Language of document : ECLI:EU:C:2018:878

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)

της 7ης Νοεμβρίου 2018 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Οδηγία 2003/86/ΕΚ – Δικαίωμα οικογενειακής επανενώσεως – Άρθρο 15 – Άρνηση χορηγήσεως αυτόνομης άδειας διαμονής – Εθνική ρύθμιση προβλέπουσα υποχρέωση επιτυχίας σε εξέταση περί κοινωνικής ενσωματώσεως»

Στην υπόθεση C‑484/17,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Raad van State (Συμβούλιο της Επικρατείας, Κάτω Χώρες) με απόφαση της 4ης Αυγούστου 2017, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 10 Αυγούστου 2017, στο πλαίσιο της δίκης

K

κατά

Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),

συγκείμενο από τους Μ. Βηλαρά, πρόεδρο του τετάρτου τμήματος, προεδρεύοντα του τρίτου τμήματος, J. Malenovský, L. Bay Larsen (εισηγητή), M. Safjan και D. Šváby, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: P. Mengozzi

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

–        η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις M. K. Bulterman και H. S. Gijzen,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την C. Cattabriga και τον G. Wils,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 15, παράγραφοι 1 και 4, της οδηγίας 2003/86/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, σχετικά με το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης (ΕΕ 2003, L 251, σ. 12).

2        Η αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της K, υπηκόου τρίτης χώρας, και του Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie (Υφυπουργού Ασφάλειας και Δικαιοσύνης, Κάτω Χώρες) (στο εξής: Υφυπουργός), σχετικά με την εκ μέρους του τελευταίου απόρριψη της αιτήσεώς της για τροποποίηση του περιορισμού υπό τον οποίο της είχε χορηγηθεί άδεια διαμονής ορισμένου χρόνου και σχετικά με την ανάκληση της άδειας αυτής.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

3        Το άρθρο 15 της οδηγίας 2003/86 ορίζει τα ακόλουθα:

«1.      Το αργότερο έπειτα από πέντε έτη διαμονής και εφόσον στο μέλος της οικογένειας δεν έχει χορηγηθεί άδεια διαμονής για άλλους λόγους εκτός της οικογενειακής επανένωσης, ο/η σύζυγος ή ο εκτός γάμου σύντροφος και το τέκνο που έχει ενηλικιωθεί έχουν δικαίωμα να απαιτούν, κατόπιν αίτησης, εφόσον απαιτείται, αυτόνομη άδεια διαμονής, ανεξάρτητη από την άδεια του συντηρούντος.

Τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίζουν τη χορήγηση της άδειας διαμονής που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στον/στη σύζυγο ή στον εκτός γάμου σύντροφο, σε περιπτώσεις ρήξης του οικογενειακού δεσμού.

[...]

4.      Οι όροι της χορήγησης και της διάρκειας της αυτόνομης άδειας διαμονής θεσπίζονται από το εθνικό δίκαιο.»

 Το ολλανδικό δίκαιο

4        Το άρθρο 3.51 του Vreemdelingenbesluit 2000 (διατάγματος του 2000 περί αλλοδαπών) προβλέπει τα ακόλουθα:

«1.      Άδεια διαμονής ορισμένου χρόνου [...] υπό τον όρο της υπάρξεως μόνιμων ανθρωπιστικών λόγων μπορεί να χορηγηθεί στον αλλοδαπό ο οποίος:

κατοικεί τα τελευταία πέντε έτη στις Κάτω Χώρες ως κάτοχος άδειας διαμονής υπό τον περιορισμό που αναφέρεται στο σημείο 1°:

1°.      [δ]ιαμονή ως μέλος της οικογένειας προσώπου που έχει δικαίωμα μόνιμης διαμονής·

[...]

5.      Το άρθρο 3.80a εφαρμόζεται στους αλλοδαπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1, στοιχείο a, 1°, [...]».

5        Το άρθρο 3.80a του διατάγματος αυτού έχει ως εξής:

«1.      Αίτηση τροποποιήσεως άδειας διαμονής [...] σε άδεια διαμονής υπό τον όρο της υπάρξεως μόνιμων ανθρωπιστικών λόγων απορρίπτεται εφόσον η αίτηση υποβλήθηκε από αλλοδαπό κατά την έννοια του άρθρου 3.51, παράγραφος 1, εισαγωγική περίοδος και στοιχείο a, 1°, ο οποίος δεν μετέσχε επιτυχώς στην εξέταση του άρθρου 7, παράγραφος 2, στοιχείο a, του νόμου περί κοινωνικής ενσωματώσεως ή δεν έχει λάβει πτυχίο, πιστοποιητικό ή άλλο έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο c, του ίδιου νόμου.

2.      Η πρώτη παράγραφος δεν εφαρμόζεται, αν ο αλλοδαπός:

[...]

e)      έχει απαλλαγεί από την υποχρέωση κοινωνικής ενσωματώσεως [...]

[...]

4.      Ο Υπουργός μπορεί να μην εφαρμόσει την παράγραφο 1 αν εκτιμά ότι η εφαρμογή της διατάξεως αυτής οδηγεί σε πρόδηλες καταστάσεις κατάφωρης αδικίας.»

6        Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του Wet inburgering (νόμου περί κοινωνικής ενσωματώσεως) ορίζει τα εξής:

«Ο Υπουργός απαλλάσσει το πρόσωπο που έχει υποχρέωση κοινωνικής ενσωματώσεως όταν:

a)      το πρόσωπο αυτό έχει αποδείξει ότι, λόγω ψυχικής ή σωματικής αναπηρίας, ή νοητικής υστερήσεως, δεν είναι, σε μόνιμη βάση, σε θέση να μετάσχει επιτυχώς στην εξέταση περί κοινωνικής ενσωματώσεως·

b)      ο Υπουργός καταλήγει στο συμπέρασμα, βάσει αποδεδειγμένων προσπαθειών του υπόχρεου σε κοινωνική ενσωμάτωση ότι ο τελευταίος δεν μπορεί ευλόγως να εκπληρώσει την υποχρέωση κοινωνικής ενσωματώσεως.»

7        Το άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 2, του νόμου αυτού έχει ως ακολούθως:

«1.      Το πρόσωπο που βαρύνεται με την υποχρέωση κοινωνικής ενσωματώσεως αποκτά εντός τριετίας γνώσεις της ολλανδικής γλώσσας, για τις ανάγκες του προφορικού και του γραπτού λόγου, αντίστοιχες τουλάχιστον προς το επίπεδο A 2 του ευρωπαϊκού πλαισίου αναφοράς για τις σύγχρονες ξένες γλώσσες, καθώς και γνώση της ολλανδικής κοινωνίας.

2.      Ο βαρυνόμενος με την υποχρέωση κοινωνικής ενσωματώσεως εκπληρώνει την υποχρέωση αυτή όταν:

a)      επιτυγχάνει στην εξέταση που διοργανώνεται από τον Υπουργό, ή

b)      αποκτά πτυχίο, πιστοποιητικό ή άλλο έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο c.»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

8        Από τις 17 Μαρτίου 1995 μέχρι τις 25 Ιουλίου 2015 η K είχε άδεια διαμονής που της παρείχε τη δυνατότητα να κατοικεί μαζί με τον σύζυγό της, υπήκοο τρίτης χώρας. Στις 21 Ιουλίου 2015 η K υπέβαλε αίτηση τροποποιήσεως της εν λόγω αδείας, ώστε να της χορηγηθεί άδεια παρατεταμένης διαμονής.

9        Την 1η Ιουλίου 2016 ο Υφυπουργός απέρριψε την ως άνω αίτηση με την αιτιολογία ότι η K δεν είχε αποδείξει ότι επέτυχε στην εξέταση περί κοινωνικής ενσωματώσεως ή ότι απαλλασσόταν από την υποχρέωση περί κοινωνικής ενσωματώσεως. Ο Υφυπουργός ανακάλεσε επίσης, αναδρομικώς από τις 19 Αυγούστου 2011, την άδεια διαμονής που παρείχε στην K τη δυνατότητα να κατοικεί μαζί με τον σύζυγό της, με την αιτιολογία ότι η ίδια δεν κατοικούσε πλέον, από την ημερομηνία αυτή, στην ίδια διεύθυνση με τον σύζυγό της.

10      Κατόπιν υποβολής ενστάσεως από την K, ο Υφυπουργός, με απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2015, ενέμεινε στην αρχική απόφασή του.

11      Ο K άσκησε προσφυγή κατά της ως άνω αποφάσεως του Υφυπουργού ενώπιον του rechtbank den Haag zittingsplaats Middelburg (πρωτοδικείου Χάγης, δικάζοντος στο Middelburg, Κάτω Χώρες). Με απόφαση της 4ης Απριλίου 2017 το δικαστήριο αυτό απέρριψε την εν λόγω προσφυγή.

12      Η K άσκησε έφεση κατά της ως άνω αποφάσεως ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.

13      Λαμβανομένης υπόψη της προσκομίσεως, ως παραρτήματος του δικογράφου της εφέσεως, γνώμης της Dienst Uitvoering Onderwijs (υπηρεσίας υπεύθυνης για εκπαιδευτικά ζητήματα, Κάτω Χώρες) διαπιστώνουσας ότι η K είχε μετάσχει ανεπιτυχώς τέσσερις φορές τουλάχιστον στην εξέταση περί κοινωνικής ενσωματώσεως και ότι είχε παρακολουθήσει μαθήματα κοινωνικής ενσωματώσεως συνολικής διάρκειας άνω των 600 ωρών, ο Υφυπουργός χορήγησε στην K αυτόνομη άδεια διαμονής από τις 20 Απριλίου 2017. Εντούτοις, ο Υφυπουργός διατήρησε σε ισχύ την ανάκληση, αναδρομικώς από τις 19 Αυγούστου 2011, της άδειας διαμονής που είχε η K προκειμένου να κατοικεί μαζί με τον σύζυγό της.

14      Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν η προϋπόθεση περί κοινωνικής ενσωματώσεως την οποία προβλέπει η ολλανδική νομοθεσία συνάδει προς το άρθρο 15 της οδηγίας 2003/86.

15      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Raad van State (Συμβούλιο της Επικρατείας, Κάτω Χώρες) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Πρέπει το άρθρο 15, παράγραφοι 1 και 4, της οδηγίας [2003/86] να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη στις υποθέσεις της κύριας δίκης, βάσει της οποίας αίτηση για τη χορήγηση αυτόνομου τίτλου διαμονής σε αλλοδαπό, ο οποίος στο πλαίσιο οικογενειακής επανενώσεως διαμένει νόμιμα στο έδαφος κράτους μέλους για διάστημα που υπερβαίνει τα πέντε έτη, δύναται να απορριφθεί για τον λόγο ότι ο αλλοδαπός δεν πληροί τις προβλεπόμενες στο εθνικό δίκαιο προϋποθέσεις ενσωματώσεως;»

 Επί του προδικαστικού ερωτήματος

16      Με το προδικαστικό ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 15, παράγραφοι 1 και 4, της οδηγίας 2003/86 αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, όπως αυτή της κύριας δίκης, η οποία παρέχει τη δυνατότητα απορρίψεως αιτήσεως για τη χορήγηση αυτόνομης άδειας διαμονής, υποβαλλόμενης από υπήκοο τρίτης χώρας που κατοικεί για πέντε και πλέον έτη στο έδαφος κράτους μέλους στο πλαίσιο οικογενειακής επανενώσεως, με την αιτιολογία ότι ο ενδιαφερόμενος δεν αποδεικνύει ότι επέτυχε σε εξέταση περί κοινωνικής ενσωματώσεως που αφορά γνώση της γλώσσας και της κοινωνίας του κράτους μέλους αυτού.

17      Το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/86 προβλέπει ότι, το αργότερο μετά από πέντε έτη διαμονής και εφόσον στο μέλος της οικογένειας δεν έχει χορηγηθεί άδεια διαμονής για άλλους λόγους πέραν της οικογενειακής επανενώσεως, ο/η σύζυγος ή ο εκτός γάμου σύντροφος και το τέκνο που έχει ενηλικιωθεί έχουν δικαίωμα να λάβουν, εν ανάγκη κατόπιν αιτήσεως, αυτόνομη άδεια διαμονής, ανεξάρτητη από την άδεια του συντηρούντος.

18      Το δε άρθρο 15, παράγραφος 4, της οδηγίας αυτής διευκρινίζει ότι οι όροι χορηγήσεως και η διάρκεια του τίτλου διαμονής ορίζονται από το εθνικό δίκαιο.

19      Από τον συνδυασμό των ως άνω δύο διατάξεων απορρέει ότι, μολονότι η χορήγηση αυτόνομης άδειας διαμονής συνιστά, καταρχήν, δικαίωμα μετά από διαμονή πέντε ετών στο έδαφος κράτους μέλους στο πλαίσιο οικογενειακής επανενώσεως, ο νομοθέτης της Ένωσης παρέσχε ωστόσο τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να εξαρτούν τη χορήγηση ενός τέτοιου τίτλου από ορισμένους όρους, τους οποίους θέτουν τα ίδια.

20      Από τις σκέψεις 49 έως 59 της σημερινής αποφάσεως C και A (C‑257/17) προκύπτει ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ένα κράτος μέλος να εξαρτά τη χορήγηση αυτόνομης άδειας διαμονής από την επιτυχία σε εξέταση περί κοινωνικής ενσωματώσεως σχετική με γνώση της γλώσσας και της κοινωνίας του κράτους μέλους.

21      Εντούτοις, από τις σκέψεις 60 έως 63 της ως άνω αποφάσεως προκύπτει ότι η υποχρέωση επιτυχίας σε μια τέτοια εξέταση, που επιβάλλεται από εθνική ρύθμιση όπως αυτή της κύριας δίκης, δεν μπορεί θεμιτώς να υπερβαίνει το μέτρο που είναι αναγκαίο προκειμένου να επιτευχθεί ο σκοπός της διευκολύνσεως της ενσωματώσεως των ενδιαφερομένων υπηκόων τρίτων χωρών, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.

22      Προς τούτο, το ως άνω δικαστήριο θα πρέπει ιδίως να εξακριβώσει ότι οι γνώσεις που απαιτούνται για την επιτυχία στην εξέταση περί κοινωνικής ενσωματώσεως αντιστοιχούν σε ένα βασικό επίπεδο, ότι η επιβαλλόμενη από την εθνική ρύθμιση προϋπόθεση δεν έχει ως αποτέλεσμα να παρεμποδίζει τη χορήγηση αυτόνομης άδειας διαμονής στους υπηκόους τρίτων χωρών που έχουν αποδείξει την πρόθεσή τους να επιτύχουν στην ως άνω εξέταση και που έχουν καταβάλει προσπάθειες προς τούτο, ότι οι ιδιαίτερες ατομικές περιστάσεις θα λαμβάνονται δεόντως υπόψη και ότι τα σχετικά με την εν λόγω εξέταση έξοδα δεν είναι υπερβολικά (βλ., συναφώς, απόφαση της 9ης Ιουλίου 2015, K και A, C‑153/14, EU:C:2015:453, σκέψεις 54 έως 70).

23      Συναφώς, πρέπει να υπογραμμιστεί ιδίως ότι περιστάσεις όπως η ηλικία, το επίπεδο εκπαιδεύσεως, η οικονομική κατάσταση ή η κατάσταση υγείας των ενδιαφερόμενων μελών της οικογένειας του συντηρούντος πρέπει να παρέχουν στις αρμόδιες αρχές τη δυνατότητα να μην εξαρτούν τη χορήγηση αυτόνομης άδειας διαμονής από την επιτυχία σε εξέταση περί κοινωνικής ενσωματώσεως όταν, λόγω των περιστάσεων αυτών, προκύπτει ότι οι ενδιαφερόμενοι δεν είναι σε θέση να μετάσχουν σε μια τέτοια εξέταση ή να μετάσχουν επιτυχώς στην εξέταση αυτή (βλ., συναφώς, απόφαση της 9ης Ιουλίου 2015, K και A, C‑153/14, EU:C:2015:453, σκέψη 58).

24      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στο υποβαλλόμενο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 15, παράγραφοι 1 και 4, της οδηγίας 2003/86 δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, όπως αυτή της κύριας δίκης, η οποία παρέχει τη δυνατότητα απορρίψεως αιτήσεως για τη χορήγηση αυτόνομης άδειας διαμονής, υποβαλλόμενης από υπήκοο τρίτης χώρας που κατοικεί για πέντε και πλέον έτη στο έδαφος κράτους μέλους στο πλαίσιο οικογενειακής επανενώσεως, με την αιτιολογία ότι ο ενδιαφερόμενος δεν αποδεικνύει ότι επέτυχε σε εξέταση περί κοινωνικής ενσωματώσεως που αφορά γνώση της γλώσσας και της κοινωνίας του κράτους μέλους αυτού, υπό την προϋπόθεση ωστόσο ότι οι συγκεκριμένες λεπτομέρειες εφαρμογής της υποχρεώσεως επιτυχίας σε μια τέτοια εξέταση δεν βαίνουν πέραν του μέτρου που είναι αναγκαίο προς επίτευξη του σκοπού της ενσωματώσεως των υπηκόων τρίτων χωρών.

 Επί των δικαστικών εξόδων

25      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους των κύριων δικών τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 15, παράγραφοι 1 και 4, της οδηγίας 2003/86/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, σχετικά με το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης, δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, όπως αυτή της κύριας δίκης, η οποία παρέχει τη δυνατότητα απορρίψεως αιτήσεως για τη χορήγηση αυτόνομης άδειας διαμονής, υποβαλλόμενης από υπήκοο τρίτης χώρας που κατοικεί για πέντε και πλέον έτη στο έδαφος κράτους μέλους στο πλαίσιο οικογενειακής επανενώσεως, με την αιτιολογία ότι ο ενδιαφερόμενος δεν αποδεικνύει ότι επέτυχε σε εξέταση περί κοινωνικής ενσωματώσεως που αφορά γνώση της γλώσσας και της κοινωνίας του κράτους μέλους αυτού, υπό την προϋπόθεση ωστόσο ότι οι συγκεκριμένες λεπτομέρειες εφαρμογής της υποχρεώσεως επιτυχίας σε μια τέτοια εξέταση δεν βαίνουν πέραν του μέτρου που είναι αναγκαίο προς επίτευξη του σκοπού της ενσωματώσεως των υπηκόων τρίτων χωρών, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.