Language of document : ECLI:EU:C:2018:974

Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

MICHAL BOBEK

της 29ης Νοεμβρίου 2018 (1)

Υπόθεση C347/17

A

Β

C

D

E

F

G

κατά

StaatssecretarisvanEconomischeZaken

[αίτηση του Rechtbank Rotterdam
(πρωτοβάθμιου περιφερειακού δικαστηρίου Ρότερνταμ, Κάτω Χώρες)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Κανονισμός (ΕΚ) 853/2004 – Κανονισμός (ΕΚ) 854/2004 – Υγιεινή των τροφίμων ζωικής προέλευσης – Πουλερικά – Υποχρεώσεις των σφαγείων μετά τον εκσπλαγχνισμό – Φύση και περιεχόμενο – Καθαρισμός των σφαγίων – Έννοια της “μόλυνσης” – Ορατή ή μη ορατή μόλυνση σε σφάγιο – Μόλυνση από περιττώματα, χολή, και περιεχόμενο προλόβου – Έλεγχοι – Αρμοδιότητες ελεγκτών»






I.      Εισαγωγή

1.        Κατόπιν επανειλημμένων επιθεωρήσεων, οι ολλανδικές αρχές επέβαλαν πρόστιμα σε επτά υπεύθυνους επιχειρήσεων σφαγείων λόγω μη συμμόρφωσης με την εθνική και την ενωσιακή νομοθεσία για τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης. Οι εν λόγω επιθεωρήσεις διενεργήθηκαν κατά το στάδιο εκείνο της διαδικασίας σφαγής που έπεται του εκσπλαγχνισμού και του καθαρισμού των πουλερικών και προηγείται της ψύξης τους. Σε ορισμένα σφάγια εντοπίστηκε ορατή μόλυνση από περιττώματα, χολή ή πρόλοβο.

2.        Τα σφαγεία πουλερικών αμφισβητούν ενώπιον των εθνικών αρχών τον τρόπο με τον οποίο διενεργήθηκαν οι έλεγχοι καθώς και τα ευρήματά τους. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο καλείται να ερμηνεύσει τη φύση και το περιεχόμενο των υποχρεώσεων των σφαγείων που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης στον τομέα των πουλερικών, και ιδιαίτερα όσον αφορά το είδος της μόλυνσης που θα πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διαδικασία της σφαγής, καθώς και τις αρμοδιότητες που αναθέτει το δίκαιο της Ένωσης στους επισήμους κτηνιάτρους ώστε να διενεργούν ελέγχους κατά τη διαδικασία σφαγής.

II.    Νομικό πλαίσιο

1.      Το δίκαιο της Ένωσης

1.      Ο κανονισμός (ΕΚ) 853/2004

3.        Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 853/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον καθορισμό ειδικών κανόνων υγιεινής για τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης (στο εξής: κανονισμός 853/2004) (2), ορίζει ότι «οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων τροφίμων πρέπει να τηρούν τις σχετικές διατάξεις των παραρτημάτων ΙΙ και ΙΙΙ».

4.        Το παράρτημα ΙΙΙ, τμήμα ΙΙ, θεσπίζει ειδικές απαιτήσεις σχετικά με το κρέας των πουλερικών και λαγόμορφων. Το κεφάλαιο II θεσπίζει τις απαιτήσεις που πρέπει να πληρούν τα σφαγεία στον εν λόγω τομέα:

«Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων τροφίμων διασφαλίζουν ότι η κατασκευή, η διαρρύθμιση και ο εξοπλισμός των σφαγείων, στα οποία σφάζονται πουλερικά ή λαγόμορφα πληρούν τις ακόλουθες απαιτήσεις:

[...]

2.      Για να αποφεύγεται η μόλυνση του κρέατος, τα σφαγεία πρέπει:

(α)      να διαθέτουν επαρκή αριθμό αιθουσών, κατάλληλων για τις διενεργούμενες εργασίες,

(β)      να διαθέτουν χωριστή αίθουσα για τον εκσπλαγχνισμό και την περαιτέρω προετοιμασία [...]

(γ)      να διασφαλίζουν τον χρονικό ή τοπικό διαχωρισμό των ακόλουθων εργασιών:

(i)      αναισθητοποίηση και αφαίμαξη,

(ii)      αποπτέρωση ή εκδορά και ζεμάτισμα, και

(iii)      αποστολή κρέατος,

[...]

(ε)      να διαθέτουν αλυσίδες σφαγής (όπου λειτουργούν) σχεδιασμένες έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η απρόσκοπτη πορεία της διαδικασίας σφαγής και να αποτρέπεται η αλληλομόλυνση μεταξύ των διαφόρων μερών της αλυσίδας σφαγής. Όταν στις ίδιες κτιριακές εγκαταστάσεις λειτουργούν περισσότερες από μία αλυσίδες σφαγής, εξασφαλίζεται κατάλληλος διαχωρισμός μεταξύ των αλυσίδων αυτών, ώστε να αποτρέπεται η αλληλομόλυνση.

[…]»

5.        Το παράρτημα III, τμήμα II, κεφάλαιο IV, θεσπίζει συγκεκριμένες απαιτήσεις όσον αφορά την υγιεινή της σφαγής, με τις οποίες οφείλουν να συμμορφώνονται οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων τροφίμων που εκμεταλλεύονται σφαγεία στον τομέα των πουλερικών:

«[...]

5.      Η αναισθητοποίηση, η αφαίμαξη, η εκδορά ή η αποπτέρωση, ο εκσπλαγχνισμός και κάθε άλλο καθάρισμα πρέπει να πραγματοποιούνται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κατά τρόπον ώστε να αποφεύγεται οποιαδήποτε μόλυνση του κρέατος. Πρέπει, ιδίως, να λαμβάνονται μέτρα, ώστε να προλαμβάνεται κατά τον εκσπλαγχνισμό η διασπορά περιεχομένου του πεπτικού συστήματος.

[…]

7.      Μετά την [επιθεώρηση που ακολουθεί τη σφαγή]:

(α)      τα μέρη τα οποία έχουν κριθεί ακατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση πρέπει να απομακρύνονται το συντομότερο δυνατό από τους καθαρούς χώρους της εγκατάστασης,

[…]

(γ)      τα σπλάχνα ή τα μέρη σπλάχνων τα οποία δεν έχουν αφαιρεθεί από το σφάγιο, εξαιρουμένων των νεφρών, πρέπει να αφαιρούνται εξ ολοκλήρου, εάν αυτό είναι δυνατό, και το ταχύτερο δυνατό, εκτός εάν η αρμόδια αρχή επιτρέπει άλλως.

8.      Μετά την επιθεώρηση και τον εκσπλαγχνισμό, τα σφαγέντα ζώα πρέπει να καθαρίζονται και να ψύχονται το συντομότερο σε θερμοκρασία όχι ανώτερη των 4 °C, εκτός εάν το κρέας τεμαχίζεται εν θερμώ.

9.      Όταν τα σφάγια υπόκεινται σε διαδικασία ψύξης με εμβάπτιση, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα ακόλουθα:

(α)      Λαμβάνονται όλες οι προφυλάξεις, ώστε να αποφεύγεται η μόλυνση των σφαγίων, λαμβανομένων υπόψη παραμέτρων, όπως το βάρος των σφαγίων, η θερμοκρασία του νερού, ο όγκος και η κατεύθυνση της ροής του ύδατος και ο χρόνος ψύξης.

[...]»

2.      Ο κανονισμός (ΕΚ) 854/2004

6.        Η αιτιολογική σκέψη 8 του κανονισμού (ΕΚ) 854/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον καθορισμό ειδικών διατάξεων για την οργάνωση των επίσημων ελέγχων στα προϊόντα ζωικής προέλευσης που προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο (στο εξής: κανονισμός 854/2004) (3), έχει ως εξής: «Οι επίσημοι έλεγχοι στην παραγωγή κρέατος είναι απαραίτητοι, προκειμένου να εξακριβωθεί αν οι επιχειρήσεις τροφίμων πληρούν τους κανόνες υγιεινής και τηρούν τα κριτήρια και τους στόχους της κοινοτικής νομοθεσίας. Οι επίσημοι έλεγχοι θα πρέπει να περιλαμβάνουν έλεγχο των δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων τροφίμων και επιθεωρήσεις, καθώς και ελέγχους επί των ελέγχων που διενεργούν οι επιχειρήσεις τροφίμων».

7.        Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 3, οι επίσημοι έλεγχοι περιλαμβάνουν:

«(α)      ελέγχους ορθής υγιεινής πρακτικής και διαδικασιών ανάλυσης κινδύνου και κρισίμων σημείων ελέγχου HACCP,

(β)      τους επίσημους ελέγχους που ορίζονται στα άρθρα 5, 6, 7 και 8, και

(γ)      τυχόν ειδικά καθήκοντα ελέγχου τα οποία ορίζονται στα Παραρτήματα».

8.        Κατά το άρθρο 5, «[τ]α κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι διενεργούνται επίσημοι έλεγχοι του νωπού κρέατος σύμφωνα με το παράρτημα I.

(1)      Ο επίσημος κτηνίατρος διενεργεί ελέγχους σε σφαγεία, εγκαταστάσεις χειρισμού θηραμάτων και εργαστήρια τεμαχισμού που διαθέτουν νωπό κρέας στην αγορά σύμφωνα με τις γενικές απαιτήσεις του τμήματος Ι, κεφάλαιο ΙΙ, παράρτημα Ι και με τις ειδικές απαιτήσεις του τμήματος IV, ιδίως όσον αφορά:

(α)      τις πληροφορίες για την τροφική αλυσίδα,

(β)      την επιθεώρηση προ της σφαγής,

(γ)      την ορθή μεταχείριση των ζώων,

(δ)      την επιθεώρηση μετά τη σφαγή,

(ε)      τα ειδικά υλικά κινδύνου και άλλα ζωικά υποπροϊόντα, και

(στ)      τους εργαστηριακούς ελέγχους.»

9.        Στο παράρτημα I, τμήμα I, περιγράφονται τα καθήκοντα του επίσημου κτηνιάτρου στον τομέα του νωπού κρέατος. Ειδικότερα, προβλέπονται ελεγκτικά καθήκοντα στο κεφάλαιο I και καθήκοντα επιθεώρησης στο κεφάλαιο II.

10.      Στο κεφάλαιο Ι, σημείο 2, στοιχείο βʹ, προβλέπεται ότι: «Πέραν των γενικών απαιτήσεων του άρθρου 4 παράγραφος 5 σχετικά με τους ελέγχους των αρχών που βασίζονται στο σύστημα HACCP, ο επίσημος κτηνίατρος ελέγχει αν οι διαδικασίες της επιχείρησης τροφίμων εξασφαλίζουν, στο μέτρο του δυνατού, ότι το κρέας [...] δεν φέρει περιττωματική ή άλλη μόλυνση».

11.      Το κεφάλαιο II, μέρος Δ, αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να διενεργείται η επιθεώρηση μετά τη σφαγή και προβλέπει τα εξής:

«1.      Τα σφάγια και τα συναφή εντόσθια πρέπει να υποβάλλονται χωρίς καθυστέρηση σε επιθεώρηση μετά τη σφαγή. Πρέπει να εξετάζονται όλες οι εξωτερικές επιφάνειες. Για τον σκοπό αυτόν, ενδέχεται να απαιτούνται στοιχειώδεις χειρισμοί του σφαγίου και των εντοσθίων ή ειδικός τεχνικός εξοπλισμός. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να αποδίδεται στον εντοπισμό ζωονόσων, και νόσων του καταλόγου Α και, ανάλογα με την περίπτωση, του καταλόγου B του ΔΓΕ. Η ταχύτητα της γραμμής σφαγής και ο αριθμός του παριστάμενου προσωπικού επιθεώρησης πρέπει να επιτρέπουν την ορθή επιθεώρηση.

2.      Πρέπει να πραγματοποιούνται πρόσθετες εξετάσεις, όπως ψηλάφηση και τομή τμημάτων του σφαγίου και των εντοσθίων, καθώς και εργαστηριακοί έλεγχοι όταν κρίνεται αναγκαίο [...]

[...]

4.      Κατά την επιθεώρηση πρέπει να λαμβάνονται μέτρα προφύλαξης, ώστε να ελαχιστοποιείται η πιθανότητα μόλυνσης του κρέατος από ενέργειες όπως η ψηλάφηση, ο τεμαχισμός ή η τομή.

[...]»

12.      Το παράρτημα I, τμήμα II, κεφάλαιο V, θεσπίζει τους κανόνες που διέπουν τις αποφάσεις σχετικά με το κρέας, οι οποίες πρέπει να λαμβάνονται κατόπιν των ελέγχων. Το σημείο 1, στοιχείο ιθʹ, ορίζει ειδικότερα ότι «[τ]ο κρέας χαρακτηρίζεται ακατάλληλο για κατανάλωση από τον άνθρωπο εάν παρουσιάζει μόλυνση από ακαθαρσίες, περιττώματα, ή άλλη αιτία».

13.      Το παράρτημα I, τμήμα IV, κεφάλαιο V, μέρος B, αναφέρεται ειδικότερα στη μετά τη σφαγή επιθεώρηση των πουλερικών και προβλέπει τα εξής:

«1.      Όλα τα πτηνά πρέπει να υποβάλλονται σε επιθεώρηση μετά τη σφαγή σύμφωνα με τα τμήματα Ι και ΙΙΙ. Επιπλέον, ο επίσημος κτηνίατρος πρέπει να διενεργεί ο ίδιος τους ακόλουθους ελέγχους:

(α)      καθημερινή επιθεώρηση των σπλάχνων και των σωματικών κοιλοτήτων αντιπροσωπευτικού δείγματος πτηνών,

(β)      λεπτομερή επιθεώρηση τυχαίου δείγματος, από κάθε παρτίδα πτηνών της ίδιας προέλευσης, τμημάτων πτηνών ή ολόκληρων πτηνών που έχουν χαρακτηριστεί ακατάλληλα για κατανάλωση από τον άνθρωπο κατόπιν της μετά τη σφαγή υγειονομικής επιθεώρησης, και

(γ)      περαιτέρω αναγκαίες εξετάσεις, όταν υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι το κρέας των εν λόγω πτηνών θα μπορούσε να είναι ακατάλληλο για κατανάλωση από τον άνθρωπο».

3.      Ο κανονισμός (ΕΚ) 882/2004

14.      Το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 882/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τη διενέργεια επισήμων ελέγχων της συμμόρφωσης προς τη νομοθεσία περί ζωοτροφών και τροφίμων και προς τους κανόνες για την υγεία και την καλή διαβίωση των ζώων (στο εξής: κανονισμός 882/2004) (4), ορίζει τα εξής: «Οι επίσημοι έλεγχοι διενεργούνται σε οιοδήποτε από τα στάδια παραγωγής, μεταποίησης και διανομής ζωοτροφών ή τροφίμων και ζώων και ζωικών προϊόντων».

15.      Κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1, «[ο]ι εργασίες που σχετίζονται με τους επισήμους ελέγχους διεξάγονται, κατά κανόνα, με τη χρήση κατάλληλων μεθόδων και τεχνικών ελέγχου, όπως η παρακολούθηση, η επιτήρηση, η εξακρίβωση, η εξέταση, η επιθεώρηση, η δειγματοληψία και η ανάλυση».

4.      Ο κανονισμός (ΕΚ) 852/2004

16.      Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 852/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για την υγιεινή των τροφίμων (στο εξής: κανονισμός 852/2004 (5)), ως «μόλυνση» νοείται «η παρουσία ή η εισαγωγή πηγών κινδύνου».

17.      Στο άρθρο 5 γίνεται λόγος για την ανάλυση κινδύνων και τα κρίσιμα σημεία ελέγχου:

«1.      Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων τροφίμων θεσπίζουν, εφαρμόζουν και διατηρούν πάγια διαδικασία ή διαδικασίες βάσει των αρχών HACCP.

2.      Οι αρχές HACCP που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι:

α)      να εντοπίζονται οι τυχόν πηγές κινδύνου οι οποίες πρέπει να προληφθούν, να εξαλειφθούν ή να μειωθούν σε αποδεκτά επίπεδα,

β)      να εντοπίζονται τα κρίσιμα σημεία ελέγχου στο ή στα στάδια στα οποία ο έλεγχος είναι ουσιαστικής σημασίας για την πρόληψη ή την εξάλειψη μιας πηγής κινδύνου ή τη μείωσή της σε αποδεκτά επίπεδα,

(γ)      να καθορίζονται κρίσιμα όρια στα κρίσιμα σημεία ελέγχου, με τα οποία χωρίζεται το αποδεκτό από το μη αποδεκτό όσον αφορά την πρόληψη, την εξάλειψη ή τη μείωση των εντοπιζόμενων πηγών κινδύνου,

[...]».

5.      Ο κανονισμός (ΕΚ) 178/2002

18.      Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 14, του κανονισμού (ΕΚ) 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων (στο εξής: κανονισμός 178/2002 ή γενική νομοθεσία για τα τρόφιμα (6)), ως «πηγή κινδύνου» ορίζεται «ένας βιολογικός, χημικός ή φυσικός παράγοντας στα τρόφιμα ή τις ζωοτροφές ή μια κατάσταση των τροφίμων, που έχει τη δυνατότητα να προκαλέσει αρνητικές συνέπειες στην υγεία».

19.      Το άρθρο 14 θεσπίζει τις απαιτήσεις της ασφάλειας των τροφίμων:

«1.      Τρόφιμα τα οποία είναι μη ασφαλή δεν διατίθενται στην αγορά.

2.      Τα τρόφιμα θεωρούνται ως μη ασφαλή όταν εκτιμάται ότι είναι:

(α)      επιβλαβή για την υγεία,

(β)      ακατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση.

3.      Προκειμένου να καθοριστεί εάν ένα τρόφιμο είναι μη ασφαλές, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα εξής:

(α)      οι κανονικές συνθήκες χρήσης του τροφίμου από τους καταναλωτές σε όλα τα στάδια της παραγωγής, μεταποίησης και διανομής του και

(β)      οι πληροφορίες που παρέχονται στον καταναλωτή, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που παρέχονται στην ετικέτα, ή άλλες πληροφορίες που γενικά είναι διαθέσιμες στον καταναλωτή σχετικά με την αποφυγή συγκεκριμένων αρνητικών συνεπειών για την υγεία από συγκεκριμένο τρόφιμο ή κατηγορία τροφίμων.

4.      Προκειμένου να καθοριστεί εάν ένα τρόφιμο είναι επιβλαβές για την υγεία, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα εξής:

(α)      όχι μόνον οι πιθανές άμεσες ή/και βραχυπρόθεσμες ή/και μακροπρόθεσμες συνέπειες του τροφίμου αυτού στην υγεία του ατόμου που το καταναλώνει, αλλά επίσης στις επερχόμενες γενεές,

(β)      οι πιθανές σωρευτικές τοξικές συνέπειες,

(γ)      οι ιδιαίτερες ευαισθησίες όσον αφορά την υγεία συγκεκριμένης κατηγορίας καταναλωτών, όταν το τρόφιμο προορίζεται για την εν λόγω κατηγορία καταναλωτών.

5.      Κατά τον προσδιορισμό του κατά πόσο ένα τρόφιμο είναι ακατάλληλο για ανθρώπινη κατανάλωση, δίδεται προσοχή στο κατά πόσο το εν λόγω τρόφιμο δεν μπορεί να γίνει δεκτό για ανθρώπινη κατανάλωση σύμφωνα με τη χρήση για την οποία προορίζεται, λόγω μόλυνσης προερχόμενης είτε από ξένες ουσίες είτε από άλλον παράγοντα, ή λόγω σήψης, αλλοίωσης ή αποσύνθεσης».

2.      Το εθνικό δίκαιο

1.      Wet dieren (νόμος περί ζώων)

20.      Το άρθρο 6.2, παράγραφος 1, του wet van 19 mei 2011, houdende een integraal kader voor regels over gehouden dieren en daaraan gerelateerde onderwerpen (νόμου της 19ης Μαΐου 2011, περί ολοκληρωμένου πλαισίου σχετικά με την εκτροφή ζώων και συναφή ζητήματα, στο εξής: νόμος περί ζώων) (7) ορίζει τα εξής: «Απαγορεύεται οποιαδήποτε πράξη που παραβιάζει διατάξεις κανονισμών της Ένωσης σχετικά με ζητήματα στα οποία έχει εφαρμογή ο παρών νόμος, οι οποίες ορίζονται με διάταγμα ή με άλλη πράξη εκδιδόμενη βάσει διατάγματος ή με υπουργική απόφαση».

21.      Σύμφωνα με το άρθρο 8.7 του νόμου περί ζώων, ο Minister van Economische Zaken (Υπουργός Οικονομικών) δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο σε όποιο διαπράττει παράβαση κατά την έννοια του άρθρου 8.6, παράγραφος 1, του ίδιου νόμου.

2.      Regeling dierlijke producten (υπουργική απόφαση για τα προϊόντα ζωικής προέλευσης)

22.      Κατά το άρθρο 2.4, παράγραφος 1, της Regeling van de Minister van Economische Zaken van 7 december 2012, nr WJZ/12346914, houdende regels met betrekking tot dierlijke producten (απόφασης του Υπουργού Οικονομικών της 7ης Δεκεμβρίου 2012, υπ’ αριθ. WJZ/12346914, περί κανόνων σχετικά με προϊόντα ζωικής προέλευσης) (στο εξής: υπουργική απόφαση για τα προϊόντα ζωικής προέλευσης) (8):

«Ως διατάξεις των κανονισμών της ΕΕ κατά την έννοια του άρθρου 6.2, παράγραφος 1, του νόμου νοούνται:

[...]

(d)      τα άρθρα 3 και 4, παράγραφοι 1 έως 4, το άρθρο 5 και το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 853/2004.

[...]»

III. Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου και τα προδικαστικά ερωτήματα

23.      Το έτος 2015, η Nederlandse Voedsel- en Warenautoriteit (ολλανδική αρχή ελέγχου των τροφίμων και των προϊόντων καταναλώσεως) (στο εξής: NVWA) άρχισε να εφαρμόζει στα μεγάλα σφαγεία πουλερικών μέθοδο διενέργειας ελέγχων βάσει επικινδυνότητας. Η εν λόγω μέθοδος συνίσταται στην καθημερινή λήψη πολλαπλών δειγμάτων από τα σφαγεία αυτά. Διενεργούνται έλεγχοι τρεις φορές ανά βάρδια, επί 50 σφαγίων που αφαιρούνται από την αλυσίδα σφαγής.

24.      Προσφεύγουσες της κύριας δίκης είναι επτά εταιρίες που εκμεταλλεύονται σφαγεία πουλερικών στις Κάτω Χώρες. Σε ελέγχους (επιθεωρήσεις) που διενεργήθηκαν από την NVWA στις εγκαταστάσεις τους ανευρέθηκαν μολυσμένα σφάγια πουλερικών. Οι έλεγχοι διενεργήθηκαν στο τέλος της λεγόμενης γραμμής εκσπλαγχνισμού (το στάδιο εκείνο κατά το οποίο αφαιρούνται το γαστρεντερικό σύστημα και ο πρόλοβος), πριν από την ψύξη. Στο πλαίσιο των ελέγχων αυτών επιθεωρήθηκαν τόσο το εξωτερικό όσο και το εσωτερικό των σφαγίων, περιστασιακά δε και το τμήμα κάτω από τον λιπώδη ιστό. Εντοπίστηκαν τρία είδη μόλυνσης: περιττώματα (που περιγράφονται επίσης ως κόπρανα ή περιεχόμενα του εντέρου), περιεχόμενα του προλόβου (σωματίδια σπόρων ή φλοιοί) και χολή.

25.      Οι δύο πρώτες διαπιστωθείσες παραβάσεις διευθετήθηκαν κατόπιν της αποστολής γραπτών προειδοποιήσεων στις προσφεύγουσες. Κατόπιν της διαπίστωσης και τρίτης παράβασης, επιβλήθηκαν στις προσφεύγουσες διορθωτικά μέτρα, διά των οποίων ζητήθηκε από αυτές να προσαρμόσουν τις διαδικασίες τους βάσει των αρχών HACCP. Με αποφάσεις της 27ης Νοεμβρίου, της 11ης Δεκεμβρίου και της 18ης Δεκεμβρίου 2015, επιβλήθηκε πρόστιμο 2 500 ευρώ στην κάθε μία από αυτές.

26.      Κατά των αποφάσεων αυτών οι προσφεύγουσες υπέβαλαν ενστάσεις ενώπιον του Staatssekretaris van Economische Zaken (Υφυπουργού Οικονομικών) (στο εξής: καθού). Με τις από 29 Απριλίου, 2 Μαΐου και 3 Μαΐου 2016 αποφάσεις του (στο εξής: προσβαλλόμενες αποφάσεις), ο καθού απέρριψε τις ενστάσεις των προσφευγουσών ως αβάσιμες.

27.      Κατά των προσβαλλομένων αποφάσεων οι προσφεύγουσες προσέφυγαν ενώπιον του Rechtbank Rotterdam (περιφερειακού πρωτοβάθμιου δικαστηρίου του Ρότερνταμ, Κάτω Χώρες). Οι προσφεύγουσες βάλλουν ιδίως κατά του γεγονότος ότι τα επιβληθέντα πρόστιμα αφορούν μόλυνση η οποία εμφανίστηκε στη γραμμή παραγωγής που εξάγει προϊόν έτοιμο να μαγειρευτεί. Ωστόσο, θεωρούν υπερβολικά «πρώιμη» την εξέταση των σφαγίων κατά το στάδιο αυτό, προκειμένου να διαπιστωθεί αν παρουσιάζουν ίχνη μόλυνσης και, σε καταφατική περίπτωση, την επιβολή ποινών. Περαιτέρω, οι προσφεύγουσες αμφισβητούν ότι είναι δυνατόν να προκληθεί μόλυνση από περιττώματα, περιεχόμενα προλόβου και χολή. Τέλος, αμφισβητούν και τον τρόπο διενέργειας των ελέγχων.

28.      Εντός αυτού του πραγματικού και νομικού πλαισίου, το Rechtbank Rotterdam (πρωτοβάθμιο περιφερειακό δικαστήριο του Ρότερνταμ) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1.      Πρέπει οι διατάξεις του παραρτήματος III, τμήμα II, κεφάλαιο IV, σημεία 5 και 8, του κανονισμού (ΕΚ) 853/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον καθορισμό των ειδικών κανόνων υγιεινής για τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης (ΕΕ 2004, L 139, σ. 55), να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι σφάγιο πουλερικού μετά τον εκσπλαγχνισμό και τον καθαρισμό δεν πρέπει πλέον να έχει καμία ορατή μόλυνση;

2.      Αφορούν οι διατάξεις του παραρτήματος III, τμήμα II, κεφάλαιο IV, σημεία 5 και 8, του [κανονισμού 853/2004] τη μόλυνση τόσο από περιττώματα και από χολή όσο και από το περιεχόμενο του προλόβου;

3.      Σε περίπτωση που στο πρώτο ερώτημα δοθεί καταφατική απάντηση, πρέπει η διάταξη του παραρτήματος ΙΙΙ, τμήμα II, κεφάλαιο IV, σημείο 8, του [κανονισμού 853/2004] να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο καθαρισμός πρέπει να πραγματοποιείται αμέσως μετά τον εκσπλαγχνισμό, ή η διάταξη αυτή επιτρέπει την εξάλειψη της ορατής μόλυνσης ακόμη και κατά την ψύξη, τον τεμαχισμό ή τη συσκευασία;

4.      Επιτρέπει το παράρτημα I, τμήμα I, κεφάλαιο II, μέρος Δ, σημείο 1, του [κανονισμού 854/2004] στην αρμόδια αρχή να αφαιρεί, κατά τον έλεγχο, σφάγια από την αλυσίδα σφαγής και να ελέγχει την ύπαρξη ορατών μολύνσεων τόσο στην εξωτερική όσο και στην εσωτερική επιφάνειά τους, καθώς και κάτω από τους λιπώδεις ιστούς;

5.      Σε περίπτωση που στο πρώτο ερώτημα δοθεί αρνητική απάντηση, και επομένως μια ορατή μόλυνση μπορεί να παραμείνει στο σφάγιο πουλερικού, πώς πρέπει τότε να ερμηνευθούν οι διατάξεις των σημείων 5 και 8 του παραρτήματος ΙΙΙ, τμήμα II, κεφάλαιο IV, του [κανονισμού 853/2004]; Με ποιον τρόπο επιτυγχάνεται τότε ο σκοπός του κανονισμού, δηλαδή η εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας της δημόσιας υγείας;»

29.      Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν οι προσφεύγουσες, η Δανική, η Γερμανική, η Ολλανδική και η Φινλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 4ης Οκτωβρίου 2018 οι προσφεύγουσες, η Δανική και η Ολλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, ανέπτυξαν και προφορικά τις παρατηρήσεις τους.

IV.    Αξιολόγηση

30.      Τα πέντε προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο στρέφονται κατά κύριο λόγο γύρω από τρία θέματα. Το πρώτο θέμα αφορά την ερμηνεία του πεδίου εφαρμογής της έννοιας της μόλυνσης κατά το παράρτημα III, τμήμα II, κεφάλαιο IV, σημείο 5, του κανονισμού 853/2004 (στο εξής: σημείο 5) (δεύτερο και πέμπτο, και εν μέρει πρώτο ερώτημα). Το δεύτερο θέμα σχετίζεται με τη φύση και το περιεχόμενο των υποχρεώσεων που επιβάλλει το σημείο 5, καθώς επίσης και το σημείο 8 του ίδιου παραρτήματος (στο εξής: σημείο 8) στα σφαγεία πουλερικών, καθώς και με το συγκεκριμένο στάδιο της διαδικασίας σφαγής κατά τη διάρκεια του οποίου πρέπει να τηρούνται οι εν λόγω υποχρεώσεις (τρίτο και εν μέρει πρώτο ερώτημα). Το τρίτο θέμα αφορά τους επίσημους ελέγχους μέσω των οποίων αξιολογείται η συμμόρφωση με τις εν λόγω ποικίλες υποχρεώσεις (τέταρτο και εν μέρει πρώτο ερώτημα).

31.      Στις παρούσες προτάσεις μου, πρόκειται να εξετάσω τα ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο στο πλαίσιο των επιμέρους ζητημάτων που εγείρουν: (A) ποια ακριβώς στοιχεία της διαδικασίας πρέπει να υπόκεινται στον έλεγχο των αρχών· (B) σε ποιο χρονικό σημείο της διαδικασίας πρέπει να διενεργούνται οι εν λόγω έλεγχοι· και (Γ) ποιος καλείται να διενεργήσει τους εν λόγω ελέγχους και επί ποιας νομικής βάσεως. Αφού εκτιμηθούν κατ’ αυτόν τον τρόπο τα καίρια ζητήματα που ανακύπτουν στην υπό κρίση υπόθεση, θεωρώ ότι η απάντηση στα ακριβή ερωτήματα που έχει υποβάλει το αιτούν δικαστήριο καθίσταται μάλλον σαφής (Δ).

1.      Τι αποτελεί «μόλυνση»;

32.      Κατά το σημείο 5, «[η] αναισθητοποίηση, η αφαίμαξη, η εκδορά ή η αποπτέρωση, ο εκσπλαγχνισμός και κάθε άλλο καθάρισμα πρέπει να πραγματοποιούνται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κατά τρόπον ώστε να αποφεύγεται οποιαδήποτε μόλυνση του κρέατος. Πρέπει, ιδίως, να λαμβάνονται μέτρα, ώστε να προλαμβάνεται κατά τον εκσπλαγχνισμό η διασπορά περιεχομένου του πεπτικού συστήματος (9)».

33.      Κατά το σημείο 8, «[μ]ετά την επιθεώρηση και τον εκσπλαγχνισμό, τα σφαγέντα ζώα πρέπει να καθαρίζονται και να ψύχονται το συντομότερο σε θερμοκρασία όχι ανώτερη των 4 °C, εκτός εάν το κρέας τεμαχίζεται εν θερμώ».

34.      Στην παρούσα υποενότητα θα εξετάσω πρώτα το ζήτημα εάν στις διατάξεις των σημείων 5 και 8 εμπίπτει μόνον η ορατή μόλυνση, δεδομένου ότι τα ερωτήματα που έχει διατυπώσει το αιτούν δικαστήριο αναφέρονται μόνο σε αυτό το συγκεκριμένο είδος μόλυνσης (1). Εν συνεχεία θα εξετάσω τις πηγές μόλυνσης περί των οποίων γίνεται μνεία στο σημείο 5, και ιδίως το εάν η μόλυνση μπορεί να οφείλεται σε περιττώματα, χολή και περιεχόμενο του προλόβου (2).

1.      Ορατή και μη ορατή μόλυνση

35.      Το αιτούν δικαστήριο έχει διατυπώσει τα ερωτήματά του, και ιδιαίτερα το πρώτο ερώτημα, αναφερόμενο περιοριστικά στην «ορατή μόλυνση». Αντιλαμβάνομαι ότι η συγκεκριμένη αυτή –μάλλον στενή– εστίαση προκύπτει από το πλαίσιο των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης της κύριας δίκης. Πράγματι, η υπό κρίση υπόθεση αφορά μόνον φερόμενη ορατή μόλυνση σφαγίων πουλερικών.

36.      Εντούτοις, και δεδομένου ότι ζητείται η γενική (ή γενικότερη) ερμηνεία έννοιας του δικαίου της Ένωσης, και συγκεκριμένα της έννοιας της «μόλυνσης», επιβάλλεται μια αρχική διευκρίνιση.

37.      Κατά την άποψή μου, και για τον σκοπό της ερμηνείας του κανονισμού 853/2004 και την εφαρμογή αυτού στα πουλερικά, δεν συντρέχει λόγος να εξεταστεί μεμονωμένα η ορατή μόλυνση. Όπως συνομολογήθηκε από όλους τους μετέχοντες στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση, τόσο η ορατή όσο και η μη ορατή μόλυνση εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του σημείου 5, και, κατά λογική ακολουθία, και του σημείου 8. Τούτο προκύπτει από το γράμμα, το πνεύμα και τον σκοπό των διατάξεων.

38.      Κατά πρώτον, όσον αφορά τη γραμματική διατύπωση των σημείων 5 και 8, θα πρέπει εξαρχής να επισημανθεί ότι καμία από τις δύο διατάξεις που παρατίθενται από το αιτούν δικαστήριο δεν περιορίζει το αντίστοιχο πεδίο εφαρμογής της στην ορατή μόλυνση. Στο μεν σημείο 8 δεν γίνεται ρητή αναφορά στην έννοια αυτή. Στο δε σημείο 5 γίνεται αναφορά στη μόλυνση γενικά, χωρίς διάκριση μεταξύ ορατής και μη ορατής μόλυνσης.

39.      Κατά δεύτερον, και από άποψη συστηματικής προσέγγισης, προκύπτει ότι στον κανονισμό 853/2004 γίνεται ρητή αναφορά σε «ορατή μόλυνση» μόνον άπαξ, στην ειδικότερη περίπτωση των κατοικιδίων οπληφόρων (10). Ως εκ τούτου, προκύπτει ότι εάν ο νομοθέτης της Ένωσης επιθυμούσε να χρησιμοποιήσει στενά την έννοια αυτή, θα είχε τη δυνατότητα να το πράξει ρητώς, σε περίπτωση όπου η εν λόγω διαφοροποίηση ήταν κατά τα φαινόμενα αναγκαία. Αντιθέτως, ουδείς παρόμοιος περιορισμός υφίσταται όσον αφορά τα πουλερικά.

40.      Κατά τρίτον, η ερμηνεία αυτή βρίσκει περαιτέρω ερείσματα στη συστημική θεώρηση των σημείων 5 και 8, όχι μόνον εντός του πλαισίου του κανονισμού 853/2004, αλλά και πέραν αυτού, σε άλλα νομοθετικά κείμενα. Πράγματι, σε πλείονες άλλες διατάξεις του ως άνω κανονισμού γίνεται μνεία της υποχρέωσης των σφαγείων πουλερικών να αποτρέπουν τη μόλυνση, χωρίς περαιτέρω επεξήγηση αναφορικά με το είδος της μόλυνσης. Για παράδειγμα, προκειμένου να αποφεύγεται η μόλυνση ή η αλληλομόλυνση, τα σφαγεία υποχρεούνται να διασφαλίζουν τον τοπικό διαχωρισμό των σταδίων της διαδικασίας σφαγής, αλλά και τον χρονικό διαχωρισμό αυτών (11). Επίσης, πρέπει να λαμβάνονται όλες οι προφυλάξεις ώστε να αποφεύγεται η μόλυνση των σφαγίων όταν αυτά υπόκεινται σε διαδικασία ψύξης με εμβάπτιση (12). Επιπροσθέτως, και πέρα από τον κανονισμό 853/2004, ο οποίος αφορά ειδικά τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης, στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 852/2004, για την υγιεινή των τροφίμων δίδεται εν γένει στην έννοια «μόλυνση» ο εξής ευρύς ορισμός: «η παρουσία ή η εισαγωγή πηγών κινδύνου (13)». Με τη σειρά της, η «πηγή κινδύνου» ορίζεται με ευρύ τρόπο στο άρθρο 3, παράγραφος 14, του κανονισμού 178/2002, ο οποίος καθορίζει τις γενικές αρχές της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, ως «ένας βιολογικός, χημικός ή φυσικός παράγοντας στα τρόφιμα ή τις ζωοτροφές ή μια κατάσταση των τροφίμων, που έχει τη δυνατότητα να προκαλέσει αρνητικές συνέπειες στην υγεία».

41.      Κατά τέταρτον και τελευταίο, το συμπέρασμα ότι κάθε είδους μόλυνση, ορατή ή μη, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω έννοιας συνάγεται περαιτέρω από τον γενικό σκοπό του κανονισμού 853/2004. Κατά την αιτιολογική σκέψη 9, ο ως άνω κανονισμός επικεντρώνεται στην εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας του καταναλωτή όσον αφορά την ασφάλεια των τροφίμων. Ωστόσο, δύσκολα θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ένα τέτοιο υψηλό επίπεδο προστασίας θα ήταν δυνατόν να επιτευχθεί με την αντιμετώπιση της ορατής μόνο μόλυνσης. Τούτο ισχύει ίσως ακόμη περισσότερο στην περίπτωση των πουλερικών, στα οποία, όπως διαλαμβάνουν οι προσφεύγουσες, η μόλυνση προκύπτει κυρίως από το δέρμα, τα πόδια και το πτερωτό, και είναι πράγματι πιθανό να μην είναι ορατή.

42.      Συνεπώς, κατά τη γνώμη μου, η θεσπιζόμενη στο σημείο 5 υποχρέωση να αποφεύγεται η μόλυνση του κρέατος καταλαμβάνει τόσο την ορατή όσο και τη μη ορατή μόλυνση.

2.      Περιττώματα, χολή και περιεχόμενο προλόβου

43.      Το δεύτερο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου αφορά τρεις πιθανές πηγές (ορατής) μόλυνσης, για την αποφυγή της οποίας οφείλουν να μεριμνούν τα σφαγεία πουλερικών. Εμπίπτουν τα περιττώματα, η χολή και το περιεχόμενο του προλόβου στο πεδίο εφαρμογής του σημείου 5, σε συνδυασμό με το σημείο 8;

44.      Κατά την άποψη των προσφευγουσών, η απάντηση είναι αρνητική. Ιδίως όσον αφορά τη χολή, δεν μπορεί καν να θεωρηθεί μόλυνση, δεδομένου ότι δεν περιέχει μικρόβια. Ενώ όσον αφορά το περιεχόμενοτου προλόβου, ούτε αυτό μπορεί να κατηγοριοποιηθεί ως μόλυνση, καθόσον δεν αποτελεί μέρος του περιεχομένου του στομάχου και του εντέρου, ως εκ τούτου δεν εμπίπτει στο σημείο 5.

45.      Η Ολλανδική Κυβέρνηση, από κοινού με τη Δανική, τη Γερμανική και τη Φινλανδική Κυβέρνηση, καθώς και την Επιτροπή, ισχυρίζονται ότι τα περιττώματα, η χολή και το περιεχόμενο του προλόβου είναι δυνατόν να συνιστούν μόλυνση, καθόσον και τα τρία αποτελούν μέρη του «πεπτικού συστήματος», όρο που χρησιμοποιείται στις περισσότερες γλωσσικές αποδόσεις του σημείου 5, αν και όχι στην ολλανδική.

46.      Συμμερίζομαι την άποψη αυτή. Τα περιττώματα, η χολή και το περιεχόμενο του προλόβου, όταν εντοπίζονται σε σφάγιο, μπορεί να θεωρηθούν μόλυνση υπό την έννοια του κανονισμού 853/2004, ιδίως δε του σημείου 5 αυτού.

47.      Πρώτον, στο σημείο 5 δεν υπάρχει ρητός ορισμός των πιθανών πηγών μόλυνσης. Ωστόσο, από την όλη δομή της ως άνω διατάξεως συνάγεται ότι υπάρχει συσχέτιση μεταξύ της διασποράς του περιεχομένου του πεπτικού συστήματος κατά τον εκσπλαγχνισμό και της μόλυνσης του κρέατος. Πράγματι, ενώ η πρώτη περίοδος του σημείου 5 θεσπίζει τη γενική απαίτηση να διεκπεραιώνονται τα διάφορα στάδια της διαδικασίας σφαγής, μέσω των οποίων εξάγεται προϊόν έτοιμο να μαγειρευτεί, κατά τρόπο τέτοιο ώστε να αποφεύγεται η μόλυνση του κρέατος, η δεύτερη περίοδος θεσπίζει συγκεκριμένα την υποχρέωση λήψης μέτρων «ώστε να προλαμβάνεται κατά τον εκσπλαγχνισμό η διασπορά περιεχομένου του πεπτικού συστήματος». Επομένως, καθίσταται μάλλον προφανές ότι το περιεχόμενο του πεπτικού συστήματος όντως θεωρείται πηγή μόλυνσης του κρέατος, γεγονός που δικαιολογεί την απαίτηση του νομοθέτη να αποφεύγεται η διασπορά του.

48.      Δεύτερον, όσον αφορά την ειδική έννοια του «περιεχομένου του πεπτικού συστήματος», το αιτούν δικαστήριο και ορισμένοι εκ των μετεχόντων στην ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, επισημαίνουν ότι οι διάφορες γλωσσικές αποδόσεις της δεύτερης περιόδου του σημείου 5 παρουσιάζουν αποκλίσεις μεταξύ τους. Αν και οι αποδόσεις στην ολλανδική και τη γερμανική γλώσσα φαίνεται να δίνουν έναν πιο στενό ορισμό, δεδομένου ότι αναφέρονται μόνο στο περιεχόμενο του στομάχου και του εντέρου (14), στις περισσότερες από τις λοιπές γλωσσικές αποδόσεις η αναφορά στο περιεχόμενο του πεπτικού συστήματος γίνεται με όρους ευρύτερους (15).

49.      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου συναφώς, σε περίπτωση αποκλίσεων μεταξύ των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων, η ίση αυθεντικότητα όλων των γλωσσών της Ένωσης δεν επιτρέπει να λαμβάνεται μεμονωμένα υπόψη η απόδοση σε μία μόνο γλώσσα. Αντιθέτως, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη το γενικό πλαίσιο και ο σκοπός των υπό εξέταση διατάξεων, υπό το πρίσμα ιδίως των αποδόσεών τους σε όλες τις άλλες επίσημες γλώσσες (16).

50.      Με βάση τα διδάγματα της κοινής λογικής, και λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται η διαδικασία της σφαγής, θα μου φαινόταν μάλλον περίεργο το ενδεχόμενο να είχε όντως ο νομοθέτης της Ένωσης τη βούληση, κατά τη διατύπωση διάταξης σχετικής με το τι απαγορεύεται να διασπείρεται στα σφάγια, να κάνει διάκριση μεταξύ των περιεχομένων των σπλάχνων που έχουν αδιακρίτως αφαιρεθεί από το σφάγιο του πουλερικού. Είμαι συνεπώς της γνώμης ότι το σημείο 5 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, κατά τον εκσπλαγχνισμό, τα σφαγεία υποχρεούνται να λαμβάνουν μέτρα ώστε να αποφεύγεται η διασπορά του «περιεχομένου του πεπτικού συστήματος» στα σφάγια. Η με γνώμονα τον κοινό νου ερμηνεία της ως άνω ευρείας έννοιας περιλαμβάνει όχι μόνον όλα τα όργανα του πεπτικού συστήματος, από το στόμα μέχρι τον πρωκτό, αλλά και το περιεχόμενο αυτών. Επομένως, το σημείο 5 κατ’ ανάγκην καταλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το ήπαρ (και τη χολή), το έντερο (και τα περιττώματα), τον πρόλοβο (και το περιεχόμενο αυτού).

51.      Τρίτον, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω (17), ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε να ενθαρρύνει την επίτευξη υψηλού επιπέδου ασφάλειας των τροφίμων ορίζοντας με ευρύ τρόπο την έννοια της μόλυνσης, έτσι ώστε να καταλαμβάνει κάθε βιολογικό, χημικό ή φυσικό παράγοντα που επιδρά στα τρόφιμα ή τις ζωοτροφές, ή κάθε κατάσταση αυτών, που θα μπορούσε δυνητικά να προκαλέσει δυσμενείς συνέπειες στην υγεία. Συναφώς, οι τρεις πιθανές πηγές μόλυνσης που αναφέρονται ανωτέρω, της χολής περιλαμβανομένης, είναι δυνατόν να περιέχουν βακτήρια, όπως υποστηρίζει και η Ολλανδική Κυβέρνηση.

52.      Τέταρτον και τελευταίο, κάτι που ίσως αποτελεί δίδαγμα της κοινής λογικής, εφόσον βέβαια ότι δεν έχει κι αυτή εξοβελισθεί από αυτόν τον τομέα του δικαίου, είμαι υποχρεωμένος να συμφωνήσω με τη θέση της Δανικής Κυβερνήσεως, ότι δηλαδή η έννοια της μόλυνσης δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που τα τρόφιμα είναι επιβλαβή για την υγεία. Στην έννοια της μόλυνσης των τροφίμων θα πρέπει επίσης να εμπίπτει η κατάσταση εκείνη του κρέατος που το καθιστά απλώς ακατάλληλο για ανθρώπινη κατανάλωση (18), ακόμη και αν δεν προκαλεί, στην περίπτωση που τελικά καταναλωθεί, αμέσως τροφική δηλητηρίαση ή άλλη άμεση βλάβη της υγείας. Επομένως, ακόμη κι αν ένα σφάγιο που περιέχει υπολείμματα περιττωμάτων, χολής η περιεχομένου του προλόβου αποδεικνυόταν ότι δεν επιφέρει άμεσα επιβλαβείς συνέπειες για την υγεία σε μικροβιολογικό επίπεδο, όπως ισχυρίζονται οι προσφεύγουσες, μπορεί ακόμη να υποτεθεί ευλόγως, εξαιρώντας ενδεχομένως τις πολύ ιδιαίτερες προτιμήσεις κάποιων εξίσου ιδιαίτερων γευσιγνωστών, ότι το κρέας ενός τέτοιου σφαγίου είναι πιθανότατα ακατάλληλο για κατανάλωση από τον (μέσο) άνθρωπο.

53.      Συνοψίζοντας, το παράρτημα III, τμήμα II, κεφάλαιο IV, σημείο 5 του κανονισμού 853/2004 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις μόλυνσης από περιττώματα, χολή και περιεχόμενο του προλόβου.

2.      Τι είδους υποχρεώσεις και σε ποιο στάδιο της διαδικασίας σφαγής;

54.      Με το πρώτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί διευκρινίσεις σχετικά με τη φύση και το περιεχόμενο των υποχρεώσεων που επιβάλλει ο κανονισμός 853/2004 στα σφαγεία πουλερικών σχετικά με την (ορατή) μόλυνση. Θεσπίζεται, μέσω των σημείων 5 και 8, η απαίτηση να μην έχει το σφάγιο πουλερικού, μετά τον εκσπλαγχνισμό και τον καθαρισμό, καμία απολύτως (ορατή) μόλυνση; Εάν στο πρώτο ερώτημα δοθεί καταφατική απάντηση, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να προσδιοριστεί, με το τρίτο ερώτημα, σε ποιοχρονικό σημείο της διαδικασίας σφαγής θα πρέπει να πραγματοποιείται ο καθαρισμός. Ειδικότερα ερωτάται εάν θα πρέπει ο καθαρισμός να πραγματοποιείται αμέσως μετά τον εκσπλαγχνισμό, ή εάν είναι επιτρεπτό να πραγματοποιείται σε μεταγενέστερο στάδιο, ακόμη ίσως και κατά την ψύξη, τον τεμαχισμό ή τη συσκευασία.

55.      Επί των ερωτημάτων αυτών καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει δύο στενά συνδεδεμένα ζητήματα. Πρώτον, τι είδους υποχρεώσεις επιβάλλονται στα σφαγεία πουλερικών σχετικά με τη μόλυνση και εάν μεταβάλλεται η φύση των υποχρεώσεων αυτών κατά τη διάρκεια της διαδικασίας σφαγής. Δεύτερον, σε ποιο χρονικό σημείο θα πρέπει να πραγματοποιείται η συγκεκριμένη εργασία του καθαρισμού που προβλέπει το σημείο 8.

56.      Στην παρούσα ενότητα, θα επεξηγήσω (υπό 1) για ποιους λόγους το πεδίο εφαρμογής και η φύση των υποχρεώσεων διαφοροποιείται ανάλογα με το στάδιο της διαδικασίας σφαγής, και στη συνέχεια (υπό 2) για ποιους λόγους είναι υποχρεωτικό, όπως προβλέπεται στο σημείο 8, να πραγματοποιείται ο καθαρισμός μετά την επιθεώρηση που ακολουθεί τη σφαγή και τον εκσπλαγχνισμό, αλλά πριν απότην ψύξη.

1.      Τι είδους υποχρέωση (ή υποχρεώσεις);

57.      Κατά τις προσφεύγουσες, τα σφαγεία πουλερικών υπόκεινται σε υποχρέωση όσον αφορά τα μέσα που χρησιμοποιούν (υποχρέωση καταβολής κάθε δυνατής προσπάθειας) καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας σφαγής. Δεδομένου ότι είναι αδύνατη η πλήρης αποτροπή της διασποράς του περιεχομένου του πεπτικού συστήματος κατά τον εκσπλαγχνισμό, τα σφαγεία βαρύνονται με την υποχρέωση να καταβάλλουν τη μέγιστη δυνατή προσπάθεια ώστε να αποφεύγεται η μόλυνση του κρέατος. Η εν λόγω υποχρέωση επιβάλλεται τόσο κατά το στάδιο του εκσπλαγχνισμού όσο και κατά το στάδιο του καθαρισμού. Δεν είναι επομένως δυνατόν, κατ’ εφαρμογήν του σημείου 5 ή του σημείου 8, να αναμένεται ότι δεν θα υπάρξει καθόλου διασπορά και ότι τα σφάγια θα είναι απολύτως καθαρά στο τέλος της αλυσίδας που εξάγει προϊόν έτοιμο να μαγειρευτεί, ήτοι πριν από την ψύξη, άποψη την οποία συμμερίζεται και το αιτούν δικαστήριο. Το σημείο 8 δεν προβλέπει συγκεκριμένο αποτέλεσμα (όπως το να μην υπάρχει «ορατή μόλυνση») που πρέπει να προκύπτει μετά τον καθαρισμό. Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι τα όποια ορατά ίχνη μόλυνσης είναι δυνατόν να αφαιρεθούν ακόμη και σε μεταγενέστερο στάδιο, κατά τον τεμαχισμό ή τη συσκευασία, ως εκ τούτου δεν μπορεί να τους επιβάλλεται αυστηρώς νοούμενη υποχρέωση αποτελέσματος («κανόνας μηδενικής ανοχής») όσον αφορά το θέμα αυτό, κατά το μετά τον εκσπλαγχνισμό και τον καθαρισμό στάδιο και πριν από την ψύξη. Κατά τους ισχυρισμούς τους, θα ήταν μη ρεαλιστικό από τεχνικής άποψης να απαιτείται ένα τόσο υψηλό επίπεδο, λόγω της ταχύτητας της γραμμής σφαγής που λειτουργεί με χρήση μηχανικών μέσων. Επιπλέον, η απαίτηση για αφαίρεση κάθε ορατής μόλυνσης μετά τον εκσπλαγχνισμό και πριν από την ψύξη δεν βρίσκει επιστημονικό έρεισμα, δεδομένου ότι η μόλυνση συνήθως προκύπτει σε προγενέστερο χρόνο, ήτοι κατά την αποπτέρωση των πουλερικών.

58.      Με ορισμένες ήσσονος σημασίας διαφοροποιήσεις, οι λοιποί μετέχοντες στην ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία κάνουν διάκριση, κατ’ ουσίαν, μεταξύ των υποχρεώσεων που έχουν τα σφαγεία, αφενός μεν κατά το στάδιο του εκσπλαγχνισμού, αφετέρου δε κατά το στάδιο του καθαρισμού. Αφενός λοιπόν ο εκσπλαγχνισμός πρέπει να πραγματοποιείται με επιμέλεια, έτσι ώστε να είναι δυνατόν να αποφεύγεται η μόλυνση. Αφετέρου, μετά τον εκσπλαγχνισμό και πριν από την ψύξη, και εφόσον έχει ολοκληρωθεί ο καθαρισμός, τα σφάγια πρέπει να είναι καθαρά και απαλλαγμένα από κάθε μόλυνση, εφόσον σκοπός του καθαρισμού είναι η αφαίρεση κάθε ορατής υπολειμματικής μόλυνσης.

59.      Συμμερίζομαι σε μεγάλο βαθμό την τελευταία αυτή άποψη.

60.      Τα σημεία 5 και 8 θεσπίζουν δύο διακριτές μεν, συμπληρωματικές δε υποχρεώσεις, που επιβάλλονται σε διαφορετικά στάδια της διαδικασίας σφαγής. Μέχρι και μετά το πέρας του σταδίου εκείνου κατά το οποίο έχει ολοκληρωθεί ο εκσπλαγχνισμός, υφίσταται καθήκον δέουσας επιμέλειας: οι αλυσίδες σφαγής πρέπει να οργανώνονται και να λειτουργούν κατά τρόπο που αποσκοπεί στην πρόληψη της μόλυνσης, στον μέγιστο τεχνικά εφικτό βαθμό (σημείο 5). Μετά τον εκσπλαγχνισμό, την επιθεώρηση που ακολουθεί τη σφαγή και τον καθαρισμό, τα σφαγεία οφείλουν να εξασφαλίζουν ότι τα σφάγια είναι απαλλαγμένα από κάθε μόλυνση (σημείο 8).

61.      Πρώτον, η διατύπωση του σημείου 5 καθιστά προφανές ότι τα σφαγεία πουλερικών οφείλουν να λαμβάνουν εγκαίρως όλα τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να προλαμβάνεται η μόλυνση του κρέατος σε κάθε στάδιο της διαδικασίας σφαγής ανεξαιρέτως, ήτοι κατά την αναισθητοποίηση, την αφαίμαξη, την εκδορά, την αποπτέρωση, τον εκσπλαγχνισμό, και κάθε άλλον καθαρισμό. Ειδικότερα, τα σφαγεία οφείλουν να καταβάλλουν τη μέγιστη δυνατή προσπάθεια για να εξασφαλίζεται η πραγματοποίηση του εκσπλαγχνισμού κατά τρόπο τέτοιο ώστε το περιεχόμενο του πεπτικού συστήματος να μην διαχέεται στο σφάγιο, κάτι που αποτελεί πηγή μόλυνσης (19), όπως και ανωτέρω εκτίθεται.

62.      Δεύτερον, η συστηματική ερμηνεία του σημείου 5 καταδεικνύει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν μπορεί να απέβλεψε στο ότι ο εκσπλαγχνισμός, ως ένα βήμα στην όλη διαδικασία της σφαγής, θα έπρεπε να είναι πάντοτε άψογος και ουδέποτε να προκαλεί οποιαδήποτε μόλυνση. Κάτι τέτοιο δεν θα ήταν μόνο παράλογο, αλλά θα καθιστούσε και τη μετά τη σφαγή επιθεώρηση κάπως περιττή. Πράγματι, όπως προκύπτει από τα σημεία 6 και 7, τα οποία έπονται του σημείου 5 ως άμεση λογική του συνέχεια, μέρη τα οποία έχουν κριθεί ακατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση μετά την επιθεώρηση που ακολουθεί τη σφαγή πρέπει να απομακρύνονται το συντομότερο δυνατό από τους καθαρούς χώρους της εγκατάστασης και τα σπλάχνα τα οποία δεν έχουν αφαιρεθεί από το σφάγιο πρέπει να αφαιρούνται εξ ολοκλήρου και το ταχύτερο δυνατό. Οι εν λόγω κανόνες υποδεικνύουν με σαφήνεια ότι τα σφαγεία έχουν την ευχέρεια να αντιμετωπίσουν και να διορθώσουν τυχόν προβλήματα που ανέκυψαν κατά τον εκσπλαγχνισμό κατά το αμέσως επόμενο στάδιο. Είτε πραγματοποιείται η εν λόγω διόρθωση, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, είτε ολόκληρο το σφάγιο θα πρέπει να απομακρύνεται.

63.      Σε σχέση με το τελευταίο αυτό σημείο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι το κρέας είναι μολυσμένο από ακαθαρσίες, περιττώματα, ή άλλη αιτία, πρέπει να κρίνεται ακατάλληλο για κατανάλωση από τον άνθρωπο (20). Εντούτοις, όπως ευλόγως κατά την άποψή μου εξέθεσε η Δανική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η υποχρέωση αυτή θα πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς στην περίπτωση μείζονος μόλυνσης αυτής της μορφής. Εάν η μόλυνση είναι ήσσονος σημασίας, τότε το σφάγιο θα πρέπει να καθαρίζεται καταλλήλως πριν από την ψύξη. Εάν αυτό δεν συνέβη, ή εάν είναι ανέφικτο, τότε το κρέας θα πρέπει τελικώς να κρίνεται ακατάλληλο για κατανάλωση από τον άνθρωπο.

64.      Τρίτον, από πλείονες άλλες διατάξεις κείμενες σε διαφορετικά συναφή νομοθετήματα της Ένωσης επιβεβαιώνεται η άποψη ότι η υποχρέωση πρόληψης της μόλυνσης κατά το στάδιο του εκσπλαγχνισμού αποτελεί «υποχρέωση καταβολής κάθε δυνατής προσπάθειας», άλλως «δέουσας επιμέλειας». Οι διαδικασίες σφαγής πρέπει να σχεδιάζονται κατά τρόπο τέτοιο, ώστε να αποφεύγεται η μόλυνση του κρέατος στο μέτρο του τεχνικώς εφικτού. Για παράδειγμα, θα πρέπει να τηρείται διαχωρισμός μεταξύ των ζώων καθώς και τοπικός και χρονικός διαχωρισμός μεταξύ των διαφορετικών τμημάτων της αλυσίδας σφαγής προκειμένου να αποφεύγεται η αλληλομόλυνση (21). Οι εφαρμοζόμενες από τα σφαγεία διαδικασίες βάσει των αρχών HACCP πρέπει να αποσκοπούν στην πρόληψη ή την εξάλειψη των πηγών κινδύνου ή τη μείωσή τους σε αποδεκτά επίπεδα (22). Ομοίως, και σε στενή σχέση με το ζήτημα της ορατής μόλυνσης, το παράρτημα Ι, τμήμα Ι, κεφάλαιο Ι, σημείο 2, περίπτωση βʹ, του κανονισμού 854/2004 υποχρεώνει τον επίσημο κτηνίατρο να ελέγχει αν οι διαδικασίες της επιχείρησης τροφίμων εξασφαλίζουν, στο μέτρο του δυνατού, ότι το κρέας δεν φέρει περιττωματική ή άλλη μόλυνση.

65.      Εντέλει, και όπως συνομολογήθηκε από όλους τους μετέχοντες στην ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, συνάγεται από τα ανωτέρω ότι το σημείο 5 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι υποχρεώνει τα σφαγεία να λειτουργούν την αλυσίδα σφαγής, ιδιαίτερα όσον αφορά τον εκσπλαγχνισμό, κατά τρόπο τέτοιο ώστε να αποφεύγεται η μόλυνση στο μέτρο του τεχνικώς εφικτού.

66.      Για λόγους σαφήνειας, και δεδομένου ότι οι προσφεύγουσες προέβαλαν διάφορους ισχυρισμούς σχετικά με τους μηχανισμούς της διαδικασίας σφαγής, θα ήθελα να προσθέσω μία παρατήρηση. Κατά την άποψή μου, το «τεχνικώς ανέφικτο» και το «τεχνικώς εφικτό, πλην όμως δαπανηρό» αποτελούν δύο διαφορετικές κατηγορίες. Η ενδεχόμενη ανάγκη αναδιοργάνωσης της διαδικασίας παραγωγής, και/ή επιβάρυνσης των υπευθύνων των σφαγείων με επιπρόσθετο κόστος, που θα έχει σαν συνέπεια να καταστεί η όλη διαδικασία λιγότερο επικερδής (εάν για παράδειγμα κάτι τέτοιο θα είχε σαν αποτέλεσμα να περνούν από τη γραμμή σφαγής λιγότερα από 10 000 κοτόπουλα την ώρα, όσα περνούν επί του παρόντος κατά προσέγγιση, έτσι ώστε να διατίθεται περισσότερος χρόνος για τον καθαρισμό), εμπίπτει σαφώς στη δεύτερη κατηγορία.

67.      Από την άλλη πλευρά, η υποχρέωση που θεσπίζεται με το σημείο 8 αφορά ένα άλλο (διαδοχικό) στάδιο της διαδικασίας σφαγής, και δη το τελικό στάδιο της αλυσίδας που εξάγει προϊόν έτοιμο να μαγειρευτεί. Αποτελεί επίσης διαφορετικής φύσης υποχρέωση. Στο σημείο 8 θεσπίζεται μια πρόσθετη, και αυστηρότερη, υποχρέωση για τα σφαγεία, η οποία αφορά μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, όταν το κρέας θα πρέπει να είναι έτοιμο προς κατανάλωση. Σε εκείνο το χρονικό σημείο, το σφαγείο οφείλει να εξασφαλίσει ότι το κρέας είναι απαλλαγμένο από κάθε μόλυνση κατά το τελευταίο αυτό στάδιο.

68.      Ομολογουμένως, το σημείο 8 δεν διαλαμβάνει ρητή αναφορά στη μόλυνση. Αναφέρονται μόνον οι απαιτήσεις καθαρισμού και ψύξης του κρέατος μετά τον εκσπλαγχνισμό και την επιθεώρηση. Ωστόσο, συμμερίζομαι την άποψη της Δανικής Κυβερνήσεως ότι σκοπός του καθαρισμού στο εν λόγω στάδιο είναι η απομάκρυνση κάθε υπολειμματικής μόλυνσης, και οπωσδήποτε κάθε ορατής μόλυνσης. Και πάλι, όπως ορθώς και ευλόγως, κατά τη γνώμη μου, υποστηρίζει η Δανική Κυβέρνηση (23), εφόσον η παρουσία ποσοτικά σημαντικής μόλυνσης θα πρέπει να συνεπάγεται την απόρριψη του κρέατος ως ακατάλληλου για ανθρώπινη κατανάλωση κατά το στάδιο της μετά τη σφαγή επιθεώρησης, τότε η μόλυνση ήσσονος σημασίας μπορεί μεν να είναι καταρχήν επιτρεπτή, θα πρέπει όμως στην περίπτωση αυτή το κρέας να καθαρίζεται σχολαστικά προκειμένου να καταστεί κατάλληλο για ανθρώπινη κατανάλωση.

69.      Κατά συνέπεια, από τη συνδυασμένη ερμηνεία των σημείων 5 και 8 προκύπτει, πρώτον, ότι μέχρι και τη μετά τη σφαγή επιθεώρηση, οι διαδικασίες σφαγής θα πρέπει να διεξάγονται κατά τρόπο τέτοιο, ώστε να αποφεύγεται, στο μέτρο του δυνατού, οποιαδήποτε μόλυνση. Δεύτερον, και σε κάθε περίπτωση, μετά τον καθαρισμό τα σφάγια των πουλερικών θα πρέπει να είναι απαλλαγμένα από κάθε μόλυνση.

2.      Πότε θα πρέπει να πραγματοποιείται ο καθαρισμός;

70.      Όσον αφορά το ακριβές χρονικό σημείο της διαδικασίας σφαγής κατά το οποίο θα πρέπει να πραγματοποιείται ο καθαρισμός που προβλέπεται στο σημείο 8, οι μετέχοντες στη διαδικασία ακολουθούν δύο διαφορετικές προσεγγίσεις.

71.      Κατά τις προσφεύγουσες, το γεγονός ότι το σημείο 8 αναφέρεται πρώτα στον καθαρισμό και κατόπιν στην ψύξη δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί ο καθαρισμός πριν από την ψύξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει απλώς ότι ο καθαρισμός θα πρέπει να έχει ξεκινήσει πριν από την ψύξη. Αντιθέτως, η Ολλανδική Κυβέρνηση και οι λοιποί μετέχοντες στη διαδικασία εμμένουν στην άποψη ότι ο καθαρισμός πρέπει να πραγματοποιείται (και να ολοκληρώνεται) πριν από την ψύξη, καθόσον αυτό το χρονικό σημείο είναι το τελευταίο στη διάρκεια της διαδικασίας σφαγής κατά το οποίο μπορεί να καθαριστεί το κρέας. Θα καθυστερούσε υπέρμετρα ο καθαρισμός εάν επρόκειτο να πραγματοποιηθεί κατά το στάδιο του τεμαχισμού ή της αφαίρεσης των οστών, το οποίο, παρεμπιπτόντως, διέπεται από το κεφάλαιο V, και όχι από το κεφάλαιο IV, του παραρτήματος III, τμήμα II.

72.      Κατά την άποψή μου, είναι μάλλον σαφές ότι ο καθαρισμός που προβλέπεται στο σημείο 8 θα πρέπει να πραγματοποιείται και να ολοκληρώνεται πριν από την ψύξη.

73.      Δέχομαι ότι το γράμμα του σημείου 8 είναι κάπως ασαφές. Κατά τη διατύπωσή του, «[μ]ετά την επιθεώρηση και τον εκσπλαγχνισμό, τα σφαγέντα ζώα πρέπει να καθαρίζονται και να ψύχονται το συντομότερο σε θερμοκρασία όχι ανώτερη των 4 °C, εκτός εάν το κρέας τεμαχίζεται εν θερμώ». Η σειρά με την οποία περιγράφονται οι ενέργειες δημιουργεί ενδεχομένως την υπόνοια ότι η επιθεώρηση προηγείται (και δεν έπεται) του εκσπλαγχνισμού, και ότι πράγματι τα σφαγέντα ζώα πρέπει να καθαρίζονται και να ψύχονται. Εστιάζοντας στον σύνδεσμο «και», θα μπορούσε να προβάλει κανείς τον βασιζόμενο στο γράμμα του νόμου ισχυρισμό ότι αμφότερες οι ως άνω ενέργειες είναι δυνατόν να πραγματοποιούνται ταυτοχρόνως.

74.      Εντούτοις, τόσο η δομή όσο και η λογική της εν λόγω διάταξης είναι σαφώς κατά της ερμηνείας αυτής.

75.      Πρώτον, η όλη διάταξη και η δομή των επιμέρους σημείων του παραρτήματος III, τμήμα II, κεφάλαιο IV, του κανονισμού 853/2004 καταδεικνύουν με σαφήνεια ότι τα σφάγια πρώτα υποβάλλονται σε προ της σφαγής επιθεώρηση, κατόπιν σφάζονται (με όλα τα στάδια που καθορίζονται στο σημείο 5), και τέλος υποβάλλονται σε μετά τη σφαγή επιθεώρηση (σημείο 6). Συνεπώς, και λαμβάνοντας υπόψη τις δύο επιθεωρήσεις που πρέπει να διεξάγονται, η ως άνω ρητή χρονολογική ακολουθία δεν φαίνεται εντελώς εσφαλμένη. Ο καθαρισμός πραγματοποιείται μετά την επιθεώρηση (που ακολουθεί τη σφαγή) και πριν από την ψύξη.

76.      Δεύτερον, την ορθότητα της εν λόγω ερμηνείας του σημείου 8 επιβεβαιώνει και ο σκοπός του καθαρισμού με νερό, ήτοι η απομάκρυνση κάθε (ορατής) μόλυνσης. Παρά τους ισχυρισμούς των προσφευγουσών ότι οι εργασίες καθαρισμού που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας σφαγής είναι εξίσου σημαντικές, το στάδιο του καθαρισμού που προβλέπεται στο σημείο 8 είναι εκ φύσεως κρίσιμο, δεδομένου ότι, όπως περιγράφεται στην προηγούμενη ενότητα των παρουσών προτάσεων, ο συγκεκριμένος αυτός καθαρισμός είναι ουσιαστικής σημασίας για την απομάκρυνση κάθε υπολειμματικής μόλυνσης. Με δεδομένο τον σκοπό αυτόν, θα ήταν κάπως παράλογο, από πρακτικής άποψης, να πραγματοποιείται ο καθαρισμός πριν από τη μετά τη σφαγή επιθεώρηση ή μετά από την ψύξη. Στην πρώτη περίπτωση, ο επιθεωρητής δεν θα μπορούσε να πραγματοποιήσει την επιθεώρηση με τον δέοντα τρόπο καθόσον δεν θα ήταν ιδίως σε θέση να εντοπίσει τυχόν σημαντικά ίχνη μόλυνσης (αφού αυτή θα είχε ξεπλυθεί). Στη δεύτερη περίπτωση, και όπως προκύπτει από το παράρτημα III, τμήμα II, κεφάλαιο IV, σημείο 9, περίπτωση αʹ, του κανονισμού 853/2004 (24), υπάρχει κίνδυνος αλληλομόλυνσης των σφαγίων, εάν το ακάθαρτο σφάγιο υποβληθεί σε διαδικασία ψύξης με εμβάπτιση.

77.      Τρίτον, διά του τελευταίου αυτού σημείου τονίζεται επίσης ο πολύ διαφορετικός σκοπός και η πολύ διαφορετική φύση της επαφής των σφαγίων με το νερό κατά το στάδιο του καθαρισμού, σε αντίθεση με το στάδιο της ψύξης. Πράγματι, όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, η βύθιση των σφαγίων σε δεξαμενές νερού ορισμένης θερμοκρασίας με σκοπό την ψύξη αυτών μπορεί επίσης να έχει ως αποτέλεσμα τον καθαρισμό τους, σε κάποιον βαθμό. Εντούτοις, ακόμη και αν παραβλέψει κανείς το ζήτημα της μόλυνσης σε αυτό το στάδιο, ζήτημα το οποίο επισημαίνεται στο προηγούμενο σημείο, γεγονός παραμένει ότι η ψύξη (καθώς και ο τεμαχισμός ή η συσκευασία) αποτελεί απλώς μέρος μιας διαφορετικής διαδικασίας, η οποία ακολουθεί την ολοκλήρωση της αλυσίδας που εξάγει προϊόν έτοιμο να μαγειρευτεί και δεν αποσκοπεί στο να καταστήσει το κρέας, ούτως ειπείν, πιο έτοιμο για να μαγειρευτεί, αλλά να το προετοιμάσει για τη μεταφορά.

78.      Συνοψίζοντας, η θεσπιζόμενη διά του σημείου 8 υποχρέωση ότι «τα σφαγέντα ζώα πρέπει να καθαρίζονται» επιβάλλει την απομάκρυνση κάθε υπολειμματικής μόλυνσης μετά τον εκσπλαγχνισμό και τον καθαρισμό, αλλά σαφώς πριν από την έναρξη της διαδικασίας ψύξης.

3.      Περί των ελέγχων

79.      Με το τέταρτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί ο τρόπος με τον οποίο πρέπει να διενεργούνται οι επίσημοι έλεγχοι, και ειδικότερα εάν η αρμόδια αρχή μπορεί να αφαιρεί σφάγια από την αλυσίδα σφαγής και να ελέγχει την ύπαρξη ορατών μολύνσεων τόσο στην εξωτερική όσο και στην εσωτερική επιφάνεια, καθώς και κάτω από τους λιπώδεις ιστούς.

80.      Όλοι οι μετέχοντες στη διαδικασία απαντούν καταφατικά στο εν λόγω ερώτημα, αν και οι προσφεύγουσες αμφισβητούν τον κανόνα μηδενικής ανοχής που φέρεται να εφάρμοσαν οι ελεγκτές.

81.      Ως προκαταρκτική παρατήρηση, φαίνεται ότι υπάρχει κάποια σύγχυση όσον αφορά τη φύση και τη νομική βάση των ελέγχων που εξετάζονται στο πλαίσιο της κύριας δίκης. Το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται στη διάταξη του κανονισμού 854/2004 που ρυθμίζει τη διαδικασία της μετά τη σφαγή επιθεώρησης, ήτοι του παραρτήματος I, τμήμα I, κεφάλαιο II, μέρος Δ, σημείο 1. Ωστόσο, κατά τις προσφεύγουσες, ο έλεγχος για την παρουσία μόλυνσης στα σφάγια δεν αποτελεί αντικείμενο της μετά τη σφαγή επιθεώρησης. Θα ήταν παράλογος ο εν λόγω έλεγχος καθόσον η μετά τη σφαγή επιθεώρηση δεν διενεργείται στο τέλος, αλλά στη μέση της διαδικασίας εξαγωγής προϊόντος έτοιμου να μαγειρευτεί, μετά την οποία τα σφάγια υποβάλλονται σε αρκετές ακόμη διαδικασίες καθαρισμού. Η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, καθόσον οι εν λόγω έλεγχοι περιλαμβάνουν και τη δειγματοληψία, η οποία πραγματοποιείται μετά την επιθεώρηση που ακολουθεί τη σφαγή και τον καθαρισμό, δεν αποσκοπούν στον εντοπισμό δυνητικών νόσων. Επομένως, η νομική τους βάση θα πρέπει μάλλον να αναζητηθεί στο άρθρο 4 του κανονισμού 854/2004 και στα άρθρα 3 και 10 του κανονισμού 882/2004. Η Δανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι η σχετική διάταξη θα μπορούσε επίσης να είναι το παράρτημα I, τμήμα IV, κεφάλαιο V, μέρος B, σημείο 1 του κανονισμού 854/2004, που αφορά τη δειγματοληψία και τον καθημερινό έλεγχο των σπλάχνων.

82.      Με σημείο αφετηρίας τις παρατηρήσεις της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, χωρίς βεβαίως να αποκλείεται οποιαδήποτε άλλη δυνητικά συναφής νομική βάση (25), ζήτημα που άλλωστε εναπόκειται τελικώς στην κρίση του εθνικού δικαστηρίου, φαίνεται ότι, πράγματι, τα άρθρα 3 και 10 του κανονισμού 882/2004, ο οποίος αφορά εν γένει τη διενέργεια επισήμων ελέγχων της συμμόρφωσης προς τη νομοθεσία περί ζωοτροφών και τροφίμων, θα μπορούσαν να αποτελούν τη νομική βάση για τους ελέγχους που εξετάζονται στο πλαίσιο της κύριας δίκης. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 3, «[ο]ι επίσημοι έλεγχοι διενεργούνται σε οιοδήποτε από τα στάδια παραγωγής, μεταποίησης και διανομής ζωοτροφών ή τροφίμων και ζώων και ζωικών προϊόντων». Στο δε άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, περίπτωση i, προβλέπεται πιο συγκεκριμένα η επιθεώρηση των ζωοτροφών και τροφίμων, και ιδίως με τη μέθοδο της δειγματοληψίας.

83.      Όσον αφορά την έκταση των αρμοδιοτήτων των επισήμων κτηνιάτρων, ζήτημα στο οποίο εστιάζει το αιτούν δικαστήριο, οι διατάξεις του ως άνω κανονισμού δεν αναφέρονται ειδικώς σε συγκεκριμένες ενέργειες. Είναι διατυπωμένες κατά τρόπο ευρύ. Προκύπτει επομένως ότι θα μπορούσε να εμπίπτει στο πεδίο των αρμοδιοτήτων των ελεγκτών η μετά τον καθαρισμό και πριν από την ψύξη επιθεώρηση της εξωτερικής και εσωτερικής επιφάνειας και του λιπώδους ιστού δείγματος σφαγίων, αφαιρουμένων από τη γραμμή σφαγής προκειμένου να διευκολύνεται ο έλεγχος. Κατά συνέπεια, προκύπτει με επαρκή σαφήνεια ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές έχουν το δικαίωμα να διεξάγουν ελέγχους σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας σφαγής.

84.      Βεβαίως, η απάντηση στο ερώτημα πότε είναι επιτρεπτό να πραγματοποιείται η επιθεώρηση αποτελεί διαφορετικό ζήτημα σε σχέση με το ερώτημα τι είναι επιτρεπτό να επιθεωρείται και σύμφωνα με ποιο κριτήριο. Στο τελευταίο αυτό ερώτημα, η απάντηση θα πρέπει να δοθεί με παραπομπή στην έκταση και τη φύση των καθηκόντων που έχουν ήδη περιγραφεί ανωτέρω (26): θα εξαρτηθεί δηλαδή από το εάν οι επιθεωρητές ελέγχουν τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που θεσπίζει το σημείο 5, ή με εκείνες που θεσπίζει το σημείο 8. Αφής στιγμής γίνει η διάκριση αυτή, θα προκύψει με σαφήνεια το ακριβές κριτήριο το οποίο δύνανται ευλόγως να εφαρμόσουν οι επιθεωρητές.

85.      Με δεδομένη την περιορισμένη πληροφόρηση που παρέχεται σχετικά με την επακριβή πραγματική και νομική φύση των επίμαχων ελέγχων, είναι σχεδόν αδύνατον να γίνουν περαιτέρω υποδείξεις όσον αφορά το ζήτημα αυτό, πέρα από τη γενικής φύσης παρατήρηση ότι και οι εν λόγω έλεγχοι, όπως και οποιοιδήποτε άλλοι, πρέπει να διεξάγονται κατά τρόπο εύλογο και αναλογικό. Ανάλογα με το τι ακριβώς ελέγχεται και σε ποιο στάδιο της διαδικασίας σφαγής, τα μέσα που επιλέγονται για τη διενέργεια των συγκεκριμένων επιθεωρήσεων (ήτοι ο αριθμός των δειγμάτων, κατά πόσον πρέπει να διακοπεί η γραμμή ή να αφαιρεθούν δείγματα πουλερικών από την εν λειτουργία γραμμή κ.λπ.) πρέπει να είναι κατάλληλα για το είδος του ελέγχου (έτσι ώστε αυτός να είναι πράγματι αντιπροσωπευτικός), αλλά δεν πρέπει να υπερβαίνουν το αναγκαίο για την προσήκουσα διεξαγωγή του εκάστοτε ελέγχου μέτρο.

4.      Σύνοψη

86.      Έχοντας εκθέσει τα τρία θέματα γύρω από τα οποία στρέφονται τα πέντε ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου, για λόγους σαφήνειας, θα περιγράψω συνοπτικά τις απαντήσεις στα συγκεκριμένα ερωτήματα.

87.      Στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση. Εάν οι υπό εξέταση έλεγχοι πραγματοποιούνται μετά τον εκσπλαγχνισμό και τον καθαρισμό, ήτοι με σκοπό την επαλήθευση της συμμόρφωσης με το σημείο 8, τότε δεν πρέπει να εντοπίζεται καμία μόλυνση, ιδίως ορατή.

88.      Μολονότι το αιτούν δικαστήριο ήγειρε ορισμένα άλλα ζητήματα και οι προσφεύγουσες ανέπτυξαν λεπτομερή επιχειρηματολογία κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δεν θεωρώ αναγκαίο να προχωρήσει το Δικαστήριο πέρα από τη δήλωση αυτή. Αν και βεβαίως αναγνωρίζω ότι κεντρίζει εγγενώς το ενδιαφέρον η συζήτηση σχετικά με το εάν μία ή δύο μικρές κηλίδες (και ενδεχομένως ποιας διαμέτρου) από περιττώματα ή χολή δίπλα στον πρωκτό και εντός του σφαγίου μπορούν όντως να συνιστούν «αποδεκτό» βαθμό μόλυνσης (όπως εκτέθηκε από τις προσφεύγουσες κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση μέσω παράθεσης παραδείγματος), δεν αποτελεί έργο του παρόντος Δικαστηρίου ούτε η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, ούτε η αξιολόγησή τους με σκοπό την επίλυση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.

89.      Στο δεύτερο ερώτημα πρέπει επίσης να δοθεί καταφατική απάντηση: στην έννοια της μόλυνσης εμπίπτει και η μόλυνση από περιττώματα, χολή ή περιεχόμενο προλόβου.

90.      Όσον αφορά το τρίτο ερώτημα, ο καθαρισμός πρέπει να πραγματοποιείται το συντομότερο δυνατόν μετά τον εκσπλαγχνισμό, όπως ορίζει σαφώς το σημείο 8, και πριν από την έναρξη της διαδικασίας ψύξης, τεμαχισμού ή συσκευασίας.

91.      Επί του τετάρτου ερωτήματος, και παρά τη σχετική ασάφεια ως προς το τι ακριβώς ελέγχθηκε και βάσει ποιας διάταξης του δικαίου της Ένωσης, είναι μάλλον σαφές ότι οι δημόσιες αρχές μπορούν να αφαιρέσουν ορισμένο αριθμό σφαγίων από τη γραμμή σφαγής και να ελέγξουν τη συμμόρφωση με τις αντίστοιχες υποχρεώσεις σε κάθε στάδιο, και ιδίως μετά τον καθαρισμό, λόγω του αποφασιστικού χαρακτήρα της εν λόγω εργασίας στο στάδιο κατά το οποίο τα πουλερικά είναι έτοιμα να μαγειρευτούν. Τι ακριβώς επιτρέπεται να ελεγχθεί και με ποιο κριτήριο εξαρτάται από το στάδιο κατά το οποίο διεξάγεται η επιθεώρηση και, κατά συνέπεια, από το εάν ελέγχεται η συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που θεσπίζει είτε το σημείο 5, είτε το σημείο 8, είτε οποιαδήποτε άλλη εφαρμοστέα διάταξη.

92.      Δεδομένων των απαντήσεων που δίνονται ανωτέρω, και ειδικότερα εκείνης που δίνεται στο πρώτο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο πέμπτο ερώτημα.

V.      Πρόταση

93.      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα που υπέβαλε το Rechtbank Rotterdam (πρωτοβάθμιο περιφερειακό δικαστήριο Ρότερνταμ, Κάτω Χώρες) ως εξής:

–        Το παράρτημα III, τμήμα II, κεφάλαιο IV, σημεία 5 και 8 του κανονισμού (ΕΚ) 853/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον καθορισμό ειδικών κανόνων υγιεινής για τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, μετά τον εκσπλαγχνισμό και τον καθαρισμό, το σφάγιο πουλερικού θα πρέπει να είναι απαλλαγμένο από κάθε μόλυνση·

–        Το παράρτημα III, τμήμα II, κεφάλαιο IV, σημεία 5 και 8 του κανονισμού (ΕΚ) 853/2004 είναι εφαρμοστέο και στις περιπτώσεις μόλυνσης από περιττώματα, χολή και περιεχόμενο προλόβου·

–        Το παράρτημα III, τμήμα II, κεφάλαιο IV, σημείο 8 του κανονισμού (ΕΚ) 853/2004 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο καθαρισμός πρέπει να πραγματοποιείται μετά τον εκσπλαγχνισμό αλλά πριν από την ψύξη·

–        Τα άρθρα 3 και 10 του κανονισμού (EΚ) 882/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τη διενέργεια επισήμων ελέγχων της συμμόρφωσης προς τη νομοθεσία περί ζωοτροφών και τροφίμων και προς τους κανόνες για την υγεία και την καλή διαβίωση των ζώων, επιτρέπουν στην αρμόδια αρχή να διεξάγει ελέγχους σε οποιοδήποτε κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας σφαγής, περιλαμβανομένου του σταδίου μετά τον καθαρισμό.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.


2      ΕΕ 2004, L 139, σ. 55.


3      ΕΕ 2004, L 139, σ. 206.


4      ΕΕ 2004, L 165, σ. 1.


5      ΕΕ 2004, L 139, σ. 1.


6      ΕΕ 2002, L 31, σ. 1.


7      Stb. 2011, 345.


8      Stcrt. 2012, 25949.


9      Η υπογράμμιση δική μου.


10      Κατά το παράρτημα ΙΙΙ, τμήμα Ι, κεφάλαιο IV, σημείο 10 του κανονισμού 853/2004, «[τ]α σφάγια δεν πρέπει να έχουν ορατή μόλυνση από κόπρανα. Κάθε σημείο που παρουσιάζει ορατή μόλυνση πρέπει να αφαιρείται αμέσως με ξέκρισμα ή κατ’ άλλο τρόπο που να έχει ισοδύναμο αποτέλεσμα».


11      Βλ. παράρτημα III, τμήμα II, κεφάλαιο II, σημείο 2 και παράρτημα III, τμήμα II, κεφάλαιο IV, σημείο 3, του κανονισμού 853/2004.


12      Βλ. παράρτημα III, τμήμα II, κεφάλαιο IV, σημείο 9 του κανονισμού 853/2004.


13      Στο άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 853/2004 ορίζεται ότι οι ειδικοί κανόνες που θεσπίζει ο εν λόγω κανονισμός συμπληρώνουν τους κανόνες του κανονισμού 852/2004.


14      «Inhoud van maag and darmen» και «Magen- und Darminhalt», αντιστοίχως.


15      Πέρα από την απόδοση στην αγγλική γλώσσα, βλ., για παράδειγμα, την απόδοση στην τσεχική («obsahu trávicího ústrojí»), τη γαλλική («contenu du tractus digestif»), την ιταλική («contenuto del tubo digerente»), ή την ισπανική γλώσσα («contenido del tubo digestivo»).


16      Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, Nowaco Germany (C‑353/04, EU:C:2006:522, σκέψη 41), της 3ης Οκτωβρίου 2013, Confédération paysanne (C‑298/12, EU:C:2013:630, σκέψη 22), και της 23ης Δεκεμβρίου 2015, Firma Theodor Pfister (C‑58/15, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:849, σκέψη 25).


17      Βλ. σημείο 41 των παρουσών προτάσεων.


18      Η άποψη αυτή βρίσκει κάποιο συστημικό έρεισμα στο άρθρο 14, παράγραφος 2, του κανονισμού 178/2002, το οποίο προβλέπει ότι τα τρόφιμα θεωρούνται ως μη ασφαλή όταν είναι επιβλαβή για την υγεία ή ακατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση. Επ’ αυτού του τελευταίου σημείου, θα πρέπει να επισημανθεί ότι το κρέας χαρακτηρίζεται ακατάλληλο για κατανάλωση από τον άνθρωπο εάν παρουσιάζει μόλυνση από ακαθαρσίες, περιττώματα, ή άλλη αιτία (παράρτημα I, τμήμα II, κεφάλαιο V, σημείο 1, περίπτωση ιθʹ, του κανονισμού 854/2004. Η υπογράμμιση δική μου).


19      Βλ. σημεία 46 έως 53 των παρουσών προτάσεων.


20      Βλ. παράρτημα I, τμήμα II, κεφάλαιο V, σημείο 1, περίπτωση ιθʹ, του κανονισμού 854/2004.


21      Βλ. παράρτημα ΙΙΙ, τμήμα ΙΙ, κεφάλαιο ΙΙ, σημείο 2, και παράρτημα ΙΙΙ, τμήμα II, κεφάλαιο IV, σημείο 3, του κανονισμού 853/2004.


22      Βλ. άρθρο 5 του κανονισμού 852/2004.


23      Βλ. σημείο 63 των παρουσών προτάσεων.


24      «Όταν τα σφάγια υπόκεινται σε διαδικασία ψύξης με εμβάπτιση, [...] λαμβάνονται όλες οι προφυλάξεις, ώστε να αποφεύγεται η μόλυνση των σφαγίων».


25      Πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 854/2004 αναθέτει στους επισήμους κτηνιάτρους τη διενέργεια ελέγχων σε σφαγεία κατά μάλλον ενδεικτικό τρόπο, όπως προκύπτει από τη φράση «ιδίως όσον αφορά».


26      Βλ. σημεία 54 έως 78 των παρουσών προτάσεων.