Language of document : ECLI:EU:C:2018:946

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

HENRIK SAUGMANDSGAARD ØE

της 22ας Νοεμβρίου 2018(1)

Υπόθεση C578/17

Oy Hartwall Ab

Έταιρος διάδικος:

Patentti- ja rekisterihallitus

[αίτηση του Korkein hallinto‑oikeus
(Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου, Φινλανδία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Σήματα – Οδηγία 2008/95/ΕΚ – Άρθρο 2 – Άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, και παράγραφος 3 – Λόγοι απαραδέκτου ή ακυρότητας – Διακριτικός χαρακτήρας – Διακριτικός χαρακτήρας αποκτηθείς λόγω χρήσεως – Εγγενής διακριτικός χαρακτήρας – Γραφική παράσταση – Χρωματικό ή εικονιστικό σήμα – Χρωματικό σήμα που παρουσιάζεται ως εικονιστικό – Προϋποθέσεις καταχωρίσεως – Κατηγορίες σημάτων – Τύποι σήματος – Αντιφάσεις στην αίτηση καταχωρίσεως σήματος»






I.      Εισαγωγή

1.        Με την υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, το Korkein hallinto‑oikeus (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, Φινλανδία) υπέβαλε στο Δικαστήριο πλείονα προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία της προϋποθέσεως της γραφικής παραστάσεως, που περιλαμβάνεται στο άρθρο 2, και της προϋποθέσεως του διακριτικού χαρακτήρα, που περιλαμβάνεται στο άρθρο 2 και στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, και παράγραφος 3, της οδηγίας 2008/95/ΕΚ (2).

2.        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως ανάγεται σε διαφορά μεταξύ της εταιρίας Oy Hartwall Ab και της Patentti- ja rekisterihallitus (εθνικής υπηρεσίας ευρεσιτεχνιών και σημάτων, Φινλανδία). Η υπηρεσία αυτή απέρριψε την αίτηση που υπέβαλε η Oy Hartwall με αντικείμενο την καταχώριση χρωματικού σήματος, με το αιτιολογικό ότι το σημείο του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση δεν είχε τον διακριτικό χαρακτήρα που απαιτείται από χρωματικό σήμα. Στην εν λόγω αίτηση, το χρωματικό σήμα παρίστατο γραφικώς ως σχέδιο.

3.        Επομένως, στην υπό κρίση υπόθεση ανακύπτει το ζήτημα της ερμηνείας, στο πλαίσιο ενδεχόμενης καταχωρίσεως χρωματικού σήματος, της προϋποθέσεως της γραφικής παραστάσεως και της προϋποθέσεως του διακριτικού χαρακτήρα που προβλέπονται στην οδηγία 2008/95. Με τα ερωτήματά του, το αιτούν δικαστήριο επιθυμεί ακριβέστερα να πληροφορηθεί αν τα άρθρα 2 και 3 της οδηγίας απαγορεύουν την καταχώριση χρωματικού σήματος αναπαριστώμενου γραφικώς με τη μορφή σχεδίου στην αίτηση περί καταχωρίσεως.

4.        Θα εκθέσω, στις παρούσες προτάσεις, τους λόγους για τους οποίους φρονώ, αφενός, ότι το άρθρο 2 και το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, και παράγραφος 3 της οδηγίας αυτής πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι έχει σημασία για την ερμηνεία της προϋποθέσεως του διακριτικού χαρακτήρα το ζήτημα κατά πόσο ζητείται να καταχωρισθεί σήμα ως εικονιστικό ή χρωματικό σήμα και, αφετέρου ότι το άρθρο 2 απαγορεύει την καταχώριση σήματος για το οποίο, όπως εν προκειμένω, η γραφική παράσταση έχει τη μορφή σχεδίου, ενώ ο αιτών ζητεί την καταχώρισή του ως χρωματικού σήματος.

II.    Το νομικό πλαίσιο

1.      Η οδηγία 2008/95 (3)

5.        Το άρθρο 2, που φέρει τον τίτλο «Σημεία από τα οποία είναι δυνατόν να συνίσταται ένα σήμα», ορίζει τα εξής:

«Το σήμα μπορεί να συνίσταται από οποιαδήποτε σημεία επιδεχόμενα γραφικής παράστασης, ιδίως δε από λέξεις, συμπεριλαμβανομένου του ονόματος προσώπων, από σχέδια, γράμματα, αριθμούς, το σχήμα του προϊόντος ή της συσκευασίας του, εφόσον τα σημεία αυτά μπορούν από τη φύση τους να διακρίνουν τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από τα αντίστοιχα προϊόντα ή υπηρεσίες άλλων επιχειρήσεων.»

6.        Το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, και παράγραφος 3, που αφορά τους λόγους απαραδέκτου και ακυρότητας, ορίζει τα εξής:

«1. Δεν καταχωρίζονται ή, εάν έχουν καταχωρισθεί, είναι δυνατόν να κηρυχθούν άκυρα:

[…]

β)      Τα σήματα που στερούνται διακριτικού χαρακτήρα·

[…]

3.      Ένα σήμα γίνεται δεκτό προς καταχώριση ή, αν έχει καταχωριστεί, δεν κηρύσσεται άκυρο κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1, στοιχεία βʹ, γʹ ή δʹ εφόσον, πριν από την ημερομηνία της αίτησης καταχώρισης και μετά τη χρήση που του έχει γίνει, απέκτησε διακριτικό χαρακτήρα. Εξάλλου, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται επίσης εφόσον ο διακριτικός χαρακτήρας αποκτήθηκε μετά την αίτηση καταχώρισης ή μετά την καταχώριση.»

2.      Τοφινλανδικόδίκαιο

7.        Η οδηγία 2008/95 μεταφέρθηκε στο φινλανδικό δίκαιο με τον νόμο 7/1964 περί σημάτων, της 10ης Ιανουαρίου 1964, ο οποίος τροποποιήθηκε για τελευταία φορά, όσον αφορά την εφαρμοστέα εν προκειμένω εκδοχή, με τον νόμο 56/2000.

8.        Δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 2, του νόμου περί σημάτων (το οποίο τροποποιήθηκε για τελευταία φορά, όσον αφορά την εφαρμοστέα εν προκειμένω εκδοχή, με τον νόμο 39/1993), όλα τα σημεία που είναι επιδεκτικά γραφικής παραστάσεως και είναι κατάλληλα, στις εμπορικές συναλλαγές, για τη διάκριση των προϊόντων μιας επιχειρήσεως από εκείνα άλλων επιχειρήσεων είναι σήματα. Η διάταξη αυτή διευκρινίζει, στη συνέχεια, ότι το σήμα μπορεί να αποτελείται, ιδίως, από λέξεις, συμπεριλαμβανομένων των ονομάτων προσώπων, από σχέδια, γράμματα, αριθμούς, το σχήμα του προϊόντος ή της συσκευασίας του.

9.        Κατά το άρθρο 13 του νόμου περί σημάτων (το οποίο τροποποιήθηκε για τελευταία φορά, όσον αφορά την εφαρμοστέα εν προκειμένω εκδοχή, με τον νόμο 56/2000), το προς καταχώριση σήμα πρέπει να είναι κατάλληλο για τη διάκριση των προϊόντων του δικαιούχου του σήματος από τα προϊόντα τρίτων. Ένα σήμα το οποίο είτε αποκλειστικά είτε με μικρές τροποποιήσεις ή συμπληρώσεις δείχνει το είδος, την ποιότητα, την ποσότητα, τον προορισμό, την αξία, τον τόπο καταγωγής των προϊόντων ή τον χρόνο παραγωγής δεν μπορεί καθεαυτό να θεωρείται ότι έχει διακριτικό χαρακτήρα. Κατά την εκτίμηση του διακριτικού χαρακτήρα του σημείου πρέπει, κατά το άρθρο αυτό, να λαμβάνονται υπόψη όλες οι περιστάσεις, ιδίως δε η διάρκεια και η έκταση χρήσεως του σήματος.

III. Η διαφορά της κύριας δίκης, τα προδικαστικά ερωτήματα και η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία

10.      Η εταιρία Oy Hartwall ζήτησε, στις 20 Σεπτεμβρίου 2012, την καταχώριση του κατωτέρω αναπαριστώμενου σημείου από την εθνική υπηρεσία ευρεσιτεχνιών και σημάτων. Κατά τη γραφική παράσταση του σημείου, αυτό αποτελείται από μια γαλάζια κορδέλα με λεπτή γκρίζα μπορντούρα. Η ως άνω εταιρία ζήτησε την καταχώριση του σημείου ως χρωματικού σήματος για προϊόντα της κλάσεως 32: ύδατα μεταλλικά. Όσον αφορά το χρώμα, η Oy Hartwall ανέφερε τα εξής: τα χρώματα του σημείου είναι γαλάζιο (PMS 2748, PMS CYAN) και γκρι (PMS 877).

Image not found

11.      Μαζί με την αίτησή της, η Oy Hartwall προσκόμισε στην υπηρεσία έρευνα αγοράς, στο πλαίσιο της οποίας το σήμα περιγραφόταν στους ερωτώμενους, καθώς και τη μαρτυρία δύο υπαλλήλων της εταιρίας για τη χρήση του σήματος ως αναγνωριστικού σημείου για τα προϊόντα της εταιρίας.

12.      Κατόπιν προκαταρκτικής αποφάσεως της εθνικής υπηρεσίας ευρεσιτεχνιών και σημάτων, η Oy Hartwall διευκρίνισε ότι ζητούσε την καταχώριση του σήματος ως χρωματικού και όχι ως εικονιστικού σήματος.

13.      Με απόφαση της 5ης Ιουνίου 2013, η εθνική υπηρεσία ευρεσιτεχνιών και σημάτων απέρριψε την αίτηση με την αιτιολογία ότι το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση στερείται διακριτικού χαρακτήρα. Η εθνική υπηρεσία ευρεσιτεχνιών και σημάτων αναφέρει, ιδίως, στην αιτιολόγηση της αποφάσεώς της, ότι, κατά πάγια πρακτική της, δεν μπορεί να επιτραπεί η καταχώριση αποκλειστικού δικαιώματος για ορισμένα χρώματα χωρίς να υπάρχουν βάσιμες αποδείξεις ότι διά της διαρκούς και εκτεταμένης χρήσεώς τους τα δηλωθέντα χρώματα απέκτησαν διακριτικό χαρακτήρα για τα προϊόντα για τα οποία ζητείται η καταχώριση.

14.      Η απόφαση της υπηρεσίας ευρεσιτεχνιών και σημάτων διαλαμβάνει ότι από την έρευνα αγοράς προέκυψε η φήμη όχι των ίδιων των χρωμάτων αλλά του εικονιστικού σήματος. Κατά την εν λόγω απόφαση, δεν αποδείχθηκε ότι ο συνδυασμός χρωμάτων του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση είχε χρησιμοποιηθεί για τόσο χρονικό διάστημα και σε τέτοια έκταση ως αναγνωριστικό σημείο των προσφερομένων από την αιτούσα προϊόντων ώστε συνεπεία της χρήσεως αυτής να έχει αποκτήσει διακριτικό χαρακτήρα κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως στη Φινλανδία.

15.      Το markkinaoikeus (δικαστήριο οικονομικών υποθέσεων) απέρριψε την προσφυγή που η Oy Hartwall άσκησε ενώπιόν του κατά της ως άνω αποφάσεως.

16.      Κατά το σκεπτικό του δικαστηρίου οικονομικών υποθέσεων, η Oy Hartwall ζήτησε την καταχώριση του σήματος για συνδυασμό χρωμάτων. Έκρινε, ιδίως, ότι η γραφική παράσταση του σημείου της αιτήσεως δεν περιέχει συστηματική διάρθρωση στο πλαίσιο της οποίας τα οικεία χρώματα συνδέονται κατά προκαθορισμένο και σταθερό τρόπο. Εξ αυτού συνήγαγε ότι το χρωματικό σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση δεν πληροί τις απαιτήσεις γραφικής παραστάσεως που εφαρμόζονται, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 2, του νόμου 39/1993, περί σημάτων, ώστε να είναι δυνατή η καταχώριση σήματος.

17.      Κατά της αποφάσεως του markkinaoikeus (δικαστηρίου οικονομικών υποθέσεων) η Oy Hartwall άσκησε αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Korkein hallinto-oikeus (Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου), δηλαδή του αιτούντος δικαστηρίου.

18.      Το δικαστήριο αυτό καλείται να επιλύσει το ζήτημα αν το σήμα της Oy Hartwall μπορεί να καταχωριστεί ως χρωματικό σήμα. Συναφώς, διερωτάται ως προς τη σημασία που πρέπει να αποδοθεί, ενόψει ενδεχόμενης καταχωρίσεως του σήματος, στον χαρακτηρισμό ως χρωματικού σήματος που περιλαμβάνεται στην αίτηση.

19.      Με απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 2017, το Korkein hallinto-oikeus (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο) ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Έχει σημασία για την ερμηνεία της προϋποθέσεως του διακριτικού χαρακτήρα ενός σήματος κατά τα άρθρα 2 και 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2008/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (κωδικοποιημένη έκδοση), το αν ζητείται να καταχωρισθεί σήμα ως εικονιστικό ή χρωματικό σήμα;

2)      Στην περίπτωση κατά την οποία ο χαρακτηρισμός του σήματος ως χρωματικού ή εικονιστικού έχει σημασία για την εκτίμηση του διακριτικού του χαρακτήρα, πρέπει το σήμα, παρά την παρουσίασή του ως σχεδίου, να καταχωρισθεί ως χρωματικό σήμα σύμφωνα με την αίτηση ή μπορεί να καταχωρισθεί μόνον ως εικονιστικό;

3)      Στην περίπτωση κατά την οποία είναι δυνατή να καταχωρισθεί ως χρωματικό σήμα το αναπαριστώμενο ως σχέδιο στην αίτηση σήμα, είναι αναγκαία για να καταχωρισθεί ως χρωματικό ένα σήμα το οποίο παρίσταται γραφικώς στην αίτηση με την απαιτούμενη κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου για την καταχώριση χρωματικού σήματος ακρίβεια (και δεν πρόκειται για την καταχώριση ως σήματος ενός χρώματος καθεαυτού, αφηρημένως, ατύπως ή απεριορίστως), επιπροσθέτως τεκμηριωμένη απόδειξη χρήσεως, όπως απαιτεί η εθνική υπηρεσία ευρεσιτεχνιών και σημάτων, ή γενικώς οιαδήποτε απόδειξη;»

20.      Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Oy Hartwall, η Φινλανδική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η Φινλανδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή έλαβαν μέρος στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη στις 6 Σεπτεμβρίου 2018.

IV.    Ανάλυση

1.      Εισαγωγικές παρατηρήσεις

21.      Το ζήτημα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου εν προκειμένω τέθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Θα αναφέρω εν συντομία ως προς το ζήτημα αυτό ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να απαντήσει στα υποβληθέντα ερωτήματα. Όπως θα καταδείξει η απάντησή μου στα υποβληθέντα ερωτήματα, η παρούσα υπόθεση δεν αφορά την ερμηνεία του φινλανδικού δικαίου, αλλά την ερμηνεία του άρθρου 2 και του άρθρου 3 της οδηγίας 2008/95. Βεβαίως, από την αιτιολογική σκέψη 6 της οδηγίας προκύπτει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να παραμένουν ελεύθερα να καθορίζουν τις διαδικαστικές διατάξεις που αφορούν την καταχώριση των σημάτων. Πάντως, όπως επισήμανε και η Φινλανδική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι διαδικαστικοί κανόνες των κρατών μελών πρέπει να ορίζονται και να εφαρμόζονται κατά τρόπο που να διασφαλίζει τον σεβασμό των απαιτήσεων στον τομέα της καταχωρίσεως των σημάτων, οι οποίες εναρμονίσθηκαν με την οδηγία. Με άλλα λόγια, οι εθνικές αρχές οφείλουν, μεταξύ άλλων, να μεριμνούν για την τήρηση των προϋποθέσεων της οδηγίας και, ειδικότερα, των προϋποθέσεων που περιλαμβάνονται στα άρθρα 2 και 3 αυτής, δυνάμει των οποίων, για να είναι δυνατή η καταχώρισή τους, τα σήματα πρέπει να είναι δεκτικά γραφικής παραστάσεως και να έχουν διακριτικό χαρακτήρα.

2.      Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

1.      Επί της επιρροής του αιτήματος καταχωρίσεως του σήματος ως εικονιστικού ή ως χρωματικού στην ερμηνεία της προϋποθέσεως του διακριτικού χαρακτήρα, η οποία ρυθμίζεται στο άρθρο 2 και στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2008/95 (πρώτο ερώτημα)

22.      Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν ασκεί επιρροή στην ερμηνεία του άρθρου 2 της οδηγίας 2008/95 και της σχετικής με τον διακριτικό χαρακτήρα του σήματος προϋποθέσεως κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, και παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας το κατά πόσον ζητείται να καταχωρισθεί το σήμα ως εικονιστικό ή ως χρωματικό (4).

23.      Eπισημαίνω, εκ προοιμίου, ότι η Φινλαδική Κυβέρνηση εξέθεσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι οι φινλανδικές αρχές έχουν απλώς την εξουσία να αποφανθούν ως προς το αν το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση μπορεί να καταχωρισθεί ως χρωματικό σήμα. Όπως αναφέρθηκε, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, δυνάμει του φινλανδικού δικαίου, οι φινλανδικές αρχές δεν έχουν την εξουσία να τροποποιήσουν την επιλογή του τύπου σήματος που πραγματοποιήθηκε με την αίτηση καταχωρίσεως σήματος. Επομένως, εφόσον η Oy Hartwall ζήτησε την καταχώριση χρωματικού σήματος (5), οι φινλανδικές αρχές δεν έχουν την εξουσία να ελέγξουν αν το σήμα θα μπορούσε, αντιθέτως –ή επίσης– να καταχωρισθεί ως εικονιστικό σήμα (6).

24.      Κατά συνέπεια, θα θεωρήσω, στις αναλύσεις που ακολουθούν, ότι το αντικείμενο της αιτήσεως καταχωρίσεως σήματος αφορά χρωματικό σήμα. Επομένως, δεν θα εξετάσω το ζήτημα αν η Oy Hartwall επιθυμούσε να καταχωριστεί το σήμα αυτό και ως εικονιστικό σήμα (7).

25.      Για την ανάλυση του πρώτου ερωτήματος, είναι αναγκαίο, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, να δοθεί απάντηση στα ακόλουθα δύο ερωτήματα: πρώτον, στο ερώτημα αν το γεγονός ότι ζητείται να καταχωρισθεί σήμα ως εικονιστικό ή ως χρωματικό ασκεί επιρροή στον καθορισμό του αντικειμένου του σημείου για το οποίο ζητείται η προστασία (α) και, δεύτερον, στο ερώτημα ποια είναι η σημασία, προκειμένου να εκτιμηθεί ο διακριτικός χαρακτήρας του σήματος, του γεγονότος ότι ζητείται να καταχωρισθεί σήμα ως εικονιστικό ή ως χρωματικό σήμα (β).

1)      Επί της επιρροής στον καθορισμό του αντικειμένου του σημείου για το οποίο ζητείται η προστασία

26.      Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει να περιγραφεί το αντικείμενο χρωματικού σήματος και το αντικείμενο εικονιστικού σήματος, και, ιδίως, να αναφερθεί σε τι συνίσταται η διαφορά μεταξύ των δύο αυτών τύπων σήματος.

27.      Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνω, κατ’ αρχάς, ότι η οδηγία 2008/95 στηρίζεται στη σαφή παραδοχή ότι υπάρχουν διαφορετικοί τύποι σήματος.

28.      Δυνάμει του άρθρου 2 της οδηγίας που φέρει τον τίτλο «Σημεία από τα οποία είναι δυνατόν να συνίσταται ένα σήμα», το σήμα μπορεί να συνίσταται από οποιαδήποτε σημεία επιδεχόμενα γραφικής παραστάσεως, εφόσον τα σημεία αυτά μπορούν από τη φύση τους να διακρίνουν τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από τα αντίστοιχα προϊόντα ή υπηρεσίες άλλων επιχειρήσεων. Η διάταξη αυτή απαριθμεί, ενδεικτικά, «λέξεις, συμπεριλαμβανομένου του ονόματος προσώπων, σχέδια, γράμματα, αριθμούς, το σχήμα του προϊόντος ή της συσκευασίας του» (8). Μολονότι το άρθρο αυτό δεν καθιερώνει πραγματική κατηγοριοποίηση των διαφόρων τύπων σήματος, τα σημεία που απαριθμούνται καταδεικνύουν ότι τα σήματα μπορούν να λάβουν διάφορες μορφές.

29.      Διαπιστώνω, στη συνέχεια, ότι τα εικονιστικά σήματα και τα χρωματικά σήματα μπορούν αμφότερα να συνιστούν σήματα υπό την έννοια του εν λόγω άρθρου 2. Όσον αφορά τα εικονιστικά σήματα, αντιστοιχούν, στην πραγματικότητα, στο παράδειγμα των «σχεδίων» που αναφέρεται στο άρθρο 2. Αντιθέτως, τα χρωματικά σήματα δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των παραδειγμάτων που απαριθμούνται στο άρθρο 2 (9), αλλά το Δικαστήριο έκρινε, στις δύο βασικές αποφάσεις στον τομέα των χρωματικών σημάτων, την απόφαση Libertel (10) και την απόφαση Heidelberger Bauchemie (11), ότι χρωματικά σήματα μπορούν να συνιστούν σήματα κατά την έννοια του άρθρου 2 (12).

30.      Στο σημείο αυτό τίθεται το βασικό ερώτημα που συνίσταται στο τι ακριβώς σημαίνουν οι όροι «χρωματικό σήμα» και «εικονιστικό σήμα» και σε τι έγκειται η διαφορά μεταξύ των δύο τύπων σήματος.

31.      Ένα χρωματικό σήμα είναι σημείο το οποίο συνίσταται σε χρώμα ή συνδυασμό χρωμάτων, χωρίς σχήμα και χωρίς περίγραμμα (13).

32.      Η ιδιαιτερότητα της καταχωρίσεως χρωματικού σήματος έγκειται στο γεγονός ότι η προστασία παρέχεται στο ίδιο το χρώμα ή στον συνδυασμό χρωμάτων. Ως παράδειγμα χρωματικού σήματος, θα αναφέρω την πρόσφατη απόφαση Louboutin και Christian Louboutin (14). Η υπόθεση αφορούσε σήμα Μπενελούξ που συνίστατο στο κόκκινο χρώμα που τίθεται επί της σόλας ψηλοτάκουνου υποδήματος. Το περίγραμμα του υποδήματος δεν αποτελούσε τμήμα του καταχωρισμένου σήματος (15). Στην απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι το ότι το χρώμα τίθεται επί προϊόντος, το οποίο συνιστά, ως εκ τούτου, στην πράξη, χωρική οριοθέτηση του χρώματος, δεν καθιστά το σχήμα μέρος του σήματος (16). Με άλλα λόγια, η σόλα δεν αποτελούσε μέρος του σήματος, έστω και αν το καταχωρισμένο σήμα αποκτούσε χωρική οριοθέτηση εφόσον ετίθετο επί της σόλας ψηλοτάκουνου υποδήματος.

33.      Όπως έκρινε το Δικαστήριο στην απόφαση Libertel, η καταχώριση χρωματικών σημάτων παρέχει λίαν εκτεταμένη προστασία. Ο περιορισμένος αριθμός των χρωμάτων που πράγματι είναι διαθέσιμα έχει ως αποτέλεσμα ότι μικρός αριθμός καταχωρίσεων χρωμάτων ως σημάτων για συγκεκριμένες υπηρεσίες ή προϊόντα θα μπορούσε να εξαντλήσει ολόκληρο το φάσμα των διαθεσίμων χρωμάτων (17).

34.      Αντιθέτως, τα εικονιστικά σήματα αποτελούνται από εικονιστικό στοιχείο. Κατά την καταχώριση των εικονιστικών σημάτων, η προστασία παρέχεται στο εικονιστικό στοιχείο, όπως εμφανίζεται στη γραφική παράσταση του σήματος. Εάν το εικονιστικό σήμα είναι έγχρωμο, προστατεύεται από της καταχωρίσεως το εικονιστικό σήμα όπως αναπαρίσταται, με τα αναφερόμενα χρώματα (18).

35.      Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι οι δύο κατηγορίες σημάτων είναι διαφορετικές, στο μέτρο που ένα χρωματικό σήμα προστατεύει το δικαίωμα χρησιμοποιήσεως ορισμένου χρώματος ή συνδυασμού χρωμάτων αυτό καθεαυτό, δηλαδή χωρίς περιγράμματα, ενώ ένα εικονιστικό σήμα προστατεύει το δικαίωμα χρησιμοποιήσεως του εικονιστικού σήματος, ακριβώς όπως αυτό αναπαρίσταται γραφικά, με περιγράμματα και ενδεχόμενα χρώματα.

2)      Επί της επιρροής, προκειμένου να εκτιμηθεί ο διακριτικός χαρακτήρας του σημείου, του γεγονότος ότι ζητείται η καταχώριση εικονιστικού ή χρωματικού σήματος

36.      Το ερώτημα που ανακύπτει, στη συνέχεια, συνίσταται στο αν το γεγονός ότι ο αιτών ζητεί την προστασία χρωματικού ή εικονιστικού σήματος ασκεί επιρροή στην εφαρμογή της προϋποθέσεως του διακριτικού χαρακτήρα. Φρονώ ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό απορρέει από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, την οποία θα εκθέσω στη συνέχεια.

37.      Για να είναι δυνατή η καταχώριση σήματος, είναι ουσιώδους σημασίας, δυνάμει του άρθρου 2 και του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, και παράγραφος 3, να έχει διακριτικό χαρακτήρα. Ο διακριτικός χαρακτήρας σημαίνει ότι το σήμα είναι πρόσφορο για τον προσδιορισμό του προϊόντος ή της υπηρεσίας ως προερχόμενου από συγκεκριμένη επιχείρηση και, επομένως, για τη διάκριση του προϊόντος αυτού ή της υπηρεσίας αυτής από τα αντίστοιχα άλλων επιχειρήσεων (19). Πράγματι, η βασική λειτουργία του σήματος συνίσταται στο να εγγυάται στον καταναλωτή ή στον τελικό χρήστη την ταυτότητα καταγωγής του φέροντος το σήμα προϊόντος ή της οικείας υπηρεσίας, επιτρέποντάς του να διακρίνει, χωρίς κίνδυνο συγχύσεως, το εν λόγω προϊόν ή την εν λόγω υπηρεσία από εκείνα άλλης προελεύσεως (20).

38.      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ο διακριτικός χαρακτήρας σήματος, είτε είναι εγγενής (άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ) είτε αποκτήθηκε λόγω της χρήσεως (άρθρο 3, παράγραφος 3), πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με δύο παραμέτρους: αφενός, με τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που δηλώνει το σήμα αυτό και, αφετέρου, με την τεκμαιρόμενη πρόσληψη του σήματος από το ενδιαφερόμενο κοινό (21).

39.      Το Δικαστήριο διευκρίνισε τον τρόπο με τον οποίο καθορίζεται το κατά πόσον ένα σήμα απέκτησε διακριτικό χαρακτήρα λόγω χρήσεως. Η αρμόδια αρχή για την καταχώριση των σημάτων πρέπει να προβεί σε συγκεκριμένη εξέταση και να εκτιμήσει συνολικώς τα στοιχεία που μπορούν να αποδείξουν ότι το σήμα κατέστη ικανό να προσδιορίσει το σχετικό προϊόν ή τη σχετική υπηρεσία ως προερχόμενα από συγκεκριμένη επιχείρηση, τούτο δε για το ενδιαφερόμενο κοινό. Τα στοιχεία αυτά πρέπει, επιπλέον, να σχετίζονται με χρήση ακριβώς του σήματος ως σήματος (22). Στο πλαίσιο της εκτιμήσεως αυτής, μπορούν να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων τα ακόλουθα στοιχεία: το μερίδιο αγοράς που κατέχεται από το οικείο σήμα, το πόσο εντατική είναι η χρήση του, η γεωγραφική έκταση και η διάρκεια της χρήσεώς του, το μέγεθος των επενδύσεων στις οποίες προέβη η επιχείρηση για την προβολή του, η αναλογία του ενδιαφερομένου κοινού που προσδιορίζει το προϊόν ή την υπηρεσία ως προερχόμενα από συγκεκριμένη επιχείρηση χάρη στο εν λόγω σήμα, καθώς και οι δηλώσεις εμπορικών και βιομηχανικών επιμελητηρίων ή άλλων επαγγελματικών ενώσεων (23).

40.      Στη συνέχεια, όσον αφορά τη σχέση μεταξύ της εφαρμογής της προϋποθέσεως του διακριτικού χαρακτήρα και του γεγονότος ότι ζητείται η καταχώριση χρωματικού ή εικονιστικού σήματος, το Δικαστήριο έκρινε ήδη ότι ούτε το άρθρο 2 ούτε το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, και παράγραφος 3, της οδηγίας 2008/95 διακρίνουν μεταξύ κατηγοριών σημάτων. Τα κριτήρια εκτιμήσεως του διακριτικού χαρακτήρα των χρωματικών σημάτων χωρίς περίγραμμα, συμπεριλαμβανομένου και του διακριτικού χαρακτήρα που αποκτήθηκε λόγω της χρήσεως, είναι συνεπώς, κατ’ αρχήν, ίδια με αυτά που εφαρμόζονται στις λοιπές κατηγορίες σημάτων, όπως τα εικονιστικά σήματα (24). Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατός ο καθορισμός αυστηρότερων κριτηρίων εκτιμήσεως, τα οποία συμπληρώνουν ή παρεκκλίνουν από την εφαρμογή του κριτηρίου του διακριτικού χαρακτήρα για ορισμένους τύπους σημάτων (25).

41.      Πάντως, επισημαίνω ότι από τη νομολογία συνάγεται επίσης ότι, για ορισμένους τύπους σημάτων που είναι ειδικής φύσεως, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα ειδικά χαρακτηριστικά των εν λόγω τύπων σημάτων. Αυτό ισχύει, μεταξύ άλλων, για τα χρωματικά σήματα, ως προς τα οποία από την προπαρατεθείσα νομολογία του Δικαστηρίου συνάγω ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη δύο πτυχές, λόγω των ειδικών χαρακτηριστικών τους.

42.      Πρώτον, το Δικαστήριο έκρινε, πράγματι, ότι, πλην εξαιρετικών περιστάσεων, ιδίως όταν οι αγορές είναι πολύ ειδικές, ένα χρωματικό σήμα δεν έχει εξ αρχής διακριτικό χαρακτήρα (26). Το γεγονός ότι τα χρωματικά σήματα σπανίως έχουν εξ αρχής διακριτικό χαρακτήρα οφείλεται στο ότι οι καταναλωτές δεν έχουν γενικά τη συνήθεια να συνάγουν την καταγωγή των προϊόντων βασιζόμενοι μόνο στο χρώμα τους ή στο χρώμα της συσκευασίας τους. Κατά συνέπεια, η αντίληψη του ενδιαφερομένου κοινού δεν είναι οπωσδήποτε η ίδια στην περίπτωση χρωματικού σήματος όπως στην περίπτωση λεκτικού ή εικονιστικού σήματος (27).

43.      Δεύτερον, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι υπάρχει γενικό συμφέρον να μην περιορίζεται αδικαιολόγητα η δυνατότητα ελεύθερης χρησιμοποιήσεως των χρωμάτων από τους άλλους επιχειρηματίες που προσφέρουν προϊόντα ή υπηρεσίες ομοειδή με εκείνα για τα οποία ζητείται η καταχώριση (28). Κατά συνέπεια, για να εκτιμηθεί ο διακριτικός χαρακτήρας χρωματικού σήματος, πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα ώστε η καταχώριση του σήματος να μην αντιβαίνει σε αυτό το γενικό συμφέρον (29).

44.      Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, μπορεί, λόγω των ειδικών χαρακτηριστικών σήματος, να καταστεί δυσχερέστερη στην πράξη η απόδειξη του διακριτικού χαρακτήρα των σημάτων ορισμένων κατηγοριών από ό,τι για τα σήματα άλλων κατηγοριών (30). Επισημαίνω, πάντως, ότι το Δικαστήριο τόνισε επίσης ότι το γεγονός αυτό δεν μπορεί να απαλλάξει τα γραφεία σημάτων από την υποχρέωση να προβαίνουν σε συγκεκριμένη εξέταση του διακριτικού χαρακτήρα του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση (31).

45.      Για τους λόγους που αναλύθηκαν προηγουμένως, θα προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο πρώτο ερώτημα ότι το άρθρο 2 και το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, και παράγραφος 3, της οδηγίας 2008/95 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι ασκεί επιρροή για την εκτίμηση της προϋποθέσεως του διακριτικού χαρακτήρα του σήματος το ζήτημα αν ζητείται να καταχωρισθεί ως εικονιστικό ή ως χρωματικό σήμα, στο μέτρο που από τα ειδικά χαρακτηριστικών των χρωματικών σημάτων προκύπτει ότι αυτά πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του διακριτικού χαρακτήρα χρωματικού σήματος. Συναφώς, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, αφενός, ένα χρωματικό σήμα σπανίως έχει εξ αρχής διακριτικό χαρακτήρα και, αφετέρου, υπάρχει γενικό συμφέρον να μην περιορίζεται αδικαιολογήτως η ελευθερία χρησιμοποιήσεως των χρωμάτων για τους άλλους επιχειρηματίες που παρέχουν προϊόντα ή υπηρεσίες ομοειδή με εκείνα για τα οποία ζητείται η καταχώριση.

2.      Επί του τρόπου με τον οποίο πρέπει να καταχωρισθεί σήμα όταν υπάρχει διάσταση μεταξύ της γραφικής παραστάσεως του σήματος και της επιλογής της κατηγορίας του σήματος (δεύτερο ερώτημα)

46.      Αντιλαμβάνομαι ότι το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα έχει την έννοια ότι το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί ο τρόπος καταχωρίσεως σήματος όταν υπάρχει διάσταση μεταξύ της γραφικής παραστάσεως του σήματος, η οποία έχει τη μορφή σχεδίου, και της επιλογής της κατηγορίας του σήματος που πραγματοποιήθηκε με την αίτηση, η οποία χαρακτηρίζει το σήμα ως χρωματικό σήμα.

47.      Θα εκθέσω κατωτέρω γιατί εκτιμώ ότι, στην περίπτωση τέτοιας διαστάσεως, το σήμα δεν μπορεί να καταχωρισθεί ούτε ως χρωματικό ούτε ως εικονιστικό σήμα δυνάμει του δικαίου της Ένωσης. Συναφώς, θα εξηγήσω, κατ’ αρχάς, γιατί έχει σημασία, ενόψει της καταχωρίσεως σήματος, να είναι δυνατός ο καθορισμός του ακριβούς αντικειμένου του (α) και θα εκθέσω, στη συνέχεια, τις συνέπειες των αντιφάσεων που μπορεί να περιλαμβάνει μια αίτηση, όπως συμβαίνει εν προκειμένω (β).

1)      Επί της ανάγκης προσδιορισμού του αντικειμένου του σήματος

48.      Το ακριβές αντικείμενο του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση πρέπει να προσδιοριστεί διότι, δυνάμει του άρθρου 2 της οδηγίας 2008/95, έχει ουσιώδη σημασία, για την καταχώριση σήματος, το ότι αυτό συνιστά σημείο που είναι δεκτικό γραφικής παραστάσεως. Η προϋπόθεση που περιλαμβάνεται στο άρθρο 2 ότι όλα τα σημεία πρέπει να είναι δεκτικά γραφικής παραστάσεως αποσκοπεί στον καθορισμό του ακριβούς αντικειμένου του σήματος για το οποίο ο αιτών ζητεί προστασία. Όπως ήδη εκτέθηκε στην απόφαση Sieckmann, η γραφική παράσταση του σήματος πρέπει, για να εκπληρώνει την αποστολή της, να είναι, ιδίως, σαφής, ακριβής, αφεαυτής πλήρης, ευχερώς προσιτή, εύληπτη, διαρκής και αντικειμενική (32).

49.      Το Δικαστήριο διευκρίνισε, στην εν λόγω απόφαση, για ποιους λόγους η ερμηνεία αυτή ήταν αναγκαία για την καλή λειτουργία του συστήματος καταχωρίσεως των σημάτων (33). Αφενός, οι αρμόδιες αρχές πρέπει να γνωρίζουν με σαφήνεια και ακρίβεια τη φύση των σημείων που συνιστούν ένα σήμα για να είναι σε θέση να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους σχετικά με την προηγούμενη εξέταση των αιτήσεων καταχωρίσεως καθώς και με τη δημοσίευση και την τήρηση κατάλληλου και ακριβούς μητρώου σημάτων. Αφετέρου, οι επιχειρηματίες πρέπει να μπορούν να ενημερώνονται με σαφήνεια και ακρίβεια για τις καταχωρίσεις που πραγματοποιούν ή τις αιτήσεως καταχωρίσεως που υποβάλλουν οι πραγματικοί ή δυνητικοί ανταγωνιστές τους και να λαμβάνουν κατά τον τρόπο αυτόν τις προσήκουσες πληροφορίες σχετικά με τα δικαιώματα τρίτων (34).

50.      Επομένως, όλες οι λοιπές προϋποθέσεις ενδεχόμενης καταχωρίσεως του σήματος και, ιδίως, η προϋπόθεση του διακριτικού χαρακτήρα του σήματος πρέπει να εκτιμηθούν ανάλογα με τη λειτουργία του καθορισμού του ακριβούς αντικειμένου του σήματος.

51.      Μολονότι αποτελεί θεμελιώδη απαίτηση, για όλα τα σήματα, να είναι δεκτικά γραφικής παραστάσεως (35), επισημαίνω ότι το ακριβές αντικείμενο ορισμένων τύπων σημάτων δεν μπορεί, στην πράξη, να καθοριστεί μόνον από τη γραφική παράσταση του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση. Μολονότι η γραφική παράσταση εικονιστικού σήματος υποδηλώνει βεβαίως με ακριβή τρόπο το στοιχείο του οποίου ζητείται η προστασία, δηλαδή το έγχρωμο εικονιστικό σήμα, αυτό δεν συμβαίνει με τα χρωματικά σήματα.

52.      Στην απόφαση Libertel, η οποία αφορούσε τη δυνατότητα καταχωρίσεως χρωματικού σήματος που αποτελούνταν από ένα και μόνο χρώμα, το Δικαστήριο διαπίστωσε πράγματι ότι ένα απλό δείγμα χρώματος δεν πληρούσε αφεαυτού την απαίτηση της γραφικής παραστάσεως του άρθρου 2, ιδίως διότι το δείγμα ενός χρώματος δύναται να αλλοιωθεί με την πάροδο του χρόνου (μπορεί, για παράδειγμα, να ξεβάψει). Επομένως, ένα δείγμα χρώματος δεν παρέχει τη δυνατότητα καθορισμού του ακριβούς αντικειμένου ενός χρωματικού σήματος. Αντιθέτως, είναι δυνατόν να συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 2 εάν το δείγμα χρώματος συμπληρώνεται με λεκτική περιγραφή του χρωματικού σήματος, υπό την προϋπόθεση ότι η περιγραφή αυτή είναι σαφής και ακριβής, ή από διεθνώς αναγνωρισμένο κώδικα προσδιορισμού, διότι τέτοιοι κώδικες θεωρούνται ακριβείς (36).

53.      Όσον αφορά, εξάλλου, τα χρωματικά σήματα που αποτελούνται από συνδυασμό χρωμάτων, το Δικαστήριο έκρινε, στην απόφαση Heidelberger Bauchemie, ότι –για να πληροί την προϋπόθεση σαφήνειας που προβλέπει το άρθρο 2– μια αίτηση καταχωρίσεως συνδυασμού χρωμάτων πρέπει να περιλαμβάνει μια συστηματική διευθέτηση που συνδέει τα οικεία χρώματα κατά τρόπο εκ των προτέρων προσδιορισμένο και σταθερό (37). Η συστηματική διευθέτηση αποσκοπεί στον σαφή προσδιορισμό του ακριβούς συνδυασμού των χρωμάτων (38).

54.      Θα προσθέσω συναφώς ότι, πριν αποφανθεί ως προς το αν το αντικείμενο χρωματικού σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση μπορεί να προσδιοριστεί με τη σαφήνεια που απαιτούν οι αποφάσεις Libertel (39) και Heidelberger Bauchemie (40), μια αρχή πρέπει φυσικά να μπορεί να καθορίσει αν πρόκειται ή όχι για χρωματικό σήμα.

55.      Εν προκειμένω, φαίνεται ότι η αίτηση της Oy Hartwall είναι αντιφατική ως προς το σημείο αυτό, πράγμα άλλωστε που επισημαίνεται με το δεύτερο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου. Πράγματι, μολονότι η γραφική παράσταση του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση είναι αυτή ενός σήματος με περιγράμματα υπό τη μορφή σχεδίου (μια γαλάζια κορδέλα με λεπτή γκρίζα μπορντούρα), η Oy Hartwall ανέφερε, στην περιγραφή που επεσύναψε (η οποία διευκρίνιζε τους διεθνείς κώδικες των χρησιμοποιηθέντων χρωμάτων) και στον χαρακτηρισμό, ότι επρόκειτο για χρωματικό σήμα.

56.      Όσον αφορά τη γραφική παράσταση του χρωματικού σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση, επισημαίνω ότι είναι, βεβαίως, δυνατόν, κατ’ αρχήν, να αναπαρίσταται γραφικώς ένα χρωματικό σήμα με περιγράμματα. Αυτό ισχύει όταν η γραφική παράσταση καθιστά σαφή τον τρόπο με τον οποίον το χρωματικό σήμα θα εφαρμοστεί στα προϊόντα ή τις υπηρεσίες της οικίας επιχειρήσεως. Για παράδειγμα, παραπέμπω στην προπαρατεθείσα απόφαση Louboutin και Christian Louboutin (41). Η γραφική παράσταση του επίμαχου χρωματικού σήματος, το οποίο αναπαρίσταται στη σκέψη 8 της αποφάσεως, συνίστατο στο σχέδιο ψηλοτάκουνου υποδήματος, στη σόλα του οποίου είχε τεθεί το εν λόγω κόκκινο χρώμα. Στην περιγραφή του χρωματικού σήματος διευκρινιζόταν ότι το περίγραμμα του υποδήματος δεν αποτελούσε μέρος του σήματος και ότι μοναδικός του σκοπός ήταν να καταδείξει τη θέση του σήματος. Κατά συνέπεια, ακόμη και αν η γραφική παράσταση του σήματος περιελάμβανε περιγράμματα (το σχήμα υποδήματος, συμπεριλαμβανομένου του σχήματος της σόλας), τα περιγράμματα αυτά δεν αποτελούσαν μέρος του σήματος, πράγμα το οποίο το Δικαστήριο επιβεβαίωσε άλλωστε στην απόφαση, όπως υπενθύμισα στο σημείο 32 των προτάσεων αυτών.

57.      Μολονότι το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση στην υπό κρίση υπόθεση αποτελούσε το αντικείμενο ανάλογης γραφικής παραστάσεως, η γραφική παράσταση θα πρέπει να καθιστά σαφή, στην περίπτωση αυτή, τον τρόπο με τον οποίο το χρωματικό σήμα τίθεται επί των προϊόντων της Oy Hartwall που είναι, στην παρούσα υπόθεση, μπουκάλια νερού. Πάντως, όπως επεσήμαναν η Επιτροπή και η Φινλανδική Κυβέρνηση, η γραφική παράσταση του σήματος δεν είναι η απεικόνιση ενός μπουκαλιού νερού αλλά μιας κορδέλας. Αυτό με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η αίτηση σήματος της Oy Hartwall είναι αντιφατική, στο μέτρο που τα περιγράμματα που χρησιμοποιούνται δεν μπορούν καν να αποσαφηνίσουν τον τρόπο με τον οποίον το σήμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί στα σχετικά προϊόντα.

2)      Οι συνέπειες των αντιφάσεων στην αίτηση καταχωρίσεως

58.      Φρονώ ότι, όπως υποστηρίζουν επίσης η Επιτροπή και η Φινλανδική Κυβέρνηση, το άρθρο 2 της οδηγίας 2008/95 αποκλείει τη δυνατότητα καταχωρίσεως σήματος ως χρωματικού σήματος στην περίπτωση που υπάρχει τέτοια διάσταση όπως αυτή στην παρούσα υπόθεση.

59.      Πράγματι, η αίτηση καταχωρίσεως σήματος δεν καθιστά δυνατόν να καθοριστεί αν το ακριβές αντικείμενο της αιτήσεως είναι χρωματικό ή εικονιστικό σήμα. Επομένως, δεν υπάρχει βεβαιότητα ως προς το αντικείμενο βάσει του οποίου πρέπει να εκτιμηθούν οι άλλες ουσιαστικές προϋποθέσεις που θέτει η εν λόγω οδηγία, και, ιδίως, η προϋπόθεση του διακριτικού χαρακτήρα. Στα ανωτέρω προστίθεται το γεγονός ότι οι δημόσιες αρχές συμβουλεύονται τα μητρώα των σημάτων χρησιμοποιώντας τις διαφορετικές κατηγορίες σημάτων του μητρώου. Αυτό συμβαίνει και με το φινλανδικό μητρώο σημάτων, ως προς το οποίο διαπίστωσα ότι είναι δυνατόν να υποβληθούν αιτήσεις για διαφορετικές κατηγορίες σημάτων και, ιδίως, για την κατηγορία των εικονιστικών και για την κατηγορία των χρωματικών σημάτων.

60.      Στο πλαίσιο αυτό, εάν ένα σήμα καταχωρισθεί ως χρωματικό, ενώ έχει την εμφάνιση, στη γραφική του παράσταση, εικονιστικού σήματος, αυτό θα προκαλούσε σύγχυση για τις δημόσιες αρχές και για τις ανταγωνίστριες επιχειρήσεις. Θα υπήρχε, κατά συνέπεια, αμφιβολία ως προς το στοιχείο –το χρωματικό σήμα ή το εικονιστικό σήμα– που προστατεύεται λόγω της καταχωρίσεως. Επομένως, συμφωνώ με την άποψη της Επιτροπής και της Φινλανδικής Κυβερνήσεως ότι ο σκοπός που επιδιώκεται με την απαίτηση της γραφικής παραστάσεως κατά το άρθρο 2, που είναι, όπως διευκρινίστηκε στην απόφαση Sieckmann (42), η δυνατότητα σαφούς και ακριβούς καθορισμού του αντικειμένου του σήματος, δεν μπορεί να επιτευχθεί στην περίπτωση αιτήσεως όπως αυτή της υπό κρίση περιπτώσεως.

61.      Η ως άνω ερμηνεία του άρθρου 2 επιρρωννύεται και από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Shield Mark (43). Η υπόθεση εκείνη αφορούσε, ιδίως, το ζήτημα υπό ποίες προϋποθέσεις ένα ηχητικό σήμα (44) ήταν δεκτικό γραφικής παραστάσεως υπό την έννοια με την οποία η έκφραση αυτή χρησιμοποιείται στο άρθρο 2 της οδηγίας. Το Δικαστήριο έκρινε, μεταξύ άλλων, στην απόφαση εκείνη ότι ένα σημείο του οποίου η γραφική παράσταση αποτελείται από μουσικούς φθόγγους ή γραπτή γλώσσα δεν μπορεί να καταχωριστεί ως ηχητικό σήμα αν ο αιτών παρέλειψε να διευκρινίσει, στην αίτησή του, ότι το κατατιθέμενο σημείο πρέπει να γίνει αντιληπτό ως ηχητικό σημείο. Πράγματι, όπως τόνισε το Δικαστήριο, σε παρόμοια περίπτωση, η αρμόδια αρχή για την καταχώριση των σημάτων, όπως και το κοινό, μπορούν βασίμως να θεωρήσουν ότι πρόκειται για λεκτικό ή εικονιστικό σήμα, όπως παρουσιάζεται γραφικώς στην αίτηση καταχωρίσεως (45).

62.      Για τους λόγους που εξέθεσα στα σημεία 59 έως 60 των προτάσεων αυτών, οι ίδιες σκέψεις ισχύουν, κατά τη γνώμη μου, για μια αίτηση καταχωρίσεως σήματος στο πλαίσιο της οποίας η γραφική παράσταση έχει μεν τη μορφή σχεδίου, αλλά αναφέρεται, στον χαρακτηρισμό και την περιγραφή που τη συνοδεύουν, ότι το σήμα είναι χρωματικό σήμα. Ακόμη και αν η απόφαση Shield Mark αφορά ανακρίβεια στην αίτηση και όχι πραγματική αντίφαση, το συμπέρασμα που περιλαμβάνεται στην απόφαση εκείνη ισχύει κατά μείζονα λόγο σε περίπτωση αντιφάσεως (46).

63.      Κατά συνέπεια, αν οι εθνικές αρχές οφείλουν να καθορίσουν το ακριβές αντικείμενο του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση και αν ο αιτών προτίθεται να ζητήσει την προστασία χρωματικού σήματος, είναι ουσιώδους σημασίας η αίτηση καταχωρίσεως του σήματος να είναι συνεπής, δηλαδή να ζητείται να καταχωρισθεί το σήμα –σύμφωνα με τη γραφική του παράσταση, συμπεριλαμβανομένου του χαρακτηρισμού του σήματος και της περιγραφής που το συνοδεύει– ως χρωματικό σήμα. Πράγματι, μόνο κατά τον τρόπο αυτόν, οι αρχές και το κοινό μπορούν, αφενός, να γνωρίζουν ότι ο αιτών ζητεί την προστασία χρωματικού σήματος και όχι εικονιστικού σήματος και, αφετέρου, να καθορίσουν το ακριβές αντικείμενο του χρωματικού σήματος.

64.      Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο δεύτερο ερώτημα την απάντηση ότι το άρθρο 2 της οδηγίας 2008/95 έχει την έννοια ότι η διάταξη αυτή αποκλείει την καταχώριση σήματος όταν δεν είναι δυνατόν, λόγω αντιφάσεων της αιτήσεως, να καθοριστεί το ακριβές αντικείμενο της προστασίας που ζητεί ο αιτών. Αυτό συμβαίνει, για παράδειγμα, στην περίπτωση αιτήσεως καταχωρίσεως σήματος ως χρωματικού σήματος, ενώ αυτό παρίσταται γραφικώς ως εικονιστικό σήμα.

3.      Επί της πρακτικής της υπηρεσίας ευρεσιτεχνιών και σημάτων (τρίτο ερώτημα)

65.      Εκτιμώ ότι το τρίτο προδικαστικό ερώτημα έχει την έννοια ότι το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί –σε περίπτωση που δοθεί καταφατική απάντηση στο δεύτερο ερώτημα και, επομένως, είναι δυνατόν, κατ’ αρχήν, να καταχωριστεί το επίμαχο σήμα ως χρωματικό σήμα– αν η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τον διακριτικό χαρακτήρα των χρωματικών σημάτων εφαρμόζεται σε ένα τέτοιο σήμα και, ενδεχομένως, αν η πρακτική της υπηρεσίας ευρεσιτεχνιών και σημάτων είναι σύμφωνη προς τη νομολογία αυτή.

66.      Δεδομένου ότι προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει αρνητική απάντηση στο δεύτερο ερώτημα, φρονώ ότι παρέλκει η απάντηση στο τρίτο ερώτημα. Πάντως, για την περίπτωση που το Δικαστήριο θα απαντούσε καταφατικά στο δεύτερο ερώτημα, διατυπώνω επικουρικώς τις σκέψεις που ακολουθούν.

67.      Το υπό εξέταση ερώτημα αφορά την, εκ μέρους της υπηρεσίας ευρεσιτεχνιών και σημάτων, εκτίμηση του διακριτικού χαρακτήρα που το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση απέκτησε λόγω της χρήσεως. Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει συναφώς ότι η υπηρεσία ευρεσιτεχνιών και σημάτων αναφέρει, στην αιτιολόγηση της αποφάσεως περί απορρίψεως της αιτήσεως, ότι, «κατά πάγια πρακτική της εθνικής υπηρεσίας ευρεσιτεχνιών και σημάτων, δεν μπορεί να επιτραπεί η καταχώριση αποκλειστικού δικαιώματος για ορισμένα χρώματα χωρίς να υπάρχουν βάσιμες αποδείξεις ότι διά της διαρκούς και εκτεταμένης χρήσεώς τους τα δηλωθέντα χρώματα απέκτησαν διακριτικό χαρακτήρα για τα προϊόντα για τα οποία ζητείται η καταχώριση» (47).

68.      Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, είναι αναγκαίο να εξεταστεί, πρώτον, αν η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τον διακριτικό χαρακτήρα των χρωματικών σημάτων (αποφάσεις Libertel (48)και Heidelberger Bauchemie (49)) τυγχάνει εφαρμογής στο σήμα αυτό.

69.      Δεδομένου ότι το ερώτημα λαμβάνει ως αφετηρία την υπόθεση ότι το σήμα είναι χρωματικό σήμα και, επομένως, τεκμαίρεται ότι το αντικείμενο του σήματος είναι ένα χρώμα ή συνδυασμός χρωμάτων χωρίς περιγράμματα, επιβάλλεται να δοθεί καταφατική απάντηση, όπως ήδη ανέφεραν η Φινλανδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή.

70.      Τούτο σημαίνει, συγκεκριμένα, ότι πρέπει, ενόψει εκτιμήσεως του διακριτικού χαρακτήρα του χρωματικού σήματος, να ληφθούν υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των χρωματικών σημάτων. Όπως εξέθεσα στα σημεία 42 έως 43 των παρουσών προτάσεων, τούτο συνεπάγεται, αφενός, ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι ένα χρωματικό σήμα σπανίως έχει εγγενή διακριτικό χαρακτήρα και, αφετέρου, ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη το γενικό συμφέρον να μην περιορίζεται αδικαιολόγητα η δυνατότητα ελεύθερης χρησιμοποιήσεως των χρωμάτων από τους άλλους επιχειρηματίες (50).

71.      Δεύτερον, πρέπει να εξεταστεί αν η πρακτική της υπηρεσίας ευρεσιτεχνιών και σημάτων συνάδει προς τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τα χρωματικά σήματα.

72.      Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να επιλύσει οριστικά το ζήτημα αυτό, λαμβάνοντας υπόψη, αφενός, τα διδάγματα που αποκομίζονται από τη νομολογία του Δικαστηρίου, την οποία εξέθεσα στα σημεία 38 έως 44 των παρουσών προτάσεων, και, αφετέρου, όλα τα κρίσιμα πραγματικά στοιχεία σχετικά με την πρακτική της υπηρεσίας ευρεσιτεχνιών και σημάτων (51).

73.      Όσον αφορά τον διακριτικό χαρακτήρα που αποκτήθηκε λόγω της χρήσεως, επιβάλλεται η επισήμανση ότι η υπηρεσία οφείλει να προβεί σε συγκεκριμένη και συνολική εξέταση όλων των στοιχείων που μπορούν να αποδείξουν ότι το σήμα κατέστη ικανό να προσδιορίσει το σχετικό προϊόν ή τη σχετική υπηρεσία (52). Στο πλαίσιο αυτό, από την απόφαση Oberbank προκύπτει ότι δεν συνάδει προς την οδηγία 2008/95 το να λαμβάνεται αποκλειστικά υπόψη το αποτέλεσμα δημοσκοπήσεως για να εκτιμηθεί αν το σήμα απέκτησε διακριτικό χαρακτήρα λόγω της χρήσεως. Στην απόφαση αυτή το Δικαστήριο έκρινε ότι, έστω και αν μια δημοσκόπηση μπορεί να περιλαμβάνεται στα στοιχεία βάσει των οποίων μπορεί να εκτιμηθεί αν ένα σήμα απέκτησε διακριτικό χαρακτήρα λόγω της χρήσεως, το αποτέλεσμα μια τέτοιας δημοσκοπήσεως δεν μπορεί να συνιστά το μοναδικό καθοριστικό στοιχείο βάσει του οποίου μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα της υπάρξεως διακριτικού χαρακτήρα κτηθέντος λόγω της χρήσεως (53).

74.      Προτείνω, επομένως, στο Δικαστήριο, επικουρικώς, να απαντήσει στο υποβληθέν ερώτημα ότι, αν ζητείται να καταχωρισθεί σήμα ως χρωματικό, πρέπει, προκειμένου να εκτιμηθεί ο διακριτικός χαρακτήρας του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση, να ληφθούν υπόψη τα ειδικά χαρακτηριστικά των χρωματικών σημάτων. Συναφώς, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, αφενός, ένα χρωματικό σήμα σπανίως έχει διακριτικό χαρακτήρα εξ αρχής και, αφετέρου, υπάρχει γενικό συμφέρον να μην περιορίζεται αδικαιολόγητα η δυνατότητα ελεύθερης χρησιμοποιήσεως των χρωμάτων από τους άλλους επιχειρηματίες που προσφέρουν προϊόντα ή υπηρεσίες ομοειδή με εκείνα για τα οποία ζητείται η καταχώριση. Εάν οι αρμόδιες αρχές εκτιμούν ότι το χρωματικό σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση έχει εγγενή διακριτικό χαρακτήρα, δεν είναι αναγκαία η απόδειξη της χρήσεως του σήματος. Αντιθέτως, εάν το χρωματικό σήμα δεν έχει εγγενή διακριτικό χαρακτήρα, πρέπει να εξεταστεί αν το σήμα αυτό απέκτησε διακριτικό χαρακτήρα λόγω της χρήσεως. Στο πλαίσιο της εκτιμήσεως αυτής, πρέπει να πραγματοποιηθεί συγκεκριμένη εξέταση των στοιχείων τα οποία μπορούν να αποδείξουν ότι το σήμα κατέστη ικανό να προσδιορίσει το σχετικό προϊόν ή τη σχετική υπηρεσία ως προερχόμενα από συγκεκριμένη επιχείρηση. Τα στοιχεία αυτά μπορούν, εξάλλου, να αναφέρονται σε χρήση του σήματος και, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως αυτής, μπορούν, μεταξύ άλλων, να ληφθούν υπόψη τα εξής: το μερίδιο αγοράς που κατέχεται από το οικείο σήμα, το πόσο εντατική είναι η χρήση του, η γεωγραφική έκταση και η διάρκεια της χρήσεώς του, το μέγεθος των επενδύσεων στις οποίες προέβη η επιχείρηση για την προβολή του, η αναλογία του ενδιαφερομένου κοινού που προσδιορίζει το προϊόν ή την υπηρεσία ως προερχόμενα από συγκεκριμένη επιχείρηση χάρη στο εν λόγω σήμα, καθώς και οι δηλώσεις εμπορικών και βιομηχανικών επιμελητηρίων ή άλλων επαγγελματικών ενώσεων.

V.      Πρόταση

75.      Υπό το πρίσμα του συνόλου των προηγουμένων σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα του Korkein hallinto-oikeus (Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου, Φινλανδία) ως εξής:

1)      Προκειμένου να ερμηνευθούν το άρθρο 2 της οδηγίας 2008/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (κωδικοποιημένη εκδοχή), και η προϋπόθεση σχετικά με τον διακριτικό χαρακτήρα σήματος υπό την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, και παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας, είναι κρίσιμο το ζήτημα αν ζητείται να καταχωρισθεί σήμα ως εικονιστικό ή χρωματικό, στο μέτρο που από τα ειδικά χαρακτηριστικά των χρωματικών σημάτων προκύπτει ότι αυτά πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του διακριτικού χαρακτήρα χρωματικού σήματος. Συναφώς, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, αφενός, ένα χρωματικό σήμα σπανίως έχει διακριτικό χαρακτήρα εξαρχής και, αφετέρου, υπάρχει γενικό συμφέρον να μην περιορίζεται αδικαιολόγητα η δυνατότητα ελεύθερης χρησιμοποιήσεως των χρωμάτων από τους άλλους επιχειρηματίες που προσφέρουν προϊόντα.

2)      Το άρθρο 2 της οδηγίας 2008/95 έχει την έννοια ότι η διάταξη αυτή αποκλείει την καταχώριση σήματος όταν δεν είναι δυνατόν, λόγω αντιφάσεων της αιτήσεως, να καθοριστεί το ακριβές αντικείμενο της προστασίας που ζητεί ο αιτών. Αυτό συμβαίνει, για παράδειγμα, στην περίπτωση αιτήσεως καταχωρίσεως σήματος ως χρωματικού σήματος, ενώ αυτό παρίσταται γραφικώς ως εικονιστικό σήμα.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η δανική.


2      Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 2008, L 299, σ. 25) (στο εξής: οδηγία 2008/95).


3      Η οδηγία 2008/95 κατήργησε και αντικατέστησε την οδηγία 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 1989, L 40, σ. 1). Το άρθρο 2 και το άρθρο 3 της οδηγίας 2008/95, των οποίων η ερμηνεία ζητείται στην παρούσα υπόθεση, επαναλαμβάνουν αυτολεξεί το άρθρο 2 και το άρθρο 3 της οδηγίας 89/104. Επομένως, και η νομολογία σχετικά με την οδηγία 89/104 ασκεί εν προκειμένω επιρροή. Η οδηγία 2008/95 αντικαταστάθηκε από τη νέα οδηγία περί σημάτων, την οδηγία (ΕΕ) 2015/2436 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2015, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 2015, L 336, σ. 1), ως προς την οποία η προθεσμία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο λήγει στις 14 Ιανουαρίου 2019.


4      Στη διατύπωση του ερωτήματός του, το αιτούν δικαστήριο ανέφερε μόνον την προϋπόθεση του διακριτικού χαρακτήρα που απορρέει από το άρθρο 2 και από το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας, δηλαδή τον αποκαλούμενο «εγγενή» διακριτικό χαρακτήρα. Δεδομένου ότι ο διακριτικός χαρακτήρας που αποκτήθηκε με τη χρήση (άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας) είναι επίσης στον πυρήνα της εθνικής διαφοράς στο πλαίσιο της οποίας ανέκυψε το προδικαστικό ερώτημα, αφού η Oy Hartwall διατείνεται ότι το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση έχει ταυτόχρονα διακριτικό χαρακτήρα και διακριτικό χαρακτήρα που απέκτησε με τη χρήση, περιέλαβα και το άρθρο 3, παράγραφος 3, στην απάντησή μου.


5      Βλ. σημεία 10 και 12 των παρουσών προτάσεων.


6      Ομοίως, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει μόνον ότι το αιτούν δικαστήριο οφείλει, εν προκειμένω, να αποφασίσει αν το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση «αναπαριστώμενο ως έγχρωμο σχέδιο πρέπει να καταχωριστεί ως χρωματικό σήμα».


7      Αυτό θα μπορούσε να συναχθεί από το γεγονός ότι –ακόμη και αν ζητήθηκε η καταχώριση χρωματικού σήματος– από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η Oy Hartwall διατείνεται, αφενός, ότι η προστασία δεν ζητήθηκε απλώς «για τα χρώματα γαλάζιο και γκρι σε όλες τις δυνατές μορφές» και, αφετέρου, ότι «η προστασία του σήματος ζητείται μόνο για τη γραφική παράσταση που περιλαμβάνεται στην αίτηση καταχωρίσεως του σήματος και όχι για τις άπειρες παραλλαγές των περιεχομένων σε αυτό χρωμάτων».


8      Το γεγονός ότι τα σημεία που απαριθμούνται στο άρθρο 2 συνιστούν απλώς παραδείγματα και, επομένως, ο κατάλογος δεν είναι εξαντλητικός, επιρρωννύεται όχι μόνον από το γράμμα του άρθρου 2, αλλά και από την αιτιολογική σκέψη 8 της οδηγίας. Η εν λόγω αιτιολογική σκέψη ορίζει ότι «[η] πραγματοποίηση των στόχων, οι οποίοι επιδιώκονται με την προσέγγιση, προϋποθέτει ότι η απόκτηση και διατήρηση του δικαιώματος επί του κατατεθέντος σήματος εξαρτάται, κατ’ αρχήν, από τους ίδιους όρους σε όλα τα κράτη μέλη» και ότι, «[γ]ια τον σκοπό αυτό, πρέπει να καταρτιστεί ενδεικτικός κατάλογος σημείων που μπορούν να αποτελούν ένα σήμα από τη στιγμή που, βάσει αυτών, διακρίνοντα τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες μιας επιχείρησης από τα αντίστοιχα των άλλων επιχειρήσεων». Το άρθρο 2 της οδηγίας περιλαμβάνει τον ενδεικτικό κατάλογο που προβλέπει η αιτιολογική σκέψη 8.


9      Επισημαίνω ότι τα χρώματα αναφέρονται ρητώς ως παράδειγμα σήματος στο άρθρο 3 της νέας οδηγίας περί σημάτων, της οδηγίας 2015/2436.


10      Απόφαση της 6ης Μαΐου 2003, Libertel (C‑104/01, EU:C:2003:244).


11      Απόφαση της 24ης Ιουνίου 2004, Heidelberger Bauchemie (C‑49/02, EU:C:2004:384).


12      Το Δικαστήριο έκρινε, στις αποφάσεις αυτές, ότι ένα χρωματικό σήμα πρέπει, προς τούτο, να πληροί τρεις προϋποθέσεις. Πρώτον, πρέπει να συνιστά σημείο. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, στον τομέα του εμπορίου, τα χρώματα χρησιμοποιούνται κατά κανόνα για τη δυνατότητά τους να έλκουν ή να κοσμούν χωρίς να μεταφέρουν κάποια σημασία, αλλά ότι δεν αποκλείεται τα χρώματα ή οι συνδυασμοί χρωμάτων να μπορούν, σε σχέση με ένα προϊόν ή μια υπηρεσία, να αποτελέσουν σημείο (βλ. αποφάσεις της 6ης Μαΐου 2003, Libertel, C 104/01, EU:C:2003:244, σκέψη 27, και της 24ης Ιουνίου 2004, Heidelberger Bauchemie, C‑49/02, EU:C:2004:384, σκέψη 23). Δεύτερον, το σημείο αυτό πρέπει να είναι δεκτικό γραφικής παραστάσεως. Τρίτον, το σημείο αυτό πρέπει να μπορεί από τη φύση του να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες επιχειρήσεως από τα αντίστοιχα προϊόντα ή υπηρεσίες άλλων επιχειρήσεων (βλ. αποφάσεις της 6ης Μαΐου 2003, Libertel, C‑104/01, EU:C:2003:244, σκέψη 23, και της 24ης Ιουνίου 2004, Heidelberger Bauchemie, C‑49/02, EU:C:2004:384, σκέψη 22). Όσον αφορά την εφαρμογή των δύο αυτών τελευταίων προϋποθέσεων στα χρωματικά σήματα, παραπέμπω στην απάντηση που δίδω κατωτέρω στα προδικαστικά ερωτήματα, η οποία αφορά ακριβώς τις προϋποθέσεις αυτές.


13      Βλ., για παράδειγμα, σκέψεις 14 και 21 της αποφάσεως της 6ης Μαΐου 2003, Libertel (C‑104/01, EU:C:2003:244), που περιγράφουν χρωματικό σήμα ως το ίδιο το χρώμα χωρίς οριοθέτηση στον χώρο, και τη σκέψη 15 της αποφάσεως της 24ης Ιουνίου 2004, Heidelberger Bauchemie (C‑49/02, EU:C:2004:384), που αναφέρει χρώματα ή συνδυασμούς χρωμάτων που παρουσιάζονται αφηρημένα και χωρίς περίγραμμα. Αυτός ο ίδιος ορισμός χρησιμοποιείται, άλλωστε, προς τον σκοπό της καταχωρίσεως των σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης [βλ. εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2018/626 της Επιτροπής, της 5ης Μαρτίου 2018, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής ορισμένων διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και για την κατάργηση του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2017/1431, ΕΕ 2018, L 104, σ. 37]. Ο κανονισμός αυτός, ο οποίος εφαρμόζεται στην καταχώριση των σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τις 14 Μαΐου 2018, περιγράφει, στο άρθρο 3, παράγραφος 3, στοιχείο στʹ, το χρωματικό σήμα ως σήμα που συνίσταται αποκλειστικά σε μεμονωμένο χρώμα χωρίς περιγράμματα ή σε συνδυασμό χρωμάτων χωρίς περιγράμματα.


14      Απόφαση της 12ης Ιουνίου 2018, Louboutin και Christian Louboutin (C‑163/16, EU:C:2018:423).


15      Απόφαση της 12ης Ιουνίου 2018, Louboutin και Christian Louboutin(C‑163/16, EU:C:2018:423, σκέψεις 7 έως 10).


16      Απόφαση της 12ης Ιουνίου 2018, Louboutin και Christian Louboutin(C‑163/16, EU:C:2018:423, σκέψη 24).


17      Απόφαση της 6ης Μαΐου 2003 (C‑104/01, EU:C:2003:244, σκέψη 54).


18      Βλ., υπό την έννοια αυτή, ορισμό των εικονιστικών σημάτων στο άρθρο 3, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του εκτελεστικού κανονισμού 2018/626 της Επιτροπής, κατά το οποίο, εικονιστικό είναι το σήμα στο οποίο χρησιμοποιούνται μη τυποποιημένοι χαρακτήρες, τρόπος απεικόνισης ή διάταξη, ή κάποιο γραφιστικό στοιχείο ή χρώμα, συμπεριλαμβανομένων των σημάτων που συνίστανται αποκλειστικά από εικονιστικά στοιχεία ή από συνδυασμό λεκτικών ή εικονιστικών στοιχείων.


19      Βλ. απόφαση της 19ης Ιουνίου 2014, Oberbank (C‑217/13 και C‑218/13, EU:C:2014:2012, σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


20      Βλ. απόφαση της 26ης Απριλίου 2007, Alcon κατά ΓΕΕΑ (C‑412/05 P, EU:C:2007:252, σκέψη 53 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


21      Βλ. απόφαση της 19ης Ιουνίου 2014, Oberbank (C‑217/13 και C‑218/13, EU:C:2014:2012, σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


22      Βλ. απόφαση της 19ης Ιουνίου 2014, Oberbank (C‑217/13 και C‑218/13, EU:C:2014:2012, σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


23      Βλ. απόφαση της 19ης Ιουνίου 2014, Oberbank (C‑217/13 και C‑218/13, EU:C:2014:2012, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


24      Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 19ης Ιουνίου 2014, Oberbank (C‑217/13 και C‑218/13, EU:C:2014:2012, σκέψη 46 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


25      Βλ. απόφαση της 19ης Ιουνίου 2014, Oberbank (C‑217/13 και C‑218/13, EU:C:2014:2012, σκέψη 47 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


26      Βλ. αποφάσεις της 6ης Μαΐου 2003, Libertel (C‑104/01, EU:C:2003:244, σκέψη 66), και της 24ης Ιουνίου 2004, Heidelberger Bauchemie (C‑49/02, EU:C:2004:384, σκέψη 39).


27      Βλ. αποφάσεις της 6ης Μαΐου 2003, Libertel (C‑104/01, EU:C:2003:244, σκέψη 65), και της 24ης Ιουνίου 2004, Heidelberger Bauchemie (C‑49/02, EU:C:2004:384, σκέψη 38).


28      Βλ. απόφαση της 6ης Μαΐου 2003, Libertel (C‑104/01, EU:C:2003:244, σκέψεις 54 έως 59).


29      Βλ. απόφαση της 6ης Μαΐου 2003, Libertel (C‑104/01, EU:C:2003:244, σκέψη 60).


30      Βλ. αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 2012, Smart Technologies κατά ΓΕΕΑ (C‑311/11 P, EU:C:2012:460, σκέψη 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και της 9ης Σεπτεμβρίου 2010, ΓΕΕΑ κατά Borco-Marken-Import Matthiesen (C‑265/09 P, EU:C:2010:508, σκέψη 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


31      Βλ. απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2010, ΓΕΕΑ κατά Borco-Marken-Import Matthiesen (C‑265/09 P, EU:C:2010:508, σκέψη 37).


32      Βλ. αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 2002, Sieckmann (C‑273/00, EU:C:2002:748, σκέψεις 48 έως 55), και της 6ης Μαΐου 2003, Libertel (C‑104/01, EU:C:2003:244, σκέψη 29).


33      Βλ. απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2002, Sieckmann (C‑273/00, EU:C:2002:748, σκέψη 47).


34      Βλ. απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2002, Sieckmann (C‑273/00, EU:C:2002:748, σκέψεις 50 και 51). Βλ., επίσης, απόφαση της 24ης Ιουνίου 2004, Heidelberger Bauchemie (C‑49/02, EU:C:2004:384, σκέψεις 26 έως 30).


35      Επισημαίνω ότι η προϋπόθεση γραφικής παραστάσεως δεν περιλαμβάνεται στη νέα οδηγία περί σημάτων, την οδηγία 2015/2436. Το άρθρο 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας αυτής, η οποία αφορά το ζήτημα ποια σημεία μπορούν να αποτελέσουν σήμα και αντιστοιχεί στο άρθρο 2 της ισχύουσας οδηγίας, ορίζει εφεξής ότι τα σημεία των οποίων ζητείται η καταχώριση πρέπει να αναπαρίστανται στο μητρώο κατά τρόπο που επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές και στο κοινό να προσδιορίζουν με σαφήνεια και ακρίβεια το αντικείμενο της προστασίας που παρέχεται στον δικαιούχο τους. Ο λόγος της τροποποιήσεως αυτής αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 13 της οδηγίας. Στη σκέψη αυτή ορίζεται ότι –προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι του συστήματος καταχώρισης των σημάτων, ήτοι η κατοχύρωση της ασφάλειας δικαίου και της χρηστής διοίκησης– είναι ουσιώδους σημασίας να απαιτείται η δυνατότητα αναπαράστασης του σημείου κατά τρόπο σαφή, ακριβή, αυτοτελή, ευπρόσιτο, κατανοητό, διαρκή και αντικειμενικό. Αναφέρεται επιπλέον ότι θα πρέπει να επιτρέπεται η αναπαράσταση ενός σημείου σε οποιαδήποτε κατάλληλη μορφή με τη χρήση ευρέως διαθέσιμης τεχνολογίας και άρα όχι κατ’ ανάγκην με γραφικά μέσα, άπαξ και η αναπαράσταση αυτή παρέχει ικανοποιητικές εγγυήσεις για τον σκοπό αυτό.


36      Βλ. απόφαση της 6ης Μαΐου 2003, Libertel (C‑104/01, EU:C:2003:244, σκέψεις 31 έως 37).


37      Βλ. απόφαση της 24ης Ιουνίου 2004, Heidelberger Bauchemie (C‑49/02, EU:C:2004:384, σκέψη 33).


38      Βλ. απόφαση της 24ης Ιουνίου 2004, Heidelberger Bauchemie (C‑49/02, EU:C:2004:384, σκέψη 34).


39      Απόφαση της 6ης Μαΐου 2003, Libertel (C‑104/01, EU:C:2003:244).


40      Απόφαση της 24ης Ιουνίου 2004, Heidelberger Bauchemie (C‑49/02, EU:C:2004:384).


41      Απόφαση της 12ης Ιουνίου 2018, Louboutin και Christian Louboutin (C‑163/16, EU:C:2018:423).


42      Απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2002, Sieckmann (C‑273/00, EU:C:2002:748, σκέψεις 48 έως 51).


43      Απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2003, Shield Mark (C‑283/01, EU:C:2003:641).


44      Ηχητικό είναι το σήμα που αποτελείται πλήρως από έναν ήχο ή από συνδυασμό ήχων (βλ., για παράδειγμα, τον ορισμό που περιλαμβάνεται στο άρθρο 3, παράγραφος 3, στοιχείο ζʹ, του εκτελεστικού κανονισμού 2018/626 της Επιτροπής).


45      Βλ. απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2003, Shield Mark(C‑283/01, EU:C:2003:641, σκέψη 58).


46      Θα παραθέσω επίσης, συναφώς, την απόφαση της 14ης Ιουνίου 2012, Seven Towns κατά ΓΕΕΑ (παράσταση επτά τετραγώνων σε διαφορετικά χρώματα) (T‑293/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:302). Στην υπόθεση εκείνη, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορούσε να καταχωρισθεί ως χρωματικό σήμα, δεδομένου ότι είχε παρασταθεί γραφικώς όχι ως εικονιστικό, αλλά ως τρισδιάστατο σήμα. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχε στην περίπτωση εκείνη εγγενής αντίφαση όσον αφορά την πραγματική φύση του επίμαχου σημείου, η οποία εμπόδιζε την καταχώρισή του (βλ. σκέψη 66 της αποφάσεως).


47      Βλ., σχετικά, σημείο 13 των παρουσών προτάσεων.


48      Απόφαση της 6ης Μαΐου 2003, Libertel (C‑104/01, EU:C:2003:244).


49      Απόφαση της 24ης Ιουνίου 2004, Heidelberger Bauchemie (C‑49/02, EU:C:2004:384).


50      Βλ. απόφαση της 6ης Μαΐου 2003, Libertel (C‑104/01, EU:C:2003:244, σκέψεις 60, 65 και 66).


51      Διευκρινίζω ότι το Δικαστήριο δεν διαθέτει το ίδιο τις πληροφορίες αυτές.


52      Βλ. απόφαση της 19ης Ιουνίου 2014, Oberbank (C‑217/13 και C‑218/13, EU:C:2014:2012, σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


53      Απόφαση της 19ης Ιουνίου 2014, Oberbank (C‑217/13 και C‑218/13, EU:C:2014:2012, σκέψη 48).