Language of document : ECLI:EU:T:2018:818

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)

της 21ης Νοεμβρίου 2018 (*)

«Υπαλληλική υπόθεση – Υπάλληλοι – Πρόσληψη – Προκήρυξη διαγωνισμού EPSO/AST‑SC/03/15 – Αποκλεισμός από τις δοκιμασίες αξιολογήσεως – Αίτηση επανεξετάσεως – Άρνηση διαβιβάσεως της αιτήσεως αυτής στην εξεταστική επιτροπή του γενικού διαγωνισμού λόγω εκπρόθεσμης υποβολής – Κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ της EPSO και της εξεταστικής επιτροπής διαγωνισμού»

Στην υπόθεση T‑587/16,

HM, εκπροσωπούμενη από τον H. Tettenborn, δικηγόρο,

προσφεύγουσα,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους T. Bohr και G. Gattinara,

καθής,

με αντικείμενο προσφυγή βάσει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ με αίτημα την ακύρωση, αφενός, της αποφάσεως της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Επιλογής Προσωπικού (EPSO), της 17ης Αυγούστου 2015, να μη λάβει υπόψη την αίτηση επανεξετάσεως της αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής να μην επιτρέψει τη συμμετοχή της προσφεύγουσας στο επόμενο στάδιο του διαγωνισμού EPSO/AST-SC/03/15-3 και, αφετέρου, της «σιωπηρής αποφάσεως» της εξεταστικής επιτροπής να μη δεχθεί την αίτηση αυτή,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),

συγκείμενο από τους H. Kanninen, πρόεδρο, J. Schwarcz (εισηγητή) και Κ. Ηλιόπουλο, δικαστές,

γραμματέας: E. Coulon

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

 Ιστορικό της διαφοράς

1        Στις 8 Ιανουαρίου 2015 η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού (EPSO) δημοσίευσε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης την προκήρυξη του γενικού διαγωνισμού EPSO/AST-SC/03/15-3, με εξετάσεις, προκειμένου να καταρτισθεί πίνακας επιτυχόντων για την πρόσληψη γραμματέων και βοηθών γραφείου (βαθμοί SC 1 και SC 2) σε διάφορους τομείς (στο εξής: γενικός διαγωνισμός) (ΕΕ 2015, C 3 A, σ. 1).

2        Στις 12 Φεβρουαρίου 2015 η προσφεύγουσα, HM, υπέβαλε την υποψηφιότητά της στον γενικό διαγωνισμό. Επέλεξε τον τομέα «Γραμματεία» και τον βαθμό SC 2, αλλά αποδέχθηκε ότι η υποψηφιότητά της ενδεχομένως να κατατασσόταν στον βαθμό SC 1.

3        Το παράρτημα III, σημείο 2, της προκηρύξεως του γενικού διαγωνισμού προβλέπει, όσον αφορά τους ειδικούς όρους συμμετοχής που αναφέρονται στους τίτλους σπουδών, τρεις διαφορετικές προϋποθέσεις, εκ των οποίων μόνον η τελευταία είναι συναφής στην προκειμένη περίπτωση. Η προϋπόθεση αυτή έχει ως εξής:

«[Ε]παγγελματική κατάρτιση (ισοδύναμη με το επίπεδο 4 του ευρωπαϊκού πλαισίου επαγγελματικών προσόντων) διάρκειας τουλάχιστον ενός έτους, ακολουθούμενη από επαγγελματική εμπειρία τουλάχιστον τριών ετών. Η κατάρτιση και η επαγγελματική εμπειρία πρέπει κατ’ ουσίαν να σχετίζονται με τη φύση των καθηκόντων.»

4        Η προσφεύγουσα έλαβε μέρος στις προκριματικές δοκιμασίες στις 25 Μαρτίου 2015. Με έγγραφο της 11ης Ιουνίου 2015, η προσφεύγουσα ενημερώθηκε από την EPSO ότι είχε περάσει επιτυχώς τις προκριματικές δοκιμασίες, έχοντας λάβει τη βάση σε καθεμία από αυτές. Στο ίδιο έγγραφο, η EPSO ανέφερε ότι το επόμενο στάδιο ήταν η εξέταση από την εξεταστική επιτροπή του γενικού διαγωνισμού (στο εξής: εξεταστική επιτροπή) των ηλεκτρονικών αιτήσεων για τον έλεγχο της επιλεξιμότητας των υποψηφίων.

5        Μεταξύ των διαδίκων υφίσταται διαφωνία ως προς το ζήτημα εάν η προσφεύγουσα ενημερώθηκε στις 30 Ιουλίου 2015 ή αργότερα, με ηλεκτρονική κοινοποίηση στον λογαριασμό που τηρούσε στην EPSO, ότι η εξεταστική επιτροπή, κατόπιν εξετάσεως της ηλεκτρονικής αιτήσεως υποψηφιότητάς της, είχε αποφασίσει να μην της επιτρέψει να συμμετάσχει στο επόμενο στάδιο του διαγωνισμού. Στην απόφασή της (στο εξής: απόφαση περί απορρίψεως της υποψηφιότητας), η εξεταστική επιτροπή στηρίχθηκε στο γεγονός ότι η προσφεύγουσα δεν διέθετε τα απαιτούμενα προσόντα, ήτοι, μολονότι είχε επαγγελματική κατάρτιση διάρκειας ενός έτους, η κατάρτιση αυτή, κατ’ ουσίαν, δεν σχετιζόταν με τη φύση των καθηκόντων που αποτελούσαν το αντικείμενο του διαγωνισμού.

6        Μια περαιτέρω διαφωνία υφίσταται μεταξύ των διαδίκων ως προς το χρονικό σημείο κατά το οποίο η προσφεύγουσα συμβουλεύθηκε τον λογαριασμό που τηρούσε στην EPSO. Συγκεκριμένα, ενώ η τελευταία υποστηρίζει ότι συμβουλευόταν τον λογαριασμό της τακτικά και ότι το έπραξε για τελευταία φορά στις 29 Ιουλίου και στις 4 Αυγούστου 2015, χωρίς ωστόσο να βρει νέα μηνύματα ή κοινοποιήσεις, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστηρίζει ότι από το ηλεκτρονικό ημερολόγιο του συστήματος πληροφορικής που αφορούσε τους λογαριασμούς που τηρούνταν στην EPSO προκύπτει ότι μόλις στις 8 Αυγούστου 2015, ώρα 20.41, η προσφεύγουσα συμβουλεύθηκε τον λογαριασμό της, στον οποίο η απόφαση της εξεταστικής επιτροπής είχε καταστεί διαθέσιμη εννέα ημέρες νωρίτερα.

7        Στις 7 Αυγούστου 2015 η προσφεύγουσα έλαβε, εκ μέρους της EPSO, ένα αυτόματο ηλεκτρονικό μήνυμα, με το ακόλουθο περιεχόμενο:

«Ημερομηνία αποστολής: Παρασκευή 7 Αυγούστου 2015, ώρα 15.26 […]

Θέμα: Ένα νέο μήνυμα έχει αναρτηθεί στον λογαριασμό σας EPSO. […]

Αυτό είναι ένα αυτόματο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Παρακαλείσθε να μην απαντήσετε.

Αγαπητέ υποψήφιε, Αγαπητή υποψήφια,

Η παρούσα ειδοποίηση αφορά την αίτηση υποψηφιότητάς σας σε διαγωνισμό ή διαδικασία επιλογής σχετικά με σταδιοδρομία στην ΕΕ που διοργάνωσε η [EPSO].

Ένα νέο μήνυμα έχει αναρτηθεί στον λογαριασμό σας EPSO.

Μπορείτε να συνδεθείτε με τον λογαριασμό σας επισκεπτόμενοι τον ακόλουθο σύνδεσμο: […].

Με εκτίμηση,

ΣΗΜ.: Σας υπενθυμίζουμε ότι οφείλετε να ελέγχετε τον λογαριασμό που τηρείτε στην EPSO τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα, όπως αναφέρεται στον Οδηγό για τους υποψηφίους γενικών διαγωνισμών ή στην πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος. Κάθε επίσημη επικοινωνία πραγματοποιείται μέσω του λογαριασμού EPSO και μόνον οι ημερομηνίες που αναφέρονται στις επιστολές αυτές που αναρτώνται έχουν νομική αξία.

Η παρούσα ειδοποίηση μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου συνιστά πρόσθετη υπηρεσία της EPSO χωρίς νομική αξία.

Η ειδοποίηση μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου αποστέλλεται ταυτόχρονα με την ανάρτηση του νέου μηνύματος στον λογαριασμό που τηρείτε στην EPSO. Για λόγους πέραν του ελέγχου μας, η παράδοση των ειδοποιήσεων μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ενδέχεται σε ορισμένες περιπτώσεις να καθυστερήσει. Καμία καταγγελία βάσει της εν λόγω καθυστέρησης δεν θα ληφθεί υπόψη.

Η ομάδα EPSO».

8        Στις 13 Αυγούστου 2015 η προσφεύγουσα υπέβαλε, βάσει του σημείου 3.4.3 των γενικών κανόνων που εφαρμόζονται στους γενικούς διαγωνισμούς (ΕΕ 2014, C 60 A, σ. 1, στο εξής: γενικοί κανόνες), αίτηση επανεξετάσεως της αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής περί απορρίψεως της υποψηφιότητας (στο εξής: αίτηση επανεξετάσεως). Η προσφεύγουσα υποστήριξε, κατ’ ουσίαν, ότι η ηλεκτρονική κοινοποίηση στον λογαριασμό που τηρεί στην EPSO όσον αφορά την απόφαση περί απορρίψεως της υποψηφιότητας δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένη, καθόσον συνίστατο σε απλή επανάληψη του γράμματος της προκηρύξεως του γενικού διαγωνισμού. Επιπροσθέτως η προσφεύγουσα, αφενός, ανέφερε ότι η εξεταστική επιτροπή προηγούμενου διαγωνισμού της είχε επιτρέψει να συμμετάσχει στις δοκιμασίες αξιολογήσεως του διαγωνισμού αυτού, ο οποίος, κατά την άποψή της, αφορούσε επίσης καθήκοντα γραμματείας και προέβλεπε υψηλότερο επίπεδο προσόντων από αυτό το οποίο προβλέπεται στο πλαίσιο του γενικού διαγωνισμού. Αφετέρου, η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, το γεγονός ότι η εξεταστική επιτροπή δεν δέχθηκε την εκτίμηση που είχε υιοθετηθεί στο πλαίσιο του προηγούμενου διαγωνισμού έπρεπε να έχει αιτιολογηθεί ειδικώς.

9        Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Αυγούστου 2015, η EPSO, μέσω της N. Η., υπό την ιδιότητά της ως επικεφαλής ομάδας για τις σχέσεις με τους υποψηφίους, γνωστοποίησε στην προσφεύγουσα ότι δεν μπορούσε να λάβει υπόψη την αίτησή της επανεξετάσεως, καθόσον αυτή δεν είχε υποβληθεί εντός της προθεσμίας δέκα ημερολογιακών ημερών που καθορίζεται από τους γενικούς κανόνες (στο εξής: απόφαση της EPSO της 17ης Αυγούστου 2015). Η EPSO επισήμανε στην προσφεύγουσα ότι η προθεσμία αυτή είχε αρχίσει να τρέχει στις 30 Ιουλίου 2015, κατόπιν της ηλεκτρονικής κοινοποιήσεως στον λογαριασμό EPSO.

10      Την 1η Σεπτεμβρίου 2015 η προσφεύγουσα, με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ζήτησε από την EPSO να διαβιβάσει χωρίς καθυστέρηση την αίτησή της επανεξετάσεως στην εξεταστική επιτροπή. Συναφώς, η προσφεύγουσα στηρίχθηκε στο σημείο 3.4.3 των γενικών κανόνων, σύμφωνα με το οποίο οι αιτήσεις επανεξετάσεως «υπ[οβάλλονται] προς εξέταση στο ίδιο όργανο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (στην εξεταστική επιτροπή ή στην EPSO)». Η προσφεύγουσα προέβαλε το επιχείρημα ότι, στο μέτρο που η αίτηση επανεξετάσεως στρεφόταν κατά της αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής περί απορρίψεως της υποψηφιότητας, θα έπρεπε, εν πάση περιπτώσει, να έχει υποβληθεί σε αυτήν.

11      Στις 16 Σεπτεμβρίου 2015 η EPSO ενημέρωσε την προσφεύγουσα ότι η αίτησή της επανεξετάσεως, που αναφέρεται στη σκέψη 10 ανωτέρω, δεν θα λαμβανόταν υπόψη, λόγω της εκπρόθεσμης υποβολής της. Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 20ής Σεπτεμβρίου 2015, η προσφεύγουσα ζήτησε εκ νέου να πληροφορηθεί εάν η αίτησή της επανεξετάσεως είχε διαβιβασθεί στην εξεταστική επιτροπή.

12      Στις 25 Σεπτεμβρίου 2015 η προσφεύγουσα έλαβε την ακόλουθη απάντηση από την EPSO:

«όπως ήδη διευκρινίσθηκε με τις προηγούμενες επιστολές μας, η EPSO διαβιβάζει στην εξεταστική επιτροπή, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, μόνον τις καταγγελίες [Beschwerden] που υποβλήθηκαν εμπροθέσμως. Δεδομένου ότι αυτό δεν ισχύει όσον αφορά την καταγγελία σας [Beschwerde], η τελευταία δεν διαβιβάσθηκε.»

13      Στις 4 Νοεμβρίου 2015 η προσφεύγουσα υπέβαλε εγγράφως ένσταση κατά των «αποφάσεων» της 17ης Αυγούστου, της 16ης και της 25ης Σεπτεμβρίου 2015, με τις οποίες η EPSO της γνωστοποίησε ότι η αίτησή της επανεξετάσεως δεν θα λαμβανόταν υπόψη.

14      Με απόφαση της 17ης Μαρτίου 2016, η ένσταση της προσφεύγουσας απορρίφθηκε. Η μετάφραση στη γερμανική γλώσσα της αποφάσεως αυτής διαβιβάστηκε στην προσφεύγουσα στις 18 Απριλίου 2016.

 Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

15      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 23 Μαρτίου 2016, η προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή. Η υπόθεση καταχωρίσθηκε με αριθμό υποθέσεως F‑17/16.

16      Με έγγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης στις 6 Απριλίου 2016, η προσφεύγουσα ζήτησε να υπαχθεί στο καθεστώς ανωνυμίας σύμφωνα με το άρθρο 48, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης. Με έγγραφο της 28ης Απριλίου 2016, η Γραμματεία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης ενημέρωσε την προσφεύγουσα ότι είχε κάνει δεκτό το αίτημα αυτό.

17      Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΕ, Eυρατόμ) 2016/1192 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Ιουλίου 2016, για τη μεταβίβαση στο Γενικό Δικαστήριο της αρμοδιότητας εκδικάσεως σε πρώτο βαθμό των διαφορών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των υπαλλήλων της (ΕΕ 2016, L 200, σ. 137), η υπό κρίση υπόθεση μεταβιβάσθηκε στο Γενικό Δικαστήριο στο στάδιο στο οποίο βρισκόταν στις 31 Αυγούστου 2016. Η υπόθεση αυτή καταχωρίσθηκε, ως εκ τούτου, με αριθμό υποθέσεως T‑587/16 και ανατέθηκε στο τέταρτο τμήμα.

18      Δεδομένου ότι οι διάδικοι δεν ζήτησαν τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, βάσει του άρθρου 106, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, το Γενικό Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα), θεωρώντας ότι έχει διαφωτιστεί επαρκώς από τα έγγραφα της δικογραφίας της υποθέσεως, αποφάσισε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 106, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, να αποφανθεί επί της προσφυγής χωρίς να διεξαχθεί προφορική διαδικασία.

19      Στις 5 Φεβρουαρίου 2018 το Γενικό Δικαστήριο έθεσε γραπτές ερωτήσεις στην Επιτροπή. Οι απαντήσεις της κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Στις 13 Μαρτίου 2018, η προσφεύγουσα υπέβαλε τις παρατηρήσεις της συναφώς.

20      Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει την απόφαση της EPSO της 17ης Αυγούστου 2015,

–        να ακυρώσει τη «σιωπηρή απόφαση» της εξεταστικής επιτροπής να μη δεχθεί την αίτηση επανεξετάσεως,

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

21      Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή,

–        να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.

 Σκεπτικό

 Επί του παραδεκτού της προσφυγής

22      Η Επιτροπή προβάλλει, κατ’ ουσίαν, ότι η προσφυγή κατά της αποφάσεως της EPSO της 17ης Αυγούστου 2015 είναι απαράδεκτη, στο μέτρο που δεν πρόκειται ούτε για την απόφαση περί απορρίψεως της υποψηφιότητας ούτε για την απάντηση της εξεταστικής επιτροπής στην αίτηση επανεξετάσεως. Κατά την Επιτροπή, μόνον η απόφαση περί απορρίψεως της υποψηφιότητας είναι βλαπτική για την προσφεύγουσα, στο μέτρο που τροποποίησε τη νομική της κατάσταση και έθιξε ευθέως και άμεσα τα συμφέροντά της. Η απόφαση της EPSO της 17ης Αυγούστου 2015 ουδόλως μεταβάλλει τη διαπίστωση αυτή, δεδομένου ότι συνιστά απλώς άρνηση να λάβει υπόψη την αίτηση επανεξετάσεως και τούτο για τυπικούς λόγους αναγόμενους στην εκπρόθεσμη υποβολή της. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η απόφαση αυτή της EPSO είναι «αμιγώς επιβεβαιωτική», ότι δεν έχει αυτοτελές περιεχόμενο και ότι δεν υποκαθιστά την απόφαση περί απορρίψεως της υποψηφιότητας. Ως εκ τούτου, κατά την Επιτροπή, δεν μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο διοικητικής ενστάσεως ή προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

23      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσφεύγουσα διέθετε σαφώς τη δυνατότητα δικαστικής προστασίας. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η προσφεύγουσα είχε τη δυνατότητα είτε να προσβάλει την απόφαση περί απορρίψεως της υποψηφιότητας απευθείας ενώπιον του δικαστή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 270 ΣΛΕΕ, χωρίς να υποχρεούται να υποβάλει προηγουμένως διοικητική ένσταση, είτε να υποβάλει διοικητική ένσταση ενώπιον της Επιτροπής. Κατά την Επιτροπή, η προσφεύγουσα δεν μπορούσε, εντούτοις, να επιλέξει μια «τρίτη οδό» και να ασκήσει προσφυγή κατά πράξεως που δεν ήταν βλαπτική για αυτή. Κατά την Επιτροπή, η προσφεύγουσα είχε, επίσης, τη νομική δυνατότητα να επιτύχει επανεξέταση, εκ μέρους της εξεταστικής επιτροπής, της αποφάσεως περί απορρίψεως της υποψηφιότητας.

24      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν η απόφαση της EPSO της 17ης Αυγούστου 2015 συνιστούσε βλαπτική πράξη, η προσφεύγουσα δεν είχε, εν πάση περιπτώσει, έννομο συμφέρον γεγενημένο και ενεστώς εν προκειμένω. Είναι προφανές ότι η ενδεχόμενη ακύρωση της αποφάσεως της EPSO της 17ης Αυγούστου 2015 δεν θα προσπόριζε κανένα όφελος στην προσφεύγουσα, καθόσον αυτή δεν προσέβαλε την απόφαση περί απορρίψεως της υποψηφιότητας. Ως εκ τούτου, ακόμη και σε περίπτωση ακυρώσεως της αποφάσεως της EPSO της 17ης Αυγούστου 2015, η εξεταστική επιτροπή δεν θα μπορούσε, κατά την Επιτροπή, να αποφανθεί ως προς το περιεχόμενο της αποφάσεως περί απορρίψεως της υποψηφιότητας. Εξάλλου, η παραπομπή στη διάταξη της 3ης Απριλίου 2001, Zaur-Gora και Dubigh κατά Επιτροπής (T‑95/00 και T‑96/00, EU:T:2001:114), δεν είναι λυσιτελής, δεδομένου ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, δεν υπήρχε νέα απόφαση της εξεταστικής επιτροπής επί τη βάσει της αιτήσεως επανεξετάσεως, οπότε δεν ήταν δυνατό να αρχίσει να τρέχει νέα προθεσμία.

25      Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το αίτημα της προσφεύγουσας να ακυρωθεί η φερόμενη «σιωπηρή απόφαση» της εξεταστικής επιτροπής είναι απαράδεκτο λόγω παραβιάσεως της αρχής της αντιστοιχίας μεταξύ της διοικητικής ενστάσεως και της προσφυγής. Εν πάση περιπτώσει, το αίτημα αυτό της προσφεύγουσας πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι το άρθρο 90, παράγραφος 1, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΥΚ) δεν προβλέπει ότι η αίτηση επανεξετάσεως της αποφάσεως εξεταστικής επιτροπής είναι δυνατό να απορριφθεί σιωπηρά. Στο μέτρο που η εξεταστική επιτροπή δεν αποτελεί μέρος της διοίκησης και είναι ανεξάρτητη αυτής, η σιωπή της δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως «σιωπηρή αρνητική απόφαση». Το ερώτημα ποιες είναι οι συνέπειες από την έλλειψη αντιδράσεως εκ μέρους της εξεταστικής επιτροπής σε αίτηση επανεξετάσεως είναι, κατά την Επιτροπή, αμιγώς υποθετικό ερώτημα.

26      Η προσφεύγουσα αμφισβητεί τα επιχειρήματα της Επιτροπής.

27      Το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι πρέπει να εξεταστεί, κατά πρώτον, το παραδεκτό του δευτέρου αιτήματος και, κατά δεύτερον, το παραδεκτό του πρώτου αιτήματος.

 Επί του παραδεκτού του δευτέρου αιτήματος

28      Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι η προσφεύγουσα βάλλει με την προσφυγή της, πρώτον, κατά της αποφάσεως της EPSO της 17ης Αυγούστου 2015 και, δεύτερον, κατά της φερόμενης «σιωπηρής αποφάσεως» της εξεταστικής επιτροπής να μη δεχθεί την αίτηση επανεξετάσεως.

29      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, όταν ένας υποψήφιος διαγωνισμού ζητεί να επανεξεταστεί απόφαση εξεταστικής επιτροπής, βλαπτική γι’ αυτόν πράξη, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, ή, ενδεχομένως, του άρθρου 91, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, συνιστά η απόφαση που λαμβάνεται από την εξεταστική επιτροπή μετά από επανεξέταση της καταστάσεως του υποψηφίου (βλ., υπό την έννοια αυτή, διάταξη της 3ης Απριλίου 2001, Zaur-Gora και Dubigh κατά Επιτροπής, T‑95/00 και T‑96/00, EU:T:2001:114, σκέψη 26, και της 13ης Δεκεμβρίου 2006, Heus κατά Επιτροπής, T‑173/05, EU:T:2006:392, σκέψη 19).

30      Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι η EPSO είναι αυτή η οποία εξέδωσε την απόφαση της 17ης Αυγούστου 2015. Από τα δικόγραφα της Επιτροπής και τις απαντήσεις της στις ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου προκύπτει ότι η εξεταστική επιτροπή δεν ενημερώθηκε σχετικά με την ύπαρξη της αιτήσεως επανεξετάσεως που είχε υποβάλει η προσφεύγουσα. Συναφώς, η Επιτροπή ρητώς αναγνώρισε ότι η αίτηση επανεξετάσεως που υπέβαλε η προσφεύγουσα δεν αποτελούσε μέρος των αιτήσεων επανεξετάσεως που διαβιβάστηκαν στην εξεταστική επιτροπή. Δεν αμφισβητείται επίσης ότι η εξεταστική επιτροπή δεν ενημερώθηκε ειδικά εκ των υστέρων για την απόφαση της EPSO της 17ης Αυγούστου 2015 να μη λάβει υπόψη την αίτηση αυτή. Επιπλέον, η εξεταστική επιτροπή ενημερώθηκε «κατά τρόπο γενικό» για την άρνηση της EPSO σχετικά με τις εκπρόθεσμες αιτήσεις επανεξετάσεως.

31      Υπό τις περιστάσεις αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, στο μέτρο που η εξεταστική επιτροπή δεν είχε ενημερωθεί σχετικά με την ύπαρξη της αιτήσεως επανεξετάσεως που είχε υποβάλει η προσφεύγουσα, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι εξέδωσε οποιαδήποτε «σιωπηρή απόφαση» περί απορρίψεως έναντι της προσφεύγουσας.

32      Κατά συνέπεια, το δεύτερο αίτημα στερείται αντικειμένου και, ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.

 Επί του παραδεκτού του πρώτου αιτήματος

33      Όσον αφορά τα επιχειρήματα της Επιτροπής ότι η απόφαση της EPSO της 17ης Αυγούστου 2015 δεν συνιστούσε πράξη βλαπτική για την προσφεύγουσα, ότι ήταν αμιγώς επιβεβαιωτική, ότι δεν είχε κανένα αυτοτελές περιεχόμενο και δεν υποκαθιστούσε την απόφαση περί απορρίψεως της υποψηφιότητας, διαπιστώνεται ότι, με την απόφαση της 17ης Αυγούστου 2015, η EPSO απέρριψε την αίτηση επανεξετάσεως της προσφεύγουσας. Από τη νομολογία, ωστόσο, που υπομνήσθηκε στη σκέψη 29 ανωτέρω προκύπτει ότι η απόφαση περί απορρίψεως αιτήσεως επανεξετάσεως είναι βλαπτική για την προσφεύγουσα και μπορεί, εν συνεχεία, να προσβληθεί εάν έχει εκδοθεί από την εξεταστική επιτροπή.

34      Αν, όπως εν προκειμένω, η αίτηση επανεξετάσεως που υπέβαλε ένας υποψήφιος απορρίφθηκε από την EPSO ως εκπρόθεσμη, ο υποψήφιος αυτός έχει συμφέρον να ζητήσει τον έλεγχο νομιμότητας της απορριπτικής αποφάσεως από τον δικαστή της Ένωσης. Η απόρριψη αυτή εμποδίζει την εξεταστική επιτροπή να εξετάσει η ίδια την εν λόγω αίτηση επανεξετάσεως, όμως η ακύρωση της απορριπτικής αποφάσεως από το Γενικό Δικαστήριο θα οδηγούσε στην έκδοση νέας αποφάσεως επί της εν λόγω αιτήσεως.

35      Πράγματι, υπενθυμίζεται ότι, στο σημείο 3.4.3 των γενικών κανόνων, προβλέπεται ρητώς ότι αν η αίτηση για επανεξέταση λάβει θετική απάντηση, ο ενδιαφερόμενος επανεντάσσεται στη συνέχεια στον διαγωνισμό στο στάδιο στο οποίο αυτός αποκλείστηκε, ανεξάρτητα από το πόσο έχει προχωρήσει στο μεταξύ ο διαγωνισμός. Το γεγονός ότι η διαδικασία του γενικού διαγωνισμού ολοκληρώθηκε στο μεταξύ δεν θέτει υπό αμφισβήτηση το ανωτέρω συμπέρασμα, καθόσον η προσφεύγουσα διατηρεί τουλάχιστον το έννομο συμφέρον για την έκδοση αποφάσεως σχετικά με τη νομιμότητα της επίμαχης διαδικασίας επιλογής προς αποτροπή του ενδεχομένου επαναλήψεως της προβαλλόμενης πλημμέλειας στο μέλλον στο πλαίσιο διαδικασίας παρόμοιας με την επίμαχη εν προκειμένω (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 7ης Ιουνίου 2007, Wunenburger κατά Επιτροπής, C‑362/05 P, EU:C:2007:322, σκέψη 50). Πράγματι, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο η EPSO να ενεργήσει με παρόμοιο τρόπο στο πλαίσιο μεταγενέστερης παρόμοιας διαδικασίας επιλογής. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή δεν μπορεί να επικαλεσθεί το απαράδεκτο της προσφυγής για τον λόγο ότι η διαδικασία του γενικού διαγωνισμού ολοκληρώθηκε στο μεταξύ.

36      Κατόπιν των ανωτέρω, συνάγεται ότι η απόφαση της EPSO της 17ης Αυγούστου 2015 συνιστά πράξη βλαπτική για την προσφεύγουσα και ότι η τελευταία έχει ενεστώς και γεγενημένο καθώς και αρκούντως προφανές συμφέρον για την ακύρωση της αποφάσεως αυτής (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2008, Angé Serrano κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, T‑47/05, EU:T:2008:384, σκέψη 65).

 Επί της ουσίας

37      Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα προβάλλει τέσσερις λόγους ακυρώσεως που αντλούνται, ο πρώτος, από έλλειψη αρμοδιότητας της EPSO να εκδώσει την απόφαση της 17ης Αυγούστου 2015, ο δεύτερος, από παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου, ο τρίτος, από πλάνη περί τον χαρακτηρισμό της αιτήσεως επανεξετάσεως και, ο τέταρτος, από εσφαλμένη εκτίμηση όσον αφορά την τήρηση της προθεσμίας εντός της οποίας μπορούσε να υποβληθεί η αίτηση επανεξετάσεως.

38      Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι, στο μέτρο που η αίτησή της επανεξετάσεως στρεφόταν κατά της αποφάσεως περί απορρίψεως της υποψηφιότητας, θα έπρεπε να είχε υποβληθεί στην εξεταστική επιτροπή που είχε εκδώσει την απόφαση αυτή, κατά το σαφές γράμμα των γενικών όρων. Η προσφεύγουσα θεωρεί, ειδικότερα, ότι η EPSO δεν είναι αρμόδια να εκτιμήσει το εκπρόθεσμο αιτήσεως επανεξετάσεως, δεδομένου ότι έχει ως μοναδική λειτουργία την παροχή «διοικητικής υποστήριξης» στις εξεταστικές επιτροπές των γενικών διαγωνισμών. Θα μπορούσε, το πολύ, να επισημάνει στην εξεταστική επιτροπή μια υπέρβαση των προθεσμιών. Κατά την προσφεύγουσα, καμία νομική πράξη δεν παρέχει στην EPSO τη δυνατότητα να λάβει την επίμαχη απόφαση αντί της εξεταστικής επιτροπής. Μια τέτοια προσέγγιση δεν απορρέει ούτε από προηγούμενη πρακτική της διοικήσεως. Τυχόν διαφορετική ερμηνεία δεν θα ήταν σύμφωνη με τη λειτουργία που επιτελεί η EPSO στο πλαίσιο των γενικών διαγωνισμών. Η προσφεύγουσα προβάλλει ότι κατά γενική αρχή του διοικητικού δικαίου εναπόκειται στην ίδια την αρχή ή σε ανώτερο όργανο να αποφαίνεται επί των προσφυγών που ασκούνται κατά των αποφάσεων της εν λόγω αρχής. Τέλος, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η EPSO δεν κατόρθωσε να αιτιολογήσει την απόφαση της 17ης Αυγούστου 2015. Εντεύθεν προκύπτει ότι δεν ήταν σε θέση να επιτελέσει συναφώς τον ρόλο της εξεταστικής επιτροπής.

39      Η Επιτροπή υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η EPSO και η εξεταστική επιτροπή δεσμεύονται από το κείμενο της προκηρύξεως του γενικού διαγωνισμού και από τους γενικούς κανόνες. Υπογραμμίζει επίσης ότι δεν μπορούν να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις αυτές χωρίς να θιγεί η νομιμότητα του διαγωνισμού και, μεταξύ άλλων, η τήρηση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των υποψηφίων. Κατά την Επιτροπή, το γράμμα των γενικών κανόνων προβλέπει ρητώς ότι, σύμφωνα με την κατανομή των αρμοδιοτήτων, εναπόκειται είτε στην εξεταστική επιτροπή είτε στην EPSO να αποφασίσει για τη συνέχεια που πρέπει να δοθεί σε αίτηση εσωτερικής επανεξετάσεως. Εξ αυτού προκύπτει ότι και η EPSO είναι αρμόδια να λάβει απόφαση αναφορικά με αίτηση επανεξετάσεως.

40      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, του παραρτήματος III του ΚΥΚ, καθώς και με την απόφαση 2002/620/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου, της Επιτροπής, του Δικαστηρίου, του Ελεγκτικού Συνεδρίου, της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, της Επιτροπής των Περιφερειών και του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, της 25ης Ιουλίου 2002, για την ίδρυση της [EPSO] (ΕΕ 2002, L 197, σ. 53), και με την απόφαση 2002/621/ΕΚ των γενικών γραμματέων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου, της Επιτροπής, του γραμματέα του Δικαστηρίου, των γενικών γραμματέων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, της Επιτροπής των Περιφερειών και του αντιπροσώπου του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, της 25ης Ιουλίου 2002, σχετικά με την οργάνωση και τη λειτουργία της [EPSO] (ΕΕ 2002, L 197, σ. 56), στην EPSO απόκειται να διοργανώνει διαγωνισμούς για την κάλυψη των αναγκών σε προσωπικό των θεσμικών οργάνων της Ένωσης και να διασφαλίζει ότι κατά τους διαγωνισμούς αυτούς εφαρμόζονται ομοιόμορφοι κανόνες.

41      Η Επιτροπή υπογραμμίζει, συναφώς, ότι η EPSO έχει ως αποστολή να παρέχει διοικητική υποστήριξη στην εξεταστική επιτροπή, γεγονός που περιλαμβάνει την παρακολούθηση της τηρήσεως των προθεσμιών εκ μέρους των υποψηφίων στο πλαίσιο της διαδικασίας επανεξετάσεως. Η απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2011, Επιτροπή κατά Παχτίτη (T‑361/10 P, EU:T:2011:742), επιβεβαιώνει την εν λόγω κατανομή των αρμοδιοτήτων. Η EPSO νομιμοποιείται, επομένως, να απορρίψει τις αιτήσεις εσωτερικής επανεξετάσεως οι οποίες δεν τηρούν τις προθεσμίες. Η αποστολή αυτή ανταποκρίνεται τόσο στο πνεύμα όσο και στον σκοπό των προαναφερόμενων κανόνων, στο μέτρο που καθιστά δυνατό τον περιορισμό του φόρτου εργασίας της εξεταστικής επιτροπής. Κατά την Επιτροπή, το σημείο 3.4.3 των γενικών διατάξεων πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι «το ίδιο όργανο οφείλει να αποφανθεί επί του περιεχομένου της αποφάσεως περί επανεξετάσεως του παραδεκτού (δηλαδή επί του παραδεκτού όσον αφορά την ουσία των αιτήσεων επανεξετάσεως)». Εν προκειμένω, ουδόλως πρόκειται για «επανεξέταση» του περιεχομένου της αποφάσεως περί απορρίψεως της υποψηφιότητας, αλλά αποκλειστικά για τυπικές πτυχές. Ωστόσο, δεν υπάρχει κανένας λόγος να γίνει δεκτό ότι η αρχή αυτή εφαρμόζεται επίσης επί των τυπικών πτυχών, όπως η τήρηση των προθεσμιών. Τέλος, κατά την Επιτροπή, η αρμοδιότητα της EPSO δεν μπορεί να εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο αιτιολογούνται οι αποφάσεις της.

42      Απαντώντας στις γραπτές ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου που μνημονεύονται στη σκέψη 19 ανωτέρω, η Επιτροπή προέβαλε, κατ’ ουσίαν, ότι η εξεταστική επιτροπή είχε ενημερωθεί «κατά τρόπο γενικό» για την άρνηση της EPSO σχετικά με τις εκπρόθεσμες αιτήσεις επανεξετάσεως. Κατά την Επιτροπή, η συνήθης διαδικασία της EPSO προέβλεπε ότι η εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού δεν ενημερώνεται ατομικά για τις αιτήσεις που υποβάλλονται εκπρόθεσμα. Τούτο οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι οι αιτήσεις αυτές, συχνά, υποβάλλονταν πολύ μετά τη συνεδρίαση κατά τη διάρκεια της οποίας η εξεταστική επιτροπή αποφαινόταν επί των αιτήσεων που είχαν υποβληθεί εμπροθέσμως. Επιπλέον, η Επιτροπή παρέπεμψε στις νομικές βάσεις και τους ισχυρισμούς που υπομνήσθηκαν στη σκέψη 40 ανωτέρω, όσον αφορά την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της EPSO και της εξεταστικής επιτροπής. Η κατανομή αυτή τίθεται σε εφαρμογή με το σημείο 3.4.3 των γενικών διατάξεων, βάσει του οποίου εξουσιοδοτείται η EPSO να κρίνει απαράδεκτες τις αιτήσεις επανεξετάσεως που έχουν υποβληθεί εκπρόθεσμα, χωρίς να τις διαβιβάσει στην εξεταστική επιτροπή. Τέλος, η Επιτροπή παραπέμπει στην αρχή της χρηστής διοικήσεως, στο συμφέρον της υπηρεσίας και στην υποχρέωση τηρήσεως εύλογης προθεσμίας.

43      Με τις παρατηρήσεις της, η προσφεύγουσα αμφισβητεί τα επιχειρήματα της Επιτροπής.

44      Το Γενικό Δικαστήριο παρατηρεί ότι το σημείο 3.4.3 των γενικών κανόνων, που φέρει τον τίτλο «Διαδικασία εσωτερικής επανεξέτασης», έχει ως εξής:

«Μπορείτε να υποβάλετε αίτηση για επανεξέταση οποιασδήποτε απόφασης της εξεταστικής επιτροπής ή της EPSO που θίγει ευθέως και άμεσα το νομικό καθεστώς σας στον διαγωνισμό (δηλαδή, καθορίζει τα αποτελέσματά σας και/ή το κατά πόσο μπορείτε να προχωρήσετε στο επόμενο στάδιο του διαγωνισμού ή να αποκλειστείτε από αυτόν).

Οι αιτήσεις επανεξέτασης μπορούν να βασίζονται σε έναν ή περισσότερους από τους ακόλουθους λόγους:

–        ουσιώδης παρατυπία στη διαδικασία του διαγωνισμού,

–        μη συμμόρφωση της εξεταστικής επιτροπής ή της EPSO με τους κανόνες που διέπουν τη διαδικασία του διαγωνισμού, όπως προβλέπεται από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, την προκήρυξη του διαγωνισμού, τους παρόντες γενικούς κανόνες και τη νομολογία.

Επισημαίνεται ότι δεν έχετε το δικαίωμα να αμφισβητήσετε την εγκυρότητα της αξιολόγησης της εξεταστικής επιτροπής σχετικά με την ποιότητα των επιδόσεών σας σε μια δοκιμασία. […]

Διαδικασία επανεξέτασης

Πρέπει να υποβάλετε το αίτημά σας [επανεξέτασης] εντός 10 [ημερολογιακών] ημερών από την ημερομηνία που η απόφαση που θέλετε να προσβάλετε έχει αποσταλεί στην ατομική σας μερίδα EPSO:

–        είτε μέσω του δελτίου επικοινωνίας στον δικτυακό τόπο της EPSO,

–        είτε ταχυδρομικώς με επιστολή προς [την EPSO].

[…]

Πρέπει να αναφέρετε σαφώς την απόφαση που θέλετε να προσβάλετε και τους λόγους στους οποίους βασίζεται το αίτημά σας.

Η διαδικασία εσωτερικής επανεξέτασης διενεργείται από τη νομική ομάδα της EPSO.

Μετά την παραλαβή της αίτησής σας, θα σας στείλουμε μια απόδειξη παραλαβής εντός 15 εργάσιμων ημερών.

Στη συνέχεια, η αίτησή σας θα μελετηθεί και θα υποβληθεί προς εξέταση στο ίδιο όργανο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (στην εξεταστική επιτροπή ή στην EPSO). Κατόπιν, η εξεταστική επιτροπή ή η EPSO θα λάβει απόφαση σχετικά με το αίτημά σας. Μετά τη λήψη της απόφασης, η νομική ομάδα θα συντάξει αιτιολογημένη απάντηση στα επιχειρήματά σας.

Θα εξετάσουμε το αίτημά σας διεξοδικά, δίκαια και αντικειμενικά. Η διαδικασία μπορεί να διαρκέσει αρκετές εβδομάδες. Θα σας αποστείλουμε αιτιολογημένη απόφαση το συντομότερο δυνατόν, μέσω της ατομικής σας μερίδας EPSO.

Εάν η αίτησή σας για επανεξέταση λάβει θετική απάντηση, θα επανενταχθείτε στον διαγωνισμό στο στάδιο στο οποίο αποκλειστήκατε, ανεξάρτητα από το πόσο έχει προχωρήσει στο μεταξύ ο διαγωνισμός, ώστε να διασφαλιστούν τα δικαιώματά σας.»

45      Η φράση κατά την οποία «η [αίτηση] θα μελετηθεί και θα υποβληθεί προς εξέταση στο ίδιο όργανο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (στην εξεταστική επιτροπή ή στην EPSO)» συνοδεύεται από μια υποσημείωση η οποία έχει ως εξής: «Αυτό οφείλεται στην κατανομή των αρμοδιοτήτων που επιβάλλονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης».

46      Συναφώς, δεν αμφισβητείται ότι το όργανο που εξέδωσε την «προσβαλλόμενη απόφαση», σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, ήτοι την απόφαση περί απορρίψεως της υποψηφιότητας, ήταν η εξεταστική επιτροπή και όχι η EPSO. Επομένως, κατ’ εφαρμογήν του σημείου 3.4.3 των γενικών διατάξεων, στην εξεταστική επιτροπή και όχι στην EPSO εναπόκειτο να αποφανθεί σχετικά με την αίτηση επανεξετάσεως της προσφεύγουσας.

47      Το γεγονός ότι η αίτηση επανεξετάσεως της προσφεύγουσας απορρίφθηκε για αμιγώς τυπικούς λόγους δεν ασκεί επιρροή συναφώς. Πράγματι, οι γενικές διατάξεις δεν διακρίνουν αναλόγως του αν η απόρριψη στηρίζεται σε τυπικούς ή ουσιαστικούς λόγους. Αντιθέτως, από το σημείο 3.4.3 των γενικών διατάξεων προκύπτει ότι το πεδίο αρμοδιοτήτων της νομικής ομάδας της EPSO περιορίζεται στο διαχειριστικό σκέλος της διαδικασίας εσωτερικής επανεξετάσεως. Στο πλαίσιο αυτό, εναπόκειτο αποκλειστικά στην εν λόγω ομάδα να αποστείλει στην προσφεύγουσα «απόδειξη παραλαβής εντός 15 εργάσιμων ημερών» από την παραλαβή της αιτήσεως επανεξετάσεως.

48      Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η EPSO, μέσω της Η., απέρριψε χωρίς καμία νομική βάση την αίτηση επανεξετάσεως που είχε υποβάλει η προσφεύγουσα.

49      Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από τα λοιπά επιχειρήματα της Επιτροπής.

50      Πρώτον, η ίδια η Επιτροπή αναφέρει ότι η EPSO και η εξεταστική επιτροπή δεσμεύονται από το κείμενο της προκηρύξεως του γενικού διαγωνισμού και από τις γενικές διατάξεις. Όπως, όμως, επισημάνθηκε στις σκέψεις 44 έως 48 ανωτέρω, από τις γενικές διατάξεις προκύπτει ότι η εξεταστική επιτροπή ήταν το μόνο αρμόδιο όργανο για τη λήψη αποφάσεως σχετικά με την αίτηση της προσφεύγουσας για επανεξέταση. Ως εκ τούτου, αντίθετα προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή (βλ. σκέψη 39 ανωτέρω), ουδόλως τίθεται εν προκειμένω ζήτημα παρεκκλίσεως από τις γενικές διατάξεις και, συνακόλουθα, υπονομεύσεως της νομιμότητας του διαγωνισμού και ιδίως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των υποψηφίων.

51      Δεύτερον, όσον αφορά τα επιχειρήματα της Επιτροπής, που υπομνήσθηκαν στις σκέψεις 40 έως 42 ανωτέρω, κατά τα οποία στην EPSO απόκειται να διοργανώνει διαγωνισμούς για την κάλυψη των αναγκών σε προσωπικό των θεσμικών οργάνων καθώς και να διασφαλίζει ότι κατά τους διαγωνισμούς αυτούς εφαρμόζονται ομοιόμορφοι κανόνες και, στο πλαίσιο αυτό, να παρέχει διοικητική υποστήριξη στην εξεταστική επιτροπή, διαπιστώνεται ότι από τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορεί να συναχθεί ότι η EPSO μπορούσε η ίδια να αποφασίσει να αρνηθεί να λάβει υπόψη την αίτηση της προσφεύγουσας περί επανεξετάσεως, παρά το σαφές γράμμα των γενικών διατάξεων που αναθέτουν την εν λόγω αρμοδιότητα στην εξεταστική επιτροπή.

52      Συγκεκριμένα, καταρχάς, από το γράμμα του άρθρου 7, παράγραφος 1, του παραρτήματος III του ΚΥΚ, το οποίο διέπει τις διαδικασίες διαγωνισμών, ουδόλως προκύπτει ότι η EPSO έχει μια τέτοια αρμοδιότητα στην περίπτωση που η απόφαση την οποία αφορά η αίτηση επανεξετάσεως ελήφθη από την εξεταστική επιτροπή. Καίτοι από τη διάταξη αυτή προκύπτει, πράγματι, ότι τα θεσμικά όργανα της Ένωσης αναθέτουν στην EPSO την ευθύνη να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της εφαρμογής ομοιόμορφων κανόνων στις διαδικασίες επιλογής των υπαλλήλων της Ένωσης και σε ορισμένες διαδικασίες αξιολογήσεως και εξετάσεως, εντούτοις, εξ αυτού δεν είναι δυνατό να συναχθεί ότι η EPSO μπορούσε, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να οικειοποιηθεί την αρμοδιότητα να αποφανθεί επί αιτήσεως για επανεξέταση αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής.

53      Ομοίως, επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 2, του παραρτήματος III του ΚΥΚ, θεωρούμενου υπό το πρίσμα των αποφάσεων που επικαλείται η Επιτροπή (βλ. σκέψη 40 ανωτέρω), οι αρμοδιότητες που έχουν ανατεθεί στην EPSO εμπίπτουν στον τομέα της διοργάνωσης γενικών διαγωνισμών, της τεχνικής υποστήριξης που παρέχεται στα θεσμικά όργανα στο πλαίσιο εσωτερικού διαγωνισμού, του προσδιορισμού του περιεχομένου των εξετάσεων που διοργανώνονται από τα θεσμικά όργανα καθώς και του καθορισμού και της οργάνωσης της αξιολόγησης της γλωσσικής ικανότητας. Πλην όμως, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, η απόφαση που λαμβάνει η EPSO και με την οποία αρνείται να λάβει υπόψη αίτηση για την επανεξέταση αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απλή περίπτωση τεχνικής υποστήριξης ή βοήθειας στην εξεταστική επιτροπή, ούτε ως αφορώσα μία από τις λοιπές αρμοδιότητες της EPSO που αναφέρθηκαν ανωτέρω.

54      Πρέπει επίσης να τονιστεί, συναφώς, όπως ορθώς υποστηρίζει η προσφεύγουσα, ότι η υπό κρίση υπόθεση διαφέρει θεμελιωδώς από την περίπτωση όπου, για παράδειγμα, η EPSO απλώς ενημερώνει την εξεταστική επιτροπή σχετικά με την υπέρβαση της προθεσμίας για την υποβολή αιτήσεως επανεξετάσεως, αφήνοντας συγχρόνως την εν λόγω εξεταστική επιτροπή να επιλέξει την προσέγγιση που θα ακολουθήσει σε κάθε περίπτωση που της έχει διαβιβαστεί. Εξάλλου, διαπιστώνεται ότι το ζήτημα αν, σε περίπτωση όπως η επίμαχη, μια αίτηση επανεξετάσεως είναι εκπρόθεσμη δεν συνιστά κατ’ ανάγκην απλή διαδικαστική απόφαση, όπως φαίνεται να υπονοεί η Επιτροπή, αλλά ενδέχεται να αποδειχθεί περίπλοκο, στο μέτρο που μπορεί να εξαρτάται από την εκτίμηση τεχνικών στοιχείων όπως εκείνα τα οποία σκοπούν στην απόδειξη της ακριβούς ημερομηνίας της κοινοποιήσεως της αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής στον ενδιαφερόμενο υποψήφιο.

55      Εν συνεχεία, όσον αφορά την απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2011, Επιτροπή κατά Παχτίτη, T‑361/10 P, EU:T:2011:742, σκέψεις 52 επ.), την οποία επικαλείται η Επιτροπή, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι δεν ενισχύει την άποψη ότι η EPSO μπορούσε να αρνηθεί να λάβει υπόψη την αίτηση της προσφεύγουσας για επανεξέταση. Συναφώς, επισημαίνεται, αφενός, ότι η πραγματική κατάσταση που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως αυτής διέφερε από εκείνη της υπό κρίση υποθέσεως, στον βαθμό που δεν επρόκειτο για απάντηση σε αίτηση επανεξετάσεως, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις, αλλά για τον προσδιορισμό του σε ποιον ανήκει η αρμοδιότητα να καθορίσει το περιεχόμενο των δοκιμασιών προεπιλογής στο πλαίσιο γενικού διαγωνισμού.

56      Αφετέρου, από την απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2011, Επιτροπή κατά Παχτίτη (T‑361/10 P, EU:T:2011:742), προκύπτει ότι η EPSO δεν διέθετε την επίμαχη αρμοδιότητα. Αντιθέτως, με τη σκέψη 52 της αποφάσεως αυτής, διαπιστώθηκε, κατ’ ουσίαν, ότι τόσο η επιλογή όσο και η αξιολόγηση των θεμάτων των ερωτήσεων που τίθενται στο πλαίσιο ενός διαγωνισμού εκφεύγουν της αρμοδιότητας της EPSO και, με τη σκέψη 54 της εν λόγω αποφάσεως, ότι οι συναφείς διατάξεις ανέθεταν στην EPSO κυρίως το καθήκον της επικουρίας της εξεταστικής επιτροπής στη διεξαγωγή ενός διαγωνισμού, καθόσον της είχε ανατεθεί ο προσδιορισμός των μεθόδων και των τεχνικών επιλογής.

57      Τέλος επισημαίνεται, ως εκ περισσού, ότι η Επιτροπή δεν παρέθεσε, εν προκειμένω, τις συγκεκριμένες διατάξεις των αποφάσεων στις οποίες παραπέμπει προκειμένου να στηρίξει τα επιχειρήματά της σχετικά με την αρμοδιότητα της EPSO να αρνηθεί να λάβει υπόψη την αίτηση επανεξετάσεως της προσφεύγουσας (βλ. σκέψη 40 ανωτέρω). Εν πάση περιπτώσει, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι αποφάσεις αυτές είναι ιεραρχικώς κατώτερες από τις διατάξεις του ΚΥΚ (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2011, Επιτροπή κατά Παχτίτη, T‑361/10 P, EU:T:2011:742, σκέψη 53). Ως εκ τούτου, οι εν λόγω γενικές παραπομπές εκ μέρους της Επιτροπής δεν είναι ικανές να μεταβάλουν τη διαπίστωση ότι η ως άνω αρμοδιότητα εκφεύγει της EPSO.

58      Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι η EPSO είχε την εξουσία να απορρίψει η ίδια την αίτηση της προσφεύγουσας για επανεξέταση, για τον λόγο ότι η αίτηση αυτή ήταν, κατά την άποψή της, εκπρόθεσμη. Δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η απόφαση της ΕΡSΟ ανταποκρινόταν στο πνεύμα και τον σκοπό των κανόνων που παραθέτει η Επιτροπή, για τον λόγο ότι, κατά την άποψή της, «καθιστούσε δυνατό τον περιορισμό του φόρτου εργασίας της εξεταστικής επιτροπής». Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι οι εκτιμήσεις αυτές δεν μπορούν να υπερισχύσουν του σαφούς γράμματος του κανόνα περί απονομής αρμοδιοτήτων, ήτοι, εν προκειμένω, του σημείου 3.4.3 των γενικών κανόνων.

59      Επιπλέον, πρέπει επίσης να απορριφθούν ως αλυσιτελή, εν προκειμένω, τα λοιπά επιχειρήματα της Επιτροπής που αναφέρονται σε παράγοντες όπως η ανάγκη να τηρεί εύλογη προθεσμία και να ενεργεί προς το συμφέρον της υπηρεσίας ή, γενικότερα, σύμφωνα με την αρχή της χρηστής διοικήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 41, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

60      Συγκεκριμένα, καταρχάς, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα με τις παρατηρήσεις της επί των απαντήσεων της Επιτροπής στις ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου, η Επιτροπή δεν υποστήριξε, και κατά μείζονα λόγο δεν απέδειξε, ότι, εν προκειμένω, η αίτηση της προσφεύγουσας για επανεξέταση είχε κοινοποιηθεί στην EPSO μετά τη συνεδρίαση της εξεταστικής επιτροπής κατά την οποία αυτή αξιολόγησε τις αιτήσεις επανεξετάσεως που είχαν υποβληθεί εμπροθέσμως. Όσον αφορά το επιχείρημα της Επιτροπής σχετικά με τον φόρτο εργασίας της εξεταστικής επιτροπής σε περίπτωση που θα έπρεπε να κληθεί σε πρόσθετες συνεδριάσεις για την επανεξέταση αιτήσεων προδήλως εκπρόθεσμων, αφενός, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, για ορισμένες από αυτές τις αιτήσεις, η εξέταση δεν θα ήταν ιδιαίτερα χρονοβόρα. Αφετέρου, και εν πάση περιπτώσει, η διατύπωση θέσεως εκ μέρους της εξεταστικής επιτροπής στο πλαίσιο αυτό αποτελεί στοιχείο της χρηστής διοικήσεως.

61      Εξάλλου, από το γράμμα του σημείου 3.4.3 των γενικών κανόνων προκύπτει ρητώς ότι η εξέταση των αιτήσεων επανεξετάσεως προβλεπόταν να γίνει διεξοδικά, δίκαια και αντικειμενικά και ότι η διαδικασία «μπορούσε να διαρκέσει αρκετές εβδομάδες». Αναφερόταν επίσης ρητώς ότι, αν η αίτηση επανεξετάσεως λάμβανε θετική απάντηση, ο ενδιαφερόμενος θα επανεντασσόταν στον διαγωνισμό στο στάδιο στο οποίο αποκλείστηκε, «ανεξάρτητα από το πόσο είχε προχωρήσει στο μεταξύ ο διαγωνισμός». Τούτο συνδέεται με την ανάγκη να διασφαλιστούν τα δικαιώματα των ενδιαφερομένων. Το σύνολο των ανωτέρω στοιχείων οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, στην προκειμένη περίπτωση, το άρθρο 41, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιβάλλει, για λόγους χρηστής διοικήσεως, απόκλιση από τους γενικούς κανόνες, όσον αφορά την αρμοδιότητα της εξεταστικής επιτροπής να λάβει θέση επί της αιτήσεως επανεξετάσεως.

62      Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η εξεταστική επιτροπή είχε ενημερωθεί «κατά τρόπο γενικό» για την άρνηση της EPSO, αναφορικά με τις εκπρόθεσμες αιτήσεις επανεξετάσεως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα με τις παρατηρήσεις της επί των απαντήσεων της Επιτροπής στις ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου, το επιχείρημα αυτό δεν στηρίζεται σε κανένα αποδεικτικό στοιχείο, άμεσο ή έμμεσο. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η εξεταστική επιτροπή είχε πράγματι ενημερωθεί, κατά τρόπο γενικό, ότι η EPSO θα ενεργούσε κατά τα ανωτέρω, γεγονός παραμένει ότι πληροφορίες γενικής φύσεως δεν είναι ικανές να επιτρέψουν στην εξεταστική επιτροπή να ασκήσει την αρμοδιότητα την οποία το σημείο 3.4.3 των γενικών διατάξεων της αναθέτει στο πλαίσιο αυτό.

63      Κατόπιν του συνόλου των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος ακυρώσεως που προέβαλε η προσφεύγουσα. Επομένως, χωρίς να είναι ανάγκη να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο επί των λοιπών λόγων ακυρώσεως που προέβαλε η προσφεύγουσα ή επί του παραδεκτού των εγγράφων που δεν αφορούν τις αρμοδιότητες της EPSO και τα οποία υποβλήθηκαν από την Επιτροπή για πρώτη φορά σε παράρτημα του υπομνήματος ανταπαντήσεως ή κατά το στάδιο των απαντήσεων στις ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου, πρέπει να ακυρωθεί, λόγω ελλείψεως αρμοδιότητας, η απόφαση της EPSO της 17ης Αυγούστου 2015.

 Επί των δικαστικών εξόδων

64      Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε ως προς το ουσιώδες μέρος των αιτημάτων της, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της προσφεύγουσας.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Ακυρώνει την απόφαση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Επιλογής Προσωπικού (EPSO) της 17ης Αυγούστου 2015 να μη λάβει υπόψη την αίτηση για επανεξέταση της αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής να μην επιτρέψει τη συμμετοχή της HM στο επόμενο στάδιο του διαγωνισμού EPSO/ASTSC/03/15-3.

2)      Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.

3)      Καταδικάζει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

Kanninen

Schwarcz

Ηλιόπουλος

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 21 Νοεμβρίου 2018.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.