου της εν λόγω διαδικτυακής συνδέσεως είχαν δυνατότητα προσβάσεως σε αυτή. Εξάλλου, αν ένα μέλος της οικογένειας του κατόχου αυτού είχε τέτοια δυνατότητα, ο εν λόγω κάτοχος μπορεί να απαλλαγεί από κάθε ευθύνη, λαμβανομένου υπόψη του θεμελιώδους δικαιώματος στην προστασία του οικογενειακού βίου, απλώς και μόνον κατονομάζοντας το μέλος αυτό της οικογένειάς του, χωρίς να υποχρεούται να παράσχει συμπληρωματικές διευκρινίσεις όσον αφορά τη χρονική στιγμή κατά την οποία η σύνδεση με το διαδίκτυο χρησιμοποιήθηκε από το ως άνω μέλος της οικογένειάς του και τη φύση της εκ μέρους του τελευταίου χρήσεώς της.

37      Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να εξεταστεί αν εθνική νομοθεσία όπως αυτή της υποθέσεως της κύριας δίκης είναι σύμφωνη προς την υποχρέωση του εμπλεκόμενου κράτους μέλους να προβλέπει πρόσφορα μέσα έννομης προστασίας κατά των προσβολών του δικαιώματος του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων, τα οποία να είναι ικανά να οδηγήσουν σε αποτελεσματικές και αποτρεπτικές κυρώσεις σε βάρος των παραβατών, όπως προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29, ερμηνευόμενο με γνώμονα την αιτιολογική σκέψη 58 της οδηγίας αυτής, καθώς και σύμφωνη προς την υποχρέωση προβλέψεως αποτελεσματικών και αποτρεπτικών μέτρων, διαδικασιών και αποζημιώσεων προς εξασφάλιση του σεβασμού των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, που περιλαμβάνονται στο άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2004/48.

38      Συναφώς, η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική νομοθεσία προβλέπει ότι, όταν ο θιγόμενος ασκεί αγωγή, ο δικαιούχος συνδέσεως με το διαδίκτυο, ο οποίος προσδιορίζεται με βεβαιότητα ως ο δράστης προσβολής δικαιώματος του δημιουργού, δεν υποχρεούται να προσκομίσει, υπό τις προϋποθέσεις που υπενθυμίζονται στη σκέψη 36 της παρούσας αποφάσεως, αποδεικτικά στοιχεία ευρισκόμενα υπό τον έλεγχό του και συνδεόμενα με την ως άνω προσβολή.

39      Εντούτοις, όσον αφορά, ειδικότερα, την οδηγία 2004/48, το άρθρο 6, παράγραφος 1, αυτής επιβάλλει στα κράτη μέλη να μεριμνούν ώστε, κατόπιν αιτήσεως του διαδίκου ο οποίος έχει προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία ευλόγως διαθέσιμα και επαρκή προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του και ο οποίος έχει αναφερθεί συγκεκριμένα σε αποδεικτικά στοιχεία ευρισκόμενα υπό τον έλεγχο του αντιδίκου, οι αρμόδιες δικαστικές αρχές να δύνανται να διατάσσουν την προσκόμιση των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων από τον αντίδικο, με την επιφύλαξη ότι διασφαλίζεται η προστασία των εμπιστευτικών πληροφοριών.

40      Εξάλλου, από την αιτιολογική σκέψη 20 της οδηγίας 2004/48 προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι τα αποδεικτικά στοιχεία είναι κεφαλαιώδους σημασίας για την τεκμηρίωση της προσβολής των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας και ότι πρέπει να διασφαλίζεται ότι όντως διατίθενται αποτελεσματικά μέσα παρουσιάσεως, συλλογής και προστασίας των αποδεικτικών στοιχείων.

41      Ως εκ τούτου, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/48, ερμηνευόμενο με γνώμονα την αιτιολογική σκέψη 20 της ίδιας οδηγίας, έχει την έννοια ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να παρέχουν κατά τρόπο αποτελεσματικό στον θιγόμενο τη δυνατότητα να συλλέξει τα ευρισκόμενα υπό τον έλεγχο του αντιδίκου αποδεικτικά στοιχεία που απαιτούνται προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του, υπό την προϋπόθεση ωστόσο ότι η προσκόμιση τέτοιων αποδεικτικών στοιχείων δεν θίγει την προστασία των εμπιστευτικών στοιχείων.

42      Περαιτέρω, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 36 της παρούσας αποφάσεως, ο σεβασμός του θεμελιώδους δικαιώματος στην προστασία του οικογενειακού βίου συνιστά, υπό το πρίσμα της επίμαχης εθνικής νομοθεσίας, πρόσκομμα το οποίο εμποδίζει τον θιγόμενο να συλλέξει, από τον αντίδικο, τα αποδεικτικά στοιχεία που απαιτούνται προς στήριξη των ισχυρισμών του.

43      Από την αιτιολογική σκέψη 32 της οδηγίας 2004/48, όμως, προκύπτει ότι η οδηγία αυτή αναγνωρίζει τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις κατοχυρωμένες με τον Χάρτη αρχές. Ειδικότερα, η εν λόγω οδηγία αποσκοπεί στη διασφάλιση του πλήρους σεβασμού της διανοητικής ιδιοκτησίας, σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 2, του Χάρτη.

44      Ως εκ τούτου, η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως θέτει το ζήτημα του αναγκαίου συγκερασμού μεταξύ των επιταγών που συνδέονται με την προστασία διαφόρων θεμελιωδών δικαιωμάτων, ήτοι του δικαιώματος αποτελεσματικής ένδικης προστασίας και του δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας, αφενός, και του δικαιώματος σεβασμού του ιδιωτικού και οικογενειακού βίου, αφετέρου (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, Coty Germany, C‑580/13, EU:C:2015:485, σκέψη 33).

45      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί, αφενός, ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το δίκαιο της Ένωσης επιτάσσει στα κράτη μέλη να στηρίζονται, κατά τη μεταφορά των οδηγιών αυτών στο εσωτερικό δίκαιο, σε ερμηνεία τους η οποία καθιστά δυνατή την εξασφάλιση δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των διαφόρων θεμελιωδών δικαιωμάτων που προστατεύονται από την έννομη τάξη της Ένωσης. Στη συνέχεια, κατά την εφαρμογή των μέτρων μεταφοράς στην εθνική έννομη τάξη των εν λόγω οδηγιών, οι αρχές και τα δικαστήρια των κρατών μελών οφείλουν όχι μόνο να ερμηνεύουν το εθνικό τους δίκαιο κατά τρόπο σύμφωνο προς τις οδηγίες αυτές, αλλά και να μη βασίζονται σε ερμηνεία τους που θα μπορούσε να έλθει σε σύγκρουση με τα εν λόγω θεμελιώδη δικαιώματα ή με τις λοιπές γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης (απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, Coty Germany, C‑580/13, EU:C:2015:485, σκέψη 34).

46      Αφετέρου, πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη ορίζει ειδικότερα ότι κάθε περιορισμός της ασκήσεως των αναγνωριζόμενων από τον Χάρτη δικαιωμάτων και ελευθεριών πρέπει να σέβεται το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών και ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι μέτρο που συνεπάγεται κατάφωρη προσβολή δικαιώματος προστατευόμενου από τον Χάρτη πρέπει να λογίζεται ως μη σύμφωνο προς την απαίτηση εξασφαλίσεως μιας τέτοιας δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των θεμελιωδών δικαιωμάτων των οποίων απαιτείται συγκερασμός (απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, Coty Germany, C‑580/13, EU:C:2015:485, σκέψη 35).

47      Το Δικαστήριο πρέπει να εκτιμήσει τα διάφορα στοιχεία της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνικής νομοθεσίας υπό το πρίσμα της ως άνω απαιτήσεως δίκαιης ισορροπίας.

48      Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι, όσον αφορά το δικαίωμα σεβασμού του ιδιωτικού βίου stricto sensu, από το γράμμα του άρθρου 7 του Χάρτη προκύπτει ότι η παρεχόμενη από το άρθρο αυτό προστασία πρέπει να εκτείνεται σε «κάθε πρόσωπο» και δεν περιορίζεται μόνο στα μέλη της οικογένειας του ατόμου το οποίο οι δικαστικές αρχές έχουν διατάξει να προσκομίσει τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία, δεδομένου ότι τα ως άνω μέλη δεν καλύπτονται βάσει της εν λόγω ρυθμίσεως από μια τέτοια ιδιαίτερη προστασία.

49      Ωστόσο, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 7 του Χάρτη, άτομα που ανήκουν στην ίδια οικογένεια μπορούν να τύχουν, βάσει της ως άνω ρυθμίσεως, ιδιαίτερης προστασίας που να τους παρέχει τη δυνατότητα να απαλλάσσονται από την υποχρέωση να ενοχοποιούν το ένα το άλλο όταν υπάρχουν υποψίες ότι κάποιο από αυτά έχει διαπράξει παράνομη πράξη.

50      Κατά τα λοιπά, η παράγραφος 3, στοιχείο δʹ, του άρθρου 8 της οδηγίας 2004/48, σε συνδυασμό με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου αυτού, αποτελεί έκφραση της ως άνω ανησυχίας, καθόσον δεν αποκλείει την εφαρμογή των εθνικών νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων που παρέχουν τη δυνατότητα στον παραβάτη να αρνηθεί να παράσχει πληροφορίες που θα τον υποχρέωναν να παραδεχθεί τη συμμετοχή του ή εκείνη στενών συγγενών του στην προσβολή δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας.

51      Πρέπει πάντως να γίνει δεκτό ότι, αν, σε καταστάσεις όπως αυτή της υποθέσεως της κύριας δίκης, η εθνική ρύθμιση, όπως ερμηνεύεται από τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια, έχει ως αποτέλεσμα να εμποδίζει τη δυνατότητα του επιλαμβανόμενου αγωγής αποζημιώσεως εθνικού δικαστηρίου να επιβάλλει, αιτήσει του ενάγοντος, την προσκόμιση και τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων σχετικών με τα μέλη της οικογένειας του αντιδίκου, η διαπίστωση της προβαλλόμενης προσβολής του δικαιώματος του δημιουργού και ο προσδιορισμός του δράστη της προσβολής αυτής καθίστανται αδύνατοι και, επομένως, διαπράττεται κατάφωρη προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων αποτελεσματικής ένδικης προστασίας και διανοητικής ιδιοκτησίας σε βάρος του κατόχου δικαιώματος του δημιουργού και, επομένως, δεν τηρείται, ως εκ τούτου, η απαίτηση εξασφαλίσεως δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των υφιστάμενων εν προκειμένω θεμελιωδών δικαιωμάτων (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, Coty Germany, C‑580/13, EU:C:2015:485, σκέψη 41).

52      Επομένως, παρέχοντας μια σχεδόν απόλυτη προστασία στα μέλη της οικογένειας του κατόχου συνδέσεως με το διαδίκτυο, μέσω της οποίας διαπράττονται προσβολές του δικαιώματος του δημιουργού με την ανταλλαγή αρχείων, η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική νομοθεσία δεν μπορεί, σε αντίθεση προς όσα απαιτεί το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29, να θεωρηθεί αρκούντως αποτελεσματική και παρέχουσα τη δυνατότητα επιβολής, σε τελική ανάλυση, αποτελεσματικής και αποτρεπτικής κυρώσεως στον δράστη της εν λόγω προσβολής. Εξάλλου, η διαδικασία η οποία κινήθηκε με την άσκηση της αγωγής της κύριας δίκης δεν είναι ικανή να εξασφαλίσει τον σεβασμό των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας τον οποίο επιβάλλει το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/48.

53      Η κατάσταση θα ήταν ωστόσο διαφορετική αν, προς αποφυγή ανεπίτρεπτης αναμείξεως στον οικογενειακό βίο, οι κάτοχοι των δικαιωμάτων είχαν άλλης μορφής αποτελεσματική ένδικη προστασία, που να τους παρέχει ιδίως τη δυνατότητα διαπιστώσεως, στην περίπτωση αυτή, της αστικής ευθύνης του δικαιούχου της σχετικής συνδέσεως με το διαδίκτυο.

54      Εξάλλου, εναπόκειται, τελικά, στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει την ενδεχόμενη ύπαρξη, στο εσωτερικό δίκαιο, άλλων τρόπων, διαδικασιών και μέσων παροχής ένδικης προστασίας που να καθιστούν δυνατό στις αρμόδιες δικαστικές αρχές να διατάσσουν την παροχή των αναγκαίων πληροφοριών προς απόδειξη, στο πλαίσιο περιστάσεων όπως αυτών της υποθέσεως της κύριας δίκης, της προσβολής του δικαιώματος του δημιουργού καθώς και του εντοπισμού του δράστη της προσβολής αυτής (βλ., συναφώς, απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, Coty Germany, C‑580/13, EU:C:2015:485, σκέψη 42).

55      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στα υποβαλλόμενα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2001/29, σε συνδυασμό με το άρθρο 3, παράγραφος 1, αυτής, αφενός, και το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/48, αφετέρου, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, ερμηνευόμενη από το αρμόδιο εθνικό δικαστήριο, δυνάμει της οποίας ο κάτοχος συνδέσεως με το διαδίκτυο μέσω της οποίας διαπράττεται προσβολή του δικαιώματος του δημιουργού με την ανταλλαγή αρχείων απαλλάσσεται από κάθε ευθύνη όταν κατονομάζει ένα μέλος της οικογένειάς του που είχε δυνατότητα προσβάσεως στην εν λόγω σύνδεση, χωρίς να δίδει περισσότερες διευκρινίσεις όσον αφορά τη χρονική στιγμή κατά την οποία χρησιμοποιήθηκε η ως άνω σύνδεση από το μέλος αυτό της οικογένειάς του και τη φύση της χρήσεώς της εκ μέρους του τελευταίου.

 Επί των δικαστικών εξόδων

56      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας, σε συνδυασμό με το άρθρο 3, παράγραφος 1, αυτής, αφενός, και το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, αφετέρου, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, ερμηνευόμενη από το αρμόδιο εθνικό δικαστήριο, δυνάμει της οποίας ο κάτοχος συνδέσεως με το διαδίκτυο μέσω της οποίας διαπράττεται προσβολή του δικαιώματος του δημιουργού με την ανταλλαγή αρχείων απαλλάσσεται από κάθε ευθύνη όταν κατονομάζει ένα μέλος της οικογένειάς του που είχε δυνατότητα προσβάσεως στην εν λόγω σύνδεση, χωρίς να δίδει περισσότερες διευκρινίσεις όσον αφορά τη χρονική στιγμή κατά την οποία χρησιμοποιήθηκε η ως άνω σύνδεση από το μέλος αυτό της οικογένειάς του και τη φύση της χρήσεώς της εκ μέρους του τελευταίου.

(υπογραφές)



*      Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.