Language of document : ECLI:EU:C:2018:983

Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

EVGENI TANCHEV

της 5ης Δεκεμβρίου 2018(1)

Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C473/17 και C546/17

RepsolButanoSA (C‑473/17)

DISAGasSAU (C‑546/17)

κατά

Administración del Estado

παρισταμένων των:

Redexis Gas SL,

Repsol Butano SA

[αίτηση του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ισπανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)

«Προδικαστική παραπομπή – Ενέργεια – Εσωτερική αγορά φυσικού αερίου – Οδηγία 2009/73/EΚ – Απόφαση της 20ής Απριλίου 2010, Federutility κ.λπ. (C‑265/08, EU:C:2010:205) – Μέτρο κράτους μέλους το οποίο συνίσταται στον καθορισμό ανώτατης τιμής για τη φιάλη υγροποιημένου αερίου πετρελαίου (LPG) – Υποχρεωτική κατ’ οίκον διανομή – Υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος – Αρχή της αναλογικότητας»






I.      Εισαγωγή

1.        Στις υπό κρίση υποθέσεις, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί του συμβατού ή μη ορισμένων μέτρων κράτους μέλους, τα οποία συνίστανται στη ρύθμιση των τιμών στον τομέα της ενέργειας, με την οδηγία 2009/73/EΚ σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου και την κατάργηση της οδηγίας 2003/55/ΕΚ (2), όπως έχει ερμηνευθεί στη νομολογία του Δικαστηρίου και ιδίως στην απόφαση σταθμό Federutility κ.λπ. (3).

2.        Στην απόφαση Federutility και στη μετέπειτα νομολογία (στο εξής: νομολογία Federutility) (4), το Δικαστήριο διαμόρφωσε πλαίσιο το οποίο διευκολύνει την εκτίμηση από τα οικεία εθνικά δικαστήρια της συμβατότητας των κρατικών παρεμβάσεων στον καθορισμό των τιμών στον τομέα του φυσικού αερίου με το δίκαιο της Ένωσης και επιπλέον παρέσχε αρκετά στοιχεία όσον αφορά τα κριτήρια επί των οποίων πρέπει να βασίζεται η εν λόγω εκτίμηση (5).

3.        Τα ζητήματα που εγείρονται στο πλαίσιο των παρουσών προδικαστικών παραπομπών, οι οποίες υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο από το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο, Ισπανία), αφορούν μέτρα κράτους μέλους τα οποία συνίστανται στον καθορισμό ανώτατης τιμής πωλήσεως και στην επιβολή υποχρεώσεως κατ’ οίκον διανομής ορισμένων τύπων φιαλών υγροποιημένου αερίου πετρελαίου (στο εξής: LPG).

4.        Το LPG είναι προϊόν που προκύπτει από την επεξεργασία του πετρελαίου και αποτελείται από ουσίες, πλην του φυσικού αερίου (ιδίως από προπάνιο και βουτάνιο, καθώς και από μικρές ποσότητες άλλων αερίων), αποθηκεύεται δε συνήθως σε υγροποιημένη μορφή σε φιάλες και σε δεξαμενές (6). Κατά τη χρήση του, το LPG, απελευθερώνεται αργά από τη δεξαμενή μέσω βαλβίδας, οπότε μετατρέπεται σε αέριο και χρησιμεύει ως καύσιμο το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για μαγείρεμα, θέρμανση καθώς και για παραγωγή ενέργειας (7). Ως εμφιαλωμένο LPG νοείται το LPG το οποίο παρέχεται σε δοχείο ή φιάλη όπως το επίμαχο στις υποθέσεις των κυρίων δικών (8).

5.        Ως εκ τούτου, οι παρούσες υποθέσεις παρέχουν για πρώτη φορά στο Δικαστήριο την ευκαιρία για να αποφανθεί επί της εφαρμογής της οδηγίας 2009/73 και της νομολογίας Federutility στον τομέα του LPG.

II.    Το νομικό πλαίσιο

1.      Το δίκαιο της Ένωσης

6.        Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2009/73 έχει ως εξής:

«Οι κανόνες που θεσπίζονται με την παρούσα οδηγία για το φυσικό αέριο, συμπεριλαμβανομένου του υγροποιημένου φυσικού αερίου (ΥΦΑ), ισχύουν αδιακρίτως και για το βιοαέριο και το αέριο που παράγεται από βιομάζα ή άλλα είδη αερίου, εφόσον τα αέρια αυτά είναι τεχνικώς δυνατό να διοχετεύονται με ασφάλεια στο σύστημα φυσικού αερίου και να μεταφέρονται μέσω αυτού».

2.      Το ισπανικό δίκαιο

7.        Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 3, του Ley 34/1998, de 7 de octubre, del sector de hidrocarburos (νόμου 34/1998, της 7ης Οκτωβρίου, περί του τομέα των υδρογονανθράκων, όπως τροποποιήθηκε, στο εξής: νόμος 34/1998) (9):

«Οι δραστηριότητες που αφορούν τον εφοδιασμό υγρών και αέριων υδρογονανθράκων ασκούνται σύμφωνα με τις αρχές της αντικειμενικότητας, της διαφάνειας και του ελεύθερου ανταγωνισμού.»

8.        Το άρθρο 37, παράγραφος 1, του νόμου 34/1998 ορίζει στο σχετικό σημείο του:

«Οι δραστηριότητες της διυλίσεως, της μεταφοράς, της διανομής και της πωλήσεως προϊόντων πετρελαίου, συμπεριλαμβανομένου του υγροποιημένου αερίου πετρελαίου, μπορούν να ασκούνται ελεύθερα υπό τους όρους του παρόντος νόμου. […]»

9.        Το άρθρο 38 του νόμου 34/1998 ορίζει περαιτέρω τα εξής:

«Οι τιμές των προϊόντων πετρελαίου διαμορφώνονται ελεύθερα.»

10.      Ωστόσο, η τέταρτη μεταβατική διάταξη του νόμου 34/1998 επέτρεπε στην Ισπανική Κυβέρνηση να καθορίσει ανώτατη τιμή για το κοινό όσον αφορά το εμφιαλωμένο LPG «καθόσον οι όροι προσβάσεως στην αγορά και ο ανταγωνισμός στην εν λόγω αγορά δεν κρίνονται ικανοποιητικοί». Η εν λόγω διάταξη όριζε ότι στην ανώτατη τιμή περιλαμβανόταν και το κόστος της κατ’ οίκον διανομής.

11.      Το άρθρο 5 του Real Decreto-ley 15/1999, de 1 octubre, por el que se aprueban medidas de liberalización, reforma estructural e incremento de la competencia en el sector de hidrocarburos (βασιλικού νομοθετικού διατάγματος 15/1999, της 1ης Οκτωβρίου, περί μέτρων ελευθερώσεως, διαρθρωτικής μεταρρυθμίσεως και αυξήσεως του ανταγωνισμού στον τομέα των υδρογονανθράκων, στο εξής: βασιλικό νομοθετικό διάταγμα 15/1999) (10) θέσπισε σύστημα καθορισμού της ανώτατης τιμής πωλήσεως για το LPG σε φιάλες περιεκτικότητας ίσης ή μεγαλύτερης των 8 χιλιόγραμμων καθόσον «οι όροι προσβάσεως στην αγορά και ο ανταγωνισμός στην εν λόγω αγορά δεν κρίνονται ικανοποιητικοί».

12.      Το Real Decreto-ley 8/2014, de 4 de julio, de aprobación de medidas urgentes para el crecimiento, la competividad y la eficiencia (βασιλικό νομοθετικό διάταγμα 8/2014, της 4ης Ιουλίου, περί εγκρίσεως επειγόντων μέτρων για την ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα και την αποδοτικότητα, στο εξής: βασιλικό νομοθετικό διάταγμα 8/2014) (11), κατήργησε, μεταξύ άλλων, την τέταρτη μεταβατική διάταξη του νόμου 34/1998 καθώς και το άρθρο 5 του βασιλικού νομοθετικού διατάγματος 15/1999 (12), και εισήγαγε στον νόμο 34/1998 (13)την 33η πρόσθετη διάταξη.

13.      Η 33η πρόσθετη διάταξη του νόμου 34/1998 ορίζει ότι:

«1.       Οι χρήστες που έχουν συνάψει σύμβαση για την παράδοση υγροποιημένου αερίου πετρελαίου σε φιάλες περιεκτικότητας ίσης ή μεγαλύτερης των 8 χιλιόγραμμων και μικρότερης των 20 χιλιόγραμμων, πλην των φιαλών για τη μεταφορά υγροποιημένου αερίου πετρελαίου που χρησιμοποιείται ως καύσιμο, έχουν δικαίωμα διανομής κατ’ οίκον.

Όσον αφορά την ηπειρωτική χώρα καθώς και κάθε μία εκ των νησιωτικών περιοχών και των περιοχών εκτός Ιβηρικής Χερσονήσου, οι κύριοι επιχειρηματικοί φορείς στον τομέα του LPG οι οποίοι κατέχουν το μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς όσον αφορά τις πωλήσεις τους στον τομέα του εμφιαλωμένου υγροποιημένου αερίου πετρελαίου, σε φιάλες περιεκτικότητας ίσης ή μεγαλύτερης των 8 χιλιόγραμμων και μικρότερης των 20 χιλιόγραμμων, εξαιρουμένων των φιαλών για το υγροποιημένο αέριο πετρελαίου που χρησιμοποιείται ως καύσιμο, υπέχουν την υποχρέωση κατ’ οίκον διανομής σε όσους το ζητούν εντός της αντίστοιχης εδαφικής περιοχής.

2.       Ο κατάλογος των κυρίων επιχειρηματικών φορέων στον τομέα του LPG που υπέχουν υποχρέωση κατ’ οίκον διανομής καθορίζεται με ψήφισμα της Γενικής Διευθύνσεως Ενεργειακής Πολιτικής και Ορυχείων κάθε τρία χρόνια. Το εν λόγω ψήφισμα δημοσιεύεται στη συνέχεια στην «Επίσημη Εφημερίδα του Κράτους [BOE]».

Όταν η εξέλιξη της αγοράς και η διάρθρωση των επιχειρήσεων στον οικείο τομέα το απαιτούν και, σε κάθε περίπτωση, ανά πενταετία, η Κυβέρνηση αναθεωρεί τους όρους εκπληρώσεως της υποχρεώσεως που επιβάλλεται με την παρούσα διάταξη ή κηρύσσει την κατάργηση της εν λόγω υποχρεώσεως.

3.       Ανεξαρτήτως των διατάξεων του άρθρου 38 του παρόντος νόμου, καθόσον οι όροι προσβάσεως στην αγορά και ο ανταγωνισμός στην εν λόγω αγορά δεν κρίνονται ικανοποιητικοί, ο Υπουργός Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τουρισμού, κατόπιν συμφωνίας με την Ειδική Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Κυβερνήσεως, καθορίζει τις ανώτατες τιμές λιανικής εμφιαλωμένου υγροποιημένου αερίου πετρελαίου για φιάλες περιεκτικότητας ίσης ή μεγαλύτερης των 8 χιλιόγραμμων και μικρότερης των 20 χιλιόγραμμων με απόβαρο μεγαλύτερο των 9 χιλιόγραμμων, εξαιρουμένων των φιαλών για το υγροποιημένο αέριο πετρελαίου που χρησιμοποιείται ως καύσιμο, θέτοντας συγκεκριμένο ύψος για τις εν λόγω τιμές ή σύστημα καθορισμού και αυτόματης αναπροσαρμογής τους. Η ανώτατη τιμή περιλαμβάνει και το κόστος της κατ’ οίκον διανομής.

4.       Με την επιφύλαξη των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων, σε περίπτωση που ο κύριος επιχειρηματικός φορέας του LPG ο οποίος βαρύνεται με την υποχρέωση της κατ’ οίκον διανομής δεν διαθέτει φιάλες περιεκτικότητας ίσης ή μεγαλύτερης των 8 χιλιόγραμμων και μικρότερης των 20 χιλιόγραμμων με απόβαρο μεγαλύτερο των 9 χιλιόγραμμων, η αναφερόμενη στην παράγραφο 3 υποχρέωση κατ’ οίκον διανομής καταλαμβάνει στην περίπτωση του εν λόγω φορέα εκμεταλλεύσεως και τις φιάλες με απόβαρο μικρότερο των 9 χιλιόγραμμων, στην οικεία περιοχή.

5.       Οι κύριοι επιχειρηματικοί φορείς LPG πρέπει να παρέχουν στη Γενική Διεύθυνση Ενεργειακής Πολιτικής και Ορυχείων τις απαιτούμενες πληροφορίες σχετικά με την εκτέλεση των καθηκόντων τους, ειδικά για τους σκοπούς της εφαρμογής, της αναλύσεως και του ελέγχου της υποχρεώσεως της κατ’ οίκον διανομής, τις παραδόσεις υγροποιημένου αερίου πετρελαίου που έχουν πραγματοποιηθεί και τις ανώτατες τιμές διαθέσεως στο κοινό που αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους.»

14.      Το άρθρο 58 του βασιλικού νομοθετικού διατάγματος 8/2014 ορίζει τον κατάλογο των κύριων επιχειρηματικών φορέων οι οποίοι υπόκεινται στην υποχρέωση κατ’ οίκον διανομής εμφιαλωμένου LPG για κάθε περιοχή ως εξής: για την ηπειρωτική χώρα και τις Βαλεαρίδες Νήσους ορίζεται η Repsol Butano S.A., για τις Κανάριες Νήσους, η DISA Gas S.A., και για τις Θεούτα και Μελίγια, η Atlas S.A. Combustibles y Lubrificantes. Ο εν λόγω κατάλογος διατηρήθηκε για την τριετία (2017-2020) κατόπιν της Resolución de 28 de junio de 2017, de la Dirección General de Política Energética y Minas, por la que se establece el listado de operadores al por mayor de gases licuados del petróleo con obligación de suministro domiciliario (απόφασης της Γενικής Διευθύνσεως Ενεργειακής Πολιτικής και Ορυχείων, της 28ης Ιουνίου 2017, που ορίζει τον κατάλογο των κύριων επιχειρηματικών φορέων οι οποίοι υπόκεινται στην υποχρέωση κατ’ οίκον διανομής) (14).

15.      Κατόπιν των προαναφερθεισών τροποποιήσεων του νόμου 34/1998 από το βασιλικό νομοθετικό διάταγμα 8/2014, εκδόθηκε η Orden IET/389/2015, de 5 de marzo, por la que se actualiza el sistema de determinación automática de precios máximos de venta, antes de impuestos, de los gases licuados del petróleo envasados y se modifica el sistema de determinación automática de las tarifas de venta, antes de impuestos, de los gases licuados del petróleo por canalización (διάταξη IET/389/2015 της 5ης Μαρτίου, για την επικαιροποίηση του συστήματος αυτόματου καθορισμού ανωτάτων τιμών πωλήσεως προ φόρων του εμφιαλωμένου υγροποιημένου αερίου πετρελαίου και για την τροποποίηση του συστήματος αυτόματου καθορισμού των τιμών πωλήσεως προ φόρων του υγροποιημένου αερίου πετρελαίου που διανέμεται μέσω αγωγών, στο εξής: διάταξη IET/389/2015) (15).

16.      Σύμφωνα με το άρθρο 1 της διατάξεως IET/389/2015, σκοπός της εν λόγω αποφάσεως είναι η επικαιροποίηση του συστήματος αυτόματου καθορισμού των ανώτατων τιμών πωλήσεως του εμφιαλωμένου LPG. Στο άρθρο 3 της ίδιας αποφάσεως προβλέπεται ο τύπος για τον καθορισμό των εν λόγω τιμών, στη δε παράγραφο 5 ορίζεται ότι οι εν λόγω τιμές υπόκεινται σε αναθεώρηση ανά δίμηνο.

III. Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

17.      H εταιρία Repsol Butano S.A. (στο εξής: Repsol Butano) και η εταιρία DISA Gas S.A.U. (στο εξής: DISA Gas) είναι ισπανικές εταιρίες που δραστηριοποιούνται στον τομέα του LPG.

18.      Η Repsol Butano και η DISA Gas άσκησαν χωριστές προσφυγές κατά της ισπανικής διοικήσεως ενώπιον του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ισπανία), ζητώντας την ακύρωση της διατάξεως IET/389/2015 (στο εξής: προσβαλλόμενη διάταξη) με την οποία επικαιροποιείται το σύστημα καθορισμού ανώτατων τιμών πωλήσεως του εμφιαλωμένου LPG (βλ. σημεία 15 και 16 των παρουσών προτάσεων).

19.      Κατά τις διατάξεις περί παραπομπής, η προσβαλλόμενη διάταξη στηρίζεται στην 33η πρόσθετη διάταξη του νόμου 34/1998, η οποία εισήχθη με το βασιλικό νομοθετικό διάταγμα 8/2014. Η εν λόγω νομοθεσία προβλέπει μέτρα που συνίστανται στον καθορισμό ανώτατης τιμής πωλήσεως, συμπεριλαμβανομένου του κόστους της διανομής κατ’ οίκον, για φιάλες LPG περιεκτικότητας μεταξύ 8 και 20 χιλιόγραμμων με απόβαρο μεγαλύτερο των 9 χιλιόγραμμων, και στην επιβολή στον κύριο επιχειρηματικό φορέα που κατέχει το μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς σε δεδομένη περιοχή της υποχρεώσεως να διανέμει τις εν λόγω φιάλες στις οικίες των καταναλωτών κατόπιν σχετικού αιτήματος «καθόσον οι όροι προσβάσεως στην αγορά και ο ανταγωνισμός στην εν λόγω αγορά δεν κρίνονται ικανοποιητικοί». Εντούτοις, οσάκις ο κύριος επιχειρηματικός φορέας σε δεδομένη περιοχή δεν διαθέτει φιάλες περιεχομένου μεταξύ 8 και 20 χιλιόγραμμων με απόβαρο μεγαλύτερο των 9 χιλιόγραμμων, η υποχρέωση σχετικά με την κατ’ οίκον διανομή στην ανώτατη τιμή πωλήσεως καταλαμβάνει και τις φιάλες με απόβαρο μικρότερο των 9 χιλιόγραμμων (βλ. σημείο 13 των παρουσών προτάσεων).

20.      Κατά τη νομοθεσία αυτή, η εταιρία Repsol Butano ορίζεται ως ο επιχειρηματικός φορέας που φέρει την υποχρέωση κατ’ οίκον διανομής στις περιοχές της Ιβηρικής Χερσονήσου και των Βαλεαρίδων Νήσων, η δε εταιρία DISA Gas για την περιοχή των Καναρίων Νήσων (βλ. σημείο 14 των παρουσών προτάσεων).

21.      Προς στήριξη των προσφυγών τους, οι εταιρίες Repsol Butano και DISA Gas προβάλλουν ότι η απόφαση Federutility, η οποία ερμήνευσε την οδηγία 2003/55/EΚ σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου και την κατάργηση της οδηγίας 2003/55/ΕΚ (16), πρέπει να εφαρμοστεί κατ’ αναλογίαν, και ότι η ισπανική νομοθεσία προσκρούει σαφώς στο δίκαιο της Ένωσης, γεγονός το οποίο επιβάλλει τη μη εφαρμογή της εν λόγω νομοθεσίας και την ακύρωση της προσβαλλόμενης διατάξεως.

22.      Η ισπανική διοίκηση προβάλλει ότι η οδηγία 2009/73, η οποία αντικατέστησε την οδηγία 2003/55, και η απόφαση Federutility δεν τυγχάνουν εφαρμογής στο εμφιαλωμένο LPG, καθώς και ότι, ακόμη και αν η οδηγία 2009/73 εφαρμοζόταν κατ’ αναλογίαν, η προσβαλλόμενη διάταξη δικαιολογείται από το γεγονός ότι η αγορά δεν είναι σε ικανοποιητικό βαθμό ανταγωνιστική.

23.      Κατά συνέπεια, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, πρώτον, αν παρά το γεγονός ότι η απόφαση Federutilityαφορά την ερμηνεία οδηγίας που αφορά το φυσικό αέριο, η εν λόγω απόφαση τυγχάνει εφαρμογής στις υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, οι οποίες αφορούν εμφιαλωμένο LPG.

24.      Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει στις διατάξεις περί παραπομπής ότι, με απόφασή του της 19ης Ιουνίου 2012 (17), ακύρωσε τη διάταξη ITC/2608/2009 (18), το περιεχόμενο της οποίας ήταν αντίστοιχο προς εκείνο της προσβαλλόμενης διατάξεως, δίχως να προβεί στην υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο. Στην εν λόγω απόφαση, το αιτούν δικαστήριο έκρινε ότι μολονότι η απόφασηFederutility αφορά οδηγία που πραγματεύεται την αγορά του φυσικού αερίου, εντούτοις η απόφαση αυτή παρείχε επαρκείς ερμηνευτικές κατευθύνσεις όσον αφορά την εφαρμογή της για τη ρύθμιση συγγενών τομέων, όπως αυτός του LPG, όταν η οικεία αγορά (εν προκειμένω, η ισπανική αγορά στο σύνολό της) έχει κοινοτική διάσταση, τούτο δε παρά το γεγονός ότι δεν υφίστατο οδηγία που να εφαρμόζεται ειδικά για το LPG.

25.      Το αιτούν δικαστήριο, εκτιμώντας ότι η απόφαση Federutility τυγχάνει εφαρμογής στον τομέα του εμφιαλωμένου LPG, εν συνεχεία επισημαίνει ότι είναι αμφίβολο αν τα μέτρα τα οποία συνίστανται στον καθορισμό ανώτατης τιμής πωλήσεως και στην επιβολή υποχρεώσεως διανομής κατ’ οίκον ορισμένων τύπων φιαλών εμφιαλωμένου LPG πληρούν τα κριτήρια που θέτει η εν λόγω απόφαση, ιδίως υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας.

26.      Το αιτούν δικαστήριο σημειώνει ότι τα εν λόγω μέτρα αναμφισβήτητα χαρακτηρίζονται ως μέτρα προστασίας των κοινωνικά ευάλωτων χρηστών καθώς και των κατοίκων δυσπρόσιτων περιοχών, τα οποία συνάδουν προς το γενικό οικονομικό συμφέρον που συνίσταται στη διατήρηση των τιμών παροχής του εμφιαλωμένου LPG στον τελικό καταναλωτή σε λογικά επίπεδα.

27.      Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι ανακύπτουν αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα των εν λόγω μέτρων με το δίκαιο της Ένωσης λόγω της συνδρομής τριών περιστάσεων. Πρώτον, τα επίμαχα μέτρα είναι μέτρα γενικού χαρακτήρα τα οποία εφαρμόζονται στο σύνολο των καταναλωτών, ανεξαρτήτως της οικονομικής ή κοινωνικής τους καταστάσεως. Δεύτερον, η ισχύς των εν λόγω μέτρων διατηρείται ήδη για διάστημα που υπερβαίνει τα 18 έτη μετά την έκδοση του νόμου 34/1998, παρά το γεγονός ότι θεσπίστηκαν βάσει μιας διατάξεως σαφώς προσωρινού χαρακτήρα. Τρίτον, τα εν λόγω μέτρα μπορούν δυνητικά να επηρεάσουν τον ανταγωνισμό στην αγορά, εφόσον μπορούν να αποτελέσουν πραγματικό εμπόδιο για την είσοδο νέων επιχειρηματικών φορέων και να συμβάλουν στην παγιοποίηση της καταστάσεως ισχνού ανταγωνισμού.

28.      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο), στην υπόθεση C‑473/17, αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Δεδομένης της νομολογίας που διαμορφώθηκε στην [απόφαση της 20ής Απριλίου 2010, Federutility κ.λπ. (C‑265/08, EU:C:2010:205)], συνάδει προς αυτήν ή προς την αρχή της αναλογικότητας το μέτρο που συνίσταται στον καθορισμό ανώτατης τιμής για τη φιάλη υγροποιημένου αερίου, ως μέτρο προστασίας των κοινωνικά ευάλωτων χρηστών, όταν συντρέχει, διαζευκτικώς ή σωρευτικώς, κάποια από τις ακόλουθες περιστάσεις;

–      το μέτρο θεσπίζεται γενικώς για το σύνολο των καταναλωτών και για αόριστο χρονικό διάστημα “[καθόσον οι όροι προσβάσεως στην αγορά και ο ανταγωνισμός] στην εν λόγω αγορά δεν κρίνονται ικανοποιητικοί”,

–      το μέτρο ισχύει ήδη από [1]8 και πλέον ετών,

–      το μέτρο μπορεί να συμβάλει στην παγιοποίηση της καταστάσεως ισχνού ανταγωνισμού καθόσον συνιστά εμπόδιο για την είσοδο νέων επιχειρηματικών φορέων.

2)      Δεδομένης της νομολογίας που διαμορφώθηκε στην [απόφαση της 20ής Απριλίου 2010, Federutility κ.λπ. (C‑265/08, EU:C:2010:205)], συνάδει προς αυτήν ή προς την αρχή της αναλογικότητας μέτρο περί υποχρεωτικής κατ’ οίκον διανομής εμφιαλωμένου υγροποιημένου αερίου, ως μέτρο προστασίας των κοινωνικά ευάλωτων χρηστών ή των κατοίκων δυσπρόσιτων περιοχών, όταν συντρέχει, διαζευκτικώς ή σωρευτικώς, κάποια από τις απαριθμούμενες στο προηγούμενο ερώτημα περιστάσεις;»

29.      Ομοίως, υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο), στην υπόθεση C‑546/17, αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία ακολουθούν την ίδια σχεδόν διατύπωση:

«1)      Δεδομένης της νομολογίας που διαμορφώθηκε στην [απόφαση του Δικαστηρίου της 20ής Απριλίου 2010, Federutility κ.λπ. (C‑265/08, EU:C:2010:205)], συνάδει προς αυτήν ή προς την αρχή της αναλογικότητας ο καθορισμός ανώτατης τιμής για τη φιάλη υγροποιημένου αερίου, ως μέτρο προστασίας των κοινωνικά ευάλωτων χρηστών, όταν συντρέχει, διαζευκτικώς ή σωρευτικώς, κάποια από τις ακόλουθες περιστάσεις;

–      το μέτρο θεσπίζεται γενικώς για το σύνολο των καταναλωτών και για αόριστο χρονικό διάστημα “[καθόσον οι όροι προσβάσεως στην αγορά και ο ανταγωνισμός στην] εν λόγω αγορά δεν κρίνονται ικανοποιητικοί”,

–      το μέτρο ισχύει ήδη από [1]8 και πλέον ετών,

–      το μέτρο μπορεί να συμβάλει στην παγιοποίηση της καταστάσεως ισχνού ανταγωνισμού καθόσον συνιστά εμπόδιο για την είσοδο νέων επιχειρηματικών φορέων.

2)      Δεδομένης της νομολογίας που διαμορφώθηκε στην [απόφαση του Δικαστηρίου της 20ής Απριλίου 2010, Federutility κ.λπ. (C‑265/08, EU:C:2010:205)], συνάδει προς αυτήν ή προς την αρχή της αναλογικότητας η επιβολή στον δεσπόζοντα επιχειρηματικό φορέα ορισμένης περιοχής της υποχρεώσεως κατ’ οίκον διανομής εμφιαλωμένου υγροποιημένου αερίου, για λόγους προστασίας των κοινωνικά ευάλωτων χρηστών ή των κατοίκων δυσπρόσιτων περιοχών, όταν συντρέχει, διαζευκτικώς ή σωρευτικώς, κάποια από τις απαριθμούμενες στο προηγούμενο ερώτημα περιστάσεις;»

IV.    Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

30.      Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν η Repsol Butano, η Ισπανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή στην υπόθεση C‑473/17, και η DISA Gas, η Ισπανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή στην υπόθεση C‑546/17.

31.      Το Δικαστήριο αποφάσισε τη συνεκδίκαση των υποθέσεων προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση ενιαίας αποφάσεως.

32.      Στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η οποία διεξήχθη στις 26 Σεπτεμβρίου 2018, μετείχαν η Repsol Butano, η DISA Gas, η Ισπανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή.

V.      Οι παρατηρήσεις των μετεχόντων στη διαδικασία

33.      Η Repsol Butano και η DISA Gas προβάλλουν ότι η οδηγία 2009/73 όπως ερμηνεύθηκε στη νομολογία Federutility τυγχάνει εφαρμογής στην αγορά του εμφιαλωμένου LPG.

34.      Ειδικότερα, η Repsol Butano και η DISA Gas προβάλλουν ότι η εσωτερική αγορά ενέργειας αποτελεί συντρέχουσα αρμοδιότητα της Ένωσης και των κρατών μελών, και το γεγονός ότι η Ένωση δεν έχει ακόμα ασκήσει την αρμοδιότητά της στον τομέα του LPG δεν δικαιολογεί τη δυνατότητα των κρατών μελών να ασκούν τη δική τους αρμοδιότητα χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τα κοινά κριτήρια που έχουν θεσπισθεί από την Ένωση για τη δημιουργία ελεύθερης και ανταγωνιστικής αγοράς ενέργειας, όπως συμβαίνει με τις οδηγίες της Ένωσης περί φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ, επιπλέον, δεν συντρέχει κανένας νομικός λόγος που να αποκλείει την εφαρμογή των εν λόγω κοινών κριτηρίων, όπως έχουν ερμηνευθεί από το Δικαστήριο, στην αγορά άλλου ενεργειακού προϊόντος, όπως είναι το LPG.

35.      Η Repsol Butano και η DISA Gas επισημαίνουν επίσης ότι το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2009/73 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής του και «άλλα είδη αερίου» –όπως είναι το LPG– «εφόσον τα αέρια αυτά είναι τεχνικώς δυνατό να διοχετεύονται με ασφάλεια στο σύστημα φυσικού αερίου και να μεταφέρονται μέσω αυτού». Κατά την άποψή τους, η νομολογία Federutility τυγχάνει εφαρμογής σε αγορές άλλων ενεργειακών προϊόντων που χρησιμοποιούνται εναλλακτικά ή συμπληρωματικά προς το φυσικό αέριο, όπως είναι η αγορά του εμφιαλωμένου LPG.

36.      Περαιτέρω, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Repsol Butano και η DISA Gas υποστήριξαν ότι η νομολογία Federutility τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής λόγω της συνάφειας που παρουσιάζουν οι αγορές του φυσικού αερίου και του LPG στην Ένωση, καθώς και λόγω του ότι οι διατάξεις των Συνθηκών και ιδίως εκείνες που αφορούν τις θεμελιώδεις ελευθερίες, τα άρθρα 34 και 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, τυγχάνουν εφαρμογής στην αγορά του εμφιαλωμένου LPG. Συναφώς, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Repsol Butano και η DISA Gas επισήμαναν ότι, μολονότι, κατά το άρθρο 14 ΣΛΕΕ, τα κράτη μέλη δύνανται να αναθέτουν υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος σε επιχειρήσεις, πρέπει εντούτοις να συμμορφώνονται με τις διατάξεις των Συνθηκών, και ότι τα κριτήρια που διαμορφώθηκαν στη νομολογία Federutility είναι συναφή εν προκειμένω.

37.      Επί της βάσεως αυτής, η Repsol Butano και η DISA Gas υποστηρίζουν ότι τα προσβαλλόμενα μέτρα δεν συνάδουν με τα κριτήρια της νομολογίας Federutility τα οποία πρέπει να πληρούνται προκειμένου να κριθούν επιτρεπτά τα εθνικά μέτρα που συνίστανται στην επιβολή υποχρεώσεων παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας σε επιχειρήσεις.

38.      Ειδικότερα, η Repsol Butano και η DISA Gas προβάλλουν ότι ο καθορισμός ανώτατης τιμής πωλήσεως είναι δυσανάλογος λόγω της διάρκειάς του, του γενικευμένου χαρακτήρα του, καθώς και των επιζήμιων για τον ανταγωνισμό αποτελεσμάτων του. Πρώτον, ο καθορισμός της ανώτατης τιμής πωλήσεως όχι μόνον δεν είναι προσωρινής ή περιορισμένης διάρκειας, αλλά αντιθέτως έχει καταστεί πλέον μόνιμος μετά την παρέλευση 32 ετών από την προσχώρηση της Ισπανίας στην Ένωση και 20 περίπου ετών από την εισαγωγή του καθεστώτος ελευθερώσεως με το νόμο 34/1998. Δεύτερον, καίτοι αποσκοπεί στην προστασία ευάλωτων χρηστών καθώς και κατοίκων δυσπρόσιτων περιοχών, εντούτοις εφαρμόζεται αδιακρίτως, στο σύνολο των καταναλωτών και όχι αποκλειστικά στις ομάδες στόχους. Τρίτον, συνιστά εμπόδιο στη λειτουργία ανταγωνιστικής αγοράς στον τομέα του LPG και παρακωλύει την είσοδο νέων επιχειρηματικών φορέων στην εν λόγω αγορά. Συναφώς, επισημαίνουν ότι σήμερα η Ισπανία είναι το μοναδικό κράτος μέλος που εφαρμόζει σύστημα ανώτατων τιμών για το εμφιαλωμένο LPG το οποίο επιβάλλει υποχρέωση κατ’ οίκον διανομής στον επιχειρηματικό φορέα που κατέχει το μεγαλύτερο μερίδιο στην αγορά, καθώς και ότι η ανώτατη τιμή είναι σε σημαντικό βαθμό χαμηλότερη από τις τιμές που ισχύουν στις αγορές άλλων κρατών μελών.

39.      Ομοίως, η Repsol Butano και η DISA Gas υποστηρίζουν ότι η υποχρέωση κατ’ οίκον διανομής είναι δυσανάλογη λόγω του γενικευμένου και μόνιμου χαρακτήρα της και των επιζήμιων για τον ανταγωνισμό αποτελεσμάτων της, ενώ, επιπλέον, υπάρχουν διαθέσιμα εναλλακτικά μέτρα, όπως η επιβολή προκαθορισμένης εκπτώσεως για ορισμένους ευάλωτους καταναλωτές (του αποκαλούμενου «bono social») το οποίο εφαρμόζεται σε άλλους ενεργειακούς τομείς. Επιπλέον, διατείνονται ότι με βάση τα κριτήρια της νομολογίας Federutility, η υποχρέωση διανομής κατ’ οίκον εισάγει διακρίσεις καθόσον εφαρμόζεται μόνο στον επιχειρηματικό φορέα που κατέχει το μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς σε συγκεκριμένη περιοχή, εξαιρώντας με τον τρόπο αυτόν άλλους επιχειρηματικούς φορείς που δραστηριοποιούνται σε κάθε περιοχή, ενώ δεν εγγυάται την ισότιμη πρόσβαση των εταιριών της Ένωσης στους Ισπανούς καταναλωτές.

40.      Η Ισπανική Κυβέρνηση προβάλλει ότι η οδηγία 2009/73 δεν ρυθμίζει την αγορά του εμφιαλωμένου LPG, καθώς το πεδίο εφαρμογής της περιορίζεται στο φυσικό αέριο και σε άλλα είδη αερίου που χρησιμοποιούν το σύστημα αγωγών του φυσικού αερίου (19). Υποστηρίζει επίσης ότι η οδηγία 2009/73 και η νομολογία Federutility δεν μπορούν να εφαρμοστούν κατ’ αναλογίαν στα πραγματικά περιστατικά των κυρίων δικών, καθόσον δεν παρατηρούνται κενά στην επίμαχη διάταξη του δικαίου της Ένωσης, ο δε τομέας του LPG διακρίνεται από αυτόν του φυσικού αερίου και δεν έχουν θεσπισθεί ως προς αυτόν μέτρα εναρμονίσεως για τους σκοπούς της εσωτερικής αγοράς σε επίπεδο Ένωσης.

41.      Κατά συνέπεια, η Ισπανική Κυβέρνηση φρονεί ότι τα προδικαστικά ερωτήματα είναι απαράδεκτα, διότι δεν είναι δυνατόν να διευρύνεται καθ’ υπέρβαση της βουλήσεως των νομοθετών της Ένωσης και των κρατών μελών το πεδίο εφαρμογής ενός προτύπου της Ένωσης, το οποίο έχει θεσπισθεί για τη ρύθμιση διαφορετικής πραγματικής καταστάσεως.

42.      Εντούτοις, η Ισπανική Κυβέρνηση προβάλλει ότι, προκειμένου να δοθεί χρήσιμη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο, το Δικαστήριο πρέπει να αναδιατυπώσει τα ερωτήματα υπό το πρίσμα των άρθρων 14 και 106 ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το Πρωτόκολλο (αριθ. 26) σχετικά με τις υπηρεσίες γενικού συμφέροντος (στο εξής: Πρωτόκολλο 26) (20), το οποίο πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αποκλείει τη θέσπιση μέτρων όπως τα επίμαχα στις υποθέσεις των κυρίων δικών.

43.      Ειδικότερα, η Ισπανική Κυβέρνηση επισημαίνει το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κράτη μέλη κατά την άσκηση της αρμοδιότητάς τους για ρύθμιση των υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος όπως αναγνωρίζεται από το άρθρο 14 ΣΛΕΕ και το Πρωτόκολλο 26, καθώς και από τη νομολογία του Δικαστηρίου επί του άρθρου 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Κατά την Ισπανική Κυβέρνηση οι όροι του άρθρου 106 ΣΛΕΕ πληρούνται λαμβανομένων υπόψη του επιδιωκόμενου γενικού οικονομικού συμφέροντος και της αναλογικότητας των προσβαλλόμενων μέτρων.

44.      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Ισπανική Κυβέρνηση υπογράμμισε ότι το ρυθμιστικό πλαίσιο στο οποίο υπάγονται οι υπό κρίση υποθέσεις αποτελείται από κανόνες του πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης, στους οποίους συγκαταλέγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες, το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, το Πρωτόκολλο 26 καθώς και το άρθρο 36 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), το οποίο εγγυάται το θεμελιώδες δικαίωμα της προσβάσεως σε υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος. Όσον αφορά τις θεμελιώδεις ελευθερίες, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η Ισπανική Κυβέρνηση προέβαλε ότι, καίτοι θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι τα προσβαλλόμενα μέτρα συνιστούν περιορισμό κατά την έννοια των διατάξεων της Συνθήκης περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, εντούτοις σε κάθε περίπτωση είναι δικαιολογημένα και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. Συναφώς, το εφαρμοστέο εν προκειμένω κριτήριο της αναλογικότητας δεν είναι εκείνο που έχει διαμορφωθεί με τη νομολογία Federutility, αλλά, αντιθέτως, βασίζεται στις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης και λαμβάνει υπόψη το άρθρο 36 του Χάρτη.

45.      Όσον αφορά την εκτίμηση της αναλογικότητας, η Ισπανική Κυβέρνηση, μεταξύ άλλων, υπογραμμίζει ότι τα μέτρα δεν απευθύνονται προς όλους τους χρήστες ούτε αφορούν όλες τις κατηγορίες φιαλών, αλλά αντιθέτως κατά κύριο λόγο αφορούν την οικιακή κατανάλωση και τους ευάλωτους καταναλωτές και υπόκεινται σε περιοδική αναθεώρηση από τις αρμόδιες εθνικές αρχές. Επιπλέον, η Ισπανική Κυβέρνηση διατείνεται ότι στην ισπανική αγορά εμφιαλωμένου LPG επικρατούν ιδιαίτερες συνθήκες, οι οποίες δικαιολογούν τη διατήρηση μιας ανώτατης τιμής πωλήσεως (21), καθώς και ότι εξετάσθηκε η λήψη διάφορων εναλλακτικών μέτρων, συμπεριλαμβανομένου του ενδεχομένου εφαρμογής του «bono social», τα οποία ωστόσο απορρίφθηκαν ως λιγότερο αναλογικά σε σύγκριση με τα προτεινόμενα μέτρα.

46.      Η Επιτροπή προβάλλει ότι η οδηγία 2009/73 δεν τυγχάνει εφαρμογής στο εμφιαλωμένο LPG, εφόσον αυτό δεν αναφέρεται στο άρθρο 1 της οδηγίας 2009/73, ούτε και «είναι τεχνικώς δυνατό να διοχετεύ[εται] με ασφάλεια στο σύστημα φυσικού αερίου και να μεταφέρ[εται] μέσω αυτού» κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως.

47.      Εντούτοις, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι θεμελιώδεις ελευθερίες και το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ τυγχάνουν εφαρμογής στον τομέα του εμφιαλωμένου LPG. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή προτείνει στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα ότι στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να διαπιστώσει την εφαρμογή των θεμελιωδών ελευθεριών στον εν λόγω τομέα, κατά πόσον τα προσβαλλόμενα μέτρα συνιστούν περιορισμό των εν λόγω ελευθεριών, και σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, κατά πόσον τα εν λόγω μέτρα είναι δικαιολογημένα και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. Κατά την άποψη της Επιτροπής, τα κριτήρια που έχουν διαμορφωθεί με τη νομολογία Federutility όσον αφορά την αναλογικότητα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως σημείο αναφοράς συναφώς.

48.      Ειδικότερα, η Επιτροπή φρονεί ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα τα προσβαλλόμενα μέτρα να παρακωλύουν, έστω εμμέσως ή δυνητικά, τις εισαγωγές LPG από άλλα κράτη μέλη στην Ισπανία, και ως εκ τούτου αποτελούν εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η Επιτροπή υποστήριξε περαιτέρω ότι τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που εμφανίζει η ισπανική αγορά εμφιαλωμένου LPG, όπως παρουσιάζονται στις παρατηρήσεις της Ισπανικής Κυβερνήσεως, αποτελούν τις κύριες αιτίες για τη μη είσοδο νέων επιχειρηματικών φορέων στην εν λόγω αγορά και ότι τα προσβαλλόμενα μέτρα δεν εισάγουν διακρίσεις και είναι σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον δεν αποκλείουν εκ των προτέρων τις όποιες εταιρίες δραστηριοποιούνται στην οικεία αγορά, καθώς και ότι η Ισπανική Κυβέρνηση ενήργησε εντός του περιθωρίου εκτιμήσεως που διαθέτει όσον αφορά τον καθορισμό του πλέον κατάλληλου και σύμφωνου με την αρχή της αναλογικότητας μέσου για την εκπλήρωση των σκοπών παροχής υπηρεσίας κοινής ωφέλειας.

VI.    Ανάλυση

49.      Με τα ερωτήματά του, το αιτούν δικαστήριο κατ’ ουσίαν διερωτάται κατά πόσον ορισμένα εθνικά μέτρα, τα οποία συνίστανται στην επιβολή υποχρεώσεων παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας σε επιχειρήσεις και τα οποία στηρίζονται στο γενικό οικονομικό συμφέρον όσον αφορά την αγορά του εμφιαλωμένου LPG, συνάδουν με τα κριτήρια που διαμορφώθηκαν με τη νομολογία Federutility, ιδίως υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας. Τα επίμαχα εθνικά μέτρα συνίστανται: πρώτον, στον καθορισμό ανώτατης τιμής πωλήσεως, η οποία περιλαμβάνει και το κόστος της κατ’ οίκον διανομής, όσον αφορά φιάλες LPG περιεκτικότητας μεταξύ 8 και 20 χιλιόγραμμων με απόβαρο μεγαλύτερο των 9 χιλιόγραμμων, και, δεύτερον, στην επιβολή στον μεγαλύτερο επιχειρηματικό φορέα κάθε περιοχής της υποχρεώσεως να παραδίδει τις εν λόγω φιάλες στην οικία του καταναλωτή κατόπιν σχετικού αιτήματος (22).

50.      Έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το εμφιαλωμένο LPG δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2009/73, καθώς και ότι η οδηγία 2009/73 και η νομολογία Federutility δεν μπορούν να εφαρμοστούν κατ’ αναλογίαν στον τομέα του εμφιαλωμένου LPG. Κατά συνέπεια φρονώ ότι η οδηγία 2009/73 όπως ερμηνεύεται στη νομολογία Federutility δεν αποκλείει τη θέσπιση εθνικών μέτρων όπως τα επίμαχα στις υποθέσεις των κυρίων δικών.

51.      Φρονώ επίσης ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να προβεί σε αναδιατύπωση των προδικαστικών ερωτημάτων όσον αφορά τη δυνατότητα εφαρμογής άλλων κανόνων του δικαίου της Ένωσης.

52.      Ακολουθεί η ανάλυση του σκεπτικού μου, πρώτα, όμως, θα εξετάσω το παραδεκτό των προδικαστικών παραπομπών.

1.      Επί του παραδεκτού

53.      Η Ισπανική Κυβέρνηση κατ’ ουσίαν προβάλλει ότι οι προδικαστικές παραπομπές είναι απαράδεκτες διότι το αντικείμενο της διαφοράς των υποθέσεων των κυρίων δικών δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2009/73 (βλ. σημείο 41 των παρουσών προτάσεων). Μολονότι η Ισπανική Κυβέρνηση προτείνει στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα, κατόπιν αναδιατυπώσεώς τους, όσον αφορά την ερμηνεία των άρθρων 14 και 106 ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το Πρωτόκολλο 26, πρέπει εντούτοις να εξεταστεί η ένστασή της.

54.      Πρώτον, στον βαθμό που στη νομολογία του Δικαστηρίου νοείται ότι η εν λόγω ένσταση αφορά τη λυσιτέλεια των προδικαστικών ερωτημάτων, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι τα προδικαστικά ερωτήματα δεν έχουν σχέση με τα πραγματικά περιστατικά της κύριας προσφυγής ή ότι αφορούν υποθετικό ζήτημα ή ότι το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα αναγκαία πραγματικά και νομικά στοιχεία για να παράσχει χρήσιμη απάντηση στα υποβληθέντα ενώπιόν του προδικαστικά ρωτήματα, ώστε να ανατραπεί το τεκμήριο λυσιτέλειας των προδικαστικών παραπομπών (23).

55.      Επιπλέον, το ερώτημα αν η οδηγία 2009/73 όπως ερμηνεύθηκε από τη νομολογία Federutility εφαρμόζεται στον τομέα του εμφιαλωμένου LPG άπτεται της ουσίας και όχι του παραδεκτού των προδικαστικών ερωτημάτων (24).

56.      Επομένως, η ένσταση περί απαραδέκτου των προδικαστικών παραπομπών πρέπει να απορριφθεί.

2.      Επί της ουσίας

1.      Δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας 2009/73 και της νομολογίας Federutility στις υποθέσεις των κυρίων δικών

1)      Πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2009/73

57.      Μέχρι σήμερα το Δικαστήριο δεν έχει εξετάσει το ζήτημα του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 2009/73 σε σχέση με το LPG (25).

58.      Όπως έχει αποφανθεί το Δικαστήριο, σκοπός της οδηγίας 2009/73 είναι η επίτευξη μιας πλήρως και πραγματικά ανοικτής και ανταγωνιστικής εσωτερικής αγοράς του φυσικού αερίου, στην οποία όλοι οι καταναλωτές μπορούν να επιλέγουν ελεύθερα τους προμηθευτές τους και στην οποία όλοι οι προμηθευτές μπορούν ελεύθερα να προμηθεύουν τους πελάτες τους με τα προϊόντα τους (26).

59.      Προς τον σκοπό αυτόν, το άρθρο 1 της οδηγίας 2009/73 θέτει τους κανόνες που αφορούν το αντικείμενο και το πεδίο εφαρμογής της. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/73 ορίζει ότι η εν λόγω οδηγία θεσπίζει κοινούς κανόνες που αφορούν τη μεταφορά, τη διανομή, την προμήθεια και την αποθήκευση φυσικού αερίου.

60.       Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2009/73 ορίζει ότι οι κανόνες που θεσπίζονται με την εν λόγω οδηγία για το φυσικό αέριο, συμπεριλαμβανομένου του ΥΦΑ, «ισχύουν αδιακρίτως και για το βιοαέριο και το αέριο που παράγεται από βιομάζα ή άλλα είδη αερίου, εφόσον τα αέρια αυτά είναι τεχνικώς δυνατό να διοχετεύονται με ασφάλεια στο σύστημα φυσικού αερίου και να μεταφέρονται μέσω αυτού» (27).

61.      Το LPG δεν αναφέρεται ούτε στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2009/73 ούτε σε καμία άλλη διάταξη της εν λόγω οδηγίας.

62.      Όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2009/73, το γεγονός ότι μπορεί να θεωρηθεί ότι το LPG συνιστά άλλο «είδος αερίου» (28) ή εναλλακτικό ή συμπληρωματικό προϊόν του φυσικού αερίου (29) δεν αποτελεί από μόνο του αποφασιστικό ή επαρκή παράγοντα για την οριοθέτηση του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 2009/73. Αντιθέτως, το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2009/73 προβλέπει ότι, για να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2009/73, τα επίμαχα «άλλα είδη αερίου» πρέπει να είναι τεχνικώς δυνατό να διοχετεύονται με ασφάλεια στο σύστημα φυσικού αερίου και να μεταφέρονται μέσω αυτού.

63.      Όπως επισημαίνουν η Επιτροπή και η Ισπανική Κυβέρνηση, το LPG δεν είναι τεχνικώς δυνατό να διοχετευθεί με ασφάλεια στο σύστημα φυσικού αερίου και να μεταφέρεται μέσω αυτού κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2009/73. Με την επιφύλαξη της διαπιστώσεως του γεγονότος αυτού από το αιτούν δικαστήριο, μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το εμφιαλωμένο LPG δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2009/73.

64.      Είναι ενδεχομένως χρήσιμο να σημειωθεί ότι η ως άνω διαπίστωση φαίνεται να συνάδει με τις προπαρασκευαστικές εργασίες της οδηγίας 2009/73.

65.      Η οδηγία 2009/73 αποτελεί μέρος της λεγόμενης Τρίτης Δέσμης Μέτρων για την Ενέργεια, η οποία περιλαμβάνει δέσμη μέτρων της Ένωσης στους τομείς του φυσικού αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας (30). Μετά τις προηγούμενες δέσμες μέτρων, οι οποίες σχετικά με το φυσικό αέριο αποτελούνταν, πρώτον, από την οδηγία 98/30 (31) και, δεύτερον, από την οδηγία 2003/55, η οδηγία 2009/73 αποσκοπεί στην πλήρη επίτευξη της ελευθερώσεως του τομέα του φυσικού αερίου, εξαλείφοντας τα εμπόδια που παρέμεναν στην προμήθεια του φυσικού αερίου σε ολόκληρη την Ένωση (32).

66.      Αρχικά, όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 98/30, στο άρθρο 1 της εν λόγω οδηγίας γινόταν αναφορά μόνο του «τομέα του φυσικού αερίου, συμπεριλαμβανομένου του υγροποιημένου φυσικού αερίου (ΥΦΑ)». Με τροπολογίες που εισήχθησαν από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (33), το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/55 ακολούθησε παρόμοια διατύπωση (34) (ελαφρώς τροποποιημένη) με την τρέχουσα διατύπωση του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2009/73 (35). Στην πορεία των εν λόγω τροποποιήσεων δεν φαίνεται να γίνεται καμία αναφορά στο LPG.

67.      Τούτο φαίνεται να ισχύει και στο πλαίσιο της πρόσφατης προτάσεως της Επιτροπής για τροποποίηση της οδηγίας 2009/73 με σκοπό την αντιμετώπιση των κενών που παρατηρούνται στο ρυθμιστικό πλαίσιο της Ένωσης για τους αγωγούς φυσικού αερίου προς και από τρίτες χώρες (36). Ειδικότερα, μολονότι επί του παρόντος το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν έχει ακόμη ολοκληρώσει την πρώτη ανάγνωση της προτάσεως, τα προπαρασκευαστικά έγγραφα που έχει εκδώσει περιλαμβάνουν την προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2009/73 ώστε να συμπεριληφθούν «το πράσινο υδρογόνο και το συνθετικό μεθάνιο από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας» στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας (37). Ωστόσο, δεν υπάρχει καμία αναφορά στο LPG.

68.      Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι το πράσινο υδρογόνο και το συνθετικό μεθάνιο (αναφέρεται επίσης ως συνθετικό φυσικό αέριο) αποτελούν αέρια καύσιμα τα οποία είναι δυνατό να διοχετεύονται και να μεταφέρονται μέσω των υποδομών του φυσικού αερίου (38), από τις ως άνω προτεινόμενες τροποποιήσεις όσον αφορά την οδηγία 2009/73 μπορεί να συναχθεί ότι πρόθεση του νομοθέτη της Ένωσης είναι να περιορίσει το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας στο φυσικό αέριο και σε άλλα είδη αερίου τα οποία είναι δυνατό να χρησιμοποιήσουν το σύστημα του φυσικού αερίου.

69.      Επιπλέον, ο αποκλεισμός του LPG από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2009/73 συνάδει με ορισμένα άλλα μέτρα που έχει θεσπίσει η Ένωση στο πλαίσιο της ενεργειακής της νομοθεσίας, στα οποία γίνεται διάκριση του LPG και του φυσικού αερίου ως δύο διαφορετικών ενεργειακών προϊόντων. Επί παραδείγματι, ο κανονισμός 1099/2008 για τις στατιστικές ενέργειας κατατάσσει γενικώς το LPG στην κατηγορία του πετρελαίου και προϊόντων πετρελαίου η οποία διακρίνεται από την κατηγορία του φυσικού αερίου (39). Η οδηγία 2014/94/ΕΕ για την ανάπτυξη υποδομών εναλλακτικών καυσίμων επίσης κατατάσσει το φυσικό αέριο και το LPG σε διαφορετικές κατηγορίες στον ορισμό των «εναλλακτικών καυσίμων» για τους σκοπούς της εν λόγω οδηγίας (40).

2)      Η κατ’ αναλογίαν εφαρμογή της οδηγίας 2009/73 και της νομολογίας Federutility

70.      Δεν έχω πεισθεί ότι, όπως υποστηρίζεται από τη Repsol Butano και τη DISA Gas, η οδηγία 2009/73 και η νομολογία Federutility μπορούν να εφαρμοστούν κατ’ αναλογίαν στις υποθέσεις των κυρίων δικών για τους ακόλουθους λόγους.

71.      Πρώτον, στις υποθέσεις των κυρίων δικών δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για κατ’ αναλογίαν εφαρμογή της οδηγίας 2009/73.

72.      Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η προσφυγή στην κατ’ αναλογίαν εφαρμογή προϋποθέτει, πρώτον, την ύπαρξη κάποιου μη ηθελημένου κενού σε διάταξη του δικαίου της Ένωσης, το οποίο θεραπεύεται διά της εφαρμογής διατάξεων του δικαίου της Ένωσης που αφορούν παρόμοιες περιπτώσεις, και δεύτερον, ότι τα συμφέροντα που διακυβεύονται στην εξεταζόμενη περίπτωση και στην εκ του νόμου ρυθμιζόμενη περίπτωση είναι συγκρίσιμα (41).

73.      Επιπλέον, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, και ιδίως, την απόφαση Kernkraftwerke Lippe-Ems (42), το επιχείρημα περί κατ’ αναλογίαν εφαρμογής διατάξεως οδηγίας πρέπει να απορρίπτεται όταν αυτή θα είχε ως αποτέλεσμα τη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας κατά παράβαση των ρητών διατάξεών της.

74.      Όπως επισήμανα στις προτάσεις μου στην υπόθεση Cristal Union (43), στην υπόθεση Kernkraftwerke Lippe-Ems, υποβλήθηκε στο Δικαστήριο το ερώτημα αν η υποχρεωτική απαλλαγή κατά το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/96/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας (44) εφαρμόζεται σε πυρηνικό καύσιμο, εφόσον αυτό, όπως απαιτεί η εν λόγω διάταξη, «χρησιμοποιείται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας», αλλά δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο των «ενεργειακών προϊόντων» επί των οποίων τυγχάνει εφαρμογής η οδηγία 2003/96, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το πυρηνικό καύσιμο δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας και απέρριψε το επιχείρημα ότι η οδηγία αυτή πρέπει να εφαρμόζεται κατ’ αναλογίαν επί των πυρηνικών καυσίμων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, αν το Δικαστήριο είχε εφαρμόσει την εν λόγω απαλλαγή επί των πυρηνικών καυσίμων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, θα είχε διευρύνει το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2003/96 κατά παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής (45).

75.      Στις υπό κρίση υποθέσεις, το γεγονός ότι το εμφιαλωμένο LPG δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2009/73 δεν αποτελεί κενό, αλλά αντιθέτως, απηχεί την πρόθεση του νομοθέτη της Ένωσης να μην υπαγάγει το εμφιαλωμένο LPG στην εν λόγω οδηγία. Η εκ μέρους του Δικαστηρίου κατ’ αναλογίαν εφαρμογή των κανόνων που θεσπίζει η οδηγία 2009/73 στον τομέα του εμφιαλωμένου LPG θα συνιστούσε διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας καθ’ υπέρβαση των ρητών όρων του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2009/73.

76.      Η ίδια συλλογιστική ισχύει και όσον αφορά την κατ’ αναλογίαν εφαρμογή της νομολογίας Federutility στις υποθέσεις των κυρίων δικών, καθόσον η εν λόγω νομολογία ερμηνεύει την οδηγία 2009/73.

77.      Στην εν λόγω νομολογία, το Δικαστήριο έκρινε ότι, καίτοι η κρατική παρέμβαση στον καθορισμό της τιμής παροχής του φυσικού αερίου στον τελικό καταναλωτή αποτελεί εμπόδιο στην επίτευξη λειτουργικής αγοράς του φυσικού αερίου, εντούτοις η εν λόγω παρέμβαση μπορεί να γίνει δεκτή στο πλαίσιο της οδηγίας 2009/73 (46), και ιδίως βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας (47), το οποίο επιτρέπει την επιβολή στις επιχειρήσεις, χάριν του γενικού οικονομικού συμφέροντος, υποχρεώσεων παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, εφόσον πληρούνται τρεις προϋποθέσεις: πρώτον, το μέτρο πρέπει να επιδιώκει σκοπό γενικού οικονομικού συμφέροντος, δεύτερον, το μέτρο πρέπει να είναι σύμφωνο προς την αρχή της αναλογικότητας, και, τρίτον, το μέτρο πρέπει να προβλέπει υποχρεώσεις παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας σαφώς καθορισμένες, διαφανείς, αμερόληπτες και επαληθεύσιμες και να διασφαλίζει ισότιμη πρόσβαση των επιχειρήσεων φυσικού αερίου της Ένωσης στους καταναλωτές (48).

78.      Στην εν λόγω νομολογία, το Δικαστήριο επίσης παρείχε στο οικείο αιτούν δικαστήριο τα ακόλουθα στοιχεία σχετικά με τη δεύτερη από τις προϋποθέσεις η οποία αφορά την αναλογικότητα, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι υποχρεώσεις παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, οι οποίες μπορούν να επιβάλλονται στις επιχειρήσεις κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2009/73, από την 1η Ιουλίου 2007, δεν θίγουν τον ελεύθερο καθορισμό της τιμής παροχής φυσικού αερίου, παρά μόνον καθόσον απαιτείται για την υλοποίηση του σκοπού γενικού οικονομικού συμφέροντος τον οποίο επιδιώκουν και, συνεπώς, για μία κατ’ ανάγκην οριοθετημένη χρονικά περίοδο: πρώτον, το μέτρο πρέπει να είναι πρόσφορο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού γενικού οικονομικού συμφέροντος, δεύτερον, η διάρκεια της κρατικής παρεμβάσεως στις τιμές πρέπει να είναι περιορισμένη στο αυστηρώς αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, τρίτον, η εφαρμοζόμενη μέθοδος παρεμβάσεως δεν πρέπει να βαίνει πέραν του αναγκαίου προς επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού γενικού οικονομικού συμφέροντος και, τέταρτον, η απαίτηση αναγκαιότητας πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του μέτρου και, ειδικότερα, σε σχέση με τους δικαιούχους του (49).

79.      Πρέπει να υπογραμμισθεί το γεγονός ότι η νομολογία Federutility εντάσσεται στο εναρμονισμένο πλαίσιο που καθιερώνεται με την οδηγία 2009/73 το οποίο σταθμίζει, αφενός μεν, τον πρωταρχικό σκοπό της εν λόγω οδηγίας για διασφάλιση πλήρως απελευθερωμένης και ανταγωνιστικής εσωτερικής αγοράς φυσικού αερίου εντός καθορισμένου χρονικού πλαισίου και, αφετέρου, τη δυνατότητα κάποιου βαθμού κρατικής παρεμβάσεως στον καθορισμό των τιμών, με τη μορφή επιβολής υποχρεώσεων παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας χάριν του γενικού οικονομικού συμφέροντος, βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας, εφόσον τηρούνται οι αυστηροί κανόνες που έχουν τεθεί από την εν λόγω διάταξη και διαμορφωθεί περαιτέρω στη νομολογία Federutility που ερμηνεύει τη διάταξη αυτή (50). Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, εκτιμώ ότι τα κριτήρια που έχουν διαμορφωθεί από το Δικαστήριο στην εν λόγω νομολογία δεν είναι γενικής εφαρμογής και ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τυγχάνουν εφαρμογής εκτός του εναρμονισμένου αυτού πλαισίου σε τομέα ο οποίος δεν αποτελεί το αντικείμενο οδηγίας της Ένωσης περί τομεακής ελευθερώσεως.

80.      Ευθυγραμμιζόμενος με την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ο συνάδελφος γενικός εισαγγελέας Μ. Szpunar στις προτάσεις του στην υπόθεσηKernkraftwerke Lippe-Ems (51), φρονώ ότι η επέκταση των κριτηρίων της νομολογίας Federutility στον τομέα του εμφιαλωμένου LPG θα έβαινε πέραν του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 2009/73 καθώς και της αρμοδιότητας των κρατών μελών για τη θέσπιση κανόνων εκτός του εναρμονισμένου πεδίου που καλύπτει η οδηγία 2009/73.

81.      Κατά συνέπεια, φρονώ ότι το LPG δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2009/73 καθώς και ότι η οδηγία 2009/73 και η νομολογία Federutility δεν μπορούν να εφαρμοστούν κατ’ αναλογίαν στις υποθέσεις των κυρίων δικών.

82.      Ως εκ τούτου προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο των παρουσών υποθέσεων ότι εθνικά μέτρα, όπως τα επίμαχα στις υποθέσεις των κυρίων δικών, δεν αντιβαίνουν στην οδηγία 2009/73 όπως ερμηνεύθηκε στη νομολογία Federutility.

2.      Δυνατότητα εφαρμογής άλλων κανόνων του δικαίου της Ένωσης στις υποθέσεις των κυρίων δικών

83.      Επισημαίνω ότι με τα προδικαστικά ερωτήματα, όπως αυτά είναι διατυπωμένα, ζητείται να διευκρινιστεί αν τα επίμαχα μέτρα συνάδουν προς τη νομολογία Federutility «ή προς την αρχή της αναλογικότητας» (βλ. σημεία 28 και 29 των παρουσών προτάσεων). Επομένως, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η οδηγία 2009/73 και η νομολογία Federutility δεν τυγχάνουν εφαρμογής στις υποθέσεις των κυρίων δικών, μπορεί να θεωρηθεί ότι με τα προδικαστικά ερωτήματα το Δικαστήριο καλείται να παράσχει διευκρινίσεις επί της εκτιμήσεως του συμβατού των εν λόγω μέτρων με την αρχή της αναλογικότητας, εκτός του εν λόγω πλαισίου.

84.      Εντούτοις, η εκτίμηση της αναλογικότητας δεν υφίσταται εν κενώ (52). Πράγματι, όπως επισήμαναν στις παρατηρήσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου, οι μετέχοντες στη διαδικασία προτείνουν τρεις διαφορετικές προσεγγίσεις για την εξέταση της συμβατότητας των προσβαλλόμενων μέτρων προς το δίκαιο της Ένωσης και ιδίως προς την αρχή της αναλογικότητας. Ενώ η Repsol Butano και η DISA Gas επικαλούνται τα κριτήρια που διαμορφώθηκαν με τη νομολογία Federutility για την ερμηνεία της οδηγίας 2009/73, η Ισπανική Κυβέρνηση επικαλείται τις διατάξεις της Συνθήκης όσον αφορά τις υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος, συμπεριλαμβανομένων των άρθρων 14 και 106 ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το Πρωτόκολλο 26 και το άρθρο 36 του Χάρτη. Επίσης η Ισπανική Κυβέρνηση φαίνεται να συντάσσεται με την Επιτροπή όσον αφορά τις παρατηρήσεις της σχετικά με την εφαρμογή των θεμελιωδών ελευθεριών, και ιδίως της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, στο πλαίσιο των υπό κρίση υποθέσεων.

85.      Αναγνωρίζω ότι σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, το γεγονός ότι το αιτούν δικαστήριο έχει περιορίσει τα ερωτήματά του στην ερμηνεία ορισμένων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να του παράσχει όλα τα στοιχεία ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης που ενδέχεται να του είναι χρήσιμα για την εκδίκαση της υποθέσεως της οποίας έχει επιληφθεί, και προς τον σκοπό αυτό, το Δικαστήριο μπορεί να παράσχει καθοδήγηση με βάση, μεταξύ άλλων, τις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις που του υποβλήθηκαν (53). Επιπλέον, προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο, το Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη κανόνες του δικαίου της Ένωσης τους οποίους το εθνικό δικαστήριο δεν μνημόνευσε με τα προδικαστικά του ερωτήματα (54).

86.      Εντούτοις, εκτιμώ ότι υπό τις περιστάσεις των υπό κρίση υποθέσεων το Δικαστήριο δεν πρέπει να αναδιατυπώσει τα προδικαστικά ερωτήματα σύμφωνα με τις προσεγγίσεις που προτάθηκαν από την Ισπανική Κυβέρνηση και την Επιτροπή για τους ακόλουθους λόγους.

87.      Πρώτον, ενώ τα άρθρα 14 και 106 ΣΛΕΕ απηχούν τη σημασία που έχουν οι υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος (55) στην έννομη τάξη της Ένωσης, εντούτοις, οι εν λόγω διατάξεις δεν αρκούν από μόνες τους για την αξιολόγηση των προσβαλλόμενων μέτρων βάσει του δικαίου της Ένωσης και ιδίως για την αξιολόγησή τους από πλευράς της αρχής της αναλογικότητας δεδομένων των περιστάσεων των υπό κρίση υποθέσεων (56).

88.      Το άρθρο 14 ΣΛΕΕ, μαζί με το Πρωτόκολλο 26, κατοχυρώνει τη θέση που κατέχουν οι υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος στο πλαίσιο των κοινών αξιών της Ένωσης (57). Το άρθρο 14 ΣΛΕΕ (58) αποτελεί «διάταξη γενικής ισχύος» όσον αφορά τις διάφορες πολιτικές και δραστηριότητες της Ένωσης, η οποία, μεταξύ άλλων, ορίζει ότι οι υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος πρέπει να λειτουργούν βάσει προϋποθέσεων οι οποίες επιτρέπουν την εκπλήρωση των σκοπών τους, υπό την επιφύλαξη των άρθρων 4 ΣΕΕ και 93, 106 και 107 ΣΛΕΕ υπό την ευθύνη της Ένωσης και των κρατών μελών, εντός των πλαισίων των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους και εντός του πεδίου εφαρμογής των Συνθηκών. Όπως δέχθηκε το Δικαστήριο με τη νομολογία Federutility, το Πρωτόκολλο 26 αναγνωρίζει ρητώς τον ουσιώδη ρόλο και την ευρεία διακριτική ευχέρεια των αρχών των κρατών μελών κατά την παροχή, εκτέλεση και οργάνωση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος (59).

89.      Όπως επίσης υπογράμμισε το Δικαστήριο στο πλαίσιο της νομολογίας Federutility, το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ (60) αποσκοπεί στον συγκερασμό του συμφέροντος των κρατών μελών να χρησιμοποιούν ορισμένες επιχειρήσεις ως όργανο οικονομικής ή κοινωνικής πολιτικής με το συμφέρον της Ένωσης προς τήρηση των κανόνων ανταγωνισμού και διατήρηση της ενότητας της εσωτερικής αγοράς (61). Στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη μέλη δικαιούνται, τηρώντας το δίκαιο της Ένωσης, να καθορίζουν το περιεχόμενο και την οργάνωση των υπηρεσιών τους γενικού οικονομικού συμφέροντος και, ειδικότερα, να λαμβάνουν υπόψη σκοπούς που προσιδιάζουν στην εθνική τους πολιτική (62). Εντούτοις, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις της (63), η Ισπανική Κυβέρνηση δεν επικαλείται το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ κατά παρέκκλιση από την εφαρμογή συγκεκριμένων κανόνων της Συνθήκης (64).

90.      Επιπλέον, μολονότι στις παρατηρήσεις των μετεχόντων στη διαδικασία γίνεται μνεία των θεμελιωδών ελευθεριών, φρονώ ότι η δικογραφία που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο δεν παρέχει επαρκείς πληροφορίες ως προς τον προσδιορισμό συγκεκριμένης θεμελιώδους ελευθερίας που να τυγχάνει εφαρμογής σε σχέση με τα προσβαλλόμενα μέτρα, με βάση την οποία θα μπορούσε το Δικαστήριο να παράσχει στοιχεία σχετικά με την εκτίμηση των εν λόγω μέτρων όσον αφορά την αρχή της αναλογικότητας. Συναφώς, η Επιτροπή, όταν ερωτήθηκε επί του ζητήματος αυτού κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, υποστήριξε ότι δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία ώστε να προσδιορίσει με σαφήνεια ποιες θεμελιώδεις ελευθερίες εφαρμόζονται εν προκειμένω και ότι, μολονότι η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων χρησιμοποιείται ως σημείο αναφοράς, δεν μπορούν να αποκλεισθούν οι λοιπές θεμελιώδεις ελευθερίες και η οδηγία για τις υπηρεσίες (65).

91.      Ως εκ τούτου, μολονότι στις υποθέσεις των κυρίων δικών ενδέχεται να τυγχάνουν εφαρμογής άλλοι κανόνες του δικαίου της Ένωσης, όπως οι θεμελιώδεις ελευθερίες ή το δίκαιο του ανταγωνισμού, το αιτούν δικαστήριο δεν ζήτησε από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει τους εν λόγω κανόνες, ούτε και έχει το τελευταίο στη διάθεσή του επαρκή πραγματικά και νομικά στοιχεία για να προβεί σε μια τέτοια εκτίμηση (66). Η μεταβολή της ουσίας των προδικαστικών ερωτημάτων από το Δικαστήριο δεν συμβιβάζεται με την υποχρέωση που αυτό υπέχει να διασφαλίζει στα κράτη μέλη και στα ενδιαφερόμενα μέρη τη δυνατότητα να υποβάλουν παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεδομένου ότι, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, στα ενδιαφερόμενα μέρη κοινοποιούνται μόνον οι αποφάσεις περί παραπομπής (67).

92.      Κατά συνέπεια, φρονώ ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να αναδιατυπώσει τα προδικαστικά ερωτήματα αλλά, αντιθέτως, στην απάντησή του μπορεί να επισημάνει ότι απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να προσδιορίσει τη δυνατότητα εφαρμογής των κανόνων των Συνθηκών και ιδίως των θεμελιωδών ελευθεριών, όσον αφορά τα προσβαλλόμενα μέτρα. Βεβαίως, το εν λόγω δικαστήριο μπορεί να υποβάλει νέα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ.

VII. Πρόταση

93.      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω εκτιμήσεων προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα που υπέβαλε το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο, Ισπανία) ως εξής:

1)      Μέτρο το οποίο συνίσταται στον καθορισμό ανώτατης τιμής για τη φιάλη υγροποιημένου αερίου πετρελαίου συνάδει προς την οδηγία 2009/73/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου και την κατάργηση της οδηγίας 2003/55/EΚ, όπως ερμηνεύθηκε από την απόφαση της 20ής Απριλίου 2010, Federutility κ.λπ. (C‑265/08, EU:C:2010:205), και τη μετέπειτα νομολογία, εφόσον το μέτρο αυτό θεσπίζεται για την προστασία των κοινωνικώς ευάλωτων χρηστών, όταν συντρέχει, διαζευκτικώς ή σωρευτικώς, κάποια από τις ακόλουθες περιστάσεις:

–      το μέτρο θεσπίζεται γενικώς για το σύνολο των καταναλωτών και για αόριστο χρονικό διάστημα «καθόσον οι όροι προσβάσεως στην αγορά και ο ανταγωνισμός στην εν λόγω αγορά δεν κρίνονται ικανοποιητικοί»,

–      το μέτρο ισχύει ήδη από 18 και πλέον ετών,

–      το μέτρο μπορεί να συμβάλει στην παγιοποίηση καταστάσεως περιορισμένου ανταγωνισμού καθόσον συνιστά εμπόδιο για την είσοδο νέων επιχειρηματικών φορέων.

2)      Μέτρο περί υποχρεωτικής κατ’ οίκον διανομής εμφιαλωμένου υγροποιημένου αερίου πετρελαίου, που θεσπίζεται ως μέτρο προστασίας των κοινωνικά ευάλωτων χρηστών ή των κατοίκων δυσπρόσιτων περιοχών, συνάδει προς την οδηγία 2009/73, όπως ερμηνεύθηκε από την απόφαση της 20ής Απριλίου 2010, Federutility κ.λπ. (C‑265/08, EU:C:2010:205), και τη μετέπειτα νομολογία όταν συντρέχει, διαζευκτικώς ή σωρευτικώς, κάποια από τις απαριθμούμενες στο προηγούμενο σημείο περιστάσεις.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.


2      Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009 (ΕΕ 2009, L 211, σ. 94).


3      Απόφαση της 20ής Απριλίου 2010 (C‑265/08, EU:C:2010:205).


4      Αποφάσεις της 21ης Δεκεμβρίου 2011, ENEL Produzione(C‑242/10, EU:C:2011:861) (όσον αφορά τον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας), της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, Επιτροπή κατά Πολωνίας (C‑36/14, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:570), και της 7ης Σεπτεμβρίου 2016, ANODE (C‑121/15. EU:C:2016:637).


5      Απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2016, ANODE (C‑121/15, EU:C:2016:637, σκέψη 24 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Βλ σημεία 77 και 78 των παρουσών προτάσεων.


6      Για τον ορισμό του LPG, βλ., επί παραδείγματι, κανονισμό (ΕΚ) 1099/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008, για τις στατιστικές ενέργειας [ΕΕ 2008, L 304, σ. 1, όπως τροποποιήθηκε προσφάτως από τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/2010 της Επιτροπής, της 9ης Νοεμβρίου 2017 (ΕΕ 2017, L 292, σ. 3)], Παράρτημα Α, σημείο 3.4.10. Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο έχει αποφανθεί επί των χαρακτηριστικών του LPG στο πλαίσιο της κατατάξεώς του στη Συνδυασμένη Ονοματολογία στην απόφασή του της 26ης Μαΐου 2016, Latvijas propāna gāze (C‑286/15, EU:C:2016:363).


7      To LPG δεν πρέπει να συγχέεται με το συμπιεσμένο φυσικό αέριο (στο εξής: CNG) ή με το υγροποιημένο φυσικό αέριο (στο εξής: LNG) τα οποία αποτελούν μορφές φυσικού αερίου. Για τον ορισμό του φυσικού αερίου, βλ., επί παραδείγματι, κανονισμό 1099/2008, υποσημείωση 6 των παρουσών προτάσεων, Παράρτημα A, σημείο 3.2.1.


8      Η παροχή του LPG μπορεί επίσης, επί παραδείγματι, να γίνει χύδην μέσω αγωγού. Οι μορφές αυτές του LPG δεν αφορούν τις υπό κρίση υποθέσεις και δεν θα αναλυθούν περαιτέρω. Για μια γενική ανάλυση του LPG, βλ., επί παραδείγματι,, Robert J. Falkiner, «Liquefied Petroleum Gas», σε George E. Totten (επιμ.), Fuels and Lubricants Handbook: Technology, Properties, Performance and Testing (ASTM International 2003), σ. 31-59· ειδικότερα, όσον αφορά την Ισπανία, Bello Pintado, A., «The Spanish liquefied petroleum gas industry: Market forces, competition and government intervention», 11 Energy Sources, Part B: Economics, Planning, and Policy 2016, σ. 198-204.


9      BOE αριθ. 241, της 8ης Οκτωβρίου 1998, σ. 33517.


10      BOE αριθ. 236, της 2ας Οκτωβρίου 1999, σ. 35442.


11      BOE αριθ. 163, της 5ης Ιουλίου 2014, σ. 52544 [κυρωθέν με τον Ley 18/2014, de 15 de octubre, de aprobación de medidas urgentes para el crecimiento, la competitividad y la eficiencia (νόμο 18/2014, της 15ης Οκτωβρίου, περί εγκρίσεως επειγόντων μέτρων για την ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα και την αποτελεσματικότητα, BOE αριθ. 252, της 17ης Οκτωβρίου 2014, σ. 83921)].


12      Βασιλικό νομοθετικό διάταγμα 8/2014, διάταξη εισάγουσα παρέκκλιση, παράγραφος 2, στοιχεία στʹ και ζʹ.


13      Βασιλικό νομοθετικό διάταγμα 8/2014, άρθρο 57.


14      BOE αριθ. 166, της 13ης Ιουλίου 2017, σ. 61346.


15      BOE αριθ. 58, της 9ης Μαρτίου 2015, σ. 20850.


16      Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2003 (ΕΕ 2003, L 176, σ. 57).


17      Sentencia del Tribunal Supremo, Sala 3a, de lo Contencioso-Administrativo de 19 de junio de 2012, ES:TS:2012:4248.


18      Orden ITC/2608/2009, de 28 de septiembre, por la que se modifica la orden ITC/1858/2008, de 26 de junio, por la que se actualiza el sistema de determinación automática de precios máximos de venta, antes de impuestos, de los gases licuados del petróleo envasados (διάταξη ITC/2608/2009, της 28ης Σεπτεμβρίου, για την επικαιροποίηση του συστήματος αυτόματου καθορισμού ανώτατης τιμής πωλήσεως, προ φόρων, του υγροποιημένου αερίου πετρελαίου, BOE αριθ. 236, της 30ής Σεπτεμβρίου 2009, σ. 82309).


19      Η Ισπανική Κυβέρνηση επισημαίνει στις παρατηρήσεις της ότι ο Ισπανός νομοθέτης δεν διεύρυνε το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2009/73 όταν έγινε η μεταφορά της στην εθνική έννομη τάξη.


20      Πρωτόκολλο το οποίο προσαρτάται στη ΣΕΕ και στη ΣΛΕΕ (ΕΕ 2016, C 202, σ. 307).


21      Η Ισπανική Κυβέρνηση επισημαίνει στις παρατηρήσεις της ότι οι εν λόγω συνθήκες αφορούν: πρώτον, τον υψηλό βαθμό συγκεντρώσεως επιχειρήσεων στην αγορά, δεύτερον, την κατάσταση ύφεσης στην οποία έχει περιέλθει η αγορά και, τρίτον, τον κοινωνικό χαρακτήρα της αγοράς όσον αφορά κυρίως τους καταναλωτές οι οποίοι διαθέτουν πενιχρά μέσα και οι οποίοι σε μεγάλο μέρος της ισπανικής επικράτειας δεν έχουν επιλογή όσον αφορά τον προμηθευτή.


22      Υπό την επιφύλαξη των περιπτώσεων όπου ο κύριος επιχειρηματικός φορέας δεν διαθέτει φιάλες περιεκτικότητας μεταξύ 8 και 20 χιλιόγραμμων με απόβαρο μεγαλύτερο από 9 χιλιόγραμμα: βλ. σημεία 13 και 19 των παρουσών προτάσεων.


23      Βλ., επί παραδείγματι, αποφάσεις της 14ης Ιανουαρίου 2010, Plus Warenhandelsgesellschaft (C‑304/08, EU:C:2010:12, σκέψεις 21 έως 34), καθώς και της 3ης Ιουνίου 2010, Caja de Ahorros y Monte de Piedad de Madrid (C‑484/08, EU:C:2010:309, σκέψεις 17 έως 23).


24      Βλ., επί παραδείγματι, απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2010, Padawan (C‑467/08, EU:C:2010:620, σκέψη 27 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


25      Καθώς φαίνεται, το Δικαστήριο δεν είχε την ευκαιρία να αποφανθεί επί της διακρίσεως μεταξύ LPG και φυσικού αερίου ούτε σε κάποιο άλλο πλαίσιο. Βλ., επί παραδείγματι, απόφαση της 7ης Αυγούστου 2018, Saras Energía(C‑561/16, EU:C:2018:633, σκέψεις 21, 38 έως 42). Βλ., επίσης, δέκατη όγδοη ετήσια έκθεση για τον έλεγχο της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου (2000), COM(2001) 309 τελικό, της 16ης Ιουλίου 2001, σημείο 2.12.3, σ. 101-102: η Επιτροπή κίνησε διαδικασία λόγω παραβάσεως κατά της Ισπανίας για εφαρμογή του μειωμένου συντελεστή για τις παραδόσεις αερίου που προβλεπόταν στην τότε ισχύουσα οδηγία περί ΦΠΑ στο LPG, και όχι στο φυσικό αέριο. Ωστόσο, η εν λόγω προσφυγή ανακλήθηκε με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 7ης Ιουνίου 2002, Επιτροπή κατά Ισπανίας(C‑143/01, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2002:357).


26      Βλ. απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2016, ANODE (C‑121/15, EU:C:2016:637, σκέψη 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


27      Η υπογράμμιση δική μου. Βλ., επίσης, οδηγία 2009/73, αιτιολογικές σκέψεις 26 και 41.


28      Βλ., επί παραδείγματι, ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, Πτυχές των εξωτερικών μέτρων της Κοινότητας στον ενεργειακό τομέα, COM(1979) 23 τελικό, της 6ης Φεβρουαρίου 1979, σ. 10.


29      Βλ., επί παραδείγματι, Επικαιροποίηση της ανακοινώσεως της Επιτροπής προς το Συμβούλιο σχετικά με την «Κοινοτική δράση στον τομέα της παροχής φυσικού αερίου» [COM(1980) 295 τελικό, της 2ας Ιουνίου 1980], COM(1980) 731 τελικό, της 21ης Νοεμβρίου 1980, σ. 7.


30      Βλ., επί παραδείγματι, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα D. Ruiz-Jarabo Colomer στην υπόθεση Federutility κ.λπ. (C‑265/08, EU:C:2009:640, σημεία 27 έως 29) καθώς και του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi στην υπόθεση ANODE (C‑121/15, EU:C:2016:248, σημείο 4).


31      Οδηγία 98/30/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου (ΕΕ 1998, L 204, σ. 1). Βλ. αιτιολογική σκέψη 4 της εν λόγω οδηγίας σχετικά με τα προηγούμενα μέτρα που θεσπίστηκαν στον οικείο τομέα.


32      Βλ., επί παραδείγματι, οδηγία 2009/73, αιτιολογικές σκέψεις 4 και 5, 54 έως 58 και 60. Βλ., επίσης, πρόταση της Επιτροπής για οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 2003/55/ΕΚ σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου, COM(2007) 529 τελικό, της 19ης Σεπτεμβρίου 2007, αιτιολογική έκθεση, σ. 2-4.


33      Βλ. τροποποιημένη πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί τροποποιήσεως των οδηγιών 96/92/ΕΚ και 98/30/ΕΚ όσον αφορά τους κανόνες για τις εσωτερικές αγορές ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου (υποβληθείσα από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 250, παράγραφος 2 της Συνθήκης ΕΚ), COM(2002) 304 τελικό, της 7ης Ιουνίου 2002, σ. 4· βλ., επίσης, κοινή θέση (ΕΚ) 6/2003, που καθορίστηκε από το Συμβούλιο στις 3 Φεβρουαρίου 2003, για την έκδοση της οδηγίας 2003/…/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της […] σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου και την κατάργηση της οδηγίας 98/30/ΕΚ (ΕΕ 2003, C 50 E, σ. 36), σ. 58 (τροπολογία 118).


34      Βλ., επίσης, οδηγία 2003/55, αιτιολογική σκέψη 24.


35      Στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2009/73 προστέθηκε η λέξη «αδιακρίτως» (βλ. σημεία 6 και 60 των παρουσών προτάσεων).


36      Πρόταση της Επιτροπής για οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 2009/73/ΕΚ σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου, COM(2017) 660 τελικό, της 8ης Νοεμβρίου 2017.


37      Έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 11ης Απριλίου 2018 επί της προτάσεως για οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 2009/73/ΕΚ σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου (A8-0143/2018), σ. 7 και 8 (τροπολογία 6, καθώς και τροπολογίες 4 και 5 όσον αφορά τις συναφείς αιτιολογικές σκέψεις).


38      Βλ., επί παραδείγματι, γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, της 1ης Ιουλίου 2015, με θέμα «Αποθήκευση ενέργειας: παράγοντας για την ολοκλήρωση και την ενεργειακή ασφάλεια» (ΕΕ 2015, C 383, σ. 19), σημεία 4.3 και 4.4.


39      Κανονισμός 1099/2008, υποσημείωση 6, παράρτημα A, σημείο 3, παράρτημα B, σημεία 2 και 4, παράρτημα Γ, σημεία 3 και 4, παράρτημα Δ, σημεία 1 και 3.


40      Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2014 (ΕΕ 2014, L 307, σ. 1), άρθρο 2, παράγραφος 1.


41      Βλ., επί παραδείγματι, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Α. Saggio στην υπόθεση K.V.S. International(C‑301/98, EU:C:2000:52, σημείο 50), καθώς και του γενικού εισαγγελέα P. Cruz‑Villalón στην υπόθεση Γερμανία κατά Συμβουλίου (C‑399/12, EU:C:2014:289, σημείο 103 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


42      Απόφαση της 4ης Ιουνίου 2015 (C‑5/14, EU:C:2015:354).


43      C‑31/17 (EU:C:2018:92, σημείο 64).


44      Οδηγία της 27ης Οκτωβρίου 2003 (ΕΕ 2003, L 283, σ. 51).


45      Βλ. απόφαση της 4ης Ιουνίου 2015, Kernkraftwerke Lippe-Ems (C‑5/14, EU:C:2015:354, σκέψεις 47 και 48, 50 έως 53).


46      Μολονότι η απόφαση Federutility αφορούσε την ερμηνεία της οδηγίας 2003/55, το Δικαστήριο έκρινε ότι η ερμηνεία του ισχύει και όσον αφορά την οδηγία 2009/73: βλ. απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2016, ANODE (C‑121/15, EU:C:2016:637, σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


47      Το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2009/73 ορίζει: «Tηρώντας πλήρως τις οικείες διατάξεις της Συνθήκης, και ιδίως το άρθρο [106], τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν στις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα του φυσικού αερίου, χάριν του γενικού οικονομικού συμφέροντος, υποχρεώσεις παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας οι οποίες μπορούν να αφορούν την ασφάλεια, συμπεριλαμβανομένης της ασφάλειας του εφοδιασμού, την τακτική παροχή, την ποιότητα και τις τιμές παροχής, καθώς και την προστασία του περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας του κλίματος, της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και της ενεργειακής αποδοτικότητας. Οι υποχρεώσεις αυτές πρέπει να ορίζονται σαφώς, να είναι διαφανείς, αμερόληπτες και επαληθεύσιμες και να διασφαλίζουν την ισότιμη πρόσβαση των επιχειρήσεων φυσικού αερίου της [Ένωσης] στους εθνικούς καταναλωτές […]».


48      Βλ. απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2016, ANODE (C‑121/15, EU:C:2016:637, σκέψεις 27 και 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


49      Βλ. απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2016, ANODE (C‑121/15, EU:C:2016:637, σκέψεις 53 έως 55, 60, 64, 66, 67 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


50      Βλ., επί παραδείγματι, απόφαση της 20ής Απριλίου 2010, Federutility κ.λπ. (C‑265/08, EU:C:2010:205, σκέψεις 18 έως 24 και 32), προτάσεις του γενικού εισαγγελέα D. Ruiz-Jarabo Colomer στην υπόθεση Federutility κ.λπ. (C‑265/08, EU:C:2009:640, σημεία 41 έως 48), καθώς και τους γενικού εισαγγελέα Ρ. Mengozzi στην υπόθεση ANODE (C‑121/15, EU:C:2016:248, σημεία 1, 53 έως 55).


51      C‑5/14, EU:C:2015:51, σημεία 45 έως 48.


52      Για μια πρόσφατη επισκόπηση των λειτουργιών της αρχής της αναλογικότητας στο δίκαιο της Ένωσης, βλ., επί παραδείγματι, Tridimas Takis, «The Principle of Proportionality», σε Robert Schütze και Takis Tridimas (επιμ.), Oxford Principles of European Union Law – 1 The European Union Legal Order (OUP 2018), σ. 243-264.


53      Βλ., επί παραδείγματι, απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2018, X και Visser (C‑360/15 και C‑31/16, EU:C:2018:44, σκέψεις 55 και 56 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


54      Βλ., επί παραδείγματι, αποφάσεις της 8ης Δεκεμβρίου 2011, Banco Bilbao Vizcaya Argentaria (C‑157/10, EU:C:2011:813, σκέψη 19), και της 28ης Φεβρουαρίου 2013, Petersen (C‑544/11, EU:C:2011:124, σκέψη 24).


55      Για ανάλυση της εν λόγω έννοιας, βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα D. Ruiz‑Jarabo Colomer στην υπόθεση Federutility κ.λπ. (C‑265/08, EU:C:2009:640, σημεία 53 έως 55). Για ευρύτερη ανάλυση των υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος μετά τη Συνθήκη της Λισσαβώνας, βλ. επί παραδείγματι, Caroline Wehlander, Services of General Economic Interest as a Constitutional Concept of EU Law (Asser Press 2016), σ. 67-111.


56      Όσον αφορά το άρθρο 36 του Χάρτη, το οποίο επιγράφεται «Πρόσβαση στις υπηρεσίες γενικού οικονομικού ενδιαφέροντος», το άρθρο αυτό ορίζει ότι: «Η Ένωση αναγνωρίζει και σέβεται την πρόσβαση στις υπηρεσίες γενικού οικονομικού ενδιαφέροντος, όπως αυτό προβλέπεται στις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές, σύμφωνα με τις Συνθήκες, προκειμένου να προαχθεί η κοινωνική και εδαφική συνοχή της Ένωσης». Κατά τις Επεξηγήσεις σχετικά με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (ΕΕ 2007, C 303, σ. 27), το άρθρο αυτό «είναι πλήρως ευθυγραμμισμένο με το άρθρο 14 της [ΣΛΕΕ] και δεν δημιουργεί νέο δικαίωμα. Θέτει απλώς την αρχή ότι η Ένωση σέβεται την πρόσβαση στις υπηρεσίες γενικού οικονομικού ενδιαφέροντος, όπως αυτή προβλέπεται στις εθνικές διατάξεις, εφόσον οι διατάξεις αυτές συνάδουν προς το δίκαιο της Ένωσης». Η υπογράμμιση δική μου.


57      Βλ., συναφώς, άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου 26.


58      Το άρθρο 14 ΣΛΕΕ έχει ως εξής: «Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 4 της [ΣΕΕ], και των άρθρων 93, 106 και 107 της [ΣΛΕΕ], και ενόψει της θέσης που κατέχουν οι υπηρεσίες γενικού οικονομικού ενδιαφέροντος στα πλαίσια των κοινών αξιών της Ένωσης, καθώς και της συμβολής τους στην προώθηση της κοινωνικής και εδαφικής συνοχής, η Ένωση και τα κράτη μέλη, εντός των πλαισίων των αντιστοίχων αρμοδιοτήτων τους, και εντός του πεδίου εφαρμογής των Συνθηκών, μεριμνούν ούτως ώστε οι υπηρεσίες αυτές να λειτουργούν βάσει αρχών και προϋποθέσεων, ιδίως οικονομικών και δημοσιονομικών, οι οποίες επιτρέπουν την εκπλήρωση του σκοπού τους. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζοντας μέσω κανονισμών σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, καθιερώνουν τις εν λόγω αρχές και καθορίζουν τις εν λόγω προϋποθέσεις, με την επιφύλαξη της αρμοδιότητας των κρατών μελών, τηρουμένων των Συνθηκών, για την παροχή, την ανάθεση και τη χρηματοδότηση των υπηρεσιών αυτών».


59      Απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2016, ANODE (C‑121/15, EU:C:2016:637, σκέψη 41).


60      Το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ ορίζει: «Οι επιχειρήσεις που είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος ή που έχουν χαρακτήρα δημοσιονομικού μονοπωλίου υπόκεινται στους κανόνες των Συνθηκών ιδίως στους κανόνες ανταγωνισμού, κατά το μέτρο που η εφαρμογή των κανόνων αυτών δεν εμποδίζει νομικά ή πραγματικά την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που τους έχει ανατεθεί. Η ανάπτυξη των συναλλαγών δεν πρέπει να επηρεάζεται σε βαθμό ο οποίος θα αντέκειτο προς το συμφέρον της Ένωσης».


61      Απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2016, ANODE (C‑121/15, EU:C:2016:637, σκέψη 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


62      Απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2016, ANODE (C‑121/15, EU:C:2016:637, σκέψη 44 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)· βλ., επίσης, απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Comunidad Autónoma del País Vasco κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑66/16 P έως C‑69/16 P, EU:C:2017:999, σκέψη 69).


63      Η Ισπανική Κυβέρνηση επισημαίνει στις παρατηρήσεις της ότι δεν τίθεται ζήτημα ενδεχόμενης υπάρξεως κρατικής ενισχύσεως και ότι οι επιφορτισμένες με την υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος εταιρίες δεν είναι κάτοχοι ειδικών ή αποκλειστικών δικαιωμάτων κατά την έννοια του άρθρου 106 ΣΛΕΕ.


64      Βλ., επί παραδείγματι, απόφαση της 8ης Μαρτίου 2017, Viasat Broadcasting UK κατά Επιτροπής (C‑660/15 P, EU:2017:178, σκέψεις 29 έως 31)· προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Μ. Wathelet στην υπόθεση Comunidad Autónoma del País Vasco κ.λπ. κατά Επιτροπής(C‑66/16 P έως C‑69/16 P, C‑70/16 P και C‑81/16 P, EU:C:2017:654, σημείο 92 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Κατά πάγια νομολογία, όταν κράτος μέλος επικαλείται το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, οφείλει να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπει η διάταξη αυτή: βλ., επί παραδείγματι, απόφαση της 29ηςΑπριλίου 2010, Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑160/08, EU:2010:230, σκέψη 126 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


65      Οδηγία 2006/123/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά (ΕΕ 2006, L 376, σ. 36).


66      Επί παραδείγματι, σημειώνω εν συντομία ότι, όπως επισήμανε η Ισπανική Κυβέρνηση, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου περί ελεύθερης κυκλοφορίας εμπορευμάτων, ο καθορισμός ανώτατης τιμής αδιακρίτως σε εγχώρια και εισαγόμενα προϊόντα δεν συνιστά αυτός καθ’ εαυτόν μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό υπό την έννοια του άρθρου 34 ΣΛΕΕ, αλλά μπορεί να έχει τέτοιο αποτέλεσμα όταν η τιμή καθορίζεται σε τέτοιο επίπεδο που η πώληση των εισαγόμενων προϊόντων καθίσταται, αν όχι αδύνατη, πάντως δυσχερέστερη σε σχέση με την πώληση των εγχώριων προϊόντων, και ιδίως όταν καθορίζεται σε τόσο χαμηλό επίπεδο ώστε οι έμποροι που επιθυμούν να πραγματοποιήσουν εισαγωγή του επίμαχου προϊόντος στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος μπορούν να το πράξουν μόνον επί ζημία. Βλ., επί παραδείγματι, απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1976, Tasca (65/75, EU:C:1976:30, σκέψη 13)· προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Μ. Poiares Maduro στην υπόθεση Vodafone κ.λπ. (C‑58/08, EU:C:2009:596, σημείο 17 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Όπως υποστήριξε η Ισπανική Κυβέρνηση, στο πλαίσιο της υποχρεώσεως κατ’ οίκον διανομής, αξίζει επίσης να εξετασθεί το ενδεχόμενο εφαρμογής της νομολογίας Keck και Mithouard (απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1993, Keck και Mithouard, C‑267/91 και C‑268/91, EU:C:1993:905), περί των μορφών πωλήσεως. Για περαιτέρω ανάλυση, βλ., επί παραδείγματι, Catherine Barnard, The Substantive Law of the EU: The Four Freedoms, 5η έκδ. (OUP 2016), σ. 87-88.


67      Βλ., επί παραδείγματι, απόφαση της 16ης Ιουλίου 1998, Dumon και Froment (C‑235/95, EU:C:1998:365, σκέψη 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).